Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 14 " Η ΑΣΥΝΕΤΗ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ "
Η
ΑΣΥΝΕΤΗ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ
Στην
αρχή της έλευσής μου στο μοναστήρι εκείνο εκτελούσα το διακόνημα πού μού είχε
ανατεθεί και έως ένα διάστημα είχα βαθιά γαλήνη στην ψυχή μου. Αυτό γινόταν όσο καιρό μπορούσα να
κρατήσω στη συνείδησή μου την εντολή πού μου είχε δοθεί από τον ηγούμενο, να
μοιράζω έτσι όπως αυτός είχε καθορίσει στους μάγειρες τά απαραίτητα για την
τράπεζα της αδελφότητας. Πήγαινα δηλαδή στις αυλές του μοναστηριού και σέ όλα
τά μέρη τά οποία μου είχαν καθοριστεί, από τά όποια περνούσα κάθε εβδομάδα και
μοίραζα τά απαραίτητα πού έπαιρνα από το δοχείο τού μοναστηριού.
Όταν οι
αδελφοί έμαθαν τις συγκαταβατικές μου συνήθειες και την καλή μου διάθεση προς
τά αιτήματα τους, άρχισαν σχεδόν όλοι, όχι μόνο οι μοναχοί παρά και οι
ιερομόναχοι και ιεροδιάκονοι, να έρχονται και να μού ζητούν, ιδίως τις βραδινές
ώρες, αυτά πού ήθελαν: αλεύρι σικαλίσιο, κεχρί, λάδι και τά υπόλοιπα
χρειαζούμενα. Εγώ δεν είχα από τον ηγούμενο καμία εντολή να τούς δίνω όταν θα
ζητούσαν κάτι, αλλά ούτε και να μην δίνω.
Μα και να τον ρωτήσω δεν τολμούσα,
γιατί φοβόμουν μήπως μου απαγορεύσει αυστηρά να δίνω οτιδήποτε χωρίς την ευλογία
του, εγώ δέ, μην μπορώντας να τηρήσω την εντολή του χωρίς να την παραβώ, θα
έπεφτα στο ανευλόγητο, και έτσι θα αμάρτανα ακόμη χειρότερα ενώπιον τού Θεού. Να
δώσω πάλι κάτι χωρίς την ευλογία και την άδεια τού ηγουμένου δεν με άφηνε ή
συνείδησή μου. Βλέποντας όμως τόσο σεβάσμιους και άγιους πατέρες και αδελφούς να
έρχονται σέ εμένα, τον ανάξιο και έσχατο από όλους αυτούς, και να ζητούν με
τόση ταπείνωση αυτό πού τούς χρειαζόταν για το βράδυ ή κάποια άλλη στιγμή,
ντρεπόμουν ακόμη και τά πρόσωπά τους να ατενίσω. Έτσι, παραβαίνοντας τη
συνείδησή μου, δεν τολμούσα σέ κανένα τους να αρνηθώ, αλλά τούς έδινα τά
απαραίτητα κατά τις ανάγκες τους.
Το ίδιο και οι μάγειρες, όταν έπαιρναν τά απαραίτητα
για να ετοιμάσουν το φαγητό στην τράπεζα, με έπειθαν χωρίς να το θέλω να τούς
δίνω διπλά τά απαραίτητα, δηλαδή το βούτυρο, τά ψάρια, το λάδι, το κεχρί και τά
λοιπά, λέγοντας ότι έτσι θα ήταν καλύτερη ή τράπεζα για την αδελφότητα.
Εγώ
πειθόμουν από αυτούς και, χωρίς να το θέλω, παρέβαινα τη σαφή εντολή τού ηγουμένου
με το να τούς δίνω τά απαραίτητα διπλά και μάλιστα παραπάνω από αυτό. Το φαγητό
φαινόταν καλύτερο και πιο νόστιμο στην αδελφότητα, και όλοι τους με αγαπούσαν και
ήταν ευγνώμονες διότι στις στιγμές της ανάγκης εκπλήρωνα τά αιτήματα τους. Ορισμένοι
μάλιστα μου έλεγαν ότι τάχα, χάρη στη φροντίδα μου και την εκπλήρωση τών
αιτημάτων τους, ή θεία Πρόνοια έδωσε στο δοχείο μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων. "Όταν
ήμουν μαζί τους και τά άκουα αυτά, φαινομενικώς έδειχνα ευχαριστημένος, στην
ψυχή μου όμως δεν είχα την ίδια ηρεμία πού είχα πρώτα. Ή συνείδησή μου συχνά με
έτυπτε για την παράβαση της εντολής του ηγουμένου και τις χωρίς ευλογία αυτές
διανομές, και όσον καιρό έμενα εκεί εκτελούσα το διακόνημά μου εκείνο σέ
κατάκριση της ψυχής μου.
Για
ένα μόνο πράγμα χαιρόταν πολύ ή ψυχή μου, ότι δηλαδή ζώντας εκεί δεχόμουν
μεγάλη ωφέλεια με το να βλέπω την άκρα και μεγάλη ταπείνωση του οσιότατου και αγίου
εκείνου ηγουμένου Νικηφόρου, αυτού πού με δέχτηκε στην ιερή εκείνη μονή. Είχε
συνήθεια τά βράδια να καλεί στο κελί του σέ δείπνο κάποιους από τούς
τιμιότατους εκείνους πατέρες, πολλές δέ φορές καλούσε και έμενα. "Όταν
έμπαινα στο κελί του και τον έβλεπα να κάθεται στο τραπέζι με κάποιον άγιο
πατέρα, όχι μόνο δεν τολμούσα να καθίσω μαζί τους αλλά, αναλογιζόμενος την αναξιότητα
μου, ούτε στα μάτια τολμούσα να τούς κοιτάξω. Όταν με επιμονή με παρακινούσαν
να καθίσω και εγώ, με μεγάλη ντροπή καθόμουν μαζί τους και δειπνούσα. Το δείπνο
συνίστατο από μόνο χυλό ή κάσα από πλιγούρι,
είτε κάτι παρόμοιο. Το ποτό ήταν κβάς
ξυνό ή από αχλάδι, το ίδιο πού προσέφεραν και στους αδελφούς στη
μοναστηριακή τράπεζα.
Στο μοναστήρι εκείνο δεν είδα ποτέ άλλο κανένα ποτό,
δηλαδή ούτε ύδρόμελο ούτε ζύθο, έκτος από ρακί, το όποιο σέ καθορισμένες μόνο ημέρες
διανεμόταν στους αδελφούς. Μόλις τελείωνε το δείπνο και κάναμε προσευχή, ό ηγούμενος
με απέλυε να πάω στο κελί μου. Πολλές φορές στη διάρκεια του δείπνου με
διέτασσε να βάλω ανάγνωση και εγώ διάβαζα. "Όταν συνέβαινε να διαβάσω
βίους Αγίων πολύ κατανυκτικούς —και τούς διάβαζα μάλιστα εκφραστικώς— όπως μάς
είχαν μάθει στη σχολή, πολλοί από τούς πατέρες κατανύγονταν και έκλαιγαν, και
τότε έπαυαν να τρώγουν. “Άλλοι πάλι σηκώνονταν από την τράπεζα και στέκονταν
γύρω μου, ακούοντας την ανάγνωση με κατάνυξη και δάκρυα. Καθώς έβλεπα να έχουν
τέτοιο ζήλο για ψυχωφελείς λόγους, ένιωθα χαρά στην ψυχή μου και δόξαζα τον
Θεό.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 13 "ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ"
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ
ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ύστερα
από λίγο καιρό, ό ηγούμενος έστειλε τον πατέρα Ιωακείμ να ζήσει σέ μία σκήτη της
μονής πού τιμάτο στο όνομα τού οσίου πατρός ημών Ονούφριου και απείχε πέντε
βέρστια από το μοναστήρι. Το δωμάτιο στο όποιο ζούσε αυτός μού το έδωσε εμένα.
Κάποια φορά με κάλεσε και μού έδωσε το βιβλίο τού οσίου πατρός ημών Ιωάννου της
Κλίμακος, το όποιο διαιρείτο
σέ εβδομήντα διδαχές, και μου είπε: «Πάρε, αδελφέ, το βιβλίο αυτό και διάβασε
το προσεκτικά και επιμελώς, και θα διδαχθείς την ιερή υπακοή και κάθε καλό
έργο, γιατί το βιβλίο αυτό είναι πολύ ψυχωφελές». Εγώ, κατά τη συνήθεια, έκανα
εδαφιαία μετάνοια, ασπάστηκα την αγία του δεξιά, και πήρα το βιβλίο εκείνο με αμέτρητη
χαρά, θαυμάζοντας την κατά Θεόν Αγάπη πού έδειχνε για μένα και για την πατρική
του μέριμνα για τη δική μου ψυχή, και έτσι τράβηξα για το κελί μου.
Όταν
διάβασα λίγο από αυτό το βιβλίο, τόσο ευχαριστήθηκε ή ψυχή μου από τούς λόγους
τού θεοφόρου εκείνου πατρός, του γεμάτου από τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος, ώστε
σκέφθηκα ότι, αφού στο μοναστήρι αυτό πρόκειται να μείνω για λίγο μόνο καιρό, και
φεύγοντας από εκεί σέ κάποιον άλλο τόπο μπορεί να μην ξαναβρώ τέτοιο βιβλίο,
γι’ αυτό, χάριν παντοτινής ωφέλειας της ψυχής μου, να το αντιγράφω τις νύχτες
πού είχα ησυχία. Μην έχοντας κερί, επειδή στη μονή σχεδόν όλοι οι πατέρες
φώτιζαν με δαυλούς, άναψα και εγώ δαυλό, τού όποιου το μήκος ήταν ένα σάζεν , και
τον έμπηξα σέ μια τρύπα τού τοίχου.
Επικαλέστηκα τη θεία βοήθεια και άρχισα να αντιγράφω,
με μεγάλη όμως δυσκολία εξαιτίας τού καπνού, ό όποιος, μή βρίσκοντας διέξοδο,
κατέβαινε προς τά κάτω και γέμιζε το κελί μου. Όταν κατέβαινε πιο κάτω και από το
κεφάλι μου, δεν μπορούσα πια να γράψω και τότε άνοιγα το παράθυρο τού μικρού εκείνου
δωματίου, πήγαινα στο μεγάλο κελί και περίμενα ώσπου να φύγει ό καπνός.
Ύστερα
έμπαινα στο δωμάτιο, έκλεινα το παράθυρο και άρχιζα πάλι να γράφω, ώσπου
ξαναγέμιζε καπνό. Έτσι έκανα κάθε νύχτα, βρίσκοντας μεγάλη δυσκολία στο έργο αυτό,
ώσπου στο τέλος απέκτησα μία καντήλα, στην οποία έχυνα λάδι και διευκολύνθηκα στο
γράψιμο. Με αυτό τον τρόπο, ως την ημέρα πού έφυγα από εκείνη τη μονή, είχα αντιγράψει
το μεγαλύτερο μέρος τού βιβλίου.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 12 "ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ "
ΔΟΚΙΜΟΣ
ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ
Καθώς
πλησίαζα στο μοναστήρι, βλέπω σιδερένια οδοφράγματα τοποθετημένα έως τον Δνείπερο
ποταμό και φρουρά να στέκεται εκεί. Το μοναστήρι βρισκόταν πίσω από τη φρουρά. Με
κατέλαβε φόβος και δεν ήξερα τί να κάνω. Μην έχοντας επάνω μου καμία γραπτή
μαρτυρία για το ποιος είμαι, φοβόμουν ότι ή φρουρά θα με συλλάβει. Παρακάλεσα από
όλη μου την ψυχή τον Θεό, όπως Αυτός γνωρίζει, να με φυλάξει από τούτο τον πειρασμό.
Προχώρησα προς τη φρουρά. Και τότε, χάρη στη θεία Πρόνοια, πέρα από κάθε ελπίδα,
είδα έναν μοναχό πού από την πόλη πήγαινε προς το μοναστήρι από την άλλη μεριά
τού οδοφράγματος, ό όποιος, μόλις πλησίασε τη φρουρά, στάθηκε και με κοίταζε. "Όταν
πλησίασα οι φρουροί με ρώτησαν: «Από που είσαι;» Αυτός αμέσως, προτού απαντήσω,
τούς απάντησε τάχα με έκπληξη: «Τί τον ρωτάτε από που είναι; Δεν γνωρίζετε ότι
είναι δόκιμος της μονής και ότι επιστρέφει στο μοναστήρι;» Μόλις άκουσαν αυτό
οι φρουροί με άφησαν να περάσω. ’Έσπευσα προς τον τίμιο αυτό μοναχό, τού έβαλα
μετάνοια, και μόλις αντιλήφτηκα ότι είναι ιερομόναχος, ασπάστηκα την αγία δεξιά
του.
Τον ευχαρίστησα για την τόση του Αγάπη, και δόξασα την ανεξερεύνητη
Πρόνοια τού Θεού, πού με φύλαξε από αυτόν τον πειρασμό. Ό τίμιος αυτός ιερομόναχος,
πού λεγόταν ’Αρκάδιος, με πήρε μαζί του και με οδήγησε στην ιερά εκείνη μονή,
εκεί στο κελί του, ώσπου να έρθει ό ηγούμενος, ό όποιος έλειπε κάπου για δουλειές
τού μοναστηριού. Με πήρε μέσα στο κελί, και ώσπου να έρθει ό ηγούμενος μού
μιλούσε με λόγους ψυχωφελείς, ήθελε δέ, αν αυτό το επέτρεπε και ό ηγούμενος, να
με πάρει για σύγκελλό του. ’Αλλά και εγώ, επειδή είδα ότι ήταν άνθρωπος
πνευματικός, λογικός και γεμάτος από φόβο Θεού, ήθελα, εφόσον θα ήταν δυνατόν, για
χάρη της πνευματικής μου καθοδηγήσεως να ζήσω κοντά του.
Όταν
ήρθε ό ηγούμενος στο μοναστήρι, μού τον έδειξε από το παράθυρο τού κελιού του
λέγοντάς μου: «Να, αυτός πού στέκεται στη μέση τού μοναστηριού είναι ό ηγούμενος.
Κοίτα τον, αδελφέ, και πες αν και σέ σάς εκεί στο Κίεβο έτσι περπατούν οι ηγούμενοι.
Τον κοίταξα και τον είδα κοσμημένο με σταχτιά γενειάδα, να φοράει ένα μαύρο
χοντρό μάλλινο επανωφόρι, και θαύμασα πολύ την ταπείνωσή του, πώς ηγούμενος αυτός
φοράει τόσο φτωχικό ένδυμα• γιατί από τότε πού γεννήθηκα δεν είχα δει άλλους ηγουμένους
ντυμένους τόσο φτωχικά. Στη συνέχεια ό γέροντας εκείνος φόρεσε το ράσο του, και
με οδήγησε στον ηγούμενο, στου όποιου έπεσα τά πόδια ζητώντας την ευλογία του.
Αφού με ευλόγησε κατά τη συνήθεια, με ρώτησε: «Από που είσαι, αδελφέ, και για
ποιο λόγο ήρθες στο μοναστήρι μας;»
Εγώ του απάντησα ότι είμαι από την περιοχή
τού Κίεβου, και ότι ήρθα στην ιερά μονή ώς δόκιμος, και το όνομά μου είναι Πέτρος.
Μόλις το άκουσε, χάρηκε πολύ και μού είπε: «Ευχαριστώ τον παντελεήμονα Θεό μας
διότι σέ έστειλε ώς δόκιμο. "Έως τώρα είχαμε έναν δόκιμο, ό όποιος διακονούσε
ώς δοχειάρης και λεγόταν Πέτρος. Πριν δύο μέρες μάς έφυγε, και τώρα παραδίδω το
ίδιο διακόνημα σέ εσένα πού έχεις το ίδιο όνομα». Ακούοντας το αυτό ό τίμιος εκείνος
ιερομόναχος απόρησε και είπε στον ηγούμενο: «Πάτερ άγιε, αυτός ό αδελφός μόλις
πού ήρθε στο μοναστήρι και τίποτε δεν γνωρίζει από τις μοναστηριακές συνήθειες.
’Αν ευδοκήσεις, ας μείνει στο κελί μου, ώσπου, κάτω από τις οδηγίες μου, να
μάθει κάτι για τά διακονήματα τού μοναστηριού και τότε τού καθορίζεις όποιο
διακόνημα θελήσεις».
Ό ηγούμενος απάντησε: «’Άν είχαμε, αδελφέ, κάποιον δόκιμο
κατάλληλο γι’ αυτό το διακόνημα, ευχαρίστως θα εκπλήρωνα την επιθυμία σου, επειδή
όμως, όπως βλέπεις, δεν έχουμε κανέναν, γι’ αυτό σ’ αυτόν τον αδελφό, έστω και
αν ήρθε τώρα, καθορίζω αυτό το διακόνημα εξαιτίας της ανάγκης». Μόλις άκουσε την
απάντηση ό τίμιος εκείνος ιερομόναχος έβαλε μετάνοια και έφυγε στο κελί του. Ό ηγούμενος
διέταξε να ανοίξουν το δοχείο, με έβαλε μέσα και μού έδειξε όσα υπήρχαν εκεί,
καθώς και την τάξη του διακονήματος, σέ τί ποσότητα να δίνω από εκεί στους
μάγειρες τά απαραίτητα για την τράπεζα τών αδελφών και πού χρειάζονταν αυτά,
δηλαδή ό χυλός, το ψάρι, το λάδι, το αλεύρι, το σιμιγδάλι και τά υπόλοιπα. Μού
έδωσε και τά κλειδιά. Εγώ έβαλα μετάνοια και ζήτησα την ευλογία του, αυτός δέ με
διέταξε να μείνω σέ ένα κελί όχι μακριά από το δικό του, όπου σέ ένα δωματιάκι
ζούσε και ό ιε-ρομόναχος Ιωακείμ πού ανέφερα. Εγώ έμεινα σέ ένα μεγάλο κελί
μαζί με έναν γέροντα μοναχό και έναν δόκιμο.
Εκτελούσα λοιπόν τη διακονία μου με ευχαρίστηση, μολονότι ήταν πολύ πέρα από τις δυνάμεις μου. Καθημερινώς, όχι μία και δύο φορές αλλά πολλές, σήκωνα τη βαριά πέτρα πού σκέπαζε τον χυλό και σηκώνοντάς την, πάνω από τις δυνάμεις μου, την τοποθετούσα ξανά με πολύ μεγάλη δυσκολία. Με αυτήν τη δουλειά, και ή λίγη υγεία πού είχα, βλάφθηκε πολύ.
Δεν τολμούσα καθόλου να μιλήσω γι’ αυτή στον άγιο καθηγούμενο, αλλά όσο μπορούσα, με ευγνωμοσύνη υπέμενα το έργο αυτό, παρακαλώντας τον Κύριο να με δυναμώσει. Εργαζόμουν φορώντας τά κοσμικά ρούχα με τά όποια είχα έρθει στο μοναστήρι, και επιθυμούσα πολύ να φορέσω τά μαύρα, όταν μπόρεσα δέ να αποκτήσω ράσο από απλό μαύρο ύφασμα, το οποίο και φόρεσα, δεν ήξερα τί να κάνω από την απερίγραπτη χαρά μου. Με τον καιρό, όταν πια κοιμήθηκε και εκείνος ό γέροντας μοναχός πού ζούσε μαζί μου, άφησε μια ενδυμασία από χοντρό σταχτί ύφασμα. Ό ηγούμενος με κάλεσε και μού την έδωσε λέγοντάς μου «Αν σού αρέσει αυτή ή ενδυμασία, φόρεσε την».
Εγώ τού έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελί μου, έβγαλα τά κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά πού μού έδωσε ό ηγούμενος, πού τά φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τά φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, πού αντί για τά κοσμικά ρούχα πού φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά πού έπρεπε, τά μοναστηριακά. Φορώντας τα με χαρά, εκτελούσα το διακόνημα πού μού είχε οριστεί, αρχίζοντας με τον Όρθρο, και τελειώνοντας αργά το βράδυ.
Κάπου κάπου, ενώ ήμουν νύχτα στο κελί μου, με καλούσε εκείνος ό τίμιος ιερομόναχος Ιωακείμ να τού διαβάσω τον κελιωτικό κανόνα. Για χάρη αυτού είχα έρθει ειδικώς στο μοναστήρι αυτό, για να λάβω τη συμβουλή του και καθοδήγηση περί της αποφάσεως πού είχα πάρει, γι’ αυτό όμως, έστω και αν έβρισκα την ευκαιρία, δεν τολμούσα καθόλου να τού μιλήσω, παρά απλώς απόθετα μόνο στον Θεό όλη την ελπίδα μου.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 11"ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ ΕΝΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΔΗΓΟ"
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ
ΣΤΟ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ ΕΝΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΔΗΓΟ
Ύστερα
από λίγες ήμερες καταπλεύσαμε στο Τσερνίγοβ
και, αφού ευχαριστήσαμε τούς χριστιανούς εκείνους αποβιβαστήκαμε στην όχθη.
Αποχαιρέτησα και τον σύντροφό μου και χωρίσαμε. Αυτός μεν τράβηξε τον δρόμο του,
ενώ εγώ μπήκα στην πόλη και κατευθύνθηκα στην Ιερά Επισκοπή, όπου συνάντησα τον
πνευματικό μου οδηγό και πατέρα, τον μεγαλόσχημο ιερομόναχο Παχώμιο, και πολύ
χάρηκε ή ψυχή μου.
Ασπάστηκα την αγία του δεξιά και με οδήγησε στο κελί του, όπου
με φιλοξένησε λίγες ημέρες. Όταν βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία, επίμονα τον
παρακάλεσα να με καθοδηγήσει, από πού θα μπορούσα ευκολότερα να διαβώ τά σύνορα
για ξενιτειά , όπου θα αξιωνόμουν να λάβω το μοναχικό σχήμα. Αυτός ανταποκρινόμενος
στην παράκλησή μου, μού έδωσε την παρακάτω συμβουλή, λέγοντας: «’Άν θέλεις, αδελφέ,
με όλη σου την ψυχή να βγεις από τά σύνορα της πατρίδας μας και να πάς στην ξενιτειά
για να γίνεις ευκολότερα μοναχός, πήγαινε στην Ιερά Μονή Λιούμπετσκιη, πού
βρίσκεται κοντά στην πόλη Λιούμπετς, την πατρίδα τού οσίου πατρός ημών Αντωνίου
του Σπηλαιώτου .
Εκεί θα βρεις τον τιμιότατο ιερομόναχο πατέρα Ιωακείμ, ό
όποιος, μή κατανοώντας το νόημα του ευαγγελικού
ρητού “Και ει ή δεξιά σου χειρ σκανδαλίζει σε, έκκοψον αυτήν και βάλε από σου”
, χάριν της τήρησης της αγνότητας, από χωρίς σωστή γνώση ζήλο, έκοψε τέσσερα
δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Αυτός λοιπόν θα σέ καθοδηγήσει, γιατί είναι πολύ
έμπειρος. Και αφού το μοναστήρι αυτό είναι πάνω στον Δνείπερο, στα ίδια τά
σύνορα, από εκεί θα σου είναι εύκολο να εκπληρώσεις την απόφαση σου. Περίμενε
μόνο έως την ημέρα πού γίνεται παζάρι και, αφού βρεις εκεί άνθρωπο πού θα
μπορούσε να σέ πάει στο Λιούμπετς, έλα να μου το πεις».
Ακολουθώντας τη
συμβουλή του, πραγματικά την ημέρα της αγοράς βγήκα και μετά βίας βρήκα κάποιον
από ένα χωριό πού ήταν στα μισά του δρόμου για το Λιούμπετς. Τον μίσθωσα λοιπόν
για να με πάει έως το χωριό του, όπου ήταν ή κατοικία του, και γύρισα για να
ενημερώσω γι’ αυτό την ιερότητα του. Αυτός λυπήθηκε πού δεν μπόρεσα να βρω
άνθρωπο από την ίδια την πόλη του Λιούμπετς για να με πάρει ως εκεί μαζί του, με
συμβούλεψε όμως να μην στενοχωρηθώ, και μού είπε: «Μην λυπάσαι γι’ αυτό, αδελφέ,
γιατί μεγάλος είναι ό Κύριος και θα σέ οδηγήσει ασφαλώς στην ιερά εκείνη μονή».
Εγώ έπεσα στα πόδια του και, αφού έλαβα την τελευταία του ευλογία, τράβηξα τον
δρόμο μου με εκείνον τον άνθρωπο, ό όποιος με έφερε ως το σπίτι του και μου
προσέφερε κατάλυμα. Το πρωί τον παρακάλεσα επίμονα να με πάει μέχρι το
μοναστήρι, διότι φοβόμουν να περπατήσω μόνος μου όλον εκείνο τον δρόμο, στάθηκε
όμως αδύνατο να τον πείσω.
Απόθεσα την ελπίδα μου μόνο στον Θεό, και πήρα τον
δρόμο με πολύ φόβο. Περνούσε ό δρόμος αυτός μέσα από μεγάλα δάση, και εγώ
φοβόμουν τά θηρία, ό Θεός όμως με φύλαξε και πέρασα όλο τον δρόμο ασφαλώς.
"Όταν βγήκα στο ξέφωτο, είδα από μακριά την πόλη Λιούμπετς και το
μοναστήρι, πού απείχε περίπου τρία βέρστια από την πόλη, και ή ψυχή μου αγαλλίασε.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014
Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014
THE PARADISE OF ISLAM: GROUP SEX, ENDLESS ORGIES AND LIMITLESS BLACK-EYED VIRGINS
THE PARADISE OF ISLAM: GROUP SEX, ENDLESS ORGIES
AND LIMITLESS BLACK-EYED VIRGINS
The following talk is given by a Muslim Imam in Saudi Arabia to a large crowd of Muslim men. It was posted on MEMRI television, an Arabic channel out of Saudi Arabia. The talk of the Imam on video lasts for two minutes and he talks in detail about the sexual exploits that Muslim men will enjoy when they get to Allah’s heaven. If this insane perversion of human sexuality is what is fueling the culture of death and extremism in Islam I can now understand why millions of Muslim men are prepared to die in order to inherit this type of paradise. This is completely contrary to the revelations of Jesus Christ. Christians are taught the exact opposite of what Islam teaches about human sexuality. It teaches sexual purity, chastity, dignity, respect and equality for women. Christianity teaches men and women who desire to be married to commit themselves to a lifelong relationship. Christianity teaches Orthodox Christians that marriage is a sacrament that calls couples to be faithful to one another for all eternity. We pray in the Sacrament of Holy Matrimony: “Holy God, You formed man out of earth, then fashioned woman out of his flesh and joined her to him as a helpmeet; for it seemed good to Your Majesty that man should not be alone on earth. Now too, Master, reach out Your hand from You holy dwelling place and conjoin these Your servants for by You is the woman married to a man. Unite them in one mind. Wed them into one body. Grant them fruitful issue, the delight of fair children.” These couples are to keep their marriage bed undefiled by infidelity.
THE SANCTITY OF ORTHODOX CHRISTIAN MARRIAGE
The English subtitles as they appeared on the video are as follows: “Every man gets at least two black-eyed virgins in paradise. Each virgin comes with seventy servant girls. You are permitted to have sex with the virgins as well as with the servant girls. For every woman from the world who enters paradise, you get seventy black-eyed virgins. There are four types of women in paradise. First there are the women of this world who enter paradise. Each comes with seventy black-eyed virgins. Each comes with seventy servant girls. These servant girls are the third type. Sorry, there are only three types of women in paradise. If you get married in this world, then in paradise you get your wife from this world along with seventy black-eyed virgins with whom you are allowed to have sex and each of these seventy virgins come with seventy servant girls. So how many women do you get? That’s the minimum.
Now let us assume that you are married to four wives, each of whom comes with seventy black-eyed virgins and each virgin comes with seventy servant girls. How many does it come to? God help you. Your reunion with your earthly wife lasts for seventy earthly years. When the seventy earthly years are about to come to an end another black-eyed virgin calls to you from above: “Oh, servant of Allah, don’t we get a piece of you?” You turn to see and you see that she is more beautiful than the woman you are with. You ask her: “Who are you?” and she says: “I am your virgin in paradise. Allah told you about me saying: There are more of them with us. I am one of the more.” You leave that woman and move on to the next one. God help you. You spend seventy years or so with her and along comes a third virgin saying: “Oh, servant of Allah, don’t we get a piece of you?” You look at her and she is even more beautiful than then one you are with.”
The YouTube video on MEMRI is accompanied by a Greek commentary that I will now translate into English. It gives more details about the sexual perversions that are a big part of Muslim life. It also reveals to us how Muslims act out their perversions in London, England where the Greek author of the commentary got his statistics about Muslim sexual behavior. I truly pray that the Western Christian world will wake up in time to understand the uncivilized chaos that will overtake us if we do not defend ourselves against this anti-Christian ideology. This article about Islam was posted on the Greek website Pentapostagma (Πενταπόσταγμα). My translation now follows:
Islam is fundamentally a religion that is based on unlimited continuous sexual activity. Muslims have no sexual limitations. The only thing that they talk about continuously is sex. Six year old virgins make up a small minority in the Muslim world. Their whole culture and religion is based on sexual paranoia, which is pursued with such force so that later it can be enjoyed forever in paradise. Muslims commit suicide and blow themselves up believing that their eternal prize for this will be eternal sex. Women and children are not the only ones who are not safe from this behavior but even goats, mules and camels when Muslims want to fulfill their limitless desires for sex. There is not one society in the whole world that can compete with Muslim sexual perversion: pedophilia, sodomy, rape, homosexuality, bestiality, pornography etc.
The statistics are alarming. The night clubs in London England, according to the reports from hellasforce.gr, receive the most outlandish requests from Arabs, who desire perverted sex. They also order a lot of alcohol and drugs. The alcohol and drugs are the tools they use to experience greater sexual perversion. Everything in their society is interpreted by sex. Men and women in England cannot go shopping without encountering sexual dangers. Muslims consider the way we dress sexual. If you stand next to someone they consider this sexual. If you speak to someone they consider it sexual. Two people who simply stand on the same side of the street have sexual overtones.
Athletics is considered too sexual for women to participate in. The bodies of women must be completely covered so that no flesh is visible. This is also true for children. Young girls are required to undergo genital mutilation because of the fear of sex. Men are circumcised again because of the fear of sex. Islamic law is enacted and its punishment is enforced because of the fear of sex. People are almost asked to hide from other people in their fear that sexual desires will be inflamed. Muslims are to avoid music because it inflames their sexual desires. Movies are forbidden. Even the inanimate dolls that are sold in stores might inflame one’s sexual desires. All of their crude punishments are related to sexual issues. But on the other hand, Islamic paradise is basically a whore house where the fortunate ones indulge in sex collectively. These include orgies with young boys and girls which will last for seventy earth years. The Islamic paradise is nothing more than sex seven days a week and three hundred and sixty five days a year, forever. At the end of this translation, the imam who gives the two minute talk to a room filled with Muslim men is revealed as a Saudi Arabian Muslim clergyman. May God have mercy on our souls.
Translated from the Greek by:
+Fr. Constantine (Charles) J. Simones, Waterford, CT, USA, September 24, cjsimones300@gmail.com
Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014
ON HAPPINESS From “And they shall be one flesh", by Priest Pavel Gumerov Archpriest Nicholai Guryanov
ON HAPPINESS
From “And
they shall be one flesh", by Priest Pavel Gumerov
Archpriest
Nicholai Guryanov
There are
conflicting ideas about happiness; some think it is a sum of earthly good
things, a kind of social welfare package that makes a person’s life comfortable
and carefree. Each to his own, but nevertheless, in this case you either got
lucky and are happy, or you are left to drag out the pitiful existence of the
luckless. This idea of happiness is primitive and over-simplified.
Happiness is
immaterial—it is a state of the soul. Of course, people understand happiness in
various ways. Some find it in their family, others go to a monastery to
dedicate their whole lives to God; for a monk, that is happiness. Some have no
family but find happiness in laboring for the good of people, because this
labor brings joy to himself and others. Another may have nothing at all, but he
is still happy. He is happy because the weather outside is good and he has no
sickness at the moment. There are all different kids of people. And to the
contrary, a person may have everything: health, material wealth, a good family…
He has only to live and rejoice, but he is still unhappy, does not appreciate
it all, and is always discontented with one thing or another.
Thus,
happiness does not depend on material conditions of life—it is within a person,
in his own soul: The kingdom of God cometh not with observation… behold, the
kingdom of God is within you (Lk. 17:20-21). This, as we have said, is a state
of the soul: the ability to appreciate everything given to us, and to thank God
for it.
Every day can
give us happiness; we must only be able to see it.
One priest
used to counsel his spiritual children to end every day by writing down no
fewer than fifty things, “that you should thank God for.” Without the ability
to see something joyful and bright in every day, not only can we not be happy,
we cannot even live a normal life. Alexander Solzhenitsyn wrote a story called
One Day in the Life of Ivan Denisovich. In it is described an ordinary day of a
prisoner in a strict-regime concentration camp. However, this story is not
about the horrors of camp life, but about how one man, in what would seem to be
utter darkness, manages to see something good and positive.
He receives
an extra piece of bread and he can almost taste it, he thinks about how he is
going to eat it; suddenly he unexpectedly finds a piece of a saw and is able to
make from it a cobbler’s knife and earn a little money. He is able to avoid
solitary confinement—that is a great joy. Ivan Denisovich even finds pleasure
in work. First of all, he can warm himself by work and the frost doesn’t get to
him so badly, and secondly, as a former peasant he loves labor, he likes doing
what he know how to do well. The hero of the story always tries to see good
human qualities in everyone around him. He greatly appreciates the help and
support of his comrade prisoners. Even in prison, in solitary confinement this
person does not fall out of life, and every day brings him joy.
Once a
certain priest went to visit the now reposed elder Archpriest Nicholai Guryanov
and told him about the sorrows and problems he was having. Fr. Nicholai heard
him out and said, “Rejoice!” “What is there to rejoice about?” The priest
thought to himself. But the elder went on, “Rejoice that you were born, rejoice
that you are baptized, rejoice that you are in the Orthodox faith, rejoice that
you are still alive!” And perhaps the words of the Apostle Paul: Rejoice
evermore. Pray without ceasing. In every thing give thanks: for this is the
will of God in Christ Jesus concerning you (1 Thess. 5:16-18) is the formula
for happiness? It is the ability to be joyful about life, to always be with God
and to thank Him for all that he sends us.
St. John
Chrysostom says, “If something good happens, bless God, and it will remain
good. If something bad happens, bless God, and the bad will cease. Glory be to
God for all things!”
We not only
have to know how to see happiness in our lives, but we also have to be careful
with regard to it, and not spill it. There is an oriental fable on this theme.
A certain youth asked his father, “What is happiness?” And his father sent him
to a well-known wise man. So, the young man went to the famous teacher
expecting to see an ascetic, but the man turned out to be rather wealthy,
possessing a fine palace filled with works of art. The youth came to the palace
and asked the wise man, “Teacher, tell me what happiness is.” The teacher gave
him a small spoon filled it with olive oil, and said, “Walk around my palace,
look at all the treasures and beautiful works of art inside it, and when you
return tell me what you saw. But in doing so, make sure that you do not spill
the oil from the spoon.” In a little while the youth returned and told the man
all about that he had seen, adding that as he looked around at the treasures,
all the oil spilled out of his spoon. Then the wise man filled the spoon again
with oil and repeated the request. When the youth returned and the teacher
asked him what he had seen, the boy said, “I couldn’t see anything in your
palace because I was making sure not to spill any oil.” And truly, he brought
the spoon back without spilling a drop. “Happiness is in this,” said the wise
man. “In being able to preserve the gift that you have, and not waste it.” This
parable tells us that by looking at all the wealth and beauty that does not belong
to us, that was not given to us, we are not only unable to see them clearly,
but we also loose what we do have.
Some people
(and there are many) chase all their lives after the bird of happiness, the
unreachable ideal, seeking happiness in one marriage, then in another, a third,
getting disappointed and then falling in love again. They are passing by their
own happiness, and life passes them by. Such people are deeply unhappy. The
English author and thinker G. K. Chesterton has a wonderful saying about this:
“Faithfulness to one woman is a small price to pay for seeing at least one
woman. Complaining that you can only marry once is like complaining that you
can only be born once. This is incompatible with the great experience that we
are talking about, and reveals not exaggerated sensuality, but a strange
insensibility. Only a fool would be dissatisfied that he cannot enter Eden
through five gates. Polygamy is a lack of love, it’s like distractedly grabbing
up ten priceless pearls.”[1]
In speaking
of happiness in general and about family happiness in part, it is impossible
not to touch upon the subject of love, for love and happiness are two sisters;
these concepts are closely related to each other. One wise man said, “Happiness
does not mean being happy yourself, but making other people happy.” This
thought could be expanded: “Whoever makes others happy is happy himself.” After
all, the possibility to love, to give others happiness, is the manifestation of
God’s image in us. In this we make ourselves like unto God Himself. The Lord
creates the world and man precisely out of love. God cannot but pour out His
love and care for people, for He Himself is Love.
And of
course, the only person who is truly happy is the person who knows how to love
and to give love and happiness to others.
There used to
be a slogan here that went, “Man is the forger of his own happiness.” At first
glance this sounds a little haughty, but if you think about it, there is no
contradiction with Christianity in it. After all, happiness directly depends on
our relationship to reality; on how we build our lives, relate to others, and
appreciate all that God sends us.
Priest Pavel
Gumerov
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014
EEN OPEN VENSTER OP DE ORTHODOXE KERK - VIDEO BESCHIKBAAR.
De Orthodoxe gelovigen vormen een minderheid in de samenleving. Dat verhindert hen niet om prominent aanwezig te zijn in onze maatschappij. Op een bescheiden maar eerlijke manier getuigen zij van hun christelijk leven dat ten diepste getekend is door de Orthodoxe Traditie die teruggaat tot de vroege kerk. Dit boek is een must voor wie op zoek is naar de fundamenten van de Orthodoxe Traditie en wil kennismaken met het diepe spirituele leven van de Orthodoxe gelovige.
WEEST OOK GIJ UITGEBREID Auteur: ARCHIMANDRIET ZACHARIAS (ZACHAROU)
Page
quantity: 350
In
de Orthodoxe Kerk is de Heilige Schrift altijd gelezen in de context van het
leven en onderricht van haar heilige ledematen. Gewoonlijk wordt aan hen
gerefereerd als ‘de heilige Vaders’ daar zij, als waarachtige vaders, ons
onderrichten en opvoeden door hun levenschenkende woorden en hun levend
voorbeeld. In het leven van de Kerk betekent daarom het woord ‘traditie’
allereerst het overdragen van het waarachtige leven – zowel als de weg daartoe
– door hen die ons zijn voorgegaan.
Zulk
een lijn der Traditie in onze dagen ontspringt aan de persoon van de heilige
Silouan de Athoniet (1866-1938), wiens leerling, archimandriet Sophrony
(1896-1993), geroepen was diens woord bekend te maken aan allen die dorstennaar
het goddelijk leven. En zijn geestelijke kinderen streven ernaar op hun beurt
de rijkdommen die zij ontvangen hebben met anderen te delen. Eйn van hen is
archimandriet Zacharias, monnik van het klooster van de heilige Johannes de
Doper te Tolleshunt Knights (Essex, Engeland), dat gesticht werd door oudvader
Sophrony. Na zijn dissertatie over de theologie van zijn geestelijke vader
heeft hij vele voordrachten gehouden, waarin hij ons bekend maakt met de
geestelijke Schatkamer van de Orthodoxe Traditie.
Het
boek “Weest ook gij uitgebreid” is gebaseerd op een serie voordrachten,
gehouden in de Verenigde Staten van Amerika in A.D. 2001, ter introductie op de
theologie van de heilige Silouan en oudvader Sophrony. Twee aanvullende
lezingen tonen de essentie van dit onderricht, zoals dit wordt uitgedrukt in de
weg van het monnikschap – niet alleen voor degenen die dit specifieke pad
willen volgen, maar ook als voorbeeld en inspiratie voor allen die ‘in de
wereld’ leven.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










