Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Γνωρίζετε για τον θαυματουργό σταυρό στο μοναστήρι του Ντερβέντ Ρουμανίας; Το Ντερβέντ και η γύρω περιοχή είναι μια αποστολική γη, επειδή ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας έζησε σε αυτά τα εδάφη.




Γνωρίζετε για τον θαυματουργό σταυρό στο μοναστήρι του Ντερβέντ; Το Ντερβέντ και η γύρω περιοχή είναι μια αποστολική γη, επειδή ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας έζησε σε αυτά τα εδάφη.

Ο σταυρός δεν είναι κατασκευασμένος από ανθρώπινα χέρια, αλλά προφανώς αναδύθηκε από το έδαφος. Αυτός ο σταυρός, όπως ο σταυρός θεραπείας για τα ζώα, βρίσκεται εκεί από την αρχαιότητα, μόνο που έχει υποστεί αλλαγές, επειδή οι άνθρωποι τον θρυμματίζουν συνεχώς.

Πολλοί άρρωστοι έρχονται να τον προσκυνήσουν. Οι πιστοί παίρνουν λάδι από το κερί της εικόνας, σε μικρά μπουκάλια, με τα οποία αλείφουν τα μέτωπά τους ή το άρρωστο σημείο.

Ο κίνδυνος να μην πιστέψουν στις θαυμαστές πράξεις που έλαβαν χώρα εδώ, οδήγησε τους μοναχούς του μοναστηριού κατά την εποχή του ηγουμένου Νεγκάρα να ζητήσουν από τους θεραπευμένους να δώσουν γραπτή μαρτυρία για το τι συνέβη. Αυτό το αρχείο, που φυλάσσεται στο μοναστήρι για χρόνια, πιθανότατα καταστράφηκε από τους κομμουνιστές, καθώς αρχικά (όταν φυλασσόταν) ήταν μια άλλη αξιόπιστη μαρτυρία για τις θεραπείες που έλαβαν χώρα εδώ. 

Για δεκαετίες, τίποτα δεν ήταν γνωστό για αυτά τα έγγραφα. 

Ωστόσο, ένα μικρό μέρος των πιστοποιητικών μπορεί να βρεθεί ακόμα και σήμερα στο μοναστήρι, μερικά από αυτά μάλιστα έχουν επικυρωθεί από τις αρχές. 

Αλλά δεν είναι η ποσοτική πτυχή που στοχεύεται, αλλά το φαινόμενο αυτό καθαυτό. Να πώς ακούγεται μια από τις δηλώσεις των ασθενών που, ερχόμενοι εδώ, θεραπεύτηκαν.

Ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου: Πάπα-Νικόλας-Σάγος.


Ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου: Πάπα-Νικόλας-Σάγος

ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι. ΜΟΝΗΣ ΣΑΓΜΑΤΑ

 

Τήν Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2001, ἄφησε τόν παρόντα κόσμο καί μετέστη πρός τήν «μέλλουσαν πόλιν» ὁ Ἀρχιμανδρίτης Νικόλαος Σάγος, σέ ἡλικία 95 χρονῶν. Πολλοί θά ξαφνιαστοῦν στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του, γιατί θά τούς εἶναι τελείως ἄγνωστος. Ὅμως, ἄν καί ἄγνωστος στόν δημόσιο βίο, γιά ὅσους τόν γνώρισαν ὁ πάπα-Νικόλας ἔτσι τόν ξέραμε ἦταν ἀπ’ τούς ἀνθρώπους μέ βαθειά πίστη καί πνευματικότητα. Τά τελευταῖα ἰδίως χρόνια καθημερινά κατέφθαναν στό κελλάκι του καί στόν Ναό, ὅπου λειτουργοῦσε, δεκάδες πιστοί, γιά νά ἐξομολογηθοῦν, νά ζητήσουν τήν εὐχή του καί τίς συμβουλές του.

 

Ὁ πάπα-Νικόλας γεννήθηκε στούς Καλημεριάνους τῆς Κύμης, στίς 25 Νοεμβρίου τοῦ 1906, ἀνήμερά της ἁγίας Αἰκατερίνας, τήν ὁποία πολύ εὐλαβεῖτο. Γονεῖς τοῦ ἤσαν οἱ εὐλαβεῖς Ἰωάννης καί Ἀρετή. Ἀπό μικρό παιδί ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία καί ὑπηρετοῦσε στόν Ναό τοῦ χωριοῦ του. Ὁ πατέρας τοῦ συνήθιζε νά λέη: «Ἅς δῶ τόν Νικόλα μου παπᾶ καί ἔπειτα ἅς πεθάνω». Νέο παιδί ἀκόμη συνδέθηκε μέ κάποιον ἄγνωστο στούς πολλούς χαρισματοῦχο Ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος τόν μύησε στήν πνευματική ζωή. Ἀργότερα συνδέθηκε καί μέ τούς ἄλλους γνωστούς Γέροντες, π. Σίμωνα, π. Πορφύριο, π. Παΐσιο, μέ τούς ὁποίους εἶχε, ὅπως ἔλεγε, «πνευματική τηλεπικοινωνία». Νυμφεύθηκε τήν Φιλιῶ Γιαννιοῦ μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἑπτά παιδιά καί τά ὁποῖα μεγάλωσε μέ πολλές θυσίες καί στερήσεις. Τό 1933 χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν Μητροπολίτη Καρυστίας καί Σκύρου Παντελεήμονα Φωστίνη. Ὑπηρέτησε γιά δύο χρόνια στά Ν. Στίρα καί ἔπειτα γιά ἑξήντα πέντε (65) χρόνια στούς Καλημεριάνους, ὡς Ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Διακόνησε μέ πολλή ἀγάπη τήν «Μεγαλόχαρη», ὡς τά βαθειά του γεράματα, καί ὡς πνευματικός της γύρω περιοχῆς καί ὄχι μόνο.

 

Τό 1973 κοιμήθηκε ἡ πρεσβυτέρα τοῦ Φιλιῶ, τήν ὁποία πολύ ἀγαποῦσε καί μιλοῦσε γι’ αὐτήν μέ τά καλύτερα λόγια. «Δέν ξέρεις πόσο καλή ἦταν καί πόσο μου συμπαραστάθηκε στό ἔργο μου. Ἅγια νά ’ναι τά χώματα πού τήν σκεπάζουν», συνήθιζε νά λέη. Ἀπό τότε ζοῦσε σά μοναχός. Ὁ νῦν Μητροπολίτης Καρυστίας καί Σκύρου κ. Σεραφείμ, ἐκτιμώντας τήν προσφορά του καί τό ἱερατικό του ἦθος, τόν προχείρισε σέ Ἀρχιμανδρίτη. Πολλοί του ἀπέδιδαν διάφορα χαρίσματα. Ἄλλοι ὁμολογοῦσαν ὅτι μέ τήν δύναμη τῶν προσευχῶν τοῦ βοηθήθηκαν σέ δύσκολες καταστάσεις τῆς ζωῆς τους. Γεγονός εἶναι πώς ὅσοι τόν γνώρισαν αἰσθάνθηκαν βαθειά τήν ἀγάπη του καί τό ἐνδιαφέρον του. Τό τηλέφωνό του κτυποῦσε μέρα νύκτα καί ὁ ἴδιος ἀκούραστος συμβούλευε καί παρηγοροῦσε. Κάποια μέρα τόν παρατηρήσαμε ὅτι θά πρέπη νά ξεκουράζεται, νά βάλη κάποιο ὡράριο, κάποια ὅρια στούς ἀνθρώπους, πού τόν ἀπασχολοῦσαν εὐκαίρως ἀκαίρως καί μάλιστα σέ ἀκατάλληλες ὧρες καί γιά ἀσήμαντα θέματα. Μᾶς ἄκουγε ἀρκετή ὥρα. Φάνηκε ὅτι τόν πείσαμε. Μάταια ὅμως. Χαμογέλασε καί μᾶς εἶπε ἀφοπλιστικά: «Δέν ξέρετε ἐσεῖς. Ὁ κόσμος ἔχει πολύ πόνο, πολλά προβλήματα...». Καί πράγματι τά προβλήματα τῶν ἄλλων γίνονταν καί δικά του προβλήματα καί θέμα προσευχῆς. Πολλές φορές μᾶς μιλοῦσε γιά τόν πόνο καί τίς δοκιμασίες τῶν ἀνθρώπων κλαίγοντας.

 

Κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἦταν ὁ Ναός τῆς Μεγαλόχαρης. Ἡ μεγαλύτερη χαρά τοῦ ἦταν νά βρίσκεται στόν Ναό. Μέχρι τά βαθειά του γεράματα, χειμώνα καλοκαίρι, σηκωνόταν μέσ’ τήν νύχτα, ἔπαιρνε τό μπαστουνάκι του καί ἀνέβαινε στήν Ἐκκλησία. Ἄναβε μόνος του τά καντήλια καί ἄρχιζε τίς προσευχές καί ἀκολουθίες. Στό τέλος ἔβγαζε τό μπλοκάκι του μέ τά ὀνόματα τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν καί προσευχόταν γι’ αὐτά. Τό ἀπόγευμα τελοῦσε τόν ἑσπερινό καί δεχόταν γιά ἐξομολόγηση. Ὅλες οἱ ἀκολουθίες τελοῦντο ἀπό τόν ἴδιο ἀνελιπῶς. Ὅσες φορές βρισκόταν μακρυά, δέν μποροῦσε νά ἡσυχάση, γιατί τά καντήλια ἦταν σβηστά καί οἱ μορφές τῶν ἁγίων σκοτεινές. Ἔλεγε τότε:

 

«Στενοχωριέμαι πού τά καντήλια τῆς Ἐκκλησίας θά εἶναι σβηστά. Ξέρεις, κάθε μέρα πού τά ἀνάβω φωτίζεται τό πρόσωπο τῆς Μεγαλόχαρης, χαίρεται... Δέν φαντάζεσαι πόσο μου ἀρέσει νά εἶμαι στήν Ἐκκλησία. Μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ, πῶς τό λένε! Καί ὅσο περνάει ὁ καιρός, τόσο περισσότερο θέλω νά βρίσκομαι ἐκεῖ μέσα!».

 

Τό 1997, παρά τήν ἡλικία του, ταξίδεψε μέ πολλά πνευματικά του παιδιά ὡς τήν Ἰταλία, γιά νά προσκυνήση τόν Προστάτη τοῦ Ἅγιο Νικόλαο στό Μπάρι καί τούς Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο στή Ρώμη. Στό ταξίδι αὐτό ἔζησε συγκινητικές ἐμπειρίες ἀπό τήν παρουσία τῶν Ἁγίων, τίς ὁποῖες διηγεῖτο μέ δάκρυα. Τούς τελευταίους μῆνες ἀσθένησε σοβαρά, ὑπέφερε ἀπό φρικτούς πόνους, τούς ὁποίους ὑπέμεινε μέ καρτερία, δοξάζοντας τόν Θεό καί ἐπαναλαμβάνοντας τό Χρυσοστομικό: «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν. Οὐ γάρ παύσομαι ἀεί τοῦτο ἐπιλέγων ἐπί πᾶσιν...» Στίς 25 Νοεμβρίου, γιορτή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ὅταν ἔκλεισε τά 95 χρόνια του, κάλεσε σέ τραπέζι ὅλα τα παιδιά του καί τίς οἰκογένειές τους. Σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι τούς εὐλόγησε, εὐχήθηκε σέ ὅλους καί τούς ἀποχαιρέτησε λέγοντας ὅτι: «τοῦ χρόνου δέν θά εἴμαστε πάλι μαζί».

 

Τήν παραμονή τῆς κοίμησής του ζήτησε νά μεταλάβη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τήν Κυριακή πρωΐ ρώτησε τά παιδιά του τί καιρό κάνει στό χωριό καί χάρηκε, ὅταν τοῦ εἶπαν πώς εἶναι καλός. Παρέδωσε ἥσυχά το πνεῦμα του τό μεσημέρι τῆς ἴδιας μέρας. Εἶχε ζητήσει καί τόν ἕντυσαν μέ τήν στολή τῆς χειροτονίας του, τήν ὁποία φυλοῦσε μέ εὐλάβεια. Ἡ σορός του μεταφέρθηκε στούς Καλημεριάνους καί τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καρυστίας καί Σκύρου κ. Σεραφείμ, συμπαραστατουμένου ἀπό πολλούς Ἱερεῖς καί πλῆθος κόσμου.

 

Στόν τάφο τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά τοῦ γράψουν:

 

«Ἐδῶ τελείωσε ἕνας βίος

καί ἄρχισε μιά ζωή.

Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ κάν ἀποθάνη ζήσεται»

 

 

Ἅς ἔχουμε τήν εὐχή του!


Συνεχείς ερωτήσεις:





Συνεχείς ερωτήσεις:  

1.Ποιοι αγαπάνε σίγουρα το Θεό;

Αυτοί που ο Θεός τους αγαπάει ιδιαίτερα.

2.Ποιους  ο Θεός αγαπάει ιδιαίτερα;

Αυτούς που έχουν αγαπήσει το Χριστό.

3.Ποιος το έχει πει αυτό;

Ό Ίδιος ο Χρίστος στους Μαθητές Του με τα εξής λόγια, « αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον »( Ιω. ιστ’, 27).

4.Πώς ερμηνεύεται αυτό κατά λέξη;

Διότι ο Ίδιος ο  Πατέρας σας αγαπάει, επειδή  εσείς εμένα με έχετε αγαπήσει, και έχετε πιστέψει ότι εγώ εξήλθα από το Θεό.

5.Ποιος αγαπάει το Χριστό;

Το έχει πει ο ίδιος  « ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· »( Ιω. ιδ΄, 21).

6.Μπορεί κανείς από μόνος του  να τηρεί  τις εντολές του Χριστού;

Όχι, γιατί ο Ίδιος ο Χριστός έχει πει, « Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖςτὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.» ( Ιω. ιε',5).

7.Πώς μένει ο πιστός « εν τω Χριστώ»;

Το έχει πει ο Ίδιος με τα εξής λόγια, «  ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ.» ( Ιω. στ΄, 56).

8.Αυτό είναι αρκετό;

 Όχι, γιατί ο σκοπός είναι να μορφωθεί μέσα του ο Χριστός. Ο Απόστολος Παύλος γράφει σχετικά,   «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν!» (Γαλ. δ΄,19).  

9. Πώς γίνεται αυτό;

Εκτός των άλλων  γνωστών,  με τη χάρη  του Αγίου Πνεύματος σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, « ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν·»(  Ιω. ιστ¨, 13)

.Ιωάννης Χ. Δήμος  πτχ. Θεολ. & Φιλοσ. Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Άγιος Διονύσιος ο Κολχίδας, μαζί με τον Όσιο Ιωσήφ Βατοπαιδινό, τιμώνται την 1η Ιουλίου.


 

Παρακλητικός Κανών εις τον Αγιον Ιωάννην Μαξίμοβιτς . Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου .

 





Αγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς

(2  ̉ Ιουλίου)

                       

̒ΟΑγιος ̉Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στὶς 4 ̉Ιουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ  ̉Αντάμοβκα τῆς Νότιας Ρω­σίας. Τὸ βα­πτιστικὸ του ὄνο­μα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του, Μπόρις καὶ Γλαφύ­ρα, τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πί­στη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν  ̉Ορθοδοξία. ̉Αλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔ­δειχνε ἀπὸ μικρὸς μία ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. ̉Αν καὶ φιλά­σθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς νηστεί­ες τῆς ̉Εκκλησίας. Στὰ 1907 οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα.  ̉Εκεῖ γνώρισε τὸν ̉Επίσκοπο Πολτά­βας Θεοφάνη, ὁ ὁ­ποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχα­ήλ. Μετὰ τὴν ἀποφοί­τησή του ἀπὸ τὴ σχολὴ σπούδασε νομικά. Τὸ 1921 ἡ οἰκογένειά του ἐ­γκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία κι ἐκεὶ γράφηκε στὴ Θε­ολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου. Τὸ 1926 χειροτονήθηκε διάκο­νος καὶ πρεσβύτερος καὶ τὸ 1934 ἐκλέχτηκε  ̉Επίσκο­πος Σαγκά­ης ὅπου ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγώνα νὰ ὀρ­γανώσει τὴν  ̉Ορθόδοξη  ̉Εκκλησία. ῞Ιδρυσε ὀρφανοτροφεῖ­ο ὅπου περιμά­ζεψε περὶ τὰ 3.500 παιδιά. Λειτουργοῦσε, κή­ρυττε καὶ μετέστρε­φε στὴν  ̉Ορ­θοδοξία πλῆθος ἀνθρώ­πων.  ̉Αργότερα μετετέθει στὴν  ̉Επι­σκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ. Τέλος ἐξελέγει μητρο­πολίτης τοῦ Σὰν Φραντσίσκο τῶν ΗΠΑ, ὅπου ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση. Τὸ 1962 ἡ ἁγιασμένη ψυχὴ του πέταξε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴν ἐπίγεια ζωὴ του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἔγινε ἡ ἐκταφὴ του καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο.

Παρακλητικς Κανν

ες τν Αγιον  ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Ελογήσαντος το Ιερέως, τ Κύριε εσάκουσον, μεθ̉ ὃ τ Θες Κύριος (τετράκις) κα τ ξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν  ̉Αρχιποίμενα ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει κράζοντες ἐκ μέσης ψυχῆς˙* ῥῦσαι τοὺς προ­στρέχο­ντας,*  ̉Ιωάννη Θεόφρων,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χριστὸν λι­ταῖς σου, Θαυ­μαστέ,* σὲ γὰρ προστάτην* καὶ φύλα­κα ἔχο­μεν. 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

πολυτκιον.  χος α’. Τς ρήμου πολίτης.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν καταφύγι­ον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέ­ον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις πα­ντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ.* Δόξα τῷ σὲ στεφανώσα­ντι.* Δό­ξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρε­σβεύουσα* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσού­των κινδύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ  σοῦ˙* σοὺς  γὰρ  δούλους σώζεις αε* ἐκ παντοίων δεινῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Προσπίπτω ὁ τάλας δεητικῶς* πρὸς σε  ̉Αρχι­θύτα καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν τάχος πα­ράσχου,  ̉Ι­ωάννη,* ἐμοὶ τῷ ἀχρείῳ καὶ τάλανι.  

Βοήθει θεράποντας ἰατροὺς* ποιεῖν διαγνώσεις εὐ­στόχους καὶ ἀκριβεῖς* εἰς δὲ τοὺς νοσοῦντας χορη­γῆσαι* ἰατρικὴν ἀγωγὴν τὴν κατάλληλον.

Νεότητα δέομαι ταπεινῶς* προστάτευσον, μά­καρ*  ̉Ιωάννη θαυματουργέ,* ἐξ ἐθισμῶν ποικί­λων τε καὶ νόσων* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου ταύ­την διάσω­σον.

Θεοτοκίον.

Τὰ γόνατα κλίνω ἱκετικῶς* καὶ χείρας μου αἴ­ρω, Θε­οτόκε, δεητικῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦ­μαι,* ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρὸς τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος...

Τὴν νεότητα, πάτερ,* σὺ πατρικῶς φρούρησον* καὶ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου* ταύτην ὁδήγησον,* ἵνα προθύμως τηρῇ* τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου* καὶ Αὐ­τοῦ τὸ πρόσωπον ἰδεῖν ἀξίωσον.

Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* θαυματουργὲ ῞Αγιε,* καὶ τὴν Θε­οτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πά­ντες ταχὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κο­λάσεως,* ὦ θαυματόβρυτε. 

Παραδείσου πολίτης,* θαυματουργέ, γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος* διὸ σε, θαυμαστέ,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προ­σπίπτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 

Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.  

̉Ε πίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις καὶ τὸ

Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς*  καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον·* ἐ­λέους πηγὴ καὶ πιστῶν καταφύγιον* ἐκτενῶς βοῶ­μεν σοί,* ̉Ιωάννη Μαξίμοβιτς, πρόφθασον˙* καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς* ταῖς πρὸς σε πίστει καταφεύγοντας.

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα, Κύριε…

Τοὺς ποιμένας προστάτευσον,* ̉Ιωάννη ἔνδοξε, σοῦ δεόμεθα* καὶ ὑγείαν αὐτοῖς δώρησον* διὰ τῶν λιτῶν σου πρὸς τὸν Κύριον.

Τὰ λοιμώδη νοσήματα* καὶ τοὺς ὄγκους θεραπεύ­ει ὁ ῞Υψιστος*  ταῖς πρεσβείαις σου,  ̉Ιωάννη,* τῶν πι­στῶν ἰατρὸς ὁ ἀνάργυρος.

̉Ορθοδόξους προστάτευσον* καὶ ἐκ χειρῶν λαοπλά­νου διάσωσον,* ̉Ιωάννη Θεοδόξαστε,* τῶν πιστῶν σὺ φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Πανάχραντε,* ὃν ἐκυοφόρησας καταπρά­ϋνον* καὶ εὐμένισον σοῦ δεόμεθα,* ἵνα φύγω­μεν τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Παῦσον τὰς ὁρμὰς* τῶν παθῶν μου, Θεοδόξα­στε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς* ταῖς πρὸς τὸν Κύριον ἐντεύξεσι, Πανάριστε.

Δέομαι θερμῶς,* ̉Ιωάννη ἱερώτατε,* σὺ τὴν μανί­αν  τοῦ πυρός, θαυματουργέ,* ταῖς πρὸς  τὸν Κύ­ριον ἐντεύξεσι κατάπαυσον.

Τέκνα, θαυμαστέ,* τοῖς ποθοῦσι δίδου τάχυον* καὶ ἀξίωσον, ̉Ιωάννη σεμνέ,* αὐξηθῆναι* τοῖς Χρι­στοῦ θείοις διδάγμασι.

Θεοτοκίον.

Δέσποινα, θερμῶς* ἱκετεύω σὲ ὁ ἄθλιος*  ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἶκοις πάντων ἡ­μῶν* πα­ράσχου, Θεόνυμφε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Προστάτην σε τῶν πιστῶν ἐπίσταμαι* καὶ φρου­ρόν,  ̉Αρχιθύτα  ̉Ιωάννη,* τοὺς πειρασμοὺς διαλύ­εις τα­χέως* σὺ καὶ τὰ ἄλγη διώκεις, πανάριστε,* σοῦ δέο­μαι ἐκ τοῦ πυρὸς* τοῦ ἀσβέστου λιταῖς σου διάσω­σον.

Θανάτου τοῦ αἰφνιδίου ῥῦσαι με* καὶ μετάνοι­αν πα­ράσχου λιταῖς σου,* ἵνα σωθῶ ὁ ἀχρεῖος ἱκέ­της* καὶ παραδείσου τὴν πύλην σοῦ δέομαι* ἀξίωσον, θαυμα­τουργέ,* διαβεῖναι ὁ τάλας καὶ ἄθλιος.

Προστάτην τῶν ὀρφανῶν καλοῦμεν σε* καὶ χη­ρῶν ἀπροσμάχητον τεῖχος* τῶν δὲ ποθούντων ὑγείαν καὶ ῥώμην* ἰατρν ἀλάνθαστον καὶ ἀνάργυ­ρον,*  ̉Ιω­άννη θαυματουργέ,* ̉ Ορθοδόξων φρου­ρὸς ὁ ἀκοίμη­τος. 

Θεοτοκίον.

̉Ορθὀδοξοι σὲ προστάτιν ἔχομεν* καὶ φρουρὸν ἀ­κοίμητον, Θεοτόκε,* σὺ τῶν δαιμόνων τὰ στίφη δι­ώκεις* σὺ καὶ ἰώσεις ἰᾶ, Θεοδόξαστε,* διὸ τῶν πι­στῶν οἱ χοροὶ* ἀνυμνοῦσιν ἀπαύστως σὲ, ῎Αχραντε. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου, ̉ Ιωάννη,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγομεν* ὡς ἔχο­ντι τῷ Θεῷ παῤῥησία.

 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ τὸ

Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν χριστιανῶν.

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετος˙* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνὰς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου˙* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σαι ἐκ τῶν κινδύνων,* ̉ Ιωάννη, ἰσχυρὸν* τῶν  ̉Ορθοδό­ξων καταφύγιον.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Ο Χορός: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ. (δίς)

Στίχ.: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐ­τοῦ.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

̉῾Ο ῾Ιερεύς: Εκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνά­γνωσμα. Πρόσχωμεν (Κεφ. ιʹ 9–16).

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Εἶπεν ὁ Κύριος˙ ἐγὼ εἰμι ἡ θύρα˙ δι᾽ ἐμοῦ ἐὰν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξε­λεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχε­ται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγὼ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεω­ρεῖ τὸν λύκον ἐρ­χόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύ­κος ἀρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.῾Ο δὲ μι­σθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐ­στιν καὶ οὐ μέλει αὐ­τῷ περὶ τῶν προβάτων. ̉Εγὼ εἰ­μι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γι­νώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώ­σκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν˙ κα­θὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέ­ρα˙ καὶ τὴν ψυχήν μου τί­θημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύ­της˙ κἀκεῖνα δεῖ με ἀ­γαγεῖν καὶ  τῆς φωνῆς  μου  ἀ­κού­σουσιν  καὶ γενή­σονται  μία ποίμνη, εἷς  ποιμήν.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ Αρχιθύτου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Κα νῦν κα ἀε

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξάλειψον τὰ πλήθη*  τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με    Θεός, κατὰ τὸ  μέγα  ἔλεός  σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀ­νόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μή ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστά­τα* καὶ πιστῶν τὸ στήριγμα,* ἀλλὰ δέξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλίψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐ­δὲ ποῦ πρσφύγω, Πανάριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, ̉Ιωάννη* Μαξίμοβιτς, προ­στάτα καὶ φρου­ρὲ* τῶν δεομένων σοι, ἔνδοξε,* καὶ εὐχὰς ἐκπλήρω­σον.  

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον. (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός: ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων* θερμῶς πάντες δεόμε­θα, Θεοδόξαστε,* ἱκέτευε εἰρήνην* παράσχει καὶ ὑ­γεί­αν* τοῖς ἐν πίστει κραυγάζουσι˙* ῾Ο τῶν Πατέ­ρων ἡ­μῶν* Θεὸς, εὐλογητός εἷ. 

Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καὶ Σωτήρα ἀνθρώπων σὺ καθικέτευε,* παμμάκαρ  ̉Ιωάννη,* μετάνοι­αν πα­ράσχει* τούς ἐν πόθῳ κραυγάζοντας˙*  ̉Αρχι­θύ­τα Χριστοῦ* σέ ῎Αγγελοι ὑμνοῦσιν.

῾Υγιείαν παρέχει* ὁ Σωτήρας καὶ Κτίστης λι­ταῖς σου, ἔνδοξε,* Θεόφρων ̉Ιωάννη,* τοὺς πίστει προσκυ­νοῦντας* τὴν  εἰκόνα  σου  ᾄδοντας˙* Σὺ  τῶν  πιστῶν χαρμονὴ* καὶ δόξα τῶν  ̉Αγγέλων.

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε* ̉Ορθοδόξων τὸ καύχημα καὶ προ­πύργιον* μὴ μὲ ἐγκαταλείπεις* εἰς χείρας τῶν δαι­μόνων,* ἵνα πόθω κραυγάζω σοι˙* Χαῖρε, ὦ Μῆτερ Θεοῦ,* πιστῶν χαρὰ καὶ κλέος.

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...

Τὸν Βασιλέα* σὺ καθικέτευε πάντες* σοῦ δεόμε­θα, μάκαρ ̉Ιωάννη,* ὅπως καταπαύσῃ* τὴν τοῦ πυ­ρὸς μανίαν.

Τὴν ἀνεργία* ταῖς σαῖς λιταῖς,  ̉Αρχιθύτα,* ὁ Δε­σπότης τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς πα­ρέ­χει* ταχέως ἐργασίαν. 

Τὴν νεολαίαν* ἐξ ἐθισμῶν καὶ τῆς πλάνης* διαφύ­λαττε πάντες αἰτοῦμεν* καὶ ὁδήγησέ την* εἰς  τὰς αὐλὰς τοῦ Κτίστου.

Θεοτοκίον.

Σέ, Θεοτόκε,* καθικετεύομεν πάντες* ̉Ορθοδό­ξους φύλαττε λιταῖς σου* ἐξ ἰῶν ποικίλων*  καὶ πάσης ἄλλης νόσου.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον.

Λιταῖς σου ἐξαιτοῦμεν* πάντες, ̉Αρχιθύτα,*  ̉Ιω­άννη Μαξίμοβιτς ἔνδοξε,* ὅπως ῥυσθῶ­μεν ἱκέται* ἐκ πάσης θλίψεως.

̉Εργάτας τοῦ Κυρίου* μὴ ἐγκαταλείπεις* ἀλλὰ πα­ράσχου ὑγείαν καὶ σύνεσιν,* ἵνα Χριστόν,  ̉Αρχιθύτα,* πάντες δοξάζωμεν.

Τὸ πῦρ τὸ κατακαίον* δάση καὶ οἰκίας,* σὺ  ̉Αρχι­θύ­τα, λιταῖς σου κατάσβεσον* καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπά­ντων* τάχος εὐμένισον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε Παρθένε,* φύλαττε ἐκ πλάνης καὶ ἐκ παντοίων κινδύνων ἱκέτας Σου* καὶ τὸν Υἱ­ὸν Σου δυσώπει,* θερμῶς δεόμεθα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιωτέ­ραν τῶν Χερου­βεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λόγον τεκοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Τοὺς πόθῳ  προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκαταλεί­πεις εἰς τὰς χείρας τοῦ πτερνιστοῦ,* ἀλλὰ σὺ πα­ράσχου*  ἀκλόνητον  ὑγείαν,*  ἀγάπην,  ̉Ιωάννη,*    ὡς καὶ μετάνοιαν.

῾Ρωσίας ἐδείχθης ἄστρον λαμπρν* καὶ τῶν ἐν ἀ­νάγκαις* ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός,* τῶν δὲ ἀσθε­νοῦντων* ἀνάργυρος θεράπων,* ̉Ιωάννη μά­καρ,* καὶ κατάφύγιον. 

Μὴ ἐγκαταλείπεις πάντας ἡμᾶς*  ̉Ιωάννη δόξα  ̉Ο­ρθοδόξων Χριστιανῶν* ἀλλὰ σὺ λιταῖς σου* πα­ράσχου σοῦ ἱκέτας* χριστιανὰ τὰ τέλη καὶ ἀνεπαί­σχυντα.

Χαίροις, τῆς ῾Ρωσίας γόνος λαμπρὸς* καὶ τῶν  ̉Ορ­θοδόξων ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός.* Χαίροις, τῶν ἐν θλίψει καὶ ἐν στενοχωρίᾳ* ἀκοίμητος προ­στάτης καὶ καταφύγιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου* Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν,* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, Δόξα Πατρὶ..., Πάτερ ἡμῶν... καὶ ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν...

Εἶτα τὸ πολυτκιον  χος αʹ. Τς ρήμου.

Τῆς ῾Ρωσίας τὸν γόνον καὶ Σαγκάης τὸν πρόε­δρον,* Σὰν Φρανσίσκου τὸ κλέος καὶ πιστῶν κα­ταφύγιον,* ̉Ιωάννην Μαξίμοβιτς, τιμήσωμεν πι­στοὶ* τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος ἀθλητὴν* τὸν παρέχο­ντα ἰά­σεις παντοδαπᾶς* τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζου­σι˙* Δόξα τῷ  σὲ  δοξάσαντι  Χριστῷ.* Δόξα  τῷ  σὲ  στεφανώσα­ντι.* Δόξα τῷ σὲ δωρήσαντι ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ ἡ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Δέχου παρακλήσεις μοναστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δεήσεις,* ̉Αρχιθύτα Χριστοῦ,* ἄλλον γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν πρεσβευτήν,* οἱ πα­θῶν ἐ­μπιμπλάμενοι* ἀόκνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμε­θα καὶ ἱκετεύομεν˙* ῞Αγιε ̉Ιωάννη, σπεῦσον,* καὶ ῥῦ­σαι ἱ­κέτας σου τάχος* ἐκ πάσης περιστάσεως καὶ θλί­ψεως.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δ ι̉  εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν,* Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,* ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉ Αμήν.



[1].  Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…,  Καὶ νῦν…

ΓΕΡΩΝ ΑΙΜΙΛΙΑΝΌΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΌΛΟΥΣ.

Νέα έκδοση.



Μετά το Βιβλίο Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός, σας παρουσιάζω το νέο μου βιβλίο υπο τον τίτλο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ - ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ ΠΟΥ ΑΓΓΙΞΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ. Ενα βιβλίο που μας οδηγεί απο τα Φάρασα της Καππαδοκίας έως το Άγιον Όρος. Στο βιβλίο θα βρείτε  τον αναλυτικό βίο του Αγίου Παϊσίου, την Διδασκαλία  του, την Ιερά  Παράκληση  του. Ενα βιβλίο 430 σελίδων που μας οδηγεί να μαθητεύσουμε δίπλα στον Όσιο Παϊσιο. Θα δούμε τους πειρασμούς  που είχε , τα πάθη του και πως τα αντιμετώπισε, τους λογισμούς που πάλευε  και πως κατάφερε τελικά να φτάσει να ενωθεί  με τον Τριαδικό Θεό. Για παραγγελίες στείλτε email mavrikakismatheos@hotmail.com  με τα στοιχεία σας την διεύθυνση σας και το τηλέφωνό σας.

Η τιμή  του είναι στα 16.50

«Χιλιάδες χρόνια περνούν και εκατομμύρια συντετριμμένες ψυχές τρέχουν σε Αυτήν, προσευχόμενες για βοήθεια. Και όλοι γνωρίζουμε ότι δεν αφήνει τις προσευχές μας αναπάντητες.»Άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Παρακλητικός Κανών εις τήν Υπεραγίαν Θεοτόκον την Μεσίτριαν Ποίημα του κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.

 




Παναγία ἡ Μεσίτρια

(2  ̉ Ιουλίου)

 

Παναγία ἡ Μεσίτρια

Στίς 2 Ιουλίου ἡ ἁγία μας Εκκλησία ἐορτάζει τήν Κατάθεση τῆς Τιμίας ̉Εσθῆτος (τοῦ Μαφορίου) τῆς ̒Υπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἡμέρα αὐτή ἐορτάζει καί πανηγυρίζει καί νεοιδρυθείσα ῾Ι. Μ. Παναγία ἡ Μεσίτρια – ῞Αγιος Νικόλαος, Αὔρας Τρικάλων, Γυναικεῖο Μετόχι τῆς ῾Ι. Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων.

Σ

   Στή συνείδηση τῶν  ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν ἡ Παναγία ἔχει καθιερωθεῖ ὡς μεσίτρια πού ἑνώνει τή γῆ μέ τόν οὐρανό, τόν αἰσθητό κόσμο μέ τή νοητή ὠραιότητα.

   Στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας καθημερινά πολυάριθμοι πιστοί γονυκλινεῖς καταθέτουν τά αἰτήματά τους ψάλλοντας τά: «Καί Σέ μεσίτρια ἔχω πρός τόν φιλάνθρωπο Θεὀ...» ἤ «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ...» καί μέ πίστι περιμένουν τήν ἐκπλήρωσή τους.

   ̒Η Παναγία ἡ Μεσίτρια, πάντα δίνει στόν καθένα πού καταφεύγει στή Χάρι Της καί ζητάει τή βοήθειά της, αὐτό πού εἶναι γιά τό ψυχικό του συμφέρον.

   Τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Μεσίτριας, ὑπάρχει στό καθολικό τῆς ῾Ι. Μ. ῾Αγίων Πάντων (Βαρλαάμ) ῾Αγίων Μετεώρων καί εἶναι ἔργο τοῦ διάσημου Θηβαίου ἁγιογράφου Φράγκου Κατελάνου.

 

 

 

 

 

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν ῾Υπεραγίαν Θεοτόκον τὴν Μεσίτριαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.

 

Ελογήσαντος το Ιερέως ἀναγιγνώσκε­ται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος), Κύριε εἰ- σάκουσον…, μεθ̉  τ Θες Κύριος (τετράκις) κα τ ξής:

 

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

̉Εν τῇ Μονῇ τοῦ Βαρλαάμ πάντες προσέλθωμεν* καὶ τῇ εἰκόνι τῆς Μεσιτρίας, προσπέσω­μεν* ἐν μετανοίᾳ κράζο­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς,* Πάναγνε, θερά­πευσον* τοὺς νοσοῦντας ἱκέτας,* σπεῦσον καὶ βοή­θησον* τοὺς θερμῶς ἐκζητοῦντας* τὴν προστασίαν Σου, Μῆτερ Θεοῦ,* Σὺ γὰρ ὑπάρχεις πιστῶν καταφύγιον.

 

Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν γονυκλινῶς ἅπαντες* καί ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.* Κόρη ἔνδοξε,* τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.

 

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τς δὲ διεφύλαξεν ἔως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αε* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

 

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος[1].

 

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας...

Τὰ πάθη ἐκύκλωσαν τὴν ψυχὴν* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου καὶ ἀχρείου, Μῆτερ Θεοῦ,* διὸ σοι προστρέχω ὡς ἱκέτης* καὶ ταπεινῶς ἐξαιτῶ σὴν βοήθεια.

 

̉ Εκ νόσων ποικίλων καὶ συμφορῶν* προφύλαττε τάχως τοὺς ἱκέτας Σου, Μαριάμ,* δεόμεθα πίστει οἱ ἀχρείοι* γονυκλινῶς, Θεοτόκε Μεσίτρια.

 

Προστρέχομεν πάντες ἐν Βαρλαάμ,* Μεσίτρια, μῆτερ τοῦ Δεσπότου καὶ Λυτωτοῦ* καὶ   παρὰ  σοῦ  πίστει  ἐκζητοῦμεν* τὴν  τοῦ Υἱοῦ Σου εἰρήνην Πανάχραντε.

 

῾Ημέραν καὶ νύκτα, ὦ Θαυμαστή,* Δεσπότου ἡ Μήτηρ,* ἱκετεύω σὲ ταπεινῶς* δυσώπει Υἱὸν Σου, Θεοτόκε,* ἵνα ῥυσθῶμεν ἐκ  νόσων  καὶ  θλίψε­ων.

 

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατά­σβε­σον,* ἀ­γρούς, δάση καὶ τὰς οἰκίας* σὺ διαφύλαττε,* ἵνα ὑμνοῦμεν σε,* Θεοχαρίτωτε Κόρη,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγ­μα* καὶ καταφύγιον.

 

 ̉Εκ τροχαίου, Παρθένε,* σὺ διαφύλαττε* πά­ντας τοὺς προστρέχοντας πό­θῳ* πρὸ τῆς εἰ­κό­νος Σου* καὶ ἐξαιτοῦ­ντας, ῾Α­γνή,* τὴν σὴν βοή­θειαν πί­στει,* ἣν παράσχου, Δέσποινα,* πάντων Μεσίτρια.

 

Ταῖς λιταῖς σου, Παρθένε,* ὁ Ποιητὴς τάχυον* εἰρηνεύει πάντα τὰ ἔθνη,* Κόρη Μεσίτρια* καὶ τὴν ἀγάπην ἀεὶ* καὶ τὴν ὁμόνοιαν πᾶσι* τοῖς ἀν­θρώποις δίδωσι,* ὁ Πολυέσπλαχνος.

 

῎Ω Πανάχραντε κόρη,* Χριστιανῶν καύχημα* καὶ τῶν ̉Ορθοδόξων τὸ κλέος,* σὺ μὲ προστάτευσον* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ ἐχθροῦ* καὶ ἐκ δολίων ἀνθρώπων* καὶ παθῶν, Μεσίτρια,* ψυχῆς ἁπάλλαξον.

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσ­α τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

 

 ̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θε­οτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

 

Δέησις ὑπό τοῦ ῾Ιερέως καὶ εἶτα τὸ: Κάθισμα Ἦχος βʹ. Τὰ ἄνω ζητῶν...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* κα τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δείχθης, σεμνή,* καὶ κό­σμου καταφύγιον,* ἐ­κτε­νῶς βοῶμεν σοί,* Θεοτόκε Μεσίτρια, πρό­φθα­σον* καὶ ἐκ κιν­­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* Μονῆς Βαρλαάμ κλέος καὶ καύχημα.

 

ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα Κύριε...

Σὲ ἐλπίδα καὶ ἄγκυρα* ὡς καὶ ἰατρὸν ἀνάργυρον ἔχομεν,* διὸ πίστει κατα­φεύγομεν* τῇ εἰκόνι σου, πάντων Μεσίτρια.

 

Τὴν Μονὴν Σου ἀνάδειξον* τῆς  ̉Ορθοδοξίας τεῖ­χος ἀπόρθητον* κα τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσκουμέ­νους* μετὰ Σου οἰκίσαι καταξίω­σον.

 

 ̉Ορθοδόξους προστάτευσον* ἐκ ποικίλων νόσων καὶ περιστάσεων* καὶ βοήθει, Θεοδόξαστε, * εἰσὶ τὰ τέλη ἡμῶν ἀνώδυνα.

 

Τοὺς οἰκέτας Σου φύλαττε,* ἐκ τῆς πλάνης Θεοτόκε Μεσίτρια,* καὶ ταπείνωσιν παράσχου σύ* ἡμῖν τοὺς ἐν τῇ Μονῇ Σου προστρέχοντας. 

 

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς...

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ χαρὰν* τοῖς οἴκοις πάντων ἡμῶν* παράσχου, Μεσίτρια.

 

Σκέπασον ἡμᾶς* τοὺς ἱκέτας σου, Μεσίτρια,* καὶ διαφύλαττε ἀεί, Μαριάμ,* ἐκ  πάσης  βλάβης* καὶ στενώσεως δεόμεθα.

 

῎Αχραντε, θερμῶς* Σε ἱκετεύομεν ἅπαντες* ἐκ τῶν παγίδων ἀρχεκάκου ἐχθροῦ* τοὺς  ἱκέτας Σου* ἀπαύστως, Σεμνή, προστάτευσον.

 

Δώρησον θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* πνεῦ­μα συνέσεως καὶ φόβον Θε­οῦ,* ἵνα ὑμνῶ σὲ ἀ­παύ­στως, Μεσίτρια Δέ­σποινα.

 

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Μεσίτρια, Χριστιανῶν ἡ προστάτις* σοὶ προ­σέρ­χομαι ἐν πόθω καὶ πίστει* καὶ ἐκζητῶ σὴν βο­ήθειαν, Μῆτερ,* ἵνα ρυσθῶ ἐκ τῶν θλίψεων τάχυον,* ἐκ νόσων τε καὶ πειρασμῶν* καὶ ποι­κίλων παγίδων τοῦ ὄφεως.

 

Τὰ τέκνα τῶν  ̉Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, Παρθένε,* καὶ σαῖς πρεσβείαις, Μεσίτρια μῆτερ,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.

 

Μεσίτρια,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλλοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

 

῾Ηλίου τοῦ νοητοῦ, Μεσίτρια,* ἀνε­δεί­χθης Σύ τροφὸς καὶ μητέρα,* ῝Ον καθικέ­τευε, κόρη, ἀ­παύ­στως* καὶ  ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐξευμένισον* δεόμεθά Σου γονυκλινῶς,* ἵνα λάβωμεν χάριν καὶ ἔλεος.

 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Μεσίτρια, σοῦ ἱκέτας,* ὅτι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύγομεν* ὡς ἔχουσ­α τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀ­νερ­μη­νεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμε­ρῶν τε­κοῦσα  δυσώ­πησον,* ὡς  ἔ­χουσα  μητρικὴν παῤῥησίαν.

 

Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος* καὶ μεσῖτις πρὸς Θεὸν, Παρθένε, ταχύτατος,* μὴ πα­ρί­δῃς ἁμαρτω­λῶν ἱκέτιδας φωνᾶς,* ἀλλὰ πρόφθα­σον, ὦ Μα­ριάμ,* εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν τῶν θερμῶς δεομένων σοι.* Λῦσον σὺ τὰς στειρώσεις* καὶ τέκνα πιστοῖς παρά­σχου,* Μο­νῆς Βαρλαὰμ ἡ φρουρὸς* καὶ πιστῶν δόξα καὶ καύχημα.

 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον. Ἦχος δ’.

Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πά­σῃ γε­νεᾷ καὶ γενεᾷ. (δίς)

 

Στίχος: ῎Ακουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου,...

 

Τοῦ ὀνόματός σου μνη­σθήσομαι ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γε­νεᾷ.

 

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι...

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Ἐκ τοῦ  κατὰ Λουκᾶν  ἁγίου... 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

 ̉Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μα­ριὰμ ἐπο­ρεύ­θη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πό­λιν Ἰ­ούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπά­σατο τήν Ἐλισάβετ˙ καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισά­βετ τὸν ἀ­σπασμὸν τῆς Μα­ρίας, ἐ­σκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐ­τῆς, καὶ ἐπλήσθη Πνεύμα­τος ῾Αγίου ἡ Ἐλισά­βετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγά­λῃ, καὶ εἶ­πεν˙ Εὐλογημέ­νη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλο­γημένος ὁ καρ­πὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μή­τηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με; ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένε­το ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπα­σμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐ­σκίρτη­σεν ἐν ἀ­γαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου, καὶ μα­καρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλη­μένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαρι­άμ˙ Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύρι­ον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν τα­πείνω­σιν τῆς δούλης αὐ-τοῦ˙ ἰ­δοὺ γάρ, ἀ­πὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶ­σαι αἱ γενε­αί, ὅτι ἐ­ποίησέ μοι με­γα­λεῖα ὁ δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐ­τοῦ. Ἔμει­νε δὲ Μα­ριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ  μῆνας  τρεῖς, καὶ  ὑ­πέστρεψεν  εἰς  τὸν οἶκον αὐτῆς.

 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε δόξα σοι.

 

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ… Ἦχος β´.

Τ αῖς τῆς Μεσιτρίας, πρεσβείαις Ἐλε­ῆμον, ἐξάλει­ψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν  ἐγκλημάτων.

 

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Τ αῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆ­μον, ἐξά­λει­ψων τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

 

Στίχος: ̉Ελέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέ­γα ἔλεός σου καὶ  κατὰ  τὸ  πλῆθος  τῶν  οἰκτιρμῶν σου ἑξά­λειψον τὸ ἀνόμη­μά μου.

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι…

Μὴ ἐγκαταλείπης μέ,* Μονῆς Βαρλαὰμ ἡ προστάτις* καὶ πιστῶν τὸ στήριγ­μα,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου˙* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέ­ρειν οὐ δύνα­μαι ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα˙* σκέ­πην οὐ κέκτη­μαι,* οὐδὲ ποὺ προσφύγω, Μεσίτρια,* πά­ντοθεν πολεμού­μενος* καὶ παραμυ­θίαν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦσον, Θεοτόκε,* ἀνάργυρε ἁπάντων ἰατρέ* τῶν δεομένων σοί, εὔ­ση­με,* καὶ εὐχὰς ἐκπλή­ρωσον.

 

Ὁ Ἱερεύς: Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου …

Ὁ Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις).

Ὁ Ἱερεύς: Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς…

 

Καὶ αἱ λοιπαὶ δαὶ τοῦ Κανόνος

 

δὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας…

Θελιτὴν τοῦ ἐλέους* ὃν ἐγέννησας, Μῆτερ ἁγνή, ἱκέτευε,* ὅπως ἡμῖν παράσχῃ* ἀκλόνητον ὑγείαν˙* ἵνα πίστει βοῶμεν σοι˙* Χαῖρε, Μονῆς  Βαρλαάμ,* ἡ δόξα, Θεοτόκε.

 

 ̉Ατεκνία συζύγων* θεραπεύεις ταχέως, Κόρη Μεσίτρια,* διὸ καὶ οἱ πο­θοῦντες* υἱοὺς καὶ θυγα­τέ­ρας* γονυκλινῶς Σοῦ δέονται*  τέκνα  παράσχου  ἡμῖν,*  Πανάχραντε Μαρία.

 

 ̉Εκ παντίων κινδύνων* σὺ προστάτευσον τάχος,  ̉Α­ειμακάριστε* καὶ πᾶσι τοῖς αἰτοῦσι* μετάνοι­αν παράσχου,* ἵνα πίστει κραυγάζωμεν˙* Χαῖρε Παρθένε ῾Αγνή,* βροτῶν χαρὰ καὶ κλέος.

 

 ̉Εργατῶν τοῦ Κυρίου* ἀνεδείχθης προστάτις καὶ φύλαξ, ῎Αχραντε,* καὶ τούτοις σὺ παρέχεις* ὑ­γείαν καὶ σοφίαν,* ἵνα  πᾶσι  κηρύττουσι* τὰ  με­γαλεία  Χριστοῦ,* Μεσίτρια Παρθένε.

 

ᾨδὴ ηʹ. Τόν Βασιλέα...

Τὴν νεολαία* σὲ ἱκετεύομεν πάντες* μὴ παρίδῃς, Μεσίτρια κόρη,* ἀλλὰ σὺ παράσχου* μετάνοιαν καὶ πίστιν.

 

Τὴν ἀκηδίαν* ἐκ τῶν πιστῶν ἀπελαύνει* ὁ Υἱὸς Σου, Μεσίτρια μῆτερ,* διὸ ἐξαιτοῦμεν πρεσβεῖες Σου ἀπαύστως.

 

Τοὺς ἀσθενοῦντας* καὶ ἐν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* ὄντας τάχος παράσχου ὑγείαν,* ἵνα σε ὑμνοῦμεν, Μεσίτρια Παρθένε.

 

Σέ, Θεομήτωρ,* τῶν ̉Ορθοδόξων χορείαι* σὺν τοῖς  ̉Αγγέλοις πόθῳ ὑμνοῦσι* καὶ δοξολογοῦσι,* Μεσίτρια, ἀ­παύ­στως.

 

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Μεσίτρια Παρθένε* Μοναχῶν τὸ κλέος* σὺ καταφεύγω ὁ τάλας  καὶ  ἄθλιος* καὶ  ἐκζητῶ προστασίαν* ἣν σὺ παράσχου μοι.

 

 ̉Απάνεμος λιμένας γέγονας, Παρθένε,* τῶν ἐκζητοῦντων ἐν πίστει τῇ σκέπῃ Σου* καὶ  ̉Ορθοδόξων ἐδείχθης* τὸ καταφύγιον.

 

Εἰρήνην σὺ παράσχου* οἴκοις ἱκετῶν σου* σοῦ δεόμεθα πάντες, Μεσίτρια,* καὶ ἐξαιτοῦμεν ἀπαύστως τὴν μεσιτείαν Σου.

 

 ̉Αξίωσον ἱκέτην,* Δέσποινα τοῦ κό­σμου,* ἀκα­τα­κρίτως λαβεῖν τὴν Μετά­ληψιν* τῶν μυστη­ρίων τῶν Θείων,* ἵνα γεραὶρω σε.

 

Καὶ εὐ­θὺς τά Μεγαλυνάρια

­῎Αξιόν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς,* μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­οτό­κον,* τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ παναμώμη­τον* καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.* Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ,* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,* τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως* Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄντως, Θεοτό­κον,* σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.

 

῎Εφορος, προστάτις καὶ βοηθὸς* καὶ Βαρλαὰμ τὸ κλέος* ἀνεδείχθης σύ, Μα­ριάμ,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* προσέρχο­νται ἐκεῖσε* καὶ  πό­θῳ  ἀνυμνοῦσι* Σὲ τὴν Μεσίτρια.

 

Πάντων τῶν νοσοῦντων ἡ ἰατρὸς* καὶ τῶν ἐν ἀ­νάγκαις ἡ προστάτις καὶ βοη­θός˙* χηρῶν τε καὶ  πενήτων*  ἀνύστακτος  τροφέας* καὶ  Βαρλαάμ ἡ δό­ξα,* σὺ εἶ, Μεσίτρια.

 

 ̉Εκτενῶς ἱκέτευε τὸν Θεὸν* ὑπὲρ τῆς Ἑλ­λά­δος* εἰ­ρηναίαν αὐτὴν τηρεῖν* καὶ λυτροῦσθαι πά­ντων* δεινῶν τε καὶ κινδύ­νων,* τοῦ Βαρλαὰμ τὸ κλέος,* Μα­ρία ἔνδοξε.

 

 ̉Ατεκνίαν λύεις, Μῆτερ, ταχύ,* Μεσίτρια κόρη,* διὸ πάντες γονυκλι­νῶς,* πρὸ τῆς σοῦ εἰκόνος* προσέρχονται αἰτοῦντες,* ὅπως αὐτοῖς παρά­σχῃς* τέκνα, σὺ Θεοδόξαστε.

 

Δέσποινα καὶ Μῆτερ τοῦ ̉Ιησοῦ* πά­ντων πα­ρα­κλή­σεις* σὺ προσάγαγε σῷ Υἱῷ* καὶ ἐκ τῶν κιν­δύνων* διάσωσον σὴν μάνδραν* τὴν ἐν Μετεώροις * οὖσα, Μεσίτρια.

 

Μονήν Σου, Μεσίτρια Μαριάμ,* φύλαττε ἀπαύστως* ἐκ παντίων ἐπιβουλῶν* καὶ ταῖς ἀσκουμέναις ἐν ταύτῃ Θεοτόκε,* ἀγάπην καὶ εἰρήνην παράσχου Δέσποινα.

 

Μάνδραν τὴν τιμῶσα σε, Μαριάμ,* σὺν τῷ Νεκταρίῳ* καὶ Θεοφάνῃ τῷ θαυμαστῷ* φυλάττετε πάντες* δεόμεθα ἀπαύστως* ἐκ τῆς διχογνωμίας* καὶ πλάνης πάντιμοι.

 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρό­δρομε Κυ­ρίου,*  ̉Αποστόλων ἡ δωδε­κάς,* οἱ ἅγιοι Πάντες* μετὰ τῆς Θεοτό­κου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν* εἰς τὸ σωθῆ­ναι ἡμᾶς.

 

Εἶτα τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν..., ῞Οτι σοῦ… καὶ τ ̉̉̉Απολυτίκιον.

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Μῆτερ ῎Ασπιλε, Βαρλαὰμ κλέος,* καὶ ἀκοίμητε φρουρὲ ἁπάντων* σοὶ προσπίπτομεν γονυκλινῶς ἅπαντες* καί ἐξαιτοῦμεν θερμῶς σὴν ἀντίληψιν* ἥν σύ ταχέως παρέχεις Μεσίτρια.* Κόρη ἔνδοξε,* τὸν Σὸν Υἱὸν ἐξευμένισον* καὶ αἴτει πταισμάτων ἡμῶν τὴν ἄφεσιν.

 

Δέησις,  ̉Απόλυσις καὶ ἐνῶ οἱ πιστοὶ ἀσπάζονται τὰς εἰκόνας ὁ Χορὸς ψάλλει τὰ κάτωθι:

 

Ἦχος β’. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δέχου ἱκεσίας τῶν πιστῶν,* δέχου  ̉Ορθοδό­ξων δεήσεις,* ὦ Θεοτόκε ἁγνή,* ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν* πρὸς τὸν Θεὸν ἀ­ρωγόν,* οἱ πα­θῶν ἐμπιμπλάμενοι* ἀό­κνως, φωσφόρε,* σὲ ἐπικαλούμεθα καὶ ἱ­κετεύομεν˙* Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ ῾Υψί­στου* ῥῦσαι  τοὺς  σοι  προστρέχοντας πίστει* ἐκ πά­σης περιστάσεως, Μεσίτρια.

 

Ἦχος πλ. δ΄.

Δέσποινα προσδεξαι,* τὰς δεήσεις τῶν δού­λων σου,* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς,* ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

 

Ἦχος β΄.

Τὴν πάσαν ἐλπίδα μου,* εἰς σὲ ἀνατίθη­μι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέ­πην σου.

 

Ὁ Ἱερεύς: Δί ̉̉ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέη­σον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

 

̉ Αμήν.



[1].Εἰς τούς δύο πρώτους ὕμνους ἑκάστης ᾠδῆς λέγο-μεν: ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, εἰς δὲ τούς δύο τελευ­ταίους: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…