Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Φτάνει μονάχα το ψωμί; (α). Γράμματα του Αρχ. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ


Φτάνει μονάχα το ψωμί; (α)
Αδελφέ μου,
Ή πρώτη βασική μας φροντίδα, ή πιο θεμελιακή μας ανάγκη στη ζωή είναι το ψωμί. «Άρτος στηρίζει καρδίαν ανθρώπου», Όπως λέει και ο ιερός Ψαλμωδός (Ψαλμ. 103,1 5). Το ψωμί του (και μ' αυτό εννοώ ό,τι αναγκαίο για τη συντήρηση περιλαμβάνει ή λέξη) ζητάει το παιδί άπ' τους γονείς του.

Το ψωμί του παιδιού και το δικό τους αγωνίζονται να εξοικονομήσουν οι γονείς. Πρώτα το ψωμί προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε όλοι μας και μετά όλα τα άλλα.
Όμως όσο βασική είναι ή ανάγκη του ψωμιού, άλλο τόσο σκληρή είναι ή εξασφάλιση του. Δύσκολος ο αγώνας γι' αυτό.

Ποτάμι ο ίδρωτας, πού χύνεται γι' αυτό. Απροσμέτρητος ο μόχθος, πού κατατίθεται γι' αυτό. Δυσπερίγραπτες οι προσπάθειες, πού καταβάλλονται γι' αυτό. Με ανεκτίμητο χρόνο και φροντίδα πληρώνουμε την απόκτηση του. Και είναι
αδύνατη και μόνον ή απαρίθμηση των τρόπων και ή αχνή, έστω, διαζωγράφηση των μορφών απασχόλησης στον αγώνα για το ψωμί. Κλείνω για μια στιγμή τα μάτια μου. Και σε βλέπω, αδελφέ μου, γνωστέ μαζί κι άγνωστε, μα όχι λιγότερο γι' αυτό αγαπημένε, να παίρνεις χίλιες - δυο μορφές, αντρικές ή γυναικείες.
Σε βλέπω στο πρόσωπο του γεωργού, που παλεύει μέρα - νύχτα με τη γη, σε εύφορα μέρη., σε -περιοχές όλο βράχια, σε βαλτώδεις εκτάσεις, σε ξέφωτα του δάσους, για να την κάνεις γόνιμη, καρπερή, αποδοτική.

Την ποτίζεις με τον τίμιο ίδρωτα του προσώπου σου, τη θερμαίνεις με την ανάσα σου, την αγκαλιάζεις με το βλέμμα σου, τη φροντίζεις στοργικά άπ' τα βαθιά χαράματα ως την ώρα, πού προβάλλουν τα πρώτα αστέρια για να σου δώσει το ψωμί, που Όμως, παρόλα αυτά, το τρως διάβρεχτο με τα πικρά δάκρυα της απογοήτευσης και του παράπονου, γιατί οι άλλοι όχι μόνο δεν καταλαβαίνουν το μόχθο σου, μα και σου τον αρπάζουν άπ' τα χέρια, όταν πια γίνει ώριμος καρπός.

Σε βλέπω στο πρόσωπο του εργάτη ή της εργάτριας, που σε περιβάλλοντα ανθυγιεινά, στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις, στα βάθη της γης, στα έγκατα ενός μηχανοστασίου, στις σκόνες και στον κουρνιαχτό, στα δηλητήρια και τα αναρίθμητα μοντέρνα υλικά, στις οικοδομές και στα γιαπιά, σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, σε υπερβολικά υψηλή ή χαμηλή θερμοκρασία, στη γη ή στη θάλασσα, στους αιθέρες ή κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, κινούμενο ανάμεσα σε χίλιους δυο κινδύνους ή βιδωμένο σε μια θέση και κάνοντας ορισμένες μονότονες κινήσεις, πού σε σκοτώνουν ή πάνε να σε αποβλακώσουν, επί χρόνια ολόκληρα σε γνωστές ή άγνωστες για τους πολλούς δουλειές.

Κι όλα αυτό για να βγάλεις ένα κομμάτι ψωμί, δακρύβρεχτο και αυτό από την αγνωμοσύνη και αχαριστία αυτών, πού θα έπρεπε να σου φιλούν το χέρι για τη συμβολή σου στο να δουλεύει ή μηχανή της κοινωνίας, για να βγει το ψωμί όλων μας.

Σε βλέπω στο πρόσωπο του υγειονομικού προσωπικού, ιδιαίτερα των γιατρών και των νοσοκόμων, πού παλεύουν αδιάκοπα εναντίον των πιο φοβερών και αηδιαστικών ασθενειών, των υπαλλήλων σε διάφορες δουλειές, πού, κλεισμένοι μέσα σε γραφεία λογής - λογής, δίνουν χρόνια όμορφα ζωής και υγεία για να παραμορφωθούν τελικά και να γίνουν τσαλακωμένα υπολείμματα κάποιου ωραίου παρελθόντος. Και τούτο για να εξασφαλίσεις το ψωμί. Μα κι αυτό όχι σπάνια το τρως με προσφάγι την απογοήτευση, τη σκληρή διάψευση των ονείρων σου, την αποκαρδιωτική διαπίστωση πώς συχνά όσοι πουλούν ότι πολύτιμο και Ιερό, την ίδια την ανθρωπιά τους, έχουν εύκολο το δρόμο για άνοδο και αναγνώριση, για προαγωγές και πληθωρικές υλικές απολαβές.
Σε βλέπω στο πρόσωπο κάθε ελεύθερου επαγγελματία, πού έχοντας να κάνει με συναγωνισμούς, αθέμιτους ή όχι, πρέπει να αναδιπλώνει όλες του τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, αν θέλει να επιβιώσει τελικά και να βγάλει το ψωμί των δικών του και το δικό του.
Σε βλέπω ..., αλλά «επιλήψει με ο χρόνος διηγούμενον», αδελφέ μου, αναφέροντας μια - μια όλες τις γενικές, έστω, μορφές απασχόλησης γι' αυτό το «έρμο», γι' αυτό το «μαύρο» το ψωμί, πού πασχίζεις να βγάλεις.

Στον αγώνα αυτό για το ψωμί τι κίνηση και μετακίνηση, αλήθεια! Κάποιοι αγωνίζονται για το ψωμί στον τόπο τους, στη γη των πατέρων τους, παλεύοντας όπως κι εκείνοι, φυτεμένοι, λες, σ' αυτόν. Άλλοι φεύγουν πάρα πέρα, γιατί ίσως είναι πολύ στενά τα όρια του χωρίου ή της πόλης τους για επιβίωση. Είναι το φαινόμενο, πού το λέμε «εσωτερική μετανάστευση».
Αναρίθμητα, απαρατήρητα ίσως από τους πολλούς, ρεύματα ανθρώπων κινούνται από βοριά σε νότο και από νότο σε βοριά, από ανατολή σε δύση και από δύση σε ανατολή, μα ιδιαίτερα από τα μικρά μέρη στα μεγάλα, από τα χωριά στις πόλεις κι άπ' αυτές στις μεγαλοπόλεις και ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα ή συμπρωτεύουσα. Ή πρώτη πάει να γίνει ή μισή Ελλάδα και ή δεύτερη ή μισή βόρεια Ελλάδα.
Έφηβοι, νέοι άντρες και γυναίκες, μεστοί και ώριμοι άνθρωποι, βρίσκονται Σε αδιάκοπη αναζήτηση του ψωμιού στους πιο απίθανους τόπους και με τους πιο αφάνταστους τρόπους. Αφήνουν τη φύση, οπού γεννήθηκαν, για να στοιβαχτούν σε τσιμεντένια κλουβιά ή βρώμικα και απεριποίητα «σλάμς», φτωχογειτονιές εκτός σχεδίου, για να τυλίγονται καθημερινά όλο και πιο ασφυχτικά Σε μιαν ατμόσφαιρα ύπερκορεσμένη από καυσαέρια και λογής λογής μπόχες και βρωμιές, Σε ένα περιβάλλον πέρα για πέρα μολυσμένο ακουστικά, ηθικά, πνευματικά, από χιλίων λογιών ήχους και απόηχους, από χίλιων λογιών ιδέες και ήθη φθαρμένα και ξεφτισμένα, πού όλα αυτά, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, σπάνε τα νεύρα, μεταμορφώνουν τον άνθρωπο σε κάτι αλλιώτικο, δυστυχώς όχι θετικά. Γιατί; Για το ψωμάκι.
Κάποιοι άλλοι πάλι τραβούν το δρόμο της κατάπικρης ξενιτιάς και του τελικού (;) ξεριζωμού από πηγή τους. Με Βαριά την καρδιά, με μάτια δακρυσμένα, με τον πόνο του μαύρου χωρισμού μοναδικό τους σύντροφο, παίρνουν το μπογαλάκι τους και ρίχνονται στην περιπέτεια του άγνωστου, Ξεριζώνονται για να μεταφυτευτούν σε μια κοινωνία εντελώς άγνωστη γι' αυτούς.
Ξένος ο τόπος.
Ξένη ή γλώσσα.
Ξένες οι συνήθειες των ανθρώπων εκεί.
Αλλιώτικη ή νοοτροπία τους. Διαφορετικός ο ρυθμός της ζωής τους. Τίποτε, πού να θυμίζει χωριό ή πολιτεία της πατρίδας. Μεστωμένοι άνθρωποι πια βρίσκονται σε θέση μειονεκτικότερη κι από νήπια, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι τους λένε στα ξένα. Κι ούτε μπορούν ν' αποκριθούν, έστω κι αν με τη μιμική κάτι αντιληφθούν. Και τα μεν νήπια δεν καταλαβαίνουν πώς δεν καταλαβαίνουν. Όμως οι ξενιτεμένοι καταλαβαίνουν πώς δεν καταλαβαίνουν. Κι αυτό τους θίγει το φιλότιμο και τους επαύξανε: το μαρτύριο.
Ζει ο ξένος βουβός κι αμίλητος, κάτω από μία συνεχή καταπίεση, ώσπου βέβαια κάποτε θα αρχίσει κι αυτός κάτι να λέει στην ξενική τη γλώσσα, μα ποτέ του όμως δε θα χωρέσει ο λόγος του στα στενά και όχι στα μέτρα του κομμένα αχνάρια του ξενικού γλωσσικού του οπλισμού. Για αυτό και δε θα μιλάει την ξένη γλώσσα σωστά, θα του μένει για πάντα ξένη, θα μένει για πάντα ο ξένος ανάμεσα στους ξένους.
Έτσι ή αλλιώς όμως, με μόχθο, με ίδρωτα, με αίμα, με χρόνια ζωής και υγείας για βαρύτιμο αντίτιμο βγαίνει το ψωμί, το λίγο ή το πολύ.
Δεν είναι έτσι, αδελφέ μου;
Βγάζοντας κανένας όμως το ψωμί του, έχοντας δηλαδή βρει μια θέση κάτω από τον ήλιο και αντιμετωπίζοντας στενόχωρα ή κάπως πιο άνετα τα άμεσα Βιοτικά του προβλήματα, νομίζει πώς τώρα πια ή πορεία του θα είναι πιο όμορφη.
Το όνειρο του πεινασμένου είναι ένα κομμάτι ψωμί.
Το όνειρο του διψασμένου είναι ένα ποτήρι δροσερό νερό. Το όνειρο του κουρασμένου από βαριά δουλειά, βαθύς ύπνος πού ξεκουράζει. Αν λοιπόν ικανοποιηθούν αυτές οι βασικές ανάγκες, τότε ποια άλλα προβλήματα μπορούν να υπάρξουν; Αλήθεια, ποια άλλα προβλήματα;
Σε χαιρετώ
Με πολλή και θερμή αγάπη ο αδελφός σου Έλλάδιος

Δεν υπάρχουν σχόλια: