Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

ΠΩΣ ΕΖΗΣΑ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ (Τα τρία δώρα του Θεού).

Π.Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΥ

«Έπεσκέψατο ημάς εξ ύψους ό Σωτήρ ημών...». Αυτό το τροπάρι της Εκκλησίας δεν θα το ξεχάσω ποτέ, όσον ζω καν βλέπω με τα μάτια μου τον κόσμο αυτόν, μου είπε ένας καλός μου φίλος, παλιός δημοσιογράφος, πού έζησε ό ίδιος μια συγκλονιστική εμπειρία, ένα θαύμα αληθινό και μου το διηγήθηκε μια μέρα, πού μιλούσαμε για θαύματα, εξ αφορμής της εκδόσεως του βιβλίου μου «Τί είναι το Θαύμα». Και πριν αρχίσει την αφήγηση του, είπε ολόκληρο το τροπάρι:

-«Έπεσκέψατο ημάς εξ ύψους ό Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών, και οι εν σκότει και σκιά, εύρομεν την αλήθειαν και γάρ έκ της Παρθένου ετέχθη ό Κύριος». Είναι το «Έξαποστειλάριον» των Χριστουγέννων, πρόσθεσε, και αυτό έχει σφραγίσει την ζωή μου ολόκληρη και για πάντα. Το έψαλε κλαίγοντας ή μητέρα μου, όταν ξαναβρήκα το φως μου, γιατί είχα τυφλωθεί και από τα δύο μου τα μάτια και κινδύνευσα να πεθάνω. Το τί πέρασα δεν λέγεται.

Τον ρώτησα εάν μπορώ να πω την ιστορία του δημοσίως και αν μπορώ να χρησιμοποιήσω το μαγνητόφωνο μου, για να έχω με ακρίβεια τα λεγόμενα του. Μου απάντησε καταφατικά, αλλά έθεσε και όρους, όπως:

-Δεν θέλω να αναφέρεις το όνομα μου, για να μη νομίσει κανείς ότι κάνω τον αγιον. Δεύτερον θέλω να τονίσεις ότι ό Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, όπως λέγει και ό Απόστολος Πέτρος στις «Πράξεις των Αποστόλων» (Κεφ. Γ 34), αλλά μας αγαπά όλους και κάνει τα πάντα για να μάς σώσει. Και τρίτον, να γράψεις ότι ό Θεός μας συναντά όλους καθημερινώς, αλλά εκείνη ή αίσθηση της ψυχής μας έχει έκφυλισθή και έχει ναρκωθεί από την σαρκολατρεία και την εγωιστική λογική του κόσμου τούτου, δεν καταλαβαίνουμε και δεν αισθανόμαστε την παρουσία του Θεού στην ζωή μας. Γι' αυτό και αναφέρει στην «Αποκάλυψη» του ό Ευαγγελιστής Ιωάννης εκείνον τον τρομερόν και μοναδικόν λόγον του Χριστού: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω εάν τις μου άκούση της φωνής μου και άνοιξη την θύραν, και εισελεύσομαι πρός αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού» (Άποκ. Γ' 20). Αυτόν τον στίχον τον θυμάμαι καθημερινά, γιατί ό Χριστός χτυπά συνεχώς την πόρτα της ζωής μας.

Φαίνεται ότι είδε κάποια έκπληξη στα μάτια μου και μου είπε.

-Σε βλέπω, πού απορείς και σκέφτεσαι πώς είναι δυνατόν ένας δημοσιογράφος να μιλά σαν θεολόγος. Εγώ, φίλε μου, τα θεία δεν τα έμαθα, αλλά τα έπαθα, καθώς λένε και οι πνευματικοί. Διότι ύστερα από αυτά πού έζησα, διάβασα πολλά θεολογικά και κυρίως αγιοπατερικά κείμενα. Οι δημοσιογράφοι ασχολούνται αδιάκοπα με τα γήινα και τα προσωρινά και όχι με τα αιώνια. Εάν περνούσες αυτά πού πέρασα εγώ, θα μιλούσες κι εσύ σαν και μένα. Πίστεψε με, όταν ζήσης το θαύμα έστω και μια φορά, τότε ποτέ δεν το ξεχνάς και κανονίζεις την πορεία σου απέναντι στον Θεό, ό όποιος μάς επισκέπτεται όλους «ως μανικός εραστής», όπως διάβασα σε κάποιο αγιοπατερικά κείμενο.

-Τότε θα σου πω κι εγώ μια σχετική περίπτωση, συνέχισα την συζήτηση, με τα λόγια ενός μακαριστού Γέροντα Ασκητού, με τον όποιον κουβέντιασα τότε, πού έγραφα το βιβλίο «Τί είναι το θαύμα». Μου είχε πει λοιπόν, ότι «Με το θαύμα φανερώνεται ό Θεός σε όσους δεν μπορούν να τον πλησιάσουν με άλλον τρόπον. Γιατί ό Θεός φανερώνεται συνεχώς σε όλους μας, μόνον, πού ή ματαιοφροσύνη και ή φιλοκοσμία γεμίζει την ψυχή μας με τα πράγματα του κόσμου τούτου, πού μάς απασχολούν μέρα και νύχτα και δεν μάς αφήνουν να δούμε και να αισθανθούμε την παρουσία του Θεού. Εκείνος βρίσκεται παντού και εποπτεύει τα σύμπαντα μέχρις εσχάτης λεπτομέρειας.

-Έχετε δίκιο, πάτερ μου, του είπα. Είμαστε τυφλοί και αδιάφοροι για τα θέματα της Πίστεως και μάς ενδιαφέρουν συνεχώς τα γήινα και τα μάταια. Δεν βλέπουμε ότι ό κόσμος όλος είναι γεμάτος θαύματα...

• -Πρόσεξε τί θα σου πω για τα δώρα του Θεού, πού είναι αμέτρητα, συνέχισε ό Γέροντας, πού τον έλεγαν Εύλόγιον. Και θυμάμαι τα τρία θαύματα, πού τα παίρνουν όλοι, όσοι γεννιούνται σε αυτόν τον κόσμο. Θέλεις να τ' ακούσης;

. -Είμαι όλος αυτιά, του απάντησα. -Άκου, λοιπόν, τί μου έλεγε ό Γέροντας μου π. Δαμασκηνός, την ευχή του να έχουμε. Κάθε φορά, πού γεννιέται ένα παιδί σ' αυτόν τον κόσμο, οι συγγενείς του κάνουν ένα δώρο στο νεογέννητο παιδί. Έτσι και ό Τριαδικός Θεός μας, πού είναι ό αληθινός Δημιουργός κάθε άνθρωπου, μόλις γεννιέται ένα παιδί του κάνει ένα δώρο. Κι επειδή τα δώρα του Θεού λέγονται θαύματα, γιατί είναι θαυμαστά και τέλεια, κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, κάνει ένα δώρο σε κάθε νέο παιδί, πού θα το έχει ως κληρονομιά και περιουσία του στην ζωή αυτή. Αργά ή γρήγορα θα τα ζήση αυτά τα τρία θαύματα, είτε το ξέρει είτε δεν το ξέρει. Είναι τρία δώρα του Τριαδικού Θεού μας. Άλλοτε μπορεί να σωθεί από μεγάλο κίνδυνο, άλλοτε από παγίδα του διαβόλου και άλλοτε σε άλλες περιστάσεις. Και τότε λένε οι άνθρωποι για κάποιον, πού γλίτωσε από μεγάλο κίνδυνο, ότι «Αυτός ό άνθρωπος είχε Άγιο και σώθηκε». Ό Άγιος αυτός είναι μόνον ό Θεός, ό όποιος ποτέ δεν ξεχνά τα πλάσματα, πού δημιουργεί. Ευτυχώς για όλους μας, διότι αν μάς ξεχνούσε, σίγουρα θα είχαμε χαθεί.

-Συμφωνώ απολύτως, είπε ό φίλος μου ό δημοσιογράφος. Και θέλω να προσθέσω, ότι άλλο είναι να διηγείσαι ένα θαύμα και άλλο να το ζήσης εσύ ό ίδιος και να αισθανθείς, να νοιώσεις ότι ό Θεός με την Χάρη του ακουμπά πάνω στην ύπαρξη σου.

-Είμαι έτοιμος να σε ακούσω, του είπα, πώς έζησες εσύ το θαύμα.

-Ήμουν εφτά χρονών και θυμάμαι ότι τον Σεπτέμβριο πού πλησίαζε, θα με γράφανε στο Δημοτικό Σχολείο, για να μάθω γράμματα. Ξαφνικά όμως μολύνθηκαν και τα δύο μου μάτια και γέμισαν σπυριά. Σε λίγες μέρες όλα τα έβλεπα θαμπά και ύστερα έχασα τελείως την όραση μου και δεν έβλεπα τίποτε. Ένα μαύρο πέπλο είχε καλύψει τα πάντα και οι γονείς μου τρομαγμένοι με πήγανε στους καλύτερους γιατρούς. Εκείνοι με εξέτασαν δύο - τρεις μέρες, καλά - καλά και στο τέλος είπαν ότι ή αρρώστια αυτή είναι αθεράπευτη και πολύ επικίνδυνη. Γιατί ή μόλυνση αυτή μπορούσε να προχωρούσε στον εγκέφαλο, με άμεσο κίνδυνο τον θάνατο μου. Πρότειναν μάλιστα να βγάλουν και τούς δύο βολβούς των ματιών μου για να σταματήσουν την μόλυνση. -Και οι γονείς σου τί έκαναν; ρώτησα. -Λίγο έλειψε να σκοτωθούν, συνέχισε ό φίλος μου. Ό πατέρας μου συμφωνούσε με τούς γιατρούς και έλεγε «καλύτερα ζωντανό το παιδί και τυφλό, παρά να το χάσουμε». Ή μητέρα μου όμως, πού ήταν πολύ πιστή Μικρασιάτισσα, έγινε θηρίο. «Το παιδί δεν θα το αγγίξει κανείς, είπε στον πατέρα μου. Αλλιώς το παίρνω και φεύγω τούτη την ώρα». Έτσι κι έγινε. Με πήρε από το χέρι αποφασιστικά και ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα, γιατί το σπίτι ήταν δίπατο και εκεί βρισκόταν το εικονοστάσι του σπιτιού. Κλείδωσε την πόρτα και με έβαλε να κάνω συνεχώς μετάνοιες, να σταυρώνω το σώμα μου με τρία δάχτυλα και να λέω κάθε φορά «Χριστέ μου, βοήθησε με και ξαναδός μου το φως μου». Εκείνη ξέσπασε αμέσως σε δυνατά, σπαραχτικά κλάματα και έκανε μετάνοιες και φώναζε: «Χριστέ μου, σώσε το παιδί μου! Χριστέ μου, βοήθησε με! Χριστέ μου, μη με αφήσεις αβοήθητη αυτήν την ώρα! Χριστέ μου, κάνε το θαύμα σου! Σώσε το παιδί μου κι εγώ θα το ντύσω παπαδάκι σαράντα μέρες και θα το νηστέψω! Χριστέ μου, σώσε μας».

Ό φίλος μου συγκινήθηκε, καθώς ξαναθυμόταν τις στιγμές εκείνες. Σταμάτησε για λίγο, για να συγκράτηση το βούρκωμά του. Υστέρα συνέχισε:

-Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή ή δέηση, μάλλον ό σπαραγμός μητέρας και παιδιού, και ήταν ή πρώτη φορά, πού έβλεπα την μητέρα μου τόσο αναστατωμένη, να δείχνει την φλογερή της πίστη και συγκλονίστηκα ολόκληρος. Μετά, με πήρε και πήγαμε σε ένα μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, πού βρισκόταν κοντά στο σπίτι μας. Αρχίσαμε πάλι να προσευχόμαστε στην θαυματουργή Αγία Παρασκευή, πού έχει την Χάρη να θεραπεύει τούς ανθρώπους, πού έχουν προβλήματα με την όραση τους.

-Αγία μου Παρασκευή, έλεγε ή μητέρα μου, σε παρακαλώ, κάνε το θαύμα σου κι εγώ θα ντύσω παπαδάκι το παιδί σαράντα μέρες και θα το νηστέψω στην Χάρη του Κυρίου και την δική σου βοήθεια! Αγία μου Παρασκευή, κάνε το θαύμα σου και σε μένα την αμαρτωλή! Σώσε το παιδί μου! Αγία μου Παρασκευή, κάνε το θαύμα σου!

Υστέρα πήρε λαδάκι από το καντήλι της Αγίας και άλειψε τα μάτια μου. Ξαναγυρίσαμε στο σπίτι και ή μητέρα μου άρχισε να κάνη τις δουλειές της ψάλλοντας την «Παράκληση» της Παναγίας, πού την ήξερε ολόκληρη από στήθους, καθώς λέμε. Την ιδία «Παράκληση» το είχε συνήθειο να την ψέλνει με πολύ αίσθημα και τις άλλες μέρες, όταν έκανε τις δουλειές της κι εγώ, πού την άκουγα έμαθα πολλά τροπάρια της και έτσι τα θυμάμαι ως τα σήμερα. Ιδίως το «Πάντων προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστη τη κραταιά σου χειρί», επίσης το «Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα ασθενεί μου και ή ψυχή». Έμενα την ήμερα εκείνη με έβαλε να καθίσω μπροστά στο παράθυρο και μου είπε να προσεύχομαι σιωπηλά λέγοντας την «ευχή», πού έχει μόνον πέντε λέξεις: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησαν με». Και μου εξήγησε ότι έτσι θα ξαναβρώ το φώς μου. Εγώ, πού είχα τυφλωθεί τελείως και κινδύνευα και να πεθάνω, δεν έβλεπα τίποτε, παρά μόνον ένα βαθύ σκοτάδι μπροστά στα μάτια μου και αν δεν με κρατούσαν από το χέρι δεν μπορούσα να κινηθώ και να περπατήσω.

Αυτό κράτησε μια - δύο εβδομάδες. Με έπαιρνε πρωί και απόγευμα ή μητέρα μου από το χέρι και πηγαίναμε στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, όπου κάναμε προσευχή και μετάνοιες και μου άλειφε και τα δύο μου μάτια με λάδι από το κανδήλι της Αγίας, πού ήταν συνεχώς αναμμένο. Όταν πέρασαν οι πρώτες δύο εβδομάδες από τότε πού πρωτοπήγαμε στο εκκλησάκι, άρχισε ή κατάσταση μου να βελτιώνεται. Το μαύρο σκοτάδι, πού έβλεπα γινόταν τώρα πιο ανοιχτό, λες και περνούσαν φωτεινές ακτίνες μέσα στο σκοτάδι πού σκέπαζε τα μάτια μου. Την άλλη μέρα το είπα στην μητέρα μου:

-Από χθες δεν βλέπω μόνο σκοτάδι. Βλέπω μια θολούρα, κάτι σαν γκρίζα κουρτίνα. Θα με βοηθήσει ό Χριστός να ξαναβλέπω πάλι κανονικά;

-Ναι, γιόκα μου! Θα σε βοηθήσει ό Χριστός και ή Αγία Παρασκευή! Μη φοβάσαι! Θα γίνεις τελείως καλά,

τελείως καλά!

Με αγκάλιασε και με φίλησε πολλές φορές. Υστέρα πήγε στο πάνω πάτωμα στο εικονοστάσι μας και άρχισε να προσεύχεται και να κάνη μετάνοιες. Εγώ καθισμένος μπροστά στο παράθυρο έλεγα μέσα μου την «ευχή», πού την είχα συνηθίσει και μου άρεσε. Συνεχίσαμε να πηγαίνουμε πρωί και απόγευμα στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής για προσευχή και για το άλειμμα των ματιών μου με το λάδι της κανδήλας, ώσπου σε ένα μήνα περίπου άρχισα να βλέπω μέσα από την θολή όραση μου να κινούνται σαν σκιές οι άνθρωποι και με πολλή προσοχή, ακουμπώντας στους τοίχους, πήγα στην μητέρα μου και της είπα χαρούμενα:

-Μαμά, μαμά! Αρχίζω και βλέπω θαμπά! Εκείνη άνοιξε τα χέρια της και με αγκάλιασε κλαίγοντας.

-Χριστέ μου! Χριστέ μου σ' ευχαριστώ χίλιες φορές! Χριστέ μου, Χριστέ μου!

-Μαμά, σε βλέπω θαμπά, όπως το δέντρο της αυλής

μας!

-Ναι, χρυσό μου, θα ξαναδείς γρήγορα, πολύ γρήγορα! Ήρθε ό Χριστός, γιόκα μου ήρθε ό Χριστός και σε μάς τούς αμαρτωλούς! Ήρθε ό Χριστός!

-Αχ, καλέ μαμά, θέλω να δώ τον Χριστό! Θέλω να το δώ! Πρέπει να μάς αγαπά κι εμάς πολύ, για να έρθει στο σπίτι μας! Θέλω να τον δώ!

-Ναι, γιόκα μου, θα τον δεις μια μέρα, αφού κι εσύ τον αγαπάς!

Με έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της και από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα, πού έπεφταν πάνω στο πρόσωπο μου λες και ήθελαν να ξεπλύνουν την τύφλωση μου...

-Πάμε στο εκκλησάκι να ευχαριστήσουμε μαζί τον Χριστό και την Αγία Παρασκευή, πού μάς βοήθησαν!

Πήγαμε πάλι στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής και προσευχηθήκαμε και μου άλειψε πάλι τα μάτια μου με λαδάκι του καντηλιού της και την ευχαριστήσαμε κλαίγοντας και οι δύο μας:

-Σε ευχαριστούμε Αγία μου Παρασκευή για το θαύμα σου! Το παιδί μου θα σε τιμά σε όλη την ζωή του! Θα σε νηστεύει κάθε Παρασκευή από σεβασμό στο όνομα σου και δεν θα ξεχάσει ποτέ την βοήθεια σου αυτή!

Φύγαμε χαρούμενοι και οι δύο μας και την άλλη μέρα, πού ήταν Παρασκευή, άνοιξα τα μάτια μου και κατάπληκτος έβλεπα τελείως καθαρά. "Έτρεξα κλαίγοντας στην μητέρα μου στην κουζίνα, την αγκάλιασα και φώναξα δυνατά:

-Βλέπω, βλέπω, βλέπω, βλέπω καθαρά, μανούλα μου! Βλέπω!!!

Και τότε αρχίσαμε να κλαίμε από χαρά και οι δύο μας και ή μητέρα μου σήκωσε τα μάτια της ψηλά και άρχισε να ψέλνει με πόνο και χαρά μαζί:

-«Έπεσκέψατο ημάς εξ ύψους ό Σωτήρ ημών, ανατολή ανατολών, και οι εν σκότει και σκιά, εύρομεν την αλήθειαν και γάρ εκ της Παρθένου έτέχθη ό Κύριος»!

Πρώτη μου φορά την άκουσα να ψέλνει τόσον όμορφα ή μητέρα μου και μου εντυπώθηκε μέσα μου το «Έξαποστειλάριον» αυτό των Χριστουγέννων, και συγκινούμαι αληθινά κάθε φορά, πού το ακούω και το ψάλλω μέσα μου. Υστέρα ή μητέρα μου γύρισε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:

-Γιέ μου, πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Χριστό, πού σταυρώθηκε για μάς ήμερα Παρασκευή και την Αγία Παρασκευή, πού μάς βοήθησε τόσο πολύ. Γι' αυτό να μου υποσχεθείς ότι σε όλη σου την ζωή, όσο υπάρχεις σε αυτόν το κόσμο, θα νηστεύεις ακόμα και το λάδι κάθε Παρασκευή, από ευγνωμοσύνη στον Χριστό και την Αγία Παρασκευή. Μου το υπόσχεσαι;

-Το υπόσχομαι, είπα με όλη μου την σοβαρότητα. Το υπόσχομαι!

Από τότε και μέχρι σήμερα τήρησα και τηρώ αυτήν την νηστεία και θυμάμαι το έλεος του Θεού και βλέπω ακόμα καθαρά και ξαναβρήκα το φώς μου θαυματουργικά και όχι με την βοήθεια της επιστήμης, πού πολλά λέγει και λίγα κάνει. Γιατί είναι λίγα αυτά, πού μπορεί να κάνη. Δεν χρειάζεται να σου πω τί χαρές γίνανε στο σπίτι μας, λες και ήμουνα νεκρός και αναστήθηκα. Σάμπως και δεν ήμουνα σαν νεκρός; Την άλλη μέρα ή μητέρα μου αγόρασε μαύρο ύφασμα και έραψε μόνη της ένα ράσο στα μέτρα μου και μού το φόρεσε σταυρώνοντας με στο κεφάλι. Μου είπε:

-Αυτό θα το φοράς νύχτα και μέρα, για σαράντα ήμερες και θα νηστέψεις και το λάδι, γιατί το έχουμε κάνει τάμα. Κατάλαβες; Το τάμα πρέπει να το τηρούμε πάντοτε. Κατάλαβες;

-Κατάλαβα, είναι το τάμα, πού κάναμε, απάντησα.

Έτσι και έγινε τις πρώτες είκοσι μέρες. Γιατί είχα έναν αδελφό, τρία χρόνια μεγαλύτερο από μένα, πού ήταν πολύ ζωηρός και όλο με πείραζε. Ερχόταν και μου έλεγε να φάω τυριά και άλλα και να μη νηστεύω. Εγώ πεινούσα με την νηστεία και ήθελα να φάω, αλλά σεβόμουνα και την υπόσχεση για το τάμα και έκανα υπομονή. Μια μέρα όμως, και ενώ είχανε περάσει οι πρώτες είκοσι μέρες, ό αδελφός μου αγόρασε δύο πάστες από το ζαχαροπλαστείο, ήρθε μπροστά μου και έτρωγε την πρώτη πάστα προκλητικά και μου έλεγε:

-Την άλλη πάστα την πήρα για σένα. Φάε και μη δίνης σημασία στις νηστείες και τα τάματα. Μην είσαι βλάκας. Φάε να δεις τί γλυκές, πού είναι οι πάστες αυτές. Έλα, τρελλοπαπαδάκι, πάρε την πάστα σου και δοκίμασε να δεις!

Δεν ξέρω εκείνη την στιγμή ό πειρασμός με παρέσυρε και ή νηστεία τόσων ήμερων και πήρα την πάστα και την δάγκωσα. Δεν πρόλαβα όμως να την μασήσω, γιατί με είδε ή μητέρα μου και φώναξε αυστηρά:

-Φτύσε το αμέσως! Τί κάνεις, παιδί μου, καταργείς το τάμα; Κοίτα τί μεγάλο δώρο σου έκανε ό Θεός κι εσύ δεν τηρείς το τάμα; Ντροπή σου! Όσο για σένα, είπε στον αδελφό μου, θα σε κανονίσω αργότερα.

Έφτυσα την μπουκιά, πού είχα στο στόμα μου και από τότε σιχάθηκα όλες τις πάστες μέχρι σήμερα. Γιατί στενοχωρήθηκα πολύ γι' αυτό πού έγινε και αθέτησα την υπόσχεση μου για το τάμα. Και ή μητέρα μου συνέχισε αυστηρά:

-Το τάμα, να το ξέρης, είναι ιερό πράγμα. Είναι ό λόγος μας προς τον Θεό και ποτέ δεν τον αθετούμε τον λόγο μας αυτόν. Γι' αυτό θα ξαναρχίσουμε το τάμα από την αρχή. Σαράντα μέρες είπαμε, σαράντα και θα νηστέψουμε.

Έτσι νήστεψα και φορούσα το ρασάκι μου άλλες σαράντα μέρες, γιατί έπρεπε να μάθω να μην υποχωρώ στους πειρασμούς της αμαρτίας και να μη αθετώ τον λόγο μου προς τον Θεό. Από τότε τηρώ την ανάλαδη νηστεία της Παρασκευής και θυμάμαι το μάθημα του πειρασμού, πού όλους μάς πολεμά με πολλούς τρόπους. Βλέπω καλά και δοξάζω τον Θεό και τιμώ την Αγία Παρασκευή, πού με βοήθησαν να γλιτώσω από την οριστική τύφλωση και ίσως τον θάνατο. Και θυμάμαι πάντα την συγχωρεμένη την μητέρα μου, ή οποία πολλά με δίδαξε και συχνά μου έλεγε για τούς πειρασμούς:

-Ότι είναι γλυκό στην αρχή, γίνεται πικρό στο τέλος, και ότι είναι πικρό στην αρχή γίνεται γλυκό στο τέλος.

Είχα πολύ καλή και προπαντός πιστή μητέρα. Ό Θεός να την ανάπαυση «εν σκηναίς ζώντων». Εκείνη με βοήθησε πολύ με τα λόγια και τα έργα της και προπαντός να ξανακερδίσω την όραση μου και να συναντήσω τον Θεό με αυτό το ολοζώντανο θαύμα, πού σάς το διηγήθηκα με πάσαν ακρίβεια. Και μολονότι δεν είμαι αναμάρτητος, δεν έπαψα ποτέ να πιστεύω και να προσεύχομαι... Και πριν κλείσω την αφήγηση μου αυτή, θέλω να πω ότι το καλύτερο κείμενο πού έγραψα στην πολύχρονη θητεία μου στις εφημερίδες και τα περιοδικά, είναι αυτό, πού το αφιέρωσα σε όλες τις μητέρες και το τιτλοφόρησα «Ό μισός άνθρωπος είναι ή μητέρα μας»...

Είπε και άλλα πολλά ό καλός μου φίλος, αλλά δεν είναι της ώρας αυτής να τα αναφέρουμε. Ίσως μίαν άλλη φορά. Θα τελειώσω την αφήγηση μου, με μια δική του φράση, πού την είπε αφηγούμενος τα βιώματα του, ζώντας το αληθινό αυτό θαύμα:

-Εγώ, πού τυφλώθηκα πραγματικά και έζησα μέσα στο σκοτάδι, έμαθα και ξέρω ότι ό Θεός είναι φώς, το άγιον φώς, πού φωτίζει «πάντα άνθρωπον έρχόμενον εις τον κόσμον...». Το λέγει το Ευαγγέλιο, αλλά το έζησα και εγώ ό ίδιος....

(Από το υπό έκδοση νέον βιβλίου του Π.Μ. Σωτήρχου «Συνάντησα τον Θεό», εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»).

Δεν υπάρχουν σχόλια: