TO ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ ΜΠΕΗ
Τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωίας τουρκιστί, δηλαδὴ περὶ τὴν τρίτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον, σπάνιοί τινες διαβάται, οἱ τελευταῖοι ἀπομείναντες εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τὴν λειτουργίαν τῆς πρώτης Ἀναστάσεως, ἐπέστρεφαν σπεύδοντες εἰς τὰς οἰκὶας των. Μετ’ ὀλίγον οὔτε ἕν βῆμα ἀντήχει εἰς τὸν δρόμον, σιγὴ δὲ νεκρικὴ ἐβασίλευε καθ’ ὅλην τὴν τουρκικὴν συνοικίαν. ῎Εξαφνα ἡ θύρα τῆς αὐλῆς μεγάλης τινὸς οἰκίας ἠνοίχθη χωρὶς κρότον καὶ ἐφάνη προκύψασα κεφαλὴ ἀνθρώπου.
-᾽Ελᾶτε, δὲν εἶναι κανείς, ἠκούσθη χαμηλὴ φωνή.
Ψιθυρισμὸς ἐλαφρὸς ἠκολούθησε, καὶ τρία σώματα, σκιαὶ μάλλον, ἡ μία μεγάλη, αἱ ἄλλαι μικρότεραι, ἐξῆλθον εἰς τὸν δρόμον.
– Πᾶμε γρὴγορα, ἐψιθύρισεν ὁ ὑψηλὸς ἀνήρ· πᾶμε γρήγορα. Ἀργήσαμε πολύ, καὶ θὰ μᾶς περιμένῃ… Βάλε καλύτερα τὸ γιασμάκι σου, ᾽Ελιφὲτ- Ρεσσίτ, δῶσε μου τὸ χέρι σου !
Ἀλλὰ ματαίως˙ ἡ γραῖα ὕψωσεν ὀλίγου τὸ φῶς, καὶ ἐφώτισεν αὐτοὺς περισσότερον διὰ τῶν ἀκτίνων του καὶ τῶν βλεμμάτων της. ῾Ο δρόμος ἦτο στενός. Τὰ πλατιὰ ἐνδύματα τῆς ᾽Ελιφέτ, μετατοπίζοντα τὸν ἀέρα, παρ’ ὀλίγον εἰς τὸ σκότος νὰ σβήσουν τὴν φλόγα τῆς λαμπάδος.
– Πολλὰ τὰ ἔτη σας, Μεχμὲτ μπέη, εἶπεν ἡ γραῖα χαιρετίζουσα.
– Καλημέρα, κερά˙ ἀπήντησεν ἐκεῖνος· καὶ τοῦ χρόνου. Καὶ ἐπροχώρησε μετὰ τῆς συνοδείας του.
Ἡ γραῖα στραφεῖσα τότε τοὺς παρηκολούθησεν ἐπ’ ὀλίγον διὰ τοῦ βλέμματος, ὅταν δὲ τοὺς ἔχασεν εἰς τὸ σκότος εἶπε μέσα της:
– Τέτοια ὥρα ὁ Μεχμὲτ μπέης μὲ μιὰ χανοὺμ καὶ τὸ γυιὸ του… Ποῦ νὰ πηγαίνουνε ; Χριστέ μου, μέρα πού’ ναι, δὲ ρίχνεις μιὰ φωτιὰ νὰ τόν κάψῃς, νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιανοί;
Εἰς σκότος ἦτο βυθισμένος καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Πρὸ μικροῦ χιλιάδες κηρίων κατεφώτιζον αὐτόν˙ πρὸ μικροῦ πλήθη εὐσεβῶν συνωθοῦντο καὶ εἰς τὰς αὐλάς του ἀκόμη, πρὸ μικροῦ χαρμόσυνοι ψαλμῳδίαι ἀντήχουν ὑπὸ τοὺς θόλους του καὶ τὸ «Χριστὸς Ἁνέστη» ἀπὸ στόματος εἰς στόμα μετεδίδετο ὡς ὁ γλυκύτατος τῶν ἀσπασμῶν.
Τώρα ἀπέμεινε μόνον τὸ ἀνάμικτον ἄρωμα τῶν λιβανωτῶν καὶ τῶν κηρίων, γεμίζον τὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ πρὸ τῆς ἐπαργύρου εἰκόνος τῆς Παναγίας κανδήλα, αὐτὴ μόνον διατηροῦσα τὸ ἀμυδρόν φῶς της, καὶ σιγή, σιγὴ πανταχοῦ…
Δύο κτύποι ἀκούονται αἴφνης εἰς τὴν ἐσωτερικὴν θύραν, ἑξ ἑνὸς παρ’ αὐτὴν στασιδίου ἐγείρεταί τις καθήμενος, ἀναμένων, καὶ σπεύδει μὲ βῆμα ἀσταθές, ὑποτρέμων, ν’ ἀνοίξῃ. Ἦτο ὁ ἱερεύς. Εἰσέρχεται εἷς, κλίνει τὸ σῶμα καὶ ἀσπάζεται τὴν δεξιάν του. Εἰσέρχεται ἄλλος, εἰσέρχεται τρίτος καὶ ἐπαναλαμβάνουν τὰ αὐτά.
– ῎Ελα, παιδί μου, ἐδῶ νὰ μὲ βοηθήσῃς. Καὶ παραδίδει εἰς τὰς τρεμούσας ἐκ συγκινήσεως χεῖρας τοῦ σπεύσαντος δεκαετοῦς μικροῦ παιδίου μικρὰν λαμπάδα, ἀφοῦ ἤναψεν αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου φωτός, ποὺ φυλάσσεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου.
῎Επειτα, μετά τινας στιγμάς, φορέσας τὸ χρυσοπράσινον αὐτοῦ πετραχήλιον καὶ λαβὼν διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ λιθοκόλλητον δισκοπότηρον τῆς Ἁγίας Κοινωνίας ἐπλησίασε πρὸς τὴν Ὡραίαν Πύλην ψιθυρίζων εὐχάς τινας μὲ χαμηλὴν φωνήν.
Πρὸ αὐτῆς ἐστέκετο ὁ λαμπαδοφόρος παῖς μὲ συμπαθῆ ὡραίαν ὅψιν, ὠχρός, συγκινημένος, μὴ τολμῶν νὰ ὑψώσῃ πρὸς τὸν ἱερέα τὰ ὄμματα.
– Πλησιάσατε, εἶπεν ὁ ἱερεὺς πρὸς τοὺς ἄλλους δύο.
Ἐν πρώτοις ἐπλησίασε γυνή, τριάντα ἕως τριανταπέντε ἐτῶν. Τὸ φῶς τῆς λαμπάδος ἔπιπτεν ὅλον ἐπὶ τῆς μορφῆς της, τῆς ὁποίας ἡ ἄπταιστος κανονικότης καὶ ἡ ἐρασμία αὐστηρότης παρουσίαζον τέλειον τύπον βυζαντινῆς ἁγιογραφίας. Ἦτο ἐπίσης ὠχρὰ καὶ βαθέως συγκινημένη.
Ἐχρειάσθη νὰ τὴν στηρίξῃ διὰ τῆς χειρὸς ὁ πλησίον ἱστάμενος, διὰ νὰ μὴ πέσῃ, ἀναβαίνουσα τὰς βαθμίδας, ποὺ τὴν ἐχώριζον ἀπὸ τοῦ ἱερέως. Οἱ μεγάλοι μαῦροι ὀφθαλμοί της ἦσαν δακρυσμένοι.
– «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία, εἰς τὸ ὀνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ταῦτα ἀπήγγειλε βραδέως καὶ μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπισημότητος ὁ ἱερεύς, πλησιάζων πρὸς τὸ στόμα της τὴν θείαν μετάληψιν.
Δύο μεγάλα δάκρυα ἐφάνησαν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἐκυλίσθησαν εἰς τὰς παρειὰς τῆς μεταλαβούσης.
– Μνήσθητί μου, Κύριε, εἶπεν μετὰ συντριβῆς, κάμνουσα τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ὀπισθοχωροῦσα.
῎Επειτα, εἰς ἐν νεῦμα τοῦ ἱερέως, ἔλαβε τὴν λαμπάδα ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ παιδός, διὰ νὰ πλησιάσῃ καὶ οὖτος.
– «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Νικόλαος, ἐπανέλαβει ὁ ἱερεύς, περιβάλλων τὸν παῖδα διὰ φιλοστόργου βλέμματος.
Ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ ἀνδρός. Ἀνέβη καὶ οὔτος μὲ θάρρος τὴν ἀνωτέραν πρὸς τὸ ἱερὸν βαθμίδα καὶ ἐπλησίασεν. Αἱ ἀκτῖνες τῆς λαμπάδος τρέμουν, διότι τρέμει καὶ ἡ χεὶρ τῆς κρατούσης αὐτὴν Μαρίας. Πρὸ τοῦ «σώματος καὶ τοῦ αἵματος» ἡ αὐστηρὰ καὶ ἐπιβλητικὴ ὅψις του καθίσταται ἥμερος καὶ συμπαθής, ὡς μορφὴ μάρτυρος, τὸ δὲ κινούμενον φῶς δίδει ἀνέκφραστόν τινα γλυκύτητα εἰς τοὺς συγκινημένους χαρακτῆρας τοῦ προσώπου του, εἰς τοὺς ἀκτινοβολοῦντας ἐκ χαρᾶς ὀφθαλμούς του.
Ὅταν μετά τινα λεπτὰ αἱ τρεῖς σκιαί, διασχίζουσαι τὸ ἐπικρατοῦν ἔτι σκότος εἰς τὰς στενωποὺς τοῦ Ἡρακλείου, ἐπέστρεφαν βιαστικαὶ εἰς τὴν οἰκίαν των, γραῖά τις δὲν ἔτυχεν εἰς τὸν δρόμον, διὰ νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ κηρίου τῆς Ἀναστάσεως. Ἂν εὑρίσκετο καὶ ἔβλεπε τὸν Μεχμὲτ μπέην, τὴν σύζυγόν του ᾽Ελιφὲτ καὶ τὸν υἱόν του Ρεσσίτ, θὰ τοὺς κατηρᾶτο καὶ αὕτη «νὰ ρίξῃ μιὰ φωτιὰ καὶ νὰ τοὺς κάψῃ ὁ Χριστὸς ἡμέρα πού’ ναι, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἕνα κακὸ σκύλο οἱ Χριστιανοί».
Ματαίως θὰ κτυπήσετε τώρα τὴν θύραν τοῦ μεγάλου κονακίου. Κανεὶς δὲν θὰ σᾶς ἀνοίξῃ. Αἱ σκλάβαι καὶ οἱ ὑπηρέται ὅλοι ἐστάλησαν ἀπὸ χθές εἰς τὸ μακρὰν τῆς πόλεως κείμενον μετόχι τοῦ Μεχμὲτ – μπέη, ὅπου θὰ ἐπήγαιναν τὴν ἐπαύριον καὶ οἱ κύριοί των. ῎Εμειναν οὗτοι μόνοι εἰς τὸ κονάκι, ἀλλὰ ματαίως θὰ κρούσετε.
Καὶ οἱ ἀκούοντες προσθέτουν μετὰ συντριβῆς:
– Κύριε, ἐλέησον…
Ἰωάννης Δαμβέργης
Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα, Β’ Γυμνασίου 1957
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου