Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Είθε να σας αξίωση ό Κύριος, να γίνετε κληρονόμοι της Βασιλείας Του. Στάρετς Βαρσανούφιος..


ΟΜΙΛΙΑ Β (1908). Στάρετς Βαρσανούφιος.

Αρον κύκλω τούς οφθαλμούς σου, Σιών, καί ίδε·

ιδού γάρ ηκασί, σοι εκ βορρά

και εώας και θαλάσσης τα τέκνα σου».

1. Να τώρα, θα λέγαμε, από διάφορα μέρη αναζητώντας τον Χριστό μας ήρθατε εδώ σεις, παιδιά μου.

Να σας αμείψει γι' αυτό ό Κύριος. Και να στείλει στις καρδιές σας την ειρήνη και την εν άγίω Πνεύματι χαρά.

Είσθε μακάριοι, πού αγαπήσατε τον Κύριο και ήρθατε να περάσετε την μεγάλη αυτή εορτή των Χριστουγέννων στην Ιερά αυτή Μονή. Σήμερα ό κόσμος είναι φορτωμένος με ελαττώματα και ανομίες· και πολλοί θα απολεσθούν μια για πάντα. Μα εσείς εδώ είσαστε ασφαλείς, σ' αυτό τον άγιο λιμάνι, στο σπίτι της Παναγίας μας. Μη τον ξεχνάτε, ότι εδώ οδηγηθήκατε χάρις στις μητρικές της προσευχές και πρεσβείες. Δοξάστε τον Θεό, πού σας φυλάει από κάθε ατυχία και συμφορά. Μα ίσως κάποιος από σας θα αξιωθεί του αγγελικού σχήματος. Δεν σας προσκαλώ εγώ στο μοναστήρι. Μπορείτε να σωθείτε και ζώντας στον κόσμο. Μόνο να μη ξεχνάτε τον Θεό. Στο μοναστήρι πάνε, για να φτάσουν σε μια ανώτερη πνευματική κατάσταση.



2. Εδώ υπάρχουν πιο πολλοί πειρασμοί. Μα και γι' αυτό ό Θεός δίνει πιο πολλή την θεία Του χάρι και βοήθεια. Μια φορά ένας άγιος ήθελε να μάθη, πόσο βοη­θάει ό Κύριος τούς μοναχούς. Είδε λοιπόν ένα όραμα. Είδε ένα μοναχό: πού τον περικύκλωνε ένα ολόκληρο νέφος άγγελοι, πού όλοι κρατούσαν κεριά αναμμένα στα χέρια!

Λένε: Στον κόσμο είναι λιγότεροι οι πειρασμοί. Δεν έχουν δίκιο. Φαντασθείτε ένα άνθρωπο, πού έγινε στόχος κάποιου κακοποιού. Έστω κατόρθωσε και τού ξέφυγε. Μα εκείνος πνέει μένει! Όλο και απειλές τού εκτοξεύει! Τα λόγια του είναι σκέτο μαστίγιο: «Μόνο να πέσεις μπροστά μου»!

Ας υποθέσουμε, πώς ένας άνθρωπος κάπου πηγαίνει· και στον δρόμο πέφτει επάνω σε ένα ολόκληρο μπουλούκι εχθρούς. Τρόπος να τούς ξεφύγει δεν υπάρχει. Μα ξαφνικά, χωρίς να μπόρεση να καταλάβει πούθε, ορμάει να τον σώσει ένα στρατιωτικό σώμα. Και οι εχθροί τον βάζουν στα πόδια γεμάτοι αίματα. Τί λέτε; Δεν είναι αυτός ό δεύτερος σε πιο καλή θέση από τον πρώτο; Έτσι και στο μοναστήρι. Παρ' ότι ό εχθρός επιτίθεται με πιο άγριες διαθέσεις, όμως είναι καλλίτερα· γιατί είναι πιο κοντά ή θεία βοήθεια και δύναμη. Τον μοναστήρι έχει πολύ κόπο και μόχθο. Μα έχει και παρηγοριά τέτοια, πού στον κόσμο ούτε καν την φαντάζονται! Είναι δύσκολο να βάλει κανείς αρχή καλή. Μα όταν κανείς την βάλει, του είναι στο έξης πιο εύκολο και πιο ευχάριστο να εργάζεται για τον Θεό, αφού ζει κάτω από την σκέπη Του· με ελπίδα σωτηρίας. Γιατί ακόμα και ή όψη του ανθρώπου πού εργάζεται για τον Κύριο, μαρτυρεί την πνευματική του επιτυχία και προκοπή.



3. Μια φορά είδα στην Εκκλησία ένα Δεσπότη. Τον πρόσωπο του μου τράβηξε άθελά μου την προσοχή. Θυμήθηκα τα λόγια του Ευαγγελίου: «Και τον πρόσωπον αυτού ην πορευόμενον εις Ιερουσαλήμ». Και πράγματι· ό επίσκοπος αυτός ζούσε ασκητική ζωή και βάδιζε σταθερά για την Άνω Ιερουσαλήμ.

Και αντίθετα τον πρόσωπο του αμαρτωλού ανθρώπου αντικατοπτρίζει την πνευματική του κατάσταση. Όμως τον λυπηρό είναι ότι μερικές φορές άνθρωποι καλόψυχοι, ζουν απρόσεκτα, αφήνουν να περνά ημέρα με την ημέρα ή ζωή τους, χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα έργα τους. Και θα χαθούν.

Έρχεται στην μνήμη μου από παλιότερες εποχές ή μορφή ενός από τούς πολύ γνωστούς μου: του μουσικοσυνθέτη Πασχάλωφ. Είχε μεγάλο τάλαντο. Στις συναυλίες πού έδινε συγκεντρώνονταν χιλιάδες κόσμος. Εγώ σαν κοσμικός ήμουν πολύ λάτρης της μουσικής. Έπαιζα και φυσαρμόνικα. Και για να τελειοποιηθώ στο παίξιμο της άρχισα να παίρνω μαθήματα. Μου τα έκανε ό Πασχάλωφ. Στην αρχή μου ζητούσε πολύ μεγάλη αμοιβή για τον κάθε του μάθημα. Μα εγώ έχοντας χρήματα είχα συμφωνήσει. Αργότερα όμως με αγάπησε τον ανάξιο. Μου πρότεινε λοιπόν, να μου κάνη τα μαθήματα φιλικά, χωρίς λεφτά, πράγμα πού εγώ τον αρνήθηκα.

Τα μαθήματά μας πήγαιναν καλά. Ένα μου ήταν δυσάρεστο: ότι ό Πασχάλωφ δεν πατούσε ποτέ στην Εκκλησία. Για τον θέμα αυτό πολλές φορές του είχα ανοίξει

κουβέντα:

—Αν δεν πηγαίνεις στην Εκκλησία δεν είναι δυνατό να σωθείς, του έλεγα. Και αφού πιστεύεις στον Θεό, γιατί αφήνεις ανεκμετάλλευτα τα μέσα τής σωτηρίας;

-Μα και τί κάνω; Ζω όπως όλοι- ή, τουλάχιστον, όπως σι πιο πολλοί. Τί μας χρειάζονται οι τύποι; Τάχα, αναζητώντας δεν πηγαίναμε στην Εκκλησία, δεν θα σωθούμε;

-Οπωσδήποτε όχι. Για να φτάσεις στον Παράδεισο πρέπει να πέρασης εφτά πύλες. Πέρασες την μία. Μένουν άλλες έξι!

—Ποιές είναι αυτές οι εφτά πύλες. Δεν έτυχε να ακούσω ποτέ τίποτε γι' αυτές.

-Οι εφτά πύλες είναι τα εφτά μυστήρια. Τον άγιο Βάπτισμα έχει τελεσθεί σε σας. Και συνεπώς την μια πύλη την περάσατε! Είναι όμως απαραίτητο να περάσετε και την πύλη της μετάνοιας. Και ακόμη να ενωθείτε με τον Χριστό με την θεία Κοινωνία.

-Τί είναι αυτά πού μου λέτε, Παύλε Ίβάνοβιτς. Ό καθένας μας λατρεύει τον Θεό, όπως ό ίδιος ξέρει και όπως τον βλέπει αναγκαίο. Π.χ. σεις πάτε στην Εκκλησία, νηστεύετε κ. ο. κ. Εγώ λατρεύω τον Θεό με την μουσική μου! Δεν είναι τον ίδιο;

Και χωρίς να περιμένει απάντηση άρχισε να παίζει! Δεν είχα ακούσει ποτέ μου τόσο ωραία μουσική. Έπαιζε απαράμιλλα εκείνο τον βράδυ. Κατοικούσα τότε σε ένα πολυτελές διαμέρισμα, πού ξαφνικά γέμισε κόσμο. Γιατί άνοιξαν την πόρτα και άνθρωποι από όλα τα άλλα διαμερίσματα μπήκαν μέσα να ακούσουν τον μεγαλοφυή συνθέτη. Κάποτε τελείωσε.

— Υπέροχα! παρατήρησα εγώ. Ή μουσική μπορεί να γίνεται για την μουσική. Μα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Εκκλησία. Κάθε πράγμα στον καιρό του. Καιρός παντί πράγματι.

Ή συνομιλία μας εκείνο τον βράδυ παρατάθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Διεξήχθη σε ένα ωραίο κλίμα ειρηνικό και χαρούμενο. Την άλλη ημέρα ήλθε να με βρει. Και μου είπε:

—Ξέρεις, Παύλε Ίβάνοβιτς, όλη την νύχτα την πέρασα με την σκέψη, πόσο είμαι αμαρτωλός. Πόσα χρόνια δεν έχω κάμει τίποτε από τα θρησκευτικά μου καθήκοντα· και να, μετά από λίγο φθάνει ή Μεγάλη Σαρακοστή. Οπωσδήποτε θα νηστεύσω. Και θα κοινωνήσω.

-Και γιατί να περιμένετε την Τεσσαρακοστή; Ότι είναι να κάνετε, κάνετέ το τώρα!

—Όχι. Σήμερα δεν είναι ή κατάλληλη περίσταση. Άλλωστε και ή Τεσσαρακοστή δεν είναι πολύ μακριά.

Καλή ήταν ή απόφαση του Πασχάλωφ. Μα ξέχασε τον εχθρό, στον όποιο δεν είναι καθόλου ευχάριστη μια τέτοια μεταβολή μας- ότι πρέπει να προετοιμαζόμαστε για πόλεμο. Όλα αυτά τα άφησε να φύγουν από τα μάτια του.

Κάποτε μου ήρθε αργά τον βράδυ στον σπίτι. Έδωσε εντολή στην υπηρέτρια μου να βγει να πληρώσει τον άμαξά. Εκείνη βγήκε στον δρόμο, μα αντί για άμαξά είδε στην θέση του ένα τέρας, με φρικαλέα όψη- και ή ταλαίπωρη έπεσε κάτω λιπόθυμη! Πού τον επήγε τον Πασχάλωφ ό εχθρός του είναι άγνωστο. Μόνο πού την άλλη μέρα πέθανε αιφνίδια. Και ή ψυχή του απωλέσθη για πάντα. Λυπάμαι γι' αυτό κατάκαρδα. Ό εχθρός στήνει παντού - τα δίχτυα του. Γιατί θέλει να μάς πιάσει σ' αυτά και να μας άπολέση. Και οι απρόσεκτοι πιάνονται και χάνονται.



4. Όταν ήμουν ακόμη στον κόσμο, μα είχα πιάσει αρχίσει να κόβω κάθε φιλία μαζί του, έπαυσα να πηγαίνω επισκέψεις στα διάφορα σπίτια, εκτός από δύο -τρεις πολύ ευσεβείς οικογένειες, πού τις επισκεπτόμουν πότε- πότε. Μια από αυτές αποτελείτο από μια γερόντισσα-μητέρα, μια κόρη χήρα και μια εγγονή. Μια ημέρα ενώ καθισμένοι στον τραπέζι πίναμε τσάι και συζητούσαμε, ή χήρα μού διηγήθηκε τον έξης:

Μερικά χρόνια πριν, όταν έχασα τον άνδρα μου, ήμουν φοβερά λυπημένη. Ή ζωή είχε χάσει για μένα κάθε ενδιαφέρον, και ή σκέψη για αυτοκτονία ερχόταν στον νου μου όλο και πιο συχνά. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την παραμονή του Πάσχα εκείνης της τραγικής για μένα χρονιάς. Με την φροντίδα της μητέρας όλα ήταν έτοιμα για τον μεγάλο εορτασμό' και τον σπίτι μας είχε πάρει την πανηγυρική του όψη. Μόνο πού στην ψυχή μου δεν είχα Πάσχα! Αντίθετα μάλιστα. Κυριαρχούσε εκεί τον ζοφερό σκοτάδι της απογοήτευσης. Ή μητέρα μου όμως, πού ήξερε την βαριά μου ψυχική κατάσταση, δεν με άφηνε σχεδόν ούτε βήμα να κάνω από κοντά της, χωρίς να με παρακολουθεί. Και τότε εγώ, σαν χρόνο κατάλληλο να φέρω σε πέρας τον λογισμό μου, να θέσω τέρμα με την αυτοκτονία στην ζωή μου, διάλεξα την νύχτα του Πάσχα. Ή μητέρα μου πήγαινε στην Εκκλησία πάντοτε πολύ νωρίς. Έτσι δεν θα ήταν στον σπίτι, σκεφτόμουν, κανένας - εκτός από την μικρή κορούλα μου - να με εμπόδιση! Είπα λοιπόν στην μητέρα μου, πώς εγώ θα αργούσα λίγο, γιατί με πονούσε τάχα τον κεφάλι. «Καλά τότε, ξάπλωσε λίγο - με συμβούλευσε ή μητέρα - και αφού σού πέραση τον κεφάλι θα πάμε μαζί στην Εκκλησία».

Για να αποφύγω την κουβέντα της ξάπλωσα. Και χωρίς να τον καταλάβω αποκοιμήθηκα. Και ξαφνικά βλέπω ένα παράξενο όνειρο. Ευρίσκομαι σε κάποιο σκοτεινό και τρομακτικό υπόγειο. Μακριά βλέπω τεράστιες φλόγες. Και από τον κάτω μέρος του υπόγειου αυτού χώρου κατακαημένη, φρικιαστική, με ένα σχοινί στον λαιμό, τρέχει προς τον μέρος μια παλιά μου συμμαθήτρια. «Όλγα, Όλγα, τί κάνεις;» φωνάζω. «Δύστυχη, και σύ θέλεις να ρθής εδώ;» μού σκούζει εκείνης. Και αμέσως αντηχεί ό γλυκύς ήχος της μεγάλης μας καμπάνας.

Άνοιξα τα μάτια μου γεμάτα φρίκη και τρόμο. Είδα πώς βρισκόμουν στον δωμάτιο μου. Και γαλήνεψα. Την ίδια στιγμή μπήκε και ή μητέρα.

-Ξύπνησες, κόρη μου; Πώς πάει τον κεφάλι σου;

-Πέρασε, μητέρα- θα πάμε μαζί στην Εκκλησία.

Χάρηκε και είπε:

-Δόξα σοι, Κύριε. Και είχα στενοχωρηθή, πώς θα έμενες χωρίς όρθρο τέτοια μέρα!

Μετά την ακολουθία, όταν με την μητέρα ανταλλάξαμε μεταξύ μας τον αναστάσιμο ασπασμό λέγοντας τον «Χριστός Ανέστη» αρχίσαμε να μιλάμε πνευματικά. Και τότε εγώ της τα διηγήθηκα όλα. Για την φίλη μου δεν ήξερα τίποτε- ούτε πού, ούτε τί τής συνέβη. Σιγά -σιγά μάθαμε την διεύθυνση του παππού της, πού ζούσε στον Σιμπίρσκ. Του γράψαμε. Τον ρωτούσαμε, τί κάνει ή Όλγα. Μάς απάντησε με την θλιβερή πληροφορία, ότι πριν από ένα χρόνο ή εγγονή του είχε αυτοκτονήσει. Τότε καταλάβαμε την σημασία του ονείρου.

Την δούλη Του αυτή ό Κύριος την συνέτισε με τον όνειρο αυτό. Εγώ δεν δίνω σημασία στα όνειρα. Όμως μερικές φορές συμβαίνουν και όνειρα με ιδιαίτερη σημασία.



5. Ήξερα ένα άνθρωπο, πού είδε κάποτε ένα όνειρο για μια μοναχή. Είδε, πώς τάχα ή ηγουμένη και οι άλλες αδελφές πήγαν μια μοναχή δεμένη- και αφού άνοιξαν ένα λάκκο στην γη, προσπαθούσαν να την βάλουν μέσα. Κύριε Ιησού Χριστέ, πού την ρίχνουν! σκέφτηκε εκείνος. Μα ή ηγουμένη διάταξε να την βάλουν πιο βαθιά, ενώ κρατούσε ή ίδια στα χέρια της τον σχοινί, με τον όποιο ή μοναχή ήταν δεμένη.

Ξύπνησε. Και τον πρωί συνάντησε μια γριά καλόγρια από τον ίδιο μοναστήρι και της διηγήθηκε τον όνειρο του.

—Και τί πάνω - κάτω χαρακτηριστικά είχε αυτή ή μοναχή; ρώτησε ή γριά.

-Ήταν ψηλή. Άσπρη. Με φακίδες στον πρόσωπο.

-Και να πού βγήκε αληθινό! Γιατί πράγματι κάτι συνέβη. Ή μοναχή αυτή έκανε μια αμαρτία. Και ή ηγουμένη την έστειλε σε ένα μακρινό κελί για κανόνα.

Επήγα και ρώτησα τον στάρετς Αμβρόσιο για την μοναχή αυτή. Και μού απάντησε:

-Δεν θα χαθεί. Αφού ή ηγουμένη δεν άφησε από τα χέρια της τον σχοινί, αυτό σημαίνει ότι θα σωθεί.



6. Και εγώ σας λέγω: Φροντίστε, τέκνα μου, να σωθείτε.

Είθε να σας αξίωση ό Κύριος, να γίνετε κληρονόμοι της Βασιλείας Του.

Είθε να έχει τις ψυχές μας ενωμένες και μετά τον θάνατο μας. Και μαζεμένοι όλοι μας εκεί, να ενθυμούμαστε και αυτό τον ταπεινό κελλάκι και αυτή την ομιλία μου.

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησε μας τούς αμαρτωλούς. Και αξίωσε μας εκτυπώτερον Σου μετασχείν ενωθείτε την ανεσπέρω ημέρα τής Βασιλείας Σου. Αμήν.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Με διαφορετικούς δρόμους και τρόπους μας οδηγεί ό Κύριος μας στην σωτηρία.


ΟΜΙΛΙΑ Γ' ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ.

(26 Δεκεμβρίου 1909)

1. Τώρα θα σας παρουσιάσω μια χαροκαμένη γυναίκα. Και θα σας διηγηθώ γι' αυτήν.

Πριν τρία χρόνια είχαν έλθει με τον σύζυγο της να με δουν. Κατάγονταν από το Κούρσκ και ήσαν πολύ πλούσιοι έμποροι. Τότε ή ζωή της περνούσε πολύ ωραία. Μα τώρα άλλαξε. Πέθανε ό σύζυγος της. Πέθανε ή μητέρα της. Και μόλις πού ή ίδια γλύτωσε τον θάνατο!

Οι γυναίκες δεν τα καταφέρνουν καλά στο εμπόριο. Έτσι ή περιουσία της διασκορπίστηκε. Τελικά της έμειναν περίπου 40.000 ρούβλια. Ένα βράδυ, ενώ κάπου πήγαινε, της επιτέθηκαν δύο: ό ένας της άρπαξε 600 ρούβλια. Ό άλλος της κατάφερε ένα γερό κτύπημα στο κεφάλι. Από τότε αισθάνεται ένα πολύ άσχημο πόνο στο κεφάλι της. Τώρα θέλει να ξεκαθαρισθή ή υπόθεση αύτη. Μα την απειλούν, ότι θα την σκοτώσουν. Με αυτά πού λέγω, μη νομίσετε πώς θα σας κάνω υποδείξεις να αφήσετε τον εμπόριο.

Μιλάω για την κ. Λ. Ν. Κερασιόβα. Για σας τον μέλλον θα δείξει. Τώρα κάνετε την δουλειά σας και λέτε τον «Δόξα σοι, ό Θεός». Ναι, είναι δύσκολο πράγμα το εμπόριο. Και μείς εδώ εμπόριο κάνομε. Διαφορετικής βέβαια μορφής. Εμείς προσπαθούμε να σώσουμε ψυχές. Να τις θρέψωμε πνευματικά. 'Αλλά και μείς στις δικές τους προσευχές κρεμόμαστε. Μ' αυτές σωζόμαστε. Έτσι όλα κάνουν κύκλο!

Να π. χ. εγώ δεν θα την άλλαζα αυτήν την γωνίτσα, τον προσευχητάρι μου, ούτε με ολόκληρο τον πολυτελέστατο βασιλικό ανάκτορο, φερ' ειπείν τού Κρεμλίνου στην Μόσχα! Τί τεράστιες σάλες πού υπάρχουν εκεί! Τί κιονοστοιχίες! Τί μαλαχίτης! Τί μάρμαρα! Τί χλιδή! Μα αυτά πού έχω εγώ είναι όλα καλλίτερα. Και όχι μόνο αυτά πού έχω εγώ. Άλλοι έζησαν σε υπόγεια σπήλαια. Με τον Χριστό παντού καλά είναι.

2. Έχετε ακούσει την ιστορία τού Μενσικώφ;

Κάποτε ό Μέγας Πέτρος περπατούσε στον δρόμο. Απέναντι του έρχεται ένα μικρό παιδάκι με ένα σακουλάκι.

—Τί έχεις στο σακούλι σου;

-Λούπινα.

-Λούπινα; Δός μου να δοκιμάσω κι εγώ.

Επήρε και έφαγε.

— Ωραία τα λουπινάκια. Σύ από πού είσαι;

—Χωρικός από την περιοχή τού Όριώλ.

-Έλα σε μένα. Με ξέρεις; -Όχι.

—Με λένε Πέτρο. Κάθομαι στην Μόσχα. Στο Κρεμλίνο. Έλα να με βρεις. Σε θέλω.

—Να σού φέρω και λούπινα;

-Φέρε μου και λίγα λούπινα.

Ό Μέγας Πέτρος είχε διεισδυτικό μάτι. Ήξερε και διάλεγε. Και ό Αλέξανδρος Δανιήλοβιτς Μενσικώφ έγινε αρχιστράτηγος. Μια από τις θυγατέρες του έγινε νύφη του Τσάρου. Επί Αικατερίνης Α' ό Μενσικώφ έφθασε σε πολύ μεγάλη δόξα. Μα επί Πέτρου Β' βρέθηκαν μερικοί πονηροί, ανάμεσα στους όποιους ήταν και ό Μενσικώφ, πού μόλυναν τα χέρια τους με τον πάθος της φιλαργυρίας. Κάποτε περίμεναν τον Τσάρο Πέτρο Β' στην Εκκλησία. Ετοίμαζαν τον θρόνο. Μα ό Τσάρος τελικά δεν πήγε. Τότε ό Μενσικώφ έκατσε ό ίδιος στον θρόνο! Τότε δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Παρά ταύτα ή είδηση πήγε στον Τσάρο Πέτρο αστραπιαία. Θύμωσε. Και διέταξε να καταγράψουν όλα τα υπάρχοντα τού Μενσικώφ (Μόνο χρυσάφι του βρήκαν 125 πούντ, δηλ. περίπου 2.047 κιλά). Τα κατάσχεσε. Και έστειλε τον Μενσικώφ οικογενειακώς εξορία. Στο Μπεριόζοβο τής Σιβηρίας.

Ενώ λοιπόν ό Αλέξανδρος Δανιήλοβιτς Μενσικώφ καθόταν στην καρέκλα του Τσάρου, ένας διά Χριστόν σαλός πήγε κοντά του πατώντας στα νύχια και φώναξε: «Ό γιός του Δανιήλ τσάρος! Τον Δανιηλάκι τσάρος!» Όλοι τα έχασαν, και άρχισαν να ρωτούν τον σαλό, τί εννοεί. Και εκείνος επανέλαβε: «Τον Δανιηλάκι τσάρος!».

Ή γυναίκα του Μενσικώφ πέθανε, πριν φθάση στο Μπεριόζοβο. Οι θυγατέρες του έμειναν μαζί του. Στην εξορία ό Μενσικώφ άλλαξε τρόπο ζωής. Ανάβει ένα κεράκι και διαβάζει τον Ψαλτήρι. (Βέβαια ό κόσμος δεν εννοεί να κάτσει να διαβάζει τον ψαλτήρι. Μόνο οι γριούλες τον διαβάζουν - και τί υπέροχα! - επάνω από τα λείψανα των πεθαμένων!) Και διαβάζοντας τον ψαλτήρι ό Μενσικώφ κάθε τόσο έπαναλαμβάνει: «Αγαθόν μοι, ότι έταπείνωσάς με, Κύριε»!

Ό Πέτρος Γ' τον συγχώρησε. Μα ή συγγνώμη του δεν τον βρήκε ζωντανό. Πέθανε στο Μπεριόζοβο. Τα κορίτσια γύρισαν στην Πετρούπολη. Και παντρεύτηκαν. Πιστεύομε, ότι ό Μενσικώφ αξιώθηκε να φορέσει τον βασιλικό στέφανο στην Μονή του Κυρίου, όπως γράφει ό Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Έτσι επαλήθευαν τα λόγια του σαλού: «Τον Δανιηλάκι τσάρος»!

Γιατί τα λέγω αυτά; Γιατί βασιλικό στέμμα είναι ετοιμασμένο και για σάς. Αρκεί να μπορέσετε να τον φορέσετε. Και πώς θα μπορέσετε; Αυτό είναι μεγάλη ιστορία. Με λίγα λόγια - τήρηση εντολών. Και πρώτη και κύρια, ή αγάπη. Σε αυτήν κρέμονται όλος ό νόμος και οι προφήται. Μη κρίνετε κανένα. Μη θίγετε κανένα. Προσεύχεσθε, όσο μπορείτε. Και όταν θα φθάσετε στο τέλος τής ζωής σας, κανείς δεν ξέρει ανάκτορο γρήγορα ή αργά, θα λάβετε τον στέφανο τής βασιλικής δόξης και θα γίνετε «ιερείς και βασιλείς του Θεού του Υψίστου εις αιώνας αιώνων».

Αυτά τα στέμματα εγώ δεν τα βλέπω τώρα επάνω στα κεφάλια σας- μα μπορείτε να τα αποκτήσετε.

3. Είναι γνωστή ή διήγηση αυτή:

Κάποτε ό τσάρος Ίβάν ό τρομερός πήγαινε σ' ένα γεύμα. Ό λαός έβγαζε τα καπέλα και υποκλινόταν βαθειά. Ένας όμως, ό Βασίλειος ό σαλός, πηδούσε με τον ένα πόδι, χωρίς να δίνη καμιά σημασία στον τσάρο.

-Βασιλάκη, βγάλε τον καπέλο σου. Περνάει ό τσάρος! του είπαν.

-Να ό τσάρος- να ό τσάρος, απάντησε ό σαλός δείχνοντας ένα απλό ανθρωπάκι.

Δεν τον κατάφεραν να προσκύνηση τον τσάρο. Όμως αυτό δεν τον έκανε, επειδή καταφρονούσε τον τσάρο. Μα επειδή, αυτός - με τα πνευματικά του μάτια - έβλεπε τον βασιλικό στέμμα όχι στον Ίβάν τον Τρομερό, αλλά σε ένα απλό άνθρωπο. Θαυμαστή είναι ή πρόνοια του Θεού πού οδηγεί τον άνθρωπο στην οδό τής αληθείας!

4. Στο Κούρσκ ζούσε μια πλούσια οικογένεια- οι Άνθίμωφ. Ήσαν έμποροι. Είχαν χιλιάδες μασούρια. Είχαν αποκτήσει ένα μονάκριβο αγόρι, τον Ίβάν, πού όλο και περισσότερο τού άρεσε τον μοναστήρι. Οι γονείς του όμως ήθελαν να τον παντρέψουν. Κάποτε πέθανε ή μητέρα του. Πριν πεθάνει τού είπε: «Να πάς, Ίβάν, στο μοναστήρι». Μα δεν πέρασε ένας χρόνος και ό πατέρας του εύρήκε μια πλούσια κοπέλα, κυριολεκτικά καλλονή, για νύφη. 'Επήγε να την δη για λογαριασμό τού γιού του. Παλαιά έτσι γινόταν. Ότι έλεγε ό πατέρας, αυτό έκαναν. Γυρίζει στο σπίτι ό πατέρας.

-Λοιπόν, μπαμπά, είναι καλή ή νύφη;

-Πολύ καλή.

—Πότε, με την ευχή σας, θα πάω να την δώ εγώ;

-Δεν υπάρχει λόγος για βιασύνη.

-Μα πώς, μπαμπά μου; Εγώ θα την παντρευτώ και δεν χρειάζεται να την δώ;

-Κανένας λόγος δεν υπάρχει να την δεις εσύ γιατί είναι βέβαια νύφη μας, αλλά όχι για σένα!

-Πώς θα γίνει κάτι τέτοιο;

-Να, έτσι- θα την παντρευτώ εγώ!

— Παντρέψου τότε εσύ, μπαμπά, και άφησε εμένα να πάω για ψάρια!

-Άιντε στο καλό, στην ευχή τού Θεού!

Καβαλίκεψε και έφυγε. Μα αντί για ψάρια, επήγε κατ` ευθείαν στην Όπτινα.

Πηγαίνει με ένα αμαξάκι. Ό άμαξας, χωρίς να το προσέξει, προσπέρασε τον χάνι (ξενοδοχείο). Ό γέρο - ξενοδόχος άκουσε τον κουδούνι και βγήκε. Κοιτάζει, βλέπει ένα αμαξάκι να τρέχει. Και σ' αυτό κάθεται ένας νεαρός με μίτρα στο κεφάλι.

-Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε με! Τί είναι αυτό πάλι; Είμαι εντελώς καλά! Και δεν κοιμάμαι!

Τρέχει στο χάνι και διηγείται στους δικούς του.

-Τον και τον ... είδα!

—Είσαι στα καλά σου, πατέρα;

-Ας βγούμε στο μπαλκονάκι να ιδούμε.

Και είδαν τον άμαξά να γυρίζει και να οδηγεί τα άλογα στο ξενοδοχείο τους. Κατεβαίνει από τον αμάξι ό νεαρός Άνθίμωφ και τούς χαιρετάει.

—Σεις περάσατε τώρα μόλις;

-Ναι. Ό άμαξας μου, χωρίς να τον καταλάβει, προσπέρασε λίγο. Μα τί έχεις, μπάρμπα; Γιατί με κοιτάζεις έτσι;

-Στο κεφάλι σου τί φορούσες;

—Τραγιάσκα (κασκέτο).

-Α, τραγιάσκα!

Φεύγει ό γέρο - ξενοδόχος και πάει στον πάτερ Μωϋσή, και τού τα διηγείται όλα. Μα στον πατέρα Μωϋσή δεν εδόθη γι' αυτό αποκάλυψη.

-Δεν ξέρω, τί να σού ειπώ. Πήγαινε στον Μακάριο.

Ό πάτερ Μακάριος τον προαπάντησε ό ίδιος.

—Τί σού συνέβη, παιδί μου; Είδες αρχιμανδρίτη; Τί μίτρα φορούσε; θα γίνει πολύ μεγάλος αυτός ό αρχιμανδρίτης Ίσαάκιος!

Έτσι και έγινε. Αργότερα. Τότε στον Άνθίμωφ οι πατέρες τής Όπτινα δεν είπαν τίποτε.

Ό πατέρας του, όταν τον έμαθε, θύμωσε. Τρία χρόνια δεν του μιλούσε του γιου του. Μετά τρία χρόνια, όταν ήλθε, ερώτησε:

—Μα που είναι εκείνος ό ανυπάκουος;

Μα τόσο πολύ του άρεσε στην Όπτινα, ώστε λίγο ακόμη και θα έμενε για πάντα. Ό πάτερ Μακάριος του είπε:

—Έ, όχι! Ζήστε, όπως ζείτε μέχρι τώρα. Άλλωστε λίγη ζωή έχετε ακόμα μπροστά σας!

Ό πάτερ Ίσαάκιος κυβέρνησε την Όπτινα 38 χρόνια.

Με διαφορετικούς δρόμους και τρόπους μας οδηγεί ό Κύριος μας στην σωτηρία.

Αμήν

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΛΙΤΑΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ

ΣΤΑΡΕΤΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑΣ

Ο ΤΡΙΣΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Η εικόνα της Σοφίας, η Σοφία του Θεού του Κιέβου.




Η εικόνα της Σοφίας, η Σοφία του Θεού (Κίεβο), καταλαμβάνει μια μοναδική θέση στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αυτή την εικόνα απεικονίζεται η Θεοτόκος, και η υποστατική Σοφία, ο Υιός του Θεού σαρκωθής.

Στη Σοφία ή Σοφία, συλλογίζεται ο Υιός του Θεού, για τον οποίο στην Παροιμίες του Σολομώντα λέει: "Η Σοφία έχει χτίσει ένα σπίτι για τον εαυτό της, και έχει δημιουργήσει επτά πυλώνες" (9:1). Οι λέξεις αυτές αναφέρονται στο Χριστό, τον Υιό του Θεού, ο Οποίος με τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου ονομάζεται «Σοφία του Θεού» (1 ΚΟΡ.1: 30), και η λέξη "σπίτι" αναφέρεται στην Υπεραγία Θεοτόκο, εκ των οποίων ο Υιός του Θεού είναι η ενσάρκωση.

Η διάταξη της εικόνας μαρτυρεί την εκπλήρωση αυτής της προφητείας. Στην εικόνα του Κίεβο η Σοφία είναι μια εκκλησία, και στέκεται όρθια η Μητέρα του Θεού με ένα πέπλο στο κεφάλι της, κάτω από μια καμάρα με επτά πυλώνες. Οι παλάμες των χεριών της τεντωμένες, και τα πόδια της σε ένα σύννεφο. Η Θεοτόκος κατέχει τον προαιώνιο παιδί τον Χριστό, που ευλογεί με το δεξί της χέρι, και κρατώντας το βρέφος με το αριστερό.

Στο γείσο της εισόδου είναι χαραγμένα τα λόγια από το Βιβλίο των Παροιμιών: «.Η Σοφία έχει χτίσει ένα σπίτι για τον εαυτό της, και έχει δημιουργήσει επτά πυλώνες "Πάνω από την είσοδο απεικονίζονται Ο Θεός Πατέρας και ο Θεός το Άγιο Πνεύμα. Από το στόμα του Θεού Πατέρα βγαίνουν τα λόγια: «Είμαι επιβεβαίωση των βημάτων της."

Κατά μήκος των δύο πλευρών επτά Αρχάγγελοι απεικονίζονται με φτερά, κρατώντας στα χέρια τους τα σύμβολα των καθηκόντων τους. Στη δεξιά πλευρά: ο Μιχαήλ με το φλεγόμενο ξίφος. Ο Uriel με ένα κεραυνό φλας εκτοξευόταν προς τα κάτω. Ο Ραφαήλ με σκάφος αλάβαστρο με μύρο. Στην αριστερή πλευρά: Ο Γαβριήλ με ένα άνθος κρίνου. Ο Σεραφείμ με κλίμακα. Ο Jerudiel με βασιλικό στέμμα. Και Barachiel με λουλούδια σε ένα άσπρο σάλι.

Το σύννεφο χρησιμεύει ως υποπόδιο για τη Μητέρα του Θεού, είναι μια σκάλα με επτά βήματα (που απεικονίζει την εκκλησία του Θεού στη γη). Εκείνοι που στέκονται στα επτά βήματα είναι οι μάρτυρες της Παλαιάς Διαθήκης της εκδήλωσης της Σοφίας, οι πρόγονοι και οι Προφήτες.

Σε κάθε ένα από τα επτά βήματα είναι γραμμένα: πίστη, ελπίδα, αγάπη, την αγνότητα, την ταπεινότητα, τη χάρη, δόξα. Τα επτά βήματα του κλιμακοστασίου με τους επτά πυλώνες, ί η εξήγησή τους είναι από την Αποκάλυψη.

Για την πίστη, την προσευχή και την άσκηση.


Πάρα πολύ δίδασκε ό στάρετς το λαό περί της πίστεως στον Θεό και στη Θεία Πρόνοια. Έλεγε: «Στη βάση της σωτηρίας της ψυχής βρίσκεται ή πίστη. Ή πίστη στην υπόθεση της σωτηρίας μας είναι το θεμέλιο στην οικοδομή. Όπου δεν υπάρχει πίστη, εκεί κυριαρχούν αχαλίνωτα πάθη πού έλκουν τον άνθρωπο στην άβυσσο του κακού. Ή πίστη είναι το μεγαλύτερο αγαθό στην επίγεια ζωή. Ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Με την δυνατή πίστη ό άνθρωπος όλα μπορεί να τα κάνει. Όπως λέγει ό άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης: «Σε πολεμούν δυνατοί, αόρατοι και ακοίμητοι εχθροί; Θα νικήσεις! Σε πολεμούν εχθροί εξωτερικοί, ορατοί; Θα νικήσεις! Σε τυραννούν τα πάθη; Θα τα υπερνικήσεις! Σε πνίγουν τα πάθη; Θα τα αποτρέψεις! Έχασες το θάρρος σου; Θα λάβεις από τον Θεό ανδρεία! Όλα μπορείς να τα νικήσεις με την πίστη και να κερδίσεις την Βασιλεία των Ουρανών. Πιστεύετε στον Θεό, προσεύχεσθε σ' Αυτόν, κάμετε έργα αγαθά. Αυτά τα τρία φτερά θα μας ανυψώσουν στον θρόνο του Θεού».

Στην προσευχή ό στάρετς έδινε ιδιαίτερη σημασία. Έλεγε: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο στη γη από την προσευχή. Ή προσευχή γέννα και τις υπόλοιπες αρετές. Οι άγιοι Πατέρες είχαν σαν νόμο να βιάζουν τον εαυτό τους στην προσευχή: στον σπίτι, στην εκκλησία, στις δουλειές, στον περίπατο, κάθε ώρα και στιγμή. Πρέπει να μιλάμε με τον Θεό απλά, όπως το παιδί με τον πατέρα του. Δεν πρέπει να κάμεις το σοφό κατά την προσευχή! Να φοβάσαι να προφέρεις το αγιότατο όνομα Του, χωρίς συμμετοχή του νου και της καρδιάς. Όποιος παρίσταται ενώπιων του Θεού απρόσεκτα, πολύ περισσότερο με αμέλεια, το μόνο πού κάνει είναι να λυπεί τον Θεό και να μη λαμβάνει ευλογία, αλλά κατάκριση. Λέγεται στην αγία Γραφή: «Επικατάρατος πάς ό ποιών το έργον του Κυρίου αμελώς». Αντιθέτως, όποιος, έστω και λίγο, προσεύχεται στον Κύριο αλλά με ειλικρινή, αληθινή πίστη, λαμβάνει ανέκφραστη χαρά.



Ή προσευχή είναι ή ευθυμία της ψυχής. Δεν έχεις χρόνο για προσευχή; Πέσε στα γόνατα και πες σύντομα: «Κύριε, δέξου το ξέσπασμα της ψυχής μου σαν δοξολογία και ευχαριστία μου σε Σένα και άκουσέ με τον ανάξιο», αλλά κάμε το με αίσθημα θέρμης αφοσιώσεως στον Κύριο, με το αίσθημα του άνθρωπου ό όποιος, αν και είναι βιαστικός, επιδιώκει, έστω και για μια στιγμή, να αφιερωθεί ολόκληρος, χωρίς κανένα υπόλοιπο, στον Κύριο. Πραγματικά, το έργο της προσευχής δεν έχει σχέση με την διάρκειά της, αλλά με την θερμότητά της. Και ή θερμότητα αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ ακόμη και στους τελειότερους πιστούς. Στάσου στην προσευχή ως κατάκριτος αμαρτωλός και αναχώρησε ελεημένος και δικαιωμένος. Αύτη ή προσευχή ανεβάζει τον άνθρωπο στον ουρανό.



Όταν προσευχόμαστε στον Κύριο, τότε ή Μητέρα του Θεού χαίρεται και ευχαριστεί τον Υιό Της πού προσελκύει τις καρδιές μας στην προσευχή και πάντοτε μας βοηθεί, αν ζητούμε την βοήθειά Του. Μη λησμονείτε να παρακαλείτε την Βοήθεια και Προστασία μας.

Ό π. Σάββας δεν επιβάρυνε το λαό με μεγάλους κανόνες προσευχής, αλλά δίδασκε όπως ό όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ: «Είναι καλύτερο να τηρείτε λίγα, αλλά με θερμότητα και ευλάβεια. Ό Θεός δεν χρειάζεται τον τύπο αλλά την ουσία. Εκείνος χρειάζεται την καρδιά μας».


Ό όσιος Σεραφείμ με εντολή της Βασίλισσας των Ουρανών έδωσε νέο, πιο ελαφρύ Τυπικό στα πνευματικά του τέκνα, τις αδελφές της Μονής Ντιβέγιεβο, γνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι να σωθούν οι χριστιανοί των εσχάτων χρόνων. Στους απλούς ανθρώπους ό όσιος Σεραφείμ έδινε αυτόν τον κανόνα:


«Σήκω από τον ύπνο, στάσου μπροστά στις εικόνες και πες τρεις φορές το «Πάτερ ημών» προς τιμήν της Αγίας Τριάδος, υστέρα το «Θεοτόκε Παρθένε» τρεις φορές και μια φορά το «Πιστεύω».



Αυτές οι προσευχές, όπως εξηγούσε ό όσιος Σεραφείμ, είναι ή βάση τού χριστιανισμού. Ή πρώτη, ως προσευχή δοσμένη από τον ίδιο τον Θεό ως πρότυπο όλων των προσευχών. Ή δεύτερη προσφέρθηκε από τον ουρανό διά τού Αρχαγγέλου Γαβριήλ στην Παρθένο Μαρία, την μητέρα τού Θεού.


Το Σύμβολο της Πίστεως ενώπιων συντομία περιέχει όλα τα σωτήρια δόγματα της χριστιανικής πίστεως, όπως διατυπώθηκαν στην Α' Οικουμενική Σύνοδο (325). Στον κελί του μπορεί καθένας να λέγει ήσυχα την ευχή τού Ιησού κι όταν είναι ανάμεσα στους ανθρώπους το «Κύριε, έλέησον» και έτσι να συνεχίζει μέχρι το γεύμα. Ακριβώς πριν το γεύμα πάλι σύντομος κανόνας. Μετά το γεύμα: «Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με τον άμαρτωλόν». Στην ερημιά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού, διά της Θεοτόκου, έλέησόν με τον άμαρτωλόν». Πριν τον ύπνο, πάλι σύντομος κανόνας και μετά ύπνος, αφού διαφυλαχθούμε με το σημείο τού σταυρού. Κρατώντας αυτόν τον απλό κανόνα, μπορεί να φθάσει κανείς στον μέτρο της χριστιανικής τελειότητας».



Ό στάρετς Σάββας δίδασκε επίσης να μη καταπονείται κανείς με δυσβάστακτα ασκητικά κατορθώματα.



- Το πρωί, αφού ξυπνήσεις, έλεγε, αμέσως ασπάσου το σταυρό πού φοράς λέγοντας: «Ράνον, Δέσποτα, ρανίδα τού άγιωτάτου Σου Αίματος στην καρδιά μου, για να εξαλείψει τα πάθη, τις αμαρτίες και τις ακαθαρσίες ψυχής και σώματος. Αμήν».

Μετά να πλυθείς, να ντυθείς και αφού σταθείς μπροστά στις εικόνες, με θερμή καρδιακή πίστη πες: «Βασιλεύ Ουράνιε» μια φορά, «Πάτερ ημών», τρεις φορές, «Θεοτόκε Παρθένε» τρεις φορές και το «Πιστεύω» μια φορά.

Αυτός ό κανόνας ονομάζεται «κανόνας τού οσίου Σεραφείμ τού Σάρωφ». Μετά διάβασε τις πρωινές προσευχές από το προσευχητάριο. Μετά διάβασε το Ψαλτήρι, όσο μπορείς, ένα Κάθισμα ή έστω μία Δόξα.*


Σε κάποιους ό Γέροντας έδινε ευλογία να διαβάζουν μόνο μερικές γραμμές, αλλά συμβούλευε όλους να διαβάζουν καθημερινά το Ψαλτήρι υποχρεωτικά, τις Επιστολές των Αποστόλων και το Ευαγγέλιο, έστω μια περικοπή. Σ' όσους είχαν ζήλο στην προσευχή έδινε ευλογία να διαβάζουν προσευχές πού τις έπαιρνε από τούς ασκητές πατέρες των τελευταίων χρόνων. Στον τέλος της ζωής τού στάρετς όλες οι προσευχές του και όλες οι γραπτές και προφορικές του διδαχές και ποιήματα με πνευματικό περιεχόμενο συγκεντρώθηκαν σε αντίστοιχα βιβλία: «Πνευματικές-ηθικές διδασκαλίες» κ.ά.



Σε όσους ήσαν πολύ απασχολημένοι με δύσκολα καθήκοντα, ό στάρετς επέτρεπε να συντομεύουν τον κανόνα της προσευχής, αλλά με την προϋπόθεση αυτή ή συντομευμένη προσευχή να είναι θερμή και έτσι να θεωρηθεί ως πλήρης κανόνας. Έλεγε:


- Να αποφεύγετε την επιφανειακή ανάγνωση του κανόνα. Να εμβαθύνετε στον πνεύμα της προσευχής, για να δοκιμάσει ή ψυχή χαρά και ευγνωμοσύνη για την Χάρη του θεού και θλίψη για τις αμαρτίες σας, ώστε ή προσευχή να γίνει τροφή και ζωή της ψυχής. 'ΑΣ μη τρέφουμε τον εσωτερικό μας φαρισαίο του τυπικού κανόνα προσευχής, αλλά με ζήλο, αδιαλείπτως να κάνουμε τον κανόνα μας, έστω και πιο σύντομο, κάποτε. Τί ευλογημένη πού είναι ή πνευματική κατάσταση κάποιων ανθρώπων, οι όποιοι με αγάπη, αδιάλειπτα τηρούν τον κανόνα τής προσευχής! Αυτοί ήδη από' αυτή την ζωή θα γνωρίσουν «ότι Χριστός ό Κύριος».

* Όλο το Ψαλτήριο χωρίζεται σε είκοσι Καθίσματα και κάθε Κάθισμα χωρίζεται σε τρία μέρη με την παρεμβολή πριν από κάθε μέρος του «Δόξα Πατρί και Υίω και Άγίω Πνεύματι». Στην λειτουργική πράξη κάθε τμήμα ονομάζεται «Δόξα».


ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΚΟΣΜΟΝΑΥΤΗ.




ΛΙΓΕΣ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟΥ ΣΟΓΙΟΥΖ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΗ BAIKONUR ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝΑΥΤΗ.


Ό π. Σάββας και η διήγηση περί των μοναχών των τριών γενεών:


- Ό μέγας γέρων όσιος Αντώνιος προσευχόταν περί τής μοίρας των μοναχών. Τότε ό Κύριος τού εμφανίστηκε και τού είπε: «Ή πνευματική σου οικογένεια δεν θα είναι δυσεύρετη μέχρι συντέλειας του αιώνος. Αλλά οι μοναχοί θα είναι διαφορετικοί κατά την άσκηση τους. Να κοίτα»! Και ό Γέροντας βλέπει... Στέκονται τρεις μοναχοί. Ό μοναχός των αρχαίων χριστιανικών αιώνων, των μεσαίων αιώνων και των τελευταίων χρόνων και μπροστά τους τρέχει ένας πύρινος, μανιασμένος ποταμός. Οι τρεις αυτοί μοναχοί πρέπει να διαβούν στην άλλη όχθη μέσα απ' αυτόν τον πύρινο ποταμό. Ό μοναχός των αρχαίων αιώνων, έχοντας δυνατά, τεράστια, ευλογημένα φτερά, φτερούγισε, κι αφού ανέβηκε σε μεγάλο ύψος, ελεύθερα πέταξε πάνω από τον πύρινο ποταμό και κατέβηκε στην άλλη όχθη. Ό μοναχός των μεσαίων αιώνων, έχοντας φτερά αετού, έκαμε μερικά βήματα προς τα πίσω για να πάρει φόρα και με κόπο πέταξε πολύ χαμηλότερα από τον πρώτο, αλλά ή φλόγα του ποταμού δεν τον έκαψε καθόλου. Ό μοναχός των εσχάτων καιρών, έχοντας φτερά όρνιθας, πέταξε με μεγάλη δυσκολία χαμηλά-χαμηλά, έτσι πού ό μανδύας του τσουρουφλίστηκε απo τη φωτιά. Έβαλε όλες του τις δυνάμεις και μόλις πού πέταξε από πάνω και έπεσε απέναντι αποκαμωμένος. Στη συνέχεια ό Κύριος εξήγησε στον Μεγάλο Αντώνιο, τον Γέροντα: «Στον πρώτο μοναχό δόθηκε πολλή Χάρις και με την βοήθειά της πέταξε ελεύθερα πάνω από τον πύρινο ποταμό. Γι' αυτό λαμβάνει βραβείο για την υπακοή του για την διάβαση του ποταμού. Ό δεύτερος μοναχός με πολλή δυσκολία πέταξε από πάνω. Λαμβάνει κι αυτός βραβείο για την υπακοή του για την διάβαση με δυσκολία. Ό τρίτος μοναχός των τελευταίων χρόνων λαμβάνει βραβείο για την άσκηση και την μετάνοια, για τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής του και την αγόγγυστη υπομονή σ' αυτές.

Τότε στον μεγάλο Γέροντα, τον όσιο Αντώνιο, έγιναν όλα κατανοητά. Πολλοί από τούς τελευταίους μοναχούς ζουν στον κόσμο, αλλά θα είναι ανώτεροι από τούς αρχαίους μοναχούς. Αυτοί ευχαριστούν τον Θεό, σώζονται διά των θλίψεων και γίνονται ίσοι με τούς μεγάλους άγιους. Ή ίδια ή ζωή τους γι' αυτούς είναι άσκηση!

Κάνοντας λόγο ό στάρετς Σάββας για τούς μοναχούς των έσχατων χρόνων πού ζουν στις πόλεις, δεν εννοεί τούς σήμερα ασκόπως περιφερόμενους στις πόλεις μοναχούς, αλλά τούς μοναχούς οι όποιοι την εποχή του κομμουνισμού είχαν λάβει κρυφή κουρά και ζούσαν με πολύ κόπο μέσα στις πόλεις ασκητικά αγωνιζόμενοι. Την διήγηση αύτη δεν την βρήκαμε στον Βίο του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ

Παίδες Ελλήνων... Ή εκπαίδευση στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο.


ΠΑΥΛΟΣ Κ. ΤΟΥΤΟΥΖΑΣ,

Καθηγητής - Διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Καρδιολογίας (ΕΛ.Ι.ΚΑΡ.

Στην αρχαία Σπάρτη, τα αγόρια μετά την ηλικία των επτά ετών ακλουθούσαν τον πατέρα τους στα φειδίτια η φιλίτια, τα όποια ήσαν κοινές τράπεζες και εκεί εκπαιδεύονταν μέσω συζητήσεων σε πολιτικά θέματα και στο σπαρτιατικό τρόπο ζωής. Για τις κοινές τράπεζες έπρεπε για τα παιδιά τους να δώσουν οι γονείς ένα μέδιμνο κριθάρι, 8 χοές οίνου, 5 μνας τυρί και μισή μνας σύκα. ΩΣ εκπαιδεύονταν τούτου δεν συμμετείχαν οι πτωχοί. Τα κορίτσια έμεναν σπίτι με τη μητέρα τους. Μετά τα 14-15 τους έτη τα αγόρια οργανώνονταν σε αγέλες ή βουές και διαιρούντο σε ίλες. Κάθε ίλη είχε 64 αγόρια κάτω από έναν παιδονόμο, ό όποιος είχε υψηλή θέση στην κοινωνία. Τα παιδιά έμεναν συνεχώς μαζί, κοιμούνταν, έπαιζαν και εκπαιδεύονταν στην πειθαρχία, την οποία επέβαλαν οι μαστιγοφόροι, βοηθοί του παιδονόμου. Μέσα σ' αυτά, όπως αναφέρει ό Πλούταρχος, μάθαιναν γράμματα, επειδή κάτι τέτοιο ήταν χρήσιμο.

Στην Κρήτη είχαν το ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα και εκεί τα συσσίτια ονομάζονται ανδρεία. Στα συσσίτια μετείχαν και οι πρεσβύτεροι και από τις συζητήσεις μορφώνονται τα παιδιά. Τα έξοδα των συσσιτίων στην Κρήτη τα πλήρωνε το κράτος. Οι Κρήτες παρέμεναν στα σχολεία μέχρι τα 17 τους, οπότε και γίνονταν έφηβοι με ειδική τελετή, τα έκδύσια.

Στην Αθήνα ή εκπαίδευση άφορα επίσης μόνον στα αγόρια. Τα σχολεία ήσαν ιδιωτικά. Υποχρεώνονταν όμως να τηρούν κάποιους κανονισμούς, πού ρύθμιζαν τη λειτουργία τους. Το πνεύμα τής εκπαίδευσης ήταν σύμφωνο με τις παραδόσεις και τα ιδανικά τής πόλης. Από τον 5ο αιώνα άρχισαν να ιδρύονται στην Αθήνα τα Γυμνάσια. Οι νέοι είχαν τη δυνατότητα να ασκούν ταυτόχρονα το πνεύμα και το σώμα. Το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης ήταν τής προσχολικής και σχολικής ηλικίας.

Την πρώτη την αναλάμβανε ή μητέρα ή ή τροφός και αποσκοπούσε στην καλλιέργεια των έμφυτων ικανοτήτων του παιδιού και στην προετοιμασία του να δεχθεί τη σχολική εκπαίδευσης, πού άρχιζε συνήθως στα επτά χρόνια. Ό Παιδαγωγός, οικιακός δούλος, συνόδευε το παιδί στο Διδασκαλείο. Από τον πρώτο του δάσκαλο ό μικρός Αθηναίος μάθαινε ανάγνωση, συλλαβισμό, γραφή, αριθμητική. Αργότερα τον αναλάμβανε ό Κιθαριστής για να τον μυήσει στην τέχνη τής μουσικής. Αφού το παιδί αποκτούσε αυτές τις στοιχειώδεις γνώσεις, ερχόταν σε επαφή με την ηρωική και διδακτική ποίηση (Όμηρο-Ήσίοδο), καθώς και με τη λυρική. Μάθαινε επιπλέον χορό, ζωγραφική, χειροτεχνία και γεωμετρία. Ό Παιδοτρίβης φρόντιζε για τη σωματική έκγύμναση των μαθητών στην Παλαίστρα ("πένταθλον" και "παγκράτιον"). Ή διδασκαλία στο σχολείο ήταν εξάωρη.

Μετά το 14ο έτος οι έφηβοι μπορούσαν να παρακολουθήσουν την ανώτερη εκπαίδευσης στα δημόσια γυμνάσια και στις φιλοσοφικές ή ρητορικές σχολές, ως ή Ακαδημία Πλάτωνος, ή Περιπατητική Σχολή του Αριστοτέλη, ή ρητορική σχολή του Ισοκράτη και άλλες, πού άρχισαν να ιδρύονται από τον 5ο αιώνα κάτω από την επίδραση τής διδασκαλίας των σοφιστών, των φιλοσόφων και των ρητόρων. Εκεί διδάσκονταν επιπλέον αστρονομία, μαθηματικά και γραμματική.

Επί Βυζαντίου μαθαίνουν γράμματα και οι φτωχοί. Ή Εκκλησία πρωτοστατεί στην οργάνωση τής εκπαίδευσης, την οποία στηρίζει εξάωρη ολοκλήρου με οικονομική επιχορήγηση της. Ή στοιχειώδης εκπαίδευσης ήταν τριετής, όχι υποχρεωτική, άρχιζε σε ηλικίας επτά ετών με δασκάλους κληρικούς και μοναχούς, σε χώρους πού παρείχε ή Εκκλησία ή το Μοναστήρι. Περιελάμβανε αλφάβητο, συλλαβισμό, ανάγνωση, γραφή σε κείμενα θρησκευτικά και ιστορίας. Είχαν και βυζαντινή μουσική. Ή μέση εκπαίδευσης διαρκούσε 4-5 έτη και αφορούσε στα των Ελλήνων γράμματα τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, στην ιστορία, φυσική, μουσική, γεωμετρία, αστρονομία και σημειογραφία. Δάσκαλοι ήσαν καθηγητές, ρήτορες, φιλόσοφοι, γραμματικοί, σημειογράφοι πού λειτουργούσαν υπό τη μέριμνα τής Εκκλησίας σε πολλές περιοχές τής αυτοκρατορίας. Ή ανώτατη εκπαίδευσης από την εποχή του Θεοδοσίου Β' (425) με το Πανδιδακτήριο (Πανεπιστήμιο) τής Κωνσταντινούπολης παρέδιδε μαθήματα αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, λατινικών, ρητορικής, φιλοσοφίας και δικαίου. Αργότερα στο Βυζάντιο εμφανίστηκαν και άλλες Πανεπιστημιακές σχολές, στην Αλεξάνδρεια, τη Βηρυτό, την Αθήνα τη Θεσσαλονίκη, τη Νίκαια αλλά και στην Κωνσταντινούπολη. Στις νέες επιστήμες προστίθενται ή Ιατρική και τα Μαθηματικά.

Ως προς τα κορίτσια είχε αναπτυχθεί πολύ ή ιδιωτική εκπαίδευσης. Οι Μοναχές, μάθαιναν συλλαβισμό, ανάγνωση, προόδευαν σε διάφορα ιερά κείμενα, ακόμη έφθαναν και να γνωρίζουν και τα δυο ποιήματα τής αρετής, την Ίλιάδα και την Οδύσσεια, όπως τα χαρακτήριζε ό Μέγας Βασίλειος. Στο Βυζάντιο οι γυναίκες έφθαναν να παίρνουν το αξίωμα τής ηγουμένης σε Μοναστήρια, στα νοσοκομεία έργάζοντο ως νοσηλεύτριες και προϊστάμενες-ίάτραινες καθώς επίσης και δασκάλες. Ή Θεοδότη ήταν ιδιωτική δασκάλα του Ψελλού και ή Αγαθή γραμματέας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογέννητου. Υπήρξαν βέβαια και γυναίκες λογοτέχνες ως ή Κασσιανή και ή Άννα ή Κομνηνή.

ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Νάνι-νάνι, νάνι-νάνι κι όπου σε πονεί θα γιάνει...


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΑΡΜΑΡΑ, συνεργάτης Ελληνικού Ιδρύματος Καρδιολογίας

Ό μικρός μου γιος ό Χαρίλαος, ό Χάρης-χαρούμενος όπως τον φωνάζουμε στην οικογένεια αφοί είναι όνομα και πράγμα σε ηλικία επτά ετών περίπου μας άφησε άναυδους με τη συμπεριφορά του. Ήταν ένα βράδυ του Ιουνίου, ό καιρός θαυμάσιος, ζέστη και ό Χάρης με την παρέα του από 4-5 πιτσιρικάδες έπαιζαν χαρούμενα στη βεράντα. Γέλια, χαρές, φωνές, όλο εκείνο τον σκηνικό ενός ξένοιαστου παιδικού παιχνιδιού. Και αίφνης ακούω τον Χάρη να δηλώνει προς τούς φίλους του: «Παιδιά, εγώ τώρα νυστάζω και θέλω να κοιμηθώ. Σας παρακαλώ να πάτε σπίτια σας και θα βρεθούμε αύριο πάλι». Κοίταξα τα γειτονοπούλα και είδα στο βλέμμα τους έντονη απορία ξάφνιασμα δεν καταλάβαιναν τί συνέβη αλλά συμμορφώθηκαν προς την επιθυμία του γιου μου, καληνύχτισαν και γύρισαν σπίτια τους. Ό Χάρης, αφού χαιρέτησε τούς φίλους του, πήγε στο μπάνιο για να πλυθεί, να βουρτσίσει τα δόντια, να κάνει την απαραίτητη βραδινή του προσευχή και στη συνέχεια να πλαγιάσει. Ομολογώ πώς κι εγώ ή ίδια αιφνιδιάστηκα. Τον ότι ό μικρός μου γιος ήθελε να κοιμάται νωρίς τον είχαμε όλοι καλά εμπεδωμένο. Φανταζόμουν όμως ότι σε περίπτωση ζωηρού παιχνιδιού, όπως εκείνο τον βράδυ, θα ξεχνιόταν, θα παρασυρόταν από την παρέα.

Ό Χάρης έχει τον χάρισμα να «ακούει» καθαρά τις ανάγκες του σώματος του αλλά, κυρίως, να τις σέβεται. Δεν τρώει από λαιμαργία έχει αρκετές γνώσεις πάνω στις τροφές και γνωρίζει τί να αποφεύγει, δεν παρεκκλίνει από τον πρόγραμμα τού ύπνου του.

Όμως ήρθαν καιροί χαλεποί, ό Χάρης- χαρούμενος πήγε στο Γυμνάσιο και του έφυγε ή χαρά. Ήρθαν μέρες πού ή ώρα του ύπνου, λόγω φόρτου μαθημάτων, ήταν μετά τις 11 τον βράδυ και τον επόμενο πρωί δυσκολευόταν να ξυπνήσει, έπαψε να τιτιβίζει σαν σπουργίτι και να μας φτιάχνει τη διάθεση. Κάποιο βράδυ μάλιστα με τα ματάκια ίου βουρκωμένα μού είπε πώς αισθανόταν πολύ κουρασμένος, πώς είχε εκνευρισμό και δεν ήξερε τί να κάνει για να ηρεμήσει.

Για τον πόσο ευεργετικός είναι ό ύπνος έχουμε αναφερθεί εκτενώς στις σελίδες τού ανάγκες χείρας περιοδικού. Ο καλός ύπνος είναι φάρμακο, ηρεμεί τον σώμα και τον πνεύμα. Παίρνει δύναμη ό άνθρωπος να σηκωθεί την επομένη τον πρωί υγιής και ευδιάθετος να επιδοθεί στο έργο της ημέρας. Πέφτουν ή πίεση και οι κατεχολαμίνες, χαλαρώνουν τα νεύρα, απομακρύνεται ή κατάθλιψη, ξεκουράζεται ό εγκέφαλος. Μιλάμε όμως εδώ για ύπνο διάρκειας επτά-οκτώ ωρών για τούς ενήλικες και, όπως μας πληροφορούν οι επιστήμονες, για εννέα ώρες στους εφήβους!

Μάλιστα, εννέα ώρες χρειάζονται οι έφηβοι για να έχουν καλές επιδόσεις στο σχολείο και να αποδίδουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Ή έλλειψη ύπνου δεν συνεπάγεται μόνον μειωμένη απόδοση αλλά κακή διάθεση, προβληματική συμπεριφορά, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα.

Πώς όμως να πείσεις έναν έφηβο ότι πρέπει να κοιμάται νωρίς αφού ή αντίδραση στα «πρέπει» σ' αυτή την ηλικία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής προσωπικότητάς του; "Από πείρα σας λέω πώς όταν μιλάς στους έφηβους με σεβασμό, τούς εξηγείς με επιχειρήματα και δείχνεις αγάπη προς αυτούς και όχι ουσιαστικότητα, ακόμα και όταν δείχνουν ότι δεν ακούν, τα λόγια καταγράφονται στο κεφάλι τους, τούς προβληματίζουν και τελικός τα επεξεργάζονται. Μην περιμένετε βέβαια αποτελέσματα από την πρώτη μέρα. Θα πρέπει τον μπλά- μπλά να είναι συστηματικό, ενημερωτικό και χρειάζονται γερά νεύρα και ψυχραιμία. Κι όταν εξηγηθεί και γίνει αποδεκτό από τον έφηβο ότι ή έλλειψη ύπνου μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα υγείας, τότε τίθεται σε εφαρμογή «πρόγραμμα ύπνου».

Οι γονείς με σοβαρότητα και συνέπεια γίνονται επιτηρητές αυτού τού προγράμματος, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ό έφηβος θα κοιμάται αυτές τις απαραίτητες εννέα ώρες. Καλό είναι να απομακρυνθούν από τον εφηβικό δωμάτιο τον τηλέφωνο, ό ηλεκτρονικός υπολογιστής ή ή συσκευή τής τηλεόρασης, αν υπάρχουν, αλλιώς αυτά να κλείνουν τη συμφωνημένη ώρα.

Μπορούμε, τέλος, να βοηθήσουμε τα παιδιά μας στην κατάρτιση ενός προγράμματος δραστηριοτήτων, τον όποιο δεν θα τα καταβάλλει, δεν θα τα αγχώνει αλλά θα τα οργανώνει σωστά ύπνος προγράμματος πού θα κάνει τον βιολογικό τους ρολόι να χτυπάει όμορφα και ρυθμικά. Ό γιος μου, όταν συμφωνήσαμε στις 10 τον βράδυ να είναι στο κρεβάτι του, ζήτησε την επιβεβαίωση μου πώς «και τον 16 είναι καλός βαθμός». Και είναι πράγματι πολύ καλός βαθμός αν έτσι διασφαλίζεται ή ψυχοσωματική υγείας τού έφηβου και ή ειρήνη στο σπίτι.

Νάνι-νάνι, νάνι-νάνι κι όπου σε πονεί θα γιάνει. Πόση αλήθεια περικλείουν αυτές οι λίγες λέξεις του γνωστού μας νανουρίσματος!

ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.


(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, επισκόπου Άχρίδος 1956)

Ο Κύριος Ιησούς δεν γεννήθηκε στη Ρώμη, στο παλάτι του Καίσαρα, για να γίνει κύριος τής οικουμένης με τη δύναμη των όπλων. Γεννήθηκε ανάμεσα στους ποιμένες, για ν' αποκαλυφθεί έτσι ό κυρίαρχος χαρακτήρας της ειρηνικής και αγαπητικής διακονίας Του στον κόσμο. Όπως ό ποιμένας αγαπά και φροντίζει το ποίμνιο του, έτσι κι Εκείνος αγαπά και μεριμνά για κάθε άνθρωπο. Όπως ό ποιμένα φροντίζει για το ένα άρρωστο ή παραστρατημένο πρόβατο περισσότερο από

ενενήντα εννέα πού είναι ασφαλή και υγιή, έτσι κι Εκείνος έχει μεγαλύτερη μέριμνα για τούς αμαρτωλούς παρά για τούς δίκαιους, περισσότερο για τους ανθρώπους παρά για τούς αγγέλους. Όπως ό ποιμένας γνωρίζει το κάθε πρόβατο του χωριστά και κάθε πρόβατο γνωρίζει τον αφέντη του, έτσι γίνεται και με τον μεγάλο, τον καλό Ποιμένα και τη λογική ποίμνη Του. Όπως ό ποιμένας ξαγρυπνάει για το ποίμνιο του, τότε πού όλη ή φύση ησυχάζει αμέριμνη, έτσι κι ό Καλός Ποιμένας αγρυπνεί νύχτες ολόκληρες, νύχτες γεμάτες τρόμο και πειρασμούς. Παρακολουθεί τη λογική Του ποίμνη και προσεύχεται γι' αυτούς με ταπείνωση κι υπακοή στον ουράνιο Πατέρα Του.

Κάθε Του πράξη στη γη είναι από μόνη της ένα ολοκληρωμένο ευαγγέλιο. Ακόμα και τότε πού ήταν νεογέννητος και δεν μπορούσε ν' ανοίξει το στόμα Του για να προφέρει μια λέξη, έδινε στην ανθρωπότητα ένα ολόκληρο ευαγγέλιο με τον τρόπο, τον τόπο και τις περιστάσεις της γέννησής Του.

Δεν θα μπορούσε ό Κύριος Ιησούς να γεννηθεί σε αυτοκρατορικό παλάτι, γιατί καθήκον Του δεν ήταν να γίνει εγκόσμιος κυβερνήτης. Ή βασιλεία Του δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου» πού είναι σκοτεινός σαν την καταιγίδα, παροδικός σαν το όνειρο. Δεν θα μπορούσε να γεννηθεί σαν γυιός κάποιου επίγειου αυτοκράτορα, γιατί ό σκοπός Του δεν είναι ή φωτιά και το ξίφος, οι διαταγές και ή βία, αλλά ή θεραπεία των άρρωστων και ή σταδιακή αποκατάσταση της υγείας τους. Τα έργα πού έκανε στη Ζωή Του δεν έρχονται σε αντίθεση με τα λόγια Του αλλά τα επιβεβαιώνουν. Ή διδασκαλία Του εμπεριέχεται στη ζωή και τα λόγια Του, είναι το σωτήριο ευαγγέλιο Του.

Όλα όσα ήρθε για να ζήσει στη γη ήταν τόσο καλά μελετημένα και προσχεδιασμένα, με τόσο μεγάλη σοφία, πού ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να εξηγήσει. Γι' αυτό κι εκείνο πού έχουμε να κάνουμε είναι να λατρεύουμε τη σοφία Του με υπακοή και ταπείνωση, γιατί Εκείνος όχι μόνο ικανοποιεί τον νου μας αλλά γεμίζει και την καρδιά μας με χαρά. Και μείς, γεμάτοι χαρά και αγαλλίαση, ας επαναλάβουμε τον αγγελικό ύμνο: «Δόξα εν Ύψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΘΕΟΣ ΕΠΙ ΓΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ», έκδ. Πέτρου Μπότση, σσ. 89 - 91)

ΜΙΑ ΚΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΟΑΦΡΟ.


Πιστεύοντας πώς αν ξανάκουγα τη διήγηση από Καυσοκαλυβίτη αδελφό, πού ή ζωή του είχε πυκνοϋφανθή με τα σε τούτα τα μέρη επί αιώνες όντα και δρώμενα, θα την αποκτούσα σαν γνώσι περισσότερο εναργή και αξιόπιστη και θα ήταν κάτι ακόμα από' αυτά στα όποια επιθυμεί να άδολεσχή επιθυμεί' εσχάτων ή ψυχή μου. 'Σκέφτηκα λοιπόν πώς καταλληλότερη ευκαιρία για σωστό φρεσκάρισμά της δεν θα εύρισκα, και αποφάσισα σε τούτο το θέμα να στρέψω την συζήτησι.

Δεν μπορώ να ξέρω, πάτερ Παύλε, πόσες φορές ανά τις δεκαετίες μου στο Όρος, πέρασα σχεδόν ξυστά με βάρκες και καΐκια από' τούς κοφτά και όλοκάθετα αναδυόμενους εκείνους βράχους κι' από' το ξερονήσι τούτο άγιου Χριστόφορου. Πάντοτε με συγκινούσαν ή θέα και τα μηνύματα πού εξέπεμπαν το χαμηλοκτισμένο -για να αντέχει στην οργή της Όστριας και τούτο Μαΐστρου- εκκλησάκι του και ό γερά εδρασμένος Τίμιος Σταυρός του. Τώρα πού το σκέπτομαι, 'ντρέπομαι πού δεν αξιώθηκα να ανεβώ, να το περιεργασθώ και να το προσκυνήσω.

Βέβαιος, λοιπόν, ότι ό πατήρ Παύλος ότι γνώριζε θα ήταν εξ ιδίας εμπειρίας και αυτοψίας, τον παρακάλεσα να είναι όσο το

δυνατό ακριβέστερος και περιγραφικός για τα αφορώντας το ξερονήσι τούτα άγιου Χριστόφορου και τα της περιπέτειας της κάρας εκείνης, έδωκα το έναυσμα και την δέουσα αφορμή, κι' εκείνος άρχισε:

- Παλαιότερα 'πήγαινα προς τα 'κει συχνά-πυκνά για «χάνεμα», είτε μόνος είτε με τον μακαρίτη. Αν δυσκόλευε το βαρκάκι μας το Μελτέμι δεν μας πείραζε ό λογισμός• αν όμως ήταν «μπουνάτσα κάλμα», τότε πλησιάζαμε και πεταγόμουν επάνω να προσκυνήσω και ν' ανάψω το καντήλι. Έτσι έκαναν και άλλοι πατέρες. Δεν μπορείς να ησυχάσεις το βράδυ αν αδιαφορήσεις. Είναι σαν να βλέπεις μπροστά σου τον άγιο να παραπονιέται, Δεν είναι πολύ βαθειά τα κάτω, πιάνει εύκολα το «σίδερο»• «δένεις» στην πρώτη βραχοκορφή και με δύο-τρεις δρασκελιές στα κοτρώνια, βρίσκεσαι μες' το εκκλησάκι.

Πρέπει να είναι αλήθεια, Δέσποτα, αυτό πού λένε, ότι δεν ήταν εξ αρχής ολόγυμνο και ξέχωρο νησάκι αλλά προέκτασης των από δώθε μας ένα μικρακρωτήρι δηλαδή, στο όποιο σε καλοστεκούμενο κελί ή σε καλύβες ασκήτευαν πατέρες. Ότι τρομακτικός σεισμός πόντισε τούτα τ' ανάμεσα μας κι' αφήκε να εξέχουν και να προβάλλουν αγριωποί πάν' από τη θάλασσα εκείνοι οι βραχοπεσσοί και το νησάκι τούτα άγιου. Αλλιώς πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το να υπάρχουν εκείνος και να διαφυλάσσονται ακόμα, σε διαμορφωμένο χώρο, τόσες νεκροκεφαλές και άλλα κόκαλα.

Λένε ακόμα, ότι στα προ Χριστού χρόνια υπήρχε στον τόπο μας κτισμένος κοσμικοοικισμός και ότι τάχα τα κόκαλα τούτα σώζονται από' τα τότες• ποιος ξέρει; Άκουσα μάλιστα αρκετούς πατέρας της Σκήτης μας να διαβεβαιώνουν, ότι στον πάτο της θάλασσας σε ημέρες απολύτου νηνεμίας και καθαρότητας των νερών, είδαν με το «γυαλί» πράγματα με ενδείξεις επεμβάσεως ανθρώπινων χεριών, αλλά και σαφέστατα διακρινόμενες μαρμαροκολόνες.

Παλαιότερα, κατά τα καλοκαίρια, με συνεννόηση και ευλογία Γεροντάδων έμπαιναν σε βάρκα παπάς και καλογέρια και πήγαιναν για λειτουργία. Στη μνήμη του όμως, στις 9 Μαΐου, 'πηγαίναμε αρκετοί. Ήταν και στα χρέη τούτα Δικαίου να υπάρχει και κέρασμα• νεράκι, λουκούμι και ρακί. Ήταν καλή ευκαιρία για λατρεία και δόξα του Θεού 'λίγο πάν' από τα κύματα, για τιμή του αγίου και για επικοινωνία και αγάπη δική μας. Τώρα όμως πάνε τούτες οι πολυτέλειες, Δέσποτα- το βλέπεις κι' από μόνος σου.

Απομείναμε 'λίγοι, 'λιγόστεψαν κι' οι παπάδες μας, και πολύ φοβούμαι, ότι, όπως πάμε, και στην μνήμη του ό άγιος θα μένη αλειτούργητος, και να μάς συγχωρέσεις. Σήμερα περισσότερο το επισκέπτονται τα παραγαδιάρικα τα απόβραδα και πολύ σπάνια οι δικές μας βάρκες. Και μήπως πόσοι από 'μάς έχουμε από δαύτες; Βράζουν την κακαβιά τους και πέφτουν από νωρίς για ύπνο οι καημένοι οι ψαράδες, γιατί την επαύριον πρέπει να πιάσουν δουλειά πολύ προτού χαράξει ό ήλιος.

Οι Γεροντάδες μου, μου είπαν ότι στις 'μέρες τους συνέβη το θαυμαστό με την κάρα, πού έπλεε στον αφρό και σιγοξέσερνε τα ίσαλα της βραχοπλαγιάς τού νησιού. Κάποιας τρελό Νοτιάς

θεόρατο κύμα θα την είχε αρπάξει από 'κει επάνω, και την πέταξε από τούτη τη μεριά τού πελάγου. Ό μακαρίτης Γέρο Μιχαήλ με τον Διάκο Γεώργιο της συνοδείας των Ιωασαφαίων ήταν αυτοί πού την 'βρήκαν, όταν 'πήγαν για ψάρεμα προς τα εκεί. Μάς εξέπληξε ή αφήγησης. 'Λίγο πράμα είναι, Δέσποτα, να πλέει για μερόνυχτα η κάρα στον αφρό με τόσες τρύπες; Ψαρόκρατούντα μαθές είναι; Και γιατί τα κύματα δεν την έσπρωχναν προς τα βράχια να την κάνουν τσόφλια και θρύμματα ή να την πάρουν τα ρέματα κι' ό αέρας μακριά και να χαθεί, αλλά επέμενε και στις δυο φορές να πλέει εκείνος μπροστά στο νησάκι τού άγιου;

Τα άλλα είναι γνωστά• την περιμάζεψε ό Γέρο Μιχαήλ από' τον αφρό παραξενεμένος πολύ για το ότι έπλεε και δεν 'βούλιαξε την τοποθέτησε στης βάρκας του την πλώρη και είχε σκοπό να την ανεβάσει στο Κυριάκο και να την τοποθετήσει στου Κοιμητηρίου τα ράφια, δίπλα με τις άλλες των προκατόχων μας.

Δεν τελεσφόρησε όμως ή πρόθεσης, γιατί όταν 'τελείωσε το ψάρεμα και επέστρεψαν στον αρσανά, επακολούθησε μεταξύ τούτο Γέροντος Μιχαήλ και παρατυχόντων ασκητών ζωηρός διάλογος και επίκρισης της ενεργείας. Οι περισσότεροι έλεγαν ότι

στο κοιμητήρι της Σκήτης φυλάσσονται αμιγώς μόνο τα οστά των αποθανόντων Καυσοκαλυβιτών και ότι θα ήταν παράβασις της καθεστηκυίας τάξεις ή «φιλοξενία» κάρας έξωθεν ελθούσης.

Την έντονη συζήτησι και διχογνωμία 'τερμάτισε κάποιος τολμηρός μοναχός, ό όποιος σκεφθείς ότι τούτη, ή στον αρσανά μεταξύ ολίγων διαφωνία και λογομαχία, με την μετακομιδή της κάρας στην Σκήτη και στο Κυριάκο, θα 'μπορούσε να προκαλέσει μείζον πρόβλημα διασαλευτικό της ειρήνης, της ησυχίας και της αγάπης όλων των ασκητών, -κάποιος έτσι δεν 'ξεκίνησαν τα «κολλυβάδικα» από' τούς Άγιαννανίτες και έτσι πολύ παλαιότερα δε 'φούντωσαν στο Όρος και στην Πόλι οι «ησυχαστικές έριδες»;- την άρπαξε απότομα και (κατά την μαρτυρία τούτα αγαπητού μου Καυσοκαλυβίτη Γέροντος Χαραλάμπους) με όση δύναμη και ορμή διέθετε την εκσφενδόνισε στο πέλαγος... 'Σιώπησαν αυτόματα όλοι κι' αρκέσθηκαν στο έξης να παρατηρούν τα σκαμπανεβάσματά της στα κύματα τούτα Μελτεμιού πού όλο και περισσότερο 'δυνάμωνε εκείνης την ώρα. Ύστερα βουβοί κι' αμίλητοι «'πήραν» τα πετροσκαλιά κι' ανηφόριζαν το μονοπάτι...

Όταν πέρασε κάμποσος καιρός και το γεγονός 'πήγαινε να λησμονηθεί. Αλλά ό Γέρο Μιχαήλ 'ξαναπήγε για ψάρεμα προς την περιοχή τούτα άγιου Χριστόφορου, και... νάτην πάλι μπροστά του ή κάρα, στο ίδιο ακριβώς μέρος πού την 'βρήκε και την πρώτη φορά. Την περιμάζεψε και πάλι, αλλά τούτη τη φορά έκρινε πώς «επιθυμία» της κάρας ήταν να μην αναπαυθεί στο Καυσοκαλυβίτικο Κοιμητήρι, αλλά στο ταπεινό «οστεοφυλάκιο» τούτα άγιου Χριστόφορου. Έδεσε τη βάρκα στο βράχο, ανέβηκε στο εκκλησάκι, έκκλησίασε την κάρα και 'προσκύνησε τούτα τέμπλου τις εικόνες. Ακολούθως την εναπόθεσε μέσα & εκείνος το παμπάλαιο τραπεζοειδόσχημο κοιμητηριακό πετροπρόσκτισμα, όπου βρίσκονται άλλες πέντε ακόμα καθώς και αρκετά όστινα σκελετικά κατάλοιπα, τις οίδε ποίων και πότε εκεί κοιμηθέντων. Αιωνία των ή μνήμη.

-Τί να σήμαιναν όλα τούτα Δέσποτα;

Πώς μπορώ να ξέρω, αγαπητέ μου πάτερ Παύλε; Πάντως

«δίκαιος εάν φθάση τελευτήσαι εν αναπαύσει εσταί» (Σοφ. Σολ. 4, 7). Θέλω δεν να νομίζω, πώς με όλα αυτά φανερό καθίσταται ότι θαυμαστότερα από' όσα ξέρουμε κρύβει το ξερονήσι• ότι για τούτο και για το εκκλησάκι του ενδιαφέρεται ό άγιος και ότι για τους σ' αυτό πνευματικώς αγωνισθέντας και θεαρέστως τελειωθέντας, πολύ ζωηρό είναι το ενδιαφέρον και ή μέριμνα τούτο Κυρίου. Όσο για την κάρα, που 'χάρισε στους Καυσοκαλυβίτας ένα τόσο θαυμαστό σημείο, καμιά αμφιβολία ότι ή ψυχή στην όποια ανήκει θα είναι κοσμημένη με αρετές και αγαπημένη από τον Κύριο.

Ποιος όμως μπορεί να ξέρη γιατί επιθυμεί το κατάλοιπο τούτο της εγκόσμιας υπάρξεως της, να αναμμένη την ανάσταση και την τελική κρίσι τούτο Κυρίου 'πάνω σε τούτο το βραχονήσι; Και ό πανάγαθος Θεός εκπληροί την επιθυμία τούτο ταπεινού δούλου του, κατά το «θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών είσακουσεται» (Ψαλμ. 144, 19). Μην μας διαφύγη όμως και το διδακτικό μήνυμα της όλης αυτής υποθέσεως και της οικονομίας Του, πού ήταν να φανερώσει ότι και των οστέινων λειψάνων κήδεται και προνοεί ό Θεός, και να στρέψη το νου και την ψυχή ημών των ζώντων στα δικά μας στερνά και μελλούμενα.

Τον ευχαρίστησα και 'σηκώθηκα αμέσως όρθιος. Ήταν καιρός να σταματήσουμε τη συζήτησι και να 'ξαναμπούμε μέσα. Μας περίμενε αρκετός αγώνας ακόμα μέχρι το τέλος της αγρυπνίας, πού θα την επιστεφανώναμε με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. 'Πίεζε προς τούτο και το αναγκαίο της έγκαιρου και προσθέτου ετοιμασίας μας για την Μετάληψη των Τιμίων και Ζωοποιών

Δώρων τούτο Κυρίου. Δεν ήταν δεν 'λιγότερο έντονη ή συνειδησιακή προτροπή για μέριμνα και ευθύνη να μνημονευθούν τα ονόματα όλων των τεφτεριών, των φυλλάδων και των ψυχοχαρτιών στην προσκομιδή. Πολλώ μάλλον για το γνωστό και δεδομένο ότι δίδουν ιδιαίτερη προσοχή οι Καυσοκαλυβίτες σε τούτο το ζήτημα της μνημονεύσεως των ονομάτων των κεκοιμημένων ιδίως τούτη τη μεγάλη γιορτή και ημέρα.

Να ήταν άραγε σε καμιά μεριά καταγεγραμμένα και τα ονόματα των... άγιο Χριστοφοριτών πατέρων και εκείνου πού ή κάρας

που έπλεε στα κύματα; Ποιος μπορεί να ξέρη; Αυτός ό λογισμός πέρασε από τον νου μου τη στιγμή της διαμνημονεύσεως των τόσων άλλων.

Είχε τυπωθεί ζωηρά στην μνήμη και στην ψυχή μου ή ως ανωτέρω καλή διήγησης τούτα Γέρο Παύλου και έκρινα καλό να την καταγράψω. Μακάρι τέτοιοι μοναχοί και γεροντάδες να με συντροφεύουν κατά τα εξ αδυναμιών μου -κατακριτέα οποιοδήποτε, και ό Θεός ας μου τα συγχωρέσεις- ξεπορτίσματα από' τα Μοναστηριακά Καθολικά κι' από' τα Σκητιώτικα Κυριακά κατά των αγρυπνιών τις πολλές ώρες και είθε με ανάλογο υλικό τουλάχιστον να γεμίζουν τα έκάστοτε όχι πολύ λεπτά πάντως διαλείμματά μου.

ΒΙΒΛ. ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Είπε κάποιος, τί είναι ό χρόνος; Ό χρόνος είναι ένα ποτήρι, σαν τον ποτήρι του κρασιού.

Για τον Χρόνο

ΑΡΧΙΜ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟΣ

ΣΚΗΤΗ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ.

Αδελφοί μου, καθώς σήμερα είναι ή πρώτη μέρα του έτους, ή αρχή του νέου χρόνου, είναι επίκαιρο να πούμε ότι αυτός ό χρόνος σαν αξία, σαν ιδέα και σαν δώρο του Θεού, χωρίζεται σε τρία μέρη. Είναι τον παρελθόν, είναι τον παρόν και είναι τον μέλλον του χρόνου. Η αν θέλετε πιο απλά ακόμη, είναι τον χθες, είναι τον σήμερα και είναι τον αύριο. Εκείνο πού όμως όλοι ξέρομε, είναι ότι αυτός ό χρόνος τρέχει πάρα πολύ γρήγορα. Τρέχει σαν τον ποτάμι. Βρήκα αυτή την παρομοίωση, ότι ό χρόνος και τον ποτάμι μοιάζουν μεταξύ τους, στις διδασκαλίες του Μεγάλου Βασιλείου, πού κατά ευλογημένη συγκυρία και εκείνον τον γιορτάζουμε σήμερα. Και κατά κάποιον τρόπο, ό Μέγας Βασίλειος πού ευλογεί με την γιορτή του τον νέο έτος, λέει και μια μεγάλη αλήθεια για τον χρόνο. Ότι αν μπεις σ' ένα ποτάμι μέσα και πάς να λουστείς, τον νερό πού ακουμπήσει στο σώμα σου, μία μόνον στιγμή είναι τον ίδιο. Μετά από μια στιγμή δεν είναι τον ίδιο νερό, φεύγει και έρχεται άλλο νερό. Και μετά από λίγο άλλο και άλλο, και αν καθίσεις μια ώρα μέσα στο ποτάμι, δεν ξέρω πόσες φορές θα αλλάξει τον νερό. Όμως τον ποτάμι μένει τον ίδιο, ενώ τον νερό δεν είναι τον 'ίδιο.

Γι' αυτό τον λόγο παρομοιάζει τον χρόνο με τον ποτάμι. Τον ποτάμι του χρόνου τρέχει κι αυτό και μας εγγίζει. Και περνούν οι στιγμές, οι ώρες, οι ήμερες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια. Και ενώ ό χρόνος φεύγει, τα σημάδια του μένουν. Ποιά είναι τα σημάδια; Λέει ό Μέγας Βασίλειος. Πάρτε παράδειγμα ένα μικρό βρέφος. Μετά από λίγο μεγαλώνει και γίνεται νήπιο, μετά γίνεται παιδί και πάει στο σχολείο, μετά γίνεται έφηβος. Μετά γίνεται νέος, άνδρας, μετά γίνεται ώριμος, μετά γίνεται γέρος και μετά πεθαίνει. Έτσι τρέχει ό χρόνος στη ζωή μας και αλλάζει διαρκώς. Και θυμάται ό Μέγας Βασίλειος να πει ένα αρχαίο ρητό, πού είναι παρμένο από τον Ηράκλειτο. "Τα πάντα ρεί και ουδέν μένει. Και ουδείς δύναται δίς διαβήναι τον αυτόν ποταμόν". Τον ακούσατε; Όλα τρέχουν και φεύγουν και τίποτε δεν μένει σταθερό. "Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης". Και κανείς λέει, δεν μπορεί να περάσει δύο φορές τον ίδιο ποτάμι. Τον ποτάμι τον περνάς, αλλάζει τον νερό δεν είναι τον ίδιο. Γι' αυτό οι άνθρωποι όταν θέλουν να πούνε ότι πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, λένε την σχετική παρομοίωση. "Πολύ νερό πέρασε κάτω από τις γέφυρες". Αυτό τα λέει όλα. Και λένε πολύ σωστά, "τον ποτάμι δεν γυρίζει πίσω". Έτσι και ό χρόνος τρέχει, περνάει από την γέφυρα της ζωής και δεν γυρίζει πίσω.

Γι' αυτό πρέπει ό άνθρωπος να εκμεταλλεύεται τον παρόν, να τον αξιοποιεί. Είναι αυτό πού λέει ό Απόστολος Παύλος, "εξαγοραζόμενοι τον καιρόν ότι αι ημέραι πονηραί είσίν". Τον παρόν είναι δικό σου, τον παρελθόν δεν είναι δικό σου. Αλλάζει επιτρέψτε μου, δύο λόγια ακόμη να πω για τον παρόν και για τον παρελθόν και για τον μέλλον. Όσον αφορά τον παρελθόν, τί είναι; Παρελθόν είναι τον έτος 1987 πού πέρασε και όλα τα άλλα χρόνια από κτίσεως κόσμου. Ότι έχει περάσει, παρελθόν είναι. Όμως μέσα στο παρελθόν αυτό υπάρχουν μερικές ώρες, υπάρχουν μερικές ημέρες, υπάρχουν μερικά σημεία του χρόνου, πού μας κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Παραδείγματος χάριν, ό χρόνος πού γεννηθήκαμε, πού βαπτισθήκαμε, πού παντρεύτηκαν άλλοι, πού πέτυχαν κάτι σπουδαίο άλλοι. κ.ο.κ.

Η μάλλον τί είπα; Αν ανοίξουμε την Ιστορία την ελληνική και δούμε τον παρελθόν, υπάρχουν μερικές χρονολογίες, πού μας κάνουν πολύ μεγάλη εντύπωση. Όσοι είμαστε μεγαλύτεροι εδώ μέσα, ποιός ξεχνάει την 28η Οκτωβρίου του 1940; Ποιός μεγαλύτερος ακόμη θα ξεχάσει την Ιστορία και τα γεγονότα του 1912 και του 1922 με τον δράμα της Μικράς Ασίας. Και αν πάμε έτσι προς τα πίσω, θα φτάσουμε στην άλωση της Κων/πόλεως και θα φτάσουμε στην αρχαία ελληνική εποχή. Και πηγαίνοντας παραπέρα, παραπέρα, κάποτε φτάνουμε στους Πρωτοπλάστους. Τί λέτε τελειώνει ή Ιστορία και τον παρελθόν εκεί;

Λέει ή Αγία Γραφή και τον τονίζει ιδιαίτερα ό Μέγας Βασίλειος, πού γιορτάζομε σήμερα, εξηγώντας την εξαήμερο της Δημιουργίας, ότι κάθε ημέρα της Δημιουργίας δεν είναι μία ημέρα με εικοσιτέσσερις ώρες, δεν είναι ένας χρόνος με τριακόσιες έξηνταπέντε ημέρες. Αλλάζει κάθε ημέρα της Δημιουργίας είναι εκατομμύρια χρόνια. Να τί είναι τον παρελθόν και ό άνθρωπος μέσα στο απέραντο παρελθόν νοιώθει πολύ μικρός. Τί είναι εβδομήντα, ογδόντα και εκατό χρόνια, πού ζει ό άνθρωπος, μέσα στην αιωνιότητα;

Και τώρα έρχομαι στο παρόν. Τί είναι τον παρόν; Λένε πολλοί ότι παρόν είναι ότι ζούμε σε μια ημέρα. Είναι λάθος αυτός. Και μέσα στην ημέρα υπάρχει παρελθόν. Τον μεσημέρι, γίνεται παρελθόν τον πρωί. Και όταν έρθει τον βράδυ, γίνεται παρελθόν τον μεσημέρι. Σχεδόν δεν υπάρχει στιγμή πού να είναι παρόν. Ό κόσμος όταν λέει παρόν, εννοεί ότι γράφουν οι εφημερίδες, ότι λέει ή τηλεόραση, την επικαιρότητα δηλαδή. Και ακόμη περισσότερο. Επειδή πολλοί άνθρωποι είναι υλιστές, όταν λένε παρόν, εννοούν τί φάγαμε, τί ήπιαμε, τί διασκεδάσαμε και τί χρήματα μαζέψαμε. "Φάγωμεν, πίωμεν. Αύριον γάρ αποθνήσκομεν". Καμιά μελέτη και κανένα ενδιαφέρον για τον παρελθόν. Ακόμη ξεχνάνε οι άνθρωποι και τον πατέρα και την μάνα τους και λένε, αυτοί είναι παρελθόν, ό γέρος και ή γριά. Και ακόμη λένε, "οι ζωντανοί με τούς ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τούς πεθαμένους". Εσείς να μη τον λέτε. Τον καλό παρόν γίνεται καλό παρελθόν, αλληλοεξαρτώνται αυτά.

Και τώρα έρχομαι στο τρίτο. Και τί είναι τον μέλλον; Εδώ είναι ή μεγάλη φιλοσοφία του χρόνου. Όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται, άραγε τί θα γίνει αύριο; Θα έχομε πόλεμο ή θα έχομε ειρήνη; Θα έχομε αγαθά να τα άπολαύσουμε ή θα πεινάσουμε; Θα έχουμε την υγεία μας ή θα αρρωστήσουμε; Θα είμαστε καλά ή θα δυστυχήσουμε; Και αυτήν ακριβώς την αγωνία του ανθρώπου, πού έχει για τον μέλλον, για τον τί θα γίνει αύριο, την εκμεταλλεύονται οι μάγοι και τα μέντιουμ, οι αστρολόγοι, τα ωροσκόπια. Και είναι αστείο, ότι έρχονται με τον καζαμία να μας πούνε ποιό θα είναι τον μέλλον. Ε, έρχεται ό Μέγας Βασίλειος και λέει. Τον μέλλον εξαρτάται από τον παρόν. Όπως έστρωσες, έτσι θα κοιμηθείς δηλαδή. Και ή καλή ημέρα φαίνεται από τον πρωί. Και "τον δενδράκι αν είναι μικρό 'ίσιο, θα είναι και μεγάλο ίσιο. "Αν στραβώσει μικρό, θα μείνει στραβό και μεγάλο".

"Έτσι αδελφοί μου, τον μέλλον του κόσμου και το μέλλον του εαυτού μας, εξαρτάται από τον παρόν που έχομε στα χέρια μας. Και τώρα, στην ιδία έννοια, που όλα έρχονται και παρέρχονται και δεν μένει τίποτε σταθερό, "τα πάντα ρέει και ουδέν μένει", θα σας πω ότι υπάρχει μια εξαίρεση. Είναι Ένας, πού δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε παρόν ούτε μέλλον. Είναι ένα Όνομα και ένα Πρόσωπο, πού δεν κατορθώνει ό πανδαμάτορας χρόνος να τον αλλοιώσει. Είναι υπεράνω του χρόνου. Είναι άχρονος και ύπέρχρονος. Και αυτός ό Ένας, πού πάντα μένει ό ίδιος, ποιός είναι; "Ό αυτός χθες και σήμερον, ό αυτός και εις τούς αιώνας", λέει ό Απόστολος Παύλος. Είναι ό Κύριος ημών. Μόνον αυτός είναι παραπάνω από τον χρόνο, "ό ων και ό ην και ό ερχόμενος". "Και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος".

Αδελφοί μου, σ' αυτόν τον Ένας, πού ό χρόνος δεν τον εγγίζει, ας πιστεύουμε, ας ελπίζουμε, ας τον προσκυνούμε και ας τον κάνομε την Πέτρα της ζωής μας. Όλη ή ζωή μας σ' αυτός τον θεμέλιο επάνω να στηρίζεται. Όποιος στηρίζει την ζωή του σ' αυτή την Πέτρα επάνω, αυτός είναι σίγουρος. Είδατε ποτέ ένα βράχο μέσα στη θάλασσα; Τον χτυπούν τα κύματα, έρχονται αλλεπάλληλες οι φουρτούνες και ό βράχος μένει πάντα αμετακίνητος. Ναι, στον διάβα των αιώνων, ό βράχος ό όποιος δεν μετακινείται, είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Στερέωσε, λοιπόν, την ζωή σου "επί την πέτραν των εντολών του". Όποιος τον κάνει αυτός, και παρελθόν έχει και παρόν έχει και μέλλον θα έχει.

Και τώρα, πρίν κλείσω αυτή την ομιλία, θέλω να παρουσιάσω δύο έννοιες, πού αποδίδουν καλύτερα τον χρόνο. Τον πρώτο παράδειγμα είναι τον εξής: Πάνε πολλά χρόνια από τότε, όταν μια φορά περνώντας από ένα πάρκο, όπου υπήρχαν πάγκοι. Οι Δήμαρχοι τοποθετούν στους κήπους τους πάγκους και καμιά φορά τούς βάφουν ανάλογα με τον χρώμα του πολιτικού τους Κόμματος. Περνώντας, λοιπόν, από τον κήπο, είδα να κάθεται ένα νεαρό άτομο στον πάγκο. Είχε μια σακούλα με σπόρια και τα έτρωγε φτύνοντας κάτω. Γέμισε τον δάπεδο τσόφλια. Τον πλησίασα λιγάκι, τον καλημέρισα και ρώτησα. Τί κάνεις εδώ, δουλειά δεν έχεις; Πώς περνάς τον καιρό σου; Και μου είπε κάτι, πού όταν τον θυμάμαι ή τον ξανακούω, πονάει ή ψυχή μου. "Να, μ' αυτά τα σπόρια σκοτώνω τον χρόνο μου"! "Έγκλημα είναι, του είπα, να σκοτώνεις εσύ ό νέος τον χρόνο σου τον πολύτιμο. Τίποτε καλύτερο δεν έχεις να κάνεις;

Τον ίδιο ερώτημα και την ιδία απάντηση κάνω και δίνω σε όλους τούς ανθρώπους σήμερα πού είναι πρωτοχρονιά. Ανοίγει μπροστά μας ό Θεός ένα νέο χρόνο, τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες. Πώς θα περάσει αυτός ό χρόνος, αδελφοί μου; Θα τον σκοτώσουμε στα χαρτιά, στους καφέδες, στις συζητήσεις, στις εκδρομές, στους περιπάτους, στα ξενύχτια, στις διασκεδάσεις; Πώς ό καθένας μας θα διαθέσει και θα αξιοποιήσει αυτόν τον πολύτιμο χρόνο; Μη ψάχνετε για άλλη απάντηση. Ελάτε στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, "Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ήμέραι πονηραί εισίν". Και όχι μόνον πονηραί, αλλάζει και κολοβωμέναι είσίν. Σήμερα πεθαίνει ό ένας, αύριο πεθαίνει ό άλλος και μεθαύριο είναι ίσως ή σειρά μας. Σάς στενοχωρώ ίσως λιγάκι. Ό σοφός Σολομών λέει, ξημερώνει μια ημέρα. Ξέρεις αν θα δύσει αυτή ή ήμερα και εσύ θα είσαι στη ζωή; Ας αξιοποιήσουμε τις ημέρες πού μάς αφήνει ό Θεός να ζήσουμε.

Και τελειώνω μ' ένα άλλο παράδειγμα. Είπε κάποιος, τί είναι ό χρόνος; Ό χρόνος είναι ένα ποτήρι, σαν τον ποτήρι του κρασιού. Σήμερα και αυτές τις ημέρες πού έρχονται, όλοι πίνουν κρασί, λένε ευχές. Στην υγεία σας, χρόνια πολλά, ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος, ειρηνικός ή εμπόλεμος, από τις ευχές πού θα κάνουμε. Από τί θα εξαρτηθεί; Λέει, λοιπόν, κάποιος φιλόσοφος, αυτός τον ποτήρι του χρόνου μάς τον δίνει ό Θεός. Τον 1988 ανήκει σε όλους μας. Εξαρτάται όμως με τί θα γεμίσει ό καθένας μας τον ποτήρι. Ό ένας θα βάλει μέσα μπύρα, ό άλλος θα βάλει ρετσίνα, ό άλλος κόκα - κόλα, ό άλλος μπορεί να βάλει παραθείων για να αυτοκτονήσει. Ό φιλάργυρος θα βάλει λεφτά, ό κακόψυχος θα βάλει φαρμάκι για να φαρμακώσει τούς άλλους και κάποιος θα βάλει βενζίνη για να ανάψει φωτιές. Καταλαβαίνετε τί εννοεί; Από μάς εξαρτάται πώς θα είναι ό χρόνος, καλός ή κακός. Ανάλογα με τις διαθέσεις μας, με τα αισθήματα μας, με τούς λογισμούς μας, ανάλογα με τις πράξεις μας, θα αξιοποιήσουμε τον χρόνο.

Σάς παρακαλώ και αυτή είναι και ή ευχή μου. Τον ποτήρι αυτός τον άδειο, τον όποιον μάς έδωσε σήμερα ό Θεός σαν δώρο και απέξω γράφει 1988, να τον γεμίσουμε όλοι μας με αγάπη, με καλοσύνη, με αρετή, με φώς. Και για τον εαυτό μας και για την οικογένεια μας και για τον περιβάλλον μας. Να είναι ό χρόνος αυτός γεμάτος από την ευλογία και την χάρη του Θεού. Αμήν.

ΒΙΒΛ. ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ