Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Κυριακή Ε’ Λουκά: Εις τον πτωχόν Λάζαρον και τον πλούσιον (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)(Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. ιστ΄, χωρία 19 έως 31)



Κυριακή Ε’ Λουκά: Εις τον πτωχόν Λάζαρον και τον πλούσιον (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

(Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. ιστ΄, χωρία 19 έως 31)

Αποσπάσματα από τις ομιλίες α΄ έως και ζ΄ «Εις τον πτωχόν Λάζαρον και τον πλούσιον» του αγίου Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, σχετικά με την ευαγγελική περικοπή για την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου.

[…] Ήταν, λέγει, κάποιος άνθρωπος πλούσιος, που ζούσε μέσα σε πολλή κακία, δεν είχε λάβει πείρα καμιάς συμφοράς, αλλά τα πάντα έρρεαν ομαλά γι΄ αυτόν όπως το νερό στις πηγές. Το ότι πράγματι καμία συμφορά δεν του συνέβαινε, ούτε αφορμή για στενοχώρια, ούτε καμία ανωμαλία βιωτική, αυτό ακριβώς ο Κύριος το υπαινίχτηκε με αυτό που είπε ότι «ευφραινόταν καθημερινά». Και ότι ζούσε με κακία, γίνεται φανερό και από το τέλος που είχε και πριν από το τέλος του από την περιφρόνηση που έδειξε στον φτωχό. Και το ότι δεν ελεούσε όχι μόνο εκείνον που στεκόταν στην πόρτα του, αλλά ούτε και κανένα άλλον, εκείνος ο ίδιος το έδειξε. Διότι εάν αυτόν που ήταν διαρκώς ριγμένος μπροστά στην πόρτα του και βρισκόταν μπροστά στα μάτια του κάθε ημέρα, και αναγκαζόταν μια και δύο και πολλές φορές να τον βλέπει εισερχόμενος και εξερχόμενος (καθόσον δεν τον συναντούσε σε καμιά συνοικία, ούτε βρισκόταν σε κρυφό και απόμερο τόπο, αλλά εκεί από όπου συνεχώς έμπαινε και έβγαινε ο πλούσιος και αναγκαζόταν έτσι και χωρίς να το θέλει να τον βλέπει), εάν λοιπόν αυτόν δεν ελέησε, που βρισκόταν κατάκοιτος σε τόσο φοβερό κατάντημα και ζούσε μέσα σε τόσο μεγάλη δυστυχία, ή καλύτερα που ταλαιπωριόταν σε όλη του τη ζωή από αρρώστια, και μάλιστα από πολύ φοβερή αρρώστια, για ποιον που θα τύχαινε να συναντήσει θα συγκινούνταν ποτέ; Διότι κι αν την προηγούμενη ημέρα τον προσπέρασε, την επόμενη φυσικό ήταν κάποια συγκίνηση να αισθανόταν· αλλά εάν και κατ΄αυτήν αδιαφόρησε, έπρεπε την τρίτη ή την τέταρτη ή την επόμενη οπωσδήποτε να λύγιζε συγκινούμενος, ακόμα κι αν ήταν αγριότερος από τα θηρία.

Όμως δεν αισθάνθηκε τίποτα παρόμοιο· […] πολλές φορές την ημέρα ο πλούσιος τον έβλεπε να είναι εκεί κατάκοιτος και σιωπηλός, και αυτό ήταν αρκετό να μαλακώσει ακόμη και κάποιον με πέτρινη καρδιά. Διότι πολλές φορές, όταν μας ενοχλούν θυμώνουμε, όταν όμως δούμε αυτούς που χρειάζονται την βοήθειά μας να στέκονται σιωπηλοί και να μη λένε τίποτα, αλλά παρά το ότι πάντοτε δεν πετυχαίνουν, όμως δεν παραπονούνται, επειδή όμως δεν μας δυσαρεστούν, αλλά στέκονται μόνο σιωπηλοί μπροστά μας, κι αν ακόμα είμαστε πιο αναίσθητοι κι από τις πέτρες, κατασυγκινούμαστε, αισθανόμενοι ντροπή για τη μεγάλη τους επιείκεια και πραότητα. Αλλά και κάτι άλλο όχι μικρότερο από αυτά ήταν, το ότι και η εμφάνιση του φτωχού Λαζάρου ήταν ελεεινή, εξαιτίας της πείνας και της μακροχρόνιας αρρώστιας. Και όμως τίποτε από αυτά δεν ημέρωσε και δε μαλάκωσε εκείνον τον ανήμερο.

Πρώτη λοιπόν κακία είναι αυτή, η σκληρότητα και απανθρωπιά που δεν υπάρχει μεγαλύτερη· διότι δεν είναι το ίδιο, το να μην βοηθάς αυτούς που έχουν ανάγκη επειδή είσαι φτωχός, και το να αδιαφορείς για τους άλλους που λιώνουν εξαιτίας της πείνας, τη στιγμή που απολαμβάνεις τόση πολυτέλεια. Πάλι δεν είναι το ίδιο το να προσπεράσεις τον φτωχό που τον είδες μια ή δυο φορές, με το να τον βλέπεις κάθε ημέρα και να μην σε διεγείρει σε συμπάθεια και φιλανθρωπία το αδιάκοπο αυτό θέαμα. Πάλι δεν είναι το ίδιο το να μη βοηθάς τους πλησίον, όταν εσύ βρίσκεσαι μέσα στις συμφορές και στις θλίψεις και σε κακή ψυχική διάθεση, με το να προσπερνάς τους άλλους που λιώνουν από την πείνα, τη στιγμή που απολαμβάνεις τόση ευφροσύνη και αδιάκοπη καλοπέραση, και να κλείνεις τα σπλάχνα σου και να μη γίνεσαι περισσότερο φιλάνθρωπος ούτε εξαιτίας αυτής της χαράς από την καλοπέραση. Διότι ασφαλώς το γνωρίζετε αυτό, ότι κι αν ακόμη είμαστε αγριότεροι από όλους, έχουμε πλασθεί από τη φύση μας να γινόμαστε ημερότεροι και αγαθότεροι όταν ζούμε μέσα σε καλοπέραση. Όμως εκείνος ο πλούσιος της παραβολής ούτε εξαιτίας της υπερβολικής καλοπέρασής του έγινε καλύτερος αλλά παρέμενε άγριος σαν θηρίο, ή, καλύτερα, και κάθε θηρίου μάλλον την αγριότητα και την απανθρωπιά ξεπέρασε με τους τρόπους του.

[…] Ο πλούσιος λοιπόν ζούσε μέσα σε τόση κακία και κάθε ημέρα διασκέδαζε και ντυνόταν με λαμπρά ενδύματα, ανάβοντας φοβερότερη κόλαση για τον εαυτό του και κάνοντας μεγαλύτερη για τον εαυτό του την φωτιά και απαρηγόρητη την καταδίκη και ασυγχώρητη την τιμωρία. Αντίθετα ο φτωχός ήταν ριγμένος μπροστά στην πόρτα του και ούτε απελπίστηκε, ούτε βλασφήμησε, ούτε αγανάκτησε· δεν είπε στον εαυτό του, αυτό που λένε πολλοί· «Τι άραγε σημαίνει αυτό; Αυτός που ζει με την κακία και τη σκληρότητα και την απανθρωπιά τα απολαμβάνει όλα περισσότερο από ό,τι πρέπει, και ούτε λύπη υπομένει ούτε κανένα άλλο ξαφνικό κακό από τα πολλά που συμβαίνουν στους ανθρώπους, αλλά και την ηδονή καθαρή την απολαμβάνει· ενώ εγώ δεν μπορώ να απολαύσω ούτε την απαραίτητη τροφή. Σε αυτόν, ενώ δαπανά όλα τα υπάρχοντά του σε παρασίτους και σε κόλακες και στη μέθη, του τρέχουν όλα άφθονα σαν από πηγές, ενώ εγώ, που λιώνω από την πείνα, γίνομαι παράδειγμα σε όσους με βλέπουν και ντροπή και περίγελως. Άραγε αυτά είναι έργα πρόνοιας; Άραγε επιβλέπει κάποια δικαιοσύνη τα ανθρώπινα πράγματα;». Τίποτε από αυτά δεν είπε, ούτε σκέφθηκε. Από πού φαίνεται αυτό; Από το ότι οι άγγελοι τον οδήγησαν ως τιμητική συνοδεία και τον αποκατέστησαν στην αγκαλιά του Αβραάμ· αν όμως ήταν βλάσφημος δε θα απολάμβανε τόση τιμή. Και οι πολλοί βέβαια γι’ αυτό μόνο θαυμάζουν τον άνθρωπο, διότι ήταν φτωχός· εγώ όμως σας δείχνω ότι υπέμεινε εννέα στον αριθμό δοκιμασίες, όχι για να τιμωρείται, αλλά για να γίνεται λαμπρότερος, πράγμα βέβαια που και έγινε.

Πραγματικά είναι φοβερό πράγμα και η φτώχεια, και το γνωρίζουν όσοι την έχουν δοκιμάσει· διότι κανένας λόγος δε θα μπορέσει να παραστήσει τον πόνο που υπομένουν αυτοί που ζουν στη φτώχεια και δεν γνωρίζουν να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με φιλοσοφική διάθεση. Στην περίπτωση όμως του Λαζάρου δεν ήταν αυτό μόνο το φοβερό, αλλά και την αρρώστια είχε αναπόσπαστο σύντροφο και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Και πρόσεχε πώς δείχνει ότι κάθε μία από τις συμφορές είχε φθάσει στο έπακρο. Και το ότι η φτώχεια του Λαζάρου ξεπέρασε κάθε φτώχεια, το έδειξε λέγοντας ότι «δεν απολάμβανε ούτε τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου» (Λουκά, ιστ΄21), το ότι όμως και η αρρώστια είχε φθάσει στο ίδιο μέτρο με την φτώχεια, πέρα από το οποίο δεν ήταν δυνατό να επεκταθεί, και αυτό πάλι ο Κύριος το φανέρωσε λέγοντας ότι «τα σκυλιά έγλυφαν τις πληγές του». Τόσο πολύ εξασθενημένος ήταν, ώστε να μην μπορεί ούτε τα σκυλιά να απομακρύνει, αλλά ήταν ξαπλωμένος, ζωντανός νεκρός, και ενώ τα έβλεπε να έρχονται εναντίον του, όμως δεν είχε τη δύναμη να αμυνθεί. Σε τέτοια αδυναμία βρίσκονταν τα μέλη του, τόσο πολύ είχε φθαρεί από την αρρώστια, τόσο είχε καταβληθεί από τη δοκιμασία. Είδες πόσο πολύ του πολιορκούσαν το σώμα και η φτώχεια και η αρρώστια; Αλλά εάν το καθένα από αυτά και μόνο του είναι φοβερό και αβάσταχτο, πώς δεν ήταν διαμάντι, αυτός που τα υπέμενε ενωμένα μαζί και τα δύο;

Πολλοί πολλές φορές ασθενούν, αλλά δεν στερούνται την αναγκαία τροφή· άλλοι ζουν βέβαια στη χειρότερη φτώχεια, αλλά είναι υγιείς, και το ένα γίνεται παρηγοριά του άλλου· ενώ εδώ και τα δύο αυτά είχαν συντρέξει. Αλλά ίσως έχεις να μου αναφέρεις κάποιον, που βρίσκεται μέσα στη φτώχεια και την αρρώστια. Όμως όχι σε τόση μεγάλη ερημιά. Διότι, και εάν ακόμη δεν μπορεί να βοηθηθεί ούτε από τον εαυτό του, ούτε από τους δικούς του, όμως μπορεί να ελεηθεί απ’ αυτούς που τον βλέπουν με τον να βρίσκεται ανάμεσά τους· αλλά σ’ αυτόν τα δεινά που προαναφέραμε τα έκανε να γίνονται βαρύτερα η αδιαφορία εκείνων που τον έβλεπαν· και αυτήν πάλι την έκανε να φαίνεται βαρύτερη το ότι βρισκόταν μπροστά στην πόρτα του πλουσίου. Εάν δηλαδή αυτά τα πάθαινε βρισκόμενος στην έρημο και σε ακατοίκητο τόπο και δεν τον πρόσεχε κανείς, δε θα πονούσε τόσο· διότι τον να μην υπάρχει κανείς, θα τον έπειθε να υπομένει και χωρίς τη θέλησή του αυτά που του συνέβαιναν· το να βρίσκεται όμως ανάμεσα σε τόσους που μεθούσαν, που ευημερούσαν, και να μην βρίσκει από κανέναν ούτε την παραμικρή φροντίδα, αυτό τον έκανε να αισθάνεται πιο δυνατούς τους πόνους και του άναβε περισσότερο τη στενοχώρια. Διότι εκ φύσεως μας πληγώνουν οι συμφορές, όχι τόσο όταν δεν υπάρχουν εκείνοι που θα μας βοηθήσουν, όσο όταν υπάρχουν, αλλά δεν θέλουν να απλώσουν το χέρι τους, πράγμα βέβαια που και εκείνος τότε πάθαινε. Πράγματι κανείς δεν υπήρχε να τον παρηγορήσει με λόγια, να τον βοηθήσει με έργα, ούτε φίλος, ούτε γείτονας, ούτε συγγενής, ούτε κανείς από όσους τον έβλεπαν μέσα από όλο το διεφθαρμένο σπίτι του πλουσίου.

Επιπλέον κοντά σ’ αυτά του προξενούσε κι άλλη οδύνη και το ότι έβλεπε άλλον να ευτυχεί· όχι διότι ήταν ζηλιάρης και κακός αλλά επειδή εκ φύσεως όλοι μας, όταν οι άλλοι ευημερούν, αισθανόμαστε περισσότερο τις δικές μας συμφορές. Επιπλέον στην περίπτωση του πλουσίου υπήρχε και κάτι άλλο, που μπορούσε να τον πληγώνει. Διότι όχι μόνο, συγκρίνοντας τη δυστυχία του με δικές του ευτυχίες, αισθανόταν μεγαλύτερες τις δικές του συμφορές, αλλά κι όταν σκεφτόταν, ότι ο πλούσιος, αν και ζει με σκληρότητα και απανθρωπιά, όλα του έρχονται ευνοϊκά, ενώ αυτός, αν και ζει με αρετή και καλοσύνη, υποφέρει τα πάνδεινα· και εξαιτίας αυτού πάλι υπέμεινε απαρηγόρητα τη λύπη. Διότι, εάν ήταν δίκαιος, αν ήταν επιεικής, αν ήταν αξιοθαύμαστος ο πλούσιος άνθρωπος, εάν ήταν γεμάτος από κάθε αρετή, δε θα τον λυπούσε· τώρα όμως και στην κακία ζούσε, και είχε φθάσει στον ύψιστο βαθμό της κακίας, και τόση μεγάλη απανθρωπιά έδειχνε και έκανε ό,τι κάνουν οι ίδιοι οι εχθροί, και σαν να ήταν πέτρα, με αδιαντροπιά και ασπλαχνία τον προσπερνούσε, και μετά απ’ όλα αυτά απολάμβανε τόση μεγάλη ευημερία. Σκέψου πως φυσικό ήταν αυτός ο άνθρωπος να πνίγει την ψυχή του φτωχού σαν μέσα σε αλλεπάλληλα κύματα· σκέψου τον Λάζαρο ποιος φυσικό ήταν να είναι, βλέποντας τους παρασίτους, τους κόλακες και τους υπηρέτες να ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν, να βγαίνουν, να μπαίνουν, να τρέχουν βιαστικά, να θορυβούν, να μεθούν, να πηδούν και να παρουσιάζουν κάθε άλλη ασέλγεια. Σαν να ήλθε δηλαδή γι’ αυτό στον κόσμο, για να βλέπει τα αγαθά, έτσι ήταν ριγμένος στην εξώπορτα, ζώντας τόσο, όσο για να αισθάνεται μόνο τις συμφορές του, για να υπομένει το ναυάγιο μέσα σε λιμάνι, και να υποφέρει η ψυχή του από φοβερότατη δίψα δίπλα στην πηγή.

Να αναφέρω μαζί με αυτά και ένα άλλο κακό; Δεν είχε να δει έναν άλλο Λάζαρο. Εμείς δηλαδή κι αν ακόμη πάθουμε μύρια κακά, όμως μπορούμε βλέποντας εκείνον να πάρουμε αρκετή παρηγοριά και να νιώσουμε μεγάλη ανακούφιση. Διότι το να βρίσκεις μετόχους στις συμφορές σου ή στα ζητήματά σου ή στις διηγήσεις σου, αυτό δίνει πολλή παρηγοριά σε όσους πονούν. Ενώ εκείνος δεν είχε να δει κανέναν άλλον που να υπέφερε τα ίδια με αυτόν· ή καλύτερα ούτε είχε ακούσει ότι κάποιος από τους προγόνους του είχε τόσα πολλά υποφέρει. Και αυτό ήταν ικανό να του σκοτώσει την ψυχή. Μπορώ μαζί μ’ αυτά και κάτι άλλο να πω, ότι δεν μπορούσε να έχει καμία πίστη για την ανάσταση, αλλά νόμιζε ότι τα παρόντα πράγματα περιορίζονται μόνο σ΄ αυτή τη ζωή· διότι ζούσε πριν από τη χάρη. Εάν τώρα σ’ εμάς, μετά από τόση γνώση του Θεού, τις αγαθές ελπίδες της αναστάσεως, τις τιμωρίες που περιμένουν εκεί τους αμαρτωλούς και τα αγαθά που έχουν ετοιμασθεί για όσους πράττουν το καλό, υπάρχουν μερικοί που δείχνουν τόση μικροψυχία και ζουν τόσο άθλια, ώστε ούτε μ’ αυτές τις προσδοκίες να μην γίνονται καλύτεροι, τι ήταν φυσικό να πάθει εκείνος, που ήταν στερημένος και αυτήν την άγκυρα; Διότι εκείνος καμία τέτοια πίστη δεν μπορούσε να έχει τότε, αφού δεν υπήρχαν ακόμη αυτά τα διδάγματα. Και μαζί μ’ αυτά υπήρχε και κάτι άλλο, το ότι και η υπόληψή του είχε προσβληθεί από τους ανόητους ανθρώπους. Πράγματι συνηθίζουν οι πολλοί, όταν δουν κάποιους να ζουν μέσα στην πείνα και σε συνεχή αρρώστια και στα χειρότερα κακά, να μην έχουν καλή γνώμη γι΄ αυτούς, αλλά από τη συμφορά να κρίνουν και για τη ζωή τους, και να πιστεύουν ότι εξαιτίας της κακίας τους ταλαιπωρούνται έτσι· και πολλά άλλα τέτοια λένε μεταξύ τους, ανόητα βέβαια, όμως τα λένε· ότι δηλαδή αυτός, εάν ήταν φίλος του Θεού, δε θα τον άφηνε να ταλαιπωρείται στη φτώχεια και στις άλλες συμφορές.

[…] Ο Λάζαρος ήταν μεν γεμάτος πληγές, αλλά αυτό προείχε, το ότι είχε μέσα του ψυχή πολυτιμότερη από κάθε χρυσάφι· ή καλύτερα όχι μόνο την ψυχή, αλλά και το σώμα του· διότι αρετή του σώματος δεν είναι η πολυσαρκία και η ευρωστία, αλλά το να αντέχει τόσα πολλά και τέτοιου είδους βάσανα. Καθόσον δεν είναι αποκρουστικός εκείνος που έχει τέτοια τραύματα στο σώμα, αλλά εκείνος που, ενώ έχει πάρα πολλές πληγές στην ψυχή του, δεν ενδιαφέρεται καθόλου γι’ αυτές, όπως ήταν εκείνος ο πλούσιος που το εσωτερικό του ήταν γεμάτο πληγές. Και όπως τα σκυλιά του έγλυφαν τα τραύματα, έτσι οι δαίμονες εκείνου τα αμαρτήματα· και όπως αυτός ζούσε στερημένος από τροφή, έτσι εκείνος ζούσε στερημένος από κάθε αρετή.

Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, ας τα φιλοσοφούμε, κι ας μην λέμε, ότι «εάν τον τάδε τον αγαπούσε ο Θεός, δε θα τον άφηνε να γίνει φτωχός». Καθόσον αυτό ακριβώς είναι απόδειξη μεγάλης αγάπης· διότι «εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί και τον μορφώνει διαμέσου των θλίψεων· μαστιγώνει δε με ταλαιπωρίες κάθε υιό, τον οποίον δέχεται κοντά Του ως δικό Του» (Εβρ. 12, 6). Και πάλι· «παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρετήσεις τον Κύριο, ετοίμασε την ψυχή σου για δοκιμασία, κάνε ευθεία την καρδιά σου και δείξε υπομονή» (Εκκλ.2, 1). Ας διώξουμε λοιπόν, αγαπητοί, τις περιττές προλήψεις από τους εαυτούς μας και τα λόγια αυτά του λαού. Διότι λέγει «αισχρά και ανόητα λόγια και άσεμνα αστεία ας μην βγαίνουν από το στόμα σας» (Εφ. 5, 4). Ούτε λοιπόν εμείς οι ίδιοι να τα λέμε, αλλά και αν δούμε άλλους να τα λένε, να τους αποστομώσουμε, να εναντιωθούμε πάρα πολύ, να εμποδίσουμε την αδιάντροπη γλώσσα τους.

[…] Όλα αυτά λοιπόν συλλέγοντάς τα ενώπιόν μας, αγαπητοί, ας μην μακαρίζουμε τους πλουσίους, αλλά εκείνους που ζουν ενάρετα· ας μην ταλανίζουμε τους φτωχούς, αλλά εκείνους που ζουν μέσα στην κακία· ας μην προσέχουμε τα παρόντα, αλλά ας έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας στα μέλλοντα· ας μην εξετάζουμε την εξωτερική ενδυμασία, αλλά εξετάζοντας του καθενός τη συνείδηση και επιδιώκοντας τη χαρά και την αρετή που προέρχονται από τα κατορθώματα, ας μιμηθούμε τον Λάζαρο και πλούσιοι και φτωχοί. Διότι δεν υπέμεινε αυτός έναν και δύο και τρεις μόνο άθλους αρετής, αλλά πολύ περισσότερους, εννοώ τη φτώχεια, την αρρώστια, την αδιαφορία εκείνων που τον έβλεπαν, το ότι υπέμεινε όλα εκείνα τα κακά έξω από το σπίτι εκείνο που μπορούσε όλα αυτά να του τα σβήσει, χωρίς να περιμένει λόγο παρηγοριάς από κανέναν, το ότι έβλεπε τον υπερήφανο εκείνον πλούσιο να απολαμβάνει τόση τρυφή, και όχι μόνο να απολαμβάνει την τρυφή, αλλά και να ζει μέσα στην κακία και να μην παθαίνει κανένα κακό· το ότι δεν είχε να προσβλέψει σε κανένα άλλον Λάζαρο, το ότι δεν μπορούσε να έχει καμία πίστη σε ανάσταση, το ότι είχε, μαζί με τα κακά που έχουμε αναφέρει, κακή υπόληψη από τους πολλούς εξαιτίας των συμφορών εκείνων, το ότι όχι μέχρι δύο και τρεις ημέρες έβλεπε τον εαυτό του σ’ αυτά τα δεινά, αλλά σε όλη του τη ζωή, και τον πλούσιο στα αντίθετα αυτών.

Ποια λοιπόν απολογία θα έχουμε, εάν αυτός με τόση ανδρεία υπέμεινε όλα μαζί τα δεινά, και εμείς δεν υπομείνουμε ούτε τα μισά από αυτά; Διότι δεν έχεις, δεν έχεις να δείξεις ούτε να αναφέρεις κάποιον άλλον που έχει υποστεί τόσο πολλά και τέτοια κακά. Γι’αυτό ακριβώς και ο Χριστός τον τοποθέτησε ανάμεσά μας, ώστε και σε οποιαδήποτε δεινά κι αν πέσουμε, βλέποντας σ’ αυτόν το τόσο υπερβολικό μέγεθος των θλίψεων, να λάβουμε, από τη δική του αρετή και υπομονή, αρκετή παρηγοριά και θάρρος· διότι προβάλλει σαν κοινός διδάσκαλος ολόκληρης της οικουμένης σ΄αυτούς που υποφέρουν από οποιοδήποτε κακό, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να προσβλέπουν προς αυτόν και νικώντας τους όλους με το υπερβολικό μέγεθος των δικών του συμφορών.

[…] « Συνέβηκε», λέγει, «να πεθάνει ο Λάζαρος και να μεταφερθεί από τους αγγέλους» (Λουκά 16, 22). Γίνεται φανερό λοιπόν από την εξεταζόμενη παραβολή ότι οι ψυχές όταν βγουν από το σώμα, δεν μένουν πια εδώ, αλλά αμέσως μεταφέρονται. Και όχι μόνο οι ψυχές των δικαίων, αλλά και οι ψυχές των αμαρτωλών μεταφέρονται εκεί˙ και αυτό πάλι γίνεται φανερό από έναν άλλον πλούσιο, μιας άλλης παραβολής. Επειδή δηλαδή απέδωσαν πλούσια σοδειά τα χωράφια του, είπε μέσα του˙ «τι να κάνω; Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες». Τίποτα δεν είναι χειρότερο από μια τέτοια γνώμη. Πράγματι γκρέμισε τις αποθήκες του˙ διότι αποθήκες ασφαλισμένες δεν είναι οι τοίχοι, αλλά τα στομάχια των φτωχών˙ ενώ ο πλούσιος άφησε εκείνες τις αποθήκες και φρόντιζε για τους τοίχους.

Τι λοιπόν του λέγει ο Θεός; «Ανόητε, αυτή τη νύχτα την ψυχή σου ζητούν από σένα». Και πρόσεχε στην περίπτωση του Λαζάρου λέγει ότι μεταφέρθηκε από τους αγγέλους, ενώ στην περίπτωση του πλουσίου λέγει «απαιτούν» και τον ένα τον πήραν σαν αιχμάλωτο, ενώ τον άλλο τον περιστοίχιζαν σαν νικητή. Τον Λάζαρο άγγελοι τον μεταφέρουν, ενώ την ψυχή του άφρονος πλουσίου την απαιτούσαν κάποιες φοβερές δυνάμεις, ίσως σταλμένες γι΄αυτόν τον σκοπό˙ διότι δεν αναχωρεί προς εκείνην τη ζωή μόνη της η ψυχή, επειδή δεν είναι δυνατό. Διότι εάν όταν μεταβαίνουμε από πόλη σε πόλη, έχουμε ανάγκη από οδηγό, πολύ περισσότερο η ψυχή όταν αποσπασθεί από το σώμα και μεταφέρεται προς τη μέλλουσα ζωή, έχει ανάγκη από οδηγούς. Γι΄αυτό πολλές φορές ανεβαίνει προς τα επάνω και προχωρεί πάλι προς το βάθος και φοβάται και φρίττει, όταν πρόκειται να αποχωρισθεί από το σώμα. Διότι πάντα μας κεντρίζει η συνείδηση για τις αμαρτίες μας, πολύ περισσότερο όμως κατά την ώρα εκείνη, όταν πρόκειται να μεταφερθούμε από εδώ εκεί για να λογοδοτήσουμε στο φοβερό δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό πρέπει συνεχώς να ετοιμαζόμαστε από εδώ, για την έξοδό μας προς τα εκεί. Διότι τι θα συμβεί εάν αποφασίσει ο Κύριος να μας καλέσει απόψε; Τι αν αύριο; Είναι άγνωστο το μέλλον, γι’ αυτό πρέπει να αγωνιζόμαστε διαρκώς και να είμαστε έτοιμοι για το ταξίδι εκείνο, όπως ακριβώς ο Λάζαρος αυτός διαρκώς υπέμενε και καρτερούσε˙ γι΄αυτό και με τόση τιμή τον οδηγούσαν.

Όμως πέθανε και ο πλούσιος και τάφηκε, σαν να ήταν καταχωνιασμένη η ψυχή του μέσα στο σώμα του, όπως σε μνήμα, και περιέφερε σαν τάφο μαζί της την σάρκα. Διότι δεμένος σαν με κάποια αλυσίδα με τη μέθη και τη γαστριμαργία, έτσι είχε κάνει άπρακτη και νεκρή την ψυχή. Μην προσπεράσεις, αγαπητέ, έτσι απλώς το «ετάφη», αλλά σκέψου εδώ, σε παρακαλώ, τα τραπέζια τα επαργυρωμένα, τα κρεβάτια, τους τάπητες, τα σκεπάσματα, όλα τα άλλα του σπιτιού, τα μύρα, τα αρώματα, το άφθονο καθαρό κρασί, τις ποικιλίες των φαγητών, τα καρυκεύματα, τους μαγείρους, τους κόλακες, τους σωματοφύλακες, τους υπηρέτες, όλη την άλλη πολυτέλεια κατασβησμένη και καταμαραμένη. Όλα στάχτη, όλα τέφρα και σκόνη, θρήνοι και οδυρμοί, χωρίς να μπορεί κανείς να βοηθήσει, ούτε να επαναφέρει την ψυχή που έφυγε. Τότε φάνηκε η δύναμη του χρυσού και της πολλής περιουσίας.

Πράγματι μέσα από την τόση μεγάλη περιποίηση αναχωρούσε γυμνός και μόνος, χωρίς να μπορεί να μεταφέρει μαζί του τίποτε από τον τόσο πλούτο, αλλά έφευγε έρημος και απροστάτευτος. Κανείς από όσους τον υπηρέτησαν, κανείς απ’ όσους τον βοήθησαν δεν ήταν παρών, για να τον γλυτώσουν από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά αφού αποσπάσθηκε από όλους εκείνους, τον μετέφεραν μόνο για να υπομείνει τις αφόρητες τιμωρίες. Αλήθεια «κάθε άνθρωπος είναι σαν το χόρτο και κάθε δόξα του ανθρώπου σαν το άνθος του χόρτου. Ξεράθηκε το χόρτο και το άνθος του έπεσε˙ ο λόγος όμως του Κυρίου θα μένει στον αιώνα» (Ησαΐας 40, 6-8). Ήλθε ο θάνατος και όλα εκείνα τα έσβησε˙ και παίρνοντάς τον σαν αιχμάλωτο, έτσι τον οδήγησε σκυμμένο κάτω, γεμάτο ντροπή, χωρίς παρρησία, να τρέμει, να φοβάται, σαν να απήλαυσε όλη εκείνη την τρυφή στα όνειρά του˙ και μετά ο πλούσιος γινόταν ικέτης του φτωχού, και είχε ανάγκη από το τραπέζι εκείνου, που άλλοτε πεινούσε και ήταν μπροστά στα στόματα των σκυλιών· και τα πράγματα άλλαξαν και έμαθαν όλοι, ποιος ήταν ο πλούσιος και ποιος ήταν ο φτωχός και ότι ο Λάζαρος ήταν πιο πλούσιος απ’ όλους, ενώ αυτός πιο φτωχός απ΄ όλους.

[…] Πολλές φορές κάποιος από τους εδώ πλουσίους βρέθηκε εκεί να είναι φτωχότερος όμως, όπως ακριβώς και αυτός ο πλούσιος. Διότι, όταν τον κατέλαβε το βράδυ, δηλαδή ο θάνατος, και βγήκε από το θέατρο της παρούσας ζωής, και έβγαλε το προσωπείο και φάνηκε εκεί ότι είναι φτωχότερος όλων, και τόσο φτωχός, ώστε να μην έχει ούτε μια σταγόνα νερό, αλλά γι’ αυτήν να παρακαλεί επίμονα, χωρίς να εκπληρώνεται ούτε αυτή η αίτησή του. Ποια φτώχεια θα ήταν χειρότερη απ’ αυτήν; Και άκουε πώς. Διότι λέγει, «σήκωσε τα μάτια του προς τον Αβραάμ και του λέγει· πάτερ, λυπήσου με και στείλε τον Λάζαρο, για να βουτήξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει το στόμα μου». Βλέπεις πόση είναι η θλίψη του; Όταν ήταν κοντά του, τον προσπερνούσε, και τώρα που είναι μακριά του τον καλεί· αυτόν που πολλές φορές, μπαίνοντας και βγαίνοντας δεν τον έβλεπε, αυτό τώρα που είναι μακριά, τον βλέπει με πολύ πόθο.
Και για ποιο λόγο τον βλέπει; Ίσως πολλές φορές είπε αυτός ο πλούσιος· «τι μου χρειάζεται η ευλάβεια και η αρετή; Όλα για μένα είναι σαν να τρέχουν από πηγές· απολαμβάνω μεγάλη αφθονία αγαθών, πολλή ευτυχία, δεν υποφέρω καμιά δυστυχία· για ποιο λόγο να ασκήσω την αρετή; Αυτός ο φτωχός που ζει με δικαιοσύνη και ευσέβεια υποφέρει μύρια βάσανα». Αυτά βέβαια πολλοί πολλές φορές και τώρα τα λένε. Για να ξεριζωθούν λοιπόν αυτές οι κακές σκέψεις, του δείχνει ότι και για την κακία υπάρχει τιμωρία, και τιμή και στέφανος για τους κόπους υπέρ της ευσεβείας. Και δεν τον είδε μόνο γι’ αυτό, αλλά για να πάθει και ο πλούσιος τώρα, σε μεγαλύτερο βαθμό, εκείνο ακριβώς που έπαθε και ο φτωχός. Διότι, όπως ακριβώς σε εκείνον έκανε φοβερότερη την τιμωρία τώρα, το να βρίσκεται στην κόλαση και να βλέπει την ευτυχία του Λαζάρου, ώστε να έχει πιο αφόρητη την τιμωρία, όχι μόνο εξαιτίας του είδους των βασάνων, αλλά και εξαιτίας της τιμής που αξιώθηκε εκείνος.

Και όπως, όταν έδιωξε ο Θεός τον Αδάμ από τον παράδεισο, τον παρήγγειλε να κατοικεί απέναντι από τον παράδεισο, για να του ανανεώνει τη λύπη η αδιάκοπη θέα και να του δίνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την αίσθηση των αγαθών που έχασε, έτσι λοιπόν κι αυτόν τον έβαλε να κατοικεί απέναντι από τον Λάζαρο, για να δει από ποια αγαθά στέρησε τον εαυτό του. Σου έστειλα, λέγει, μπροστά στην πόρτα σου τον φτωχό Λάζαρο, για να σου γίνει διδάσκαλος της αρετής και αφορμή για φιλανθρωπία· περιφρόνησες το κέρδος, δεν θέλησες να χρησιμοποιήσεις όπως έπρεπε την αφορμή αυτή της σωτηρίας· θα σου χρησιμεύσει λοιπόν τώρα ως αφορμή μεγαλύτερης κολάσεως και τιμωρίας.

[…] Αξίζει όμως κι εκείνο να ερευνήσουμε: γιατί άραγε δεν είδε τον Λάζαρο κοντά σε κανέναν άλλον δίκαιο, αλλά τον είδε μέσα στην αγκαλιά του Αβραάμ; Ήταν φιλόξενος ο Αβραάμ· για να γίνει λοιπόν και αυτός κατήγορος αυτού για την αφιλοξενία του, τον βλέπει μαζί με εκείνον. Διότι εκείνος και τους περαστικούς έψαχνε να βρει και τους οδηγούσε στο σπίτι του, ενώ αυτός αδιαφορούσε και γι’ αυτόν που βρισκόταν μέσα, και ενώ είχε τόσο θησαυρό και αφορμή για σωτηρία, τον προσπερνούσε αδιάφορα κάθε ημέρα, και δεν χρησιμοποίησε όσο μπορούσε την προστασία του φτωχού. Όμως ο πατριάρχης δεν ήταν τέτοιος, αλλά τελείως διαφορετικός· καθόταν μπροστά στις θύρες και συνελάμβανε όλους τους διερχομένους, και όπως κάποιος αλιεύς, ρίχνοντας δίχτυ στη θάλασσα, ανασύρει συνήθως ψάρι, όμως ανασύρει πολλές φορές και χρυσό και μαργαριτάρια, έτσι λοιπόν κι αυτός, αλιεύοντας ανθρώπους, κατόρθωσε να αλιεύσει κάποτε και αγγέλους, και το αξιοθαύμαστο είναι αυτό, ότι χωρίς να το γνωρίζει το έκανε αυτό. Διότι εάν το γνώριζε και τους υποδεχόταν με τόση καλοσύνη, δε θα έκανε τίποτε μεγάλο και αξιοθαύμαστο, ενώ ο έπαινος όλος του αξίζει, επειδή, ενώ αγνοούσε ποιοι ήταν οι διερχόμενοι, και νομίζοντας ότι ήταν απλώς άνθρωποι οδοιπόροι, με τόσο μεγάλη προθυμία τους κάλεσε μέσα στο σπίτι του.

Το πιο υπέροχο λοιπόν είναι όταν και τους τυχόντες και τους περιφρονημένους και τους ευτελείς τους δεχόμαστε με πολλή καλοσύνη. Αυτό γνωρίζοντας και ο Αβραάμ, δεν εξέταζε τους διερχομένους ποιοι ήταν και από πού έρχονταν, όπως ακριβώς εμείς τώρα· αλλά τους δεχόταν όλους χωρίς διάκριση. Διότι αυτός που δείχνει φιλική διάθεση δεν πρέπει να ζητά να δίνουν λόγο για τη ζωή τους, αλλά μόνο να διορθώνει τη φτώχεια και να καλύπτει την ανάγκη. Έναν λόγο συνηγορίας έχει ο φτωχός, τη φτώχεια και το ότι βρίσκεται σε ανάγκη· τίποτε λοιπόν περισσότερο μην του ζητάς, αλλά κι αν ακόμη είναι ο πιο καλός από όλους και του λείπει η αναγκαία τροφή, ας τον απαλλάξουμε από την πείνα. Αυτό και ο Χριστός παρήγγειλε να κάνουμε λέγοντας· «γίνετε όμοιοι με τον ουράνιο Πατέρα σας, ο οποίος ανατέλλει τον ήλιο Του για τους κακούς και τους αγαθούς, και βρέχει για τους δικαίους και τους αδίκους». Είναι λιμάνι για όσους βρίσκονται σε ανάγκη ο ελεήμονας· και το λιμάνι δέχεται όλους τους ναυαγούς και τους απαλλάσσει από τους κινδύνους· και είτε είναι κακοί, είτε είναι αγαθοί, είτε είναι οτιδήποτε άλλο αυτοί που κινδυνεύουν, τους δέχεται όλους μέσα στην αγκαλιά του.

[…] Αλλά ας επαναφέρουμε πάλι στον λόγο μας στο θέμα μας. Όταν λοιπόν τον είδε στην αγκαλιά του Αβραάμ, είπε· «πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο». Για ποιον λόγο δεν απηύθυνε τον λόγο προς τον Λάζαρο; Εγώ νομίζω ότι ντράπηκε και κοκκίνισε και κρίνοντας από τον εαυτό του, νόμιζε ότι οπωσδήποτε θα του κρατά κακία. Διότι, εάν εγώ, λέγει, που απολάμβανα τόση ευτυχία, και σε τίποτα δεν αδικήθηκα, περιφρόνησα τον άνθρωπο που βρισκόταν σε τόσα κακά και ούτε ψίχουλα δεν του έδωσα, πολύ περισσότερο αυτός, που τόσο περιφρονήθηκε, δε θα συγκατανεύσει στην παράκλησή μου. Αυτά δεν τα λέμε για να κατηγορήσουμε τον Λάζαρο, διότι εκείνος δεν κατείχετο από τέτοιες σκέψεις, μη γένοιτο, αλλά επειδή ο πλούσιος αυτά φοβήθηκε και δεν κάλεσε τον Λάζαρο, αλλά φώναξε τον Αβραάμ, για τον οποίο πίστευε ότι αγνοούσε εκείνα που είχαν γίνει. Και ζήτησε εκείνο το δάχτυλο, το οποίο πολλές φορές άφησε να το γλύψουν οι γλώσσες των σκύλων.

Τι λοιπόν είπε εκείνος; «Τέκνο μου, απήλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου». Πρόσεχε σύνεση, πρόσεχε φιλοστοργία δικαίου. Δεν είπε, «απάνθρωπε και σκληρέ και παμπόνηρε, ενώ άφησες σε τόσο μεγάλα κακά τον άνθρωπο θυμάσαι τώρα την φιλανθρωπία και το έλεος και την συγνώμη; Δεν κοκκινίζεις, δεν ντρέπεσαι;» Αλλά τι λέγει; «Τέκνο μου», λέγει, «απήλαυσες τα αγαθά σου». Διότι λέγει «ψυχή ταλαιπωρημένη μην την ταράξεις άλλο» (Εκκλ. 4, 3). Του αρκούν οι τιμωρίες του, ας μην επιβαρύνουμε τις συμφορές του. Εξάλλου και για να μην νομίσει ότι από μνησικακία για τα περασμένα δεν άφησε τον Λάζαρο να πάει, τον ονομάζει «τέκνο μου», απολογούμενος κατά κάποιον τρόπο για τον εαυτό του, με την προσφώνησή του. Αυτό που είναι στην εξουσία μου, λέγει, σου το δίνω, το να μεταβεί όμως από εδώ εκεί, δεν είναι δικό μου.

«Τέκνο μου», λέγει λοιπόν, «θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου και ο Λάζαρος τα κακά· και τώρα αυτός παρηγορείται και εσύ υποφέρεις. Και εκτός από αυτά χάσμα μεγάλο έχει στηριχθεί ανάμεσά μας, ώστε εκείνοι που θέλουν να μεταβούν από εκεί προς εμάς να μην μπορούν, ούτε αυτοί που είναι εδώ να περάσουν προς τα εκεί». Είναι βαριά αυτά που έχουν λεχθεί και πότισαν με μεγάλο πόνο την ψυχή μας. Το ξέρω κι εγώ· αλλά όσο μας πληγώνει η συνείδηση, άλλο τόσο και ωφελεί την ψυχή αυτών που ερεθίζει. Διότι, εάν εκεί μας τα έλεγαν αυτά, όπως στον πλούσιο, πράγματι έπρεπε να θρηνούμε και να οδυρόμαστε και να πενθούμε, διότι δε θα είχαμε καιρό για μετάνοια· επειδή όμως τα ακούμε τώρα που είμαστε εδώ, όπου και είναι δυνατό να μετανοήσουμε και να καθαρισθούμε από τις αμαρτίες και να αποκτήσουμε μεγάλη παρρησία, και να αλλάξουμε ανησυχώντας από τα κακά που συνέβηκαν στους άλλους, ας ευχαριστήσουμε τον φιλάνθρωπο Θεό, που διεγείρει τη δική μας οκνηρία με την τιμωρία των άλλων, και μας αφυπνίζει ενώ κοιμόμαστε. Γι΄ αυτό ακριβώς προλέχθηκαν αυτά, για να μην πάθουμε κι εμείς. Διότι, εάν ήθελε να μας τιμωρήσει, γι’ αυτό προλέγει την τιμωρία, για να σωφρονισθούμε με την πρόρρηση και να αποφύγουμε να τα γνωρίσουμε στην πράξη.

Αλλά γιατί δεν είπε «έλαβες τα αγαθά σου», αλλά «απέλαβες»; Εδώ ανοίγεται μπροστά μας αχανές και μεγάλο πέλαγος νοημάτων. Διότι το «απέλαβες» φανερώνει και σημαίνει κάποια οφειλή· καθόσον απολαμβάνει κανείς αυτά που του οφείλουν. Αν λοιπόν ήταν μιαρός και ακάθαρτος και σκληρός και απάνθρωπος αυτός ο πλούσιος, γιατί δεν του είπε, «έλαβες τα αγαθά σου» αλλά «απόλαβες», σαν να του τα χρωστούσε και να του τα όφειλε; Τι λοιπόν μαθαίνουμε από εδώ; Ότι, και αν είναι μερικοί ακάθαρτοι και έχουν φθάσει στον ύψιστο βαθμό της κακίας, πολλές φορές έχουν κάνει ένα και δύο και τρία καλά. Και το ότι τα λέγω αυτά τώρα, όχι από δική μου σκέψη, γίνεται ολοφάνερο από αυτό. Διότι τι μιαρότερο υπήρχε από τον κριτή εκείνον της αδικίας (στην παραβολή του αδίκου κριτή και της χήρας· βλ. Λουκά 18, 1-8); Αυτός ούτε τον Θεό φοβόταν, ούτε τους ανθρώπους ντρεπόταν· αλλ’ όμως, αν και ζούσε μέσα στην κακία, έκανε κάτι καλό, ελέησε την χήρα, που συνεχώς τον ενοχλούσε, υποχώρησε και εκπλήρωσε την απαίτησή της και την προστάτευσε από εκείνους που την αδικούσαν. Έτσι συμβαίνει να είναι κάποιος ασελγής, αλλά και ελεήμων πολλές φορές, ή απάνθρωπος, αλλά και φρόνιμος· αλλά κι αν είναι ακόλαστος και απάνθρωπος, όμως έκανε κατά τη ζωή του πολλές φορές και κάποιο καλό.

Επειδή λοιπόν ήταν φυσικό και ο πλούσιος, εάν και είχε φθάσει στο ύψιστο σημείο της κακίας, να είχε κάνει κάποιο καλό, και ο Λάζαρος, αν και έφθασε στην κορυφή της αρετής, να είχε αμαρτήσει έστω και ελάχιστα, πρόσεχε πώς και τα δύο αυτά τα υπαινίχθηκε ο πατριάρχης Αβραάμ, λέγοντας· «κι εσύ απήλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά». Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής· εάν κι εσύ έχεις κάνει κάποιο καλό, και σου οφειλόταν γι΄αυτό μισθός, όλα αυτά τα απήλαυσες σ’ εκείνον τον κόσμο, όταν διασκέδαζες, χαιρόσουν τα πλούτη σου, απολάμβανες μεγάλη ευημερία και ευτυχία· και αυτός, αν έκανε κάποιο κακό, όλα τα εξόφλησε με την φτώχεια και την πείνα και με όλα τα μεγάλα κακά με τα οποία ταλαιπωρήθηκε· και γυμνός ο κάθε ένας από σας έχει φθάσει εδώ, εκείνος χωρίς αμαρτίες, κι εσύ χωρίς κατορθώματα δικαιοσύνης· γι΄αυτό και αυτός έχει καθαρή την παρηγοριά, κι εσύ υπομένεις απαρηγόρητη την τιμωρία.

[…] Αλλά ας ακούσουμε και την συνέχεια. «Και εκτός από όλα αυτά», λέγει, «έχει στηριχθεί μεγάλο βάραθρο μεταξύ μας». Επομένως, καλά είπε ο Δαυίδ «ο αδελφός δεν μπορεί να σε σώσει· κανείς δεν μπορεί να δώσει στον Θεό για να τον εξιλεώσει» (Ψαλμ. 48, 8). Πράγματι, δεν είναι δυνατό, κι αν ακόμη είναι αδελφός, κι αν είναι πατέρας, κι αν είναι υιός. Διότι πρόσεχε· «παιδί μου», ονόμασε ο Αβραάμ τον πλούσιο, κι όμως δεν μπόρεσε να φανεί πατέρας· «πατέρα» αποκάλεσε τον Αβραάμ ο πλούσιος, κι όμως, δεν μπόρεσε, όπως ήταν φυσικό, να απολαύσει την πατρική εύνοια, για να μάθεις ότι ούτε συγγένεια, ούτε φιλία, ούτε προσπάθεια, ούτε τίποτ’ άλλο από όσα υπάρχουν, μπορεί να ωφελήσει εκείνον που προδόθηκε από τη δική του τη ζωή.

[…] Άκουσε λοιπόν πώς και ο πλούσιος που ζήτησε δύο χάρες από τον Αβραάμ, και στις δύο απέτυχε. Διότι πρώτα τον παρακάλεσε για τον εαυτό του, λέγοντας, «στείλε τον Λάζαρο»· έπειτα όμως όχι πια για τον εαυτό του, αλλά για τους αδελφούς του· αλλά καμιάς χάριτος δεν αξιώθηκε. Διότι η πρώτη ήταν αδύνατο να γίνει, ενώ η δεύτερη, για τους αδελφούς του, ήταν περιττή. Αλλ’ όμως, εάν θέλετε, ας ακούσουμε κι αυτά τα λόγια με μεγάλη προσοχή. Δεν άκουε ο κατάδικος τον Θεό να του μιλάει, αλλά ο Αβραάμ ήταν στο ενδιάμεσο, για να μεταφέρει στον δικαζόμενο τα λόγια του δικαστή. Διότι δεν έλεγε από μόνος του αυτά που έλεγε, αλλά του διάβαζε τους θείους νόμους και του έλεγε τις αποφάσεις που έβγαζε ο Θεός. Γι’ αυτό ακριβώς ο πλούσιος δεν μπορούσε ούτε να αντιμιλήσει.

Αλλά είναι ώρα πια να ακούσουμε τα λόγια του πλουσίου. «Σε παρακαλώ», λέγει, «πάτερ», δηλαδή δέομαι, σε ικετεύω, «να στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου τον Λάζαρο· διότι έχω πέντε αδέλφια· για να τους βεβαιώσει τα όσα γίνονται εδώ, για να μην έλθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν της βασάνου». Επειδή απέτυχε για τον εαυτό του, τώρα παρακαλεί για τους άλλους. Πρόσεχε πώς έγινε φιλάνθρωπος και ήμερος εξαιτίας της κολάσεως. Διότι αυτός που περιφρονούσε τον Λάζαρο, ενώ ήταν μπροστά του, φροντίζει τους άλλους που είναι μακριά· αυτός που αδιαφορούσε γι’ αυτόν που ήταν μπροστά στα μάτια τους, ενδιαφέρεται γι΄αυτούς που δεν βλέπει, και με μεγάλο σεβασμό και βιασύνη ζητεί να δειχθεί κάποια πρόνοια γι΄αυτούς, για να αποφύγουν τα βάσανα που θα τους καταλάβουν. Και παρακαλεί να σταλεί ο Λάζαρος στο σπίτι του πατέρα του, εκεί όπου ήταν τα σκάμματα γι’ αυτόν και είχε ανοιχθεί το στάδιο της αρετής.

Ας τον δουν, λέγει, τώρα με τα στεφάνια, εκείνοι που τον είδαν καθώς αγωνιζόταν· εκείνοι που ήταν μάρτυρες της φτώχειας και της πείνας και των μυρίων συμφορών του, να γίνουν μάρτυρες της τιμής, της μεταβολής, όλης της δόξας, για να διδαχθούν και να μάθουν και από τα δύο, ότι δε θα τελειώσουν τα πράγματά μας σε αυτήν τη ζωή, και να ετοιμασθούν έτσι, για να μπορέσουν να αποφύγουν αυτήν την κόλαση και τιμωρία. Τι είπε τότε ο Αβραάμ; «Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες», λέγει, «αυτούς ας ακούσουν». Δεν ενδιαφέρεσαι εσύ, λέγει, για τους αδελφούς σου περισσότερο από τον Θεό που τους δημιούργησε. Τους έδωσε άπειρους διδασκάλους που τους παροτρύνουν, τους συμβουλεύουν, τους νουθετούν. Τι λοιπόν είπε πάλι αυτός; «Όχι, πάτερ Αβραάμ», λέγει, «αλλά εάν πάει κάποιος από τους νεκρούς, θα τον πιστέψουν».

Αυτά δηλαδή είναι τα λόγια των πολλών. Πού είναι τώρα αυτοί που λένε: «Ποιος ήρθε από εκεί; Ποιος αναστήθηκε από τους νεκρούς; Ποιος είπε αυτά που συμβαίνουν στον Άδη;» Πόσα τέτοια και τόσο μεγάλα είπε στον εαυτό του ο πλούσιος εκείνος όταν απολάμβανε τις τρυφές; Διότι ούτε από αφέλεια παρεκάλεσε να αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς· αλλά επειδή περιφρονούσε τις Γραφές όταν τις άκουγε και τις περιγελούσε και νόμιζε ότι είναι μύθοι τα λεγόμενα, από εκείνα λοιπόν που έπασχε αυτός, πίστευε ότι και τα αδέλφια του θα πάθαιναν. Κι εκείνοι, λέγει, έτσι τα θεωρούν· εάν όμως πάει κάποιος από τους νεκρούς, δε θα αρνηθούν να τον πιστέψουν, δε θα τον περιγελάσουν αλλά θα προσέξουν πολύ τα λεγόμενά τους. Τι είπε τότε ο Αβραάμ; «Εάν δεν ακούνε τον Μωυσή και τους προφήτες, ούτε εάν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί, θα τον ακούσουν». Και ότι είναι αληθινό αυτό, ότι όποιος δεν ακούει τις Γραφές, ούτε τους νεκρούς εάν αναστηθούν θα τους ακούσει, το απέδειξαν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, επειδή δεν άκουσαν τον Μωυσή και τους προφήτες, ούτε όταν είδαν αναστημένους νεκρούς πίστεψαν· αλλά άλλοτε επιχειρούσαν να σκοτώσουν τον αναστημένο Λάζαρο,κι άλλοτε ορμούσαν επάνω στους αποστόλους, αν και βέβαια πολλοί από τους νεκρούς αναστήθηκαν κατά την ώρα του σταυρού.

[…] Γνωρίζοντας λοιπόν, αγαπητοί, όλα αυτά, ας προσέχουμε τους εαυτούς μας με κάθε ακρίβεια· κι αν τιμωρούμαστε, να ευχαριστούμε· κι αν ευημερούμε, να ασφαλίζουμε τους εαυτούς μας και σωφρονιζόμενοι από τις τιμωρίες των άλλων, να ευχαριστούμε τον Θεό διά της μετανοίας και της κατανύξεως και της διαρκούς εξομολογήσεως· και εάν έχουμε διαπράξει κάποια αμαρτία κατά την παρούσα ζωή, αφού την αποβάλουμε και με πολλή προσπάθεια σβήσουμε την κάθε κηλίδα της ψυχής μας, ας παρακαλέσουμε τον Θεό, να μας αξιώσει όλους να απαλλαγούμε από τις αμαρτίες μας όσο είμαστε εδώ, κι έτσι να πάμε εκεί, ώστε όχι με τον πλούσιο, αλλά με τον Λάζαρο να απολαύσουμε τους κόλπους του πατριάρχη, και να εντρυφούμε με τα αθάνατα αγαθά, τα οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα, μαζί με το άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 

[Πηγή: Ιερού Χρυσοστόμου έργα, σειρά Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας (ΕΠΕ), Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1988, τόμος 25, σελ. (κατ΄επιλογήν από όλες τις ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ‘’Εις τον πτωχόν Λάζαρον και τον πλούσιον’’) 425-529]

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, Φιλόλογος)


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΑΣ Είς τον Όσιον και Θεοφόρον Πατέρα ημών Δαβίδ τον Θαυματουργόν τον εν Ευβοια Διαλάψαντα

🕊⛪ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΌΣ ΚΑΝΏΝ ⛪🕊
          ÷÷÷÷÷÷÷🕊️📖🕊️÷÷÷÷÷÷÷
🕊Είς τον Όσιον και Θεοφόρον Πατέρα         
      ημών Δαβίδ τον Θαυματουργόν τον                
             εν Ευβοια Διαλάψαντα🕊

Διάσωσον,             🌹          Δαβὶδ θεόφρον                           
🤍🌼🕊            ♦️🌼♦️            🤍🌼🕊
ἐκ πάσης βλά -     🌹            βης καὶ νόσου, 

τοὺς ἐν πίστει 🕊⛪🕊τῇ σῇ πρεσβεῖα προστρέχοντας, οἵα θεράπων Κυρίου 
                       δεδοξασμένος.

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα ἀναγινώσκοντες τὸν ΡΜΒ΄ (142) Ψαλμόν.

Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου... 

Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχος α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὑτοῦ.

Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχος β΄. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τὸ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.

Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχος γ΄. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Καὶ τὰ παρόντα Τροπάρια·

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Ὡς τοῦ Σωτῆρος θεοφόρος θεράπων, καὶ βοηθὸς τοῖς ἐν ἀνάγκαις τελοῦσι, καὶ πρεσβευτὴς ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον, ῥύου τοὺς προστρέχοντας, τῇ Ἁγίᾳ σου σκέπη, πάσης περιστάσεως, καὶ δεινῶν νοσημάτων, καὶ πᾶσι δίδου ὅσιε Δαβίδ, τῆς ἀρωγῆς σου, τὰ θεῖᾳ δωρήματα.

Δόξα. Καὶ νῦν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν ποτέ, Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ψαλμὸς Ν´(50)
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἐλεός σου... 
Καὶ ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Φύλαττε ἡμᾶς Δαβίδ θεόφρον. Γερασίμου.

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Φωτὸς ἀπολαύων τοῦ Τριφεγγοῦς, φωτὶ θεοφόρε, τῶν ἁγίων σου πρεσβειῶν, ψυχῆς μου διάλυσον τὸν ζόφον, καὶ ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι με λάμπρυνον.

Ὑψόθεν ἐπίβλεψον εὐμενῶς, Δαβὶδ θεοφόρε, τοὺς προστρέχοντας εὐλαβῶς, τῇ θεία σορῷ σου καὶ παράσχου, τούτοις σοφὲ τὴν θερμήν σου βοήθειαν.

Λαμπτῆρα νεόφωτον καὶ θερμόν, προστάτην σε Πάτερ, εὑραμένη παρὰ Θεοῦ, ἡ Εὔβοια χαῖροι καρπουμένῃ, τῶν σῶν θαυμάτων τὴν χάριν τὴν ἄφθονον.

Θεοτοκίον.
Ἁγνείας δοχεῖον φωτολαμπές, Ὑπέραγνε Κόρη, καὶ καρδία τε καὶ νοΐ, καὶ πάσῃ αἰσθήσει με ἁγνεύειν, τῇ σῇ ὀξεία πρεσβεῖα ἀξίωσον.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Τῶν θαυμάτων πλουσίως, παρὰ Θεοῦ Ὅσιε, οἵα περ πηγὴν κεκτημένος, χάριν τὴν ἄφθονον, βλύσον τὰ νάματα, τῆς σῆς θερμῆς προστασίας, Πάτερ τοῖς ἐν καύσωνι, δεινῶν στενάζουσι.

Τῶν ψυχῶν τὰς ὀδύνας, ὡς συμπαθῇς ἴασαι, καὶ τὰς τῶν σωμάτων κακώσεις, Πάτερ θεράπευσον, τῇ δεδομένη σοι, παρὰ Θεοῦ ἐξουσίᾳ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν, ἡμῖν αἰτούμενος.

Εὐπραγίαν ἐν βίῳ, καὶ συμφορῶν λύτρωσιν, καὶ ἀπαλλαγὴν πάσης νόσου, καὶ πάσης θλίψεως, δίδου ἑκάστοτε, τοῖς σὲ προστάτην πλουτοῦσι, τῇ θερμῇ πρεσβεῖα σου, Δαβὶδ μακάριε.

Θεοτοκίον.
Ἡλιόμορφε Κόρη, ἡ τὸν Θεὸν τέξασα, ἐν βρότεια ὕλη ἀῤῥήτως, δόξης τὸν Ἥλιον, τῇ ἀγλαΐα σου, τὴν σκοτισθείσαν ψυχήν μου. φώτισον καὶ λύτρωσαι, πάσης ζοφώσεως.

Διάσωσον, Δαβὶδ θεόφρον ἐκ πάσης βλάβης καὶ νόσου, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβεῖα προστρέχοντας, οἵα θεράπων Κυρίου δεδοξασμένος.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενίᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης θερμός, καὶ πύργος ἀπροσμάχητος, ἐδείχθης σοφέ, τοῖς πίστει ἐκβοῶσί σοι, καὶ θερμῶς κραυγάζουσι· θεοφόρε Δαβὶδ τάχος πρόφθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀεὶ τῇ Τριάδι παριστάμενος.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Μιμητὴς ἀληθέστατος, τῶν πάλαι Ὁσίων πάτερ γενόμενος, σὺν αὑτοῖς ἀεὶ ἱκέτευε, Ὅσιε Δαβὶδ ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου.

Ἀπὸ πάσης ἀπάλλαξον, Πάτερ δυσχερείας, καὶ περιστάσεως, τοὺς θερμῶς Δαβὶδ προσπίπτοντας, τῇ σορῷ τῇ θείας τῶν λειψάνων σου.

Σὲ προστάτην καὶ ἔφορον, Λίμνη Εὐβοίας Πάτερ πλουτήσασα, τῇ σῇ χάριτι ἑκάστοτε, ἀπὸ πάσης ῥύεται στενώσεως.

Θεοτοκίον.
Διανοίας λαμπρότητα, καὶ εἰρήνην δίδου ἐν τῇ καρδία μου, καὶ σκανδάλων με τοῦ ὄφεως, ἀσινῆ Παρθένε διαφύλαττε.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ήμᾶς.
Ἄνωθεν ἀεί, ἐπιβλέπων διαφύλαττε, τὴν ἁγίαν σου Μονὴν πάτερ Δαβίδ, τὴν θερμῶς ἀνακειμένην τῇ σῇ χάριτι.

Βλέμμα ἱλαρόν, οὐρανόθεν Πάτερ ἔκτεινον, τοῖς προσπίπτουσιν τῇ Κάρα σου πιστῶς, καὶ παράσχοι τὰς αἰτήσεις τούτοις Ὅσιε.

Ἴασαι ἡμῶν, τὰ συντρίμματα μακάριε, καὶ στενώσεων ἐν βίῳ χαλεπῶν, ἀσινεῖς πάτερ Δαβὶδ ἡμᾶς διάσῳζε.

Θεοτοκίον.
Δύναμιν ἡμῖν, οἵα Μήτηρ τοῦ Παντάνακτος, τοῦ πατεῖν τὰς ἐπηρείας τοῦ ἐχθροῦ, δίδου Δέσποινα καὶ σκέπε τοὺς ὑμνοῦντάς σε.

ᾨδὴ ς΄. Τὴν δέησιν ἐκχεώ.
Θαυμάτων, τὴν δωρεὰν κεκτημένος, παραδόξως ἐνεργεῖς τοῖς αἰτοῦσι, τῆς ἀρωγῆς σου ταχέως τὴν χάριν, καί τῆς ἀκρίδος πληγὴν τὴν ὀλέθριον, ἴασαι ὅσιε Δαβίδ, ὡς πιστῶν βοηθὸς ἑτοιμότατος.

Ἐπλήγην, τοῦ δυσμενοῦς τῇ κακία, καὶ προσώζεσαι τοῖς μώλωψι Πάτερ, ἀλλὰ τῇ σῇ συμπαθείᾳ προσφεύγω, ἵνα ῥυσθῶ τῆς θλιβούσης με μάστιγος· σὺ οὖν παράσχου μοι σοφέ, τὴν κατ’ ἄμφω ὑγίειαν καὶ ἴασιν.

Ὁ μέγας, νήσου Εὐβοίας κοσμήτωρ, καὶ θερμότατος πιστῶν ἀντιλήπτωρ, πάτερ Δαβὶδ τῶν χαρίτων τὸ σκεῦος, μεγάλων πόνων καὶ θλίψεων λύτρωσαι, τοὺς προσιόντας εὐλαβῶς, τῇ σορῷ τῶν ἁγίων λειψάνων σου.

Θεοτοκίον.
Φωτί με, τῶν πρεσβειῶν σου Παρθένε, τὸν ἐν σκότει χαλεπῆς ῥαθυμίας, καὶ ἀμαυρώσει δεινῆς ἁμαρτίας, καταβιοῦντα καταύγασον δέομαι, καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν, τοῦ Θεοῦ τὴν ζωήν μου κυβέρνησον.

Διάσωσον, Δαβὶδ θεόφρον ἐκ πάσης βλάβης καὶ νόσου, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβεῖα προστρέχοντας, οἶα θεράπων Κυρίου δεδοξασμένος.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ΄ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου ῥείθροις.
Τῇ σῇ πρεσβείᾳ Δαβὶδ καταφεύγοντες, καὶ τῇ ἁγία σου Κάρα προστρέχοντες, ῥυσθείημεν πάσης κακώσεως, καὶ πειρασμῶν καὶ σκανδάλων τοῦ ὄφεως· σὺ γὰρ ἡμῶν πρέσβυς πρὸς Κύριον.

Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Στίχος. Τί ἀνταποδώσομεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν άνταπέδωκεν ἡμῖν;

Εὐαγγέλιον.
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαίου.
(Κεφ. ια΄ 27-30).

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πάντα μοὶ παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰμή ὁ Πατήρ, οὐδέ τὸν Πατέρα τὶς ἐπιγινώσκει εἰμή ὁ Υἱός, καὶ ὢ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινός τῇ καρδία καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καί τὸ φορτίον μου ἐλαφρὸν ἐστι.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις Ἐλεῆμον ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Μέγαν ἀντιλήπτορα, ἔχει σε Λίμνη Εὐβοίας, καὶ σκέπην καὶ ἔφορον, ἡ Μονή σου Ἅγιε ἐν σοὶ χαίρουσα· βοηθεὶς πᾶσι γάρ, ὡς Θεοῦ θεράπων, τοῖς τῇ θεία ἀντιλήψει σου, πιστῶς προστρέχουσι, καὶ παρέχεις χάριν σωτήριον, Δαβὶδ θεομακάριστε, τοῖς ἀσπαζομένοις τὴν Κάραν σου, ὅθεν σοι βοῶμεν· ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρὸς Θεόν, τὴν καθ’ ἡμῶν ἀποδίωκε, βλάβην τοῦ ἀλάστορος.

Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαὸν σου…

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ῥῶσιν βλύζει ὡς δρόσον, καὶ παρέχει ὑγίειαν ψυχῆς καὶ σώματος, ἡ πάντιμος σου Κάρα, σβεννύουσα τὴν φλόγα, νοσημάτων καὶ θλίψεων, τῶν προσιόντων αὐτῇ, Δαβὶδ μετ’ εὐλαβείας.

Ὁ κωνώπων τὴν ῥύμην, τῇ θερμῇ ἐντεύξει διώξας Ὅσιε, ἐχθρῶν τῶν ἀοράτων, καὶ ὁρατῶν κακίας, ἀνωτέρους διάσῳζε, θαυματοφόρε Δαβίδ, τοὺς σὲ ἀνευφημοῦντας.

Νοσημάτων παντοίων, συμφορῶν πανωδύνων πικρῶν στενώσεων, σκανδάλων ψυχοφθόρων, καὶ στεναγμῶν καὶ πόνων, τῶν ἐν βίῳ ἀπάλλαττε, θαυματοφόρε Δαβίδ, τοὺς σὲ ὑμνολογοῦντας.

Θεοτοκίον.
Γεωργεῖν με Παρθένε, καθαρότητα βίου καὶ νοῦν ἀκέραιον, εὐθύτητα καρδίας, καὶ ἤθη μετανοίας, καταξιῶσον δέομαι, ἵνα τῆς ἄνω ζωῆς, μετὰ τὸ τέλος τύχω.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ἔπιδε Πάτερ, ἐπὶ τοὺς σπεύδοντας πίστει, τῇ Ἁγίᾳ Μονὴ καὶ δίδου τούτοις, τῆς σῆς προστασίας, τὰς σωτηρίους δόσεις.

Ῥοῦν ἁμαρτίας, τὸν κατακλύζοντα Πάτερ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν ξήρανον ἀοράτως, καὶ ζωῆς τῆς θείας, βλύσον ἡμῖν τὸ ὕδωρ.

Ἅπας προστρέχων, τῇ παναγία σου Κάρα, ἁγιάζεται κατ’ ἄμφω θεοφόρε, καὶ κηρύττει πᾶσι, τᾶς σᾷς εὐεργεσίας.

Θεοτοκίον.
Σαρκὶ τεκοῦσα, τὸν Ὑπερούσιον Λόγον, ἀλογίας με παθῶν ἀλογωτάτων, λύτρωσαι Παρθένε, καὶ σῶσόν με εἰς τέλος.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἰάσεις ἀναβλύζει, ἡ σεπτὴ σορός σου, καὶ θεραπεύει δεινὰ ἀῤῥωστήματα, ὢν ἡμᾶς ῥῦσαι τῆς ῥύμης Δαβὶδ μακάριε.

Μονήν σου τὴν ἁγίαν, σκέπε θεοφόρε, καὶ τῇ Εὐβοίᾳ ἁπλάσῃ πρυτάνευε, τῆς πατρικῆς εὐλογίας σου τὰ δωρήματα.

Ὁδεύειν ἡμᾶς Πάτερ, καθ’ ἑκάστην ὥραν, τῆς σωτηρίας τὴν τρῖβον ἐνίσχυσον, ὡς ἂν Δαβὶδ τῆς ἀλήκτου ζωῆς μετάσχωμεν.

Θεοτοκίον.
Ὑπέρφωτε λυχνία, τῆς ἀύλου δόξης, δεδοξασμένη παρθένε Μητρόθεε, τῆς οὐρανίου με δόξης μέτοχον ποίησον.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Καί τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια,
Τὸν ἀνατεθέντα ἀπὸ παιδός, Χριστῷ τῷ Σωτῆρι, καὶ ἐν βίῳ ἀγγελικῷ, λάμψαντα ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ὑστέροις χρόνοις, Δαβὶδ τὸν θεοφόρον, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ χάριτος τούτων καὶ τῆς δόξης συγκοινωνός, Δαβὶδ θεοφόρε, θεράπων τοῦ Κυρίου, καὶ τῆς διπλῆς ἀγάπης, ἔνθεον ὄργανον.

Λοκρὶς ἡ πατρίς σου πνευματικῶς, χαίρει καὶ καυχᾶται, τῇ σῇ δόξῃ τῇ θαυμαστῇ, ἐξαιρέτως Πάτερ, ἐν σοὶ ἀγαλλιάται, ἡ Εὔβοια πλουτοῦσα, τὴν θείαν Κάραν σου.

Πνεύματος δοχεῖον περιφανές, ὤφθης θεοφόρε, διὰ βίου ἀσκητικοῦ ὅθεν ἐδοξάσθης, θαυμάτων ἐνέργεια, καὶ ἅπασι παρέχεις, χάριν σωτήριον.

Χαίροις τῆς Μονῆς σου θερμὸς φρουρός, καὶ Λίμνης προστάτης, τῆς τιμώσης σε εὐλαβῶς, χαίροις τῶν ἐν νόσοις, καὶ θλίψεσι καὶ πόνοις, ὁ μέγας ἀντιλήπτωρ, Δαβὶδ πατὴρ ἡμῶν.

Δίδου οὐρανόθεν ὡς συμπαθῇς, Δαβὶδ θεοφόρε, αἰτημάτων τὴν παροχήν, τοῖς θερμῶς αἰτοῦσι, τὴν χάριν σου Παμμάκαρ, καὶ αἴτει τῶν πταισμάτων, ἡμῖν τὴν ἄφεσιν.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καὶ Υἱῷ, καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι,
καὶ νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπὶ Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μὴ ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καὶ νῦν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σὲ μὴ ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διὰ Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τὸ ἑξῆς·

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντας τοὺς προσπίπτοντας θερμῶς, ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσι Πάτερ, καὶ προσκυνοῦντας πιστῶς, τὴν ἁγίαν Κάραν σου, καὶ θαυματόβρυτον, ἀνωτέρους διάσῳζε, ἐκ πάσης ἀνάγκης, ἴασιν καὶ λύτρωσιν, πᾶσιν αἰτούμενος· σὺ γὰρ βοηθὸς ἡμῖν ὤφθης, ὅσιε Δαβὶδ καὶ προστάτης, καὶ πρὸς τὸν Χριστὸν μεσίτης ἕτοιμος.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι· Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.📿🕊⛪

Archbishop Symeon Enthroned, the Status of the Monastery in the Spotlight.



Archbishop Symeon Enthroned, the Status of the Monastery in the Spotlight

By Dionysios Skliris, ΤΟ ΒΗΜΑ
October 31st, 2025

In the presence of the His Beatitude, Patriarch of Jerusalem, Theophilos III and the Greek Prime Minister Kyriakos Mitsotakis, the enthronement of Archbishop Symeon of Sinai took place today at the Holy Monastery of St. Catherine. ...

The Ecumenical Patriarchate was represented by Metropolitan Demetrios of the Princes' Islands, the Patriarchate of Alexandria by Metropolitan George of Guinea, while the Churches of Greece and Cyprus were jointly represented by Bishop Christopher of Karpasia. Metropolitans Hesychios of Capitolias and Nicodemus of Memphis also participated. According to the typikon, the Patriarch of Jerusalem Theophilos handed over the pastoral rod to Archbishop Simeon, while the "Axios" was exclaimed by the clergy and laity.

The Prime Minister made contacts with the Patriarch of Jerusalem, Theophilos III, and with the monastic brotherhood of Sinai. On Saturday, November 1st, Prime Minister Mitsotakis is expected to attend the inauguration of the Grand Egyptian Museum in Giza (GEM), at the invitation of the President of Egypt Abdel Fattah El-Sisi. It conveys satisfaction with the continuation of negotiations with the Egyptian authorities with a view to determining the legal status of the Sinai Monastery in Egypt.

The continuation and safeguarding of the worship and Greek Orthodox character of the Monastery is considered important, for which there is reportedly a preliminary common understanding between Greece and Egypt, while the recognition of the ownership of the Monastery over its properties remains more difficult.

An important issue remains the preservation of the centuries-old character of the Monastery, its non-museumization and ensuring the possibility for the monks to remain in Egypt more permanently, with longer residence permits.

The presence of the Prime Minister and ministers of the Greek government reveal the political priority given to keeping the Sinai Monastery an epicenter of Orthodoxy and ecumenical Greek culture in a region of critical geopolitical importance. It is recalled that this is the second trip of the prime minister to the Sinai Peninsula in three weeks, as on October 13 he had attended the Peace Summit in Sharm el-Sheikh.

In order to reach the agreement with Egypt, an internal reconciliation in the Monastery was a necessary condition. This was expressed, among other things, by the fact that the new Archbishop of Sinai, Faran and Raitho, Mr. Symeon, officiated on Sunday, October 26, at the dependency of the Sinai Monastery in Athens, with the co-prayer of the former Archbishop of Sinai, Damianos. In his speech, the new Archbishop of Sinai expressed gratitude for his predecessor, emphasized the institutional and spiritual continuity and praised the contribution of the former Archbishop of Sinai Damianos to the preservation and global influence of the Monastery, that projects a message of unity. He particularly emphasized the responsibility for the mission of the Sinai Monastery towards history.

Source: https://www.tovima.gr/2025/10/31/society/sina-enthronistike-o-neos-arxiepiskopos-sto-epikentro-to-kathestos-tis-monis
-----------------------

His Beatitude, Patriarch of Jerusalem, Theophilos III, expressing the concern of the Church of Jerusalem for the preservation of the Holy Places, made the following appeal:

“To the honourable Egyptian governmental authorities, that they may ensure the protection and safeguarding of the Holy Monastery, its age-old sacred status quo, and the sanctity of the surrounding area of the God-trodden Mount Sinai, as it has been respected and maintained to this day.”

He further added: “At this particular and historic moment, in the presence of distinguished personalities, we call upon both to cooperate for the protection of this sacred site and its long-standing tradition, in full awareness and high sense of responsibility before history, of which we all become both part and witness.”


ΕΚΠΟΜΠΉ ΑΠΌ ΤΉΝ ΑΛΉΘΕΙΑ ΣΤΉΝ ΖΩΉ

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Συζητήσεις των Μεγάλων Ρώσων Πρεσβυτέρων 3

 



Γέροντας Μωυσής, Αρχιμανδρίτης του Ιερού του Μπριάνσκ Μπελομπερέζναγια

(1772–1848)

Το Ερημητήριο Μπελομπερέζναγια του Μπριάνσκ είναι ένα από τα μοναστήρια που γέννησαν τη ρωσική πρεσβυτερία. Ιδρύθηκε χάρη στους κόπους και τις προσευχές των μαθητών του Αγίου Παϊσίου (Βελιτσκόφσκι). Ο μοναχός Θεόδωρος, μαθητής του Αγίου Παϊσίου, έφερε σε αυτό το τυπικό και την τάξη της Μονής Νυάμετ. Η γέρουσα Κλεόπα εργάστηκε εδώ και ο Λεβ Ντανίλοβιτς Ναγκόλκιν (ο μελλοντικός γέροντας της Όπτινα, Άγιος Λέων) κουρεύτηκε εδώ.

Ο Αρχιμανδρίτης Μωυσής είναι ένας από τους σπουδαίους πρεσβυτέρους αυτής της μονής.

Στη συλλογή μας δημοσιεύουμε τις σημειώσεις του Ιερομονάχου Ισραήλ, ο οποίος βρισκόταν σε στενότερη επαφή με τον γέροντα Μωυσή: έζησε μαζί του στο ίδιο κελί για πολλά χρόνια, έγινε μάρτυρας όλων των κατορθωμάτων της πνευματικής του ζωής , άκουσε όλες τις οδηγίες του και αποθήκευσε όλα όσα άκουγε και έβλεπε στην καρδιά του σαν πολύτιμο θησαυρό.

Συζητήσεις με τον Γέροντα Μωυσή, Αρχιμανδρίτη του Ησυχαστηρίου Μπελομπερέζναγια του Μπριάνσκ

Ο Πατέρας Μωυσής είπε στους αδελφούς του: Αν κάποιος επιθυμεί πλήρη ειρήνη μέσα του, ας μην πιστεύει ποτέ στις δικές του σκέψεις. Αδελφέ, κάθε σκέψη που στερείται της ησυχίας της ταπεινότητας δεν είναι σύμφωνα με τον Θεό, αλλά προέρχεται σαφώς από τους άλλους. Διότι ο Κύριός μας έρχεται με ησυχία, αλλά όλα όσα προέρχονται από έναν αντίπαλο έρχονται με σύγχυση και ανταρσία. Αλλά το θέλημα των δαιμόνων είναι να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους και να πιστέψουν στον εαυτό τους, και τότε παγιδευόμαστε. Ο Πατέρας Μωυσής δίδαξε τους αδελφούς του να αναζητούν τέτοια ειρήνη ψυχής, την αποκοπή της δικής τους θέλησης, ως τον πλησιέστερο δρόμο προς τη σωτηρία.

Δίδαξε επίσης μια εξαιρετικά δημιουργική και χριστοειδική ταπεινότητα, η οποία φέρνει πλήθος πλούσιων χαρισμάτων. «Διότι πάνω απ' όλα απαιτούμε την ταπεινότητα, χωρίς την οποία ούτε η πίστη ούτε ο φόβος του Θεού ούτε η ελεημοσύνη ούτε η εγκράτεια ούτε καμία άλλη αρετή μπορούν να τελειοποιηθούν. Χωρίς ταπεινότητα, ο άνθρωπος είναι πιο κακός από όλη την κτίση, ακόμα κι αν νομίζει ότι ζει σαν άγγελος. Διότι μέσω της ταπεινότητας όλα τα βέλη του εχθρού και του αντιπάλου καταστρέφονται».

Ο γέροντας είπε ότι πρέπει να αγωνίζεται κανείς με κάθε τρόπο να διατηρεί την ψυχική του ηρεμία και να μην αναστατώνεται από τις προσβολές των άλλων. Αλλά αν δεν μπορεί παρά να αναστατώνεται, τότε τουλάχιστον πρέπει να προσπαθεί να ελέγχει τη γλώσσα του, σύμφωνα με τον ψαλμωδό: « Ταράχθηκα και δεν μίλησα ». Ο γέροντας δίδαξε και προέτρεψε τους αδελφούς να έχουν ειρήνη και αγάπη ψυχής, ποτέ να μην σπάνε, ώστε να μην δίνουν καμία εντύπωση παραβίασης της αγάπης, θυμούμενος ότι αν και κάποιος μπορεί αργότερα να έχει αγάπη για αυτόν τον αδελφό, σπάνια την επιτυγχάνει, ώστε να είναι η ίδια όπως πριν, σαν κομμένο ψωμί: ακόμα κι αν το κολλήσετε και συνδέσετε το ένα μέρος με το άλλο, δεν θα είναι πια το ίδιο όπως ήταν πριν. το σημάδι παραμένει εκεί που κόπηκε. έτσι κι εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε να μην δίνουμε καμία εντύπωση παραβίασης της αγάπης. Ο Χριστός Σωτήρας μας πρόσταξε: « Αυτά σας παραγγέλνω, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον» ( Ιωάννης 15:17 ), και πάλι: «Παιδιά μου!» Την ειρήνη μου σας δίνω ( Ιωάννης 14:27 ), και πάλι: Από αυτό γνωρίζουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη ο ένας προς τον άλλον ( Ιωάννης 13:35 ).

Ο Πατέρας Μωυσής είπε ότι σε όλα πρέπει να ζητά κανείς τη βοήθεια του Θεού και να μην βασίζεται στον εαυτό του, και σε όλα πρέπει να καταφεύγει στον Θεό.

Σε όλα, εμπιστεύσου τον εαυτό σου στο θέλημα του Θεού σε κάθε περίσταση που συμβαίνει και πες: αυτό είναι το θέλημα του Θεού.

Έτσι ο πατέρας δίδασκε τα παιδιά του και έτσι παρέμενε πάντα σε ηρεμία, χωρίς σύγχυση, και δίδασκε τους αδελφούς να βασίζονται πάντα σε όλα στο θέλημα του Θεού και να παραμένουν σε ειρήνη και γαλήνη και να μην συγχέονται για οτιδήποτε συμβαίνει, αλλά να υποτάσσουν όλα όσα συμβαίνουν στο θέλημα του Θεού.

Ο Γέροντας Μωυσής δεν λυπόταν ποτέ για τίποτα, αλλά ήταν πάντα χαρούμενος και έδινε οδηγίες στους μαθητές του να μην λυπούνται, ούτε καν για αμαρτίες, λέγοντας: «Δεν πρέπει να λυπάται κανείς πολύ, γιατί αυτό οδηγεί στην απελπισία». Και σε τι οδηγεί η απελπισία - παρέθεσε τα γραπτά των Αγίων Πατέρων και είπε: «Πολλοί λυπούνται και δεν ξέρουν γιατί, μάταια». Αν κάποιος παραδοθεί στο θέλημα του Θεού, δεν θα λυπηθεί πολύ για οτιδήποτε περαστικό και θα έχει πάντα ένα χαρούμενο πρόσωπο. Η σφραγίδα του Θεού δεν συντρίβει τον άνθρωπο, αλλά η εξωτερική λύπη - που εξαντλεί τον άνθρωπο, και αυτός έχει πάντα ένα απογοητευμένο πρόσωπο. Πολλοί υποφέρουν από αυτό, εξαντλημένοι άσκοπα. Θυμούμενοι τα λόγια του Σολομώντα: « Η χαρούμενη καρδιά κάνει καλό σαν φάρμακο, αλλά το συντετριμμένο πνεύμα ξεραίνει τα κόκαλα » (βλ. Παροιμίες 17:22 ).

Έτσι ο Πατέρας Μωυσής περνούσε τις μέρες του, σαν να ήταν απαλλαγμένος από θλίψη και θλίψη, αφιερωμένος ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, εμπιστευόμενος σε Αυτόν. Και η καρδιά του ήταν πάντα ένα κατοικητήριο πνευματικής χαράς εν Κυρίω.

Είχε επίσης αγαθή συνείδηση ​​και είπε: Η συνείδηση ​​είναι ένα φυσικό βιβλίο· όποιος το διαβάζει ενεργά, μέσω δοκιμασίας, θα γνωρίσει τη Θεία μεσολάβηση. Οι προπάτορές μας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ ζούσαν σύμφωνα με αυτόν τον νόμο της συνείδησης και τόσο ευαρέστησαν τον Θεό που δεν απαιτείται μετάνοια από αυτούς. Δεν όρισες μετάνοια για τους δίκαιους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, που δεν αμάρτησαν ενώπιόν Σου. Και πώς ευαρέστησαν τον Θεό τόσο πολύ που δεν απαιτείται μετάνοια από αυτούς; Είχαν γυναίκες και σκλάβους και μεγάλο πλούτο· η νηστεία δεν υπήρχε ακόμη τότε και δεν είχαν ακόμη χτίσει ναούς στον Θεό· πώς ευαρέστησαν τόσο πολύ τον Θεό; Μη παίρνοντας τίποτα από κανέναν, μη προσβάλλοντας κανέναν, μη λέγοντας ψέματα σε κανέναν, ούτε με λόγια ούτε με έργα, και δεν υπήρχε τότε άλλος νόμος εκτός από αυτόν τον φυσικό - ό,τι θέλετε για τον εαυτό σας, να θέλετε και για τους άλλους , όπως λέει το Ευαγγέλιο: Όλα όσα λοιπόν θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, να κάνετε και εσείς σε αυτούς· γιατί αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες ( Ματθαίος 7:12 ). Εδώ μας δείχνει το σύντομο μονοπάτι, που οδηγεί στην αρετή: αν θέλεις να σου δίνουν οι άλλοι, δώσε κι εσύ· αν θέλεις να σε αγαπούν οι εχθροί σου, αγάπα κι εσύ τους εχθρούς σου· και αν θέλεις να μην σε ενοχλεί κανείς, μην ενοχλείς κανέναν· αν θέλεις να σε αγαπούν όλοι, αγάπα όλους.

Και προσπάθησε να διατηρείς τη συνείδησή σου καθαρή και όχι ντροπιαστική σε όλα, τόσο με λόγια όσο και με έργα, ώστε ό,τι λέγεται ή γίνεται να είναι αληθινό και χρήσιμο, και να φυλάσσεσαι ασφαλής σε όλα, και να μην βλάπτεις τη συνείδησή σου σε τίποτα, και να μην δίνεις στους ανθρώπους καμία αμφιβολία για εσένα.

Ο γέροντας ήταν ένας δραστήριος και σοφός ηγέτης και εκπαιδευτής της εσωτερικής προσευχής. Αν, κατά τη διάρκεια της απλής, καθημερινής ζωής, λόγω κάποιας μοναστηριακής ανάγκης και στα γεράματά του, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη δοξολογία του Θεού στην εκκλησία λόγω εξάντλησης, ασκούσε πάντα τη νοερά προσευχή στο κελί του. Αν ποτέ δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη δοξολογία του Θεού στον όρθρο, απογοητευόταν εκείνη την ημέρα, σαν να είχε χάσει κάτι μέσα του. Πάντα έφτανε στην αρχή της δοξολογίας του Θεού στην εκκλησία.

Μας δίδαξε επίσης να χρησιμοποιούμε όλη μας τη δύναμη, να μην εγκαταλείπουμε την Εκκλησία του Θεού, αλλά πάντα να προσερχόμαστε στην προσευχή και να δοξάζουμε τον Θεό. Ο γέροντας έλεγε ότι η πρωινή δοξολογία του Θεού είναι ευχαριστία προς τον Κύριο Θεό για την περασμένη νύχτα, στην αρχή της ερχόμενης ημέρας και στο πέρασμα της εν Θεώ. Η βραδινή δοξολογία στην Εκκλησία του Θεού είναι μια ανταμοιβή προς τον Κύριο Θεό για την περασμένη ημέρα, στην αρχή της ερχόμενης νύχτας, ώστε ο Κύριος να μας δώσει να την περάσουμε ειρηνικά και γαλήνια και να μας ελευθερώσει από όλα τα τεχνάσματα του εχθρού. Αν εγκαταλείψουμε την πρωινή εκκλησιαστική λειτουργία χωρίς να προσφέρουμε ευχαριστία στον Κύριο Θεό για την περασμένη νύχτα, θα στερηθούμε από το να ζητάμε τη χάρη του Θεού για την παρούσα ημέρα, καθώς και τις βραδινές προσευχές, στο τέλος της περασμένης ημέρας. Επομένως, πρέπει επειγόντως να τελούμε πρωινές και βραδινές προσευχές κάθε μέρα.

Ο ίδιος ο πατήρ Μωυσής τελούσε τις εκκλησιαστικές λειτουργίες εκτενώς, χωρίς βιασύνη, με φόβο Θεού, και ενθάρρυνε τους άλλους αδελφούς να κάνουν το ίδιο. Παρά τις πολλές μοναστικές υποθέσεις, παρά την προχωρημένη ηλικία του και την εξάντληση των δυνάμεών του, παρέμενε συνεχώς στην προσευχή προς τον Θεό και στις εκκλησιαστικές λειτουργίες, χωρίς να νιώθει κούραση.

Ο Πατέρας Μωυσής είπε στους αδελφούς του: Αν κάποιος αγωνίζεται για πνευματική σωτηρία, τότε παραμένει γαλήνιος, γιατί ο εχθρός δεν τον συκοφαντεί πολύ. Αλλά όταν αρχίσει να προσέχει τον εαυτό του, ο εχθρός στρέφει όλη του τη δύναμη εναντίον του και δεν του επιτρέπει να ζήσει ειρηνικά ούτε για μια μέρα ούτε για μια ώρα. Ωστόσο, μετά από αυτές τις θλιβερές ανησυχίες, ο Θεός του στέλνει τη βοήθειά Του, ως παρηγοριά για λίγες ώρες, και από αυτή την πνευματική χαρά, ο άνθρωπος ξεχνά όλες τις θλιβερές του περιστάσεις και επιθυμεί να υπομείνει περαιτέρω για χάρη της μελλοντικής παρηγοριάς.

Γι' αυτό, όποιος προσέχει τον εαυτό του πρέπει να έχει έναν πνευματικό πατέρα και να διευθύνει τα πάντα με την καθοδήγησή του και να μην ξεκινάει τίποτα μόνος του, για να μην δεχτεί το κακό αντί για το καλό. Διότι πολλοί έχουν υποφέρει από την ίδια τους την ανοησία, ακολουθώντας το δικό τους θέλημα, γιατί δεν υπάρχει άλλη πτώση για έναν μοναχό από το να ακολουθεί το δικό του θέλημα (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ). Δεν προέρχεται κάθε καλή επιθυμία από τον Θεό, αλλά μπορεί επίσης να προέρχεται από τον διάβολο, και μέσω αυτής ο διάβολος προκαλεί κακό στον άνθρωπο και τον αναγκάζει να το αναζητήσει. Ο διάβολος αγαπά να βρει έναν άνθρωπο που δεν ρωτάει άλλον, που δεν συμβουλεύεται κάποιον που μπορεί να τον οδηγήσει στο καλό· και τότε ο εχθρός εύκολα αποπλανά τον ισχυρογνώμονα και τον παγιδεύει.


Συζητήσεις των Μεγάλων Ρώσων Πρεσβυτέρων 2


 


Αγιος  Παΐσιος (Βελιτσκόφσκι)

(1722–1794)

Ο Άγιος Παΐσιος, ο ιδρυτής της ρωσικής πρεσβυτερίας και μεταφραστής πολυάριθμων πατερικών έργων, ήταν ο ηγούμενος της Λαύρας της Νεάμτς. Αυτό το μοναστήρι και ο ηγούμενός του είναι γνωστοί στην Ορθόδοξη Ρωσία, τόσο μεταξύ των ιεραρχών της εκκλησίας, όσο και μεταξύ των ανώτερων τάξεων (ο Ποτέμκιν επισκέφθηκε τον Γέροντα Παΐσιο) και μεταξύ των απλών ανθρώπων. Η φήμη του σοφού γέροντα προσέλκυσε εκατοντάδες προσκυνητές σε αυτό το απομακρυσμένο μολδαβικό μοναστήρι, όχι μόνο από τη Μολδαβία και τη Βλαχία, αλλά και από άλλες σλαβικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας.

Η έκδοσή μας περιέχει μια από τις συνομιλίες μεταξύ του μεγάλου γέροντα και ενός λαϊκού που τον ρώτησε αν είναι δυνατόν να σωθεί κανείς ζώντας στον κόσμο.

Απάντηση στην ερώτηση: Πώς μπορεί να σωθεί ένας λαϊκός;

Σας συμβουλεύω να διαβάζετε πιο επιμελώς τις Θείες Γραφές και τις διδασκαλίες των αγίων και θεοφόρων πατέρων μας, στους οποίους έχει δοθεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να κατανοήσουν τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή την αληθινή έννοια της Αγίας Γραφής . Στις πνευματικά φωτισμένες διδασκαλίες τους, θα βρείτε όλα τα απαραίτητα για τη σωτηρία. Και εγώ, ένας αμαρτωλός, με το αδύναμο μυαλό μου, απαντώ στην ερώτησή σας: ο Παντελεήμων Θεός επιτελεί τη σωτηρία μας μέσω της Ορθόδοξης πίστης, των καλών έργων και της Χάρης Του. Η Ορθόδοξη πίστη είναι αυτή που κατέχει η μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Ανατολική Εκκλησία · χωρίς αυτήν την Ορθόδοξη πίστη, κανείς δεν μπορεί να σωθεί. Τα καλά έργα είναι οι εντολές του Ευαγγελίου, χωρίς την εκπλήρωση των οποίων, όπως ακριβώς χωρίς πίστη, κανείς δεν μπορεί να σωθεί. Η Ορθόδοξη πίστη χωρίς καλά έργα είναι νεκρή, και τα καλά έργα χωρίς πίστη είναι επίσης νεκρά. Όποιος επιθυμεί τη σωτηρία πρέπει να έχει και τα δύο: την Ορθόδοξη πίστη με καλά έργα, και τα καλά έργα με την Ορθόδοξη πίστη. Τότε, με τη βοήθεια της Χάρης του Θεού, η οποία προάγει τα καλά του έργα, θα σωθεί σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού, ο οποίος είπε: « Χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα». Και είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο Σωτήρας Χριστός, ο Αληθινός Θεός μας , που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, καθιέρωσε τα καλά έργα, δηλαδή τις σωτήριες εντολές του Ευαγγελίου, ως νόμο για όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, τόσο μοναχούς όσο και λαϊκούς που ζουν με συζύγους και παιδιά. 


Απαιτεί από όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς την πιο επιμελή εκπλήρωσή τους, επειδή οι άγιες εντολές Του δεν απαιτούν μεγάλη σωματική εργασία, αλλά μόνο την καλή θέληση της ψυχής: γιατί ο ζυγός των αγίων εντολών Του είναι ελαφρύς και το βάρος της εκπλήρωσής τους ελαφρύ. Με τη βοήθεια της Χάρης του Θεού, κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός, ανεξάρτητα από βαθμό, φύλο ή ηλικία - ηλικιωμένος και νέος, υγιής και ασθενής - μπορεί εύκολα να εκπληρώσει τις άγιες εντολές του Χριστού, εφόσον οι ψυχές τους είναι πρόθυμες. Επομένως, όσοι τις παραβιάζουν και δεν μετανοούν θα καταδικαστούν, μαζί με τους δαίμονες, σε αιώνια βάσανα κατά τη φοβερή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Οι άγιες εντολές του Ευαγγελίου, ιδιαίτερα οι πιο σημαντικές, είναι τόσο απαραίτητες για τη σωτηρία, που αν κάποιος στερείται έστω και μίας, η σωτηρία της ψυχής είναι αδύνατη. Αυτές είναι οι εντολές για την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, για την πραότητα και την ταπεινότητα, για την ειρήνη με όλους και την υπομονή, για τη συγχώρηση των παραπτωμάτων του πλησίον από καρδιάς, για το να μην κρίνει κανείς, για να μην μισεί κανέναν, για την αγάπη προς τους εχθρούς του, για την ελεημοσύνη όσο το δυνατόν περισσότερο, τόσο πνευματικά όσο και σωματικά, και για την αναγκαστική εκπλήρωση με κάθε επιμέλεια όλων των άλλων εντολών του Χριστού που είναι γραμμένες στο Άγιο Ευαγγέλιο. Και πάνω απ 'όλα, να αγαπάς τον Θεό με όλη σου την καρδιά, και με όλη σου την ψυχή, και με όλη σου τη δύναμη, και με όλο σου το νου, και τον πλησίον σου ως εαυτόν· και, μιμούμενος την πραότητα του Χριστού, να αγωνίζεται ενάντια στο πάθος της οργής μέχρι σημείου αιματοχυσίας. Και το να ζει κανείς ειρηνικά με όλους είναι τόσο απαραίτητο που ο Κύριος έκρινε απαραίτητο να επαναλάβει περισσότερες από μία φορές στους αγίους μαθητές και αποστόλους Του:Ειρήνη σε εσάς· ειρήνη αφήνω σε εσάς· την ειρήνη μου σας δίνω.

 Και όπου είναι η ειρήνη του Χριστού, εκεί είναι ο ίδιος ο Χριστός· αλλά αν δεν υπάρχει ειρήνη στην ψυχή, τότε ο Χριστός δεν είναι εκεί. Η υπομονή είναι επίσης απαραίτητη για τη σωτηρία· ο Χριστός λέει: Με την υπομονή σας αποκτήστε τις ψυχές σας· και πρέπει να υπομείνουμε όχι μόνο για ορισμένο χρόνο, αλλά μέχρι τον ίδιο τον θάνατο· όποιος υπομένει μέχρι τέλους θα σωθεί. Όποιος με όλη του την καρδιά συγχωρεί τον πλησίον του τις αμαρτίες του, ο Θεός συγχωρεί και τις αμαρτίες του. Όποιος δεν καταδικάζει τον πλησίον του δεν θα καταδικαστεί ο ίδιος από τον Θεό. Και όποιος επιθυμεί τη σωτηρία πρέπει να τηρεί όλες τις άλλες εντολές του Ευαγγελίου σαν κόρη οφθαλμού. Και η ταπείνωση, που είναι το θεμέλιο όλων των εντολών του Ευαγγελίου, είναι τόσο απαραίτητη για τη σωτηρία όσο η πνοή για τη ζωή: όπως χωρίς πνοή είναι αδύνατο να ζήσει κανείς, έτσι και χωρίς ταπείνωση είναι αδύνατο να σωθεί. Οι άγιοι του Θεού σώθηκαν με διάφορους τρόπους, αλλά χωρίς ταπείνωση κανένας τους δεν σώθηκε, και πράγματι είναι αδύνατο.

 Επομένως, όποιος επιθυμεί τη σωτηρία πρέπει ολόψυχα να θεωρεί τον εαυτό του ενώπιον του Θεού αμαρτωλό, τον πιο αμαρτωλό από τους ανθρώπους, χειρότερο από οποιοδήποτε από τα δημιουργήματα του Θεού. Πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του χώμα και στάχτη, και στα κρυφά της καρδιάς του, να κατηγορεί τον εαυτό του για τα πάντα, κατηγορώντας μόνο τον εαυτό του για κάθε αμαρτία. Εκπληρώνοντας έτσι όλες τις εντολές του Ευαγγελίου με ταπεινότητα καρδιάς, προσευχόμενοι συχνά στον Θεό με μεταμελημένη καρδιά για τη συγχώρεση των αμαρτιών του, του χορηγείται το έλεος του Θεού και η συγχώρεση των αμαρτιών του, και δέχεται την επίσκεψη της χάρης του Θεού, και αναμφίβολα σώζεται από το έλεος του Θεού. Επιπλέον, ένας Ορθόδοξος Χριστιανός πρέπει επίσης να τηρεί τις εντολές της Εκκλησίας που διατυπώνονται στο βιβλίο «Ορθόδοξη Εξομολόγηση». Αυτές είναι επίσης απαραίτητες για τη σωτηρία. Το Μυστήριο της Μετανοίας συνίσταται στη μετάνοια για τις αμαρτίες του ενώπιον του Θεού, στην εγκατάλειψή τους και στην σταθερή απόφαση, με τη βοήθεια του Θεού, να μην επιστρέψει σε αυτές. Στη συνέχεια, ενώπιον ενός πνευματικού πατέρα, όπως ενώπιον του ίδιου του Θεού, κάποιος εξομολογείται όλες τις αμαρτίες του και λαμβάνει άφεση από αυτόν. Πρέπει κανείς να προετοιμάζεται για τη λήψη των Θείων Μυστηρίων με νηστεία, κατάνυξη, ειλικρινή εξομολόγηση αμαρτιών, πλήρη συμφιλίωση με όλους, ακούγοντας στον ορισμένο χρόνο σύμφωνα με το χριστιανικό έθιμο ολόκληρο τον εκκλησιαστικό κανόνα και προσεγγίζοντας τη Θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με πίστη και αγάπη, με λατρεία που αρμόζει στον ένα Θεό.

Οι πιο ολοκληρωμένες οδηγίες για το πώς να συμπεριφερόμαστε στην οικογένεια, καθώς και για άλλα χριστιανικά καθήκοντα, μπορούν να βρεθούν στα θεόπνευστα γραπτά του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και άλλων αγίων ανδρών, οι οποίοι διαβάζουν τα βιβλία τους με φόβο Θεού και την πρέπουσα προσοχή.


Φύλακας Άγγελος για ύπνο!


 

Γιατί ονομάστηκε η Μητρόπολη της Νέας Ιωνίας “Άγιοι Ανάργυροι”

Γιατί ονομάστηκε η Μητρόπολη της Νέας Ιωνίας “Άγιοι Ανάργυροι”
Ο Παπαϊωακείμ Πεσματζόγλου ο Ιερέας που σαν άλλος Μωυσής οδήγησε τον Προσφυγικό Λαό του στην Μητέρα Ελλάδα, μετά την θεμελίωση της Ν. Ιωνίας παρακάλεσε τον εργολάβο, που έκανε τις οικοδομικές εργασίες στον οικισμό, να του παραχωρήσει μια ξύλινη παράγκα για να βάλει τα εκκλησιαστικά κειμήλια των προσφύγων. Παρακάλεσε επίσης τους οικιστές να φέρουν εικόνες για να διαμορφώσουν μια πρόχειρη εκκλησία. Οι πρόσφυγες ανταποκρίθηκαν με θέρμη. Η πρώτη εικόνα που έλαβε ο Παπαϊωακείμ, ήταν των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Έτσι αποφάσισε η εκκλησία να λάβει το όνομα “Ναός Αγίων Αναργύρων”. Η εικόνα σώζεται και έχουν ενσωματωθεί σε αυτήν Ιερά Λείψανα των Θαυματουργών Αγίων.


Ο ΠΑΤΉΡ ΝΙΚΌΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΊΚΟΣ ΑΝΑΦΈΡΕΙ.



Διαισθάνομαι ότι η ανθρωπότητα αργά αλλά σταθερά πορεύεται 
σε μια πολύ βαθύτερη επίγνωση του Θεού, 
αλλά μέσα από μαρτύρια κ βάσανα.
Μέσα από τον κλίβανο.

Εκεί θα πάμε αναγκαστικά, με απώλειες όμως.
Μέσα από τα βάσανα που οι ίδιοι φτιάχνουμε.
Η δουλειά του ανθρώπου είναι να κατασκευάζει κολάσεις.

Μη ξεχνάμε, η ΜΕΤΑΝΟΙΑ είναι το αντίθετο της ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ.

π. Νικ.  Λουδοβίκος

“Knit together in love.” (Col. 2:2)



“Knit together in love.” (Col. 2:2)

Knitting is a slow, intricate, deliberate process in which strands of yarn are woven together into something stronger, greater, warmer, and more beautiful than they were on their own. In a sense, this can serve as a metaphor for how God desires His Church to be: His People “knitted together” in love and unity to worship and serve as one Body. Yet, this doesn’t happen instantly. Knitting together parish community takes vision and requires patience, precision, and care so that everyone is blended as a whole and unified in Christ.

Fr. John

Αυτή είναι μια παραβολική ιστορία για τη ζωή μας. Αρχιερέας Αλέξανδρος Μεν!!!


 


Υπάρχει μια ιστορία για έναν άντρα που, ως παιδί, περπατούσε στο δρόμο και ξαφνικά είδε έναν τοίχο και μια πράσινη πόρτα μέσα σε αυτόν («Η Πόρτα στον Τοίχο» είναι μια ιστορία του H.G. Wells). Τον άνοιξε, αυτός άνοιξε εύκολα, μπήκε μέσα και είδε έναν κήπο, έναν όμορφο κήπο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί στα νεανικά του χρόνια. Εκεί φύτρωναν υπέροχα λουλούδια, έπαιζαν υπέροχα ζώα, τραγουδούσαν εξαιρετικά πουλιά και τον υποδέχονταν γυναίκες εξαιρετικής καλοσύνης. Και, σαν σε όνειρο, έφυγε από εκεί - δεν ήθελε καθόλου να φύγει από αυτόν τον υπέροχο κήπο, και οι γυναίκες, οι φύλακες του κήπου, του είπαν: «Κάποια μέρα θα επιστρέψεις σε εμάς - αλλά μόνο αν το θέλεις εσύ».


Έτσι, πολλά, πολλά χρόνια αργότερα, όταν ήταν ήδη φοιτητής και οδηγούσε σε αυτόν τον δρόμο, είδε ξαφνικά αυτόν τον τοίχο, ξεχασμένο από καιρό, και αυτή την πράσινη πύλη. Ήθελε να φωνάξει στον οδηγό: «Σταμάτα!» - αλλά μετά σκέφτηκε: «Θα αργήσω για τις εξετάσεις, θα αργήσω για το πανεπιστήμιο» - και συνέχισε να οδηγεί, σκεπτόμενος: «Θα επιστρέψω και μετά θα χτυπήσω αυτή την πύλη». Αλλά όταν επέστρεψε, δεν είδε την πόρτα: υπήρχαν σπίτια, υπήρχε ένας τοίχος, αλλά όχι πύλη.


Και αυτό είχε συμβεί αρκετές φορές στη ζωή του: όταν έτρεχε κάπου για δουλειές, ένας τοίχος και μια μυστηριώδης πράσινη πύλη που οδηγούσε σε έναν υπέροχο κήπο εμφανίζονταν ξαφνικά μπροστά στα μάτια του. Και έλεγε στον εαυτό του: «Ορίστε! Αλλά τώρα δεν έχω χρόνο, τώρα πρέπει να βιαστώ, στο δρόμο της επιστροφής» - αλλά δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής.


Και όταν γέρασε, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η βιασύνη του ήταν μάταιη, ότι όλα ήταν μάταια, ότι κυνηγούσε ένα φάντασμα και είχε χάσει τη μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή. Και μετά βγήκε έξω τη νύχτα, γεμάτος απελπισία, και άρχισε να περιπλανιέται σε εκείνον τον δρόμο, ελπίζοντας να δει εκείνον τον τοίχο και εκείνη την πύλη. Και το πρωί τον βρήκαν νεκρό, πεσμένο στο σκοτάδι, πεσμένο σε ένα λάκκο.


Αυτή είναι μια παραβολική ιστορία για τη ζωή μας.


Αρχιερέας Αλέξανδρος Μεν