Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ - ΨΑΛΜΙΚΑ ΑΝΤΙΦΩΝΑ " Τον εμπιπλώντα εν άγαθοίς την επιθυμίαν σου, άνακαινισθήσεται ως αετού ή νεότης σου."






Τον εμπιπλώντα εν άγαθοίς την επιθυμίαν σου, άνακαινισθήσεται ως  αετού ή νεότης σου.




Το «σου» πάει πάλι στην ψυχή, μην το ξεχνάμε, μιλάει για την ψυχή Ή ψυχή έχει επιθυμία. Έμπί(μ)πλημι (άόρ. ένέπλησα). σημαίνει χορταίνω, ικανοποιώ- έν+πίμπλημι (πληρώ)• βλ. έπλήσθησαν άπαντες πνεύματος Αγίου (Πράξ. 2,4)


Τον έμπιπλώντα, λοιπόν, αυτόν πού γεμίζει, αυτόν πού ικανοποιεί,• 
αυτόν πού πληροί όλες τις επιθυμίες σου. Όλες; Όχι, αλλά μόνον «εν άγαθοίς», δηλαδή αυτές πού εμπεριέχουν στοιχεία του αγαθού. Θυμηθείτε το αίτημα στη λειτουργική δέηση: ... τά καλά και  συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών, του Κυρίου δεηθώμεν. Ποιο είναι το κριτήριο της αγαθής επιθυμίας από τη μή αγαθή; Δεν το ξέρουμε. Πασχίζουμε να μάθουμε ποιά είναι ή καλή επιθυμία και να την διακρίνουμε από την ιδιοτελή επιθυμία. 


Τελικά, καλή επιθυμία είναι να ποιώ το θέλημα του θεού και κακή επιθυμία είναι να μην ποιώ το θέλημα του Θεού. Ποιος θα μου αποκαλύψει το θέλημα του Θεού; Ή μεγάλη σύγχυση πού έχουμε οι άνθρωποι, και οι ευσεβείς, και οι υποψιασμένοι ακόμα άνθρωποι, είναι ή σύγχυση γύρω από το θέλημα του Θεού. Αρχετυπική στάση για τούς πιστούς αποτελεί ή παρακαταθήκη πού μάς αφήνει ό Χριστός στον κήπο της Γεθσημανής, λίγο πριν τη σταύρωσή του, όταν υποτάσσεται πλήρως στο θέλημα του Πατρός: Πλην  ούχ ώς εγώ θέλω, αλλά ως  συ (Ματθ. 26,29). Όλο μάλιστα το έργο του συνοψίζεται σ’ αυτή τη στάση: Ού ζητώ το θέλημα το έμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντο με Πατρος (Ίωάν. 5,30). Αλλά, το θέλημα του Πατρός είναι κεκρυμμένον θέλημα για τούς πιστούς. Ή μόνη δυνατότητα να υποψιαστούμε το θέλημα του Πατρός είναι πάλι ή κοινωνία, ή αποδοχή του μυστηρίου της Υιοθεσίας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος.


Τελικά ή επιθυμία του ανθρώπου φωτίζεται και αναπαύεται στο θέλημα του Θεού. Και τις ημών ή επιθυμία διερωτάται ένας από τούς νηπτικούς πατέρες, ό Ησύχιος, για να απαντήσει: Κληθηναι θεούς' τούτου γαρ επιθυμησας ό Αδάμ, της άπειρημένης έγεύσατο βρώσεως. Ταύτην τοίνυν ημών ό Κύριος την επιθυμίαν άγαθοίς έπλήρωσε, συμμόρφους ημάς εαυτού καταστήσας τη δωρεά του βαπτίσματος, ώστε και θεούς διά τούτο προσαγορεύεσθαι χάριτι . Αυτό επιθύμησε ό άνθρωπος: να γίνει Θεός. 


Επιχείρησε να ικανοποιήσει αυτή την επιθυμία, αλλά με λάθος τρόπο. Δεν έγινε Θεός, όπως το επιχείρησε. Ή επιθυμία όμως εκφράστηκε, το βαθύ είναι του ανθρώπου φωτίστηκε από αυτή την επιθυμία. Και τελικά ό Θεός αυτή την επιθυμία την ικανοποίησε. Θέλεις να γίνεις θεός; Θα σε κάνω θεό. Και στέλνει τον Υιό του πού γίνεται άνθρωπος. Και ό άνθρωπος γίνεται θεός: ταυτήν τοίνυν την επιθυμίαν ό Κύριος άγαθοίς επλήρωσε, συμμόρφους ημάς εαυτού καταστήσας, μας| έκανε να είμαστε ίδιοι με αυτόν. Πώς; Με τη δωρεά του βαπτίσματος Το βάπτισμα είναι μία άναγέννηση του ανθρώπου, έντασσόμαστε σέ ένα σώμα, γινόμαστε μέλη ενός σώματος και αλλάζουμε όλη μας την προοπτική. Αρχίζει ό δρόμος προς τη θέωση. Αρχίζει ό δρόμος για ναι φτάσουμε στη θέωση, γιατί όλη ή ζωή του ανθρώπου είναι αυτή ή προοπτική. Ώστε και θεούς διά τούτο προσαγορεύεσθαι διά της χάριτος, συμπεραίνει ό Ησύχιος.


Στην πρώτη χριστιανική κοινότητα, και το βλέπουμε κυρίως στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, όλοι οι βαπτισμένοι ονομάζονταν «άγιοι» όχι επειδή ήταν ενάρετοι, αλλά επειδή είχαν βαπτιστεί, επειδή ανήκαν σε  αυτή τη συγκεκριμένη κοινότητα, ήταν μέλη του σώματος του Χριστού «στέλνω τά χαιρετίσματά μου στους άγιους της Εκκλησίας της Κορίνθου», «στέλνω τά χαιρετίσματά μου στους άγιους της Εκκλησία της Εφέσου». Όλοι άγιοι. Ή αγιότητα, δηλαδή, είναι εν δυνάμει παρούσα, και έχει συγχρόνως και μία δυναμική αυτή ή αγιότητα.



Αλλά, λέει στη συνέχεια ό ποιητής, εάν την επιθυμία σου αυτή της γεμίσει ό Θεός, την εκπληρώσει την επιθυμία σου, την αγαθή βέβαια» επιθυμία σου, τότε θα ξαναγίνεις καινούργιος. Όχι θα ξαναγίνεις καινούργιος επειδή είσαι γέρος, ή νεότης σου θα ξαναγίνει καινούργια. Κοιτάξτε την αντίφαση του ποιητή! Είσαι νέος και θα γίνεις καινούργιος άνακαινισθήσεται ώς αετού ή νεότης σου. Ή εικόνα ενός αετού πού αναγεννιέται βασίζεται στην αντίληψη ότι ό αετός έχει τη δυνατότητα. όταν το ράμφος του και τά φτερά του αδυνατίσουν, να σπάει το ράμφος τους να μαδάει τά φτερά του ώστε να γίνουν καινούργια. Ό Ησαΐας θα μας πει ότι οι υπομένοντες τον  Θεον άλλάξουσιν ισχύν. πτεροφυήσουσιν ώς αετοί, δραμούνται και ού κοπιάσουσι, βαδιούνται και ού πεινάσουσιν, θα άλλάξει ή δύναμή τους, θα πετάξουν ώς αετοί, θα τρέξουν χωρίς κόπο ούτε πείνα, ούτε δίψα, ούτε στέρηση, ούτε κόπος.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: