Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑ.


 


ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑ

[...] Φθάσαμε στὴν καλύβη τοῦ παπα-Ἐφραὶμ τοῦ «Κατουνακιώτου» (1912-27/2/1998). Χτυποῦμε τὴν πόρτα. Ἕνας γίγαντας, λαμπρὸς στὴν ἔκφραση, προβάλλει. Δυὸ μάτια διαμαντένια, γεμᾶτα διεισδυτικότητα ἀστράφτουν. Ἕνας ἑξηντάρης ἀσκητής μᾶς ὑποδέχεται. Ποτὲ δὲν εἶδα τέτοιον ἁρμονικὸ συνδυασμὸ καθαρότητος, αὐθεντικότητος καὶ γλυκύτητος, ἀποτυπωμένο στὸ βλέμμα ἑνὸς ἀνθρώπου! Αὐτός, πρέπει νὰ ἦταν ὁ παπα-Ἐφραίμ.

Ρωτᾶμε ἂν ὄντως εἶναι.

– Τί τὸν θέλετε; μᾶς λέει κοφτά. Για καθίστε λίγο κι ἔρχομαι...

Οἱ λέξεις βγῆκαν ὄχι εὐγενικά, συμβατικά, ἐπιφανειακά. Ἀλλὰ σοβαρά, πονεμένα, μετρημένα καὶ συγκρατημένα.

Καθίσαμε στὴν αὐλίτσα, ἂν μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε ἔτσι τὸν χῶρο ἀκριβῶς μπροστά ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς καλύβης του.

Ὑποβλητικὴ φτώχεια κι ἐδῶ. Παραδεισένια ἡσυχία καὶ μοναξιά. Ὅλα στενά, ὅλα μικρά, ὅλα φτωχά, ὅλα παλιά. Τίποτα ποὺ ν' ἀξίζει σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅλα, ὑπογραμμίζουν τὴν ἀρνηση τοῦ ψέματος καὶ τῆς ἀπάτης. Σὲ λίγα λεπτὰ ἔρχεται καὶ κάθεται δίπλα μας σ' ἕνα σκαμνάκι ὁ γίγαντας αὐτός. Ὁ ἥλιος τὸν χτυποῦσε κατευθείαν στὸ πρόσωπο. Δὲν ἔδειχνε καθόλου νὰ ἀντιδρᾷ. Ὑπέθεσα ὅτι αὐτὸς τελικὰ εἶναι ὁ παπα-Ἐφραίμ. Δὲν τολμοῦσα ὅμως νὰ ξαναρωτήσω...

– Τί σκοπὸ ἔχετε στὴν ζωή σας, παιδιά; Μὲ τί ἀσχολεῖσθε, ρωτάει.

«Ὤχ! Μπαίνει στὸ ψητό!», σκέφτομαι.

Ὁ φίλος μου, ἀπαντᾷ:

– Θέλω νὰ γίνω γιατρός.

– «Γιατρός»; λέει ὁ παπα-Ἐφραίμ, ξαφνιασμένος καὶ ἀγριεμένος. Κουνάει τὸ κεφάλι του καὶ ἀπευθύνεται σ' ἐμένα.

Κι ἐσὺ «γιατρός»;

Ὄχι, τοῦ ἀπαντῶ, ἐγὼ φυσικός...

Τί, εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα ; !

Ὁ ἕνας «γιατρός», ὁ ἄλλος «φυσικός»!...

Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός σας;

Ξέρετε νὰ προσεύχεσθε;

Ἔχετε ἀγαπήσει τὸν Θεό;

Θέλετε νὰ ζήσετε;

Καταλαβαίνετε ὅτι εἶστε αἰώνιοι;

Βαθειὲς ἐρωτήσεις, πού, σὰν καρφιά, ἔπεφταν στὸ μαλακὸ σῶμα τῆς ἄβουλης καὶ παχυλῆς προσωπικότητάς μας. Εἶχε μπροστά του δυὸ «καλὰ παιδιά», πού, χρόνια μέσα στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶχαν ποτὲ θελήσει, -ἢ τουλάχιστον καταφέρει λίγο, νὰ γευθοῦν ἀπὸ τὸ μέλι τῆς θεϊκῆς ἀλήθειας. Ἐμεῖς, σιωπήσαμε γιὰ λίγο. Σιώπησε κι ἐκεῖνος...

– Γιατί θέλεις νὰ γίνεις γιατρός; ξαναρωτάει.

– Γιὰ νὰ προσφέρω στὴν κοινωνία, ἀπαντᾷ ἐκεῖνος ἀφελῶς.

Μόρφασε ἐμφανῶς καὶ κούνησε τὸ κεφάλι ὁ παπα-Ἐφραίμ, ἀρνούμενος φυσικὰ νὰ χάψῃ τὸ μὴ συνειδητοποιημένο ψέμα τοῦ φίλου μου.

Μήπως κι ἐσὺ θέλεις νὰ «προσφέρεις»; ρωτᾷ, μὲ λεπτὴ ἐλεγκτικὴ ἀπορία, κι ἐμένα.

– Ἐμένα μοῦ ἀρέσει ἡ φυσική, ἀπαντῶ ἁπαλά.

Τί λέγαμε, οἱ ἀνόητοι;! Πῶς βγῆκαν αὐτὲς οἱ λέξεις ἀπ' τὸ στόμα μας;! Στὸν ἥρωα αὐτὸν τῆς αὐτοπροσφορᾶς καὶ ἀδιάλειπτης αὐτοθυσίας, μιλούσαμε ἐμεῖς γιὰ «προσφορά» στὸν συνάνθρωπο;! Σ' αὐτὸν ποὺ ἔταξε ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς του τὴν ἑκούσια βία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος, ἐμεῖς ἀντιπροτείνουμε ὡς ἐπιλογὴ ζωῆς τὸ τί μᾶς ἀρέσει;! Ποτέ, ἴσως, τόσο ταπεινὲς ἀπαντήσεις, δὲν ἔκρυβαν τόσο πνευματικὸ θράσος! Οἱ βράχοι τῶν Κατουνακίων, ἂν δὲν ἤμασταν παιδιά, θὰ εἶχαν καταρρεύσει. Αὐτός, ὅμως, ὁ «βράχος» διατηροῦσε τὴν ψυχραιμία του...

Πολὺ ἤρεμα καὶ μαλακά, ἀφοῦ ἔκανε τὴν διάγνωση, προχώρησε στὴν θεραπεία. Μᾶς κάλεσε νὰ πᾶμε νὰ προσευχηθοῦμε μαζί του.

«Νὰ μᾶς μάθῃ τὴν προσευχή», ὅπως εἶπε. Ἐκεῖ, ἔκανα τὸ μεγαλύτερο λάθος τῆς ζωῆς μου. Ἀκόμη χτυπῶ τὸ κεφάλι μου, γι' αὐτό! Ἴσως, δὲν ἄξιζα μιᾶς τέτοιας εὐλογίας. Πέντε λεπτά, μὲ τὸν πρωταθλητὴ αὐτὸν τῆς προσευχῆς, ἴσως νὰ ἄλλαζαν πολλὰ πράγματα, μέσα μου. Μέχρι τώρα, δὲν ξέρω νὰ προσεύχομαι. Ποιὸς ξέρει, ἂν πληρώνω τὸ λάθος μου ἐκεῖνο! Τί φοβηθήκαμε, δὲν ξέρω. Ἴσως, «μὴ μᾶς κάνῃ μοναχούς»!

Προφασισθήκαμε ὅτι πέρασε ἡ ὥρα καὶ μᾶς περιμένουν στοὺς γειτονικοὺς Δανιηλαίους. Ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν εὐχή του. Ἀρκεσθήκαμε στὸ «νὰ προσεύχεται γιὰ μᾶς». Αὐτός, μᾶς εἶχε κάνει τὴν τιμὴ νὰ μᾶς προτείνῃ νὰ προσευχηθῇ μ' ἐμᾶς, -ἢ μᾶλλον· ἐμεῖς, μ' ἐκεῖνον!-, κι ἐμεῖς, περιορισθήκαμε στὸ νὰ τοῦ ζητήσουμε νὰ προσευχηθῇ αὐτὸς γιὰ μᾶς, χωρὶς βέβαια καὶ νὰ τὸ καλοεννοοῦμε! Ἂν τὸ ἐννοούσαμε, θὰ μέναμε. Μά, μήπως ξέραμε καὶ τί εἶναι ἡ προσευχή;!...

Παίρνουμε, λοιπόν, τὴν εὐχή του καὶ φεύγουμε γιὰ τοὺς Δανιηλαίους, χαρούμενοι ποὺ ξεφύγαμε τὸν «κίνδυνο»!...

– Στὸ καλὸ καὶ ὁ Θεὸς πάντα νὰ σᾶς φωτίζῃ! μᾶς εἶπε, ἀποχαιρετώντας μᾶς πατρικά...

[Πηγή: Ἱερομ. Νικολάου Χατζηνικολάου (νῦν, Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς): «Ἅγιον Ὄρος – Τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τῆς γῆς», μέρος α΄, κεφ. 80, σελ. 68-71, Α΄ ἔκδοση, «Καστανιώτης», Ἀθήνα, Μάρτιος 2000.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: