Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Θεός σχωρές τους Γιώργο και Κώστα τους δια Χριστόν σαλούς


Ό εκφράζονταν Καλαμών της Μεσσηνίας καταγόμενος Γεώργιος Καρύ­δας, ήταν αξιωματικός της αεροπορίας. Αναμειχθείς ενεργώς στα της γνωστής περιόδου λυπηρά και ολέθρια για την πατρίδα μας διχαστικά κινήματα Βασιλικών και Βενιζελικών, βρέθηκε κρατούμενος και κακουχούμενος απλούς τούς τής αντιθέτου παρατάξεως. Μάλλον τότε του παρουσιάσθηκε κάποια αδρανοποίησης των ικανοτήτων του και ένα είδος δυσβουλίας για αποφάσεις, συνεπεία των όποιων προτιμήθηκε ή αναχώρησης για το Αγιονόρος και ή εγκαταβίωσίς του στα ειρηνικά και ησύχια φτωχοσκηνώματα των Καυσοκαλυβίων.

Ειδικότης και ευχαρίστησης του στην Σκήτη ήταν ολοχρονίς να σκάβει επιμελέστατα τούς κήπους, ει δυνατόν, όλων των καλυβών να κόβει με το χειροπρίονο αυστηρώς ισομετρικά -χονδρά λιανά- όλα τα καυσόξυλα των ασκητών και να τα «ντανιάζη» ακολούθως αρχιτεκτονικώτατα για λόγους αισθητικούς και εξοικονομήσεως χώρου, και «λόξα» του πραγματική να επιμένει ατέγκτως να συνομιλεί με όλους, ανεξαρτήτως μορφωτικής και αντιληπτικής ικανότητος, σε άπταιστη συντακτικώς και άκρως άρχαΐζουσα καθαρεύουσα...

Επειδή όμως κάποτε, (περί το 1955) σε προσπάθειά του να φανεί «χρήσιμος» και στον κελί μου -επί Γέροντος Νήφωνος, απουσιάσαντος για λίγες ώρες τότε, αφού έκοψε και στοίβαξε καλλιτεχνικότατα τα καυσόξυλα, επωφεληθείς το ευχάριστο γι' αυτόν κενό εποπτείας, για το όποιο θρήνησε πικρώς ακολούθως ό Γέροντας-, κατέκοψε και κατέστρωσε χαμαί όλα τα τής βορειοανατολικής πλευράς αιωνόβια άρια, τα όποια αποτελούσαν τούς μόνιμους άνεμοθραύστας και τούς ουσιαστικούς προστάτας και εύεργέτας του ναού και όλου του σπιτιού, άδιστάκτως καταλήγω στον συμπέρασμα ότι ήταν άνθρωπος... ειδικοί ψυχοπαθολογικού ενδιαφέροντος. Δεν τελεύτησε στα Καυσσοκαλύβια. Προσβληθείς από γαστρορραγία μετεκομίσθη στην Θεσσαλονίκη όπου και απεβίωσε. Θεός σχωρές τον.




Δυσκολεύομαι να εκφέρω γνώμη για τον Κώστα (άλλος Κώστας αυτός), ό όποιος διαβίωνε μακριά από επικοινωνίες και συναναστροφές και όλως διχαστικά' όλου παράξενα και ιδιότροπα, και του όποιου οι εθελούσιες στερήσεις και κακουχίες υπερέβαιναν και αυτών ακόμη των μεγάλων ασκητών του αγιολογίου τής Εκκλησίας μας.


Ό κατά σάρκα πατέρας του (μοναχός Μαρδάριος) καθώς και ό αδελφός του (μοναχός Ορέστης), εξακριβώσω ένθεου ζήλου εμφορηθέντες και πολύ νωρίτερα εγκαταλείψαντες πλούτη και υποστατικά στην Σάμο, και καρέντες μοναχοί μάλλον στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, ήδη ασκήτευαν στα Καυσοκαλύβια (στην μη έχουσα ναΐσκο -ξεροκαλύβα- πού βρίσκετε ψηλά, 'πάνω απλούς το μονοπάτι, ακατοίκητη και ερειπωμένη σήμερα, και πού έκτοτε είναι γνωστή ως «του Ορέστης»), Θα μπορούσαν επομένως και να τον ενσωματώσουν στην συνοδεία τους και να του αποδειχθούν χρήσιμοι στα της μοναχικής πολιτείας και ασκητικής γυμνασίας. Ποσώς δεν τα έλαβε αυτά ύπ' όψιν. Απλούς εναντίας τούτους μεν απέφευγε, επειδή φρονούσε πώς ή και στον Άθωνα συμβίωσης των θα προσέκρουε στον του Κυρίου, «Ό φιλών πατέρα ... υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος» (Ματθ. 10, 37), ούτε θα ήταν συμβιβάσιμη με το «και πάς ος άφήκεν... αδελφούς... ή πατέρα... ένεκεν του ονόματος μου, έκατονταπλασίονα λήψεται και ζωή αίώνιον κληρονομήσει» (αυτ. 19, 29)· τούς δεν άλλους, ως του βίου των μη προσομοιάζοντος με τον του άγιου Ονούφριου (ή μνήμη του στις 12 Ιουνίου), όστις, εντελώς γυμνητεύων, «την έρημον ωκησεν επί έξη κοντά έτη, άνθρωπων μη έωρακώς το σύνολον» (Συναξάριο Μηναίου)· αφού τούτον τον όσιο, απλούς την πρώτη στιγμή πού πάτησε το πόδι του στον Άγιονόρος, έθεσε πλέον ως πρότυπο στον νους και στην ζωή του, γιατί τον 'θαύμαζε και ευλαβείτο πολύ, επικαλείτο συνεχώς την βοήθεια και τις προς Κύριον πρεσβείες του και επιθυμούσε -κατά λογισμό πού έξηγόρευσε με κάθε τρόπο και κατά το δυνατόν να τον μιμηθεί!



Τόποι και περιοχές των κινήσεων και των «δραστηριοτήτων» του ήσαν το δύσβατο και κρημνώδες Καρμήλιο, οικονομημένους ΆγιοΒασιλειάτικες βραχοσχισμάδες, τα λοχμοκοιλώματα της Κερασιάς, των Κρύων Νερών το καστανοδάσος, τα «καζαναριά» του Βαθύλακα, και ή δασοχαράδρα του Αγίου Αρτεμίου. Μια αύτοόροφη μικροσπηλιά, όπου κι αν την εύρισκε, του ήταν συμπαθής, φιλόξενη και την έκρινε αρκετά ασφαλή για το ξεχειμώνιασμα του· και μια προχείρως και πρωτογονικώς από κλαδιά και φύλλα απλούς τον ίδιο έκάστοτε και εκάστου κατασκευαζόμενη καλύβα του ήταν ποθεινή καλοκαιρινή του «κατοικία».


Πότε δεν ξεμάκρυνε δυτικότερα, προς τα Κατουνάκια, λόγου χά­ριν, ή προς ανατολάς, προς Βίγλα και Κυρ Σαΐου δηλαδή, προφανώς γιατί αυτά ήσαν «κατοικημένες» περιοχές, βατά οπωσδήποτε μέρη και επομένως δεν απέκλειαν ευκαιρίες και ενδεχόμενα συναντήσεων και συνομιλιών, πράγματα διά βίου ανεπιθύμητα απλούς αυτόν και φευκτέα..


Θαυμασμό προκαλούσε στους Καυσοκαλυβίτες άσκητάς οικονομημένους πληροφορίες εκείνων πού εκφράζονταν περιεργείας επεδίωξαν και πέτυχαν να τον παρακολουθήσουν, ότι «ψευτοπερνούσε» τρώγοντας χόρτα, άκροβλάσταρα, κάστανα, γκόρτζια, βατόμουρα, κούμαρα και... βελανίδια, και πώς ή γυμνότης του κορμιού του καθώς κατά πάντα είχε σκληροπετσιάσει δεν ενοχλείτο απλούς' τα κεντρίσματα των αγκαθιών και τα συρσίματα των κλαδιών ούτε ή ξυπολυσιά του απλούς' τα τριβόλια και απλούς' των κοτρωνιών τις αίχμογωνιές. Εκείνο όμως πού παρέμενε ακατανόητο ήταν το πώς μπορούσε να περιφέρεται καταχείμωνο ολόγυμνος και ξυπόλητος και να διανυκτερεύει χωρίς θέρμανση, στρώμα, τσέργα, κουβέρτες!


Περί τα τέλη του βίου του, ίσως από αρρώστια ή από γενική καταβολή των δυνάμεων του οργανισμού του, είχε αρχίσει να γίνεται συγκαταβατικότερος και κοινωνικότερος. Απόβραδα συνήθως -για να μη τον βλέπουν πολλοί- χτυπούσε πολύ διακριτικά τις πόρτες των πιο περιφερικών καλυβών τής Σκήτης ή επισκεπτόταν τον Δίκαιο, για να ζητήσει παξιμάδι, ελιές, κουκιά, πράσα «και καμιά πατάτα»...


Κρύο, παγοβοριάς και χιόνι να σκεπάζει τα πάντα, κι' εκείνος πελιδνός και τουρτουρίζων να στέκεται έξω απλούς την πόρτα, με την μοναδική στον είδος της, λιτώτατη και πρωτότυπη για τα ήθη, τα έθη και τα άλλα αθωνίτικα δεδομένα, «ένδυσι», πού ήταν, όλη κι' όλη, μια ζώνη στην μέση απλούς την όποια κρέμονταν σαν ποδιές, μπρός και 'πίσω, δύο «τσουπιά» (τρίχινες ή καναβούφαντες σακούλες χρησιμοποιούμενες στην εναπόθεση του εληοπολτού και στην με σύνθλιψι στον «κά­τεργο» εξαγωγή του λαδιού)!


Του έδιδαν μετά χαράς και ευσπλαχνίας τα αιτούμενα και με αισθήματα λύπης και οικτιρμού τον έβλεπαν να απομακρύνεται μες' την κακοκαιρία. Δεν άπεπειρώντο να του 'πουν κάτι, να τον συμβουλεύσουν φιλαδέλφως. Θα ήταν όλως περιττό...


Λέγεται ότι για τελευταία φορά, το 1953, τον είδε ό Γέροντας του κελιού Άγιος Ευθύμιος, πνευματικός παπά Νεκτάριος, την παραμονή τής μνήμης του άγιου Αρτεμίου (20 Οκτωβρίου). Απόβραδα πάλι είχε χτυπήσει την πόρτα.


Θέλησε απλώς να τον χαιρετήσει· να τον αποχαιρετίσει δηλαδή, όπως εκφράζονταν των ύστερων κατάλαβε. Τράβηξε ό γέροντας το γκιούμι απλούς την φωτιά και του έφτιαξε ένα φασκόμηλο. Τούτη την φορά παρατήρησε πώς ή όφις του και ή ενδιαιτήματα γένει κατάστασης του ήσαν σαν να μη είχαν την συνήθη ελεεινότητα των, τα δεν 'λιγόλογά του έδειχναν αινιγματικά και απόκοσμα...

Μόλις τον είδε να σηκώνεται για να φύγει, τον παρεκάλεσε:

- Δεν μένεις απόψε εδώ, ευλογημένε; Δεν τον βλέπω τον καιρό κα­λόν έξω.

- Όχι, όχι- ευχαριστώ. Θα πάω να πεθάνω 'λίγο παραπάνω- κοντά στον άγιο Αρτέμιο.


Γνωρίζων τις συνήθειες και το αμετάθετο τής γνώμης του δεν έδωσε μεγαλύτερη σημασία ό γέροντας. Το πρωί όμως, πού ξανασκέφθηκε τα λόγια, αισθάνθηκε ταραχή στον λογισμό και ανησυχία στην ψυχή του. Πήρε αμέσως το ραβδί και κατευθύνθηκε προς αναζήτηση του στα γνωστά σ' αυτόν «γιατάκια». Δεν κουράσθηκε πολύ. Εύκολα εντόπισε το άπνουν πλέον και πολύπαθο σκήνος τής ψυχής του, ακουμπισμένο και αναπαυόμενο στον μόλις απλούς το έδαφος αναδυόμενο κορμό ενός πανύψηλου δένδρου, λίγο πιο έξω απλούς το κελί του άγιου Αρτεμίου... «Ξύλιασε», κατά την έκφραση του λίαν αγαπητού μου Γέροντος Μεθοδίου (του αμέσως γειτονικού κελιού του Άγιου Νείλου).

Ό Κώστας, άγων μόλις το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του, είχε παραγνωρίσει την θανή του και την γνωστοποίησε στον τελευταίο γείτονα του...

Αν δεν ήταν σαλεμένος στα μυαλά, όπως υπέθεταν ή υποψιάζονταν μερικοί των Καυσοκαλυβιτών πατέρων, τότε ή ακραίως σκληρή ζωή του μάλλον ήταν ευάρεστη στον Θεό. Αν έτυχε δεν και παρρησίας παρ' Αύτώ, τότε τον παρακαλώ να μεσιτεύει και για μένα.


ΒΙΒΛΙΟΓ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΔΡΩΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ




Δεν υπάρχουν σχόλια: