Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ Π. ΤΙΜΟΘΕΟ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟ.




Σε μία δύσκολη στιγμή της ζωής μου, ό Θεός έφερε στον δρόμο μου τον π. Τιμόθεο. Δεν μπορώ να γράψω για εκείνον χωρίς τα μάτια μου να γεμίσουν δάκρυα από τον πόνο τής απουσίας του, αλλά και από ευγνωμοσύνη για όσα μου χάρισε με την προσευχή και την στοργή του.

Κάθε φορά πού ένιωθα πόνο, θλίψη ή θυμό ό χτύπος του τηλεφώνου τα έδιωχνε όλα «Χαρούλα τί κάνεις;» Ό Γέροντας πάντα εκεί, δίπλα μου, έστω και αν μας χώριζαν χιλιόμετρα. Ένιωθε την δυσκολία μου και γινόταν ή παρηγοριά μου, ή χαρά μου. Τα χαρίσματά του πολλά, τα έκρυβε με διάκριση και όταν ακούγονταν κάποια λόγια προφητικά από τα χείλη του, εγώ τον κοιτούσα με θαυμασμό, εκείνος απλά γελούσε σαν παιδί.
Στην πρώτη του επίσκεψη στον σπίτι μας, ή δεύτερη κορούλα μου ήταν έξι μηνών. Ό Γέροντας περπατούσε στον σπίτι κάνοντας κομποσκοίνι. «Δικό σας είναι τον σπίτι;» με ρώτησε. «Όχι» απάντησα. «Δεν πειράζει... Σε λίγο πού θα κάνεις τον πρίγκιπα θα πάρετε και δικό σας...», είπε. Εγώ τότε τον πήρα για αστείο και είπα «Άπαπα! Τί λέτε... Δεν θέλω άλλο παιδί...». Μετά από 9 μήνες έμεινα έγκυος. Έντρομη και κλαίγοντας πήρα τον π. Τιμόθεο τηλέφωνο. «Θα πεθάνω εάν κάνω άλλο μωρό», είπα «ή μήτρα μου έχει πρόβλημα, έχω αιμορραγίες, ό γιατρός μου είπε να μην ξαναγεννήσω γιατί κινδυνεύω... Τί θα κάνω παππούλη;»
Ή γαλήνη της φωνής του με ηρέμησε. «Θα κάνουμε προσευχή και όλα θα πάνε καλά, θα γεννήσεις τον Πρίγκιπα», μου είπε.
Κάθε ώρα, κάθε στιγμή τής εγκυμοσύνης μου ήταν δίπλα μου με την προσευχή του. Όταν ήρθε ή ώρα να γεννήσω τον πήρα τηλέφωνο. «Θα είμαι κοντά σου...», μου είπε. Έτσι κι έγινε. Ή αιμορραγία και οι επιπλοκές ξεπεράστηκαν χωρίς όπως μου είπε ό γιατρός να ξέρει κι εκείνος πώς. Την άλλη μέρα πρωί - πρωί ανοίγει ή πόρτα του δωματίου μου. Μπροστά μου είδα τον π. Τιμόθεο. «Ήρθα να δώ τον Πρίγκιπα» μου είπε. Εγώ σκέφτηκα πώς βρέθηκε εδώ ό πάτερ; Δεν του είχα πει μαιευτήριο, όροφο, δωμάτιο, ούτε του συζύγου τον επώνυμο ήξερε και απουσίας' ότι έμαθα αργότερα, κανένα γνωστό δεν είχε ρωτήσει. Σαν να διάβασε την σκέψη του, είπε «'Έ! είπα να ξεκινήσω από εδώ και να ψάξω λίγο... αν δεν σ' έβρισκα θα πήγαινα αλλού». Μου ζήτησε να δει τον μωρό... τον πήγα, τον σταύρωσε και είπε: «Κύριε Έλέησον... Χρηστάκη εγώ σε είδα πριν την μάνα σου, πριν απουσίας' όλους». Ήταν εκεί με την προσευχή του και βοήθησε να πάνε όλα καλά.

Τα τελευταία χρόνια ό π. Τιμόθεος ήταν πλήρης Θείας Χάριτος... Αρκούσε ένα βλέμμα του για να τον Καταλάβεις. Τα μάτια του, με εκείνη την καθαρότητα και αθωότητα μαγνήτιζαν την ψυχή σου και σου δημιουργούσαν την επιθυμία να είσαι δίπλα του συνέχεια γατί ένιωθες ότι εκεί ήταν και ό Θεός.
Αγκάλιαζε τα παιδάκια μου και μια γλυκιά ευωδία πλημμύριζε τα κεφαλάκια τους. Μια μέρα κρατώντας την αγκαλιά του τον γιό μου είπε: «Ό Χρηστάκης θα γίνει Δεσπότης και θα είναι και αυστηρός. Εγώ δεν θα είμαι εδώ να τον καμαρώσω, θα τον βλέπω από ψηλά, εσύ όμως θα καμαρώνεις».

Ό Θεός με αξίωσε να ζήσω κοντά στον πάτερ Τιμόθεο τις τελευταίες ήμερες της ζωής του στον νοσοκομείο. Ένα απόγευμα πού ήμασταν στον δωμάτιο κι ενώ ό Γέροντας φαινόταν εδώ και μέρες να έχει βυθιστεί, δεν μιλούσε, είχε τα μάτια κλειστά, ξαφνικά ακούμε την φωνή του. «Ποιοί είστε εδώ;» ρώτησε. Του είπαμε, χαμογέλασε γλυκά. Ξέρετε που ήμουν; μας ρώτησε και έδωσε αμέσως την απάντηση, αφήνοντας μας όλους άφωνους. Ήμουν στον Αγιον Όρος... Ελάτε να ψάλλουμε
«Χαίρε Αγιον Όρος και Θεοβάδιστον
Χαίρε έμψυχε θρόνε και ακατάληπτε
Χαίρε ή Μόνη προς Θεόν Κόσμου γέφυρα
ή μετάγουσα πιστούς προς την Αιώνων Ζωήν...».

Την τελευταία μέρα πού πήγα συνέβη κάτι τον συγκλονιστικό. Καθώς ό Γέροντας βρισκόταν πάλι βυθισμένος, σηκώνει τον χεράκι του, υψώνοντας τα τρία δάχτυλα, σαν να τα έδειχνε σε κάποιον. Πήγαμε κοντά. «Όχι τώρα, όχι σε λίγο σε τρεις μέρες», έλεγε «έλα σε τρεις μέρες». Όλοι κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλήσουμε, όμως καταλάβαμε ότι ό πάτερ είχε εξουσία στον θάνατο. Ή επιθυμία του ήταν να ταφεί στο μοναστήρι του Άγ. Νεκταρίου στην Αίγινα. Επειδή' σε δύο περίπου μέρες ήταν ή ενθρόνιση της νέας Γερόντισσας, ό καλός Γέροντας, δεν ήθελε να χάλασε αυτό τον γεγονός, ούτε να δημιουργήσει δυσκολίες Σαν γνήσιος αγωνιστής του Χριστού, έλαβε από τον Κύριο την εξουσία να ορίσει την μέρα πού ή αγία ψυχή του θα πήγαινε στην Άνω Ιερουσαλήμ και θα απολάμβανε τα κάλλη του Παραδείσου.
Έτσι και έγινε στις 16-10-2004 τον απόγευμα, αφού η ενθρόνιση είχε τελειώσει και ήμασταν στον καράβι για τον Πειραιά χτύπησε τον τηλέφωνο και μάθαμε ότι ό π. Τιμόθεος κοιμήθηκε. Πέρασε από τα μάταια στα αιωνία και άφησε πίσω του βαθιές πληγές στις καρδιές όσων τον αγάπησαν, αλλά και την γλυκιά ελπίδα ότι εκεί που θα βρίσκεται πιο κοντά μας από ποτέ. Την επόμενη μέρα ήταν ή ταφή.



Πήρα το καράβι, ή θάλασσα ήταν λες και μπορούσες να περπατήσεις πάνω της. Ένιωθες πώς κι εκείνη σεβόταν την μεγάλη απώλεια και καθόταν ασάλευτη για να βοηθήσει εκείνους πού λαχταρούσαν να φτάσουν κοντά στο σκήνωμα του Παππούλη.

Στον εκκλησάκι τη; Αγ. Τριάδος σε αυτό τον μικρό και ταπεινό που έγινε τρανό από την λάμψη του Αγ. Νεκταρίου τοποθετήθηκε και τον σκήνωμα του π. Τιμόθεου. Όταν είσαι κοντά στον Χριστό, δεν υπάρχει θάνατος, μόνο ζωή, και , έτσι και ό Γέροντας, δεν είχε πεθάνει απλώς κοιμόταν, μαλακός, εύπλαστος, γεμάτος ευδία προσκυνούσες τον χεράκι ή τον κεφαλάκι του και νόμιζες ότι ανέπνεε, ότι θα σου μιλούσε.


Η εξόδιος ακολουθία έγινε στον μεγάλο Ναό του Αγ. Νεκταρίου κόσμος πολύς. Αρχιερείς, Ιερείς, λες και ήσουν στον πανηγύρι του Αγίου Νεκταρίου. Όλοι ήρθαν να καταθέσουν την μεγάλη αγάπη και ευγνωμοσύνη πού είχαν στον π. Τιμόθεο.

Ένιωθα μέσα μου χαρμολύπη.. Πονούσα για τον πατέρα πού έφυγε, για την παρηγοριά και την στοργή πού θα έχανα αλλά χαιρόμουν γιατί ή ψυχή του πανηγύριζε, μαζί με τους Αγίους της Θριαμβεύουσας Εκκλησιάς, εκεί όπου «ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ουκ στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Όταν ακούστηκε τον «Δεύτε τελευταίον άσπασμόν» με πόνο πλησίασα να χαιρετίσω εκείνον πού με τις προσευχές του με σκέπαζε, με την αγάπη του άλλαξε την ζωή μου, με τη αγιότητά του με έφερε πιο κοντά στον Θεό.

Έσκυψα να φιλήσω τον χεράκι του και ευωδίαζε, χάιδεψα τον μέτωπο του και τον χέρι μου υγράνθηκε από τον μύρο.
«Θεέ μου, σήμερα με αξίωσες να έρθω στην ταφή ενός Αγίου», σκέφτηκα.

Εκείνη την ημέρα όλοι χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο, αλλά κερδίσαμε έναν μεσίτη στον ουρανό. Απλός, αγνός, αρχοντικός, όποιος τον γνώρισε δεν μπορεί να διώξει από την ψυχή του, την γλύκα της αναμνήσεις του. Δεν μπορεί να μην σκεφτεί και να νιώσει ότι γνώρισε έναν Άγιο, τόσο ταπεινό και αθόρυβο, δεν ήθελε να δείχνει τί είναι. Πάντα βρισκόταν κοντά σε όσους τον είχαν ανάγκη. Όσες φορές από τότε πού έφυγε έχω κάτι να με ενοχλεί, τον πρώτο που μου λείπει είναι ό χτύπος του τηλεφώνου και ή γλυκιά φωνή του Παππούλη, «Τι έχουμε;»
Πάντα νιώθω τον π. Τιμόθεο δίπλα μου και την ευχή του να με σκεπάζει.
Μακάρι να έχουμε όλοι την ευχή του
.


ΒΙΒΛ. Ο ΙΕΡΟΚΗΡΥΞ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. ΕΚ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: