Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΡΕΤΣ ΝΙΚΟΛΑΟ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΖΑΛΙΤ



Υποβάλαμε στο γέροντα διάφορες ερωτήσεις, που αφορούσαν στην υπηρεσία μας στην εκκλησία. Ρωτήσαμε για τους πειρασμούς και τις προκλήσεις που προέρχονταν από κληρικούς εφημέριους, με τους οποίους διακονούσαμε στο ναό του Θεού. 0 γέροντας, όντας εκ-πληκτικά ταπεινός και πολύ προσεκτικός στο θέμα της κρίσεως, μας συγκλόνισε με το χάρισμα του να μην κρίνει κανέναν. Αυτό τον δίδαξε η Χάρη του Θεού και τα πολυετή μαρτύρια στα στρατόπεδα, όπου βρέθηκε από συκοφαντίες κατά τα χρόνια των μέτρων καταπίεσης της άθεης εξουσίας. Τόσο πολύ προσέλκυσε τις καρδιές μας. με την αγάπη του, από την πρώτη, ακόμα, γνωριμία μας, που του ζητήσαμε να είναι ο πνευματικός πατέρας μας, διότι ο δικός μας δεν μπορούσε πλέον να μας δώσει βοήθεια, την οποία διαρκώς χρειαζόμασταν.


Ο γέροντας συγκινήθηκε πολύ από τη διήγηση μας για τη ζωή μας και τους γονείς μας.
-           Να τους ευχαριστείτε, διαρκώς επαναλάμβανε. Αυτοί σας μεγάλωσαν και σας βοήθησαν να λάβετε μόρφωση. «Βοήθησε τους, Κύριε!» πονετικά αναστέναξε, κάνοντας το σταυρό του. Με τη συμπεριφορά του γινόταν αισθητή η βαθιά συμπόνια του για κάθε ανθρώπινη ψυχή. Μας διηγήθηκε πως ο ίδιος φρόντισε τη μανούλα του. που πρόσφατα κοιμήθηκε ήσυχα και τάφηκε στο νεκροταφείο που βλέπαμε απέναντι μας.

-Να αγαπάτε τους γονείς, επαναλάμβανε. Αυτοί σας έδωσαν τη ζωή... Θα βαπτιστούν, θα βαπτιστούν, αναφώνησε, κάνοντας πάλι το σταυρό του και προφητεύοντας το μέλλον.
-Πώς, λοιπόν, ήρθατε; Θα πρέπει να φύγετε.
Του είπαμε πως στην Τολμπίτσα βρέθηκε πλοιάριο, το οποίο μας έφερε εκεί.
-           Τότε. σήμερα θα μείνετε στο χωριό. Αύριο-μεθαύριο θα ξεκινήσει τα δρομολόγια το ιπτάμενο δελφίνι «Αυγή» και μ' αυτό θα γυρίσετε.

Ευχαριστώντας το Θεό και τον άγιο γέροντα για το εξαιρετικά νόστιμο γεύμα, πήγαμε σε μία γριούλα. Της ζήτησε να μείνουμε για διανυκτέρευση. Μας έδειξε ένα ευρύχωρο, φωτεινό δωμάτιο. Πρότεινε να βολευτούμε σε δύο κρεβάτια, τα οποία ήταν στρωμένα με τα παραδοσιακά, κεντημένα σεντόνια.

Όσο τακτοποιούσαμε τα πράγματα μας, ο γέροντας ρωτούσε την οικοδέσποινα μας για τη ζωή της και τα παιδιά της. Με τη συμπεριφορά του προς την απλή γριούλα, ένιωθες την αληθινή συμπόνια, την επιθυμία να συμπάσχει με το μητρικό πόνο για την αθεΐα, που κυριαρχούσε στις οικογένειες των παιδιών της. Δεν μπορούσες να μην εκπλαγείς με τη μεγάλη, αληθινά πατρική καρδιά του. Κατά την προσευχή για την άθεη Ρωσία μας, για πολλά χρόνια έχυνε αιματηρά δάκρυα, προσευχόμενος στο ζωντανό Θεό να συγχωρήσει τον παραπλανημένο λαό μας και να του χαρίσει τη μετάνοια.
Αργότερα, διαρκώς μιλούσαμε για την κατάσταση της δικής μας, βεβηλωμένης μητέρας-Ρωσίας. Ο γέροντας, αναστενάζοντας βαθιά, είπε ότι ο λαός μας έπρεπε να μετανοήσει, γιατί μόνο τότε θα μπορούσε να περιμένει θετικές αλλαγές. Έτσι, μας άφησε σ' αυτή την καλή κυρία και μας προσκάλεσε το πρωί να πάμε για τσάι.
Είχε ήδη βραδιάσει. Πήγαμε στη θάλασσα για να θαυμάσουμε τη γραφική ομορφιά αυτού του μικρού νησιού και τη μαγευτική δύση αυτής της ευλογημένης, για εμάς, ημέρας. Η καρδιά μας ήταν ανάλαφρη και χαρούμενη, αφού ο Κύριος μας απεκάλυψε, μέσω του δούλου Του, ότι θα αξιωνόμασταν στο μέλλον της ευλογίας της ιεροσύνης. Το κυριότερο όμως ήταν ότι θα γινόμασταν μάρτυρες, μέσα από την πολυετή προσευχή μας, της πραγματικής μεταστροφής των δύστυχων γονέων μας προς τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Κάποτε το νησί αυτό ήταν Εσθονικό και ονομαζόταν Ταλάμπσκ. 0 γέροντας έλεγε ότι, όταν ήρθε, στα τέλη της δεκαετίας του '50, στο μοναστήρι Πσκοβο-Πετσέρσκυι, στο μεγάλο τότε γέροντα Συμεών, ο οποίος τώρα συμπεριλαμβάνεται στις μορφές των αγίων της εκκλησίας μας, τον ρώτησε πού θα ήταν καλύτερα να υπηρετήσει το Θεό. 

Τότε αυτός ο πνευματικός, άγιος άνδρας είπε τρεις φορές:
«Ταλάμπσκ! Ταλάμπσκ! Ταλάμπσκ!» και ευλόγησε τον πατέρα Νικόλαο. Ακριβώς σ' αυτό το νησί, πλέον των εικοσιπέντε χρόνων, ο παππούλης υπηρέτησε στην εκκλησία του αγίου Νικολάου, ο οποίος τον προφύλαξε από τους ολέθριους ανέμους του δικού μας πονηρού κόσμου. Μία φορά μόνο ο σατανάς, μέσω κακών ανθρώπων, τον συκοφάντησε ενώπιον της σοβιετικής εξουσίας, ότι δήθεν έσκισε το πορτρέτο του Λένιν κι ετοιμάζονταν να τον φυλακίσουν. Τότε, ο παππούλης, με δάκρυα και διαρκείς προσευχές, ικέτευε το Σωτήρα και την Παρθένο να τον σώσουν και να τον προστατεύσουν, για να υπηρετήσει την εκκλησία. Ο Κύριος επέτρεψε να πεθάνει αυτός ο κακός άνθρωπος, ο οποίος, σα δεύτερος Ιούδας, πρόδωσε το γέροντα του Θεού στις άθεες αρχές. 0 πάτερ Νικόλαος δεν μπορούσε, χωρίς εσωτερικό ρίγος και φόβο, να διηγηθεί αυτήν τη φοβερή ιστορία.


Παλαιότερα είχε περάσει μία δεκαετία φοβερών μαρτυρίων στη φυλακή και στα στρατόπεδα, όπου, με την παγωνιά του βορρά, στεκόταν μέχρι τη μέση στο νερό, κατά τη μεταφορά του σε κορμό ξύλου. Ήταν αυτονόητο ότι δεν ήθελε να βρεθεί πάλι στην κόλαση, όπου καταπατούσαν το βασικό δικαίωμα του ανθρώπου να υπηρετεί το Δημιουργό του. Για το λόγο αυτό ήταν εξαιρετικά προσεκτικός στα λόγια του. Σχεδόν σε κανένα δε μιλούσε για τη ζωή του στο στρατόπεδο και δεν έκρινε το υπάρχον καθεστώς και τους κυβερνήτες της χώρας μας.


Σκληραγωγημένος σε τρομερές συνθήκες και λαμβάνοντας ιδιαίτερη Χάρη για τα βάσανα που πέρασε, το χειμώνα ζούσε χωρίς θέρμανση στο σπίτι του και στην εκκλησία. Αυτό προκαλούσε κατάπληξη στους επισκέπτες του, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς ένας εβδομηντάχρονος γέροντας μπορούσε να ζει έτσι. Στην καρδιά του διαρκώς σιγόκαιγε ένα ζωντανό προσευχητικό καντήλι, όπου το Άγιο Πνεύμα ζέσταινε το γεροντικό του σώμα. Γι" αυτό δεν αισθανόταν διόλου το κρύο και ζούσε εξαϋλωμένος στους μακρούς χειμώνες του βορρά. Αφηγούμενος την ευλογία που έλαβε από τον όσιο γέροντα Συμεών, ο πατέρας Νικόλαος υπέθετε ότι η ζωή του σ' αυτό το νησί δεν θα διαρκούσε περισσότερο από τριάντα χρόνια. Για το λόγο αυτό, σ' όλους τους επισκέπτες, επαναλάμβανε τον ίδιο στίχο:


Πέρασε η ζωή μου. σαν τη χθεσινή ημέρα, σα μία στιγμή πέρασε η ζωή μου, και οι πύλες του θανάτου είναι πολύ βαριές, ήδη δεν είναι μακριά από μένα.
Εφόσον ο Θεός επέτρεψε να ζήσει πολύ περισσότερο από την υποτιθέμενη δική του προθεσμία, επιπλέον δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ο γέροντας συχνά αγαπούσε να επαναλαμβάνει, κατά τον αποχωρισμό, τα παρακάτω συγκινητικά λόγια:
Συγχωρήστε με. συγχωρήστε, συγγενείς μου και οι πλησίον μου, ευλογήστε με και θυμηθείτε, φεύγω από κοντά σας...
Και αμέσως, αστειευόμενος λίγο και χαμογελώντας, με την ιδιαίτερη εξυπνάδα του πρόσθετε:

-           Προς το παρόν, προς το παρόν, παππούλη, πάλι θα ιδωθούμε. Αργότερα, όταν ήμασταν ιερείς και ερχόμασταν σ' αυτόν από το
εξωτερικό, επαναλάμβανε:
-           Όχι για πάντα, όχι για πάντα, παππούλη, θα ιδωθούμε πάλι. Όμως, σ' εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, ο γέροντας ήταν σα να
βρισκόταν στην ακμή των πνευματικών του δυνάμεων. Σ' αυτή δεν αισθανόταν την ανημποριά και την υπερκόπωση από τους εκατοντάδες προσκυνητές, οι οποίοι αργότερα τον βάραιναν αρκετά. Το πρόσωπο του μαγνήτιζε με τη γλυκύτητα και τα μάτια του με την κρυστάλλινη καθαρότητα. Το χαμόγελο και ο πραγματικός σεβασμός προς εσένα και την αξιοπρέπεια σου ως ανθρώπου, η επιθυμία να ζει τον πόνο σου και να συμπονεί την αδυναμία και τις λύπες σου, τον έφερναν κοντά σου. Τόσο που δεν ήθελες ποτέ να αποχωριστείς την αγάπη και την πνευματική, πατρική εγγύτητα του, η οποία ήταν τόσο σπάνια να βρεθεί μέσα στο γενικό κακό που μας περιέβαλε! 0 γέροντας, από την ταπείνωση του, πάντοτε παρέμενε μέσα του, στο δικό του πνευματικό κόσμο.


0 κάθε λόγος του, όμως, μαρτυρούσε τη βαθιά Αλήθεια του Χριστού, για την οποία υπέφερε και την οποία, με αγάπη και απαράμιλλη αγαθότητα, προσπαθούσε να εδραιώσει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά. Με συγκλόνισε αυτή ακριβώς η ικανότητα του. με ενεργό συμμετοχή, να προτείνει στον καθένα ν' ακολουθήσει το Χριστό, που θυσιάστηκε με ασύλληπτα μαρτύρια στο Σταυρό, με τον οποίο ο Ίδιος ο Κύριος λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τον αιώνιο θάνατο. 

Η αγάπη του γέροντα στο Σωτήρα Του, η ευγνωμοσύνη σ' Αυτόν για τη Σωτηρία, εκφραζόταν στους συγκινητικούς στίχους του, τους οποίους έγραψε σε διαφορετικές περιόδους. Συνθέτοντας τη μουσική, εκτέλεσε αργότερα αυτούς τους ύμνους στο αρμόνιο, για τη Δόξα του Θεού, μπροστά σε μερικούς, κοντινούς του ανθρώπους.


Ήμουν βαθιά πεπεισμένος ότι ο Θεός μας παρουσίασε τον πραγματικό δούλο Του. τον ευλογημένο, άγιο γέροντα Νικόλαο, για να έχουμε πνευματική υποστήριξη και ζωντανό παράδειγμα στο πως έπρεπε να κρατούμε υπομονετικά το χαρισμένο από Αυτόν σταυρό. Οι θλίψεις που μας βρήκαν τα επόμενα χρόνια, ήταν τόσο μεγάλες, που πράγματι χρειαζόταν Παρηγορητής και Παιδαγωγός, ο οποίος θα υποστήριζε και θα κατηύθυνε τη βασανισμένη ψυχή μας, κάτω από το βάρος του δυσβάστακτου σταυρού.
Ενθυμούμαι, όταν είπα στο γέροντα ότι, χωρίς καμία αιτία, μας περιφρονούσαν και ατίμως μας συκοφαντούσαν, πήρε το κεφάλι μου στα χέρια του, με φίλησε στο μέτωπο και με παρηγόρησε με τα δικά του, απαράμιλλα, ευλογημένα λόγια:


-           Μήπως το Χριστό με τον ίδιο τρόπο δεν τον εξουθένωσαν; Θα κάνουμε υπομονή και θα λάβουμε το στεφάνι του Κυρίου!
Σ' αυτό τον πατρικό ασπασμό και τα ζεστά λόγια του υπήρχε τόσο συγκινητική αγάπη, που η ψυχή αμέσως ησύχασε από τις αναληθείς κατηγορίες και τις κακίες των πονηρών ανθρώπων, οι οποίοι αποκαλούνταν ορθόδοξοι.


Έτσι, μετά το ελαφρύ πρωινό και τις απαραίτητες, πνευματικές νουθεσίες, ο γέροντας μας οδήγησε στην προκυμαία απ' όπου έπρεπε να φύγουμε. Σταματώντας στην είσοδο του ναού, είπε στην Αντωνίνα να μας φέρει τα ψάρια από το ψυγείο. Μας αποχαιρέτισε συγκινημένος και ευλόγησε να μην τον λησμονήσουμε και, εάν χρειαζόταν, να τον επισκεφτούμε στο νησί:


-           Μποριούλη, Ιακωβούλη, να με θυμάστε εκεί που θα είστε. Βοήθησε τους. Κύριε!
Η καρδιά μας αγαλλίασε από ευτυχία και ειλικρινή χαρά, γιατί τώρα είχαμε έναν τέτοιο, πολύτιμο παππούλη, παρηγορητή και ικέτη για μας τους αμαρτωλούς.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΓΚΑΝ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: