Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Μαρτυρία Πανοσιολογιοτάτου Καθηγούμενου Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντος Γρηγορίου Ζουμή. ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΣΑΒΒΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗ





Μαρτυρία Πανοσιολογιοτάτου Καθηγούμενου Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντος Γρηγορίου Ζουμή.

Ο Γέρων Γρηγόριος κατάγεται από την Πάρο καί είναι απόφοιτος τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν από την Εγκαταβίωσή του στο Άγιον Όρος, μόνασε στην Πάρο καί την Πάτμο, «παρά τούς πόδας» των άγιων Πατέρων Φιλόθεου Ζερβάκου καί Αμφιλόχιου Μακρή. Χρημάτισε Ηγούμενος τής Μονής Μυρτιάς καί τής Μονής Προυσού στο Καρπενήσι. Μετά, ενθρονίστηκε Ηγούμενος τής αγιορείτικης Ιεράς Μονής Δοχειαρίου, τήν οποία αναστήλωσε καί επάνδρωσε με επιτυχία.



Αξιότιμε κύριε Παπαγεωργίου,
Για δεύτερη φορά μού ζητάς να καταθέσω μαρτυρία τον μακαριστό ιερομόναχο Σάββα Σταυροβουνιώτη. Δεν έχω δισταγμούς διότι αμφισβητώ την χαρισματική ζωή αγωνιστική πορεία του, αλλά γιατί έχω χάσει την όραση μου, σχεδόν παντελώς τυγχάνω τυφλός, καί ένα κείμενο καθ' ύπαγόρευσιν έχει δυσκολίες στην διατύπωση. Έπειτα  φοβάμαι μήπως αδικήσω τον Όσιο, γιατί είμαι μικρός τον νουν καί δεν διαθέτω πνευματικά αισθητήρια. Αλλά, αφού επιμένετε, έρεύξομαι λόγον άγαθόν ύπέρ τού οσίου πατρός ημών Σάββα τού Σταυροβουνιώτου καί Άγιοταφίτου.

Κάποτε ταξιδεύαμε μαζί από τον Πειραιά για τήν Πάτμο.
Στο πλοίο στην κυριολεξία θηριομαχούσε με τά κύματα δεκατέσσερεις ώρες. Περί τις 3 τήν νύχτα λιμενιστήκαμε στην σκάλα τού νησιού, σχεδόν λιπόθυμοι από τη ναυτία, γιατί όχι καί από τον φόβο τής μεγάλης τρικυμίας. Το Ικάριο πέλαγος είναι μια θάλασσα πού, αν δεν τήν έχεις ταξιδέψει με φουρτούνα, δεν έχεις καταλάβει τί σημαίνει «έφθάσαμε τας πύλας τού Άδου». Το πρώτο καταφύγιο ήτανε το ιερό σπήλαιο τής Αποκαλύψεως. Μού λέγει ό π Σάββας:


-       Εσύ, σαν πιο γνώριμος, ζήτα το κλειδί τον σπηλαίου να προσκυνήσουμε.
Γνώριζα πού φυλάσσεται καί άνοιξα, για να προσκυνήσουμε τον Θεολόγο στον τόπο τής θείας του οπτασίας. Μού λέγει ό Όσιος:


-       Να διαβάσουμε ακολουθία' σχεδόν ξημερώνει.
Παρά το τρέμουλο τής ταλαιπωρίας, συγκατένευσα. Αρχίσαμε το μεσονυκτικό καί τον όρθρο. Στα μισά τού όρθρου με παρεκάλεσε να βρω πρόσφορο να λειτουργήσει. Είπα καθ' εαυτόν: «Αδαμάντινος είναι αυτός ό άνθρωπος;» Λειτουργήσαμε. Στο τέλος μού λέγει:


-       Να διαβάσουμε καί τις ώρες;


-       Να 'ναι ευλογημένο, π. Σάββα - αλλά τού είπα πειραγμένος. Αν εσύ είσαι από σμυρίγλι, εγώ είμαι χωμάτινος. Αλλά, αφού έτσι αναπαύεσαι, ας διαβάσουμε και τις ώρες.
Μετά τήν Αποκάλυψη ανέβηκε στην Μονή τού Θεολόγου, υπέβαλε τά σέβη του στον ηγούμενο καί πατριαρχικό έξαρχο, καί κατέβηκε στον γέροντα Αμφιλόχιο. Του έκανε βαθειά μετάνοια. Ό Γέροντας τον ρώτησε αν είναι ιερεύς. Δειλά- δειλά τού είπε τήν ιδιότητά του.


-       Τότε, πάτερ Σάββα, γιατί μού κανείς εδαφιαία μετάνοια; Σου' είπανε ότι εδώ πού θα έλθεις θα δεις κάποιον Άγιο; Λάθος σού είπανε είμαι αμαρτωλός.
Ό π. Σάββας έκτοτε, οσάκις πήγαινε να πάρει τήν ευχή τού Γέροντα, πάντα έκανε βαθειά μετάνοια.
Τον φιλοξένησε στο Κάθισμα τού Αγίου Ιωσήφ, το Λεγόμενο Κουβάρι. Ήθελε να λειτουργή κάθε μέρα. Έπρεπε να εξοικονομήσουμε πρόσφορο, ασφαλώς καί ψάλτη, για να λειτουργεί στα γύρω Καθίσματα (Άγιος Γεώργιος, Αγία Παρασκευή στον κάβο, Άγιος Χριστόδουλος στον Σταυρό.) Οι συνθήκες για καθημερινή θεία Λειτουργία ήταν δύσκολες, αλλά ό π. Σάββας είχε πάντα τον νου του εστραμμένο στο άγιο Θυσιαστήριο. Τού ήταν εντελώς αδύνατο να περάσει μέρα χωρίς Λειτουργία.
Έλεγε πολύ λίγα. Αποτραβιόταν στην μόνωση καί στο κομποσκοίνι. Ένα βράδυ μού εκμυστηρεύτηκε:



-       Εγώ παιδί μου Μανώλη, υπηρέτησα δεκαπέντε χρόνια στον Γολγοθά καί λειτουργούσα κάθε μέρα. Τελειώνοντας την θεία Λειτουργία, έσκυβα κάτω από τήν αγία Τράπεζα, έβαζα το πρόσωπό μου μέσα στην οπή τής πέτρας πού στήθηκε ό Σταυρός τού Κυρίου καί έλεγα: «Μνήσθητι τής μητρός μου...» Όταν τέλεσα τήν θεία Λειτουργία για τελευταία φορά στον Γολγοθά, πάλι μνημόνευσα τήν μάνα μου μέσα στην οπή τής πέτρας και άκουσα από μέσα την φωνή της: «Σ' ευχαριστώ, παιδί μου». Αυτό το έχω διηγηθεί πολλές φορές καί δεν έχω κανένα λόγο μέσα μου να το αμφισβητώ’ το κρατώ σαν γεγονός.


Αυτό εκμυστηρεύτηκε ότι έφυγε από μικρό παιδί από το σπίτι  καί ποτέ δεν έπαυσε να ενθυμάται καί να αγαπά τήν μητέρα του, γιατί αυτή τον ανέθρεψε εν παιδεία καί νουθεσία »Κυρίου• Θεωρούσε τον εαυτό του χρεώστη στην μάννα του καί γι' αυτό πάντοτε τήν μνημόνευε.



Ό π. Σάββας ζήτησε από τον Γέροντα Αμφιλόχιο να ταξιδέψει στην Ρόδο. Ό Γέροντας τού έδωσε τά ναύλα του για το καράβι. Ό π. Σάββας όμως, συνήθιζε να προμηθεύεται βιβλιαράκια από τις εκδόσεις Σχοινά στον Βόλο με τήν θεία Μετάληψη, με τήν παράκληση τής Παναγίας καί άλλα, σέ σχήμα τσέπης, τά όποια δώριζε στους ανθρώπους («Πάρε να διαβάσεις τούς Χαιρετισμούς διάβασε τήν θεία Μετάληψη κ.λ.π».) Και το χρέος του τον ανάγκασε να ταχυδρόμηση τά ναύλα του για τήν Ρόδο στις εκδόσεις Σχοινά.

 Το πλήρωμα τού καραβιού τού ζήτησε ναύλο καί είπε «Δεν έχω». Έτσι πού τον είδε το πλήρωμα, κακοφορεμένο, με μια υπόδηση ευτελή καί ένα σκούφο καλογερικό κατατρυπημένο καί κατατριμμένο, τού φέρθηκε περιφρονητικά, σαν να ήθελαν να τον πετάξουν στην θάλασσα καί τον πήγαν κατηγορούμενο στον καπετάνιο. Μια μοναχή από το Κοινόβιο τού Ευαγγελισμού πού συνταξίδευε μαζί του, έσπλαγχνίσθη τον Όσιο καί από τά λίγα χρήματα πού κρατούσε τού πλήρωσε τά ναύλα.



Στην Ρόδο έμεινε στο μοναστήρι τής Παναγίας τής Ύψενής. Ή εκκλησία, σχεδόν εγκαταλελειμμένη, έμπαζε κρύο από παντού καί τά όμβρια νερά δεν έλειπαν. Αυτός όμως καμιά νύχτα δεν έλειψε από τήν εκκλησία να κάνη τήν άκολουθία καί να τελεί τήν θεία Λειτουργία. Πέρασε πάμπτωχα, υστερούμενος τά πάντα εκείνο τον δριμύ χειμώνα στο μοναστήρι τής Παναγίας τής Ύψενής.
Μια καλοκαιριάτικη μέρα, αρκετοί χριστιανοί μαζεύτηκε στη σκιά μιας συκιάς για να ακούσουν λόγον αγαθό από τον π. Σάββα. Είπε λίγα λόγια και μετά, παρεκάλεσε το» πιστούς να γονατίσουν καί να προσευχηθούν, μαζί τους ό ίδιος. Μού είπε κάποιος κύριος Στέφανος:



-       Δεν μπορώ να σου πω πόσες ήταν οι γονυκλισίες τού π. Σάββα ό όποιος είχε και κάποια ηλικία.
Έπειτα τον συνάντησα στην Πάρο. Ήκουσε τά τής μονής Λογγοβάρδας και περί τού οσίου Φιλοθέου, τού Γέροντα αυτής, καί έσπευσε ή μέλισσα να συλλέξει γύρη καί μέλι καί  απ' αυτόν τον πνευματικό ανθόκηπο.


Ό μακαριστός πατέρας μου, μετά τήν χηρεία του, ήκουσε περί τού Όσιου- καβαλλίκευσε τον ίππο του καί μετέβη στο κελί τού Γέροντα για εξομολόγηση. Αργότερα μού διηγείτο:
Ένιωσα, παιδί μου, την ώρα τής εξομολογήσεως ότι δεν μιλούσα σέ άνθρωπο, άλλα με τον ουρανό. Μού έδωσε τήν  άνεση να αναφερθώ σε ολόκληρη την ζωή μου από τά παιδικά του χρόνια μέχρι εκείνη την στιγμή τής έξαγορευσεως. εν άφησα κανένα κακό μέσα μου. Επέστρεψα από τά ψηλά βουνά τών Αγίων Θεοδώρων σαν αετός. Και δοξάζω τον Θεό ου στην κατάστεγνη εποχή μας υπάρχουν όσιοι άνδρες, πού κουράζουν εμάς τους αμαρτωλούς.


Τον π. Σάββα τον συνάντησα για τελευταία φορά τον Ιούνιο τού 1968. Ήρθε στο κονάκι τής μονής τού Ευαγγελισμού στην Αθήνα, όπου διέμενε ό π. Αμφιλόχιο για ιατρικές εξετάσεις. να πρωί τον προϋπάντησα στην πόρτα τής παλιάς μονοκατοικίας. Χαιρετιστήκαμε σεβαστικά καί μού ζήτησε ν Γέροντα. 

Μπροστά μου τον ρώτησε:
Γέροντα, πάσχω από προστάτη. Τα μέλη μου μόνον ή μάννα μου που με γέννησε, τα έχει δει. Επιτρέπεται τώρα στα έσχατα μου  να ξεγυμνωθώ μπροστά στους γιατρούς, ιερομόναχος ων και προσεδρεύων μπροστά στο θυσιαστήριο τόσα χρονιά;
Γέροντας σχεδόν μετά δακρύων τού απάντησε:



-       Για μάς είναι μια κένωση, μια ταπείνωση, που αν πρέπει να την υποστούμε, να μην την αρνηθούμε.


Ήρθε ακόμη άλλη μια φορά να εξομολογηθεί καί να ρωτήσει τον Γέροντα μήπως έτσι χάνει τήν άκρα αγνότητα πού φύλαξε στην ζωή του.
Ό π. Σάββας ήταν παιδάριο Γέροντας. Ήτανε αγνός άνθρωπος, παιδική ψυχή, ταπεινός. Αγαπούσε τήν γωνιά να είναι καταφρονημένος. Ποτέ δεν σήκωνε το φρύδι καί τούς ώμους.

 Ή υπόδηση του πάντα σήκωνε τήν «μύτη», σαν να ήταν ό τελευταίος ρασοφόρος. Ή φωνή του χαμηλή - έστηνες καλά το αυτί, για να τον ακούσης - καί ή ψαλμωδία του ένας κλαυθμυρισμός μετάνοιας καί εξομολόγησης προς τον ύψιστο Θεό. Έμαθε καλά τήν τέχνη τής ταπεινής πορείας. Χαμήλωσε τόσο πολύ τον εαυτό του, πού ούτε από το έδαφος δεν φαινότανε. Είχε πολλές χάριτες, αλλά τις υπέκρυπτε, γιατί είχε μάθει πολύ καλά καί να φρονεί καί να πράττει ταπεινά. 


Αν κοίταζες προσεκτικά το πρόσωπό του, θα έλεγες: «Εδώ κατοικεί ό Θεός• έδώ αναπαύεται, εδώ έχει στήσει το θρονί Του».



Είχε, ακόμα, μέσα του τον πόθο τής σωτηρίας τού κόσμου. Έκανε τά πάντα να βοηθήσει τον πεπλανημένο, τον απολωλότα. Είχε βαθιά μέσα του τήν συναίσθηση ότι ή ιεραποστολή δεν είναι ειδικός κλάδος μέσα στην Εκκλησία, αλλά υποχρέωση καί καθήκον κάθε χριστιανού είναι βοηθήσει τον συνάνθρωπό του στο μεγάλο κεφάλαιο  σωτηρίας. Καί σ' αυτήν του τήν προσπάθεια δέχθηκε πολλές ταπεινώσεις, σαν αυτές από το πλήρωμα τού καραβιού, αλλά και από τις μοναχές που διακονούσε στην Πάρο. Τον έβλεπα προδότη τής πίστεως, γιατί όχι καί αφελή και βλάκα. Καθόλου δεν ασχολείτο να προσηλύτιση τούς ανθρώπους στο παλαιό ημερολόγιο, αλλά με πολλή διάκριση να τούς φέρει στην οδό τού Κυρίου. Γινότανε - όπως λέγει ό απόστολος Παύλος «τοις πάσι τα παντα,» για να σώση έστω και μια ψυχή.



Μακάρι το νησί σας να μας δώση καί άλλους όσιους σαν τον π, Σάββα.
Μετ' ευχών

Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος.







ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.  ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (1985) ΚΥΠΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: