Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΣΕ ΑΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΑΠΙΣΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΥΣ ΚΥΡΟ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΝ ΕΚΤΟ ΑΙΩΝΑ. Γιά τόν Αγάπιο τόν ειδωλολάτρη.




Γιά τόν Αγάπιο τόν ειδωλολάτρη

Ό Αγάπιος είναι γνωστός σέ πολλούς όχι μόνο γιά το γιατί ήταν ειδωλολάτρης καί θυσίαζε φανερά ένώπιον όλων στά είδωλα καί τά άγάλματα των θεών, γιά την οποία άσέβεια καί συλλήφθηκε άναμένοντας νά περάσει άπό δίκη καί νά δικασθεΐ, γλύτωσε δε τό μαχαίρι τής δικαιοσύνης όχι με άπόφαση των δικαστών, μήτε άπό τή φιλανθρωπία των νόμων, άλλά με πολλές δωροδοκίες σε χρυσά νομίσματα -πράγμα τελείως άνήθικο γιατί δεν μετανόησε άπό τίς πράξεις του- καί μέ τή φιλαργυρία αύτών, πού ήταν άντίθετοι πρός τά νόμιμα. Εξαγοράζοντας τή ζωή του λοιπόν και διαφεύγοντας τό θάνατο, άφοϋ άπέδρασε άπό τήν Κωνσταντινούπολη κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια, πιστεύοντας ότι έδώ κρυμμένος θά διαλάθει τής προσοχής τών άρχών και τής έξουσίας.


Γιατί, καθώς λέγει καί ό Σολομών, στό χρυσό υπακούουν τά πάντα, άλλά αν καί τή ζωή του έξαγόρασε καί τό θάνατο διέφυγε τότε, όμως τόν Θεό δέν μπόρεσε νά έξαπατήσει, ούτε τόν παντεπόπτη οφθαλμό. ’Άν καί ξεγέλασε τούς άνθρώπους, δέν μπόρεσε νά διαφύγει τή θεία δίκη, γι’ αύτό και τιμωρήθηκε, όχι όμως ξανά μέ τό νά συλληφθεϊ μέ τό νομό καί νά παραδοθεϊ στούς δικαστές, γιατί καί πό^ι μέ τούς δικαστές θά έβρισκε τρόπο νά τούς έξαγοράσει, άλλά χτυπήθηκε άπό μιά χαλεπή καί άθεράπευτη πληγή, πού έξαπλώθηκε σέ όλο τό σώμα του καί τήν οποία οί γιατροί τήν ονομάζουν πάρεση.



Γιά νά άπαλλαχθεϊ άπό αύτό τό νόσημα, έπειδή δέν το θεωρούσε ότι ήταν έργο τής θείας δίκης, άλλά σύμπτωμα τού σώματος, συχνά καλοϋσε τούς γιατρούς νά τό δουν, όμως καί αύτοί δέν έξασκοϋσαν κάτι άπό τήν τέχνη τους, γιατί έβλεπαν ότι δέν έχει ζωή καί τόν άπατούσαν μέ διάφορα; Τεχνασματα , άποβλέποντας στούς μισθούς, πού έπαιρναν άπό τις επσκέψεις. Καθώς καί ό χρόνος περνούσε καί ή ασθένεια προόδευε, ή παράλυση χτύπησε καί τή γλώσσα του, δέν ξεψυχούσε, άλλά πολύ βασανίζονταν, κάποιοι δε τόν συμβούλευσαν νά πάει στούς μάρτυρες τόν Κύρο καί τό Ιωάννη, γιατί αύτοί μπορούν οπωσδήποτε νά τόν απαλλάξουν από τήν βαριά άρρώστια. Κι αύτός, έπειδή δείλιασε ότι θα τόν έκριναν ώς ειδωλολάτρη άν τό άρνιόνταν –γιατί υποκρίνονταν τόν χριστιανό ό άθεόφοβος- συμφώνησε και άποδέχθηκε νά τόν μεταφέρουν στό τέμενος των αγίων, νομίζοντας δτι θά κοροϊδέψει τούς ανθρώπους καί θά έξα- πατήσει καί τούς μάρτυρες, ώς δτι τάχατες δέν είχαν γνώση τών καθ’ ήμάς πραγμάτων, έχοντας την πεποίθηση άπό τη δική του πίστη, δπου οί δικοί του θεοί, όχι μόνο τά μακριά καί τά κρύφια τών άνθρώπων, άλλά μήτε άκόμη κι αύτά, πού κείτονται μπρος στά πόδια τους δέν μπορούν νά γνωρίζουν, άφοϋ είναι ξόανα.



Οταν όμως έφτασε στό τέμενος τών αγίων, είδε κάποιον μέ τή μορφή τού Χριστοδώρου, πού είχε τή διοίκηση του ναού καί τού τεμένους, νά περιέρχεται θυμιάζοντας τόν ναό μέ θυμιάματα, όταν όμως πλησίασε κοντά στόν Αγάπιο, νά τού μιλάει κάπως άπειλητικά λέγοντας: «Γιατί ήρθες προς έμάς, ώ ξένε κάθε εύσέβειας καί πεπληρωμένε άπό βδελυγμία, μήπως ήρθες νά χλευάσεις καί μάς; Μά τόν ποιητή τού ούρανοϋ καί τής γης καί τήν άπανταχοΰ καί έδώ καί σέ κάθε μέρος θεία δύναμη, δέν θά φύγει όπως ήρθες, άλλά θα σέ μαστιγώσουμε δημόσια, γιά νά γνωρίζεις πολύ καθαρά
ποιούς ήρθες έδώ νά έμπαίξεις!..» κι άφού είπαν αύτά οί άγιοι, χάθηκαν άπό μπροστά του. 

Αύτός δέ έρχόμενος σέ συναίσθηση άπό τό όραμα, κατατρόμαξε καί μέ νεύματα καί μέ διάφορα ψελλίσματα το έξήγησε σ’ αύτούς, πού ήταν μαζί του καί τόν ύπηρετοϋσαν.


Όταν δέ ό οικονόμος Χριστόδωρος άρχισε νά θυμιατίζει κατά τά καθιερωμένα καί περιέρχονταν τόν ναό θυμιατίζοντας, είπε σέ κάποιον άπό τούς ύπηρέτες του, νά τον στρέψουν πρός αύτόν καί όταν πέρασε άπό κοντά του, άρπαξε τά πόδια του Χριστοδώρου καί τόν παρακαλοϋσε
καί τόν ικέτευε νά μή τόν μαστιγώσει- γιατί προφανώς νόμιζε ότι αύτός, πού τού μιλούσε στό όραμα, ήταν ό οικονόμος. Αύτός δέ άγνοώντας τήν ύπόθεση (πού έμαθε άργότερα άπό τόν υπηρέτη) άπόρησε γιά τό λεγόμενο και δεσμεύτηκε μέ όρκο ότι καί βέβαια δέν θά τόν κτυπήσει μέ
κανένα τρόπο.


Όταν δέ τόν έβαλαν μαζί μέ τούς άλλους αρρώστους κοντά στό μνήμα τών άγιων, άρνήθηκε νά κοινωνήσει, αλλά έπειδή έγινε μεγάλος θόρυβος όταν μαθεύτηκε αύτό, γιά να μή δώσει άλλη μιά ύπόνοια καί άλλη μιά λαβή γιά άρνητικά σχόλια, άποφάσισε νά μεταλάβει. Άλλά μετά τή μετάληψη, όπως έγινε καί μέ τόν Ιούδα, άμέσως μετά πού έλαβε τον άρτο άπό τό διδάσκαλο, ένας άγριος δαίμονας μπήκε μέσα του κι έτσι όπως κείτονταν καταγής σπαράσσοντας, γύριζαν τά μάτια του καί λύγιζαν τά μέλη του κι όπως τό κύμα, πού ξεσπάει στήν άκρογιαλιά, έβγαζε άφρούς άπ’ τό στόμα του.


Άφοϋ δέ έπί τρεις μέρες νύχτα μέρα σπάραζε καί έπασχε όσα πάσχουν όσοι πειράζονται άπό τό δαίμονα, μετά έδειχνε ότι πλησίαζε πρός τό θάνατο, γι’ αύτό καί οί ύπηρέτες, πού τόν συνόδευαν, καταλαβαίνοντας ότι πολύ γρήγορα θά πεθάνει, τόν πήραν καί τόν μετέφεραν πρός τήν Αλεξάνδρεια, ώστε νά άφήσει τή τελευταία του πνοή σπίτι του. Ομως άφοΰ άφησε τό τέμενος τών άγιων καί άφοϋ περπάτησε λίγο διάστημα μέσα στήν έρημο, μέσα σέ πολλή οδύνη παρέδωσε τό πνεΰμα του.

Ο ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΑΥΤΩΝ 
ΕΙΣ ΠΡΩΤΗΝ ΩΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗΝ ΕΚΔΟΣΙΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

(Νέος τίτλος «Αββάκυρος»): Εισαγωγή, μετάφρασις και σχόλια υπό του Καθηγητού Ιωάννου Φουρτούνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: