Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 25 Αυγούστου 2026
Τό ὁσιακό τέλος μιᾶς ἁπλοϊκῆς μετσοβίτισσας γυναίκας. Μαρία Μπίσα.
Τό ὁσιακό τέλος μιᾶς ἁπλοϊκῆς
μετσοβίτισσας γυναίκας
Μαρία Μπίσα
Κατά θεία πρόνοια τέλη τοῦ μηνός Απριλίου τοῦ 2026 ἀκούσαμε τό ἑξῆς θαυμάσιο γεγονός μιᾶς πιστῆς, ἁπλῆς καί ταπεινῆς ἐναρέτου μετσοβίτισσας γυναίκας πού άξιώθηκε να βιώσει τό ἐξαίσιο οσιακό της τέλος.
Τό χαριτωμένο αυτό παράδειγμα γνήσιας θεοσέβειας μᾶς ἔγινε γνωστό άπό τόν καθηγητή κ. Μιχαήλ Γ. Τρίτο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμῶς γιά τήν διάσωση τῆς ὠφελίμου αὐτῆς διηγήσεως. Προκειμένου ὅμως νά ὠφεληθοῦν πνευματικά περισσότερες καλοπροαίρετες ψυχές πρός δόξαν τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ ἐκδίδεται ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη» καί δίδεται εὐλογία ἀπό τά Γραφεῖα, Σπάρτακου
6, Συκιές Θεσ/νίκης, τηλ. 2310 212 659.
Ἤμουν μαθητής τοῦ Γυμνασίου Μετσόβου, ὅταν ἔβλεπα τὶς ἀπογευματινές ώρες μια συμπαθέστατη γριούλα, ντυμένη την τοπική μετσοβίτικη στολή, νὰ πηγαίνει στὴν ἁγία Παρασκευή να παρακολουθήσει τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Κρατοῦσε στὰ χέρια της ἕνα μικρό μεταλλικό δοχεῖο μὲ λάδι γιὰ νὰ ἀνάψει τα κανδήλια τοῦ ναοῦ. Ἦταν ἡ Μαρία Μπίσα, μιὰ εὐλογημένη ἀπὸ τὸ Θεὸ ψυχή.
Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἑσπερινοῦ πήγαινε στο κέντρο τοῦ ναοῦ καὶ μὲ μιὰ ἐκ βαθέων δοξολογική κραυγή ἔλεγε τὸ «Δόξα Σοι Κύριε», χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζει τὴ σημασία αὐτῆς τῆς φράσης. Το πρόσωπό της ἔλαμπε καὶ ἀπὸ τά γεροντικά της μάτια ἔβγαιναν δάκρυα ἱκεσίας πρὸς τὸν δωρεοδότη Χριστό. Ἦταν ἡ ἐξωτερίκευση τῆς βιωμένης πίστεως καὶ ἡ ἔκφραση τῆς γνησίας ὀρθόδοξης πνευματικότητος.
Ένα περιστατικό που δείχνει την πνευματική ποιότητα τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα εἶναι τὸ ἐξῆς:
Παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μετσόβου πρὶν τὴν ἀκολουθία τῆς ἀναστάσιμης ενάτης, ὥρας. Ή μακαριστή Μαρία ἔκλαιγε μὲ ἀναφιλητά. Την πλησίασα καὶ τὴ ρώτησα στα βλάχικα γιατί κλαίει. Μοῦ ἀπάντησε κλαίει γιατὶ φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».
Τὴν καθησύχασα λέγοντάς την ὅτι δὲν φεύγει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Κάθε Κυριακή Ανάσταση ἔχουμε.
Μὲ εὐχαρίστησε καὶ μοῦ εἶπε: «Τώρα ηρέμησα παιδί μου».
Απλοϊκὴ ἁγνὴ πίστη με δυνατά εσωτερικά βιώματα! «τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Ὁ Κύριος βράβευε την πίστη τῆς ἁπλῆς αὐτῆς γυναίκας, δίδοντάς της τη δυνατότητα να προβλέψει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ζωής της.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἀφήσω την εγγονή της, την κ. Μαρία Μπίσα-Ψαροβασίλη, να περιγράψει ὡς αὐτόπτης μάρτυς τὸ γεγονός, μέ ἕνα κείμενο ξεχωριστής χάρης καὶ ὀμορφιᾶς καὶ μὲ ἔντονο τὸ στοιχεῖο της βιωμένης αμεσότητας.
Τὴ γιαγιά μου τὴν ἔλεγαν Μαρία. Ἔφυγε στις 20 Φεβρουαρίου 1971, ἦταν 85 ἐτῶν. Ἀπὸ καιρὸ εἶχε φροντίσει καὶ τὴ παραμικρή λεπτομέρεια τοῦ θανάτου της, ἂν καὶ ὁ τρόπος ζωῆς της ἦταν μιὰ συνεχὴς προετοιμασία.
Τελευταῖα δὲν ἔβγαινε ἔξω γιατί τὴν ταλαιπωροῦσε τὸ ἆσθμα ποὺ εἶχε. Δὲν ἦταν ὅμως σὲ τόσο άσχημη κατάσταση. Μέσα στο σπίτι κυκλοφοροῦσε ἄνετα καὶ αὐτοεξυπηρετοῦνταν.
Ἦταν ψυχοσάββατο. Ἐκεῖνο τὸ πρωινό ξύπνησε γύρω στὶς ἕξι. Παρὰ τὴ γκρίνια μου με ξύπνησε κι ἐμένα γιατί ὅπως μοῦ εἶπε μὲ ἤθελε ξύπνια. Ἡ μητέρα μου ἄναψε τη σόμπα καὶ τῆς ἔφτιαξε τον καφέτης. Ἀφοῦ τὸν ἤπιε ρώτησε γιὰ τὸν καιρὸ καὶ ζήτησε νὰ πιεῖ δυὸ γουλιές κρασί, ασυνήθιστο πρᾶγμα γιὰ τὴν ὥρα.
Ημασταν οἱ τρεῖς μέσα στο δωμάτιο καὶ πολὺ σοβαρὰ μᾶς εἶπε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤθελε νὰ κοιμηθεῖ. Ζήτησε ἀπὸ τὴ µητέρα µου νὰ τὴ βοηθήσει νὰ πλυθεῖ καὶ νὰ τὴ ντύσει μὲ τὰ ροῦχα ποὺ εἶχε φυλαγμένα στὸ σεντούκι. Ἀκόμη ζήτησε νὰ εἰδοποιήσουμε τὰ παιδιά της νὰ ἔρθουν στὸ σπίτι καὶ μιὰ γειτόνισσα νὰ βοηθήσει στὴν τακτοποίηση τοῦ σπιτιοῦ γιατί μετὰ θὰ ἐρχότανε κόσμος,
Βέβαια ἀκολούθησαν πολλοὶ διάλογοι ὅπως δὲν γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀκόμη δὲν τρελαθήκαµε καὶ ἄλλα. Ἡ γιαγιὰ ὅμως ἐπέμενε. Κρατοῦσε τὸ σφυγµό της καὶ συνεχῶς ἔλεγε στὴ µητέρα µου «βιάσου γιατί θέλω νὰ κοιμηθῶ, βιάσου γιατί δὲ θὰ προλάβουμε».
Ὅταν ὁ ἀδερφός µου ἑτοιμάστηκε νὰ πάει στὴ δουλειά του, τὸν ἀποχαιρέτησε φιλῶντας τον καὶ τοῦ εὐχήθηκε προκοπὴ καὶ εὐτυχία γιατί δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιά.
Σιγά-σιγὰ ἀρχίσαμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι κάτι συνέβαινε μὲ τὴ γιαγιά. Θυμήθηκα ὅτι τὴν τελευταία Δευτέρα ἐκείνης τῆς ἑβδομάδας μοῦ ζήτησε νὰ τῆς γράψω ἕνα καινούργιο Ψυχοχάρτι. Ἐνῷ µέχρι τότε γράφαμε τρεῖς Μαρίες ἐκείνη τὴ µέρα μοῦ ζήτησενὰ γράψω καὶ µία τέταρτη. Τῆς ἔλεγα πὼς μπερδεύτηκε, πὼς ἔκανε λάθος ἀλλὰ ἐπέμενε νὰ τὴ γράψω καὶ πὼς ἀργότερα θὰ καταλάβαινα.
Τὴν Πέμπτη τὸ ἀπόγευμα εἶχε καλέσει ὅλους τοὺς συγγενεῖς στὸ σπίτι, ἔκανε εὐχέλαιο καὶ µετάλαβε.
Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ ἐνδώσουμε στὶς ἐπιθυμίες της καὶ εἰδοποιήθηκαν τὰ παιδιά της καὶ ἡ γειτόνισσα.
Ἡ µητέρα µου τὴν ἔπλυνε, τὴ χτένισε, τῆς ἔκοψε τὰ νύχια. Τῆς ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τῆς φορέσει τὰ νεκρικὰ ροῦχα καὶ τότε ἡ ἴδια προσπάθησε νὰ τὰ Φορέσει λέγοντάς µας «ἐγὼ ἔχω ντύσει τὰ παιδιά µου δὲ θὰ ντυθῶ ἡ ἴδια».
Ἡ γιαγιὰ εἶχε ὀχτὼ παιδιἀ, τὰ τρία ἀπὸ αὐτὰ πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ἦταν ἐν ζωῇ.
Τὰ παιδιά της, οἱ νύφες τὰ ἐγγόνια ἐρχόταν ἕνας ἕνας. Κλείσαµε πόρτες καὶ παράθυρα γιά νὰ μὴν ἔρθει κανεὶς ξένος καὶ θεωρηθοῦμε τρελοὶ ποὺ ἕναν ζωντανὸ ἄνθρωπο τὸν ἑτοιμάζαμε νὰ πεθάνει.
Πρέπει νὰ πῶ ὅτι ὅσο κρατοῦσε αὐτὴ ἡ διαδικασία κατὰ διαστήµατα ἔχανε τὴν ἐπικοινωνία της µαζί μας καὶ μιλοῦσε Ψιθυριστά. Ἡ µητέρα µου συχνὰ τὴν ρωτοῦσε ποιόν ἔβλεπε, μὲ ποιόν μιλοῦσε, τί ἔλεγε ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση της ἦταν «μὴ μὲ ρωτᾶς τέτοια πράγματα, δὲ μπορῶ νὰ σοῦ πῶ».
Ἡ ἴδια μᾶς ρωτοῦσε µόνο γιὰ τὸν καιρό. Ἠθελε πάντα νὰ πεθάνει ἄνοιξη γιατί ἀγαποῦσε τὰ λουλούδια, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας της χιόνιζε δυνατά.
Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ διαδικασία τοῦ ντυσίµατος, ζήτησε νὰ τῆς φέρουμε ἀπὸ τὸ σεντούκι τὸ κοµπόδεµά της, Δὲ θυμᾶμαι ἀκριβῶς πόσο ἦταν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεπερνοῦσε τὶς 20 μὲ 30 δρχ. Μᾶς τὰ μοίρασε, ἐμένα μοῦ ἔδωσε ἕνα δίφραγκο καὶ δυὸ τρεῖς δεκάρες, Μᾶς ἀποχαιρέτησε ὅλους ἕναν-ἕναν χωριστά, μᾶς φίλησε, μᾶς ἔδωσε εὐχὲς καὶ μᾶς εἶπε ὅτι ἦταν ἔτοιμη νὰ κοιμηθεῖ. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ διαδικασία ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συγκινήθηκε καὶ βούρκωσαν τά μάτια της.
Πλάγιασε κάτω ἀπὸ τὸ ντουλάπι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖ. Δὲν τὰ κατάφερε ὅμως καὶ σύντομα ἄλλαξε γνώµη. Σηκώθηκε καὶ μᾶς εἶπε νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ θέση της στὸ καλὸ δωμάτιο (ἔτσι λέγαμε τὸ δωµάτιο ὑποδοχῆς) ὅπως συνέβαινε μὲ ὅλους τοὺς πεθαµένους τοῦ σπιτιοῦ.
Καθὼς τήν µεταφέραμµε ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, εἶπε δυὸ φορὲς ἄχι! σπίτι µου, σπίτι µου,
Ἐκεῖ λοιπὸν στὸ καλὸ δωμάτιο ξάπλωσε στὴν εἰδικὴ θέση. Ἀπέναντι στὸν τοῖχο ὑπῆρχε ἕνας µεγάλος καθρέφτης. Παρατήρησε πὼς τὰ ροῦχα της δὲν ἦταν καλὰ τακτοποιηµένα καὶ παραπονέθηκε στὴ μητέρα µου. Ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα λεπτὰ τὸ μυαλό της λειτουργοῦσε τόσο καλὰ ποὺ ζήτησε νὰ τῆς κόψουµε μὲ ἕνα λεπτὸ Ψαλίδι τὸ κλειστὸ (ροῦχο ποὺ φοροῦσε) στὴ μεριὰ τῆς πλάτης ποὺ δὲν φαινόταν ἔτσι ὥστε νὰ ἔρθει σὲ εὐθεῖα γραμμὴ μπροστὰ στὸ στῆθος. Μέσα στὴν ταραχή τῆς εἴχαμε βάλει πρόχειρα τὰ παπούτσια της. Ζήτησε νὰ τῆς τὰ φορέσουµε κανονικἀ καὶ νὰ τὰ κουμπώσουμε γιατί μετὰ παρατήρησε πὼς θὰ πρηζόταν τὰ πόδια της καὶ δὲ θὰ ἦταν εὔκολο νὰ μποῦν. Τῆς φορέσαμε τὸ σάβανο ὅπως ἐκείνη ἤθελε. Ζήτησε καὶ τὶς δυὸ µεγάλες λαμπάδες ποὺ εἶχε φυλαγμένες μαζὶ μὲ τὰ κηροπήγια, μιὰ γιὰ τὸ κεφάλι καὶ μιὰ γιὰ τὰ πόδια. Τίς ἤθελε ἀναμμένες.
Ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι ὅλα ἦταν ἄψογα μὲ τὸ ντύσιµό της, μὲ δική της προτροπὴ καλύψαμε τὸν µεγάλο καθρέφτη μὲ ἕνα μαῦρο μαντήλι εἰς ἔνδειξιν πένθους ὅπως συνηθίζαµε στὸ χωριό.
Ἀπευθύνθηκε πρὸς ὅλους καὶ μᾶς εἶπε νὰ µείνουµε στὸ δωµάτιότης κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Μαζί της στὸ καλὸ δωμάτιο ἤθελε μόνο τὶς νύφες της, δίπλατης γονατιστὲς νὰ προσεύχονται.
Ἐγὼ δὲν ἀκολούθησα τοὺς ἄλλους στὸ εἰκονοστάσι γιατί ἤθελα τόσο πολὺ νἁ δῶ τὸ τέλος, Ἄφησα τὴν πόρτα τοῦ καλοῦ δωματίου µισάνοιχτη καὶ γονάτισα ἐκεῖ κοιτάζοντάς την.
Σταύρωσε τὰ χέρια της, ἔκλεισε τὰ µάτια της καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Πρώτη προσευχῆ τό «Πιστεύω εἰς ἕνα ...» Δὲν ξέρω πόσες ἄλλες ἀκολούθησαν γιατί ἡ φωνή της γινόταν ὅλο πιὸ βαριά, πιὸ βραχνἠ καὶ ὁ λόγος της δὲν ἦταν καθαρός, Ἔμεινε ἔτσι προσευχόµενη γύρω στὸ δεκάλεπτο. Στὸ τέλος φώναξε δυνατὰ δυὸ Φορές Ὑιέ µου, γιέ μου!’ Πῆρε μιά βαθιὰ εἰσπνοή, μιὰ τελευταία ἐκπνοὴ καὶ κοιµήθηκε.
Ἡ ὥρα ἦταν περίπου 10:30 τὸ πρωί.λ
Βέβαια δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ γιαγιὰ ἔφυγε ἔτσι.
Ηταν μιὰ γυναῖκα ἀγράμματη. Δὲν πῆγε ποτὲ στὸ σχολεῖο, δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει, νὰ μιλάει Ἑλληνικά, οὔτε κἂν νὰ βάζει τὴν ὑπογραφή της. Ηξερε ὅμως ὅλη τὴ θεία λειτουργία ἀπ᾿ ἔξω καὶ ἂς μὴ καταλάβαινε τί ἔλεγε. Εἶχε μιὰ ἔμφυτη γνώση καὶ σοφία καὶ ἦταν πρόθυµη νὰ βοηθήσει ὁποιονδήποτε καὶ νὰ συμβουλέψει τὸν καθένα.
Ἔζησα μὲ τὴ γιαγιὰ δεκαοχτώ χρόνια. Τὴ θυμᾶμαι χειμῶνα καλοκαίρι νὰ πηγαίνει δυὸ φορὲς τὴ µέρα στὴν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας μας τὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸν ὄρθρο καὶ τὸν ἑσπερινό. Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ Ἁγία Παρασκευἠ ἦταν τὸ σπίτι της. Τὴν ἔβρισκε κανεὶς ἐκεῖ ὧρες ἀτέλειωτες νὰ κάθεται µόνη μα μὲ τὰ εἰκονίσματα. Στὸ γυναικωνίτη εἶχε μιὰ συγκεκριµένη θέση ποὺ ἀκόμα φέρει τὸ ὄνομά της. Ὅλη ἡ κοινωνικότητά της ἐξαντλοῦνταν στὀ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἀγαπημένο τῆς θέµα συζήτησης ἦταν οἱ βίοι τῶν Ἁγίων. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ στενοχωριόταν ποὺ δὲν ἤξερε νὰ διαβάζει.
Τηροῦσε μὲ αὐστηρὴ εὐλάβεια ὅλες τὶς παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἡμέρες τῆς αὐστηρῆς νηστείας ἔτρωγε ξερὰ βρασµένα δαμάσκηνα μὲ ζουμὶ ἢ νερόβραστα χόρτα τυλιγμένα μὲ καλαμποκάλευρο. Τιμοῦσε ὅλους τοὺς Ἁγίους καί τὴν παραμονή τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τοῦ κάθε Ἁγίου κοιμόταν στὸ Ναό του. Κάθε Πέµπτη μὲ µεγάλη εὐλάβεια καὶ αὐστηρὴ σχολαστικότητα ζύμωνε τὰ πρόσφορα τῆς ἑβδομάδας.
Τὸ σπίτι ποὺ ἔζησε μὲ τὴν οἰκογένειά της δὲν τὸ ἔχτισε, τὸ ἀγόρασε ὅπως ἦταν. Ὅταν ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς πῆγε περιοδεία στὸ χωριό µας ἔτυχε νὰ μείνει σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι. Μόλις τῆς τὸ εἶπε ἡ ἰδιοκτήτρια, ἡ γιαγιὰ τὸ ἀγόρασε χωρὶς δεύτερη κουβέντα. Τὸ θεώρησε µεγάλη εὐλογία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ δωμάτιο ποὺ κοιμόταν ὁ Ἅγιος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε καὶ τὸ εἰκονοστάσι της μὲ τὸ καντήλι ποὺ σιγόκαιγε νύχτα -μέρα καὶ πρώτη τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. Κάτω ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι ἦταν τὸ ντουλάπι ὅπου ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε βάλει τὰ βιβλία του. Ἐκεῖ ἔβρισκες τὸ θυµιατό της τὸ λάδι γιὰ τὸ καντήλι, τὴ σφραγῖδα γιὰ τὰ πρόσφορα, τὸ σκεῦος μὲ τὸ ζυμάρι καὶ ἄλλα παρόμοια.
Ἀκόμη ἐκεῖ φύλαγε καὶ τὴ δικιά της ξύλινη γαβάθα, μὲ τὸ δικό της ξύλινο κουτάλι γιατί ἡ γιαγιὰ δὲ χρησιμοποιοῦσε τὰ δικά µας πιάτα γιὰ φαγητό.
Ἂν καὶ εἶχε καλἡ περιουσία ἦταν ἄνθρωπος λιτὸς καὶ ταπεινός. Ἡ περιουσία της δυὀ φορὲς χάθηκε γιὰ ἱστορικοὺς λόγους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, Καὶ τὶς δύο φορὲς ἡ οἰκογένεια ὀρθοπόδησε γιατί ὁ Θεός τους ἔδινε πλούσια τὰ ἐλέη. Παρὰ τὴν καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ τὴν κοινωνική της θέση, οὐδέποτε ἀπέκτησε τὴ λαμπερὴ καὶ κεντητὴ στολἡ ποὺ εἶχαν ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶχε χρυσαφικἁ καὶ δὲ στολιζόταν. Τὴ µοναδικὴ φορὰ ποὺ θυμᾶμαι νὰ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν ἐμφάνισή της ἦταν οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆςτης μπροστὰ στὸν καθρέφτη. Τὸ προσωπικὸ ποὺ εἶχε ἡ οἰκογένεια στὴ δούλεψή της τὸ πλήρωνε μὲ λίρες, ἡ γιαγιὰ ὅμως ὅταν ἔφυγε εἶχε πενταροδεκάρες.
Ηταν πάντα µετρηµένη στὰ λόγια της καὶ δὲν ἔκανε κριτικἠ γιὰ τοὺς ἄλλους. Μέσα στὸ σπίτι ἦταν ἄφταστη νοικοκυρά, ἀκούραστη καὶ ἀεικίνητη.
Ἀπέκτησε ὀχτῷ παιδιά. Τρεῖς γιοὺς καὶ πέντε κὀρες, τὶς ὁποῖες πάντρεψε μὲ φτωχὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, ποὺ τὰ εἶχαν στὴ δούλεψή τους. Τρία ἀπὸ τὰ παιδιά της πέθαναν ἐνῷ ἡ ἴδια ζοῦσε. Πονοῦσε καὶ μοιρολογοῦσε συχνά, ἀλλὰ παρὰ τὸ πένθος της, τὴν ἑπομένη τῆς κηδείας τους πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Ἔτσι ἦταν τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ ἔλεγε καὶ ἔτσι ἔζησε κι ἐκείνη σύµφωνα μὲ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ µητέρα µου θυμᾶται πὼς ἕνα ἀπόγευμα τοῦ 1941 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Ἐπέστρεψε στὸ σπίτι ἀναστατωμένη «θὰ ἔρθουν οἱ Γερμανοι» τοὺς εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει τὶς κατάλληλες προμήθειες. Φυσικὰ δὲν ὑπῆρχαν τὰ σημερινὰ µέσα ἐνημέρωσης. Ἡ µητέρα µου κατάλαβε πὼς κάποιο μήνυμα πῆρε στὸ Μοναστήρι. Ἡ γιαγιὰ ὅμως δὲν μιλοῦσε ποτὲ γι αὐτά,
Ὁ παπποῦς ἔφυγε πρὶν ἀπὸ τὴ γιαγιά τὸ 1956. Ηταν 80 ἐτῶν, ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς. Πῆρε τὴ λαμπάδα του καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὴν Ἀνάσταση στὸν Ἅη Γιῶργη. «Πὼς θὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ γέρος ἄνθρωπος» τοῦ εἶπε ἡ γιαγιά. «Ἄσε μὲ νὰ πάω γιατί εἶναι ἡ τελευταία µου φορά» ἀπάντησε ὁ παπποῦς.
Καὶ ἦταν ἡ τελευταία του φορά, γιατί ἔμεινε στὸ στασίδι του Ἅη-Γιώργη τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε τό «Χριστὸς Ἀνέστη».
Δέν νομίζω ὅτι πρέπει νά προσθέσουμε κάτι, ὕστερα ἀπό αὐτή τήν ὑπέροχη περιγραφή τοῦ ὁσιακοῦ τέλους τῆς μακαριστῆς Μαρίας Μπίσα. Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ὑπομνήσουμε εἶναι ὅτι «τά µωρά τοῦ κόσμου ἐξελεξάτο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνή, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά» (Α΄ Κορ. 1, 27). Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή της.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου