Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 13 Μαΐου 2013
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ . ΕΤΟΣ 1958 ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ. «ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΙΒΗΡΩΝ»
ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ.
Το Μοναστήρι των Ιβήρων είναι τρία
τέταρτα της ώρας από τις Καρυές. Κατήφορος μέσα από το δάσος, πού απλώνεται σε ένα
ατέλειωτο πράσινο παρασόλι, σχεδόν ως την είσοδο του Μοναστηρίου. Οι πανύψηλες
άσπρες κολώνες του κρατούν αγέρωχα ένα μακρύ μπαλκόνι, χάσκοντας στο μάκρος του
τοίχου, πού αρχίζει λίγο πιο πάνω από το γιαλό, και τελειώνει εκεί πού
φουντώνουν οι πράσινοι λόφοι, με τελευταία γραμμή τους τον χιονισμένο τόνο του Άθωνα.
Ό Πορτάρης, ένας μελαψός και αδύνατος
καλόγηρος, όλο γέλιο, και με κοσμικό αέρα στις
κινήσεις του, με υποδέχεται
παίρνει το διαμονητήριό μου και με πάει στο Αρχονταρίκι. Ό Άρχοντάρης, εύσωμος
και χλωμός, με βολεύει στο δωμάτιο μου, μου φέρνει καφέ, γλυκό και ρακί. Στην
αυλή, πού αφήνει το τετράγωνο κάστρο με τις καβίες των Μοναχών, ένας πανάρχαιος
πύργος, γκρίζος με τα μεγάλα ρήγματα του, ορθώνεται σαν πληγωμένος από το
χρόνο.
Αντίκρυ στην εκκλησία, πού φουντώνει
κατακόκκινο με τούς καπλαντισμένους, από μολύβι τοίχους, είναι το καμπαναριό,
ψηλότερο από όλα.
Παντού ακινησία. Ό ίδιος ρυθμός της
θλιμμένης σιγής. Ή μόνη παρουσία ζωής είναι δυο γάτοι, πού κυνηγούν ό ένας τον
άλλο σε μια κληματαριά.
Οι πατέρες την ώρα αύτη κοιμούνται ή
κάνουν τις δουλειές του σπιτιού των, γιατί το Μοναστήρι αυτό είναι ιδιόρρυθμο
και ο καθένας ζει μόνος του, ή με τους υποτακτικούς του.
Τα χαγιάτια των κελιών και οι χτιστές
κάμαρες είναι αφάνταστα γραφικά, καθώς και οι Σταυροί πού φυτρώνουν ολόγυρα σε
κάθε γωνιά και σε κάθε στέγη. Όμως δεν ξέρω για ποιους λόγους την ώρα αύτη δεν με
υποβάλλουν διόλου, αν και έχουν όλο εκείνο τον τόνο, πού φέρνει τον καθένα στη κατάνυξη.
Το συμπλήρωμα της όλης γραφικότητας
είναι τα κύματα των ήχων, πού κατεβαίνουν από το ψηλό καμπαναριό, για να ξετυλιχτούν,
σε ωραιότατες μελωδίες, πού μονάχα στο Ίβηρίτικο Μοναστήρι τις απολαμβάνει
κανείς.
Το μεσημέρι με σερβίρουν στο Αρχονταρίκι,
μικρά ψαράκια τηγανισμένα και Σαλάτα. Ό Άρχοντάρης, γεμίζει το ποτήρι μου κρασί
κάθε φορά πού το αδειάζω, και μου διηγείται τη ζωή του. Ήταν στο Σουδάν. Πήγε στα
Ιεροσόλυμα. Και τώρα βρίσκεται στο Όρος. Ή αφήγηση του θυμίζει κακοβαλμένο
σενάριο αμερικανικής ταινίας. Γιατί λείπει ό βαθύς λόγος πού δίνει νόημα και
βάθος και στην πιο απλή περιπέτεια. Ώς τόσο παρακολουθώ την ιστορία του,
πίνοντας γουλιά γουλιά το κρασί μου, και προσπαθώντας να βυθομετρήσω τη ψυχή
του. Φαίνεται αγαθός. ή δέ χλομάδα τού προσώπου του τον κάμνει πιο συμπαθητικό.
Μετά τον απογευματινό καφέ πάω να
ζωγραφίσω. Οι πατέρες, πού βγαίνουν τώρα από τον εσπερινό, όλοι τους κομμένοι στα
ίδια χνάρια, με το ίδιο συρτό βάδισμα, πάνε για να περπατήσουν στην αμμουδιά.
Πολλοί ρίχνουν και μια ματιά σε μένα για να δουν τί κάνω.
Κάποιος στέκεται και μου
κουβεντιάζει. Είχε γνωρίσει και έναν άλλο ζωγράφο, και τούκανε τον γύρο του Όρους
με τη βάρκα του. Όλα αυτά μου τα αραδιάζει σαν να πρόκειται για κανένα κοσμοϊστορικό
γεγονός. Τον ρωτώ αν είναι βαρκάρης, και μου άπαντα πώς τώρα πια δεν είναι,
γιατί τη βάρκα του τη χάρισε στη σκήτη, για να μνημονεύεται το όνομα του, και
πώς ή βάρκα αυτή ήτανε ο μόνος πόρος της ζωής του. Είναι όμως πολύ
ευχαριστημένος, αν και ζει με χόρτα, με ψωμί και καφέ. Γιατί πραγματικά στα
ιδιόρρυθμα αυτά μοναστήρια υπάρχει ανισότητα.
Αν δεν έχει ό μοναχός αξίωμα ή καμιά
δουλίτσα στο χέρι, θα πεθάνει της πείνας. Το Μοναστήρι δίνει πολύ λίγα
πράγματα, άλλα ο συνομιλητής μου δεν μου λέει τίποτα από αυτά, γιατί πιστεύει
πώς τα Μοναστήρια είναι οι τόποι της σωτηρίας των ανθρώπων.
Έπειτα με πήγε στην κάμαρα του για να
ιδώ ένα εργόχειρο του. Ένα σκαλιστό πολεμικό βαπόρι. Κανόνια, ασύρματος,
πληρώματα. Φαίνεται πολύ ευχαριστημένος γι' αυτό. Και ζητάει τη γνώμη μου. Είναι
πραγματικά ένα όμορφο μπιμπελό, και περιμένει νάρθουν Εγγλέζοι για να το
πούληση. Προσπαθεί ως τόσο να με πείσει πώς το εργόχειρο αυτό είναι «οικονομία
θεού», αφού χάρισε τη βάρκα του στη σκήτη, γιατί ως τότε δεν το ήξερε πως έχει
μια τέτοια κλίση. Δεν θέλω να ταράξω την πίστη του, βλέπω πώς έχει ότι πρέπει να
απόχτηση κανένας για να είναι δυνατός. «Μια πίστη». Άλλοι πιστεύουν στο Θεό,
άλλοι στον εαυτό τους. Το ίδιο είναι να πιστεύεις σε κάτι. Αυτό είναι. Ό
άνθρωπος αγωνίζεται, παλεύει για να απόκτηση μια πίστη, και, όταν την έχει,
πολεμά και μάχεται να την κράτηση. Και είναι αλήθεια ή πιο όμορφη μάχη εκείνη
πού δίνεται για την πίστη. Είναι ίνα ιδεώδες, ένα ιδανικό. Οι άνθρωποι πού ζουν
χωρίς ιδανικό, και δίχως «ίση δεν ζουν. Συμφωνώ λοιπόν μαζί του, αν και δεν
νοιώθω τίποτα από μεταφυσική.
Το δωμάτιο του εξοχικό, μια
στρωματσάδα κάτω, ένα τραπέζι κι' ένα τζάκι. Το μπαλκόνι, πού δείχνει προς το δάσος,
είναι σπασμένο, άχρηστο.
Το βράδυ στο δείπνο, μου κράτησε
συντροφιά ό επίτροπος, περιποιητικότατος και ομιλητικός. Μαζί με τα άλλα μου
διηγείται και ένα θαύμα της Παναγίας, της «Πορταΐτισσας», όπως τη λένε. Στο
εικονοστάσι μιας γυναίκας στη Νίκαια ήταν ή Παναγία ή Πορταΐτισσα. Όνείρεψε
λοιπόν έναν καλόγηρο να την πάρει μέσα από τη θάλασσα περπατώντας απάνω στο
νερό.
Κατέβηκε μεγάλη λιτανεία. Ό καλόγηρος περπάτησε πάνω στη θάλασσα ως εκεί
πού ήτανε το εικόνισμα όρθιος στην επιφάνεια. Το πήρε στην αγκαλιά του με
θρήνους, και το πήγε χαζή με τη λιτανεία στο Μοναστήρι. Κάνανε παράκληση πλάι στην
πόρτα, και το εικόνισμα από τότε έγινε ό μόνος φύλακας του Μοναστηριού. Σαν να
πούμε επίτιμος Πορτάρης, γιατί και κλειδιά έχει ή πόρτα και με την δύσι του ηλίου
κλείνει, κι' αμπαρώνεται, όπως όλες οι πόρτες των άλλων Μοναστηριών. Κάποτε
όμως το εικόνισμα αυτό θα ξαναφύγει, συνεχίζει ό γέροντας επίτροπος, και στο
δρόμο τα δέντρα θα λυγίσουν ως τη γ ή στο πέρασμα της να το προσκυνήσουν. Και ή
κορυφή του Άθωνα, θα χαμηλώσει κι' αυτή. Το ύφος του έχει κάτι σαν αυτοπεποίθηση.
Είναι το ίδιο ύφος πού θα μεταχειριζόμαστε για κάτι πού το είδαμε κι' εμείς.
Και ύστερα το θέμα αλλάζει. Το
καινούριο ημερολόγιο, το ξύρισμα των ανδρών, και το κούρεμα της γυναίκας, είναι
τα τρομερά αμαρτήματα της Κοινωνίας, πού οι άγιοι πατέρες δεν θα συγχωρήσουν
ποτέ. Και πάντα ξεχωρίζουνε τον εαυτό τους με ένα ιδιωτισμό «εσείς στον Κόσμο»,
λένε, εκείνοι δηλαδή «οι έκτος Κόσμου». Ή φράση αύτη ή τόσο συνηθισμένη έδώ στο
Όρος από ορισμένα στόματα, δημιουργεί κάποια συγκίνηση και κάποια ρομαντική διάθεση,
τουλάχιστο γι' αυτόν πού ακούει. Κι' όταν ακόμα λένε «τί νέα από τον Κόσμο», σε
πολλών τα μάτια ξεχωρίζετε την ψυχική φθορά πού φέρνει πάντα ή ανία της ζωής.
Στην Ιβηρική σκήτη πού είναι μια ώρα
ψηλότερα από το Μοναστήρι υπάρχει και ζωγραφική. Επισκέπτομαι ένα σπουδαίο
αγιογραφικό εργαστήρι, ό γέροντας του όποιου δεν είναι σε τίποτα άλλο γέροντας
παρά μονάχα στον τίτλο, στα άσπρα μαλλιά και στα άσπρα γένια, πού πλαισιώνουν το
ζωηρότατο και χαρωπό πρόσωπο του. Είναι πολύ ευχάριστο και αποτελεί κάτι σαν εξαίρεση
έδώ πάνω, ένα γεροντικό πρόσωπο πού ακτινοβολεί νεανική δραστηριότητα και χαρά.
Μέσα στην υποβλητική κατά τα άλλα ατμόσφαιρα των Μοναστηριών ή νότα αύτη
δημιουργεί κάποια αισιοδοξία και μειώνει την εντύπωση ότι όλα έδώ ευρίσκονται ή
πρέπει να ευρίσκονται σε μια κατάσταση φθοράς.
Προσηνέστατος και περιποιητικός ό
γέροντας αγιογράφος διαρκώς τρέχει και μας περιποιείται, άλλα και διαρκώς
ζητάει συγγνώμη για τις ελλείψεις. Όμως προς Θεού, τί ελλείψεις; Έκτος από
κρέας ότι άλλο θέλει ή ψυχή μας. Ένα μαρμαρένιο μεγάλο τραπέζι, με γαργαλιστική
ποικιλία φαγητών, με τη φροντίδα του Διάκου και του νεαρού δοκίμου, πού
συμπληρώνουνε τη συνοδεία του σπιτιού.
Πριν καθίσουμε, ό Διάκος κάνει
προσευχή κι' ό γέροντας ευλογεί την πόσιν και την βρώσιν. Σ' όλο αυτό το διάστημα
είμαι λίγο ανήσυχος και προσέχω πώς να κάνω το σταυρό μου κανονικότερα, σαν
μαθητής σχολείου, πού δεν είναι και τόσο βέβαιος, αν ξέρη καλά το μάθημα του.
Το βράδυ στο Μοναστήρι κάνω και μια
άλλη επίσκεψι στο διαμέρισμα ενός Μοναχού ζωγράφου. Σηκώνεται και κουμπώνει
βιαστικά το ζωστικό του για να με υποδεχθεί. Πολύ νέος, ευγενής και
συμπαθητικός. Μια μικρή σάλα καλοβαλμένη. Όλα δείχνουν ένα καλαισθητικό γούστο.
Μαξιλάρια στον καναπέ καλοβαλμένα. Τραπεζάκι με διάφορα μπιμπελό, λίγα κάδρα
στους τοίχους, και το κρεβάτι του βρίσκεται στο βάθος πίσω από κλαδωτές
κουρτίνες,, μισοτραβηγμένες, όσο για να φαίνεται ή εξαίσια δαντέλα τού
σεντονιού.
Σε μια γωνιά ένα μεγάλο βάζο με
άσπρους κρίνους, πού γιομίζουν το δωμάτιο με θαυμάσιο άρωμα. Έδώ έχεις την αίσθηση
του πολιτισμού. Στην τοποθέτηση όλων των πραγμάτων υπάρχει κάτι πολύ ευγενικό και
εκλεπτυσμένο. 'Υπάρχει ακόμα μια ζωή, ζωή πού δεν ξέκοψε ακόμα από τις
συνήθειες τού Κόσμου, και ή οποία θέλει να εκφράζεται ακόμα με μια προσεχτική επίπλωση,
με μπιμπελό, με άρωμα λουλουδιών και με λογικευμένη συζήτησι.
Σκέπτομαι. . . γιατί
άραγε ή παρουσία τούτη τού πολιτισμού να μη βρίσκεται παντού, αλλά να αντικρίζεις
μια σκληρότητα, πού δήθεν ευθυγραμμίζεται με την αποστολή των μοναχών; άλλο
λιτότητα και φτώχια, και άλλο ηθελημένη εγκατάλειψη εδώ δεν υπάρχει πλούτος, μα
χαίρεσαι την τάξη και το νοικοκυριό. Το κέρασμα ήταν κουραμπιέδες και μάλιστα
ζεστοί ακόμα. Μου λέει πως χρειάζεται εξήντα οκάδες ζάχαρη το χρόνο. «Είναι
βλέπετε Χιώτης και ξέρει από γλυκά» συμπληρώνει ύ σύντροφος του πού συγκατοικούν.
Καλόγηρος νέος κι' αυτός με αραιό υπόξανθο γένι.
Την όμορφη αυτή ατμόσφαιρα,
διαταράσσει άλλος καλόγηρος πού έρχεται έξαλλος κι' αρχίζει φέρνοντας νέα, πώς
έφθασαν τριάντα μαθητές του Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, και γυμνώθηκαν στην παραλία
για να πλυθούν. . .
Ακούς εκεί, έδώ είναι μοναστήρια και δεν
επιτρέπονται άσεμνοι επιδείξεις.
Ευτυχώς δεν κράτησε και πολύ ή οργή του
νεοφερμένου Καλογήρου. Καλμάρισε γρήγορα και στρώθηκε κι' αυτός στο κουβεντολόι
μέχρι πολύ αργά, όποτε αποχώρησα με εκδηλώσεις ευχαριστίας για τη θερμή
φιλοξενία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΑΚΗ, ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ
ΌΡΟΣ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1959
Κυριακή 12 Μαΐου 2013
ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
Σκοπός μου δεν είναι να σας αναστατώσω, αδελφοί,
όλα τα σημεία δείχνουν εκείνο που λέει η Γραφή.
Φτάσαμε πλέον και ζούμε την «Νέα Εποχή»,
όπου κουμάντο κάνουν οι γόητες κι οι πονηροί.
Το είπε ο Κύριος ότι θα έρθουν δύσκολοι καιροί,
το είπε ο Απόστολος Παύλος κι η πρόβλεψή του αληθινή.
οι άνθρωποι μια μέρα θα καταντήσουνε τρελλοί,
ελάχιστοι θα είναι οι φωτισμένοι, οι γνωστικοί.
Δεν το βλέπουμε μήπως ότι η σύγχυση είναι γενική;
Παντού σάπισε ο κόσμος, η κατάσταση είναι τραγική.
Το κακό επιδιώκουν όλοι, οι μεγάλοι κι οι μικροί,
Κατάντησε η κοινωνία ζούγκλα, κόλαση αληθινή.
Τα ήμερα πρόβατα έχουν γίνει λύκοι αρπακτικοί,
Άνθρωπος άνθρωπο τρώει, κατάντησε η αγάπη λιγοστή.
Τα ένστικτα και τα συμφέροντα είναι επιδίωξη μοναδική,
η διαφθορά, το μίσος, η εγκληματικότητα κυριαρχεί.
Μιλούνε για ειρήνη και για πρόοδο της γης οι ισχυροί,
κι όμως το ηφαίστειο του πολέμου βράζει εδώ κι εκεί.
Η βία κι η τρομοκρατία αυξάνει, πάει να γενικευθεί,
Με αγωνία ζούνε όλοι οι λαοί, πλούσιοι και φτωχοί.
Είναι άραγε κοντά το τέλος, έρχεται του Θεού η οργή;
Μα Εκείνος είπε, θέλω να μετανοήσει ο κόσμος, να σωθεί.
Γι’ αυτό με θεομηνίες και σημεία τώρα μας προειδοποιεί,
άνθρωποι, λέει, ελάτε στα καλά σας, έστω και την εσχάτη στιγμή.
Τον κίνδυνο τον έχουν συνειδητοποιήσει οι πολλοί,
αισθάνονται και βλέπουν ότι έρχεται η καταστροφή.
Όμως δεν συνέρχονται, μεριμνούμε μόνον για τη ζωή αυτή,
Τα άφθαρτα, τα αιώνια δεν τους νοιάζουν, η πολύτιμη ψυχή.
Και εμείς τί κάνομε οι λεγόμενοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί;
Οφείλομε με το καλό παράδειγμά μας να γίνουμε η κραυγή.
Άνθρωποι μετανοείστε, γυρίστε πίσω, βάλτε μία
καλή αρχή,
«εργασία απαιτείται πολλή για να έρθει μιά καινούργια ζωή».
Αμήν.
+ Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Καραχρήστος
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ . ΕΤΟΣ 1958 «ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ» ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ.
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ . ΕΤΟΣ 1958 «ΠΡΟΣ
ΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ» ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ.
ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ
Είμαι χωμένος στα μελαγχολικά δάση της καστανιάς και του
έλατου. Αξύριστος και ακούρευτος σαν αγρίμι. Το μουλάρι σκιάζεται, κι' ο
αγωγιάτης μου με προσοχή το τραβάει μπροστά από το χαλινάρι του. Είναι
Αρβανίτης, και τα ελληνικά του με διασκεδάζουν. Οι Αρβανίτες εδώ έχουν κάνει
παροικία. Για όλες τις καλογερικές εργασίες προτιμούνται οι Αρβανίτες.
Με αραδιάζει ένα σωρό ιστορίες. Κάποιος ξένος
πεζοπόρος με γυμνά πόδια φορτωμένος ένα γυλιό, σταματά τον αγωγιάτη μου και με
νοήματα του ζητάει σπίρτα. Τον έδωσε. Ό ξένος ανάβει ένα ξηρό χόρτο πού
κρατούσε και μυρίστηκε τη κάπνα του. Αυτό ήταν όλο.
Ό αγωγιάτης μου μετά μού εκμυστηρεύτηκε πώς τον
φοβήθηκε, γιατί τον πέρασε για τρελό.
— Έδώ στο Όρος. μού λέει, ξέρεις πόσοι τρελοί γυρίζουν
στα ούρμάνια;
Βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά της χερσονήσου. Βλέπω τη
Θάσο, τα βουνά της Καβάλας και την Ίμβρο. Ή θάλασσα περιορίζει το γαλανό πλάτος
της με μια κορδέλα από αμμουδιά.
Οι στέγες του πολύχρωμου όγκου του Βατοπεδίου
παιχνιδίζουν με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, που σιγά σιγά σβήνει πίσω από
ένα μενεξεδένιο βουνό. Ή παλιά Άθωνιάδα Σχολή πάνω στο λόφο, ανασηκώνει το
σάπιο σκελετό της κι' επιδεικνύει φιλάρεσκα τις καμπάνες της, δίνοντας στο
τοπίο θεωρία μελοδραματικής σκηνογραφίας, καθώς οι καμπάνες ακούονται από το
Μοναστήρι και τα πουλιά ερωτοτροπούν με τα γλυκά τους πρελούντια στα σκιόφωτα
των κλαδιών.
Το σούρουπο είναι πολύ απαλό, σαν όλα τα άλλα. Ό ήλιος
θα βουτήξει σε λίγο στη θάλασσα, με μεγάλη ηδυπάθεια. Ή γαλήνη έρχεται με την
ίδια στοχαστική διάθεση, όπως σε κάθε ελληνικό βουνό, και διεγείρει κάποιο
λυρισμό. Το σκηνικό είναι πραγματική μαγεία και τα χρώματα με θέλγουν. Ή ζωή
αρχίζει να μαζεύεται στο καβούκι της.
Σκέπτομαι τη νύχτα που δεν θάχη την απαλότητα του
θαυμάσιου δειλινού.
Πεζεύω σε μια πλατεία με δενδροστοιχίες και με κιόσκια
πού έχουν πολύχρωμες γοτθικές στέγες. Διάφορες παρέες μοναχών εδώ κι' εκεί. Άλλοι
καπνίζουν και άλλοι με τα κομπολόγια συζητούν μεγαλόφωνα. Στην πόρτα είναι ένα
μεγάλο παντοπωλείο, πού έχει από καρπούζια μέχρι οδοντογλυφίδες, ότι ζητήστε. Τα
ηλεκτρικά πλημμυρίζουν την αυλή, και τα διαμερίσματα των μοναχών με τις
ανοιγμένες μπαλκονόπορτες και τούς μεγάλους γλόμπους έχουν την αλέγρα πνοή μιας
πυκνοκατοικημένης λουτρόπολης.
Αρχίζω να αλλάζω γνώμη για το βράδυ. Τα πράγματα
φαίνονται διαφορετικά.
Ανεβαίνω τη πετρόσκαλα. Ό απέραντος διάδρομος, πού
βρίσκομαι, δείχνει ένα περιβάλλον και μια ζωή καθώς πρέπει. Ό άγιος άρχοντάρης
κομψότατος, με μαύρο περιποιημένο γένι και με πέδιλα της μόδας, καπνίζει
απελπιστικά. Το σαλόνι είναι αρκετά μεγάλο. Καθόμαστε άνετα τρεις ξεχωριστές
παρέες. Έδώ δεν γνωρίζονται εύκολα μεταξύ τους οι ξένοι, πάντα είναι πολλοί,
και ή τάξη της ζωής έχει κάποια ετικέτα. Στο τραπέζι, πού καθόμαστε καμιά
τριανταριά διακρίνω τον «τρελό» τού αγωγιάτη μου, πιο ατημέλητο και πιο
κουρελιασμένο από μένα. Είναι κάποιος Γερμανός Βοτανολόγος. Δυο Έλληνες
φοιτητές της Φιλολογίας με φιξαρισμένα μαλλιά και άψογο εξωτερικό, μιλούν για
Καβάφη. Δεν ξέρω τί πληροφορίες είχε ό Καβάφης για το Όρος, μα είμαι σίγουρος
πώς το Όρος τον αγνοεί τελείως. Γιατί, αν τον γνώριζε ασφαλώς θα απαγόρευαν τη
συζήτηση των φοιτητών.
Ή κάτω σιαγόνα του ξερακιανού Εγγλέζου καταντά φοβερά
κωμική καθώς μασάει. Τρεις ρασοφόροι, δόκιμοι, είναι για την περιποίηση.
Σερβίρουν με πιατέλες από αριστερά και αλλάζουν το σερβίτσιο από δεξιά. Ό ένας
από τούς τρεις φοράει γυαλιά, κι' ένα κόκκινο στυλό, στο τσεπάκι του ζωστικού.
Μαγκοφέρνει λίγο. Ό άλλος είναι χλωμόλευκος, με κατάμαυρα εξαίσια μάτια, πού
έχουν ένα νευρικό τίκ. Είναι πολύ ευγενικός. Ή σιωπή πού κρατάει γύρω από τη
ζωή του δείχνει κάποιο μυστήριο πού τον κάμνει συμπαθέστερο.
Είναι πολύ περίεργο πράγμα εδώ πού συμβαίνει στον κάθε
ξένο πού έρχεται από τον κόσμο, γιατί πλησιάζοντας οποιονδήποτε μοναχό
σκέπτεται! Πιο άραγε να ήταν το παρελθόν του!! λες και το ράσο ότι μπαίνει
μπροστά και σου απαγορεύει να το μάθεις, με τέτοιο τρόπο, πού σου κεντά
περισσότερο την περιέργεια.
Ή καθαριότητα στα δωμάτια σχετική και ή απροθυμία
απόλυτη. Το ύφος όλου του προσωπικού στ' αρχονταρίκι είναι ύφος υπαλλήλου
ξενοδοχείου Β' τάξεως που οι πελάτες του δεν είναι και τόσο γενναιόδωροι.
Ξεχωρίζω τον χλωμό Καλόγηρο. Δεν του πάει καθόλου να περιποιέται.
Είναι ένας από τους τόσους νέους, που συναντά κανείς εδώ, μέσα στα ράσα, κι'
αισθάνεσαι τέτοιον πόνο σαν να τους βλέπεις μέσα σε φέρετρα. Πολλοί από αυτούς,
που μίλησα μαζί τους, με κάνανε να ελπίζω σε κάποια νεκρανάσταση. Είναι πολύ
νέοι, σχεδόν παιδιά που δεν έχουν μάθει τίποτα από τη ζωή, ή που έμαθαν εκείνα
ακριβώς που συνθέτουν τη ζωή με την απογοήτευση, με το κοινωνικό μίσος, τον πεσιμισμό,
στοιχεία πού ανοίγουν το δρόμο προς τον ασκητισμό. Γι` αυτούς όμως είναι καιρός
ακόμα να σκεφθούν, δεν λέω να απαρνηθούν αυτό πού πιστεύουν και υπηρετούν είναι
μια αποστολή και μια πίστις εννοώ να μην εγκαταλειφθούν όπως τόσοι άλλοι, και ή
τιμωρία εδώ πέρα σημαίνει τιμωρία της σάρκας, σωτηρία της ψυχής, και αφιέρωση
στο Θεό. Είναι στην ουσία άρνηση κάθε ανθρώπου, και της καθαριότητος ακόμα —
πού είναι πολιτισμός — έχουν λοιπόν τα συμπαθητικά αυτά παιδιά τον καιρό να
αποβάλουν τις αρρωστημένες αντιλήψεις περί ασκητισμού. Να αφιερωθούν στο Θεό, να
μη χάσουν όμως την επαφή με τον κόσμο, και προ παντός να διατηρήσουν την ψυχική
τους ευεξία και την πνευματική τους καθαριότητα.
Μοναχική ζωή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και ηθική
απομόνωση. Από τα παιδιά αυτά μπορεί να δημιουργηθεί για το Όρος μια καινούργια
ζωή: πιο υγιής, πιο πολιτισμένη, πιο πνευματική. Και εκείνοι ακόμα πού τώρα
δίνουν την εντύπωση σαν καράβια ριγμένα σε μια ερημική στεριά, και κείνοι ακόμα
μπορούν να δουν το Όρος πιο φωτεινό, πιο θείο. Καράβια ριγμένα από μια τρικυμία
— και έχει τόσες τρικυμίες ή ζωή, και τόσους γαλήνιους γιαλούς και ωραίους για μια
καινούργια δημιουργική ζωή.
Ή δεύτερη ημέρα στο Βατοπέδι μου είναι πολύ πιο
ευχάριστη. Γνωρίζομαι με τους προϊσταμένους, και τον Προηγούμενο, ό οποίος, σαν
μανιώδης ψαράς έχει δύο δωμάτια γεμάτα από σύνεργα ψαρευτικά. Ή διασκέδασης του
είναι το ψάρεμα και οι κότες πού βόσκουν καμιά εξηνταριά κάτω από την απλωταριά.
Ή αυλή του μοναστηριού είναι απέραντη, ανηφορική προς τα
δεξιά. Ό κόκκινος όγκος της εκκλησιάς βρίσκεται στο βάθος, με τη θαυμάσια
θολωτή στοά στην είσοδο. Το καμπαναριό, ύψος 35 μέτρα, κτίστηκε στα 1427. Οι
τοιχογραφίες της Εκκλησίας είναι του 1312. Έχει ψηφιδωτά αρίστης τέχνης και σε πολύ
καλή κατάσταση. Ή Παναγία πάνω από τη πόρτα του Νάρθηκα είναι πραγματικό
αριστούργημα. Επίσης γνήσια μωσαϊκά.
Αξιοσημείωτα είναι δυο μικρά εικονίσματα, τα «Νινιά»
δώρο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας του Θεοφίλου του εικονομάχου, πού τα
προσκυνούσε κρυφά από τον άνδρα της.
Το ποτήρι (I α σ π ι ς) δώρο του Μανουήλ του Κομνηνού,
νικάει όλα τα δηλητήρια.
Από τα πιο σπουδαία είναι και ή αγία ζώνη, πού ακριβώς
σήμερα τη φέρανε από την περιοδεία της στις επαρχίες.
Οι καμπάνες χτυπούσαν και την προσκύνησαν με θυμιατά
και ψαλμωδίες.
Ό Μοναχός, πού συνοδεύει τα άγια λείψανα σ' αυτές τις
περιοδείες, παίρνει δικαιωματικά τα μισά από τις εισπράξεις. Φέτος όμως, όπως
μαθαίνω, δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος. «Κάθε χρόνο και χειρότερα, ό κόσμος
έχει ασεβήσει». Και όσα δώρα φέρουν, πεσκίρια, κεντήματα, μαξιλάρια του αργαλειού,
μεταξωτά, σεντόνια, τραπεζομάντηλα τα μοιράζουν όλοι μαζί οι πατέρες.
ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΣΚΕΨΙ, ΛΙΓΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΟΣ
ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Παίρνω μια πρόσκληση για καφέ, είναι το διαμέρισμα κάποιου
Γέροντα επιπλωμένο με λεπτό γούστο. Μια τζαμαρία με κίτρινες κουρτίνες κοιτάζει
στο δάσος. Ό οικοδεσπότης δέχεται με πράσινο ζωστικό, τα μάτια του αστράφτουν από
εξυπνάδα, και είναι πλαισιωμένα με μαύρους κόγχους, πού τα κάνουν μελαγχολικά.
Φθάνω πάνω σε μια συζήτησι για τον Τολστόι. Όλοι οι συγγραφείς με τη σειρά τους
βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Γέροντα, πού τον χαρακτηρίζει ακόμα και ό
μποεμισμός των διανοουμένου.
Σερβίρει τριών ειδών γλυκά. Ότι θέλει ό καθένας και χωρίς
ετικέτα, άπλα και ειλικρινά. Μού δάνεισε το «Πορτραίτο του (Ντόριαν Γκρέϊ)» και
την «Πείνα» του Χάμσουν. Σιχαίνεται τον Ντεκομιτρα, όσο λατρεύει τον Μέτερλιγκ.
Ή ζωή του είναι μελέτη και σκέψη. Είναι άνθρωπος και θέλει το μερτικό του στη
ζωή. Όλα τα αγαπάει, και όλα τα θέλει. Δεν σας ζαλίζει με τη μεταφυσική- είναι
ρεαλιστής.
Ακούονται χτύποι στη πόρτα και ελαφρός θόρυβος. Μπαίνουν
μερικοί νεαροί Μοναχοί με τακτ κοσμικού. Αυτοσυστήνονται και αρχίζουν τη
συζήτησι. Ένας πάπας όχι περισσότερο από 27 χρονών, δασύς, με μεγάλα κάστανα
μάτια, γιομάτα σφρίγος. Και ο άλλος παπάς αρκετά ευτραφής, με περίεργη
ορμητικότητα στις κινήσεις του και δεινός καλαμπουριστής. Ό Νεαρότερος από αυτούς
είναι Διάκος. Μπάσος και λιγόλογος. Τα μάτια του σταλάζουν μελαγχολία και πόθο.
Κάτω από την ανασηκωμένη μύτη του αχνίζει μια σκιά μουστακιού, πού κάνει πιο
κόκκινα τα σαρκώδη χείλη του. Το ράσο του το έχει ριγμένο στους ώμους με κάποιο
σκέρτσο, και από μια θηλιά του ζωστικού του κρέμεται μια χρυσή καδένα. Είναι
νοσταλγικός και ονειροπόλος. Μιλάει δέ για τον Κόσμο με κατάνυξη.
Κατηφορίζουμε όλοι μαζί στη παραλία. Ό καθρέφτης της
θάλασσας είναι στολισμένος με το είδωλο της στεριάς. Ή 'Άθωνιάδα σχεδιάζει στο
άπειρο μια νταντέλα με γλώσσες. Το χτιστό μουράγιο έχει πολλούς Μοναχούς. Ή
αριστοκρατία — να πούμε — εδώ είναι πολύ στη μόδα. Φορούνε κάλτσες με μπαγκέτα.
Επίσης πανταλόνια ριγέ, Το κρεπ σατέν έδώ είναι ένδυμα περιπάτου.
Το συμπλήρωμα της συντροφιάς είναι ένας Καλόγηρος πολύ
τού Κόσμου αλλά κάποιος αινιγματικός. Οι φράσεις του έχουν πολλά αποσιωπητικά.
Γενικώς έδώ μπορεί κανείς να μιλήσει δίχως το
«ευλογείτε; και χωρίς να υπάρχει φόβος να διαταραχτεί ή ησυχία, γιατί όλοι είναι
ανήσυχοι, και όλοι έχουν το μεταπολεμικό πνεύμα, πού ή μόδα είναι όλου τού
κόσμου. Ακόμα και τη Μαρί Σουαζί τη συγχωρούν. Αν μπόρεσε και ήρθε, μπράβο της,
λένε μερικοί. Έδώ τη ζωή την παίρνουν από την ωραία της όψη, τη ζωντανή και την
παλμώδη. Είναι νέοι και καθόλου υποκριτές. Έχουν ανθρώπινες αδυναμίες και
μιλούν ελεύθερα γι' αυτές. Βρίσκονται στο Όρος, είναι δοσμένοι στο Θεό, όμως δεν
θέλουν να ξεκόψουν τελικώς από τη ζωή, ακόμα και τα ονόματα των επιμένουν να θυμίζουν
την κοσμική τους προέλευση. Γιατί ακούω να φωνάζει ό ένας τον άλλο με το μικρό
του όνομα. Και είναι εύθυμοι. Τρέχουν στην παραλία, γελούν και τρέχουν
χαρούμενοι, κυνηγάει ό ένας τον άλλο, και ή ζωή κυλάει με εύθυμο και ζωντανό
ρυθμό.
Οι ατέλειωτες σειρές των παραθυριών τού Μοναστηριού γεμίζουν
ηλεκτρικό φώς. Πανοραματική στ' αλήθεια θέα. Έτσι παίρνουμε σιγά σιγά τον
ανήφορο. Ό Διάκος είναι κοντά μου. Σε μια στιγμή τού λέω πώς οι άλλοι
Αγιορείτες έχουν αποκηρύξει τούς Βατοπεδινούς, γιατί έχουν πάρει το καινούργιο
ημερολόγιο και την ευρωπαϊκή ώρα. «Το Όρος έχει Δεκαεννέα μοναστήρια και όχι
είκοσι», λένε. Ό Διάκος αναστενάζει. Τον κοιτώ. Εκείνος χαμογελάει ρίχνοντας
φιλάρεσκα το ράσο του στις πλάτες. Έτσι φθάσαμε στο Μοναστήρι,
Το πρωί άλλαξε απότομα ή ατμόσφαιρα. Ένα κύμα από
ναύτες Εγγλέζους και αξιωματικούς πλημμυρίζει τα πάντα. Γελούν όλοι και κοιτάζουν
γύρω επιπόλαια, μερικοί με ζωγραφίζουν όπως είμαι σε ένα πεζούλι και ζωγραφίζω.
Θα με πέρασαν και μένα για αντίκα.
Θα ήθελα να μείνω ακόμα στο Βατοπέδι, όμως σκέπτομαι
πώς ή προθεσμία της διαμονής μου τελειώνει, Με τον Άρχονταρη μιλούμε για ένα
σωρό πράγματα. Στο τέλος ή κουβέντα μας περιστρέφεται γύρω από τούς θησαυρούς
του Αγίου Όρους. Ξαφνικά πέφτουν τα μάτια μου στα παράθυρα του Μοναστηριού,
πάνω στα όποια είναι πεσμένοι οι Πατέρες, και με μεγάλη περιέργεια κυττάνε τούς
Εγγλέζους ναύτες, πού έχουν κατακλύσει το Μοναστήρι.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΑΚΗ, ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1959
Σάββατο 11 Μαΐου 2013
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ . ΕΤΟΣ 1958 «ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ» ΝΙΚΟΣ ΦΩΤΑΚΗΣ.
ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ
ΣΤΟ ΌΡΟΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΌΡΟΣ .
ΕΤΟΣ 1958
«ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ»
ΝΙΚΟΣ
ΦΩΤΑΚΗΣ.
Ξανάρχομαι,
στη Δάφνη για να πάρω το δρόμο για τη Μονή Ξηροποτάμου. Σαν να παραξενεύουμε από
βλέπω εδώ στη Δάφνη κίνηση. Γίνομαι κοινωνικότερος. Κερνώ τον παλιό μου
αγωγιάτη, πού κάθεται στο καφενείο, συζητώ με τον Ενωμοτάρχη διατεθειμένος να μη
τελειώσω ποτέ. Δοκιμάζω ένα αίσθημα λυτρωμού. Βλέπω ανθρώπους, πού κινούνται
πάνω κάτω. Φωνάζουν. Ασχολούνται σε κάτι. Αισθάνομαι τον εαυτό μου κοντά στη
ζωή.
Πριν
βασιλέψει ο ήλιος, παίρνω το δρόμο για το Ξηροποτάμου. Ό Ενωμοτάρχης, πού με
συνοδεύει ως πιο πάνω, γελάει λέγοντας με πώς είναι αναστατωμένοι οι Μονάχοι με
κάτι Ναρκίσσου ς, πού φύτρωσαν στη παραλία. Που είναι οι Νάρκισσοι αυτοί;
Νάτους. Τρεις Γερμανοί γυμνοκράτες ντυμένοι με το ρόδινο χρώμα της επιδερμίδας
των. Ό ένας σκύφτει και φυσάει τα ξύλα πού μαγειρεύουν και οι άλλοι κάνουν
ασκήσεις στην αμμουδιά. Είναι φοιτητές, πού περιμένουν κάποιους άλλους για να
γυρίσουν όλοι μαζί το Όρος.
Τη
στιγμή πού φθάνω στο μεγάλο αυλόγυρο του Μοναστηρίου χτυπάει με το κόπανο τη
καπλαντισμένη από σίδερο πόρτα. Αυτό σήμαινε πώς έκλεινε. Στο αρχονταρίκι με
υποδέχεται κάποιος δόκιμος με κοντό γένι και με γυαλιά.
Οι
τρόποι του είναι τελείως κοσμικοί. Δείπνησα κάτι πρόχειρο. «Το βρισκόμενο» μου
είπε ο άγιος άρχοντάρης, ένας ψηλόσωμος και χονδρός ρασοφόρος. Ό Δόκιμος με
συντροφεύει αρκετά. Ζούσε στην Αθήνα, μα πώς και γιατί βρίσκεται στο Όρος ούτε μου
είπε, ούτε και τόλμησα να τον ρωτήσω.
Πολύ
πρόθυμα και φιλικά φροντίζει για όλα. Με διευκολύνει στο τηλέφωνο, πού κάτι
θέλω να ρωτήσω στις Καρυές. Λέει στον Προηγούμενο πώς θέλω να επισκεφθώ τη
Βιβλιοθήκη και στον Εκκλησιαστή πώς θέλω να ζωγραφίσω την Εκκλησία.
Ό
Προηγούμενος είναι μια αναμφισβήτητη άξιος και ως αγιορείτης και ως άνθρωπος.
Μάλλον κοντός και εύσωμος, με γαλανά μικρά και ανήσυχα μάτια και με πολύ μικρά
χέρια. υπερασπίζεται όλες τις μεγάλες υποθέσεις του Όρους, έχει συγγράψει μια
εξαίσια ιστορία της Μονής, με όλα τα ντοκουμέντα και τις ακρίβειες. Μιλούμε
ακούραστα για πολλά πράγματα.
Φαίνεται πώς στο βάθος είναι ένας φανατικός
καλόγηρος, όλο δράσι και ορμητικότητα. Έχει δικαιωματικά όλους τούς θησαυρούς στα
χέρια του, υλικούς και πνευματικούς. Στη βιβλιοθήκη βρίσκεται μια εικόνα
ιταλικής τέχνης, ο άγιος Ιωάννης, πού αποδίδεται στον Μιχαήλ Άγγελο. Πάνε πολλά
χρόνια πού την έφερε ένας πλούσιος Ξηροποταμιανος από τη Βιέννη. Χωρίς αντίρρηση,
είναι πράγματι ένα πρώτης τάξεως έργο, της Σχολής Μιχαήλ Αγγέλου. Ό Μιλέ
υποθέτει πώς είναι γνήσιος. Όμως απλώς το υποθέτει. Ή τάξη της βιβλιοθήκης
είναι υποδειγματική, και μαθηματική. Το Ξηροποτάμι έχει τα πιο μεγάλα Κομμάτια από
το Τίμιο ξύλο. Το μεγαλύτερο δεν βγαίνει ποτέ από το Μοναστήρι.
Είναι όλα
κλεισμένα σε πολύτιμες πλάκες χρυσού με παραμυθένια σμαράγδια, και διαμάντια.
Το Τίμιο είναι δώρο του αυτοκράτορας Ρωμανού μαζί με τα ανεκτίμητα καλύμματα. Ένα
Τετραβάγγελο του Θ αιώνος χειρογραμμένο πάνω σε λεπτότατη περγαμηνή συμπληρώνει
με τόσα άλλα το θησαυρό του ιερού. Ό κτήτορας του Μοναστηριού είναι Τούρκος. Ό
παπάς όμως τον μνημονεύει κρυφά, μέσα στο ιερό και όχι σαν τούς άλλους
εύεργέτας μεγαλόφωνα. Γιατί αυτό; Στην Εκκλησία του Χριστού όλοι είναι δεκτοί.
Στο σαλόνι του έχουν μια μικρή φωτογραφία εκεί σε μια γωνιά. Είναι πάνω στο
άλογο του με ένα μεγάλο άσπρο σαρίκι στο κεφάλι.
Το
Μοναστήρι αυτό είναι ιδιόρρυθμο. Οι πατέρες καλοζούν και είναι μεταξύ των
αγαπημένοι. Άλλα τα παρασκήνια δεν τα ξέρει κανείς.
Πολλοί
μιλούν με θυμό για κείνους πού γράφουν εναντίον του Όρους. Και έρχεται στη μέση
ή Μαρί Σουαζί πού κατάντησε ο κακός δαίμων όλου του Όρους. Οι Καλόγηροι την καταριούνται
με ένα στόμα. Τη λένε παλιογύναικα και δεν παραδέχονται πώς πάτησε το πόδι της στα
χώματα του Όρους.
— Μα
πώς, λέω. Το βιβλίο της για το Όρος έχει μπροστά τη φωτογραφία του Διαμονητήριου
με τη σφραγίδα της ιεράς
Κοινότητος.
Αναφέρει μάλιστα και πολλές συνταγές μαγειρικής, πού της έδωσαν οι Καλόγηροι.
Ένας
γέροντας Αρχιμανδρίτης, που μονάζει από χρόνια έδώ γελάει με ένα εξαίσιο
γέλοιο, χαϊδεύοντας τα γένια του. Είναι πάρα πολύ περιποιημένος και αξιοπρεπής.
Το πρόσωπο του έχει μια λάμψη της υγείας και της αυτοϊκανοποίησης. Πηγαίνει
μόνος στο κήπο, μαζεύει τα χορταρικά του και μαγειρεύει. Δεν έχει υποτακτικό
και διασκεδάζει τη ζωή του πάντα με μικροασχολίες.
Το
περίεργο ρολόι πού είναι πάνω στο καμπαναριό χτυπάει δώδεκα. Ώρα πού βασιλεύει
ό ήλιος. Ένας τεράστιος αράπης με φουστανέλλα και με κόκκινο σκούφο κρατεί ένα
ρόπαλο στο χέρι και χτυπάει τις ώρες πάνω σε μια καμπάνα. Μας ειδοποιούν για το
φαΐ. Φαίνεται πώς έδώ ζουν πολύ λιτά, και, σου λένε πάντα, τα βρισκόμενα τους.
Έξω
από την τραπεζαρία περνούν δύο νεαροί ρασοφόροι που συζητούν φωναχτά. Το μάτι
μου παίρνει τις σιλουέτες τους. Ό ένας αδύνατος, και ο άλλος πολύ παχύς, με
μαλλιά φουντωμένα. Μου είπαν πώς είναι μαθητές της Άθωνιάδος. Αχ! αυτή ή
Άθωνιάς. Στέλνουμε εκεί τα Καλογεράκια μας ντροπαλά σαν κορίτσια και γυρίζουν
ντερβίσηδες. Κύριε ελέησον. τί Καλόγεροι θα γίνουν; Να έλειπε και ή Άθωνιάδα και
το καλό της. Κάθε μέρα με το κρέας τους και με τα γλυκά τους. Πού να νηστέψουν
στο Μοναστήρι!
— Μα
είναι παιδιά, λέω στον παραπονούμενο γέροντα, πρέπει να καλοτρώνε για να
δυναμώσουν. . .
-—
Μα μείς, βλογημένε, είμαστε Καλόγηροι, και ό Καλόγηρος πρέπει να πολεμήσει τη
σάρκα. Ωστόσο είχε μαλακώσει ό γέροντας.
Τα
νιάτα, ούτε ή νηστεία τα καταβάλλει, ούτε ή μοναξιά οπωσδήποτε κείνα θα
μπορέσουν να βρουν μια διέξοδο. Θα ζητήσουν ικανοποίηση και στις μικρότερες
ευκαιρίες ακόμα που τους χαρίζουν οι συνθήκες της ζωής τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΑΚΗ, ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΌΡΟΣ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
1959
Παρασκευή 10 Μαΐου 2013
ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ «ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΩΣ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΩΗ;»
Σήμερα είχα συνάντηση με το Γέροντα Φιλόθεο κι ήταν για μένα ή μεγάλη χαρά. Πώς κινείται κανείς μέσα στη ζωή; Υπάρχει —μου 'πε— ή διάθεση των ανθρώπων για τούς ανθρώπους και ή διάθεση του Θεού για τούς ανθρώπους. Όποιος βαπτίζεται στο νερό των δακρύων του για να καθάρει την ψυχή, έχει διάθεση Θεού κατά Χάρι και ή αγάπη του για τούς ανθρώπους είναι ή ανύψωση του. Ή διάθεση των ανθρώπων για τούς ανθρώπους δεν είναι ποτέ αληθινή κι ούτε υπηρετεί το συμφέρον κανενός παρά του μισόκαλου.
Ή διάθεση αυτή δεν εμπνέει κι ούτε χαροποιεί την ψυχή. Κινείται στο φαύλο κύκλο της υποκρισίας και στενεύει τη ζωή .Για να ζήσει ό άνθρωπος πρέπει ή ζωή του να μην είναι για τον άνθρωπο αλλά για το Θεό, όπως και ή ζωή του Χριστού θυσιάστηκε για τη ζωή του ανθρώπου- όπως δεν μπορείς να λες και να το νιώθεις πώς υπάρχεις χωρίς Θεό. Ή ζωή των άθεων κινείται στην ανυπαρξία, αν υπάρχουν φυσικά, ενώ των πιστών πάνω στην ύπαρξη του Θεού. Ή ύπαρξη πάλι του Θεού στην ζωή μας είναι σαν τον άνεμο πού τον αισθάνεσαι χωρίς να τον βλέπεις κι απ' τα κινούμενα προσπαθείς να τον καταλάβεις. Ποιος μπορεί να αρνηθεί στο καύμα μέσα και στο λιοπύρι, την ομορφιά της αύρας. Ό πλούτος ενός ανθρώπου είναι ή αποκάλυψη του Θεού μέσα του. Γι' αυτό και οι εραστές Του δίνουν όλο τον κόσμο και θυσιάζουν τα πάντα γι' αυτή την κατάκτηση αν μπορούμε να την πούμε έτσι.
Αν
επηρεάζει την πορεία μου ή αδικία πού 'καναν, πρέπει να βρω την αιτία της
ασθένειας μου μέσα μου κι όχι στους άλλους, γιατί ό καθένας ότι έχει δίνει.
«Ξενοθώμεν του κόσμου τον νουν εις ούρανόν μεταθέντες». Να φθάσω κει πού
υπάρχει το Φως με το μίσος γι' αυτό πού ζω, είναι έξω απ' τα όνειρα μου. Να χτυπήσω τη μανία της αλλοτρίωσης πού
γέμει τον κόσμο, το θεωρώ ανέφικτο μες τη φθορά πού ζω. Να χτυπήσω την
υποκρισία στη φτώχεια μέσα, είναι άθλιότης, γιατί θα σιχαθώ τον εαυτό μου πού
πρώτο την καλημέρισε όταν τη συνάντησε στο κάθε βήμα. Να διαμαρτυρηθώ για την
άγνοια του καλού και τη με επιστημοσύνη καλλιέργεια του κακού, είναι σαν θέλω να
γίνω τρελός. Να σιωπήσω κλείνοντας το εαυτό μου στη σιγή, είναι σα να θέλω να
αγνοήσω τη ύπαρξη μου»
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.ΤΟ
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ. ΑΡΧΙΜ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΖΩΚΑΡΗ.
Η χάρη της ελεημοσύνης.
Η
χάρη της ελεημοσύνης
Το
ψωμί το δικό μου είναι υλικό ζήτημα. Το ψωμί του αδελφού μου όμως είναι
πνευματικό ζήτημα.
(Αλέξανδρος
Τσιριντάνης)
Κάποτε
που βάδιζα με τον άγιο στην πλατεία της πόλεως, βλέπω δεξιά μου έναν άνθρωπο
κάτι να ψιθυρίζει. Τον ακολουθούσαν πολλοί φτωχοί ζητώντας του βοήθεια. Κι
εκείνος κάνοντας τάχα ότι τους διώχνει, τους έβαζε στο χέρι την ελεημοσύνη του.
Έτσι κρυβόταν από τους ανθρώπους. Μόλις το πρόσεξα, σκούντησα τον όσιο και του
είπα για την αρετή του ανθρώπου αυτού. Κι εκείνος μού λέει:
-
Στα μάτια του Θεού είναι μέγας. Τον ξέρω, γιατί αρκετές φορές βρεθήκαμε μαζί.
Ύστερα
από μερικές ημέρες τον ρώτησα σχετικά με αυτή την αρετή και μου διηγήθηκε ένα
παράδοξο θαύμα.
-
Ήμουνα τότε, μού είπε, μικρό παιδί, δώδεκα χρονών περίπου, και είχα πάει στην
εκκλησία του αποστόλου Θωμά να προσευχηθώ. Βρήκα εκεί ένα γέροντα να διδάσκει
το λαό. Μεταξύ άλλων, μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε ότι αυτός που δίνει
κάτι στους φτωχούς είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του Κυρίου. Όταν το άκουσα
αυτό παραξενεύθηκα και κατέκρινα τον άνθρωπο του Θεού ότι ήταν ψεύτης. Γιατί
έλεγα μέσα μου: αφού ο Κύριος είναι στους ουρανούς στα δεξιά του Πατέρα του,
πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς;
Καθώς
όμως βάδιζα και συλλογιζόμουν όσα άκουσα, βλέπω κατά σύμπτωση ένα κουρελιάρη
φτωχό που πάνω από το κεφάλι του -τι θαύμα!- στεκόταν η μορφή του Κυρίου ημών
Ιησού Χριστού.
Εκεί
που προχωρούσε ο φτωχός τον συνάντησε κάποιος ελεήμων και του έδωσε ένα κομμάτι
ψωμί. Μόλις λοιπόν άπλωσε το χέρι του ο φιλόπτωχος εκείνος προς το ζητιάνο,
άπλωσε και ο Κύριος το χέρι του από την εικόνα, πήρε το ψωμί και τον
ευχαρίστησε. Έπειτα το έδωσε στον φτωχό. Ούτε αυτός όμως ούτε κι ο ελεήμων
κατάλαβαν τίποτε.
Θαύμασα
και πίστεψα. Από τότε ήξερα ότι όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη,
το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού. Αυτή την εικόνα του Χριστού τη βλέπω
να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς και γι’ αυτό με δέος ασκώ όσο μπορώ,
την αρετή της ελεημοσύνης που τόσο ευχαριστεί τον Κύριο.
Πέμπτη 9 Μαΐου 2013
Τετάρτη 8 Μαΐου 2013
ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ «Γιατί Γέροντα σχεδόν οι περισσότεροι τρέμουν στο θάνατο;».
ΤΙ
ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ «Γιατί Γέροντα
σχεδόν οι περισσότεροι τρέμουν στο θάνατο;».
Σήμερα
πήγαμε με τον παππούλη στο κοιμητήρι των Πατέρων. "Όταν τον συνάντησα έξω απ'
την πόρτα του Μοναστηρίου του είπα: «Που πάς Γέροντα;». Κείνος στοχαστικά μου
'πε: «Βήμα βήμα προς το μνήμα». Τον ρώτησα αν με ήθελε τίποτα κι εκείνος μη
θέλοντας να χαλάσει το στοχασμό του συνέχισε να μονολογεί: «Όσο φέρνω αυτό το
κουφάρι θα με τραβάει ή γη.
Βλέπεις φίλε μου θέλει ζηλότυπα να πάρει πίσω αυτό
πού ό Θεός δανείστηκε να μας πλάσει, το χώμα». Έπειτα από λίγη σιωπή είπε πάλι στον
εαυτό του: «Αμάρτησα πάλι Θεέ μου. Τί θα γίνει με μένα το φίλαυτο;» Στη σιωπή
μου ένοιωθα πώς εξαγόραζε δωρεάν μεγάλους θησαυρούς. Άλλωστε τί μπορούσα να πω
σ' έναν άνθρωπο πού 'χε μέσα του μορφώσει το Χριστό και πού τώρα τον κατηύθυνε με
τη Χάρι Του; Παρακαλούσα από μέσα μου να μη μου δώσει αφορμή να μιλήσω. Σπάνια
ή επιθυμία μου γίνεται όπως τώρα λαχτάρα ν' ακούσω.
Λίγο
πιο ύστερα είπε: «Κάθε στιγμή, πεθαίνει και κάτι μέσα μας. Σ' άλλους αυτό είναι
φόβος και παράλυση για μας όμως πού έχομε τη συνείδηση του ταξιδευτή και τη
βεβαιότητα της πατρίδας, είναι ανησυχία δίχως φόβο».
Τότες
ό καλός ίσως Άγγελος με ανάγκασε να μιλήσω: «Γιατί Γέροντα σχεδόν οι
περισσότεροι τρέμουν στο θάνατο;».
Εκείνος
με κοίταξε τρυφερά σαν παιδί και μου 'πε απλά: «Μα, γιατί δεν έχουν
βαπτισθεί... Όποιος σταυρώνεται μαζί με τον Κύριο έχει την αγάπη Του κι αυτή ή
αγάπη δέ γνωρίζει φόβο. Γι' αυτό ό Κύριος λέει πώς «ή αγάπη έξω βάλλει τον
φόβον».
«Όπως
είπες πριν, είπα εγώ, σα να περιφρόνησες το σώμα σου. Είναι σωστό αυτό, δηλαδή να
τ' ονομάζεις σάπιο κουφάρι όταν ό Παύλος το αποκαλεί Ναό;».
«Κάποτε,
μου 'πε βυθίζοντας τα μάτια του στην απεραντοσύνη της άλαφροκυμάτιστης θάλασσας
πού απλωνόταν στο βάθος λες και αναζητούσε κάτι, υπήρχε ό Ναός αυτός μα τον
γκρεμίσαμε... Έ, και να μπορούσα να τον ξανακάνω δεν θα πατούσα στη γη».
Ενώ
έλεγε αυτά, τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα και ή φωνή του έγινε σχεδόν κραυγή.
«Κύριε, είπε, θέλω έλεος...». Υπέθεσα ότι κάτι τον βασάνιζε και του πλάκωνε την
καρδιά μα δεν ήταν αλήθεια... Ό Γέροντας έβλεπε σωρούς από ερείπια και στάχτες και
ζούσε την ερήμωση των ανθρώπων γι' αυτό και το πρόσωπο του πήρε έκφραση
αγωνίας. Έπειτα είπε κοιτάζοντας τον ουρανό «Σύ μόνο Κύριε μπορείς να μας
βοηθήσεις να ξανακτίσουμε τους Ναούς μας» και σταυροκοπήθηκε"
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.ΤΟ
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ. ΑΡΧΙΜ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΖΩΚΑΡΗ.
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Οι «ιππότες» του Αγίου Φωτός.
Οι «ιππότες» του Αγίου Φωτός
Λένε πως το προσκύνημα στους Αγίους
Τόπους μοιάζει με τον πιο δυνατό έρωτα. Οταν πας μία φορά, ο νους και η καρδιά
ποτίζονται με αγάπη, μένουν για πάντα εκεί και ένα γλυκό συναίσθημα σε
συντροφεύει για όλη σου τη ζωή.
Η εμπειρία του εορτασμού του Πάσχα στον
τόπο όπου έζησε και μαρτύρησε ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλώς μοναδική αλλά
αξεπέραστη. Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου στον ναό της Αναστάσεως, με
δεκάδες χιλιάδες πιστούς να ψέλνουν και να δοξολογούν τον Κύριο την ώρα που το
Αγιο Φως εμφανίζεται εξ ουρανού διαπερνώντας τον τρούλο και τους τοίχους και
λούζοντας με εκθαμβωτικές γαλαζοπράσινες λάμψεις τον Πανάγιο Τάφο, αποτελεί ένα
ζωντανό θαύμα που συντελείται κάθε χρόνο μπροστά στα μάτια μιας λαοθάλασσας
προσκυνητών, οι οποίοι συρρέουν από κάθε γωνιά του πλανήτη, πιστοί στο ετήσιο
ραντεβού τους με τον Δημιουργό.
Εκεί, δίπλα στους πατέρες της
Αγιοταφικής Αδελφότητας, τους άξιους συνεχιστές του Τάγματος των Σπουδαίων,
βρίσκονται και περίπου πενήντα Ελληνες, μια μεγάλη και πολύ δεμένη παρέα φίλων
που στέκονται στο πλευρό των ορθόδοξων μοναχών, των γενναίων αυτών ιερέων που
καθημερινά δίνουν τη δική τους «μάχη» (προστατεύοντας το Αγιο Φως) απέναντι σε
δόγματα που εδώ και αιώνες διεκδικούν, ακόμη και με βίαιο τρόπο, τα δικαιώματα
των Πανάγιων Προσκυνημάτων. Αυτή είναι άλλωστε και η κύρια αποστολή της
Αγιοταφικής Αδελφότητας. Μια χούφτα γέροντες που δεν διστάζουν να χύσουν το
αίμα τους για τη διατήρηση της ελληνικότητας και τον έλεγχο του Πατριαρχείου
Ιεροσολύμων, των Πανάγιων Προσκυνημάτων και των ιερών μονών της περιοχής.
Η αρχή έγινε το Πάσχα του 2006, όταν
τρεις φίλοι ταξίδεψαν πρώτη φορά από την Ελλάδα στα Ιεροσόλυμα, όπου διατέλεσαν
διακόνημα βοηθώντας τους Αγιοταφίτες πατέρες να επιτελέσουν το έργο τους καθ'
όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Οι εμπειρίες ήταν συγκλονιστικές. Οταν
επέστρεψαν στην Ελλάδα, ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν με τους γνωστούς τους
όλα όσα είχαν βιώσει και σύντομα, χρόνο με τον χρόνο, η παρέα άρχισε να
μεγαλώνει. Ετσι κάθε Πάσχα ολοένα και περισσότεροι νέοι δεν κατέβαιναν ως απλοί
προσκυνητές, αλλά ήταν πρόθυμοι να εργαστούν μαζί με τους γέροντες και να
προσφέρουν τη βοήθειά τους όποτε ήταν απαραίτητο. Οπως ακριβώς συμβαίνει τη
Μεγάλη Παρασκευή, όταν σχηματίζουν ανθρώπινη ασπίδα γύρω από τον ορθόδοξο ιερέα
που περπατάει την Οδό του Μαρτυρίου προς τον Γολγοθά, με τον Σταυρό στην πλάτη.
Την ώρα που ο ναός της Αναστάσεως και τα σοκάκια της παλιάς πόλης των
Ιεροσολύμων «βουλιάζουν» από δεκάδες χιλιάδες πιστούς κάθε εθνικότητας και
ηλικίας, εκείνοι σχηματίζουν αλυσίδα και προτάσσουν τα στήθη τους προκειμένου
να τον βοηθήσουν να διανύσει την διαδρομή.
«Τη Μεγάλη Παρασκευή μαζευόμαστε από
νωρίς για το διακόνημα. Εκείνη τη μέρα φοράμε μαύρα ράσα για να μας ξεχωρίζει η
ισραηλινή αστυνομία που είναι πολύ αυστηρή» λένε οι ίδιοι στην «Espresso» και
περιγράφουν το κλίμα που επικρατεί. «Γύρω από τον ναό της Αναστάσεως
συγκεντρώνεται μια ατελείωτη λαοθάλασσα που κινείται προς το μέρος του ναού.
Πολλοί λαοί, μεταξύ των οποίων και οι Ρώσοι που είναι πάρα πολλές χιλιάδες,
προσπαθούν να αγγίξουν τον Σταυρό για να πάρουν ευλογία και κάνουν ό,τι μπορούν
για να φτάσουν κοντά του. Πριν βγει ο δεσπότης από τον ναό ενωνόμαστε και
δημιουργούμε μια ανθρώπινη αλυσίδα γύρω από τον Σταυρό, που λειτουργεί ως
ασπίδα για το πλήθος το οποίο σπρώχνει προκειμένου να φτάσει δίπλα του. Η
διαδρομή που πρέπει να διανύσει ο ιερέας είναι περίπου ένα χιλιόμετρο και τα
πράγματα είναι δύσκολα. Ομως με τη βοήθεια του Θεού όλα πάνε καλά!»
Το «αόρατο χέρι» που ανάβει
τα καντήλια του Πανάγιου Τάφου
Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες και τα
θαύματα στον ναό της Αναστάσεως
Ενας από τους πρώτους της παρέας που
ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους όχι μόνο για να προσκυνήσει αλλά για να προσφέρει
διακόνημα δίπλα στους «Φύλακες του Πανάγιου Τάφου» ήταν ο πρόεδρος του συλλόγου
Μικρασιατών «Ρίζες» στο Χαλάνδρι, Νίκος Καραμπουρνιώτης. Από την πρώτη στιγμή ο
Νίκος διαπίστωσε πως οι πατέρες του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων
είχαν μεγάλη ανάγκη τη βοήθεια Ελλήνων ορθόδοξων χριστιανών, που δυστυχώς
αποτελούν μειονότητα μεταξύ των προσκυνητών.
«Παλαιότερα η ελληνική αποστολή που
πήγαινε να φέρει το Αγιο Φως συνοδευόταν από ευζώνους της Προεδρικής Φρουράς,
οι οποίοι στέκονταν παρατεταμένοι μπροστά από τον Πανάγιο Τάφο» αναφέρει ο
Νίκος και προσθέτει: «Εδώ και μερικά χρόνια το ελληνικό κράτος έπαψε να στέλνει
τσολιάδες. Κάποιοι λένε πως αυτό έγινε για λόγους οικονομίας, αλλά προσωπικά
πιστεύω πως γίνεται λόγω ασέβειας και έλλειψης πίστης. Εμείς κρατάμε επαφή με
τους μοναχούς όλο τον χρόνο. Μας περιμένουν και η υποδοχή τους είναι πολύ θερμή,
γιατί ξέρουν πως δεν πηγαίνουμε για τουρισμό αλλά για διακόνημα. Πριν από
χρόνια είχαμε πει σε έναν γέροντα πως θέλουμε να ερχόμαστε κάθε Πάσχα, αλλά
δυσκολευόμαστε λόγω χρημάτων. Εκείνος χαμογέλασε και μας είπε: “Είναι πολύ
απλό, παιδιά μου. Πριν φύγετε θα πηγαίνετε μπροστά από μια εικόνα του Χριστού,
θα κάνετε τον σταυρό σας και θα του λέτε: ''Εγώ του χρόνου θέλω να έρθω ξανά.
Σε παρακαλώ, φρόντισε εσύ γι' αυτό!''” Από τότε κάθε Πάσχα είμαστε στους Αγίους
Τόπους».
Μία από τις πιο συγκλονιστικές
μαρτυρίες ανήκει στον Βασίλη Καπνόριζα, που φέτος βρίσκεται για τέταρτη φορά
στους Αγίους Τόπους προκειμένου να προσκυνήσει και να προσφέρει τη βοήθειά του
στην Αγιοταφική Αδελφότητα. «Η βοήθεια που προσφέρουμε όταν πηγαίνουμε στους
Αγίους Τόπους δεν είναι τίποτα σε σχέση με αυτήν που παίρνουμε για την υπόλοιπη
ζωή μας. Αυτά που νιώθεις σε συντροφεύουν μέχρι το τέλος της ζωής σου» λέει και
ανοίγει την καρδιά του για να εξομολογηθεί το θαύμα που διαδραματίστηκε μπροστά
στα μάτια του, τονίζοντας πως μοιράζεται την εμπειρία του όχι για να αποδείξει
κάτι ή για να πείσει όσους διατηρούν αμφιβολίες, αλλά γιατί ήταν κάτι αληθινό,
που τον σημάδεψε για πάντα και δεν γίνεται να μείνει κρυφό: «Η πίστη δεν
φαίνεται, όπως και η αγάπη. Δεν είναι κάτι υλικό, αλλά κάτι που το νιώθεις μέσα
σου. Αυτό που βίωσα συνέβη το Μεγάλο Σάββατο, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
Βρισκόμουν στον ναό της Αναστάσεως και προσευχόμουν, όταν ξαφνικά άκουσα
οχλαγωγία στα δεξιά μου. Σήκωσα το κεφάλι μου και έκπληκτος είδα μια δέσμη
φωτός να διαπερνάει τον τοίχο του ναού και να πέφτει πάνω στον Πανάγιο Τάφο
ανάβοντας με θαυματουργό τρόπο τα κεριά των πιστών που ήταν σε εκείνο το
σημείο. Αμέσως άρχισαν να πανηγυρίζουν και να φωνάζουν! Γύρισα προς την εικόνα
του Αναστάσιμου Χριστού, που είναι πάνω από τον Πανάγιο Τάφο, και τότε είδα τα
μεγάλα καντήλια να ανάβουν ένα-ένα στη σειρά, με απίστευτο συγχρονισμό, λες και
τα άναβε ένα αόρατο χέρι. Την ίδια στιγμή μια τεράστια φλόγα φώτισε όλο τον
Πανάγιο Τάφο. Είδα και ένιωσα το θαύμα μέσα στην καρδιά μου.
»Αυτό που έζησα με συντάραξε τόσο πολύ
που το μυαλό μου έφυγε. Βρισκόμουν σε έκσταση, δεν σκεφτόμουν τίποτα και ένιωθα
ελαφρύς σαν τον αέρα. Βγήκα από τον ναό και άρχισα να περιφέρομαι ανάμεσα στο
πλήθος. Δεν ήξερα που πήγαινα, ούτε με ένοιαζε. Ο κόσμος τριγύρω αγκαλιαζόταν
και έκλαιγε. Οταν βρήκα τους φίλους μου, πιαστήκαμε αγκαλιά και ξεσπάσαμε σε
κλάματα. Δεν μπορούσα να συνέλθω με τίποτα. Ηταν συγκλονιστικό!»
Για τον 50χρονο Κυριάκο Χαϊδεμένο και
τη σύζυγό του το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους ήταν ένας διακαής πόθος που
όταν εκπληρώθηκε δυνάμωσε την πίστη τους και τους γέμισε άσβεστες αναμνήσεις:
«Ενιωσα συγκινημένος, με έπιασαν τα κλάματα και ντράπηκα για όλα όσα έχω κάνει,
αλλά και γι' αυτά που δεν έχω κάνει. Ταυτόχρονα γέμισα με αγάπη. Ολα όσα άκουγα
από μικρό παιδί ήταν μπροστά μου. Περπατούσα στον δρόμο και ένιωθα τον Θεό.
Μιλούσε ο Χριστός κατευθείαν στην καρδιά μου. Οι Αγιοταφίτες είναι ήρωες. Εχουν
μείνει μια χούφτα γέροντες, κι όμως κρατάνε ακόμη. Οταν βλέπουν Ελληνες νιώθουν
μεγάλη χαρά. Ζητάνε και θέλουν κόσμο για βοήθεια και διακόνημα. Ο Χριστός είναι
έρωτας και θέλει προσωπική σχέση. Δεν είναι κάτι απόμακρο και κάτι φανταστικό.
Οποιος μπλέξει αληθινά με αυτό τον έρωτα έχει σωθεί!»
Συνιδιοκτήτης του αθλητικού συλλόγου
μικτών πολεμικών τεχνών «Αγιος Γεώργιος» στην Ανω Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, ο
Αλέξης Καρούσος έχει ήδη επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους τρεις χρονιές και φέτος
θα περπατήσει ξανά στα μέρη όπου έζησε και μαρτύρησε ο Χριστός: «Τις δύο πρώτες
φορές είχα πάει ως απλός προσκυνητής και την τρίτη γνωρίστηκα με τα παιδιά από
την Αθήνα, που διατελούσαν διακόνημα. Φέτος είμαστε πέντε άτομα από τη
Θεσσαλονίκη. Οταν κάνεις διακόνημα, οι εμπειρίες που ζεις είναι πολύ έντονες.
Οι γέροντες είναι πολύ λίγοι και φυσικά χρειάζονται τη βοήθειά μας, όποια κι αν
είναι αυτή.
»Πέρυσι ο Θεός με αξίωσε να δω το Αγιο
Φως! Λίγα λεπτά πριν βγει ο Πατριάρχης από το κουβούκλιο του Πανάγιου Τάφου
είδα μια μεγάλη δέσμη φωτός να διαπερνάει τα τσιμέντα του τρούλου και να
καταλήγει στον Πανάγιο Τάφο. Η έντονη λάμψη, που έμοιαζε με κολόνα φωτός,
ανέβηκε ξανά στον τρούλο και στη συνέχεια κατέβηκε αστραπιαία στον Πανάγιο
Τάφο. Τότε άνοιξε η πόρτα και ο Πατριάρχης βγήκε από το κουβούκλιο με το Αγιο
Φως! Τα πρώτα λεπτά η φλόγα στα κεριά των πιστών δεν είναι φωτιά αλλά άκτιστο
φως, όπως άκτιστος είναι και ο Θεός μας. Ο κόσμος βάζει τα κεριά στα χέρια και
στο πρόσωπό του, “λούζεται” με Αγιο Φως και δεν καίγεται! Εκείνες τις στιγμές ο
Θεός είναι μέσα στον ναό, Τον νιώθεις δίπλα σου, η παρουσία Του είναι παντού!»
Ο «Ακρίτας της Ερήμου» και η όαση του
ελληνισμού
Στην καρδιά της ερήμου, δίπλα στον
Ιορδάνη ποταμό όπου βαφτίστηκε ο Χριστός, βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι του
Αββά Γερασίμου του Ιορδανίτη. Ηγούμενος της μονής για περισσότερα από σαράντα
χρόνια είναι ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Ταβουλαρέας, ο «Ακρίτας της Ερήμου»
που εγκαταστάθηκε στην εγκαταλειμμένη μονή στα μέσα της δεκαετίας του '70 και
με τη βοήθεια του Θεού κατάφερε να τη μετατρέψει σε μια αληθινή όαση, την οποία
επισκέπτονται χιλιάδες πιστοί.
Μιλώντας στην «Espresso», ο
Αγιοταφίτης γέροντας κάνει λόγο για λειψανδρία νέων ιερέων στους Αγίους Τόπους
και προσκαλεί τους πιστούς να πάνε για διακονέματα, στο πλευρό των συνεχιστών
του «Τάγματος των Σπουδαίων»: «Επικρατεί γενική ακαταστασία επί της Γης και ο
Θεός να βάλει το χέρι του» λέει ο πατέρας Χρυσόστομος και αναφέρει: «Εδώ, δόξα
τω Θεώ, δεν έχουμε προβλήματα, αφού οι Παλαιστίνιοι με τους Εβραίους έχουν
ηρεμήσει. Εχουμε ανάγκη από πιστούς για διακονέματα. Δυστυχώς υπάρχει
λειψανδρία από νέους, αφού δεν έρχονται εύκολα εδώ για να γίνουν μοναχοί. Οταν
είσαι μοναχός στο Πατριαρχείο προσφέρεις στην Ορθοδοξία αλλά και στο έθνος,
γιατί κάθε προσκύνημα είναι μια ελληνική νησίδα μέσα στο πέλαγος των
αλλοθρήσκων και μάλιστα στα εδάφη της Αγίας Γης, στον τόπο όπου διαδραματίστηκε
το Θείο Δράμα. Από εδώ πέρασε ο Χριστός μας, η Παναγία μας, οι Αγιοί μας και
εκατομμύρια πιστοί από όλο τον κόσμο».
Ο π. Χρυσόστομος στέλνει το δικό του
μήνυμα τους Ελληνες ιερείς αλλά και τις ευχές του σε όλο τον κόσμο για ψυχική
και σωματική υγεία κοντά στον Θεό. «Οι Ελληνες ιεράρχες πρέπει να τονώσουν την
πίστη του κόσμου. Ολοι οι πατέρες που είμαστε εδώ, με πρώτο τον Πατριάρχη μας,
ευχόμαστε ο Θεός να δώσει δύναμη και υπομονή, και να ξαναφέρει την ειρήνη και
την ευημερία. Σήμερα ο κόσμος δοκιμάζεται και μαζί δοκιμάζεται και η πίστη
του. Εύχομαι να έρχονται όσο πιο συχνά
μπορούν κοντά μας, αν και ξέρω πως είναι δύσκολο, ειδικά στις εποχές που ζούμε.
Θέλω να τους πω να μη χάνουν την πίστη τους και να μην ξεχνάνε πως ο Θεός
βοηθάει πάντα».
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΞΙΩΤΗΣ
Metropolitan Anthony of Sourozh EASTER MESSAGE
Metropolitan Anthony of Sourozh
EASTER MESSAGE
9 April 1972
(Romans VIII:34-39)
Christ is risen!
When Christ first rose from the tomb and appeared to His disciples and the myrrh-bearing women, He greeted them with the word "Rejoice!". And then later when He appeared to the Apostles His first words were "Peace be unto you!"; peace, because their confusion was very great - the Lord had died. It seemed as though all hope had perished for the victory of God over human wickedness, for the victory of good over evil. It would seem that life itself had been slain and light had faded. All that remained for the disciples who had believed in Christ, in life, in love, was to go on existing, for they could no longer live. Having tasted eternal life they were now condemned to expect cruel persecution and death at the hands of Christ's enemies. "Peace be unto you", proclaimed Christ. "I have arisen, I am alive, I am with you, and henceforth nothing - neither death nor persecution - will ever separate us or deprive you of eternal life, the victory of God". And then, having convinced them of His physical resurrection, having restored their peace and an unshakable certainty of faith, Christ uttered words which may in the present age sound menacing and frightening to many, "As the Father sent Me, so I send you". Only a few hours after Christ's death on the cross, not long after the fearful night in Gethsemane, the betrayal by Judas when Christ had been taken by His enemies, condemned to death, led out beyond the city walls and died on the cross, these words sounded menacing. And it was only faith, the conquering certainty that Christ had risen, that God had conquered, that the Church had become an invincible force that transformed these words into words of hope and triumphant God-speed.
And the disciples went out to preach; nothing could stop them. Twelve men confronted the Roman empire. Twelve defenceless men, twelve men without legal rights were out to preach the simplest message, that divine love had entered the world and that they were willing to give their lives for the sake of this love, in order that others might believe and come to life, and that a new life might begin for others through their death. [I Cor. IV :9-13]
Death was indeed granted them; there is not a single apostle except St. John the Divine who did not die a martyr's death. Death was granted them, and persecution and suffering and a cross (II Cor. VI: 3-14).
But faith, faith in Christ, in God Incarnate, faith in Christ crucified and risen, faith in Christ who brought unquenchable love into the world, has triumphed. "Our faith which has conquered the world is the victory."
This preaching changed the attitude of man to man; every person became precious in the eyes of another. The destiny of the world was widened and deepened; it burst the bounds of earth and united earth to heaven. And now we Christians, in the words of a western preacher, in the person of Jesus Christ, have become the people to whom God has committed the care of other people; that they should believe in themselves because God believes in us; that they should hope for all things because God puts His hope in us; that they should be able to carry our victorious faith through the furnace of horror, trials, hatred and persecution - that faith which has already conquered the world, in the faith in Christ, God crucified and risen.
So let us also stand up for this faith. Let us proclaim it fearlessly, let us teach it to our children, let us bring them to the sacraments of the Church which, even before they can understand it, unite them with God and plant eternal life in them.
All of us, sooner or later, will stand before the judgment of God and will have to answer whether we were able to love the whole world - believers and unbelievers, the good and the bad - with the sacrificial, crucified, all-conquering love with which God loves us. May the Lord give us invincible courage, triumphant faith, joyful love in order that the kingdom for which God became man should be established, that we should truly become godly, that our earth should indeed become heaven where love, triumphant love lives and reigns. Christ is risen!
* All texts are copyright: Estate of Metropolitan Anthony of Sourozh
Metropolitan Anthony Library
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














