Ὁ Ἀργύρης πλούσιος γέρος ζοῦσε στὰ Γιάννενα. «Τσιγγούνης ὅπως ἦταν ἀπὸ μικρός, ὅσο μεγάλωνε κι ὅσο γήρωνε, τόσο κυριευόταν ἀπ᾽ τό πάθος γιὰ τὸ χρῆμα. Κι ἔτσι, ὄχι μόνο δὲν βρῆκε καμμιὰ ἄνεση στὸν πλοῦτο του, ἀλλὰ ζοῦσε μὲ στερήσεις, σάν τόν πιό φτωχό. Καί ἐνῶ εἶχε δικά του στά Γιάννενα μερικά ἀπ' τό πιό μεγάλα καί πιό ὡραῖα σπίτια, αὐτός ἔμενε μέ τή γυναῖκα του καί τό μοναδικό του παιδί σ' ἕνα παλιόσπιτο, σαραβαλιασμένο, διότι, βέβαια, προτιμοῦσε νά νοικιάζη τά σπίτια του, παρά νά καθήση αὐτός σ' ἕνα καί νά ζῆ σάν ἄνθρωπος. Οὔτε κρεβάτι δέν εἶχε ἀκόμη τῆς προκοπῆς γιά νά κοιμᾶται. Καί περνοῦσε τίς νύχτες του ξαπλωμένος σ' ἕνα μεγάλο σεντούκι, ὅπου εἶχε κλειδωμένα τά λεφτά του καί τά χρεόγραφα ἐκείνων πού τοῦ χρωστοῦσαν. Γιά οἰκονομία, οὔτε φῶς δέν ἄναβε τή νύχτα, παρά μονάχα ὅση ὥρα τοῦ χρειαζόταν γιά νά ἐπιθεωρήση τοὺς θησαυρούς του στό σεντούκι του.
Ὕστερα πάλι τό ἔσβηνε. Στό τραπέζι του τό φαΐ ἦταν πάντα λιγοστό καί φρόντιζε νά ψωνίζη τά πιό φτηνά καί τά πιό παρακατιανά φαγητά. Δάνειζε πάντα μέ μεγάλο τόκο καί δέν ἔκανε ποτέ τήν παραμικρή ἐλεημοσύνη, σ' ἐκείνους πού τολμοῦσαν νά τοῦ ζητήσουν. "Ὁ Θεός νά σέ ἐλεήση", ἦταν ἡ ἀπάντησί του. Καί ὅταν τοῦ ἔλεγε κανείς νά κάνη κάποιο καλό, αὐτός ἀπαντοῦσε: "Ἐδῶ διψάει ἡ αὐλή μας, κι ἐμεῖς θά χύνουμε ἔξω τό νερό;". Καί σ' αὐτό δέν εἶχε ἄδικο, διότι πραγματικά ὁ ἄνθρωπος ὑπέφερε μέ τήν κακή ζωή τήν ὁποία ἔκανε. Ἔτσι ὁ πλοῦτος ἦταν στά χέρια του σάν τή λίμνη, στήν ὁποία, ὅπως ἀναφέρει ἡ μυθολογία, ἦταν βυθισμένος ὁ Τάνταλος, κι ὅταν ἔσκυβε νά πιῆ τήν ἔβλεπε νά ὑποχωρῆ, ἀπομένοντας ἔτσι αἰώνια διψασμένος, μέσα στό δροσερό νερό. Τέλος ἀρρώστησε κάποτε, μά καί τότε ἀκόμη δέν θέλησε νά ξοδέψη τίποτε. Οὔτε γιατρό πῆρε,οὔτε φάρμακο, καί ξεψύχησε πάνω στό σεντούκι του, κρατώντας σφιχτά τά κλειδιά στό χέρι του τό ξυλιασμένο. Κανένας δέν πόνεσε στό θάνατό του, κανείς δέν ἀκολούθησε τήν κηδεία του καί δέν βρέθηκε κανείς νά τοῦ δώση τόν "τελευταῖο ἀσπασμό"! Ἔτσι τόν ἔθαψαν ἄκλαυτο κι ἔρημο σάν τόν τελευταῖο ζητιάνο»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου