Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Περί αγάπης - Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού

Λόγοι Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού
περί αγάπης.


Όπως η μνήμη της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα, έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δεν φωτίζει την ψυχή με τη γνώση του Θεού. Αγάπη είναι μια αγαθή διάθεση της ψυχής, που κάνει τον άνθρωπο να μην προτιμάει τίποτε άλλο περισσότερο από το να γνωρίσει το Θεό. Είναι αδύνατον όμως ν’ αποκτήσει σταθερά μέσα του αυτή την αγάπη, όποιος έχει εμπαθή προσκόλληση σε κάτι από τα γήινα. Εκείνος που φοβάται το Θεό, έχει πάντοτε σύντροφό του την ταπεινοφροσύνη. Και η ταπεινοφροσύνη τον οδηγεί στην αγάπη και την ευχαριστία του Θεού. Σκέφτεται δηλαδή την προηγούμενη ζωή του, τα διάφορα αμαρτήματα και τους πειρασμούς τους, και πως απ’ όλα αυτά τον γλύτωσε ο Κύριος και τον μετέφερε από τη ζωή των παθών στον κατά Θεόν βίο. Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν αποκτάει και την αγάπη προς το Θεό, τον ευεργέτη και κυβερνήτη της ζωής του, τον οποίο αδιάλειπτα ευχαριστεί με πολλή ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που αγαπάει το Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στη γη. Νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται, και για κάθε άνθρωπο σκέφτεται πάντοτε το καλό. Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ’ αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών. (Ματθ. 22, 40). Όποιος αγαπάει το Θεό, δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του. Και όσους ακόμα είναι υπόδουλοι στα πάθη τους, κι αυτούς τους αγαπάει σαν τον εαυτό του, και χαίρεται με αμέτρητη και ανείπωτη χαρά, όταν τους βλέπει να διορθώνονται. «Όποιος με αγαπάει», λέει ο Κύριος, «θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14, 23). «Και η δική μου εντολή είναι να αγαπάτε ο ένας τον άλλο» (Ιω. 15,12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπάει τον πλησίον του, αθετεί την εντολή του Κυρίου. Και όποιος αθετεί την εντολή του Κυρίου, ούτε τον Κύριο είναι δυνατό ν’ αγαπήσει. Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι’ Αυτόν ή για κάτι άλλο. Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν’ αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στο Θεό. Σ’ Αυτόν ν’ αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα. Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων. Η διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.


Εκείνος που αγαπάει το Χριστό,


Τον μιμείται όσο μπορεί.




Ο Χριστός, για παράδειγμα:
*
δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους
*
έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν
* υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.





Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον.


Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7,21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15). «Εγώ σάς λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σάς μισούν, προσεύχεστε για όσους σάς βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν’ αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου. Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι’ αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους ενάρετους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για νά τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου. Αγωνίσου, όσο μπορείς, ν’ αγαπήσεις κάθε άνθρωπο. Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα, τουλάχιστον μη μισήσεις κανέναν. Αλλά ούτε αυτό θα μπορέσεις να το πετύχεις, αν δεν καταφρονήσεις τα πράγματα του κόσμου. Αν «η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (Ρωμ. 13,10), εκείνος που φθονεί τον αδελφό και λυπάται για την προκοπή του και με ειρωνείες προσπαθεί να κηλιδώσει την υπόληψή του ή τον επιβουλεύεται με κάποια κακοήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν αποξενώνει άραγε τον εαυτό του από την αγάπη και δεν τον κάνει ένοχο για την αιώνια καταδίκη; Ο Χριστός δεν θέλει να έχεις εναντίον κανενός ανθρώπου μίσος ή λύπη ή οργή ή μνησικακία οποιασδήποτε μορφής και για οποιοδήποτε πρόσκαιρο πράγμα. Κι αυτό το διακηρύσσουν παντού τα τέσσερα Ευαγγέλια. Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν λοιπόν ο νους σκέφτεται το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι του κρατάει κακία. «Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο» (Παρ. 12,28), γιατί «ο κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του νόμου» (Παρ. 21,24). Την ώρα της ειρήνης σου, μη θυμάσαι εκείνα που σου είπε ο αδελφός όταν σε στενοχώρησε -είτε σ’ εσένα κατά πρόσωπο τα είπε, είτε σε άλλον και μετά τα άκουσες-, για να μην πέσεις στο πάθος της μνησικακίας. Όταν συνομιλείς με άλλους, πρόσεχε μήπως εξαιτίας της λύπης, που διατηρείς ακόμα κρυμμένη μέσα σου, νοθεύσεις τους επαίνους σου για τον αδελφό, αναμιγνύοντας ασυναίσθητα στα λόγια σου την κατηγορία. Να χρησιμοποιείς στις συνομιλίες σου αγνό έπαινο για τον αδελφό και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν ειλικρινά, σαν να προσεύχεσαι για τον εαυτό σου. Έτσι, πολύ σύντομα θα ελευθερωθείς από το ολέθριο μίσος. Αν θέλεις να μην ξεπέσεις από την αγάπη του Θεού, μην αφήσεις τον αδελφό σου να κοιμηθεί λυπημένος μαζί σου ούτε κι εσύ να κοιμηθείς λυπημένος μαζί του. Πήγαινε, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε πρόσφερε στο Χριστό το δώρο της αγάπης σου με καθαρή συνείδηση και θερμή προσευχή. Μην αφήσεις τ’ αυτιά σου ν’ ακούνε τα λόγια όποιου καταλαλεί, ούτε και τα δικά σου λόγια να φτάνουν στ’ αυτιά του φιλοκατήγορου, μιλώντας ή ακούγοντας με ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, για να μη χάσεις τη θεία αγάπη και βρεθείς απόκληρος της αιώνιας ζωής. Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη συκοφαντείται κάποιος είτε στη διαγωγή. Και κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν συκοφαντείται, παρά μόνο εκείνος που στρέφει τα μάτια του στο Θεό, τον μόνο που μπορεί να μας λυτρώσει από τον κίνδυνο, να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα. Όσο εσύ προσεύχεσαι μ’ όλη σου την ψυχή για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν εξαιτίας της συκοφαντίας. Γνήσιος φίλος είναι εκείνος που, στον καιρό του πειρασμού, συμμερίζεσαι αθόρυβα και ατάραχα τις θλίψεις, τις ανάγκες και τις συμφορές του πλησίον, σαν να είναι δικές του. Δεν έχει ακόμα τέλεια αγάπη ούτε βαθιά γνώση της θείας πρόνοιας εκείνος που σε καιρό πειρασμού δεν κάνει υπομονή για όσα λυπηρά του συμβαίνουν, αλλά αποκόπτεται από την αγάπη των πνευματικών αδελφών. Αν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δεν έχει όμως αγάπη, τίποτα δεν ωφελείται, όπως λέει ο θείος Απόστολος (α’ Κορ. 13,2), άραγε πόση προθυμία και ζήλο οφείλουμε να δείξουμε για να την αποκτήσουμε; Πολλοί βέβαια έχουν πει πολλά για την αγάπη. Αν όμως την αναζητήσεις, θα τη βρεις μόνο στους μαθητές του Χριστού, γιατί μόνο αυτοί είχαν για δάσκαλό τους στην αγάπη την αληθινή Αγάπη, το Χριστό, και έλεγαν: «Αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια, κι αν έχω όλη τη γνώση, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι» (α’ Κορ. 13,2). Εκείνος λοιπόν που απέκτησε την αγάπη, απέκτησε τον ίδιο το Θεό, γιατί «ο Θεός είναι αγάπη» (α’ Ιω. 4,16).




Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες.


Αμήν.

Γέροντος Έφραίµ Άγιορείτου - Αντιµετώπιση των πειρασµών


Αντιµετώπιση των πειρασµών

Γέροντος Έφραίµ Άγιορείτου





Πατέρες µου,
Κάθε άνθρωπος, κάθε Χριστιανός Ορθόδοξος προσέρχεται στον Θεό και Τον πλησιάζει, αφού πρώτα δοκιµαστή δια «πυρός καί ύδατος». Εάν δεν πέραση ό Χριστιανός από καµίνι, στην αναψυχή δεν έρχεται. Γι' αυτό ό καλός Θεός, ό όποιος «ετάζει καρδίας καί νεφρούς» (Ψαλµ. 7, 9) γνωρίζει πολύ καλά τι κρύβει ό καθένας µας µέσα στο βάθος της καρδιάς του από πλευράς
εµπάθειας, από πλευράς χαρισµάτων καί προθέσεων καί ανάλογα επεµβαίνει, συνήθως µε πικρά φάρµακα πολλές φορές καί µε σταύρωση πραγµατική, προκειµένου να µας ανόρθωση ψυχικά, να µας κάνη ψυχικά υγιείς και άξίους, για να περάσουµε εύκολα τα τελώνια καί να φθάσουµε στον Θρόνο της Χάριτος. Σαν καλός Πατέρας, για να δώσει την πραγµατική υιοθεσία στο παιδί Του καί να γίνει κληρονόµος Θεού καί συγκληρονόµος Χριστού, θα το πέραση από το καµίνι της σκληράς δοκιµής. Άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, όλοι θα περάσουν από δοκιµασία, ανάλογα µε την κρίση του Θεού.

Ξεσηκώνει ό Θεός έναν πόλεµο καί δη σε µας τους µοναχούς. Επιτρέπει στον δαίµονα καί µας βάζει στη µάχη, αλλά δεν µας αφήνει χωρίς Χάρι. Συγχρόνως έρχεται καί συµπαραστέκεται αοράτος καί δυναµώνει την ψυχή, φωτίζει τον άνθρωπο, του διδάσκει τον πόλεµο κι έτσι δίνει τη µάχη. Εκεί ή θα στεφανωθεί ή θα ήττηθή.
Ό ύπ' αριθµόν «ένα» πόλεµος είναι ό σαρκικός. 'Αρχίζει από την νεότητα. Επιτρέπει στον δαίµονα της πορνείας, να πολεµήση τον άνθρωπο µε πόλεµο, πού ενδεχοµένως έξω στον κόσµο του ήταν άγνωστος, δηλαδή µπορεί έξω να ήταν ή ζωή του καθαρή, να µην έµπλεξε µε την αµαρτία καί να ήταν σε οµαλή κατάσταση. Ήξερε ό Θεός ότι έξω στον κόσµο, εάν επέτρεπε στον δαίµονα αυτόν να τον πειράξει, δεν επρόκειτο να τα βγάλει πέρα ό άνθρωπος. Τον φωτίζει, του δίνει την προκαταρκτική χάρι, του δίνει τον ενθουσιασµό, του δίνει την θέληση, την δύναµη, αποτάσσεται τον κόσµο καί έρχεται εδώ. Μπαίνει στο πεδίον της µάχης καί κατόπιν εξαπολύει τον δαίµονα της πορνείας. Του λέει: «Πολέµησε τώρα». Καί έρχεται ό µοναχός καί λέει: «Πώς εγώ δεν είχα αυτόν τον πόλεµο; Πώς θα απαλλαγώ τώρα;». Ή του δίνει άλλου είδους πόλεµο καί νοιώθει ότι έγινε χειρότερος εδώ, πού είναι στο Μοναστήρι, ενώ στον κόσµο δεν είχε πόλεµο, δεν είχε τόσους πειρασµούς. Του λέει ό λογισµός ότι ήταν καλύτερα εκεί παρά εδώ. Κι όµως δεν είναι έτσι. Εδώ εξαπέλυσε τον δαίµονα, εδώ τον άφησε ελεύθερο να σε πολεµήση. Γιατί; Για να ανάδειξη µάρτυρα, αγωνιστή και δικαιωµατικά να πάρεις το στεφάνι. Γι' αυτό λέγεται ότι, αν ήξεραν οί άνθρωποι ότι ο µοναχός έχει πολλούς πειρασµούς, δεν θα γινόντουσαν µοναχοί. Άλλα καί τανάπαλιν, εάν ήξεραν την δόξα των µοναχών στον άλλο κόσµο, όλοι τους θα γινόντουσαν µοναχοί. Κατά τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο ό Θεός δεν θέλει για την άλλη ζωή «βόδια», άµυαλους, απείραχτους, άσοφους, αλλά σοφούς όχι σοφούς κατά την κοσµική έννοια, αλλά σοφούς στον πόλεµο κατά του δαίµονος, κατά του κόσµου καί κατά του εαυτού τους. Ό άνθρωπος πρέπει να γίνει αγωνιστής καί πάνω σ' αυτόν τον πόλεµο τον περίπλοκο γίνεται σοφός καί πτυχιούχος πλέον της κατά Θεόν σοφίας, διότι µαθαίνει την τέχνη των τεχνών καί την επιστήµη των επιστηµών. Έτσι ανεβαίνει καί γίνεται κληρονόµος. Ποίας βασιλείας; Όχι επιγείου, όχι φθειρόµενης αλλά της αιωνίου άφθαρτου Βασιλείας.
Βλέπεις απλούς ανθρώπους, καί κατά τα χρόνια των Πατέρων, πού δεν έβγαζαν πανεπιστήµια καί σχολές ό Μέγας Αντώνιος, πού δεν ήξερε να διάβαση, ήταν ό ταλαντούχος καί πτυχιούχος πνευµατικός καί πήρε την πρώτη θέση µεταξύ των ασκητών, γιατί έγινε κατά Θεόν σοφός. Για να γίνουµε, λοιπόν, πτυχιούχοι του Θεού, πρέπει να δώσουµε ποικίλες µάχες, να πάρουµε πολλά µαθήµατα. Όπως τα παιδιά στο σχολείο έχουν πολλά µαθήµατα καί µαθηµατικά καί χηµεία καί φυσική κ.ά., καί σε όλα πρέπει να δώσουν την µάχη των εξετάσεων, για να περάσουν, έτσι κι εµείς δίνουµε εξετάσεις ό καθένας µας εις το
πώς θα πάρη το πτυχίο καί τον καλό βαθµό.
Εµείς οι µοναχοί δεν θέλουµε φιλοσοφίες κοσµικές, δεν θέλουµε διδάγµατα. Θέλουµε σαν µοναχοί να γνωρίσουµε τον πόλεµο πού έχουµε να κάνουµε. Το θέµα είναι πώς θα πολεµήσουµε τους λογισµούς, την φαντασία, τίς εικόνες καί πώς θα τηρήσουµε όσο το δυνατόν καλύτερα το Ιερόν Εύαγγέλιον. Ερχόµαστε εδώ. Ή σάρκα έχει την ανάγκη της τροφής, την ανάγκη του ύπνου, την ανάγκη του ενδύµατος.
Κοντά σ' αυτά έχει καί την φυσική περίπτωση της αυξήσεως του ανθρωπίνου γένους, όπως την έχουν καί όλα τα ζώα «Αυξάνεστε καί πληθύνεσθε», λέγει ή Γραφή. Έτσι ξεσηκώνεται ή φύσις καί ζητεί τα εαυτής, ζητά τα δικά της, την ικανοποίηση της. Ό πόλεµος είναι φυσικός. Είναι σπαρµένος µέσα στην φύση το πάθος. Έρχεται κι ό δαίµονας από την άλλη καί σκληρύνει το πράγµα. Καί µπαίνει τιµονιέρης στην σκέψη, στην φαντασία, µας φέρνει εικόνες, εξωθεί την κατάσταση, µας στριµώχνει. τι πρέπει να κάνουµε εδώ; Ή καρδιά πρέπει να καθαριστή. Μας διδάσκει ό Χριστός, µας διδάσκουν καί οί Πατέρες «Εκ της καρδίας εξέρχονται οι πονηροί διαλογισµοί» (Ματθ. 15, 19). Εκ της καρδίας, λέει, ξεπηδούν όλα τα άσχηµα. Ή καρδιά µας είναι γεµάτη από ρίζες, ακανθώδη ριζίδια, λέγει ό Άββάς Ποιµήν' «Καί ό θέλων άνασπάσαι αυτά τα ακανθώδη ριζίδια, αιµορραγεί καί πονεί». Αν δεν αιµορραγήσει κι αν δεν πόνεση σύµφωνα µε την διδασκαλία των Πατέρων, ό άνθρωπος δεν θεραπεύεται.
Παίρνει την τσιµπίδα ό γιατρός, ό Θεός, τρόπον τινά, καί τραβάει τίς ρίζες αυτές µία - µία. Κι όταν τίς ξεριζώνει, ή καρδιά νοιώθει πόνο καί χύνει αίµα. Καί αυτός, ό όποιος θα κάνη υποµονή σ' αυτόν τον πόνο, σ' αυτήν την επέµβαση του Θεού, µία µέρα θα γίνει υγιής. Ή καρδιά του έτσι, µε την προσπάθεια την ανθρωπινή καί µε την βοήθεια της χάριτος, δεν θα επιθυµεί αυτά τα πράγµατα, τα βρώµικα καί τα άσχηµα. Από τη στιγµή όµως πού δεν θα δεχθεί αυτήν την ιατρική επέµβαση, πού θα αντίδραση στον πόνο καί στο ξερίζωµα των ριζών αυτών καί δεν θα κάνη την ανάλογη υποµονή, στην καθηλώσει, εκεί στην ιατρική επέµβαση, θα µείνει εµπαθής.


Ποιος µπορεί να καυχηθεί, κατά τους Πατέρες, ότι τήρησε την καρδιά του αµόλυντη;

Κανείς!

Ό Μέγας Βασίλειος έλεγε: «Γυναίκα ουκ έγνων καί παρθένος ουκ ειµί». Εννοούσε βέβαια τον πόλεµο της σαρκός, τον ενήδονο πόλεµο της φαντασίας, τους ενυπνιασµούς κ.λ.π. Όλα αυτά είναι µία αισθήσεις σαρκική στην καρδιά, οπότε ή καρδιά, άσχετα εάν δεν γνώριζε τι θα πει «έτερον φύλον», δεν ήταν παρθενική.
Έτσι από τη µία πλευρά αγωνιζόµεθα εναντίον των κακών φαντασιών, µαχόµενοι να τίς σβήσουµε, γιατί αυτές γεννούν τους βρώµικους λογισµούς. Από την άλλη πλευρά µε την νηστεία κατά δύναµιν καί την εγκράτεια, τίς µετάνοιες, τον κανόνα, τον µόχθο καί τον κόπο επά¬νω στη δουλειά καί την αγρυπνία, δείχνουµε την προαίρεση µας ενώπιον του Θεού, ότι θέλουµε να καθαρισθού¬µε, να αγνιστούµε καί να γίνουµε άγιοι. Όχι, ότι οί προ¬σπάθειες αυτές θα φέρουν το αποτέλεσµα της αγιότητας, αλλά µε όλα αυτά συµβάλλουµε στο έργο της καθάρσεώς µας µετά του Θεού. «Συνεργοί Θεού έσµεν» (1 Κόρινθο. 3, 9). Συνεργαζόµεθα µετά του Θεού στην κάθαρση της καρδίας µας.
Όταν ή καρδιά µας είναι βρώµικη, βρώµικα θα είναι καί τα έργα µας καί τα µάτια µας καί οί σκέψεις µας καί οί κινήσεις µας καί τα πάντα. Όλα τα µέλη µας έχουν την αφετηρία τους στην καρδιά. Ανάλογα µε ότι έχει ή καρδιά µέσα της, το εξωτερικεύει δια των µελών. Γι' αυτό έχουµε τους ενυπνιασµούς, πού έρχεται ό διάβολος καί πιάνει δουλειά. Μας φέρνει φαντασίες καθ' ύπνο, ώστε ξυπνώντας, να µας τίς παρουσίαση στην µνήµη, για να µας προκαλέσει καί την ηµέρα τον πόλεµο. Εµείς τι πρέπει να κάνουµε εδώ; Να αδιαφορήσουµε για την περίπτωση του ενυπνιασµού, ως τίποτε, µε την πρόνοια να µην ενθυµούµεθα το τι µας παρουσίασε εκεί µε όλη την ελευθερία της βρωµιάς του δαίµονος καί να πούµε στον εαυτό µας: «Τελείωσε, είναι ή φυσική πορεία του θέµατος». Να αγωνιζώµεθα ανάλογα σ' αυτήν την περίπτωση των φαντασιών. Μας έρχονται εικόνες; Με ένα σφουγγάρι να τίς σβήνουµε. Ξαναέρχονται τολµηρά; Ξανά σβήσιµο. Άφ' ης στιγµής όµως δεν αγωνισθούµε ανάλογα κι αρχίζουν να µας επηρεάζουν, να µας κατακτούν, µετά αποκτούν ισχύ καί κάθε φορά µας έρχεται ή φαντασία, σαν νικητής της προηγούµενης καί της προπροηγούµενης φοράς καί µας λέει: «Εδώ είµαι! Τώρα θα σε βάλω κάτω!». Όπως ένα παιδάκι παλεύει µία, δύο, τρεις, πέντε καί µόλις βλέπει τον αντίπαλο του «λακίζει», δεν µπορεί να τον αντιµετώπιση, διότι από τίς ήττες πού έπάθε προηγουµένως, του έσπασε το ηθικό. Όταν συµβεί κάτι τέτοιο, ή ψυχή αµέσως µε την εικόνα της κακής φαντασίας παραλύει, παραδίνεται καί µετά σκέπτεται άλλα άντ' άλλων.
Γι' αυτό χρειάζεται να είµεθα πάνοπλοι, νηφάλιοι, έξυπνοι, να είµεθα επίσκοποι, ώστε µε την
εµφάνιση της εικόνας, «τακ» εµείς να τη σβήνουµε. Μια, δυο, τρεις θα αρχίσει ό εχθρός να
παθαίνει ήττα στην περίπτωση πού έρχεται πάλι να κάνη την αντιπαράσταση του καί τον πόλεµο. Έτσι όταν το εσωτερικό του ποτηριού γίνει καθαρό, καί το έξω θα γίνει καθαρό, κατά το Ιερόν Εύαγγέλιον.
Ένας γέροντας έβγαζε εύκολα δαιµόνια καί ηγετικά δαιµόνια, «αξιωµατικούς», καί τους αφόπλιζε µε ευκολία. Του λέγει ό υποτακτικός του εν απορία:
-Γέροντα, γιατί τα δαιµόνια σε φοβούνται καί φεύγουν; Λέει:
-Παιδί µου, δεν έκανα τίποτα σπουδαίο γίνεται αυτό από την Χάρι του Θεού. Εκείνο µόνον πού έχω να πω, είναι ότι όλα µου τα χρόνια επολεµούµην στην φαντασία από κακούς λογισµούς, αλλά µε την Χάρι του Θεού ουδέποτε ίσχυσε, ουδέποτε µε νίκησε ή φαντασία. Όχι συγκατάθεση δεν έκανα, αλλά µήτε συνδυασµό! Καί επειδή ουδέποτε νίκησαν οί δαίµονες, γι' αυτό τώρα ηττώνται, φοβούνται, αφοπλίζονται αµέσως καί απελαύνονται από τους ανθρώπους. Άρα, ήταν αριστούχος σε όλα του καί µπήκε στο πανεπιστήµιο άνευ εξετάσεων. Έτσι γίνεται καί µε τα διάφορα άλλα πάθη µας, τον φθόνο, την ζήλια, την υπερηφάνεια, τον εγωισµό, την κατάκριση, την άργολογία κ.λ.π. τι χρειάζεται εδώ; Νίψη. Μας λέει ό λογισµός: «Να πιάσω αυτόν τον αδελφό να του πω κάτι να ξεσκάσω». Όταν τον πιάσω καί του µιλήσω, θα πω κάτι πού δεν πρέπει, θα ακούσω κάτι, πού δεν πρέπει να ακούσω, κι έτσι θα πάθω την ζηµιά µέσα µου. Καί δεν θα είναι ξέσκασµα αυτό, αλλά σκάσιµο, διότι εγώ θα πάθω την δουλειά µε την υποχώρηση. Όταν όµως αντιδράσω καί πω: «Ποιο είναι το όφελος να καθίσω να µιλήσω; Καί εγώ πού πάω µ' αυτήν την διάθεση, θα του κάνω ζηµιά». Κι όταν σκεφθώ έτσι καί φρενάρω καί δεν το κάνω, λέω πέντε ευχές καλύτερα. Με το να µην πάω, νίκησα, ενώ αν πήγαινα καί του µιλούσα, θα ήταν ήττα. Σήµερα αυτή ή ήττα, αύριο ή άλλη, καί γίνεται ό άνθρωπος πιο εµπαθής. Το ίδιο συµβαίνει καί µε το άλλο πάθος της υπερηφάνειας. Μας λέει ό λογισµός ότι κάτι είµαι, έχω αυτό το χάρισµα κ.λ.π. Φουντώνει µέσα ό λογισµός καί πρέπει να αντιδράσω, να πω ότι εγώ δεν είµαι τίποτε άλλο παρά χώµα καί πηλός. Αυτή είναι ή φύση µου κι αυτή είναι ή τιµή µου. Ό πηλός τι γίνεται καί το χώµα; Το πατάνε όλοι, καί τα ζώα καί οί άνθρωποι. Αυτός είσαι, µη µιλάς. «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε καί έλαβες, τι καυχάσαι ως µη λαβών;» (1 Κορ. 4, 7). Ό,τι έχεις από που το έλαβες; Από τον εαυτόν σου καί νοµίζεις ότι είσαι κάτι; Τίποτα δεν είσαι. Δεν σου το απέδειξε ή πείρα, πού καί τότε, εκεί κι εκεί την πάτησες κι έπαθες δουλειές! Καί τώρα σου έδωσε µία «σταλίτσα» Χάρι ό Θεός καί σκέφθηκες κάτι όµορφο καί µίλησες δυο πράγµατα, ή έκανες ένα έργο φιλάνθρωπο, µια ελεηµοσύνη, ξεκούρασες κάποιον άλλον καί τι το σπουδαίο υπάρχει σ' αυτό; Ό Χριστός τι έκανε για σένα; Ό Θεός κατέβηκε από τους ουρανούς στην γη καί έγινε άνθρωπος «Έκλινε ουρανούς καί κατέβει», έλαβε σάρκα, ταπεινώθηκε καί υπέµεινε τον ονειδισµό καί την κακία των ανθρώπων.
-Παιδί µου, τον Χριστό, ποιος Τον σταύρωσε; ερώτησε ένας Γέροντας τον υποτακτικό του. -Οί Εβραίοι, απάντησε ό υποτακτικός.
-Όχι οί Εβραίοι.
-Ποιος Γέροντα;
-Ό φθόνος καί ή κακία σταύρωσαν τον Χριστό! Επειδή ό Χριστός έκανε θαύµατα κι όλος ό κόσµος πήγαινε κοντά Του, σκέφθηκαν οί γραµµατείς καί οί φαρισαίοι ότι πρέπει να Τον βγάλουν από την µέση, γιατί Αυτός θα τους κατακτούσε. Έτσι ενήργησαν θανάσιµος.
Βλέπουµε από την άλλη πλευρά τον Ιούδα, τον ένα από τους δώδεκα µαθητές, να γίνεται προδότης του διδασκάλου του. Δεν άκουγε τις διδασκαλίες του Χριστού; Τίς άκουγε, αλλά είχε το πάθος της φιλαργυρίας καί δεν το πολέµησε. Εάν το είχε πολεµήσει, δεν θα εγίνετο προδότης. Ό Θεός γνώριζε το πάθος καί γι' αυτό του έδωσε το πορτοφόλι, τον κορβανά, πού είχε από τίς συνεισφορές των ανθρώπων πού βοηθούσαν στο έργο της διατροφής των Αποστόλων. Κυρίως διακονούσαν εκεί οί γυναίκες καί οί ασθενείς πού θεραπεύθηκαν. Γιατί του έδωσε το ταµείο; Για να µην πει ότι αναγκάσθηκα να γίνω φιλάργυρος, επειδή δεν µου έδινε ό διδάσκαλος κι ήµουν απένταρος. Εάν το κάναµε εµείς, θα λέγαµε ότι βοηθήσαµε τη φιλαργυρία, γι' αυτό έγινε έτσι. Κρίσης ανθρώπινη. Ό Χριστός του είπε: «Να το πάρεις να το έχεις, να µην λες ότι δεν το είχες, καί γι' αυτό έγινες φιλάργυρος». Καί ιδού αυτός κακώς το εκµεταλλεύθηκε. Αµέσως είπε στους φαρισαίους: «Τι θα µου δώσετε, για να σας Τον παραδώσω!». Κι αυτοί είπαν: «Πάρε τριάκοντα αργύρια». Έτσι έγινε ή υποχώρησης, πού κατέληξε στην προδοσία.
Προδίδουµε κι εµείς την ψυχή µας στον διάβολο, όταν δεν αντιστεκόµαστε στο κακό. Εµείς οί µοναχοί εδώ δεν έχουµε τίποτε άλλο, παρά να µαχόµεθα κατά των παθών. Γι' αυτό οί µοναχοί αυτοί πού προοδεύουν, στεφανώνονται καί γίνονται µεγάλοι. Έχουµε εκατοµµύρια ασκητές καί µοναχούς επιτυχηµένους, γιατί µαθήτευσαν κοντά στους Γέροντες, πώς πολεµείται το ένα και το άλλο πάθος.
Είπε ένας υποτακτικός:
-Πάτερ, τι να πρωτοπολεµήσω; Ξεσηκώθηκαν όλα τα πάθη, καί κείνο καί κείνο καί τα έχω χάσει. Άπαντα ό γέροντας:
-Όχι, παιδί µου, έτσι. Τα πάθη δεν ξεσηκώνονται έτσι απλά µαζί' ένα - ένα ξεσηκώνεται. Σήµερα σε πολεµάει αυτό; Χτύπα το. Αύριο θα σε πολεµήση εκείνο; Χτύπα εκείνο. Καί σιγά - σιγά χτυπώντας, χτυπώντας γίνεται ή καταστολή των παθών κι εσύ θα αναχθείς πνευµατικά. Καί εµείς οί σηµερινοί άνθρωποι έχουµε τους ίδιους πολέµους, γιατί είναι ίδια τα δαιµόνια, δεν έχουν αλλάξει. Έρχονται, λοιπόν, καί µας πολεµούν, όπως τους πατέρες τους παλαιούς. Μα εκείνοι ήταν λεβέντες, γιατί νικούσαν καί γινόντουσαν µεγάλοι. Εµείς την πατάµε. Μας φέρνουν λογισµούς π.χ. εναντίον του αδελφού µας καί δεν τους πολεµούµε καθόµαστε καί τους δεχόµαστε. Γιατί µου είπε ένα λόγο, γιατί µε στραβοκοίταξε, γιατί δεν µε εξυπηρέτησε πλέκουµε καί πλέκουµε λογισµούς καί λογισµούς. Και µετά τι γίνεται; Πάµε από το κακό στο χειρότερο. Χάνουµε καί τον καιρό µας κι ό διάβολος πού είναι πάρα πολύ τεχνίτης, χαίρεται. «Ας τον, λέει, τον χαζεύω τώρα». Ό χρόνος περνάει καί το κάθε τι άσχηµο στεριώνει µέσα µας. Θα µεγαλώσει, θα µεγαλώσει καί από µυρµηγκάκι θα γίνει λιονταράκι! Μετά θα γίνει λέοντας µεγάλος καί όταν αντιληφθούµε, ότι πια µας έφερε βόλτα καί µας έχει τυλίξει για τα καλά, θα σηκώσουµε το ανάστηµα, δήθεν για να αντικρούσουµε, αλλά θα συναντήσουµε ισχύ λέοντος. Καί λέγει ό Όσιος Έφραίµ: «Με λέοντα καταπιάστηκες να πολεµήσεις; Πρόσεξε να µη σου σύντριψη τα κόκαλα!». Λέγει ό Αββάς Δωρόθεος: «Καί τι είναι ένας λόγος, πού θα πω ή µία σκέψη να την σκεφθώ; Ναι, αλλά ή µία σκέψης θα φέρει την άλλη καί ό ένας λογισµός τον άλλο ή µία υποχώρησης την άλλη κι έτσι ,σιγά σιγά γίνεται ό άνθρωπος εµπαθής».
Κι εµείς, παιδιά, πολεµούµεθα από τα 'ίδια δαιµόνια, αλλά υποχωρούµε ων πρώτος ειµί εγώ.
Υποχωρούµε µας έρχεται µία υπόνοια για τον αδελφό κι εµείς την πιστεύουµε. Μα, στάσου, είναι κι έτσι; Μα, αφού τον είδα, µα αφού µου το είπε ό τάδε κ.λπ. Ναι, εντάξει αλλά από στόµα σε στόµα καί από σκέψη σε σκέψη το πράγµα αλλοιώνεται. Ξέρεις ότι υπάρχει καί πνεύµα υπόνοιας κι ότι δεν είναι έτσι τα πράγµατα;
Βλέπουµε καί στην περίπτωση του διακόνου στο Γεροντικό. Ήταν δύο αδελφοί σ' ένα µοναστήρι. Ό ένας ήταν διάκονος, ό άλλος µοναχός. Ίσως να διακονούσαν καί µαζί. Μια µέρα ό µοναχός είδε το διάκο να είναι σκυθρωπός, να µην είναι ευχάριστος, να µη µιλάει ωραία κ.λπ., όπως τίς προηγούµενες µέρες.
-Διάκο, γιατί είσαι έτσι, σου έκανα τίποτε; τον ερωτα.
-Ναι, έκανες εκείνο το πράγµα καί µε σκανδάλισες, απαντά εκείνος.

-Δεν το έκανα, όχι, δεν το έκανα.
Πάει κατ' ιδίαν, σκέπτεται.
-Που το βρήκε αυτό τώρα ό διάκος, γιατί µου το είπε; Πράγµατι δεν το είχε κάνει. Πάει καί του λέει:
-Σε παρακαλώ, Διάκο, πίστεψε µε, γαλήνεψε, έλα στον εαυτό σου γιατί το λες αυτό, αφού δεν το έχω κάνει; Μα θα σου πω ψέµατα;
Ό άλλος επέµενε:
-Το έκανες.
Τότε ό µοναχός είπε µε τον λογισµό του σαν φωτισµένος από τον Θεό: «Για στάσου εσύ έκανες
του κόσµου τα σφάλµατα καί τα έχεις ξεχάσει. Μήπως κι αυτό το έκανες, αλλά σου λανθάνει, όπως καί τόσα άλλα, πού έχεις κάνει; Το έκανες, τελείωσε ή υπόθεση. Διάβολος διάβολο δεν βγάζει! Νίκα το κακό µε το καλό, την υπερηφάνεια του αλλού µε την ταπείνωση την δική σου. Έτσι ωφελείς τον εαυτό σου, κι εκείνον θα διόρθωσης. Πήγαινε να ζήτησης συγγνώµη, ταλαίπωρε, από τον διάκο». Καί πηγαίνει, χτυπάει την πόρτα του διάκου:
-Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων.
Ανοίγει ό διάκος. Του λέει ό µοναχός:-Διάκο, θα το έκανα πάει τελείωσε και θα το 'χω ξεχάσει. Έχεις δίκιο, Διάκο, συγγνώµη!
Πάει να του βάλει µετάνοια.
-Όχι, όχι, λέει ό Διάκος φωτίσθηκα από τον Θεό καί πληροφορήθηκα ότι δεν το έκανες, αδελφέ µου. Εγώ πλανήθηκα!
Μόλις ταπεινώθηκε ό ένας, αµέσως έπεσε καί ό άλλος. Όσο καί οι δύο κρατούσαν την θέση τους, ωφέλεια δεν γινόταν.
Εµείς οί σηµερινοί, επειδή έχουµε τον εγωισµό αχτύπητο, δεν τον πολεµήσαµε για να σπάσει λίγο, τώρα µας φουντώνει ποικιλοτρόπως καί σκανδαλιζόµεθα ό ένας µε τον άλλον. Χίλια δυο µας βάζει στο µυαλό µας καί γινόµεθα εµπαθείς καί αρχίζουµε να αποκλαιόµεθα όλοι µας καί να λέµε ότι δεν πάµε καλά. Δεν έχουµε αγάπη, δεν έχουµε φιλαδελφία τι καλόγεροι είµεθα εµείς; Που θα καταλήξουµε; Καί ή θεραπεία είναι µπροστά µας. Έχουµε φαρµακεία, αλλά θα πρέπει να πάρουµε φάρµακα για να γίνουµε καλά. Το ένα φάρµακο είναι πικρό, το άλλο ξινό, το άλλο νυστέρι καί κόβει, το άλλο πονάει! Ναι, αλλά έτσι θα γίνεις καλά, παιδάκι µου!
Βλέπουµε τους γεροντάδες µας, τους παππούδες µας. Έβλεπα τον δικό µου τον Γέροντα. Τι αγώνα έκανε ό καηµένος! Όταν ήταν στην σπηλιά, ένας µοναχός έχασε την υποµονή του καί του πέταξε στο πρόσωπο το πιάτο µε το φαΐ. Ό Γέροντας κατέβασε το κεφάλι κάτω «Εύλόγησον, Πάτερ» καί του έβαλε µετάνοια, ενώ δεν έφταιγε. Να 'τος ό νικητής!
Μια µέρα πάλι στα Κατουνάκια τι έγινε; Κοντά στο κελί, πού έµενε ό Γέροντας ως αρχάριος -καί είχε Γέροντα τον Γέρο-Έφραίµ, πού ήταν άπλούτσικος- ήταν ένας άλλος µοναχός, εκεί δίπλα, πολύ θυµώδης καί σκανδαλώδης. Μία φορά, δεν ξέρω τι είχε συµβεί, για κάτι πραγµατάκια, για κάποιο οροθέσιο, καµιά έλίτσα, ποιος ξέρει τι ήταν εκεί, άρχισε να φωνάζει τον Γέρο-Έφραίµ, τον Γέροντα του π. Ιωσήφ, καί να τον βρίζει:
«Είσαι παλιόγερος, είσαι τέτοιος, είσαι τέτοιος!» Ό Γέροντας µου ήταν τότε παλικάρι, υποτακτικός. Βλέποντας τον Γέροντα του να τον κάνη έτσι ό άλλος, φούντωσε µέσα του ό εγωισµός κι ό θυµός. Πόσο αγρίεψε ό θυµός να βλέπει τον παππούλη, τον Γέροντα του να τον τυραννάει εκείνος! Καί είχε δίκιο ό γέρο-Έφραίµ, αλλά εκείνος ήταν άλλος άνθρωπος. Σκέφθηκε από µέσα του: «Έτσι και βγω έξω τώρα, δεν µου γλιτώνει, τελείωσε ή υπόθεσης». Πάει καί πέφτει µέσα στην Εκκλησία καί αρχίζει να βάζει κάτω τον θυµό. Ό θυµός του έλεγε: «Βγές έξω καί βουτά τον». Έπεσε κάτω καί άρχισε να κλαίει: «Βοήθα µε, Χριστέ µου, βοήθα µε τώρα. Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε µε. Σώσε µε, να µη βγω έξω. Βοήθησε µε, Θεέ µου άλλαξε µου τον λογισµό καί την καρδιά µου» καί τα δάκρυα έβρεχαν το πάτωµα. αφού έβρεξε µε τα δάκρυα το πάτωµα, όπ, κατευνάσθηκε ό θυµός καί ή οργή, βγήκε έξω καί του µίλησε µε ένα γλυκό τρόπο:
-Παππούλη µου, γιατί φέρεσαι έτσι στον Γέροντα; Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Δεν ήρθαµε εδώ να κληρονοµήσουµε καλύβες, ελιές καί βράχια. Εδώ ήρθαµε για την ψυχή µας, ήρθαµε για την αγάπη. Αν χάσουµε την αγάπη, χάσαµε τον Θεό. Αυτά θα τα αφήσουµε, αλλά την αγάπη θα την πάρουµε θα πάρουµε όµως καί το µίσος. Καί τι βγαίνει, γέροντα, µ' αυτό; Εµείς αφήσαµε γονείς καί τόσα καί τόσα καί ήρθαµε εδώ, καί τώρα θα µαλώσουµε γι' αυτά; Θα γίνουµε ρεζίλι σ' όλη την κτίση! Κι έτσι κατεύνασε το πάθος.
Μας έλεγε:
-Παιδιά, αν έβγαινα την ώρα πού ήµουν θυµωµένος, τι θα έκανα; Θα τον σκότωνα στο ξύλο. Καί τι θα έβγαινε; Εγώ θα ήµουν ένας κακός άνθρωπος καί όλα τα δαιµόνια εκεί της ερήµου θα πανηγύριζαν! Τώρα όµως, πού έπεσα κάτω καί αντιστάθηκα καί προσευχήθηκα και έπνιξα µέσα µου τον θυµό, βγήκα νικητής.
Το πάθος θέλει αντιµετώπιση. Έτσι, ούτος ή άλλως θα υποχώρηση. Αρκεί, εκεί επάνω στο
στρίµωγµα και στην πίεση, εσύ να µην υποχώρησης. Αντιστάσου καί θα υποχώρηση το πάθος, γιατί αυτός πού σε πολεµάει είναι δαίµονας, είναι προσωπικό όν, έχει µία άλφα δύναµη καί την άδεια από το Θεό να σε πολεµήση. Μόλις το εξάντληση αυτό το όριο πού του έδωσε ό Θεός, θα υποχώρηση ούτως ή άλλως. Καί µετά τι γίνεται; Στεφανώνεσαι! Μόλις υποχώρηση ό πόλεµος, έρχεται καί ή Χάρις του Θεού.
Έτσι επολεµούµην κι εγώ στο ένα πάθος, στο άλλο κι άµα σταµατούσε ό πόλεµος καί ειρήνευα µερικές µέρες, έβλεπα ότι δεν έχω ανύψωση πνευµατική. Καί όπ! ερχόταν άλλος πόλεµος. Μάχη! Μόλις υποχωρούσε ό πόλεµος, ή Χάρις του Θεού ερχόταν.
Θέλω να πω, ότι εµείς οί µοναχοί πρέπει να µάθουµε την φιλοσοφία να πολεµούµε τα πάθη καί τους δαίµονες. Αν αυτό δεν το αποκτήσουµε, ότι κι αν µάθουµε, µεγάλοι να γίνουµε, πτυχία αν πάρουµε, τέχνες αν µάθουµε, αν δεν γίνουµε έτσι µέσα µας έναντι των παθών καί των δαιµόνων, θα είµεθα πολύ µικροί απέναντι στον Θεό. Καί τα χρόνια περνάνε καί φεύγουµε από την ζωή. Λέµε ότι θα γεράσουµε καί θα πεθάνουµε. Μπορεί όµως να µη γεράσουµε καί να φύγουµε νεώτεροι. Γι' αυτό χρειάζεται από µέρους µας να είµεθα πάντα προσεκτικοί, να βιαζώµεθα, να καθαριζώµεθα, καί έτσι σιγά - σιγά να πλησιάζουµε τον Θεό.
Ό γέροντας όταν αγρυπνούσε, καθόταν ώρες στην προσευχή. Ερχόταν ό ύπνος, ό κακός δαίµονας όπως τον έλεγε - καί λόγω ασθενείας ήταν καί βαρύς καί δεν ήταν εύκολο σαν καί µένα, πού ήµουν παιδί, να τρέχει καί να φτιάχνει. τι έκανε, όταν ερχόταν ό ύπνος ή όταν δεν έβρισκε από την ευχή Χάρι; Άρχιζε κι έψελνε «τροπαριάκια» νεκρώσιµα καί του ερχόταν ή µνήµη του θανάτου, ή µνήµη της εξόδου, ή µνήµη της κολάσεως καί καθόταν κι έκλαιγε. Καί αφού περνούσε ό ύπνος καί ξυπνούσε έτσι, γύριζε το φύλλο καί έπιανε πάλι την ευχή µέσ' την καρδιά, καί έβγαινε µετά από επτά-οκτώ ώρες προσευχή! Αυτό γινόταν κάθε µέρα! Μου έλεγε:
-Παιδί µου, ξέρεις τι κάνω εγώ;
-Τι κάνεις, Πατέρα µου;
-Κάθοµαι καί κάνω ταµείο κάθε µέρα.
-τι ταµείο, Γέροντα;
-Να, κάθοµαι καί εξετάζω τον εαυτό µου, καί βλέπω που είµαι εµπαθής, που υποχωρώ, ποιο πάθος µε νικάει ή συνείδηση µου το δείχνει. Ή πυξίδα µου το δείχνει ότι εδώ είσαι αδύνατος. Καί παίρνω απόφαση την άλλη µέρα να το πολεµήσω αυτό το πάθος. Την άλλη µέρα µου δείχνει κάπου άλλου. Πολέµα κι εκείνο, µου λέει. Καί πολεµώντας το ένα, πολεµώντας το άλλο, σιγά - σιγά βλέπω καλυτέρευση στον εαυτό µου. Λέγανε τότε οί παππούδες µας: «Εργασαι στα νιάτα σου, να έχεις στα γεράµατα σου».
-Καί τι θα πει, Γέροντα, αυτό;
-Να, παιδί µου' τώρα πού είσαι νέος, πολέµησε τα πάθη, πολέµησε την σκέψη, πολέµησε την
φαντασία, κοπίασε στην υπακοή σου, κοπίασε στον κόπο, ίδρωσε, άγρυπνα καί όλοι αυτοί οί κόποι, όλος αυτός ό αγώνας είναι εργασία, είναι εργάσιµα χρόνια. Όταν θα πέση το σώµα καί δεν θάχη την δύναµη να µάχεται µε το ένα, µε το άλλο, όταν θα περάσουν τα χρόνια καί ήδη εσύ θα έχεις δουλέψει τα χρόνια αυτά, πού προβλέπει ό Θεός να εργασθείς, κατόπιν θα σου δώσει σύνταξη. Καί ανάλογα την τέχνη, ανάλογα την θέση, θα πάρεις την ανάλογη σύνταξη. τι είναι ή σύνταξη; Είναι ή Χάρις του Θεού.
Να εµένα τώρα, αν µε ρωτήσεις, θα σου απαντήσω: Μέσα µου νοιώθω, παιδί µου, παράδεισο. Ή ευχή ρολόι, ή Χάρις πλούσια πάθος δεν βλέπω, δεν κινείται κανένα, δεν αισθάνοµαι πόλεµο, δεν έχω λογισµούς, δεν έχω επαναστάσεις. Όλα αυτά δεν είναι σηµερινά κατορθώµατα, είναι από την νεότητα. Τότε έγιναν τα πάντα. Τώρα ήρθε ή αξιοµισθία. Ένας νεώτερος είχε πόλεµο καί παρακάλεσε , τον Θεό: «Θεέ µου, ελάφρωσέ µε άπ' αυτόν τον πόλεµο». Καί ό Θεός άκουσε την προσευχή του και του έδωσε ελευθερία. Και κάποτε πήγε σ' ένα µεγάλο γέροντα, έµπειρο, πού πέρασε πολλά, «θαλασσόλυκο» πού λέµε, καί του λέει:
-Γέροντα αναπαύθηκα εκ των παθών.
-Τι είπες;
-Να, ξεκουράστηκα δεν µε πολεµάει εκείνο, εκείνο. Τον κοίταξε «βλοσυρό τω οµµάτιο», µε ένα µάτι, ας πούµε καρφωτό, καί του είπε:
-Από τώρα ανάπαυσις, από τώρα σύνταξης µειωµένη; Λάθος! Πρώτα παρεκάλεσες µόνος σου τον Θεό να έρθει αυτή ή ανάπαυσις. Τώρα πήγαινε στους πατέρες να τους πεις να κάνουν προσευχή για σένα να παρακαλέσουν τον Θεό να γυρίσουν πίσω τα πάθη να πολεµήσεις, να αναχθείς πνευµατικός καί να πάρεις σύνταξη µεγάλη µεθαύριο. Όχι από τώρα σύνταξη! Καταλάβατε; τι θέλει να µας πει ό πατερούλης αυτός; Ότι δεν µας συµφέρει από τώρα ή ανάπαυσις. Την στιγµή, πού έχουµε νεότητα, µας χρειάζονται οί πόλεµοι, τα πάθη, για να τα χτυπήσουµε. Αυτά επιµένουν κι εµείς να τα χτυπάµε. Καί επιτρέπει ό Θεός, λέει ό Άββας Ισαάκ, να µην εισακούεται ή προσευχή πού κάνουµε για τον άλφα - βήτα πόλεµο, διότι πολεµώντας καί µνηµονεύοντας το όνοµα του Θεού, αγιάζεται ό νους, το στόµα καί ή καρδιά µε το όνοµα του Χριστού. Έχοντας τον πόλεµο αναγκάζεσαι να κάνης προσευχή: «Βοήθα µε, Χριστέ µου, βοήθα µε Παναγία µου», καί αυτό το όνοµα πού φωνάζεις, αυτό φέρνει και την αγιότητα. Ένας αδελφός είχε πόλεµο σαρκικό, µεγάλο, κι από τον πόλεµο πού είχε καί τους λογισµούς έκοβε βόλτες έξω συνέχεια και φώναζε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ». Του λέγει ό γέροντας του, ό όποιος ήταν παλαίµαχος καί γενναίος:
-Παιδί µου, βλέπω έχεις πόλεµο θέλεις να κάνω προσευχή, να σου φυγή ό πόλεµος; -Όχι, γέροντα, σε παρακαλώ, µην κάνεις προσευχή άσε µε, ωφελούµαι.
-Θεός συγχωρήσει σε, παιδάκι µου, βρήκες τον δρόµο σου! Αυτός είναι ό δρόµος του Θεού. Αυτό ήθελα να ακούσω από σένα. Διότι αν µου έλεγες «Ναι, Γέροντα, κάνε προσευχή να φυγή ό πόλεµος» ήταν σαν να σταµατούσες να πλέκεις τον στέφανο σου. Το στεφάνι πρέπει να γίνει ολόκληρο, µ' όλα τα λουλούδια καί γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα καί άλλα. τι, µε τα λίγα λουλουδάκια, άντε τελείωσε ή υπόθεσης; Δειλός είναι ό άνθρωπος αυτός. Λοιπόν, θέλω να πω, παιδιά, πώς εάν δεν µάθουµε πώς γίνονται οι πόλεµοι, δεν πρόκειται να κάνουµε πρόοδο. Κι αν µάθουµε γράµµατα, κι αν διαβάζουµε, κι αν µελετούµε, τίποτε δεν κάνουµε, αν δεν µάθουµε να πολεµούµε τον λογισµό καί την φαντασία. Να έχουµε µεταξύ µας αγάπη καί να θυσιαζώµεθα ό ένας για τον άλλον. «Εσύ να µη µου κάνης, εγώ θα σου κάνω εξυπηρέτηση». Αυτός είναι ό Ευαγγελικός νόµος. Αν δεν κάνης έτσι, µην περιµένεις να εφαρµόσεις το Ευαγγέλιο σωστά. «Με εξυπηρέτησες; Μου έκανες κάτι; Κι εγώ θα ανταποκριθώ. Στο κάνω αυτό, για να µου κάνης εκείνο». Δεν είναι καλογερική αυτή! Νίκα το κακό µε το καλό. Αυτός σε κατέκρινε, δεν σε εξυπηρέτησε; Εσύ ευκόλυνε τον, εσύ κάνε του καλό. Εσύ απέναντι στον Θεό τι θα κάνης. Τον λογαριασµό του δεν τον πληρώνεις εσύ. Εσύ τον δικό σου θα πλήρωσης. Πλήρωσε τώρα, κάνε το Ευαγγέλιο στην πράξη καί µεθαύριο ό Χριστός, αυτό το Ευαγγέλιο θα σε δικαίωση. τι είπε ό Κύριος;

«Ό λόγος ον λελάληκα, αυτός Θα σε κρίνει εν ήµερα Κρίσεως». Το άκουσες το Ευαγγέλιο, το
ξέρεις, αλλά υποχωρείς στην επιθυµία καί δεν κάνεις αυτό το πράγµα. Λοιπόν εάν εφαρµόσετε το Ευαγγέλιο, τότε θα µπορέσετε να περάσετε στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Αυτά έλεγε καί ό δικός µου ό καηµένος ό Γέροντας. Ό Γέροντας είχε βέβαια πολλή φυλακή στο στόµα και ήταν αγιασµένος. Σάς τα είπα κι άλλη φορά. Μέσα στην συνοδεία ήµασταν άνθρωποι ζωντανοί καί βλέπαµε καί ακούγαµε. Μόλις πηγαίναµε να πούµε µια κουβέντα για κάτι έξω από την συνοδεία µας
-«Ξέρεις, Γέροντα εκείνο έγινε», ξύλο!
-Εδώ µέσα, έλεγε, δεν θα φέρετε κουβέντες έξω από την συνοδεία. Εδώ µέσα θα κοιτάξουµε τα δικά µας. Δεν έχετε καµία δουλειά να ασχολείστε µε το τι κάνει ό κάθε πατέρας. Ιδίως ό καηµένος ό πατήρ Αρσένιος, πού ήταν απλούστατος καί αγιασµένος, έλεγε καµιά κουβεντούλα:
-Ξέρεις, Γέροντα, αυτός είναι αµελής, αργόσχολος. Αµέσως του έβαζε κανόνα
-Αρσένιε, τον Αρσένιο κοίταξε καί άσε εκείνον εκείνος ξέρει πώς θα σωθεί. Εσύ δεν ξέρεις πώς θα σωθείς, πού ανοίγεις το στόµα σου καί µιλάς.
Έτσι µας είχε ό Γέροντας, και δεν µιλούσε ό ευλογηµένος ποτέ. Δεν τον άκουσα ποτέ να πει µια κουβέντα για τον άλφα ή βήτα µοναχό. Εµείς χίλια δυο λέµε, ων πρώτος εγώ. Εδώ τόσα ακούσαµε καί είµεθα έτσι. Σκέψου να µην ακούσης κιόλας, τι θα λες.
Θέλω να πω ότι έτσι βίαζαν τον εαυτόν τους οί Άγιοι Πατέρες, καί προχώρησαν καί έφθασαν στον ουρανό. Καί τώρα τα δαιµόνια φωνάζουν για τον Γέροντα Ιωσήφ, ότι γυρνάει στα µοναστήρια και βοηθάει. Καί πράγµατι µας βοηθάει ό πάππους τώρα πού είναι εκεί επάνω. Ό πάππους νοµίζετε ότι στέκεται; Εδώ δεν στεκόταν καί θα σταθεί τώρα εκεί επάνω, πού βλέπει τα πράγµατα, ποιος είναι ό παράδεισος καί ποια ή κόλαση, και βλέπει κι εµάς εδώ κάτω τι κάνουµε! Εδώ κυκλοφορεί ό πάππους καί µας βοηθάει. Πόσες φορές µας έχει γλιτώσει από µεγάλα κακά κι εµείς δεν ξέρουµε από που έρχεται ή βοήθεια. Έχουµε τέτοιο µεσίτη στον ουρανό!
Γι' αυτό να ζητάµε, την ευχή του πάππου, διότι µεριµνάει για µας. Όσο µπορούµε, παιδιά, να
τηρούµε αυτά πού µας διδάσκουν οί πατέρες µας δηλαδή να µαχόµεθα εναντίον των φαντασιών, εναντίον των λογισµών να έχουµε µεταξύ µας αγάπη, προσοχή, να µην κατακρίνουµε ό ένας τον άλλον, να µην σπρώχνουµε ό ένας τον άλλον στην πτώση, να κάνουµε τον κανόνα µας καί τα καθήκοντα µας, γιατί αύριο θα πεθάνουµε. Κι ότι έχουµε στον «τουρβά» µας, αυτά θα πάρουµε µαζί µας στον ανήφορο. Βάλτε καλά πράγµατα µαζί σας βάλτε ψωµάκι, βάλτε τυράκι, βάλτε φρούτα. Μην βάζετε σκουπίδια καί σκύβαλα καί παλιοντενεκέδες καί παλιοκούτια µέσα. Βάλτε καλά πράγµατα, διότι µ' αυτά θα περάσετε στον άλλο κόσµο.
Εδώ πέρασαν τόσα χρόνια. Τι καταλάβαµε; Εγώ κοντεύω τα 60, άλλος τα 30, άλλος τα 20. Τι
καταλάβαµε; Σαν να ήρθαµε χθες στον κόσµο καί τώρα φεύγουµε για τον άλλο κόσµο. Να οί
ασθένειες, να οί καρκίνοι, κι ό ένας µετά τον άλλον φεύγουµε. Να, ό πατήρ Έφραίµ, ό µακαρίτης, έφυγε στα σαράντα του χρόνια. Εγώ τον προετοίµαζα, του έλεγα διάφορα για πείρα ότι εγώ θα φύγω, θα κάνω αυτό καί εκείνο. Να µην κάνη αυτό, να διόρθωση εκείνο καί το άλλο' τον συµβούλευα. Εδώ µέσα ήτανε' να εκεί κάτω καθόταν. Εδώ µέσα δεν ήτανε; Δεν µας έψελνε, δεν γύριζε, δεν µας λειτουργούσε; Είναι τώρα εδώ; Όχι. Πάει. Τώρα στον τάφο λειώνει κι ή ψυχούλα του είναι στον ουρανό. Όπως τα λέω εγώ, έτσι τα έλεγε κι εκείνος. Κι όµως έφυγε. Αυτή είναι ή αλήθεια. Ό παπάς έφυγε κι εγώ έµεινα πίσω. Καί τώρα νοµίζετε ότι δεν µας βοηθάει ό παπάς; Μας βοηθάει, όπως καί όλοι οί πατέρες πού έχουν φύγει. Είδατε πόσα τροχαία γίνονται καί πόσοι µοναχοί µας γλίτωσαν! Καί ό δικός µας πατέρας γλίτωσε, καί της Ξηροποτάµου ό πατέρας γλίτωσε. Ποιος ξέρει ποια προσευχή έπιασε καί ποιος Άγιος βοήθησε καί γλιτώσανε!
Βλέπετε πόσα νέα παιδιά φεύγουν από την ζωή; Έτσι κι εµείς. Περπατάµε στις σκάλες ξαφνικά γλιστράς, πέφτεις µε το κεφάλι καί µένεις στον τόπο. Τελείωσε ή υπόθεσης. Βγαίνουµε έξω. Ξέρουµε, αν θα γυρίσουµε;
Μπαίνεις µέσα στο αυτοκίνητο, συγκρούεσαι καί µένεις στον τόπο. Να, ένας Εισαγγελέας Εφετών προχθές µε την γυναίκα του, πέσανε µέσα στη θάλασσα µε το αυτοκίνητο από 20 µέτρα ύψος, καί τους πήγανε βαρεία στο νοσοκοµείο. Μπορεί να πήγαιναν σε κάποια διασκέδαση καί που βρέθηκαν; Ή ζωή τελειώνει. Τι θα πει νέος, Τι θα πει γέρος; "Άπαξ καί αποφασίσει ό Θεός να σε πάρη, θά σε πάρη! Πάρε οσα µέτρα θέλεις. Θα σε πάρη στο «άψε - σβήσε». Άλλοι παθαίνουν τροχαία σοβαρά καί βγαίνουν σώοι καί άλλοι όχι. Να, ό πατέρας Έφραίµ. Άµα θα δείτε το αυτοκίνητο, θα πείτε
«Μπορεί να σκοτώθηκε άνθρωπος εδώ µέσα;». Καί σκοτώθηκε κατά τον χειρότερο τρόπο. Κι άλλου έγινε «τρίο - καρώ» το αυτοκίνητο, καί βγήκε σώος. Τι σηµαίνει αυτό; Ότι δεν ήρθε ακόµη ή ώρα του. Αν δεν στείλει τον Στρατηγό ό Θεός από πάνω, αν δεν έλθει ό Αρχάγγελος, δεν φεύγει ό άνθρωπος µε τίποτε. Αρα, λοιπόν, στο χέρι του Θεού είναι ή ζωή µας. Δεν είναι το θέµα της ηλικίας είναι το θέµα της αποφάσεως του Θεού.
Επειδή δεν ξέρουµε πότε θα παρθεί ή απόφαση, να την έχουµε στο µυαλό µας. Θα πεθάνουµε. Που θα πάµε; Απορώ καί µε τον εαυτό µου. Βρε, ταλαίπωρε άνθρωπε, δεν µπορείς να συνειδητοποίησης, ότι µέσα σε λίγα λεπτά θα φυγής; Έφυγες. Που θα πάς; Στην άλλη ζωή. Θα γυρίσεις εδώ; Όχι. Τελειώνει εκείνη; Όχι. Θα πέρασης από το δικαστήριο; Ναι. Γιατί δεν τακτοποιείσαι τώρα να προπαρασκευασθείς, για να πέρασης σωστά στον άλλο κόσµο πού θα ζήσης αιώνια; Εδώ φροντίζεις για όλα για την υγεία σου, για εκείνο, για το άλλο, για όλα φροντίζεις, αλλά για την ψυχή σου δεν φροντίζεις. Ναι, δεν φροντίζω. Γιατί; Γιατί είναι ή ανθρώπινη αδυναµία, είναι καί ό διάβολος µας παρασύρουν καί οί επιθυµίες µας, καί δεν προετοιµαζόµεθα γενναία. Πίστεψε το ότι φεύγεις από την ζωή κι αφήνεις πίσω τον κόσµο. Σταµάτησε ή καρδιά σου; Τέρµα, µέσα σε λεπτά φεύγεις από τον κόσµο αναχώρησες, τέρµα! Δεν ήξερα ότι θα φύγω τόσο σύντοµα δεν ήξερες; Δεν τα διάβαζες; Δεν έβλεπες τους πεθαµένους πώς πηγαίνουν; Τα τροχαία δεν τα άκουγες; Κι όµως αυτή είναι ή αλήθεια, παιδιά.
Ό Θεός θα µας καταδικάσει, καί πρώτον εµένα, γιατί τα λέω αυτά καί δεν τα εφαρµόζω. Τα λέµε, τα πιστεύουµε, καί ζούµε σαν να µην είναι αλήθεια αυτά πού λέµε, σαν να είναι µια θεωρία, µια φιλοσοφία ενός φιλοσόφου, στον αέρα λόγια. Καί όµως είναι αλήθεια. Θα γίνουν αυτά. Μπορούµε να την χωνέψουµε αυτήν την αλήθεια; Τότε να δεις πώς αλλάζει ή ζωή µας! Τότε να δεις Τι προσοχή θα έχουµε καί Τι ενδιαφέρον!
Αυτό πρέπει να συνειδητοποιήσουµε να προσέχουµε τον εαυτό µας καί να λέµε: «Μήπως δεν θα ξηµερώσω;». Ξηµέρωσε. «Θα νυκτώσω; Τουλάχιστον την τελευταία ήµερα ας κάνω κάτι». Μου ήρθε ένας κακός λογισµός; Αµέσως να τον διώξω. Γιατί να τον αφήσω; Να τον µειώσω. "Έρχεται ό λογισµός" «πες αυτόν τον λόγο». Γιατί να τον πω; Εκεί πού θα κάνω πέντε άργολογίες, να πω πέντε ευχές.
Άµα σε ξαπλώσει ό Θεός στο κρεβάτι, θα έρθουν τα δαιµόνια καί τότε θα δεις Τι έχεις κάνει. Πάει όµως τελείωσε ή υπόθεσης σε πήρε ό Θεός. Το ψέµα τελείωσε εδώ. Είσαι στον ύπνο καί κοιµάσαι καί βλέπεις όνειρο ότι είσαι στρατηγός, σκοτώνεις, ρηµάζεις, φωνάζεις, φτιάχνεις, κηρύττεις κι άµα ξυπνήσεις Τι είσαι; Ένας απλός καλόγερος. Έτσι καί τότε θα µας συµβεί. Θα ξυπνήσουµε στην άλλη ζωή καί θα περάσουµε στον άλλο κόσµο. Τέρµα. Ή ζωή τελειώνει. Δεν µπορούµε να το βάλουµε στο µυαλό µας. «Πας άνθρωπος ψεύτης» λέγει ή Γραφή. Όχι ότι λέει ψέµατα, αλλά ό ίδιος είναι ένα ψέµα.
Ας µας ελεήσει ό Θεός, ας µας συγχώρεση για οσα κάνουµε. Να παρακαλούµε τον Θεό νύχτα -
µέρα, να φωνάζουµε «ήµαρτον». Καί όταν σφάλλουµε σε κάτι να σηκώνουµε τα µάτια καί να λέµε: «Συγγνώµη, έσφαλα». Καί µετά να τρέχουµε στον πνευµατικό, να το εξοµολογούµεθα, να φεύγει, να µην το έχουµε µέσα µας. Καί εάν ξαναπέφτουµε, να το ξανάλεµε, να το ξεκαθαρίζουµε. Κι αν κάνουµε έτσι, τότε θα περάσουµε στην Βασιλεία του Θεού. Καί εκεί επάνω είναι ανάπαυσις «Ουκ εστί θλίψις, ουκ εστί πόνος, ου στεναγµός, αλλά ζωή ατελεύτητος. Αφαιρέσει Κύριος ό Θεός παν δάκρυο από των οφθαλµών ηµών». Αιώνια ζωή, ανάπαυσις µέσα στο φως του Θεού. Μέσα στο άκτιστον φως του Θεού, ως άγγελος θα ψέλνεις τον Τρισάγιο ύµνον. Εκεί επάνω είναι τα πάντα εν ειρήνη καί µόνο, πού ξέρεις ότι πέρασες στην Βασιλεία του Θεού καί δεν πρόκειται πλέον να δεις θλίψη καί στενοχώριες στους αιώνες των αιώνων, είναι αρκετό.
Λοιπόν, έφ' όσον εµείς ήρθαµε εδώ, για να περάσουµε σ' αυτόν τον Παράδεισο καί σ' αυτήν την ανάπαυση, εκεί να τείνουµε τώρα. Άνθρωποι είµαστε. Θα πέσουµε, θα σηκωθούµε. Όχι απελπισία, όχι απόγνωση. Αυτά είναι του διαβόλου. Εµείς µε ελπίδα κάποια µέρα θα τον φέρουµε «βόλτα» τον διάβολο καί θα περάσουµε µέσα στην Βασιλεία του Θεού.
Αύτω ή δόξα καί το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αµήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.2004 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΌΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2004

Η Εκκλησία στην εποχή μας - Γέροντος Παϊσίου ΛΟΓΟΙ Α'

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α΄

ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

«Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι Ναός που κτίζεται με πέτρες άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός»


ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
‘’ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ’’
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
1999






ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η παιδεία

Η ελληνική γλώσσα

- Γέροντα, γιατί κατήργησαν τους τόνους από την γραμματική;
- Τώρα, όπως οι άνθρωποι δεν σηκώνουν τίποτε και τα πετούν όλα, έτσι και τα γράμματα δεν σηκώνουν τίποτε, ούτε οξείες ούτε περισπωμένες! Και όπως όλοι τρέχουν, δεν βάζουν ούτε τελεία!
Βλέπω μια γλώσσα που γράφουν μερικοί! Διάβαζα σε μία μετάφραση της Καινής Διαθήκης: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον γιο μου»[1]. Δεν ταιριάζει, βρε παιδί! Δεν ξεχωρίζει το ιερό από το ανίερο! Γράφουν έτσι, δήθεν για να είναι όλα ίδια, να υπάρχη ομοιομορφία στην γλώσσα. Ποιος, ακόμη και από το πιο τελευταίο χωριό, δεν θα καταλάβαινε, αν έγραφε «τον υιόν μου»; Άκουσα μια φορά στο Άγιον Όρος σε μια ανάγνωση: «Το ψωμί και το κρασί που κάνουν την Μεταλαβιά». Δεν ταιριάζει· πως να το κάνουμε; Ποιος δεν ξέρει τι θα πη «άρτος» και «οίνος»;
- Λένε, Γέροντα, ότι θα αντικαταστήσουν το ελληνικό αλφάβητο με το λατινικό.
- Άσ’ τα, δεν θα σταθούν αυτά· δεν θα σταθούν. Ευτυχώς που ο Θεός και από το στραβό και από το κακό βγάζει καλό, αλλιώς θα ήμασταν χαμένοι. Δεν χάθηκε η Παράδοση, η γλώσσα τότε που τα είχαν όλα σε χειρόγραφα και δεν υπήρχαν ούτε φωτοτυπικά ούτε τίποτε και θα χαθή τώρα που βγήκαν τόσα μέσα; Όχι, δεν πρόκειται να χαθή, ό,τι και να κάνουν οι άνθρωποι. Βλέπετε και οι Ρώσοι πρόσφυγες πως κράτησαν τα έθιμά τους! Αυτό που τους βοήθησε ήταν που ήξεραν την ποντιακή γλώσσα. Κράτησαν έτσι την Παράδοση μέσα τους. Αλλά, παρ’ όλο που τους δόθηκε λίγη ελευθερία, έφυγαν από την Ρωσία, για να βρουν ελευθερία, γιατί και πάλι ήταν σαν ένα πουλάκι που το έβγαλαν από το κλουβί και το άφησαν μέσα στο δωμάτιο ελεύθερο. Δεν θα στενοχωριόταν και εκεί; Φαντασθήτε πως ήταν πριν οι καημένοι!
Είναι και μερικοί που πάνε να κάνουν μια νέα γλώσσα. Η ελληνική όμως γλώσσα έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής! Το δόγμα της πίστεώς μας καμμιά γλώσσα δεν μπορεί να το αποδώση. Γι’ αυτό οικονόμησε ο Θεός και η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε από τους Εβδομήκοντα στην ελληνική γλώσσα και το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα. Αν δεν ξέρη Αρχαία Ελληνικά κανείς και ασχολήται με το δόγμα, μπορεί να πλανηθή. Και εμείς καταργήσαμε τα Αρχαία από τα σχολεία! Μετά από λίγο θα έρχωνται Γερμανοί να διδάσκουν Αρχαία στα δικά μας Πανεπιστήμια. Τότε θα καταλάβουν οι δικοί μας την αξία που έχουν τα Αρχαία Ελληνικά, αφού πρώτα γίνουν ρεζίλι, και θα πουν: «Για δες η Εκκλησία που κρατούσε τα Αρχαία»!
Πάνε να εξαφανίσουν ένα ορθόδοξο έθνος. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ένα ορθόδοξο έθνος σήμερα είναι μεγάλη υπόθεση! Παλιά είχαμε την φιλοσοφία. Η Αγία Αικατερίνη με βάση την φιλοσοφία αποστόμωσε τους φιλοσόφους. Οι φιλόσοφοι ετοίμασαν τον δρόμο για τον Χριστιανισμό. Το Ευαγγέλιο γράφτηκε στα ελληνικά και διαδόθηκε στον κόσμο. Μετά οι Έλληνες προχώρησαν να φωτίσουν και τους Σλαύους. Σε μερικούς δεν συμφέρει να υπάρχη η Ελλάδα. «Μας κάνει κακό, λένε. Πρέπει να την εξαφανίσουμε».

Τα προβλήματα της παιδείας

- Γέροντα, συχνά λέτε ότι πάνε τα πάντα να διαλύσουν. Εννοείτε και την παιδεία;
- Ναι, δεν βλέπετε τι γίνεται; Σχολεία είναι αυτά; Γλώσσα είναι αυτή που διδάσκουν σήμερα στα παιδιά; Ποια είναι η ιστορία μας; Αλλά και στην Θεολογία τι γίνεται; Έχει ένας άθεος πτυχίο της Θεολογίας και τον αφήνουν να διδάσκη θρησκευτικά. Δεν εξετάζουν όμως· θρησκευτικά διδάσκει ή αθεΐα; «Δεν μπορούμε, λένε, να τον βγάλουμε». Αν ένας φιλόλογος πάη να διδάξη μαθηματικά, θα τον αφήσουν;
Άλλος είναι θεολόγος και δεν αφήνει τους ανθρώπους να κοινωνούν, για να μην κολλήσουν έιτζ! Είναι από αυτούς που τους έστειλε στην Θεολογική Σχολή το κομπιούτερ! Αυτή δεν είναι η γνώση του Θεού. Παλιά λέγανε: «Έμαθε τα ιερά γράμματα το παιδί», γιατί ήταν ιερά τα γράμματα. Βλέπεις καθηγητή Θεολογίας να μην πιστεύη, να βρίζη μπροστά στους φοιτητές τους Προφήτες, και να μην τον βγάζουν. Μα τι θέλεις, καλέ μου άνθρωπε, στην Θεολογική Σχολή; Εσύ, τι θεολόγους θα βγάλης;
Πόσο έχουν επιδράσει οι Προτεστάντες, οι Καθολικοί! Το άθεο πνεύμα πόσο μπήκε στον Καθολικισμό! Οι Καθολικοί πάνε σιγά-σιγά να κουτσουρέψουν τους Αγίους. «Η Αγία Αικατερίνη, λένε, δεν ήταν μεγάλη Αγία· ένας μικρός βασιλίσκος ήταν ο πατέρας της. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν μικρός Άγιος. Ο Άγιος Γεώργιος μύθος. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ δεν υπήρχε· ήταν μια παρουσία του Θεού. Το ίδιο και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ». Μετά θα πουν: «Ο Χριστός δεν είναι Θεός· ήταν μόνον ένας δάσκαλος μεγάλος». Μετά θα προχωρήσουν και άλλο: «»Ο Θεός είναι μια δύναμη». Και μετά θα πουν: «Ο Θεός είναι η φύση»! Ενώ υπάρχουν γεγονότα χειροπιαστά. Προφήτες, προφητείες, τόσο ζωντανά θαύματα, φθάνουν και μερικοί δικοί μας στο σημείο να πιστεύουν τέτοιες χαζομάρες.
Ήρθε και σ’ εμένα κάποιος να πάρη ευλογία, για να πάη στην Ιταλία να σπουδάση Λειτουργική και να κάνη διατριβή. «Είσαι στα καλά σου; του είπα. Θέλεις να πας στους Ιησουΐτες να κάνης την διατριβή σου και ήρθες να σου δώσω και ευλογία; Αυτοί δεν ξέρουν τι τους γίνεται! Εκεί διδάσκουν Ουνίτες, Ιησουΐτες, δεν ξέρω τι!» Θέλει προσοχή από όλες τις απόψεις. Γιατί έτσι κάνουν· πάνε, σπουδάζουν στην Αγγλία, Γαλλία κ.λπ., πιάνουν τα ευρωπαϊκά μικρόβια και κάνουν μετά διατριβή. Μελετούν λ.χ. τους Έλληνες Πατέρες σε μετάφραση που έκαναν οι ξένοι στην γλώσσα τους. Εκείνοι, είτε επειδή δεν μπορούσαν να αποδώσουν τα νοήματα σωστά είτε από πονηριά, πρόσθεσαν και τα δικά τους τα λανθασμένα. Οι δικοί μας πάλι, οι Ορθόδοξοι, που μάθανε τις ξένες γλώσσες, παίρνουν από ‘κει τα ξένα μικρόβια και τα μεταφέρουν εδώ και μετά τα διδάσκουν κιόλας. Φυσικά, όταν προσέξη κανείς, εύκολα ξεχωρίζει το χρυσό από το κεχριμπάρι.
- Γέροντα, μερικά παιδιά που είναι κοντά στην Εκκλησία, όταν βγουν για σπουδές στο εξωτερικό, επειδή δεν περνάνε εδώ στο Πανεπιστήμιο, χάνουν την πίστη τους και παραστρατούν.
- Θα πω σε κανέναν από αυτούς που γνωρίζω, να κάνουν ακόμα κανα-δυο Πανεπιστήμια εδώ στην Ελλάδα, για να μην βγαίνουν τα παιδιά έξω. Να σπουδάζουν εδώ, γιατί και τα παιδιά χάνονται και οι γονείς ξοδεύονται και τόσο συνάλλαγμα βγαίνει έξω.
Πάντα λέω στα παιδιά που πάνε έξω για σπουδές: «Να πάτε, αφού το θέλετε, αλλά να προσέξετε να μη χάσετε την πίστη σας· να πάρετε μόνον τις γνώσεις τους. Και προπαντός μην ξεχάσετε να γυρίσετε πίσω στην Πατρίδα. Η Ελλάδα σας περιμένει. Έχετε χρέος να την βοηθήσετε. Να είστε κοντά στους Έλληνες, για να μην αναγκάζωνται οι καημένοι να τρέχουν στο εξωτερικό, για να βρουν έναν γιατρό ή έναν ειδικό για μια επιστήμη. Πολύ προσέξτε να μην ψυχρανθή η καρδιά σας. Οι Ευρωπαίοι είναι ψυχροί. Η Αμερική πάλι είναι μόνο για να πλουτίζη κανείς υλικά και να χρεωκοπή πνευματικά».
- Και οι απεργίες, Γέροντα, τι κακό κάνουν! Ολόκληρο μήνα χωρίς μάθημα τα παιδιά, να γυρίζουν στους δρόμους!
- Εγώ λέω στους δασκάλους ποτέ να μην κάνουν απεργία, εκτός αν πάνε να καταργήσουν λ.χ. τα θρησκευτικά, την προσευχή ή να κατεβάσουν τον σταυρό από την σημαία κ.λπ. Τότε πρέπει να διαμαρτυρηθούν. Αλλιώς τι φταίνε τα παιδιά να χάνουν μαθήματα;
- Δηλαδή, Γέροντα, έτσι που έχει διαμορφωθή η παιδεία θα κάνη πολύ κακό.
- Τώρα θα σακατευτούν πολλά παιδιά, αλλά και ο Καλός Θεός θα κρίνη ανάλογα. Θα εξετάση σε τι κατάσταση θα ήταν, αν δεν τα επηρέαζαν και δεν τους έκαναν κακό. Όμως και εμείς χρειάζεται να κάνουμε πολλή προσευχή για τα καημένα τα παιδιά, ώστε να επέμβη ο Θεός να τα βοηθήση και να μη σακατευτούν, αλλά να είναι υγιέστατα πνευματικά και να αποκτήσουν αρετές.


Η θεωρία της εξελίξεως

Τι ανοησίες λένε τώρα στα σχολεία με την θεωρία του Δαρβίνου κ.λπ.! Ενώ οι ίδιοι αυτές τις ανοησίες δεν τις πιστεύουν, τις λένε όμως, για να μολύνουν τα παιδιά, να τα απομακρύνουν από την Εκκλησία. Μου είπε κάποιος: «Αν πούμε ότι το χώμα είχε διάφορα συστατικά, διάφορους οργανισμούς, και ο Θεός πήρε από αυτά και έκανε τον άνθρωπο...» «Δηλαδή, λέω, αν δεν υπήρχαν αυτά, δεν μπορούσε ο Θεός να κάνη τον άνθρωπο; Δύσκολο πράγμα!» «Αν πούμε, μου λέει, ότι πήρε πρώτα από τον πίθηκο και τον τελειοποίησε;» «Καλά, του λέω, δεν μπορούσε ο Θεός να κάνη το τέλειο δημιούργημα, τον άνθρωπο, που διέθεσε γι’ αυτόν ολόκληρη ημέρα; Έπρεπε να βρη ανταλλακτικά; Διάβασε να δης τι λέει η Προφητεία του Ιώβ[2], στο Ανάγνωσμα της Μεγάλης Πέμπτης. Τώρα αυτά για τον πίθηκο ούτε η επιστήμη τα παραδέχεται. Πόσα χρόνια έχει που οι άνθρωποι ανέβηκαν στο φεγγάρι; Οι πίθηκοι τόσα χρόνια δεν εξελίχθηκαν να κάνουν αν όχι ένα ποδήλατο τουλάχιστον ένα πατίνι. Είδες κανέναν πίθηκο με πατίνι; Άλλο, αν πάρης έναν πίθηκο και του μάθης να κάνη πατίνι!...» «Αν πούμε, λέει, εκείνο, αν πούμε εκείνο...;» «Μη λες τίποτε, του λέω, για νάσαι πιο σίγουρος».
Αυτή την θεωρία δίδασκε και ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου. Του είπα μια φορά: «Σιγά-σιγά, με την περιποίηση, η φασολιά θα γίνη καλύτερη φασολιά, η μελιτζανιά καλύτερη μελιτζανιά. Ο πίθηκος, άμα τον ταΐσης, άμα τον περιποιηθής, θα γίνη καλύτερος πίθηκος· δεν μπορεί να γίνη άνθρωπος. Αν ένας μαύρος είναι σε ψυχρό κλίμα και δεν βγαίνη στον ήλιο, λιγάκι θα διορθωθή το δέρμα του· δεν θα πάψη όμως να είναι μαύρος». Και ύστερα, αν σκεφθής ότι από άνθρωπο, την Παναγία μας, γεννήθηκε ο Χριστός! Δηλαδή απόγονος του Χριστού ήταν ο πίθηκος; Τι βλασφημία! Και δεν το καταλαβαίνουν ότι βλασφημούν. Ρίχνουν μια πέτρα και δεν κοιτούν πόσα κεφάλια θα σπάση. Σου λέει: «Εγώ την έρριξα πιο μακριά από τον άλλον». Αυτό κάνουν σήμερα· θαυμάζουν ποιος θα πετάξη πιο μακριά την πέτρα. Πόσα κεφάλια θα σπάση από αυτούς που περνάνε εκεί κάτω, δεν τον σκέφτονται.
- Γέροντα, μερικοί νομίζουν ότι με αυτές τις θεωρίες θα κάνουν τους Μαρξιστές να πλησιάσουν στην Εκκλησία.
- Στην αρχή, μπορεί να πλησιάσουν οι Μαρξιστές, αλλά μετά θα έρθουν σαν κόμμα. Θα λένε: «Τώρα να εκκλησιάζεσθε, τώρα όχι. Τώρα να κάνετε αυτό, τώρα εκείνο». Θ κανοναρχούν δηλαδή· και στο τέλος θα πουν: «»Ποιος σας είπε ότι υπάρχει Θεός; Δεν υπάρχει Θεός. Σας γελούν οι παπάδες». Και έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουν, τους χρησιμοποιούν οι Μαρξιστές, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Όσοι Μαρξιστές έχουν καλή διάθεση, έρχονται, μετανοούν, εξομολογούνται. Όσοι δεν έχουν καλή διάθεση, δεν πρόκειται να αλλάξουν.


Απομακρύνουν τα παιδιά
από την Εκκλησία

Μικρό παιδάκι, πόσο με βοηθούσε που πήγαινα στην Εκκλησία! Είχαμε καλό δάσκαλο στο Δημοτικό και μας βοηθούσε και αυτός. Μας μάθαινε εθνικά άσματα και εκκλησιαστικούς ύμνους. Στην Εκκλησία τις Κυριακές ψάλλαμε την Δοξολογία, «Ταις πρεσβείαις....», «Άγιος ο Θεός», το Χερουβικό.
- Και τα κοριτσάκια ψάλλανε;
- Ναι, όλα μαζί τα παιδιά. Παλιά, η Εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο και παίζαμε γύρω από την Εκκλησία, στην αυλή της. Μας πήγαιναν στην Εκκλησία οι δάσκαλοι στις γιορτές, και ας χάναμε κανένα μάθημα. Προτιμούσε ο δάσκαλος να χάση μια ώρα, για να λειτουργηθούν τα παιδιά. Έτσι τα παιδιά διδάσκονταν, αγιάζονταν, γίνονταν αρνάκια. Είχαμε και έναν δάσκαλο Εβραίο, αλλά θρησκευτικά δεν μας δίδασκε· ερχόταν μια δασκάλα και μας έκανε θρησκευτικά. Παρ’ όλο όμως που ήταν Εβραίος, μας πήγαινε μέχρι την Εκκλησία. Και στην Εκκλησία όλα τα παιδιά στεκόμασταν όρθια, ήσυχα.
Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πως έχουν αγριέψει! Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήση, θα γίνη καλό παιδί, γιατί δέχεται την ευλογία του Θεού, αγιάζεται. Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά τους τις διδάσκουν κιόλας! Μα δεν καταλαβαίνουν ότι τα παιδάκια, αν επηρεασθούν, ας υποθέσουμε, από την Εκκλησία, από την θρησκεία, στο κάτω-κάτω δεν θα κάνουν αταξίες, θα είναι φρόνιμα, θα έχουν επιμέλεια στα μαθήματά τους, δεν θα είναι ζαλισμένα όπως τώρα. Μέχρι να μεγαλώσουν, και στα θέματα τα εθνικά θα είναι σωστά τοποθετημένα, δεν θα μπλέξουν με παρέες, με ναρκωτικά, να αχρηστευθούν. Όλα αυτά δεν θα είναι μια προϋπόθεση να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτό τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζουν; Δεν το σέβονται;
Αλλά σκοπός τους τώρα είναι να απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία. Τα δηλητηριάζουν, τα μολύνουν με διάφορες θεωρίες, κλονίζουν την πίστη τους. Τα εμποδίζουν από το καλό, για να τα αχρηστέψουν. Τα καταστρέφουν από μικρά. Και τα παιδάκια, φυσικά, από αρνάκια γίνονται κατσικάκια. Αρχίζουν μετά να χτυπούν άσχημα και τους γονείς τους και τους δασκάλους και αυτούς που τα κυβερνούν. Τα κάνουν όλα άνω-κάτω· συλλαλητήρια, καταλήψεις, αποχή από τα μαθήματα. Και τελικά, όταν φθάνουν να ξεκοιλιάσουν αυτούς που τα κυβερνούν, τότε θα βάλουν και αυτοί μυαλό.


Φορτώνουν τα παιδιά με πολλά...

Βλέπω παιδιά που έχουν τελειώσει όχι μόνο Λύκειο αλλά και Πανεπιστήμιο να γράφουν κάτι γράμματα, να κάνουν κάτι λάθη... Εμείς του Δημοτικού ήμασταν και τέτοια λάθη δεν κάναμε. Και αν είναι φοιτητές της Φιλολογίας ή της Νομικής, κάτι γίνεται. Αν είναι άλλης Σχολής, δεν ξέρουν να γράφουν. Ενώ το Σχολαρχείο παλιά ήταν...
- Σαν Πανεπιστήμιο, Γέροντα!
- Εδώ βλέπεις και στο Δημοτικό πόσα μάθαιναν τότε τα παιδιά, πόσο μάλλον στο Σχολαρχείο! Σήμερα τα φορτώνουν ένα σωρό και τα μπερδεύουν. Τα μπουχτίζουν στα γράμματα χωρίς πνευματικό αντιστάθμισμα. Στα σχολεία τα παιδιά πρέπει πρώτα να μαθαίνουν τον φόβο του Θεού. Μικρά παιδιά να πάνε να μάθουν αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά – ενώ Αρχαία να μη μάθουν – μουσική, το ένα, το άλλο... Τι να πρωτομάθουν; Όλο γράμματα και αριθμούς και εκείνα που είναι να μάθουν για την Πατρίδα τους κ.λπ., δεν τα μαθαίνουν. Ούτε πατριωτικά τραγούδια ούτε τίποτε.
Πιάσε ένα από τα σημερινά παιδιά τώρα και ρώτησέ το: «Σε ποιο νομό είναι το χωριό σου; Πόσο πληθυσμό έχει;» Δεν ξέρει να σου πη. Σου λέει: «Θα πάω στο Πρακτορείο, θα πάρω το λεωφορείο και θα με πάη στο χωριό. Αφού ξέρει ο εισπράκτορας, θα του πω ότι θέλω να πάω στο τάδε χωριό, θα πληρώσω και θα με πάη». Εμείς στο Δημοτικό ξέραμε όλον τον κόσμο απ’ έξω. Γιατί έπρεπε να ξέρης απ’ έξω τις πόλεις όλων των κρατών από πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους και άνω. Μετά έπρεπε να ξέρης τα μεγαλύτερα ποτάμια στο φάρδος και στο μάκρος και τα αμέσως μικρότερα, τα μεγαλύτερα βουνά κ.λπ. – πόσο μάλλον της Ελλάδος! Το έχω δει και σε μεγάλους όχι μόνον σε μικρά παιδιά· φοιτητής να μην ξέρη πόσους κατοίκους έχει η πόλη στην οποία σπουδάζει! Ρώτησα έναν ποιο είναι το μεγαλύτερο βουνό της Ελλάδος, και δεν ήξερε. Ποιος είναι το μεγαλύτερο ποτάμι, τίποτε. Το πιο μικρό, ούτε αυτό. Φοιτητής και να μην ξέρη τίποτε για την Πατρίδα του! Θα ‘ρθούν μετά οι ... «φίλοι» μας, οι γείτονες, και θα του πουν: «Αυτή δεν είναι πατρίδα σου· είναι πατρίδα δική μας», και θα τους απαντήση: «Καλά λέτε, έτσι είναι»! Καταλάβατε; Εκεί πάμε! Αν ρωτήσης όμως τα σημερινά παιδιά για το ποδόσφαιρο ή για την τηλεόραση, τα ξέρουν όλα και όλους απ’ έξω.
Και βλέπεις, ήρθαν παιδιά από την Αλβανία και ήξεραν γράμματα. «Που τα μάθατε τα γράμματα;» ρωτάς τους Βορειοηπειρώτες. «Στις φυλακές», σου λένε. Εκείνα τις φυλακές τις έκαναν σχολεία. Τα δικά μας τα παιδιά τα σχολεία τα έκαναν φυλακές· κλείστηκαν μόνα τους μέσα με τις καταλήψεις... Τα παιδιά σήμερα, ιδίως στην εφηβική ηλικία, είναι ζαλισμένα· πιο πολύ στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Στο Πανεπιστήμιο είναι πιο ώριμα. Εκεί άλλωστε, όποτε θέλουν πηγαίνουν.
Και αντί να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία, κάνουν χειρότερα. Και όλα, βλέπω, τα πνευματικά πως τα αλλοιώνουν. Άκου τώρα προσευχή[3] σε αναγνωστικό του Δημοτικού Σχολείου: «Παναγιά μου, το μωρό σου είναι το πιο όμορφο του κόσμου»! Βρε, τι πάθαμε! Παλιά τι μάθαιναν τα παιδιά στο σχολείο και τώρα τι μαθαίνουν! «Γιδούλα τετραπέρατη, κατσικοστριφτοκέρατη, μάσε τα διαβολάκια σου... να κάνουν κατσικόγαλο, να φάνε τα εγγονάκια σου, τα τρελλοδιαβολάκια σου»[4]. Άντε τώρα να μαθαίνουν τέτοια πράγματα μικρά παιδιά! Αλλά το κάνουν για να προβάλουν τον διάβολο, οπότε από την άλλη οι Σατανιστές κάνουν την δουλειά τους. Ο Θεός να βάλη το χέρι Του, γιατί τώρα δεν βοηθιούνται να αλλοιώνωνται τα παιδιά, με την καλή έννοια, αλλά να δαιμονίζωνται.
Και με τις γνώσεις που παίρνουν, δεν μαθαίνουν να δουλεύουν καθόλου το μυαλό, γι’ αυτό δεν παίρνει στροφές. Αλλά μυαλό που δεν παίρνει στροφές έχει αντάρα μέσα. Αυτοί που έκαναν εφευρέσεις, δούλευαν το μυαλό τους. Βρίσκονταν σε μια ανάγκη, σκέφτονταν πως θα την ξεπεράσουν. Σήμερα οι περισσότεροι κοιτάζουν τι γράφουν τα βιβλία, τι γράφουν οι σημειώσεις. Σ’ αυτά παραμένουν· τίποτε παραπάνω και όλο νούμερα και αριθμούς έχουν· αυτή η βίδα στο νούμερο 1, η άλλη στο νούμερο 2, και αν τύχη να πάθη τίποτε καμμιά βίδα και δεν δουλεύη το μηχάνημα, αμέσως: «Να φωνάξουμε τον μηχανικό». Δεν τους κόβει να πάρουν μια λίμα, να ανοίξουν λίγο την τρύπα, για να χωρέση η βίδα, ή να πάρουν λίγο πλαστικό, να τυλίξουν την βίδα, για να σφίξη, αλλά αμέσως: «Να φωνάξουμε τον μηχανικό», λένε. Τι να πω; Και οι τηλεοράσεις και τα άλλα μέσα έχουν αποβλακώσει σήμερα τον άνθρωπο. Και έξυπνοι άνθρωποι γίνονται τελικά κασσέττες. Θέλω να τονίσω δηλαδή πως ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύη το μυαλό. Όλη η βάση εκεί είναι. Γιατί, αν δεν δουλεύη το μυαλό, μαθαίνει, ας υποθέσουμε, τώρα αυτό θα μπερδευθή ύστερα στο άλλο. Γι’ αυτό σκοπός είναι να γεννάη το μυαλό του, να βρίσκη λύσεις. Αν δεν γεννάη, τότε είναι υπανάπτυκτο.


Το έργο του δασκάλου είναι ιερό

- Γέροντα, μερικές φορές οι δυσκολίες των εκπαιδευτικών στο σχολείο προέρχονται πιο πολύ από τους συναδέλφους;
- Θέλει πολλή διάκριση και φωτισμό στην εποχή μας, για να κινηθή σωστά ο καθένας ανάμεσα στους συναδέλφους του. Για την κάθε περίπτωση χρειάζεται πολλή σύνεση και θείος φωτισμός. Ακόμη και να μη δείχνη μερικές φορές ότι πιστεύει. Να κινήται αθόρυβα και πιο πολύ να τους μιλάη με την σωστή ορθόδοξη ζωή του.Έτσι θα βοηθήση, χωρίς να ερεθίση. Ιδίως στην εκπαίδευση μερικά πράγματα είναι σαν ένας όγκος, που άλλοτε είναι καλοήθης και άλλοτε κακοήθης. Αν πάρουμε μια θέση
με μια λογική, θα κάνουμε πολύ κακό αντί για καλό. Αν γίνη επέμβαση και ο όγκος είναι κακοήθης, θα κάνη μετάσταση. Θέλει λίγη καυτηρίαση προσεκτικά.
- Πάντως, Γέροντα, και οι εκπαιδευτικοί που θέλουν να κάνουν δουλειά δυσκολεύονται, γιατί είναι δεσμευμένοι.
- Άμα θέλη κανείς, μπορεί να βρη τρόπο να κάνη δουλειά. Μπόρεσαν και βρήκαν τρόπο στα άθεα καθεστώτα και δεν μπορούν να βρουν εδώ; Στην Βουλγαρία πήγε κάποιος από ‘δώ και μοίρασε σταυρουδάκια στα παιδιά ενός σχολείου. Ένας όμως του κόμματος που στεκόταν εκεί κοντά τον είδε. Η δασκάλα, μόλις τον αντιλήφθηκε, πήγε και πήρε τα σταυρουδάκια από τα χέρια των παιδιών και τα μάλωσε που τα πήραν. Αλλά όταν έφυγε εκείνος ο άθεος, η δασκάλα τα μοίρασε μόνη της στα παιδάκια. Είδες πως η δασκάλα ήταν εντάξει και με τον νόμο και με τον Θεό; Βλέπεις και οι δάσκαλοι στην Μικρά Ασία, μέσα σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια, πόσα πρόσφεραν! Γιατί δούλευαν με την καρδιά τους. Πονούσαν, είχαν ευλάβεια, θυσιάζονταν. Να, και ο Άγιος Αρσένιος[5] ο Καππαδόκης πόσο σοφά φερόταν στα Φάρασα! Είχε ετοιμάσει αίθουσα για σχολείο και αντί για θρανία είχε βάλει δέρματα από κατσίκες ή από πρόβατα με το τρίχωμά τους. Πάνω σ’ αυτά γονατισμένα τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Με αυτόν τον σοφό τρόπο δεν ερέθιζε τους Τούρκους, ακόμη και όταν τύχαινε να τα δουν, γιατί νόμιζαν ότι προσεύχονταν. Όταν πάλι ο Άγιος Αρσένιος ήθελε να βγάλη εκδρομή τα παιδιά, τα πήγαινε σε ένα δικό του χωράφι που ήταν σαν κήπος, δήθεν για να κάνουν δουλειά, και τους έλεγε: «Αν τυχόν δήτε Τούρκο, να κάνετε κανένα κουτσοδούλι. Κόψτε κανένα κλαρί, για να νομίζη ότι καθαρίζετε τον κήπο». Και έτσι έκαναν τα καημένα. Γιατί, αν καταλάβαιναν οι Τούρκοι ότι τα πήγε εκδρομή, θα είχε ιστορίες. Κρυφό σχολειό βλέπεις! Όταν έφευγε ο Τούρκος, έπαιζαν πάλι τα παιδιά. Και το καλοκαίρι, στις διακοπές, τα συγκέντρωνε πάλι τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, για να τα βοηθάη, για να μην ξεκόβωνται και ξεχνούν όσα τους δίδασκε.
- Γέροντα, γιατί ο Άγιος Αρσένιος έγραφε τα μαθήματα στα τουρκικά με ελληνικά γράμματα;
- Για να ξέρουν και τουρκικά τα παιδιά, ώστε να μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Και αν τυχόν τον έπιαναν οι Τούρκοι που μάθαινε γράμματα στα παιδιά, και να έβλεπαν ελληνικά γράμματα, άκουγαν ότι τα διάβαζε τουρκικά και δεν εξαγριώνονταν. Οπότε τα παιδιά μάθαιναν και τα τουρκικά, αλλά και οι Τούρκοι δεν ερεθίζονταν. Όλα όσα ζούσε ο Άγιος[6], την ακρίβεια της Ορθοδοξίας, την ευλάβεια, τα μετέδιδε στους μαθητές του.
Γι’ αυτό λέω, άμα θέλη κανείς, μπορεί να κάνη δουλειά στα παιδιά, όπου και αν βρεθή. Έπεσε στα χέρια μου ένα ωραίο βιβλίο που έγραψε μια δασκάλα για την Βόρειο Ήπειρο. Αυτή για πεντακόσιους άνδρες κάνει. Πως μιλούσε στους ξεναγούς! Σβούρα τους έφερνε. Μπράβο της!
Είναι μεγάλη υπόθεση ο σωστός δάσκαλος, ιδίως στις μέρες μας! Τα παιδιά είναι άγραφες κασσέττες· ή θα γεμίσουν βρώμικα τραγούδια ή βυζαντινή μουσική. Το έργο του δασκάλου είναι ιερό. Έχει μεγάλη ευθύνη και, αν προσέξη, μπορεί να πάρη μεγάλο μισθό από τον Θεό. Να φροντίζη να διδάσκη στα παιδιά τον φόβο του Θεού. Πρέπει να βρουν τρόπο οι εκπαιδευτικοί να περνάνε κάποια μηνύματα στα παιδιά για τον Θεό και για την Πατρίδα. Ας σπείρουν αυτοί τον σπόρο, και ας μην τον δουν να βλαστάνη. Τίποτε δεν πάει χαμένο· κάποια στιγμή θα πιάση τόπο.
Και πάντα με το καλό, με επιείκεια, με αγάπη να φέρωνται στα παιδιά. Να προσπαθούν να ξυπνάνε το φιλότιμό τους. Το παιδί θέλει αγάπη, ζεστασιά. Πολλά παιδιά την στερούνται τελείως στο σπίτι. Αν οι δάσκαλοι αγαπήσουν τα παιδιά, θα τους αγαπήσουν και εκείνα, και τότε θα κάνουν πιο εύκολα το έργο τους. Εμάς ο δάσκαλος με την βέργα μας χτυπούσε, όταν έβλεπε αταξία, αλλά αγαπούσε τα παιδιά και τα παιδιά τον αγαπούσαν. Δεν είχε δικά του παιδιά και τα αγαπούσε τα παιδιά πολύ.

Γι’ αυτό λέω ότι καλοί είναι οι γονείς που γεννούν πολλά παιδιά και γίνονται πολύτεκνοι, αλλά καλύτεροι είναι οι σωστοί εκπαιδευτικοί που αναγεννούν του κόσμου τα παιδιά και γίνονται υπέρ-υπέρ-πολύτεκνοι! Δίνουν αναγεννημένους ανθρώπους στην κοινωνία, και έτσι γίνεται καλύτερη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κλήρος και Εκκλησία



- Γέροντα, γιατί δεν γίνεσθε ιερεύς;
- Σκοπός είναι να σωθούμε. Η ιερωσύνη δεν είναι μέσο για να σωθή ο άνθρωπος.
- Δεν σας πρότειναν ποτέ να γίνετε ιερεύς;
- Πολλές φορές με πίεσαν. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, με ζόρισαν και για την ιερωσύνη και για το Μεγάλο Σχήμα. Ο σκοπός είναι να γίνη κανείς από μέσα καλόγερος. Εμένα αυτό με ενδιέφερε· δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Επειδή και από νέος, σαν λαϊκός, είχα ζήσει μερικά θεία γεγονότα, όταν πήγα στο Μοναστήρι, έλεγα: «Αρκεί να ζω καλογερικά». Την βαρύτητα σ’ αυτό την είχα ρίξει και δεν με απασχολούσε πότε θα γίνω μεγαλόσχημος ή αν θα γίνω ιερεύς. Τελευταία ήρθε κάποιος στο Κελλί της Παναγούδας και πάλι επέμενε πολύ να ιερωθώ. Πήγε στο Πατριαρχείο γι’ αυτόν τον λόγο, μίλησε στην Εξαρχία, όταν ήρθε στο Άγιον Όρος... Του είπαν όμως: «Πες το και στον ίδιο, μην τυχόν εμείς το αποφασίσουμε και αυτός μας φύγη». Έτσι ήρθε και μου το είπε. Όταν το άκουσα, έβαλα τις φωνές, οπότε μου λέει: «Τουλάχιστον γίνε ιερεύς, για να διαβάζης την συγχωρητική ευχή στους ανθρώπους, αφού σου λένε εκτός από τα προβλήματά τους και τις αμαρτίες τους. Εσύ δεν μου έλεγες πόσα μπερδέματα γίνονται, γιατί οι άνθρωποι άλλοτε τα λένε διαφορετικά και άλλοτε λένε τα μισά από όσα τους λες στους Πνευματικούς ή στους μητροπολίτες; Να ακούς τις αμαρτίες τους, να τους διαβάζης την συγχωρητική ευχή, να παίρνουν την άφεση και να τακτοποιούνται». Ο καημένος με καλό λογισμό το έλεγε, αλλά δεν ήταν αυτό για μένα.
- Δηλαδή, Γέροντα, αν ένας αισθάνεται αδύναμος για την ιερωσύνη, αλλά τον προωθούν άλλοι, τι πρέπει να κάνη;
- Θα πη τον λογισμό του. Κανέναν δεν μπορούν να τον εξαναγκάσουν ούτε για την ιερωσύνη ούτε για το Μεγάλο Σχήμα. Αν όμως το δεχθή από υπακοή και με ταπείνωση και βάλη λίγο φιλότιμο και λίγη αγάπη, τότε όλα θα τα αναπληρώση ο Θεός. Εξάλλου ο κόσμος έχει αλάθητου κριτήριο και διακρίνει ποιοι έγιναν ιερείς από αγάπη προς τον Θεό, για να διακονήσουν την Εκκλησία Του. Είναι μερικοί που θέλουν να γίνουν ιερείς από επιθυμία να δοξασθούν. Αυτοί θα ταλαιπωρηθούν, όταν βρεθούν σε δυσκολία, γιατί ο Χριστός δεν θα τους βοηθήση, εκτός αν ταπεινωθούν και μετανοήσουν. Αν όμως κάποιος θέλη να ιερωθή, χωρίς να έχη επιδιώξεις κοσμικές, τότε, αν κινδυνεύση, ο Χριστός θα τον βοηθήση. Κανονικά πρέπει να σε πιέζουν, να θέλουν οι άλλοι, η Εκκλησία, για να γίνης ιερεύς, ώστε να σε σκεπάζη ο Χριστός και, αν βρεθής σε δύσκολη στιγμή, να σε συμπαρασταθούν οι άλλοι και να βοηθήση και ο Χριστός.
Βέβαια στον κλήρο σπάνια και πολύ λίγοι είναι αυτοί που ξεκινούν με προγράμματα δικά τους. Αυτούς δεν τους βάζω στον λογαριασμό. Οι περισσότεροι ξεκινούν με καλή διάθεση, αλλά μετά αρχίζει ο διάβολος την δουλειά του, και βλέπεις να μπαίνη η δόξα, να μπαίνη η μανία για αξιώματα και να τα ξεχνούν όλα. Μέχρι που φθάνουν σε σημείο να βάζουν και ανθρώπους να μεσολαβήσουν για την εκλογή τους σε προϊστάμενο, σε μητροπολίτη κ.λπ. Ενώ ξεκίνησαν για τον Χριστό, καταλήγουν στον χρυσό... Να έχουν χρυσούς σταυρούς, χρυσές μίτρες, διαμάντια, ποικιλία και όχι τα απαραίτητα. Πως μας ξεγελάει ο διάβολος, άμα δεν προσέξουμε!
- Γέροντα, τι θέλει ο Θεός και τι θέλουν οι άνθρωποι από τον ιερέα;
- Το τι θέλει ο Θεός είναι πολύ μεγάλο· άφησέ το. Τώρα το τι θέλουν οι άνθρωποι. Παλιά οι ιερείς έκαναν άσκηση, είχαν αρετή, ήταν άγιοι, και οι άνθρωποι τους ευλαβούνταν. Σήμερα οι άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα από τον ιερέα· να είναι αφιλοχρήματος και να έχη αγάπη. Όταν οι άνθρωποι βρουν αυτά σε έναν ιερέα, τον θεωρούν άγιο και τρέχουν στην Εκκλησία· και αφού τρέχουν στην Εκκλησία, σώζονται. Μετά συγκαταβαίνει ο Θεός και σώζει και τον ιερέα. Ο ιερεύς πάντως πρέπει να έχη μεγάλη καθαρότητα.
Τον μοναχό ο διάβολος προσπαθεί να τον αποδυναμώση με τις κακομοιριές, ώστε να τον αχρηστέψη και να μην έχη καμμιά δύναμη πνευματική η προσευχή του. Ο μοναχός, για να έχη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να είναι σωστός μοναχός. Τότε μόνον έχει μια θεϊκή εξουσία και βοηθάει πολύ θετικά με την προσευχή του. Ενώ ένας ιερεύς, και να μην έχη πνευματική κατάσταση, πάλι βοηθάει με την εξουσία που του έχει δοθή με την ιερωσύνη, όταν τελή τα Μυστήρια, διαβάζη τους ανθρώπους κ.λπ. Ακόμη και να σκοτώση άνθρωπο, τα Μυστήρια που τελεί πάλι ενεργούν, μέχρι να καθαιρεθή. Αν όμως έχη και πνευματική κατάσταση, τότε είναι σωστός ιερεύς και βοηθάει περισσότερο.
Όταν με ρωτούν ιερείς πως θα βοηθήσουν τους ενορίτες, αλλά και σε όλους που έχουν μια ποιμαντική ευθύνη, ένα πράγμα τονίζω· να κοιτάξουν να κάνουν δουλειά στον εαυτό τους, να κάνουν τα απαραίτητα πνευματικά τους καθήκοντα και κάτι παραπάνω, για να έχουν πάντοτε απόθεμα πνευματικό. Η πνευματική εργασία στον εαυτό μας είναι αθόρυβη εργασία στον πλησίον, γιατί μιλάει το παράδειγμα, και τότε μιμούνται οι άνθρωποι το καλό που βλέπουν και διορθώνονται. Εάν δεν αποκτήσουμε εμείς πνευματικό πλούτο, για να μπορούμε να συντηρούμαστε από τους πνευματικούς τόκους, όταν θα εργαζώμαστε δωρεάν για άλλους, θα είμαστε οι πιο δυστυχισμένοι και αξιολύπητοι. Γι’ αυτό να μην το θεωρούμε σπατάλη χρόνου, όταν κάνουμε εργασία στον εαυτό μας, είτε για λίγο χρονικό διάστημα είτε για πολύ είτε για πάντα, σ’ όλη την ζωή μας, γιατί η μυστική εργασία έχει την ιδιότητα να κηρύττη μυστικά τον λόγο του Θεού μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Ο χαριτωμένος άνθρωπος του Θεού μεταδίδει θεία Χάρη και αλλοιώνει τους σαρκικούς ανθρώπους. Τους ελευθερώνει από την σκλαβιά των παθών και τους πλησιάζει μ’ αυτόν τον τρόπο στον Θεό και σώζονται.


Ο ιερεύς έχει μεγάλη ευθύνη

Ο ιερεύς δεν μπορεί ποτέ να κλείση την πόρτα του· έχει μεγάλη ευθύνη . Ο ένας είναι απελπισμένος, ο άλλος άρρωστος και έχει ανάγκη, ο άλλος ψυχορραγεί· πρέπει άλλους να τους δεχθή, άλλους να τους επισκεφθή. Δεν μπορεί να αρνηθή ο ιερεύς. Κινδυνεύουν ψυχές· πρέπει να τις βοηθήση. Αν δεν τις βοηθήση και τις πάρη ο Θεός ατακτοποίητες, ποιος θα έχη την ευθύνη; Δεν θα την έχη ο ιερεύς; Εγώ σαν μοναχός μπορώ να κλείσω και την πόρτα μου, να φύγω και στην έρημο, να εξαφανισθώ, και να βοηθώ με την προσευχή αθόρυβα. Γιατί η δουλειά μου δεν είναι να λύνω τα προβλήματα του κόσμου, αλλά να λέω καμμιά ευχή για τον κόσμο. Γι’ αυτό δεν έγινα ούτε παπάς ούτε Πνευματικός, για να βοηθάω με άλλον τρόπο. Αν ήμουν στον κόσμο ιερεύς, δεν θα μπορούσα να κλείσω ποτέ την πόρτα μου. Θα έπρεπε να ανταποκρίνωμαι πάντοτε, χωρίς διακρίσεις, σε ό,τι μου ζητούσαν όλοι. Πρώτα θα φρόντιζα για όλους τους ανθρώπους της ενορίας μου και έπειτα, ό,τι περίσσευε, θα έδινα στους άλλους που θα μου ζητούσαν να τους βοηθήσω. Θα ενδιαφερόμουν όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για τους απίστους και για τους άθεους και για τους εχθρούς της Εκκλησίας. Ή, αν ήμουν Πνευματικός και μου έλεγε ένας κάτι για έναν άλλον, θα φώναζα και εκείνον, για να βγάλω άκρη. Θα έπαιρνα τηλέφωνο, για να δω τι κάνει ο άλλος που είχε έναν πειρασμό, που αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα κ.λπ. Πως θα μπορούσα να ησυχάσω;
Ο ιερεύς πρέπει να τραβάη μπροστά, για να ακολουθούν οι πιστοί. Βλέπεις, στο κοπάδι πάει μπροστά το γκισέμι[7] και τα άλλα πρόβατα ακολουθούν. Γυρίζει τα κέρατα προς τα δεξιά, γυρίζει και όλο το κοπάδι δεξιά. Όλα τα πρόβατα ακολουθούν το κριάρι, τον αρχηγό δηλαδή. Γι’ αυτό δεν απομονώνονται τα πρόβατα· πάνε το ένα πίσω από το άλλο. Έχει το κριάρι την κατεύθυνση προς τα πού θα πάη και τα πρόβατα ακολουθούν.
- Γέροντα, δικαιολογείται ένας που έχει μια ποιμαντική ευθύνη να αγαπάη μια ψυχή καλή πιο πολύ από μια άλλη που έχει παράλογες απαιτήσεις;
- Είσαι λ.χ. βοσκός και έχεις στο κοπάδι σου πολλά αρνιά. Άλλα χαρούμενα βόσκουν και βελάζουν και άλλα είναι καχεκτικά ή με καμμιά βδέλλα επάνω τους και απομακρύνονται στις άκρες. Ποια θα φροντίσης περισσότερο; Δεν θα φροντίσης αυτά που είναι καχεκτικά; Ή, αν χυμήξη σε μερικά ένα τσακάλι και βάλουν τις φωνές, που θα τρέξης; Σ’ αυτά που βελάζουν «μπε-μπε» και βόσκουν ήσυχα ή σ’ αυτά που φωνάζουν σπαρακτικά από το τσακάλι; Ο τσοπάνος το αρρωστιάρικο ή πληγωμένο αρνί το πονάει περισσότερο και το περιποιείται ιδιαίτερα μέχρι να πάρη επάνω του και αυτό. Και αυτούς που κάνουν θαύματα και αυτούς που έχουν τραυματισθή από τον εχθρό διάβολο να τους έχουμε τοποθετημένους στον ίδιο τόπο της καρδιάς μας· να μην περιφρονούμε εσωτερικά τους δεύτερους. Περισσότερο έχω αγαπήσει, έχω πονέσει και τους έχω στον νου μου συνέχεια αυτούς που είχαν άσχημα ζωή και αγωνίζονται να κόψουν τα πάθη τους, παρά αυτούς που δεν βασανίζονται από πάθη. Όταν υπάρχη εσωτερική αγάπη, τότε πληροφορείται και ο άλλος, γιατί αυτή η αγάπη γλυκαίνει και όλον τον εξωτερικό άνθρωπο και τον ομορφαίνει με την θεία Χάρη, η οποία δεν κρύβεται, γιατί ακτινοβολεί.
Οι ποιμένες, είτε ιερείς είναι είτε αρχιερείς, καλά είναι να θυμούνται και τον Μωυσή, τι τράβηξε με τα δυο εκατομμύρια γκρινιάρικο λαό. Πόση προσευχή με αγάπη έκανε για τον λαό του και πόσο ταλαιπωρήθηκε χρόνια ολόκληρα στην έρημο και αυτός, μέχρι να τον οδηγήση στην Γη της Επαγγελίας. Εάν αυτά θα φέρνουν στην μνήμη τους, θα παίρνουν άφθονο κουράγιο και δεν θα γογγύσουν ποτέ για τις ελάχιστες ταλαιπωρίες τους εν συγκρίσει με τις ταλαιπωρίες που πέρασε ο Μωυσής.


Εκκοσμίκευση του κλήρου

- Γέροντα, είναι απαραίτητος ο Εκκλησιαστικός[8] να διακονή με μανδύα και το καλοκαίρι με την ζέστη; Εγώ δυσκολεύομαι με την ζέστη.
- Αυτή η καλογερική σήμερα… τι να πω! Ο Άγιος Αθανάσιος φορούσε χονδρό ρούχο και έναν σταυρό πολύ βαρύ για άσκηση, και σήμερα που φθάσαμε! Εκεί στην Αυστραλία που είχα πάει, ήταν με σορτσάκιο ένας νεωκόρος. «Για την θάλασσα, του λέω, για ‘κεί είναι αυτό». «Κινούμαι έτσι πιο άνετα», μου λέει. Έτσι ξεκινούν σιγά-σιγά και μετά φθάνουν: «Να πετάξουμε τα ράσα, για να μη μας καίη ο ήλιος!». Εμποδίζει ο μανδύας; Πέταξέ τον. Το μανδήλι εμποδίζει, γιατί ιδρώνεις; Πέταξέ το. Εκεί πάμε. Να ρυθμίση καθένας τον εαυτό του, βρε παιδάκι μου! Να βάλη λιγώτερα ρούχα από μέσα.
- Γέροντα, μπορεί κανείς να βγάζη το ράσο και να φοράη μόνον τον μανδύα;
- Και οι ιερείς να βγάλουν το αντερί και να είναι με το παντελόνι; Εμ, τι να πω; Ο μανδύας είναι ένδυμα του μοναχού. Δίνεται στον σταυροφόρο και στον μεγαλόσχημο. Στην διάρκεια της κουράς τον φοράει ο ανάδοχος και, όταν βάλη το ράσο στον νεόκουρο, τον βγάζει και του τον φοράει. Μου έκανε εντύπωση στην Αλεξάνδρεια που έχει και πολλή ζέστη πως μερικές γυναίκες φορούσαν όλο μαύρα, επειδή το έχουν από την παράδοσή τους. Και εμείς δεν αντέχουμε ο ράσο που το έχουμε από τους Πατέρες μας;
- Γέροντα, λένε: «Μήπως το ράσει κάνει τον παπά;»
- Πρόσεξε λ.χ. δυο ελιές που η μία έχει φύλλα και η άλλη δεν έχει. Ποια από τις δυο σου αρέσει; Αυτή που έχει φύλλα ή αυτή που δεν έχει; Όταν ήμουν στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, μια φορά ξεφλούδισα τον κορμό της ελιάς που ήταν στην αυλή και έγραψα: «Τα δένδρα πέταξαν την στολή τους, θα δούμε την προκοπή τους!...» και δίπλα: «Παπάς αράσοτος, άρα άσωτος». Εκείνον τον καιρό συζητούσαν πολύ το θέμα να μη φορούν ράσα οι ιερείς και έρχονταν μερικοί εκεί, για να πάρουν από μένα… ευλογία!
- Κάποιος, Γέροντα, έφερε στο Μοναστήρι ορθόδοξο ιερέα με παντελόνι. Να παίρνουμε την ευχή του;
-Τι ευχή να πάρης; Να λέγατε σ’ αυτόν που τον έφερε, οποιοσδήποτε και να ήταν: «Συγχωρέστε μας, αλλά είναι αρχή του Μοναστηριού να δίνουμε ράσο. Ιερεύς να έρθη με παντελόνι σε ορθόδοξο γυναικείο Μοναστήρι; Δεν ταιριάζει». Όταν δεν ντρέπεται αυτός που τον έφερε ή ο ίδιος που ήρθε χωρίς ράσο, θα ντραπής εσύ να του δώσης ράσο; Κάποτε συνάντησα στο αεροδρόμιο έναν νέο αρχιμανδρίτη με λαϊκά. Πήγαινε στο εξωτερικό και μου συστήθηκε: «Είμαι ο πατήρ τάδε». «Που είναι τα ράσα σου;» του είπα και φυσικά δεν του έβαλα μετάνοια.
- Γέροντα, μερικοί υποστηρίζουν ότι ο κλήρος, αν εκσυγχρονισθή, θα βοηθήση πιο πολύ.
- Όταν είχε πάει ο Πατριάρχης Δημήτριος στην Αμερική στην Σχολή του Τιμίου Σταυρού, πήγαν μερικοί ευλαβείς φοιτητές Αμερικάνοι και του είπαν: «Παναγιώτατε, στην εποχή μας πρέπει ο κλήρος να εκσυγχρονισθή». Και ο Πατριάρχης απάντησε: «Ο Άγιος Κοσμάς λέει: ‘’ Όταν οι κληρικού γίνουν λαϊκοί, οι λαϊκοί θα γίνουν δαίμονες!’’» Καλά δεν τους είπε; Του ετοίμασαν για να μείνη ένα πολυτελέστατο δωμάτιο με κρεββάτι επίσημο κ.λπ. Μόλις το είδε, είπε: «Που θα μείνω; Σ’ αυτό το δωμάτιο; Φέρτε μου καλύτερα ένα ράντζο. Ο κληρικός, όταν κοσμικοποιηθή, γίνεται υποψήφιος διάβολος».
- Γέροντα, μήπως να κάνουμε πιο απλά άμφια; Μήπως βλάπτουμε τους ιερείς με τα πολλή κεντημένα;
- Θα σας τιμά, αν πήτε: «Εμείς κάνουμε αυτά τα απλά. Μπορούμε να κάνουμε και με πολύ κέντημα, αλλά το αποφεύγουμε, γιατί μας πειράζει ο λογισμός που σκανδαλίζεται ο κόσμος. Το εκμεταλλεύονται μετά και οι άλλοι που δεν πιστεύουν. Ακούμε να λένε: ‘’Εμείς δεν έχουμε ψωμί να φάμε και οι παπάδες έχουν ένα σωρό στολές’’». Αν κάνετε απλά κεντήματα, θα έρχωνται και σοβαροί ιερείς να τα πάρουν. Αν έρχωνται ιερείς με κοσμικό φρόνημα, και αυτοί θα γίνωνται ρεζίλι, και εσείς θα γίνεσθε ρεζίλι με τα πολύ στολισμένα. Στα καλύμματα Αγίας Τραπέζης και Τιμίων Δώρων μπορείτε να βάλετε περισσότερο κέντημα. Και να αποφεύγετε να βάζετε σταυρούς χαμηλά στα στιχάρια και στα φαιλόνια. Βάλτε κάτι άλλο συμβολικό. Κάθονται οι ιερείς επάνω στους Αγίους, στους σταυρούς… Αυτό είναι ανευλάβεια.


«Τις ελέγχει με περί σκανδάλου;»

- Γέροντα, η θεία Χάρις χάνεται από έναν κληρικό, όταν πέση σε κάποιο θανάσιμο αμάρτημα;
- Όχι. πώς να χαθή; Η θεία Χάρις μπορεί να απομακρυνθή· όχι όμως να χαθή. Έναν ιερέα, άμα τον κάνουν αργό, έχει την ιερωσύνη, αλλά τα Μυστήρια δεν ενεργούν. Δεν έχει δύναμη πια ο ιερεύς. Το κυριώτερο είναι η Χάρις. Αν αποκατασταθή, τότε είναι τα Μυστήρια έγκυρα.
Θέλει πολλή διάκριση στο θέμα των ιερέων που έχουν κωλύματα. Χρειάζεται πολλή προσοχή να μη δημιουργηθή με αδιάκριτες αυστηρότητες σκάνδαλο στον κόσμο και μπη σε λογισμούς και η οικογένεια του ιερέως. Να πάυη τις Λειτουργίες με τρόπο, για να μη γίνεται κακό στους πιστούς αντί για καλό. Γιατί τα κωλύματα τα ξέρει ο Θεός και ο ιερεύς· εάν όμως παύση αμέσως, τότε και οι πιστοί και η οικογένειά του θα μπουν σε λογισμούς, και έτσι το κακό θα είναι μεγαλύτερο.
Βλέπω πως καμμιά φορά επιτρέπει ο Θεός και ευλαβείς κληρικοί να πάθουν κάτι σωματικό, π.χ. να τρέχη η μύτη τους αίμα ή να πονά το στομάχι τους κ.λπ., και να εμποδίζωνται από την Λειτουργία, και έτσι να αναπαύωνται οι ιερείς που έχουν κωλύματα και πρέπει να παύσουν να λειτουργούν. Έρχεται καμμιά φορά κανένας ιερεύς στο Καλύβι που έχει κάποιο κώλυμα, ο καημένος, και βλέπω ότι πρέπει να σταματήση να ιερουργή. Καμμιά φορά όμως συμβαίνει ο επίσκοπός του να έχη διαφορετική γνώμη. Μετά τι να πης; Μόνον προσευχή μπορείς να κάνης και επεμβαίνει ο Θεός. Συγκεκριμένα, είχα πει σε κάποιον και τον προετοίμασα να αφήση την ιερουργία. Όταν το είπε στον Πνευματικό του και στον επίσκοπό του, δεν συμφώνησαν. Έτσι συνέχισε να ιερουργή, ενώ είχε το κώλυμα. Μετά από λίγο διάστημα τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ενώ ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο, ανέβηκε εκεί το αυτοκίνητο και τον άφησε στον τόπο! «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»[9]!
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει καμμία έλλειψη. Η μόνη έλλειψη που παρουσιάζεται, είναι από μας τους ίδιους, όταν δεν αντιπροσωπεύουμε σωστά την Εκκλησία, από τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία μέχρι τον απλό πιστό. Μπορεί να είναι λίγοι οι εκλεκτοί, όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι Ναός που κτίζεται με πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός· «και ο πεσών επί τον λίθον τούτον συνθλασθήσεται· εφ’ ον δ’ αν πέση, λικμήσει αυτόν»[10].
Ο Χριστός ανέχεται σήμερα μια κατάσταση. Ανέχεται και ενεργεί η θεία Χάρις για χάρη του λαού. Μια μπόρα είναι· θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα· δεν θα σταθούν. Είδες που αναφέρει στο Ευαγγέλιο: «Λυχνάρι μισοσβησμένο δεν θα το φυσήξω. Καλάμι ραγισμένο δεν θα το αγγίξω»[11]; Αυτό το είπε ο Χριστός, για να είμαστε αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως. Βλέπεις, όταν το λυχνάρι δεν έχη άλλο λάδι στην κούπα και μείνη μόνο λίγο λάδι στο φιτίλι, θα σβήση μετά από λίγο, έστω και αν το φιτίλι πάη μια επάνω μια κάτω. Είναι σαν τον ετοιμοθάνατο που έχει τις τελευταίες αναλαμπές. Ο Χριστός όμως δεν θέλει να το φυσήξη και να το σβήση, γιατί μετά θα πη: «Εγώ θα έκαιγα, αλλά με φύσηξες και έσβησα!» Τι σε φύσηξα; Η κούπα δεν είχε καθόλου λάδι! Ούτε το ραγισμένο καλάμι θέλει να το αγγίξη, γιατί μετά, αν σπάση, θα πη : «Με άγγιξες και έσπασα!» Μα αφού ήσουν ραγισμένο και θα έσπαζες, τι μου λες ότι σε άγγιξα και έσπασες;
Εμείς οι μοναχοί, αλλά και οι κληρικοί, σκορπούμε αθεΐα, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη από τις αρετές μας όχι από τα χάλια μας. Ιδίως το παράδειγμα των μοναχών στους κοσμικούς είναι πολύ μεγάλο πράγμα! Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή. Βλέπεις, εμείς δεν μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο Χριστός, «τις ελέγχει με περί αμαρτίας;»[12] αλλά «τις ελέγχει με περί σκανδάλου», αυτό πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Ο Χριστός το είπε εκείνο, γιατί ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Έχουμε ατέλειες, έχουμε πτώσεις, τέλος πάντων, αλλά δεν κάνει να γινώμαστε αιτία να σκανδαλίζεται ο άλλος.
Μου έλεγε ένας στρατηγός: «Αν δεν είχα την πίστη από την μάνα μου, θα την είχα χάσει, όταν πήγα στην Κύπρο τότε με τα γεγονότα. Άνθρωπος της Εκκλησίας να φωνάζη από το τηλέφωνο: ‘’Σφάξτε τους Τούρκους’’, στα καλά καθούμενα, ενώ η διαταγή έλεγε: ‘’Μην τους πειράζετε’’»! Και οι Φαρασιώτες, όταν ήρθαν στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία, παρασύρθηκαν από αιρέσεις που είχαν παρουσιασθή εκείνα τα χρόνια εδώ, γιατί έβλεπαν δεσποτάδες, παπάδες χωρίς ευλάβεια. Έβλεπαν στην Εκκλησία άλλου είδους κόσμο, χωρίς πνευματική ζωή, οπότε σκανδαλίσθηκαν. Είχαν άλλη εικόνα από εκεί. Παρουσιάσθηκαν και οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι έλεγαν, «εμείς εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο», και οι καημένοι παρασύρθηκαν.
Αν όμως φταίη ένας δεσπότης, ένας παπάς, ένας καλόγερος, δεν φταίει ο Χριστός. Αλλά οι άνθρωποι δεν πάνε ως εκεί. «Αντιπρόσωπος του Χριστού δεν είναι;» λένε. Ναι, αλλά αναπαύεται ο Χριστός με αυτόν τον αντιπρόσωπο; Ή δεν σκέφτονται τι τον περιμένει αυτόν τον αντιπρόσωπο στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό μερικοί που σκανδαλίζονται από μερικά γεγονότα καταλήγουν να μην πιστεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν οι καημένοι ότι όπως, αν φταίη ένας χωροφύλακας, δεν φταίει το έθνος, έτσι κι αν φταίη ένας παπάς, δεν φταίει η Εκκλησία. Όσοι όμως σκανδαλίζονται, αλλά έχουν καλή διάθεση, καταλαβαίνουν, όταν τους εξηγήσης. Αυτοί έχουν και ελαφρυντικά, γιατί μπορεί να μην είχαν βοηθηθή και να έχουν άγνοια από μερικά πράγματα.
- Γέροντα, γιατί κανένας δεν παίρνει μια θέση με τόσα σκάνδαλα που γίνονται στην Εκκλησία;
- Στα εκκλησιαστικά θέματα όλες οι καταστάσεις δεν είναι να πάρης θέση. Μπορεί να ανέχεται κανείς μια κατάσταση κάνοντας υπομονή, έως ότου ο Θεός δείξη τι πρέπει να κάνη. Άλλο είναι να ανέχεται κανείς μια κατάσταση και άλλο να την αποδέχεται, ενώ δεν πρέπει. Ύστερα, σε τέτοιες περιπτώσεις, ό,τι έχει να πη κανείς να το πη με σεβασμό, ανδρίκια· όχι να βρίζη, να δημοσιεύη. Να το πη ιδιαιτέρως στο ίδιο το πρόσωπο στο οποίο αφορά το θέμα με πόνο, από αγάπη, για να προσέξη μερικά πράγματα. Δεν είναι ειλικρινής και ευθύς εκείνος που λέει κατά πρόσωπο την αλήθεια ούτε εκείνος που την δημοσιεύει, αλλά εκείνος που έχει αγάπη και αληθινή ζωή και μιλάει με διάκριση, όταν πρέπη, και λέει εκείνα που πρέπει στην πρέπουσα ώρα.
Εκείνοι που ελέγχουν με αδιακρισία έχουν πνευματική σκότιση και κακία και βλέπουν τους ανθρώπους δυστυχώς σαν κούτσουρα. Και ενώ τους πελεκάνε αλύπητα και υποφέρουν οι άνθρωποι, αυτοί χαίρονται για το τετραγώνισμα που τους κάνουν, για «τον κυβισμό»! Μόνο σε άνθρωπο που έχει δαιμόνιο αρχικό δικαιολογείται να θεατρίζη τους ανθρώπους μπροστά στον κόσμο, να τους λέη το παρελθόν τους (σε όσους βέβαια έχει δικαιώματα το δαιμόνιο), για να κλονίζη αδύνατες ψυχές. Το ακάθαρτο πνεύμα, φυσικά, δεν βγάζει στην φόρα τις αρετές των ανθρώπων αλλά τις αδυναμίες τους. Οι ελευθερωμένοι όμως άνθρωποι από τα πάθη τους, επειδή δεν έχουν κακία, το κακό το διορθώνουν με καλωσύνη. Αν δουν καμμιά φορά κάπου λίγη ακαθαρσία που δεν καθαρίζεται, την σκεπάζουν με καμμιά πλάκα, για να μην αηδιάση και ο άλλος που θα την δη. Ενώ εκείνοι που ξεσκαλίζουν σκουπίδια μοιάζουν με τις κότες…
Τώρα[13] ο διάβολος κάνει μουντζούρες πολλές και μπλέκει πολύ τα πράγματα, αλλά τελικά θα σπάση τα μούτρα του. Μετά από χρόνια θα λάμψουν οι δίκαιοι. Και λίγη αρετή να έχουν, εν τούτοις θα φαίνωνται, γιατί θα επικρατή πολύ σκοτάδι, και ο κόσμος θα στραφή προς αυτούς. Αυτοί που σήμερα κάνουν τα σκάνδαλα, αν ζουν τότε, θα ντρέπωνται.


Αντιμετώπιση εκκλησιαστικών θεμάτων

- Γέροντα, ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση, όταν προκύπτουν δύσκολα εκκλησιαστικά θέματα;
- Να αποφεύγωνται τα άκρα· με τα άκρα δεν λύνονται τα θέματα. Βλέπαμε παλιά, ο μπακάλης έβαζε λίγο-λίγο με την σέσουλα στην ζυγαριά, και έτσι έβρισκε την ακρίβεια και ισορροπούσε και η ζυγαριά. Δηλαδή δεν έβαζε απότομα πολύ ούτε αφαιρούσε απότομα πολύ. Τα δύο άκρα πάντα ταλαιπωρούν την Μητέρα Εκκλησία και οι ίδιοι που τα κρατούν ταλαιπωρούνται, γιατί τα δύο άκρα συνήθως καρφώνουν… Είναι σαν να κρατάη το ένα άκρο δαιμονισμένος, όταν έχη αναίδεια πνευματική (περιφρόνηση για όλα), και το άλλο άκρο σαν να το κρατάη τρελλός, όταν έχη μωρό ζήλο με στενοκεφαλιά. Ένας πνευματικά αναιδής δηλαδή με έναν ζηλωτή, που έχει μωρό ζήλο, ποτέ δεν συμφωνούν, αλλά τρώγονται και χτυπιούνται, γιατί και οι δύο στερούνται την θεία Χάρη. Τότε – Θεός φυλάξοι! – μπορεί να χτυπιούνται συνέχεια τα δύο άκρα και «άκρη να μην τους βρίσκη» κανείς. Εκείνοι που θα μπορέσουν να λυγίσουν τα δύο αυτά άκρα, για να ενωθούν – να ομονοήσουν-, θα στεφανωθούν από τον Χριστό με δύο αμάραντα στεφάνια.
Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν να την διορθώση, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζη ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώση δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια, και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας. Καλά είναι το ποτάμι να μην είναι πολύ ορμητικό, γιατί παίρνει σβάρνα κούτσουρα, πέτρες, ανθρώπους, αλλά ούτε βέβαια και πολύ ρηχό, γιατί θα κάθωνται κουνούπια…
Είναι μερικοί πάλι που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου και όχι με το γενικώτερο καλό. Παρακολουθεί ο ένας τον άλλο περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πη ή τι θα γράψη ο άλλος, για να τον χτυπήση κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε και με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Πολλές φορές μάλιστα σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, γιατί τους σκανδαλίζει. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με το δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις – ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται – προφασιζόμενοι το «ειπέ τη Εκκλησία»[14], ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους ή την Αδελφότητά τους και, εάν τους φανή καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους.
Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όλοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχώμαστε όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. Δυστυχώς μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνή με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος.


Αξιώματα και ανθρώπινη δόξα

Απορώ, πως μερικοί δίνουν τόση σημασία στην ανθρώπινη δόξα και όχι στην δόξα του Θεού που μας περιμένει, όταν «των ανθρώπων την δόξαν φύγωμεν». Σε τι θα μας ωφελήση, αν αποκτήσουμε και το πιο μεγάλο αξίωμα που υπάρχει και μας εγκωμιάζη όλος ο κόσμος; Θα μας οδηγήσουν στον Παράδεισο τα εγκώμια του κόσμου ή θα μας ωθήσουν στην κόλαση; Τι είπε ο Χριστός; «Δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω»[15]. Σε τι θα με ωφελούσε αν μπορούσα να γίνω από μοναχός ιερομόναχος, δεσπότης, πατριάρχης; Θα με βοηθούσαν τα αξιώματα να σωθώ ή θα ήταν μεγάλο βάρος σε έναν αδύνατο Παΐσιο και θα με γκρέμιζαν στην κόλαση; Εάν δεν υπήρχε άλλη ζωή, μπορούσε να δικαιολογηθή μια τέτοια ανοησία, Ένας όμως που επιδιώκει την σωτηρία της ψυχής του όλα τα βλέπει «σκύβαλα»[16] και δεν επιδιώκει αξιώματα.
Ο Μωυσής, παρ’ όλο που ήταν απεσταλμένος από τον Θεό να ελευθερώση τον λαό του Ισραήλ, δεν αξιώθηκε να πάη στην Γη της Επαγγελίας, γιατί έφθασε σε σημείο να αγανακτήση κατά του Θεού εξ αιτίας του λαού. Ζούσε συνέχεια μέσα στην γκρίνια του λαού και μια φορά αγανάκτησε. «Μου ζητούν νερό, είπε. Που να τους βρω νερό;»[17] Μα πριν από λίγο χτύπησες την πέτρα και έβγαλες νερό και τους έδωσες! Δύσκολο ήταν; Αλλά είχε μπλέξει με τα θέματα, με τις υποθέσεις του λαού και ξέχασε πόσο νερό είχε βγάλει νωρίτερα, και από τις πολλές σκοτούρες που είχε, δεν το κατάλαβε, για να ζητήση συγχώρεση από τον Θεό. Αν ζητούσε συγχώρεση, θα τον συγχωρούσε ο Θεός. Το να μην πάη στην Γη της Επαγγελίας ήταν ένας μικρός κανόνας από τον Θεό, ένα επιτίμιο για την αγανάκτησή του. Φυσικά ο Θεός τον πήρε στον Παράδεισο και τον τίμησε με το να τον στείλη μαζί με τον Προφήτη Ηλία στο Όρος Θαβώρ, στην Μεταμόρφωση του Κυρίου. Όλα αυτά βοηθούν να καταλάβουμε πόσο μεγάλο εμπόδιο γίνεται το αξίωμα με τις ευθύνες για την πορεία ενός Χριστιανού προς τον Παράδεισο.
Μερικοί, ενώ εσωτερικά και εξωτερικά θα έπρεπε να είναι όλο χαρά, γιατί οικονόμησε ο Θεός να είναι απαλλαγμένοι από κάθε ευθύνη, αντιθέτως επιδιώκουν ευθύνες και αξιώματα, και όταν δεν τους δίνωνται, τσιγαρίζονται και φθείρουν και την ψυχή τους και το σώμα τους, τον ναό του Θεού[18] κατά τον Απόστολο Παύλο. Ενώ ο Χριστός τους ετοιμάζει την ουράνια δόξα, αυτοί θέλουν να περάσουν στον Παράδεισο δια μέσου της δόξης των ανθρώπων.
Ίσως όμως μου πουν μερικοί: «Γιατί άλλοι δοξάζονται και από ανθρώπους, δοξάζονται μετά και από τον Θεό;». Στην ουσία κανείς δεν θα δοξασθή από τον Θεό, όταν θέλη την ανθρώπινη δόξα. Να μην επιδιώκη ποτέ κανείς μόνος του ευθύνες. Όταν τον απαλλάσσουν από ευθύνες, θα πρέπη να χαίρεται, γιατί κανονικά θα έπρεπε να στενοχωριέται για τις ευθύνες που είχε. Αν δεν χαίρεται, σημαίνει ότι υπάρχει μέσα του ύπουλα η υπερηφάνεια. Να μην επιδιώκουμε ποτέ αξιώματα, για να δοξασθούμε από αυτά, γιατί αυτό φανερώνει αρρώστια προχωρημένη. Δείχνει ότι βαδίζουμε αρρωστημένα άλλο δρόμο από τον δρόμο της ταπεινοφροσύνης που βάδισαν οι Άγιοι Πατέρες και έφθασαν στον Παράδεισο.
Έχουμε πλήθος Αγίων Πατέρων που απέφευγαν τις ευθύνες· ηγουμενίες, ιερωσύνη και αρχιερωσύνη. Άλλοι έκοβαν τα χέρια, άλλοι τις μύτες, άλλοι τα αυτιά και άλλοι τις γλώσσες, για να μην είναι αρτιμελείς και τους χειροτονήσουν. Άλλους τους ξεσκέπαζαν τις καλύβες και τους χειροτονούσαν από πάνω, άλλους τους χειροτονούσαν από μακριά, όπως τον Άγιο Αμφιλόχιο. Ενώ είχαν μόρφωση και αγιότητα, επειδή όμως είχαν νιώσει την μεγάλη αξία της ψυχής, καθώς και το μεγάλο βάρος των ευθυνών, που γίνεται μεγάλο εμπόδιο για να σωθή ο άνθρωπος, γι’ αυτό τις απέφευγαν. Αυτοί βρήκαν τον κανονικό δρόμο.
Και στο Άγιον Όρος μερικοί θεωρούν την ιερωσύνη εμπόδιο στην πνευματική ζωή, γιατί εκτός των άλλων υποχρεώσεων είναι υποχρεωμένοι να πάνε, όταν έρθη ένας δεσπότης ή να πάνε στα πανηγύρια – πνευματικά βέβαια πανηγύρια, αλλά και αυτά δεν αναπαύουν. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, γνώρισα έναν διάκο που γέρασε και πέθανε διάκος. Όταν ήταν ακόμη νέος μοναχός, το Μοναστήρι είχε ανάγκη από διάκο και τον χειροτόνησαν. Αργότερα ήρθαν νεώτεροι. Οι νεώτεροι έγιναν διάκοι και ιερείς, και εκείνος έδινε συνέχεια την σειρά του στους άλλους και παρέμενε διάκος. Όταν του έλεγαν να γίνη ιερεύς, έλεγε: «Τώρα δεν έχει ανάγκη το Μοναστήρι. Δόξα τω Θεώ, υπάρχουν οι νεώτεροι αδελφοί». Τον έβαλαν στο γραφείο. Όταν ήρθαν μορφωμένοι στο Μοναστήρι, παρακάλεσε και έφυγε και από το γραφείο. Όταν το Μοναστήρι περνούσε μια δυσκολία, παρακάλεσε αυτός ο ευλαβής διάκος έναν ιερέα ενάρετο να αναλάβη την ηγουμενία. Εκείνος του είπε: «Πως εσύ αποφεύγεις τις ευθύνες και τις φορτώνει σ’ εμένα; Γίνε εσύ προϊστάμενος, για να γίνω και εγώ ηγούμενος». Έτσι έγινε ο ένας ηγούμενος και ο άλλος προϊστάμενος. Όταν τακτοποιήθηκαν τα πράγματα και πήγαινε καλά το Μοναστήρι, παραιτήθηκε πάλι από προϊστάμενος. Πολύ με βοήθησε αυτός ο διάκος· είχε πολλή Χάρη Θεού. Αυτόν καλούσαν για τα δύσκολα θέματα στην Ιερά Κοινότητα να πη την φωτισμένη του γνώμη.
- Τι φταίει, Γέροντα, όταν πνευματικοί άνθρωποι, ενώ δεν αγαπούν τα χρήματα, επιδιώκουν όμως την δόξα; Ισχύει αυτό που έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες: «Πολλοί εμίσησαν τον πλούτον, την δόξαν ουδείς»[19];
- Το κεφάλι το άδειο φταίει! Αυτή είναι κενή δόξα. Το «πολλοί εμίσησαν τον πλούτον...» είναι κοσμική νοοτροπία· δεν χωράει στην πνευματική ζωή. Αυτά τα έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες που δεν γνώριζαν τον αληθινό Θεό. Στην πνευματική ζωή η δόξα πρέπει να εξαφανισθή. Μεγαλύτερη ατιμία από αυτή που υπέφερε ο Χριστός υπέφερε κανείς; Οι Πατέρες την ατιμία ζητούσαν και τους τιμούσε ο Θεός. Αυτοί ακόμη στο κοσμικό στάδιο βρίσκονται. Ποδόσφαιρο παίζουν. ΠΑΟΚ – ΑΕΚ – ΔΟΞΑ! Η δόξα που αναφέρει στο Ευαγγέλιο έχει αγάπη και ταπείνωση. «Δόξασόν σου τον υιόν, λέει, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε... αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν»[20]. Ζητούσε δηλαδή ο Χριστός από τον Θεό να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Λυτρωτή τους, για να σωθούν. Σήμερα οι περισσότεροι ενδιαφέρονται πως να αποκτήσουν από παντού δόξα. Δόξα από ‘δώ, δόξα από ‘κεί, και τελικά καταλήγουν σε... λόξα από ‘δώ, λόξα από ‘κεί. Αυτό είναι που είπε ο Χριστός: «Δόξα παρά αλλήλων λαμβάνοντες»[21], «πλανώντες και πλανώμενοι»[22]. Με κάτι τέτοια μου έρχεται να κάνω εμετό. Σε τέτοια ατμόσφαιρα δεν μπορώ να ζήσω ούτε είκοσι τέσσερις ώρες.
Οι ευθύνες είναι μεγάλο εμπόδιο στην πνευματική ζωή. Όσοι θέλουν να κάνουν δουλειά πνευματική αποφεύγουν τις ευθύνες. Συνήθως δεν βλέπει κανείς καλό τέλος σ’ αυτούς που επιδιώκουν αξιώματα και προϊσταμενίες. Μπαίνει το προσωπικό στοιχείο, ο εγωισμός, και μετά συγκρούονται και μαλώνουν μεταξύ τους οι προϊστάμενοι, επειδή υπάρχει και στον ένα και στον άλλο προϊστάμενο ο εγωισμός. Όσοι όμως αγωνίζονται φιλότιμα και δεν αναπαύουν τον εαυτό τους και βγάζουν τον εαυτό τους από την κάθε ενέργειά τους βοηθάνε πολύ θετικά, γιατί τότε μόνον αναπαύονται οι ψυχές που έχουν ανάγκη βοηθείας και τότε μόνο θα αναπαυθή εσωτερικά η ψυχή τους και σ’ αυτήν την ζωή και στην αιώνια.
Οι Άγιοι Πατέρες, παλιά, έφευγαν στην έρημο πρώτα και ερημώνονταν από τα πάθη τους με τον αγώνα τους. Χωρίς σχέδια και προγράμματα δικά τους αφήνονταν στα χέρια του Θεού και απέφευγαν τα αξιώματα και την εξουσία, ακόμη και όταν έφθαναν σε μέτρα αγιότητος – εκτός αν η Μητέρα Εκκλησία είχε ανάγκη, οπότε έκαναν υπακοή στο θέλημα του Θεού, και δοξαζόταν το Όνομα του Θεού με την αγία τους ζωή. Γίνονταν δηλαδή πνευματικοί αιμοδότες, αφού αποκτούσαν καλή κατάσταση πνευματικής υγείας στην έρημο, με την καλή πνευματική τροφή και την άγρυπνη πατερική παρακολούθηση.


Η διοίκηση στην Εκκλησία

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντα λειτουργούσε με Συνόδους. Το ορθόδοξο πνεύμα είναι να λειτουργή η Σύνοδος στην Εκκλησία και η Γεροντική Σύναξη στα Μοναστήρια. Ο αρχιεπίσκοπος και η Σύνοδος να αποφασίζουν μαζί. Ο ηγούμενος ή η ηγουμένη και το ηγουμενοσυμβούλιο να αποφασίζουν μαζί. Ο αρχιεπίσκοπος είναι πρώτος μεταξύ ίσων. Και ο πατριάρχης δεν είναι πάπας· έχει τον ίδιο βαθμό με τους υπόλοιπους ιεράρχες. Ενώ ο πάπας έχει άλλο βαθμό – κάθεται ψηλά και του φιλούν το πόδι!- ο πατριάρχης κάθεται μαζί με τους άλλους ιεράρχες και συντονίζει. Και ένας ηγούμενος ή μία ηγουμένη σε σχέση με τους προϊσταμένους είναι πάλι πρώτοι μεταξύ ίσων.
Δεν μπορεί ο αρχιεπίσκοπος ή ένας ηγούμενος να κάνη ό,τι θέλει. Φωτίζει ο Θεός τον έναν ιεράρχη ή προϊστάμενο για το ένα θέμα, τον άλλον για το άλλο. Βλέπεις, και οι τέσσερις Ευαγγελιστές συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Έτσι και εδώ λέει την γνώμη του ο καθένας, και όταν υπάρχη αντίθετη γνώμη, καταχωρίζεται στα πρακτικά. Γιατί, όταν πρόκειται για μια απόφαση αντίθετη με τις εντολές του Ευαγγελίου και ένας δεν συμφωνή, να δεν ζητήση να καταχωριστή η γνώμη του, θα φαίνεται ότι συμφωνεί. Αν δεν συμφωνή και υπογράψη, χωρίς να καταχωριστή η γνώμη του, κάνει κακό και φέρει ευθύνη· είναι ένοχος. Ενώ, αν πη την γνώμη του, και η πλειοψηφία να είναι αντίθετη, αυτός είναι εντάξει απέναντι στον Θεό. Αν στην Εκκλησία δεν λειτουργή σωστά η Σύνοδος ή στα Μοναστήρια η Σύναξη, τότε, ενώ μιλούμε για ορθόδοξο πνεύμα, έχουμε παπικό. Το ορθόδοξο πνεύμα είναι να λέη και να καταχωρίζη ο καθένας την γνώμη του, όχι να μη μιλάη, γιατί φοβάται, ή να κολακεύη, για να τα έχη καλά με τον αρχιεπίσκοπο ή με τον ηγούμενο.
Αλλά και οι κληρικοί που μπαίνουν στην διοίκηση νέοι στην ηλικία, έστω και αν έχουν προσόντα, βλάπτονται, χαραμίζονται. Μπαίνουν στα γρανάζια, διοίκηση, γραμματεία κ.λπ. και δεν βοηθιούνται πνευματικά, ενώ έχουν προϋποθέσεις. Μερικοί, αν δεν χαραμίζονταν και έκαναν δουλειά στον εαυτό τους, θα ήταν αργότερα μεγάλα κεφάλαια για την Εκκλησία. Όταν ο άνθρωπος δεν ασχολήται με την καλή έννοια με τον εαυτό του, δεν κάνη δηλαδή δουλειά στον εαυτό του, είναι σαν έμπορας που αγοράζει και πουλάει και δεν ξέρει τι χρέη έχει, και τελικά τον κλείνουν στη φυλακή.
Πολύ λυπάμαι όταν ακούω νέοι ιερείς να είναι στο γραφείο. Αν έμεναν έξω από την διοίκηση λίγο ακόμη, θα βοηθούσαν αργότερα πιο πολύ. Δυστυχώς όμως γίνονται προϊστάμενοι νέοι ιερείς και όχι έμπειροι, που θα μπορούσαν να κάνουν δουλειά πνευματική στο ποίμνιό τους, και έτσι γίνεται διπλό κακό. Δηλαδή οι νέοι αναλαμβάνουν ευθύνες, πριν κάνουν πνευματική δουλειά στον εαυτό τους, και βρίσκονται σε θέσεις που πρέπει να προσφέρουν, πριν αποκτήσουν πνευματικό πλούτο. Οι μεγαλύτεροι πάλι μη έχοντας υπεύθυνες θέσεις δεν έχουν την δυνατότητα να προσφέρουν την πολύτιμη πείρα τους και τον θείο φωτισμό τους.


Η Θεία Λειτουργία

- Γέροντα, όταν τελήται Θεία Λειτουργία, πάντοτε πρέπει να υπάρχη κάποιος που θα κοινωνήση;
- Ναι, γιατί ο κύριος σκοπός της Θείας Λειτουργίας είναι να κοινωνούν οι Χριστιανοί, έστω και λίγοι που είναι έτοιμοι. Όλες οι ευχές αναφέρονται στους πιστούς που θα κοινωνήσουν. Γι’ αυτό έστω και ένας πρέπει να κοινωνάη. Φυσικά, θα τύχη και καμμιά φορά να μην είναι ούτε ένας έτοιμος· άλλο αυτό. Καλά είναι όμως ακόμη και ένα μικρό παιδάκι, ένα μωρό, να κοινωνάη. Και όταν δεν βρίσκεται κανείς, τότε είναι μόνο για να κοινωνάη ο ιερεύς και να μνημονεύωνται ονόματα. Αλλά αυτό ας γίνεται ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας.
Τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης τα ζη κανείς σε κάθε Θεία Λειτουργία. Η Αγία Πρόθεση είναι η Βηθλεέμ, η Αγία Τράπεζα είναι ο Πανάγιος Τάφος, και ο Εσταυρωμένος ο Άγιος Γολγοθάς. Αγιάζεται όλη η κτίση από την Θεία Λειτουργία, από την παρουσία του Χριστού. Οι Θείες Λειτουργίες κρατούν τον κόσμο! Είναι φοβερό το τι μας έχει δώσει ο Θεός! Δεν είμαστε άξιοι γι’ αυτό! Υπάρχουν ιερείς που ζουν σε κάθε Θεία Λειτουργία το φοβερό αυτό Μυστήριο. Μου είπε κάποιος κληρικός ότι ένας πολύ απλός και καλός ιερεύς του έλεγε: «Δυσκολεύομαι πολύ να κάνω κατάλυση. Πέφτουν τα βρωμοδάκρυά μου μεσ’ στο άγιο Ποτήριο· δεν μπορώ να τα συγκρατήσω, και γι’ αυτό στενοχωριέμαι πολύ». Και έκλαιγε! Του λέει και εκείνος: «Πες στον Χριστό να μου δώση και μένα λίγα ‘’βρωμοδάκρυα’’».
- Γέροντα, γιατί, όταν ο ιερεύς παίρνη καιρό, κατεβαίνετε από το στασίδι;
- Κατεβαίνω, γιατί εκείνη την ώρα που προσεύχεται ο ιερεύς στέλνει ο Θεός την θεία Χάρη στον ιερέα, για να τον απαλλάξη από τις αδυναμίες του, ώστε να μπορέση να τελέση την θεία Μυσταγωγία. Τότε και οι πιστοί πρέπει με ευλάβεια να προσεύχωνται για να πάρουν Χάρη.
Η Θεία Λειτουργία αρχίζει από την Προσκομιδή. Πως ο Θεός οικονομάει καμμιά φορά να καταλάβουμε και να ζήσουμε και εμείς τα άγια Μυστήρια! Όταν ήμουν Εκκλησιαστικός, μου συνέβη ένα γεγονός. Μια φορά, όταν ο ιερεύς έκανε την Προσκομιδή, την στιγμή που είπε: «Ως Πρόβατον επί σφαγήν ήχθη», ακούω σπαρτάρισμα αρνιού επάνω στο άγιο Δισκάριο. Όταν πάλι είπε: «Θύεται ο Αμνός και Υιός του Θεού», ακούω βέλασμα από την Αγία Πρόθεση. Φοβερό! Γι’ αυτό λέω στους ιερείς να μην προετοιμάζουν από νωρίτερα την Προσκομιδή και μετά κάνουν τα άλλα εικονικά. Δηλαδή δεν πρέπει να κόβουν το πρόσφορο από νωρίτερα και απλώς εκείνη την στιγμή να τοποθετούν τον Αμνό στο άγιο Δισκάριο και να λένε, «θύεται ο Αμνός του Θεού» και «ως Πρόβατον επί σφαγήν ήχθη», ενώ έχουν ήδη βγάλει τον Αμνό. Όταν λένε αυτά τα λόγια, τότε πρέπει να παίρνουν την αγία Λόγχη και να χαράζουν το πρόσφορο. Όταν δηλαδή λένε, «θύεται ο Αμνός του Θεού», τότε να Τον «θύουν».
Όταν ο ιερεύς χτυπάη το κουδουνάκι την ώρα που κάνει Προσκομιδή και μνημονεύετε και εσείς νοερώς ονόματα, να συμμετέχη η καρδιά σας στον πόνο της κάθε ψυχής που μνημονεύετε, είτε ζωντανή είναι είτε κεκοιμημένη. Να φέρνετε στον νου σας γενικά όλες τις περιπτώσεις των ανθρώπων και όποιον συγκεκριμένα έχετε υπ’ όψιν σας και να λέτε: «Μαρίας, Νικολάου... ξέρεις Εσύ, Θεέ μου, τα προβλήματά τους· βοήθησέ τους». Ονόματα που σας δίνουν για μνημόνευση, να τα μνημονεύετε σε μερικές Θείες Λειτουργίες, άλλα σε τρεις, άλλα σε πέντε, και μετά να μνημονεύωνται και άλλα. Γιατί να έχης άλλους να τους μνημονεύης συνέχεια και άλλους που έχουν ανάγκη να μην τους μνημονεύης καθόλου; Αυτό δεν το καταλαβαίνω, Ονόματα Καθολικών, Ιεχωβάδων κ.λπ. δεν κάνει να μνημονεύωνται στην Ιερά Πρόθεση. Δεν μπορεί να βγαίνη γι’ αυτούς μερίδα ούτε γίνεται γι’ αυτούς μνημόσυνο. Υπέρ υγείας και φωτισμού μπορούμε να ευχώμαστε και γι’ αυτούς, ακόμη και Παράκληση να κάνουμε.
- Γέροντα, μερικοί ιερείς λένε ότι δεν θέλουν να λειτουργούν συχνά, για να μη συνηθίσουν.
- Δεν είναι σωστό αυτό να το λέη ο ιερεύς. Είναι δηλαδή σαν να λέη: «Δεν πάω τακτικά στους συγγενείς μου, ώστε να με καλοδέχωνται περισσότερο, όταν πηγαίνω». Χρειάζεται όμως προετοιμασία. Η Θεία Κοινωνία θεραπεύει, αγιάζει αυτόν που αγωνίζεται. Έναν που δεν αγωνίζεται, πως να τον βοηθήσης; Τι να αλλοιώση ο Χριστός, αφού δεν αλλοιώνεται ο ίδιος ο άνθρωπος; Κάποτε, στην Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου ήταν ένας Γέροντας με δύο υποτακτικούς. Ο ένας ήταν ιερομόναχος και ο άλλος ιεροδιάκονος. Μια μέρα λοιπόν πήγαν οι υποτακτικοί του σε ένα εξωκκλήσι, για να λειτουργήσουν. Ο ιερεύς όμως φθονούσε πολύ τον διάκο, και τον ζήλευε, επειδή ο διάκος ήταν πιο έξυπνος και επιτήδειος σε όλα· αλλά και ο διάκος δεν βοηθούσε με τον εγωιστικό του τρόπο. Ο ιερεύς είχε προετοιμασθή εξωτερικά, διαβάζοντας την Θεία Μετάληψη και κάνοντας όλα τα σχετικά τυπικά. Δυστυχώς όμως δεν έκανε το κυριώτερο, την εσωτερική προετοιμασία· δηλαδή να εξομολογηθή ταπεινά, για να διώξη τον φθόνο και την ζήλεια από την καρδιά του, τα οποία δεν φεύγουν με το να αλλάξουμε τα ρούχα μας και να λούσουμε το κεφάλι. Έτσι λοιπόν με την εξωτερική αυτή προετοιμασία προχώρησε στο φοβερό Θυσιαστήριο, για να λειτουργήση. Μόλις όμως άρχισε να προσκομίζη, τι συνέβη; Ακούστηκε ξαφνικά ένας μεγάλος κρότος και είδε να φεύγη το άγιο Δισκάριο από την Προσκομιδή και να εξαφανίζεται. Επόμενο ήταν να μην μπορέσουν πια να λειτουργήσουν. Εάν δεν τους εμπόδιζε ο Καλός Θεός με αυτόν τον τρόπο και λειτουργούσε ο ιερεύς με την ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, μου λέει ο λογισμός ότι θα πάθαινε μεγάλο κακό.
- Γέροντα, αν συμβή κάτι την ώρα της Θείας Λειτουργίας, μπορεί η Θεία Λειτουργία να διακοπή;
- Όταν γίνεται Θεία Λειτουργία, δεν μπορεί ο ιερεύς να την αφήση στην μέση, ο,τιδήποτε και να συμβή. Και πόλεμος να κηρυχθή, θα την τελειώση. Και οι εχθροί να έρχωνται έξω από την Εκκλησία, θα κοιτάξη το πολύ-πολύ να βιασθή λίγο, για να τελειώση. Θα βοηθήση ο Θεός να τελειώση. Αλλά πρέπει να έχη κανείς εμπιστοσύνη στον Θεό· να μη φοβάται.

Ο Λειτουργός του Υψίστου πρέπει να έχη πολλή προσοχή, καθαρότητα, ακρίβεια. Είναι ανώτεροι από τους Αγγέλους οι ιερείς. Οι άγιοι Άγγελοι καλύπτουν τα πρόσωπά τους την ώρα που τελείται το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ενώ ο ιερεύς το τελεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Γιορτές και αργίες


«Εορτάσωμεν, πιστοί,
εορτήν πνευματικήν...»[23]

Ο Χριστός με την μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του μας ανασταίνει αληθινά, αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά· τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
- Γέροντα, πως μπορεί να ζήση κανείς πνευματικά τις γιορτές;
- Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε τις άγιες ημέρες. Να σκεφτώμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα κ.λπ.) και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολλή ευλάβεια κάθε γιορτή. Οι κοσμικοί ζητούν να καταλάβουν τα Χριστούγεννα με το χοιρινό, το Πάσχα με το αρνί, τις Αποκριές με το κομφετί. Οι αληθινοί μοναχοί όμως κάθε μέρα ζουν τα θεία γεγονότα και αγάλλονται συνέχεια. Κάθε εβδομάδα ζουν την Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή ζουν την Μεγάλη Τετάρτη, την Μεγάλη Πέμπτη, την Μεγάλη Παρασκευή, δηλαδή τα Πάθη του Χριστού, και κάθε Κυριακή του Πάσχα, την Ανάσταση. Τι, θα πρέπη να έρθη η Μεγάλη Εβδομάδα, για να θυμηθή κανείς τα Πάθη του Χριστού; Πρέπει να έρθη το Πάσχα με το αρνί, για να καταλάβω το «Χριστός ανέστη» σαν τους κοσμικούς; Ο Χριστός τι είπε; «Έτοιμοι γίνεσθε»[24] είπε. Δεν είπε, «ετοιμασθήτε τώρα!» Από την στιγμή που λέει ο Χριστός, «έτοιμοι γίνεσθε», πρέπει ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, να είναι έτοιμος συνέχεια. Να μελετάη και να ζη τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάη τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθή και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθή. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψάλλονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζη τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται. Όταν σκεφτώμαστε λ.χ. έναν Άγιο , που τον έχουμε σε ευλάβεια ή τον Άγιο που γιορτάζουμε, ο νους θα πάη και λίγο παραπάνω· θα πάη στον Ουρανό. Και όταν σκεφτώμαστε τους Αγίους, μας σκέφτονται και οι Άγιοι και μας βοηθούν. Έτσι πιάνει κανείς φιλία με τους Αγίους, που είναι και η πιο σίγουρη φιλία. Τότε μπορεί να είναι μόνος και να ζη με όλους· και με Αγίους και με Αγγέλους και με όλον τον κόσμο. Να είναι μόνος και να νοιώθη όλη αυτήν συντροφιά! Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων. Όλοι οι Άγιοι είναι παιδιά του Θεού και βοηθούν εμάς τα ταλαίπωρα παιδιά του Θεού.
Τους Αγίους μας, που έχυσαν είτε αίμα είτε ιδρώτες και δάκρυα για την αγάπη του Χριστού, πάντα πρέπει να τους γιορτάζουμε με ευλάβεια, για να βοηθιώμαστε. Και όταν ακούμε το Συναξάρι τους «Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου...», να στεκώμαστε εκείνη την στιγμή όρθιοι, όπως και οι στρατιώτες στέκονται προσοχή, όταν διαβάζωνται τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων συναδέλφων τους. «Την τάδε του μηνός... ο στρατιώτης δείνα έπεσε μαχόμενος ηρωικώς στο τάδε μέτωπο».
Στην γιορτή, για να νιώση κανείς το γεγονός, δεν πρέπει να δουλεύη. Την Μεγάλη Παρασκευή λ.χ., εάν θέλη να νιώση κάτι, δεν πρέπει να κάνη τίποτε άλλο εκτός από προσευχή. Στον κόσμο οι καημένοι οι κοσμικοί την Μεγάλη Εβδομάδα έχουν δουλειές. Μεγάλη Παρασκευή να δίνουν ευχές. «Χρόνια Πολλά! Να ζήσετε! Με μια νύφη!»... Δεν κάνει! Εγώ την Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στο Καλύβι. Όπως και μετά το Αγγελικό Σχήμα η εβδομάδα της ησυχίας που ακολουθεί, βοηθάει, γιατί ποτίζει η θεία Χάρις την ψυχή και καταλαβαίνει ο μεγαλόσχημος τι έγινε, έτσι και στις γιορτές η ησυχία πολύ βοηθάει. Μας δίνεται περισσότερη ευκαιρία να ξεκουρασθούμε λίγο, να μελετήσουμε και να προσευχηθούμε. Θα έρθη ένας καλός λογισμός, θα εξετάσουμε τον εαυτό μας, θα πούμε λίγο την ευχή και θα νιώσουμε έτσι και κάτι από το θείο γεγονός της ημέρας.


«Κρείσσον ολίγον τω δικαίω...»

Σήμερα δυστυχώς δεν χρησιμοποιούμε την ελευθερία για το καλό, για την αγιότητα, αλλά για την κοσμικότητα. Παλιότερο δούλευαν οι άνθρωποι όλη την εβδομάδα και είχαν την Κυριακή αργία. Τώρα έχουν και το Σάββατο αργία. Ζουν όμως τώρα περισσότερο πνευματικά ή αμαρτάνουν περισσότερο; Αν αξιοποιούσαν τον χρόνο τους στα πνευματικά, θα ήταν διαφορετικά· θα ήταν συμμαζεμένοι οι άνθρωποι. Πάμε να κλέψουμε από τα πνευματικά, από τον Χριστό, εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι. Οι κοσμικοί, ό,τι αγγαρεία έχουν να κάνουν, την Κυριακή θα συμφωνήσουν να την κάνουν. Ψάχνουν καμμιά Κυριακή γι’ αυτό, καμμιά γιορτή για ‘κείνο, και παίρνουν οργή Θεού. Τι βοήθεια θα έχουν μετά από τους Αγίους; Μέρα αγγαρείας είναι η Κυριακή; Και κάποια εξυπηρέτηση να θέλουν να μας προσφέρουν οι άλλοι, όχι Κυριακή.
Δεν αφήνουμε τον Θεό να μας κάνη κουμάντο. Και ό,τι δεν γίνεται με πίστη στον Θεό, δεν έχει σχέση με τον Θεό· είναι κάτι κοσμικό. Γι’ αυτό κι εκείνο που κάνουμε, δεν έχει ευλογία, και έτσι δεν έχει καλά αποτελέσματα. Μετά λέμε: «Φταίει ο διάβολος». Δεν φταίει ο διάβολος, αλλά εμείς δεν αφήνουμε τον Θεό να μας βοηθήση. Όταν δουλεύουμε τις αργίες, δίνουμε δικαιώματα και εξ αρχής μπαίνει ο διάβολος. «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν»[25], λέει ο Ψαλμός. Αυτό έχει ευλογία· τα άλλα όλα είναι ροκανίδια. Πρέπει όμως να έχη κανείς πίστη, φιλότιμο και ευλάβεια και να τα αφήνη όλα με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αλλιώς και τις γιορτές θα κουτσοδουλεύη και τις άλλες μέρες θα χαζεύη.
Και να δήτε ο Θεός ποτέ δεν αφήνει. Κυριακή και γιορτή ποτέ δεν δούλεψα, και ο Θεός ποτέ δεν μ’ άφησε και τις δουλειές τις ευλογούσε. Θυμάμαι, μια φορά ήρθαν αλωνιστικές μηχανές στο χωριό και ειδοποίησαν τον πατέρα ότι θα άρχιζαν πρώτα από τα δικά μας χωράφια, ημέρα Κυριακή, και μετά θα έφευγαν για κάτω. Μου λέει ο πατέρας: «Τι θα κάνουμε; Ήρθαν οι μηχανές». «Εγώ Κυριακή δεν δουλεύω, του λέω· την Δευτέρα». «Αν όμως χάσουμε αυτήν την ευκαιρία, μου λέει, θα παιδευτούμε πολύ με τα άλογα». «Δεν με πειράζει, του λέω. Ας αλωνίζω μέχρι τα Χριστούγεννα». Πήγα στην Εκκλησία χωρίς να δώσω σημασία. Μόλις ξεκίνησαν οι μηχανές για το αλώνι, έσπασαν στον δρόμο και ειδοποίησαν ξανά τον πατέρα: «Να μας συγχωρήτε, χάλασαν οι μηχανές. Θα πάμε στα Γιάννενα να τις φτιάξουμε και την Δευτέρα θα αρχίσουμε πρώτα από σας»! Έτσι δεν αλώνισαν την Κυριακή αλλά την Δευτέρα. Πολλά τέτοια είδαν τα μάτια μου.



Αν εμείς οι μοναχοί δεν κρατάμε τις γιορτές,
οι κοσμικοί τι να κάνουν;

Και στα Μοναστήρια παλιά τι πνεύμα υπήρχε! Θυμάμαι, γιόρταζαν οι κοσμικοί την ημέρα του Στρατού με το νέο ημερολόγιο και μετά έφερναν τα σταφύλια στον Άγιον Όρος. Μπορεί όμως την ημέρα που θα έφθαναν στο Όρος να είχαμε εμείς του Σταυρού με το δικό μας ημερολόγιο. Αλλά οι Πατέρες ποτέ δεν πήγαιναν να ξεφορτώσουν. Τα γύριζαν πίσω ή άφηναν εκεί και το καΐκι και τα σταφύλια. Το ίδιο γινόταν και με το λάδι ή την ξυλεία, αν έρχονταν ημέρα γιορτής. Και ήταν φτωχά τα Μοναστήρια. Σκέφτονταν: «Ο άλλος που θα δη καλογήρους να δουλεύουν αυτήν την ημέρα τι θα πη;» Χίλιες φορές προτιμούσαν να τα πάρη η φουρτούνα, να χαθούν και τα σταφύλια και τα λάδια, παρά να τα ξεφορτώσουν και να χάσουν την γιορτή, να σκανδαλίσουν και ψυχές.
Τώρα... Βρέθηκα σ’ ένα Μοναστήρι παραμονή γιορτής και ξεφόρτωναν σταφύλια. Παγκοινιά μετά, για να πατήσουν τα σταφύλια. Το βράδυ είχαν Αγρυπνία και την μετέθεσαν. Και ήταν μεγάλη γιορτή! «Εν ανάγκη και νόμου μετάθεσις γίνεται»... Αλλού Κυριακή να διορθώνουν το Μοναστήρι που κάηκε· πάλι θα καή! Βλέπουν και οι κοσμικοί και λένε μετά: «Δεν είναι τίποτε οι γιορτές».
Θέλει πολλή προσοχή να μη δουλεύουμε, ιδίως εμείς οι μοναχοί, στις γιορτές, γιατί αμαρτάνουμε και εμείς, αλλά γινόμαστε και σκάνδαλο στους κοσμικούς, και διπλά αμαρτάνουμε. Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Αυτοί μπορεί να δουλεύουν μέρα-νύχτα, γιορτές να μην κρατούν, και αν δουν μια καλόγρια ή έναν καλόγερο να δουλεύη σε μια μεγάλη ανάγκη, τους λέει μετά ο διάβολος: «Εδώ παπάδες δουλεύουν, εσύ γιατί να μη δουλέψης;» Μια κουβέρτα να τινάξη μια καλόγρια την Κυριακή, αν την δουν κοσμικοί, θα πουν: «Αφού οι καλόγριες δουλεύουν, εμείς γιατί να μην πάμε στην δουλειά;» Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή να μη γινώμαστε σκάνδαλο.
- Και αν, Γέροντα, έρθη ένας τεχνίτης να δουλέψη μέρα γιορτής, π.χ. στα Εισόδια της Παναγίας;
- Εισόδια της Παναγίας και να δουλέψη μάστορας στο Μοναστήρι! Δεν ταιριάζει! Να μη δουλέψη!
- Γέροντα, αυτό συνέβη, γιατί η αδελφή δεν σκέφθηκε να του πη να μην έρθη.
- Τότε χρειάζεται κανόνας στην αδελφή.
- Γέροντα, σε μια γιορτή, μετά από Αγρυπνία, αν νυστάξη κανείς, μπορεί να κάνη ένα εργόχειρο και να λέη την ευχή;
- Μετάνοιες δεν μπορεί να κάνη; Ας κάνη μετάνοιες, για να ξενυστάξη· γιατί να κάνη εργόχειρο;
- Ούτε την Κυριακή, όταν έχη κάνει τα πνευματικά του, μπορεί λ.χ. να πλέξη κομποσχοίνι;
- Γιατί να πλέξη κομποσχοίνι; Γιατί δεν χορταίνεις αυτήν την μέρα πνευματικά; Μπαίνει ένα κοσμικό πνεύμα και στα Μοναστήρια δυστυχώς. Σε μερικά μάλιστα Μοναστήρια, όπως μαθαίνω, τις Κυριακές ή τις μεγάλες γιορτές, μόλις έρθη το μεσημέρι, πηγαίνουν στα διακονήματα. Λες και τα παιδιά τους πεθαίνουν από την πείνα ή έχουν χρέη και θα βγάλουν το σπίτι σε πλειστηριασμό!... Τόση ανάγκη!... Άλλο ο αρχοντάρης, ο μάγειρας· στο αρχονταρίκι, στην κουζίνα είναι ανάγκη· δεν μπορεί να μην πάη κανείς.
Τυχαίνει καμμιά φορά να μου φέρη κάποιος ψάρι. Του λέω: «Πάρ’ το και φύγε». Αν ο ένας φέρη ψάρια, ο άλλος ζωντανά, ο άλλος ψόφια, τι θα γίνη; Κι εδώ αν φέρουν τα ψάρια μέρα γιορτής και θέλετε να τα ετοιμάσετε, τότε τι θα χαρήτε από τη γιορτή; Θυμάστε τον Παπα-Μηνά στην Σκήτη της Αγίας Άννης; Ένας ψαράς του πήγε Κυριακή πρωί ψάρια για την πανήγυρη. «Γέροντα, είναι φρέσκα», του λέει. «Καλά, σήμερα είναι Κυριακή· πότε τάπιασες και είναι φρέσκα;» τον ρωτάει παραξενεμένος ο Παπα-Μηνάς. «Σήμερα το πρωί», του λέει ο ψαράς. «Πέταξέ τα, παιδί μου· αυτά είναι αφορισμένα! λέει ο Παπα-Μηνάς. Και για να το διαπιστώσης, δώσε ένα ψάρι στον γάτο και θα δης ότι δεν θα το φάη». Πράγματι ο ψαράς πέταξε ένα ψάρι στον γάτο και ο γάτος γύρισε πίσω το κεφάλι του· έδειξε αποστροφή. Τέτοια ευαισθησία είχαν!
Σήμερα βλέπεις στα Μοναστήρια σε μεγάλες γιορτές εργάτες, μάστορες... Μια φορά, της Παναγίας, σ’ ένα Μοναστήρι είχαν εργάτες, ολόκληρο συνεργείο με αλυσοπρίονα και ξύλευαν το δάσος. Ενώ ήταν ξάστερος ο ουρανός, ήρθε ένα σύννεφο, έπεσαν κεραυνοί κοντά στους υλοτόμους και έφυγαν με τέτοιο τρόμο που, ενώ πήρε το δάσος φωτιά, ούτε καν ειδοποίησαν. Τρόμαξαν να την σβήσουν αργότερα. Την άλλη Κυριακή πάλι μηχανές· δυο συνεργεία ξαναβγήκαν. Οργή Θεού είναι και οι πυρκαγιές, αφού ξυλεύουμε Κυριακές και γιορτές. Και το κακό είναι που δεν το καταλαβαίνουμε. Έχουμε ξεπεράσει το όριο της ανοχής του Θεού.
Αν υπάρχη κάποια ανάγκη, κάνουν οι καλόγεροι ένα κομποσχοίνι, εκατό κόμπους, και φωτίζει ο Θεός κάποιον και στέλνει εκατό χιλιάδες. Το έργο του μοναχού είναι η προσευχή. Αν δεν έχουμε εμείς εμπιστοσύνη στον Θεό, ποιοι θα έχουν; Οι κοσμικοί; Υποχρεώνεται ο Θεός να τον ακούη τον μοναχό που του εμπιστεύεται την ζωή του. Στο Κοινόβιο που ήμουν, ήταν ένας παρηγουμενιάρης. Και σβέλτος δεν ήταν και πριν τελειώση η Θεία Λειτουργία δεν έφευγε, αλλά και τις δουλειές τις έκανε. Εγώ ήμουν πιο σβέλτος, έφευγα και πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, να ετοιμάσω το Συνοδικό, και μου έρχονταν όλα ανάποδα. Πότε μου γύριζε το μπρίκι και μου χυνόταν ο καφές και πότε μου έπεφταν τα φλιτζάνια και τα ποτήρια, όλο αναποδιές! Εκείνος έφευγε στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Έκανε τον σταυρό του και πίστευε ότι ο Θεός θα τον βοηθήση. Και αν τον μάλωναν, θα το δεχόταν ταπεινά. Είχε ταπείνωση και διπλά ωφελείτο.
Πάντως οι άνθρωποι, όταν δεν σκαλώνουν σε λεπτομέρειες, που δεν βλάπτουν αν παραλειφθούν, ωφελούνται διπλά και δοξολογούν διπλά τους εορταζομένους Αγίους. Όσο μπορούμε, να προσέχουμε να μην είναι εις βάρος των πνευματικών ό,τι κάνουμε, αλλά τα πνευματικά προηγούνται, για να αγιάζωνται όλες οι εργασίες και να έχουμε και τις ευλογίες του Θεού. Να δίνουμε τα πρωτεία στην πνευματική ζωή και όχι στα υλικά. Αν κανείς έχη πρώτα τις δουλειές και ύστερα την προσευχή, δίνει μεγαλύτερη αξία στις δουλειές παρά στα πνευματικά. Αυτό έχει υπερηφάνεια και ανευλάβεια. Δεν αγιάζεται το έργο που γίνεται με χρεωκοπία πνευματική. Αν δίνουμε τα πρωτεία στα πνευματικά, ο Θεός όλα θα τα τακτοποιήση. Αν εμείς οι μοναχοί δεν κρατάμε τις γιορτές, οι κοσμικοί τι να κάνουν; Αν εμείς δεν κάνουμε πνευματικά και δεν παρακαλούμε τους Αγίους να βοηθούν, ποιος θα παρακαλέση; Έτσι λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό, αλλά δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό. Αν εμείς οι καλόγεροι που φοράμε τα ράσα ούτε Κανόνες σεβώμαστε, καταπατούμε και ατιμάζουμε τα πάντα, τι νόημα έχει τότε η ζωή μας;


Δουλεύουν Κυριακές και γιορτές
και τους βρίσκουν συμφορές

Κανονικά πριν από τον Εσπερινό της γιορτής ή της Κυριακής σταματάει κάθε εργασία. Καλύτερα είναι να δουλέψη κανείς περισσότερο την προπαραμονή, όταν αυτό μπορή να ρυθμισθή, και να μη δουλέψη μετά τον Εσπερινό της παραμονής. Άλλο είναι να κάνη κανείς σε μια γιορτή ή την Κυριακή ένα ελαφρό πράγμα το απόγευμα, όταν είναι μεγάλη ανάγκη, αλλά και αυτό πάλι με τρόπο. Παλιά και οι χωρικοί που ήταν έξω στα χωράφια, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού, έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν την δουλειά. Το ίδιο και οι γυναίκες που κάθονταν στην γειτονιά. Σηκώνονταν, έκαναν τον σταυρό τους και άφηναν το πλέξιμο ή ό,τι άλλο έκαναν. Και ο Θεός τους ευλογούσε. Είχαν την υγεία τους και χαίρονταν... Τώρα κατήργησαν τις γιορτές, απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία και τελικά όσα βγάζουν από την δουλειά τους τα δίνουν στους γιατρούς και στα νοσοκομεία... Μια φορά ήρθε ένας πατέρας στο Καλύβι και μου λέει: «Το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά και οι γιατροί δεν μπορούν να βρουν τι έχει». «Να σταματήσης να δουλεύης Κυριακή και όλα θ’ αλλάξουν», του είπα. Πράγματι σταμάτησε, και το παιδάκι του έγινε καλά.
Πάντα λέω στους λαϊκούς να σταματήσουν να δουλεύουν Κυριακές και γιορτές, για να μην τους βρουν στην ζωή τους συμφορές. Όλοι μπορούν να ρυθμίσουν την δουλειά τους. Όλη η βάση είναι η πνευματική ευαισθησία. Αν υπάρχη ευαισθησία, βρίσκονται λύσεις για όλα. Και αν λίγο ζημιωθούν από μια λύση, θα πάρουν ευλογία διπλή. Πολλοί όμως δεν το καταλαβαίνουν. Ούτε στην Θεία Λειτουργία πηγαίνουν. Η Θεία Λειτουργία αγιάζει. Αν δεν πάη ο Χριστιανός την Κυριακή στην Εκκλησία, πως θα αγιασθή;
Δυστυχώς όμως πάνε σιγά-σιγά οι άνθρωποι να μην αφήσουν ούτε γιορτές ούτε τίποτε. Βλέπεις, ακόμη και τα ονόματα τα αλλάζουν, για να μη θυμούνται τους Αγίους τους. Το Βασιλική το κάνουν Βίκυ· το Ζωή, Ζωζώ, και έτσι λέει δυο φορές... «ζώο»! Έβαλαν την γιορτή της Μάνας, του Μάη, του Απρίλη... Σε λίγο θα πουν: «Σήμερα είναι η γιορτή της αγκινάρας, την άλλη του κυπαρισσιού, την άλλη τα γενέθλια αυτού που βρήκε την ατομική βόμβα ή το ποδόσφαιρο». Δεν αφήνει όμως ο Θεός...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η ορθόδοξη παράδοση


«Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός
και εις τους αιώνας»[26]

- Γέροντα, συχνά μιλούν για «ανανέωση στην Εκκλησία»· λες και η Εκκλησία γηράσκει και χρειάζεται ανανέωση!
- Ναι, γέρασε!... Μα και αυτοί ακόμη που δεν έχουν ευλάβεια αλλά λίγο μυαλό δεν αναπαύονται σ’ αυτά τα νέα που φτιάχνουν τώρα και ψάχνουν να βρουν εκείνα τα αρχαία. Δεν τους συγκινούν λ.χ. οι νέες εικόνες· καταλαβαίνουν την αξία της παλιάς εικόνας. Αυτοί που έχουν λίγο μυαλό δηλαδή· πόσο μάλλον αυτοί που έχουν ευλάβεια! Από εκεί να καταλάβης πόσο λάθος είναι αυτά που λένε για «ανανέωση» κ.λπ.!
Σήμερα, αν κανείς προσπαθή να κρατήση λίγο την παράδοση, να τηρή τις νηστείες, να μη δουλεύη τις γιορτές, να είναι ευλαβής, λένε μερικοί: «Που βρίσκεται αυτός; Πάνε αυτά τα πράγματα! Αυτά ήταν για τότε!» Και αν δεν γίνονται τώρα!» Σιγά-σιγά τα παίρνουν για παραμύθια. Τι λέει όμως: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση. Αλλά τώρα, ενώ έχει την αδυναμία του, πάει να επιβληθή στον άλλον, γιατί ελέγχεται. Πάρε έναν δαιμονισμένο και βάλ’ τον σε μια πνευματική ατμόσφαιρα. Θα δης, θα γυρίζη από ‘δώ-από ‘κεί· δεν θα μπορή να σταθή, γιατί θα ζορίζεται. Το ίδιο και αυτοί· ελέγχονται, ζορίζονται και πάνε να καταπατήσουν την συνείδησή τους, γι’ αυτό τα λένε αυτά. Και τις αξίες τις λένε κατεστημένο τώρα και πάνε να αντικαταστήσουν τις αξίες με αταξίες. Μεγάλη διαστροφή υπάρχει στον κόσμο! Την ομορφιά την πνευματική την θεωρούν ασχήμια. Η πνευματική ομορφιά δηλαδή για τους κοσμικούς είναι κοσμική ασχήμια. Να, αν πάρης έναν καλόγερο τώρα και του κόψης τα μαλλιά του, πόσο άσχημος γίνεται! Αυτήν όμως την ασχήμια οι κοσμικοί την θεωρούν ομορφιά.
Και βλέπεις, τώρα μάχονται την Εκκλησία, αγωνίζονται για την καταστροφή της. Καλά, να πούμε, δεν πιστεύουν, διδάσκουν την αθεΐα. Αλλά να μην αναγνωρίζουν το καλό που προσφέρει η Εκκλησία και να τα βάζουν με την Εκκλησία; Αυτό έχει πολλή κακότητα. Να μην αναγνωρίζουν π.χ. ότι η Εκκλησία προστατεύει τα παιδιά, τα βοηθάει να μη γίνουν αλητάκια, να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτοί προωθούν τα παιδιά στο κακό· επιτρέπουν την καταστροφή των παιδιών ελεύθερα. Ενώ η Εκκλησία τι διδάσκει; «Να είναι ο νέος φρόνιμος, να σέβεται τους άλλους, να διατηρηθή αγνός, για να παρουσιασθή στην κοινωνία σωστός άνθρωπος». Αλλά τα πράγματα θα έρθουν πάλι στην θέση τους. Στην Ρωσία μια γιαγιά προσευχόταν γονατιστή μέσα στην Εκκλησία δίπλα σε μια κολόνα. Πάει μια νεαρή γυναίκα, που ήταν μεγάλη επιστήμων, και της λέει: «Αυτά είναι ξεπερασμένα πράγματα». Της απαντάει η γιαγιά: «Σ’ αυτήν την κολόνα που προσεύχομαι και κλαίω τώρα εγώ, θα ‘ρθής μετά να κλαις εσύ. Τα δικά σας θα έρχωνται και θα περνούν, θα έρχωνται και θα περνούν, ενώ ο Χριστιανισμός δεν ξεπερνιέται ποτέ».


Σεβασμός στην παράδοση

Πολλοί άγιοι Μάρτυρες, όταν δεν ήξεραν το δόγμα, έλεγαν: «Πιστεύω ό,τι θέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες». Αν κάποιος το έλεγε αυτό, μαρτυρούσε. Δεν ήξερε δηλαδή να φέρη αποδείξεις στους διώκτες για την πίστη του και να τους πείση, αλλά είχε εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες. Σκεφτόταν: «Πως να μην έχω εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες; Αυτοί ήταν και οι πιο έμπειροι και ενάρετοι και άγιοι. Πως εγώ να δεχθή μια ανοησία; Πως να ανεχθώ να βρίζη ένας τους Αγίους Πατέρες;» Να έχουμε εμπιστοσύνη στην παράδοση. Σήμερα, δυστυχώς, μπήκε η ευρωπαϊκή ευγένεια και πάνε να δείξουν τον καλό. Θέλουν να δείξουν ανωτερότητα και τελικά πάνε να προσκυνήσουν τον διάβολο με τα δύο κέρατα. «Μια θρησκεία, σου λένε, να υπάρχη» και τα ισοπεδώνουν όλα. Ήρθαν και σ’ εμένα μερικοί και μου είπαν: «Όσοι πιστεύουμε στον Χριστό, να κάνουμε μια θρησκεία». «Τώρα είναι σαν να μου λέτε, τους είπα, χρυσό και μπακίρι, χρυσό τόσα καράτια και τόσα που τα ξεχώρισαν, να τα μαζέψουμε πάλι και να τα κάνουμε ένα. Είναι σωστό να τα ανακατέψουμε πάλι; Ρωτήστε έναν χρυσοχόο: ‘’Κάνει να ανακατέψουμε την σαβούρα με το χρυσό;’’ Έγινε τόσος αγώνας, για να λαμπικάρη το δόγμα». Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: «Όχι μόνο με αιρετικό αλλά και με Βουδδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μια παρουσία». Τι παρουσία; Τα λύνουν όλα με την λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα νομίζει ότι και τα πνευματικά θέματα μπορούν να μπουν στην Κοινή Αγορά.
Μερικοί από τους Ορθοδόξους που έχουν ελαφρότητα και θέλουν να κάνουν προβολή. «Ιεραποστολή», συγκαλούν συνέδρια με ετεροδόξους, για να γίνεται ντόρος και νομίζουν ότι θα προβάλουν έτσι την Ορθοδοξία, με το να γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα με τους κακόδοξους. Αρχίζουν μετά οι υπέρ-ζηλωτές και πιάνουν το άλλο άκρο· λένε και βλασφημίες για τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών κ.λπ και κατασκανδαλίζουν ψυχές που έχουν ευλάβεια και ορθόδοξη ευαισθησία. Οι ετερόδοξοι από την άλλη έρχονται στα συνέδρια, κάνουν τον δάσκαλο, παίρνουν ό,τι καλό υλικό πνευματικό βρίσκουν στους Ορθοδόξους, το περνάνε από το δικό τους εργαστήρι, βάζουν δικό τους χρώμα και φίρμα και το παρουσιάζουν σαν πρωτότυπο. Και ο παράξενος σημερινός κόσμος από κάτι τέτοια παράξενα συγκινείται, και καταστρέφεται μετά πνευματικά. Ο Κύριος όμως, όταν θα πρέπη, θα παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγορίους Παλαμάδες, που θα συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, για να ομολογήσουν την ορθόδοξη πίστη και να στερεώσουν την παράδοση και να δώσουν χαρά μεγάλη στην Μητέρα μας Εκκλησία.
Εάν ζούσαμε πατερικά, θα είχαμε όλοι πνευματική υγεία, την οποία θα ζήλευαν και όλοι οι ετερόδοξοι, και θα άφηναν τις αρρωστημένες τους πλάνες και θα σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δεν συγκινούνται από την αγίας μας πατερική παράδοση, γιατί θέλουν να δουν και την πατερική μας συνέχεια, την πραγματική μας συγγένεια με τους Αγίους μας. Αυτό που επιβάλλεται σε κάθε Ορθόδοξο είναι να βάζη την καλή ανησυχία και στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη, για να μην αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους, και στερηθούν και σ’ αυτήν την ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή της περισσότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού. Έρχονται εκεί στο Καλύβι μερικά παιδιά Καθολικά με πολύ καλή διάθεση, έτοιμα να γνωρίσουν την Ορθοδοξία. «Θέλουμε κάτι να μας πης, για να βοηθηθούμε πνευματικά», μου λένε. «Κοιτάξτε, του λέω· πάρτε την Εκκλησιαστική Ιστορία και θα δήτε ότι κάποτε ήμασταν μαζί και μετά που φθάσατε. Αυτό πολύ θα σας βοηθήση. Κάντε αυτό, και άλλη φορά θα συζητήσουμε πολλά».
Παλιότερα σεβόταν κανείς κάτι, γιατί ήταν του παππού του, και το φύλαγε σαν κειμήλιο. Είχα γνωρίσει έναν πολύ καλό δικηγόρο. Το σπίτι του ήταν απλό και ξεκούραζε όχι μόνον αυτόν αλλά και τους επισκέπτες. Μου έλεγε κάποτε: «Πριν από λίγα χρόνια, Πάτερ, με κορόιδευαν οι γνωστοί μου για τα παλιά έπιπλα που έχω. Τώρα έρχονται και τα θαυμάζουν για αντίκες. Ενώ εγώ τα χρησιμοποιώ και τα χαίρομαι, γιατί μου θυμίζουν τον πατέρα μου, την μάνα μου, τους παππούδες, και συγκινούμαι, εκείνοι μαζεύουν διάφορα παλιά, κάνουν σαλόνια σαν παλιατζίδικα, για να ξεχνιούνται με αυτά και να ξεχνούν το κοσμικό τους άγχος». Παλιά ένα τόσο δα φλουράκι το κρατούσε κανείς σαν μεγάλη περιουσία από την μάνα του, από τον παππού του. Σήμερα, αν έχη κάποιος από τον παππού του μια λίρα Γεωργίου λ.χ., και έχη εκατό δραχμές διαφορά με την λίρα Βικτωρίας, θα την δώση να την αλλάξη. Δεν εκτιμά, δεν υπολογίζει ούτε μάνα ούτε πατέρα. Μπαίνει αυτό το ευρωπαϊκό πνεύμα και σιγά-σιγά μας παίρνει όλους σβάρνα.
Θυμάμαι, όταν πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, σε μια συνοδία Γέροντας ήταν ένα γεροντάκι που είχε πολλή ευλάβεια. Κρατούσε «πάππον προς πάππον» από ευλάβεια όχι μόνον τα καλυμμαύχια από τους «παππούδες» του, τους προκατόχους του, αλλά και τα καλούπια με τα οποία φτιάχνουν τα καλυμμαύχια. Είχε και βιβλία παλιά και διάφορα χειρόγραφα και τα φύλαγε τυλιγμένα όμορφα στην βιβλιοθήκη, που την είχε κλεισμένη καλά, για να μη σκονίζωνται. Εκείνα τα βιβλία δεν τα χρησιμοποιούσε· τα κρατούσε κλεισμένα. «Εγώ δεν είμαι άξιος να διαβάσω τέτοια βιβλία, έλεγε. Θα διαβάσω αυτά τα απλά, το Γεροντικό, την Κλίμακα». Ήρθε μετά ένας νέος μοναχός – τελικά δεν έμεινε στο Όρος – και του λέει: «Τι μαζεύεις εδώ σαβούρα;» Πήρε τα καλούπια να τα πετάξη, να τα κάψη. Έκλαιγε το καημένο το γεροντάκι: «Αυτό είναι από τον παππού μου, έλεγε τι σε πειράζει; Έχουμε τόσα δωμάτια· ασ’ τα σε μια ακρούλα». Από την ευλάβεια που είχε, κρατούσε όχι μόνον τα βιβλία, τα κειμήλια, τα καλυμμαύχια, αλλά ακόμη και εκείνα τα καλούπια! Όταν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, υπάρχει πολύς σεβασμός και στα μεγάλα. Όταν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, υπάρχει πολύς σεβασμός και στα μεγάλα. Όταν δεν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, ούτε και στα μεγάλα υπάρχει. Έτσι διατηρούσαν την παράδοση οι Πατέρες.


Να κρατούμε στον Μοναχισμό τα δοκιμασμένα

- Γέροντα, όταν μια αδελφή είναι καινούργια σε ένα διακόνημα και βρίσκη μια ορισμένη τάξη, είναι σωστό να κάνη αλλαγές;
- Όχι, να μην κάνη εξ αρχής αλλαγές, ακόμη και αν είναι μόνη της. Το έκαναν αυτό νέες Αδελφότητες που πήγαν σε παλιά Μοναστήρια· δεν σεβάσθηκαν την πείρα των παλιών. Όταν πάη κανείς έτσι και κάνη δικά του προγράμματα και καταργή τα παλιά Τυπικά, την τάξη δηλαδή που υπήρχε παλιά, εκείνα τα δοκιμασμένα που βοηθούσαν στην καλογερική, όχι μόνο δεν έχει παράδοση, αλλά δεν έχει και σεβασμό στην παράδοση. Αργότερα όμως θα καταλάβουν πόσο χρήσιμα ήταν όλα αυτά που άλλαξαν. Αυτοί που τα είχαν βάλει αυτά, κάτι ήξεραν. Ό,τι υπάρχει από παλιά στον Μοναχισμό είναι ζυγισμένο· είναι από πείρα. Βλέπεις, και σε μια τέχνη πρέπει να σέβεται κανείς τους κανόνες της. Από μαραγκός που ήμουν, ξέρω ότι ένα τραπέζι κανονικό έχει ογδόντα πόντους ύψος, το σκαλοπάτι είκοσι επτά πόντους πλάτος. Είναι δοκιμασμένα, κανονισμένα όλα αυτά, και πρέπει να τα ασπασθή ο μαθητής· δεν του χρειάζεται εξήγηση. Έχουν βγη από την πείρα και χρειάζεται εμπιστοσύνη στον τεχνίτη και σεβασμός στην πείρα του. Όποιος δεν σέβεται τους κανόνες της τέχνης δεν θα κάνη σωστή δουλειά· ή θα κάνη το τραπέζι κοντό ή θα το κάνη ψηλό κ.λπ.
Άλλαξα πολλά Καλύβια· είμαι... καυσοκαλυβίτης! Όσες φορές έκανα αλλαγές στις πόρτες, στα καρφιά, στο τέλος κατέληξα ότι όλα είχαν μπη σε σκέψη. Γι’ αυτό τώρα, στην αρχή, και να δυσκολεύωμαι, δεν κάνω καμμιά αλλαγή. Δεν βγάζω ούτε ένα καρφί από τους τοίχους. Αν εγώ ο άπειρος τα ξεκαρφώσω, θα τα ξανακαρφώσω στην θέση που τα βρήκα και θα χαλάσω τους σοβάδες, γιατί ύστερα από δοκιμή τα κάρφωσε ο άλλος Πατέρας. Για να έχη λ.χ. ένα καρφί εκεί στον τοίχο, χρειάζεται να κρεμάσης μια φανέλλα, ένα ράσο. Σε ένα Κελλί που είχα πάει[27], σε κάθε γωνία είχε και από ένα μπαστούνι χοντρό και γυριστό. Τα έπαιρνα και τα έδινα στον κόσμο. Μετά κατάλαβα ότι τα είχε ο προηγούμενος Πατέρας, γιατί υπήρχαν πολλά φίδια εκεί, για να μην τρέχη και ψάχνη.
Το πιο σπουδαίο είναι να κρατάτε αυτά που είναι δοκιμασμένα. Διαφορετικά, φεύγει η παράδοση και μένει η παράβαση. Τι θα πη παράδοση, τι θα πη παράβαση! Πόσο διαφέρει το ένα από το άλλο! Την παράβαση να την κάνουμε παράδοση; Σήμερα μερικά Μοναστήρια κάνουν ό,τι τους βολεύει και το θεωρούν ότι είναι παραδοσιακό, και αντί να είναι παραδοσιακά γίνονται... παραβασιακά. Πως θα έρθη μετά η διάκριση η πνευματική, αν δεν υπάρχη η πνευματική ευαισθησία; Βλέπετε, στον Μοναχισμό χρειάζεται άλλη γραμμή· ούτε η στρατιωτική ούτε η «κινησιακή» ούτε η συνεταιριστική, αλλά η μοναχική, η δοκιμασμένη, η οποία έχει τον χαρακτήρα της πατερικής γραμμής. Μπορεί να λέγεται καμμιά φορά «πατερική» γραμμή και η άλλη η ψευτοθεωρητική μοναχική γραμμή, η οποία όμως δεν έχει καμμιά εσωτερική σχέση με τον Μοναχισμό και τους Πατέρες, αλλά την λένε έτσι, απλώς γιατί διάβασαν τους Πατέρες.
Μερικά νέα Μοναστήρια λειτουργούν σήμερα σαν Ιδρύματα. Είναι βέβαια κάπως δικαιολογημένα, γιατί δεν βρήκαν μαγιά. Μπορούσαν όμως να ρωτήσουν παλιά Μοναστήρια. Μετά την Τουρκοκρατία, όταν ξεκίνησαν ξανά τα πρώτα Μοναστήρια, δεν υπήρχε μαγιά πνευματική. Οι Βαυαροί πήγαιναν να διαλύσουν τα Μοναστήρια που υπήρχαν και να πάρουν τις περιουσίες. Μέχρι και διαταγή έβγαλαν ακόμη και να παντρεύωνται οι μοναχοί, για να τα διαλύσουν! Από την άλλη μεριά οι δικοί μας δεν πήγαν να ψάξουν, να δουν πως ήταν ο Μοναχισμός παλιά και να γυρίσουν στην παράδοση. Έβλεπαν ότι τα Μοναστήρια είχαν αγελάδες, μοσχάρια, και έλεγαν: «Να, αυτός είναι ο Μοναχισμός· να έχουν αγελάδες, μοσχάρια!» Είχαν όμως αγελάδες, μοσχάρια, γουρούνια, γιατί, επί Τουρκοκρατίας, όσοι είχαν περιουσίες, ζώα κ.λπ., τα έδιναν, οι καημένοι, στα Μοναστήρια, για να μην τις πάρουν οι Τούρκοι. Στα Μοναστήρια πήγαινε κόσμος άρρωστος, σακατεμένος και έτρωγε ψωμί. Τάιζαν και αυτούς, τάιζαν και την φτώχεια. Όλοι οι πονεμένοι θα πήγαιναν στα Μοναστήρια. Τότε δεν υπήρχαν Ιδρύματα, οπότε οι μοναχοί αναγκάζονταν να ασχολούνται και με τα ζώα, για να βοηθούν τον κόσμο. Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχε ο λόγος αυτός, συνέχισαν να έχουν μοσχάρια, αγελάδες, πρόβατα, κτηνοτροφία, οπότε πολλοί πνευματικοί άνθρωποι εκείνης της εποχής είπαν: «Να, αυτός είναι ο δικός μας Μοναχισμός!» και πήγαν να πάρουν από τους Δυτικούς τον δικό τους Μοναχισμό με τις Ιεραποστολές τους, να πάρουν όλα τα δυτικά. Δεν γύρισαν πίσω στην δική μας παράδοση να δουν τι συνέβη και να σκεφθούν: «Καλά, έμειναν αυτά από την Τουρκοκρατία. Τότε δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχικά, όπως έπρεπε. Είναι μια αρρώστια από την παλιά κατάσταση. Τώρα πρέπει να γυρίσουμε πάλι στην παράδοση». Αλλά αυτοί δεν γύρισαν στην δική μας παράδοση· γύρισαν στην κατάσταση των Δυτικών! Πήραν τα πρότυπα από εκεί, για να τα εφαρμόσουν εδώ. Αυτό είναι το σφάλμα τους, που δεν γύρισαν στην παράδοση. Βλέπεις, οι Τούρκοι σέβονταν τα βακούφια, γιατί από τους Αγίους μας και οι ίδιοι πολλές φορές έβλεπαν θαύματα, και από τα Μοναστήρια ζητούσαν την θεία βοήθεια και όχι φιλοξενία.

Πάλι θα γυρίσουν στα παλιά


Αργότερα οι άνθρωποι θα εκτιμήσουν που κρατούν οι Χριστιανοί σήμερα την τιμή, την πίστη και όλο το μεγαλείο της Εκκλησίας. Και να δήτε, θα γυρίσουν πάλι στα παλιά. Όπως έγινε και με την αγιογραφία· μια εποχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν την βυζαντινή τέχνη και χτυπούσαν τις τοιχογραφίες με το σκεπάρνι, για να ρίξουν το παλιό σοβά και να τον ξαναφτιάξουν, για να αγιογραφήσουν άλλες εικόνες, της Αναγεννήσεως. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, αναγνώρισαν την αξία της βυζαντινής τέχνης. Μάλιστα πολλοί που δεν έχουν και ευλάβεια, ακόμη και άθεοι, πάνε σιγά-σιγά και ξεσκεπάζουν τις παλιές τοιχογραφίες που έχουν τις σκεπαρνιές. Έτσι και όλα αυτά που πετούν τώρα για άχρηστα σιγά-σιγά θα τα αναζητήσουν.
Βλέπεις και με την βυζαντινή μουσική πως τα πράγματα έρχονται στην θέση τους; Μικρά παιδιά έχουν μάθει βυζαντινή μουσική. Παλιότερα δύσκολα εύρισκες έναν που να ήξερε βυζαντινή μουσική. Τώρα μικρά παιδιά ξέρουν, και οι άλλοι προβληματίζονται μετά. Και τι γλυκά «γυρίσματα»[28] έχει η βυζαντινή μουσική! Ιδίως τα καθαρά βυζαντινά έχουν διάφορα όμορφα, γλυκά γυρίσματα. Άλλα λεπτά σαν το αηδόνι, άλλα σαν απαλό κυματάκι, άλλα δίνουν μια μεγαλοπρέπεια. Όλα αποδίδουν, τονίζουν τα θεία νοήματα. Όμως σπάνια να ακούσης αυτά τα όμορφα γυρίσματα. Οι περισσότεροι που ψέλνουν τα λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. Αφήνουν κενά, τρύπες! Και το κυριώτερο, τα λένε χωρίς τόνο. Απορώ· δεν έχουν οξείες αυτά τα βιβλία τους; Σαν την σημερινή γραμματική είναι χωρίς τόνους, χωρίς οξείες; Τελείως ρηχά τα λένε. Όλα τα πάνε ίσια, λες και πέρασε οδοστρωτήρας και τα ισοπέδωσε όλα! «Πα-νη-ζω, πα-νη-ζω»[29], πανίζουν-πανίζουν τον φούρνο και ψωμί δεν βγάζουν! Άλλοι πάλι τονίζουν χωρίς καρδιά και τσιρίζουν. Άλλοι τα τονίζουν όλα δυνατά, τα λένε και όλα ίσια, όλα καρφωτά, και νομίζεις χτυπούν καρφιά με το σκεπάρνι. Ναι, αλήθεια, ή τελείως άτονα ή σκληρά! Δεν σε ξεσηκώνουν εσωτερικά· δεν σε αλλοιώνουν. Ενώ πόσο γλυκειά είναι η καθαρή βυζαντινή μουσική! Ειρηνεύει, μαλακώνει την ψυχή. Η σωστή ψαλμωδία είναι το ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη! Δηλαδή ευφραίνεται η καρδιά από τον Χριστό και με καρδιά ευφροσύνη μιλάει ο άνθρωπος στον Θεό. Όταν συμμετέχη κανείς σ’ αυτό που ψάλλει, τότε αλλοιώνεται, με την καλή έννοια, και ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακούνε. Πριν από χρόνια κάποιος παλιός ψάλτης πήγε στο Άγιον Όρος και έγινε ρεζίλι. Οι Πατέρες έψελναν παραδοσιακά. Τον πήραν και αυτόν μαζί τους να ψάλη, αλλά αυτός δεν έκανε τα «γυρίσματα», γιατί δεν τα ήξερε. Οι Αγιορείτες τα είχαν από παράδοση. Μετά προβληματίσθηκε και αυτός και μερικοί άλλοι. Μπήκε η καλή ανησυχία, έψαξαν, διάβασαν, άκουσαν παλιούς παραδοσιακούς ψάλτες και βρήκαν τα «γυρίσματα» που είχαν οι παλιοί.
Και οι Τούρκοι την μουσική την πήραν από το Βυζάντιο, όταν ήρθαν στην Μικρά Ασία. Γι’ αυτό οι τουρκικοί αμανέδες, κατά κάποιο τρόπο, συγκινούν, και λέει ο λαός: «Τουρκικά να τραγουδάς, γαλλικά να μιλάς και ελληνικά να γράφης». Όχι ότι όλοι οι Τούρκοι έχουν καλή φωνή, αλλά, ακόμη και όσοι δεν έχουν, τραγουδούν με καημό, με μεράκι. Μερικοί δικοί μας δεν ξέρουν ότι οι αμανέδες είναι βυζαντινοί και λένε πως εμείς πήραμε την βυζαντινή μουσική από τους Τούρκους! Μα οι Τούρκοι, όταν ήρθαν από τα βάθη της Ασίας, δεν είχαν ούτε μουσική ούτε άλλο τίποτε και πήραν τον ήχο από την βυζαντινή μουσική.
- Γέροντα, οι Καθολικοί πως αναπαύονται στο αρμόνιο;
- Γιατί; «Εκλαΐκευση», σου λένε! Εσύ θυμάσαι εκείνες τις καθολικές καλογριές στην Γαλλία, που έψαλλαν στην Ανάσταση το «Χριστός ανέστη» και χόρευαν σύγχρονο χορό με μια εικόνα; Έκαναν… Πάσχα! Την εικόνα την κρατούσε η Γερόντισσά τους! Αλλοίωση, αλλοίωση, και δες που έφθασαν. Άκουσα μια φορά έναν νέο μοναχό που έψαλλε μια Δοξολογία λίγο παράξενη. «Καλά, είπα μέσα μου, τι είναι αυτό που λέει;» Τον ρωτάω μετά «Τίνος είναι αυτή η Δοξολογία;» «Του Πέτρου Πελοποννησίου, μου λέει, αλλά την διόρθωσα». «Την διόρθωσες;» του λέω. «Καλά, μου λέει, δεν έχω και εγώ το δικαίωμα να διορθώσω;» «Να φτιάξης μια δική σου Δοξολογία, άμα θέλης· όχι να χαλάσης την άλλη». Πήγε και έκανε αλλαγές και μετά θα έλεγε: «Αγιορείτικο είναι». Χρειάζεται πολλή προσοχή. Να μην αλλοιώση κανείς αυτά τα παλιά. Άμα θέλη, ας φτιάξη κάτι δικό του και ας βάλη και το όνομά του· έχει δικαίωμα. Αλλά να παίρνη και να αλλοιώνη τα παλιά, είναι ανευλάβεια. Σαν ένας που δεν ξέρει αγιογραφία να πάη να διορθώση μια παλιά εικόνα. Άμα θέλη, ας φτιάξη μια εικόνα δική του, όχι να καταστρέψη μια άλλη εικόνα.

Χωρίς πίστη δεν μπορεί να σταθή ο κόσμος

Πήγαιναν να καταργήσουν την θρησκεία, γιατί νόμιζαν ότι η θρησκεία δημιουργεί προβλήματα. Τώρα σιγά-σιγά βλέπουν ότι ο άνθρωπος, όταν δεν πιστεύη, δεν έχει φρένο και γίνεται θηρίο· δεν μπορεί να σταθή χωρίς ιδανικά. Ένας δημοσιογράφος πήγε σε έναν παλιό πολιτικό, κομμουνιστή, και τον ρώτησε: «Τι πρέπει να προσέξουν οι σημερινοί πολιτικοί για να πετύχουν και τι για να μην αποτύχουν;» Και εκείνος του απάντησε: «Εμείς αποτύχαμε, γιατί τα βάλαμε με την Εκκλησία». Οι κομμουνιστές δηλαδή που δεν πιστεύουν, που δεν έχουν ούτε υλικό ενδιαφέρον ούτε πνευματικό ανέβασμα, κατάλαβαν ότι με τον Θεό δεν μπορούν να τα βάλουν. Τώρα[30] στην Σερβία άρχισαν να χτίζουν Ναούς σε μερικά μέρη. Είδαν μετά από στατιστική ότι όπου υπάρχει Εκκλησία υπάρχουν λιγώτεροι ψυχοπαθείς, γίνονται λιγώτερα εγκλήματα κ.λπ. Δεν πιστεύουν, αλλά, για να μη δίνουν ψυχοφάρμακα, κάνουν Ναούς. αφού και ο Τσαουσέσκου, παρ’ όλο που ήταν «τσαούσης του αίσχους», παρ’ όλο που έλεγε ότι ο Χριστιανισμός είναι το όπιο του λαού κ.λπ., αλλά έλεγε κιόλας ότι οι Χριστιανοί είναι καλοί άνθρωποι. Γιατί, όσοι πίστευαν, είχαν φρένο· δεν έκαναν αταξίες. Ενώ οι άλλοι που δεν πίστευαν, τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Πόσους Αγίους θα έχουμε από την Ρωσία! Τώρα τα βάζουν με τον Κομμουνισμό. Και οι άλλοι πως πάνε να τα δικαιολογήσουν όλα! «Ο Λένιν και ο Μαρξ, λένε, συμφωνούσαν με τον Χριστό, αλλά δεν είχαν καταλάβει το πνεύμα Του, γι’ αυτό έκαναν εγκλήματα κ.λπ». Και αυτό, γιατί έχουν ξεσηκωθή οι Χριστιανοί: «Θέλουμε να επανέλθουμε στην παλιά μας παράδοση, στην θρησκεία μας». Και επειδή δεν μπορούν να συγκρατήσουν τώρα τον κόσμο, λένε και αυτοί: «Να επανέλθουμε στην παλιά μας παράδοση»! Γιατί όλα αυτά που έκαναν στην Επανάσταση τα έκαναν, γιατί τάχα δεν είχαν καταλάβει το πνεύμα του Χριστού!
Θα έρθη η ώρα που και οι άπιστοι άρχοντες, όχι μόνον οι πιστοί, θα καταλάβουν ότι, αν δεν υπάρχη πίστη, δεν μπορεί να σταθή ο κόσμος, και θα επιβάλουν κάπου να πιστεύουν, για να κρατούν τον κόσμο. Μετά από χρόνια, μια μέρα αν δεν κάνης προσευχή, θα σε κλείνουν φυλακή! Θα δίνης λογαριασμό στον άρχοντα αν προσευχήθηκες ή όχι!... Θα έρθουν έτσι τα πράγματα στην θέση τους.


Να αφήσουμε μια καλή παράδοση

- Πως μερικά μέρη, Γέροντα, έχουν καλούς ανθρώπους;
- Υπήρχαν καλοί άνθρωποι, άφησαν μια καλή σειρά και τώρα συνεχίζεται μια καλή παράδοση. Δεν είναι ότι το χώμα βγάζει καλούς ανθρώπους! Όταν ένας τόπος έχη καλή παράδοση ή κακή παράδοση, αυτό συνεχίζεται. Εκεί στην Ήπειρο ήταν κάποιο χωριό, κοντά στα αλβανικά σύνορα, που οι κάτοικοί του πήγαιναν στον Εσπερινό, στην Θεία Λειτουργία, όποτε είχε, ακόμη και στο Απόδειπνο. Και – πώς να πη κανείς; - ζούσαν τον Παράδεισο και από αυτήν την ζωή, θα πάνε και στον Παράδεισο στην άλλη ζωή. Αυτοί βοήθησαν τον εαυτό τους, βοήθησαν και την άλλη γενιά, και δημιούργησαν μια καλή συνέχεια. Και όταν οι απόγονοι βρεθούν σε μια παράδοση καλή, συνεχίζεται μια παράδοση καλή. Στο διπλανό ακριβώς χωριό όλοι έκλεβαν. Έναν παπά έβγαλε το χωριό αυτό, και αυτός έκλεβε εικόνες από την Εκκλησία! Όχι ότι σ’ αυτό το χωριό ήταν το χώμα τέτοιο, αλλά οι άνθρωποι εκεί είχαν αυτήν την κακή συνήθεια. Άφησαν έτσι μια κακή σειρά, και αυτή η παράδοση η κακή συνεχίζεται. Θέλει πολλή δουλειά, για να έρθη εκεί μια καλή παράδοση. Και βλέπεις, όταν κάποιος είναι κακός, προσπαθούν να αποδείξουν όλοι πως δεν είναι από τον τόπο τους· ψάχνουν για την καταγωγή του. Όταν είναι κάποιος άγιος, κοιτάνε ποιος θα προλάβη να τον κάνη δικό του! Σαν τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό· ενώ είναι Στερεοελλαδίτης, τον έβαλαν στους Ηπειρώτες Αγίους, επειδή ο πατέρας του ήταν από τα Γραμμενοχώρια της Ηπείρου· ήθελε – δεν ήθελε ο Άγιος!
Γνώρισα έναν οικογενειάρχη που, όταν μιλούσε, κουνούσε το δάκτυλό του συνέχεια και νευρικά. Μετά και τα παιδιά του, όταν μιλούσαν, κουνούσαν και εκείνα το δάκτυλό τους! Γιατί τα παιδιά παίρνουν όλες τις συνήθειες του πατέρα. Τις αντιγράφουν ακριβώς. Ο σκοπός όμως είναι να παίρνη κανείς μόνον το καλό, γιατί διαφορετικά θα διαιωνίζεται το κακό. Θυμάμαι έναν που πήγε σε ένα ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, αλλά δεν αναπαυόταν. Του λέει ο Γέροντάς του: «Κάθησε, τέκνον μου, θα αλλάξουν τα πράγματα». Και το «τέκνον» του του λέει: «Γέροντα, πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Ο υποτακτικός του Γερο-τάδε είναι ακριβώς όπως ο Γερο-τάδε. Ο υποτακτικός του τάδε είναι ακριβώς όπως εκείνος. Οπότε πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα;» Όταν υπάρχη ένα παλιό κακό σε ένα Μοναστήρι ή σε μια συνοδία και οι υποτακτικοί δεν έχουν την καλή ανησυχία και αντιγράφουν ό,τι βρουν, τότε διαιωνίζεται μια κατάσταση κακή. Ενώ, όταν υπάρχη η καλή ανησυχία στους υποτακτικούς, τότε μπορεί να αλλάξη μια κακή κατάσταση και να γίνη καλή. Έτσι μπορεί να διαιωνισθή και το καλό και το κακό.
Αυτό που έχω καταλάβει, είναι ότι όλα αυτά που έχουμε τώρα, είτε Πατερικά είτε Τυπικά, είναι κουκολόι· δηλαδή σαν μερικά απομεινάρια που μένουν μετά τον τρύγο. Γι’ αυτό πρέπει να προσέξουμε να κρατηθή λίγη μαγιά. Έχουμε χρέος σαν Χριστιανοί και δεν έχουμε δικαίωμα να αφήσουμε μια κακή παράδοση.
Πριν από λίγα χρόνια[31] μαζεύτηκαν στην Γενεύη θεολόγοι, καθηγητές Πανεπιστημίου κ.λπ. και έκαναν Προσύνοδο. Είπαν να καταργήσουν την νηστεία των Χριστουγέννων και των Αγίων Αποστόλων και από την νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής να κόψουν κανα-δυο εβδομάδες, αφού ο κόσμος δεν τις κρατάει. Πήγαν και καθηγητές από ‘δώ. Τόσο πολύ αγανάκτησα, όταν ήρθαν και μου το είπαν, που έβαλα τις φωνές: «Δεν καταλαβαίνετε τι κάνετε; Αν ένας είναι άρρωστος, δικαιούται να φάη· δεν έχει κανόνα. Αν ένας δεν είναι άρρωστος, αλλά από αδυναμία έφαγε, να πη: ‘’Θεέ μου, να με συγχωρέσης’’, να ταπεινωθή, να πη ένα ‘’ήμαρτον’’. Δεν θα τον κρεμάση ο Χριστός. Αν όμως δεν είναι άρρωστος, τότε να κρατήση την νηστεία. Ο αδιάφορος πάλι τρώει και δεν τον νοιάζει. Οπότε το πράγμα πάει κανονικά. Αν οι περισσότεροι δεν κρατούν τις νηστείες, και μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο, και πάμε να αναπαύσουμε τους περισσότερους και να τις καταργήσουμε, που να ξέρουμε πως θα είναι η άλλη γενιά; Μπορεί να είναι πιο καλή και να μπορή να κρατήση τέτοια ακρίβεια! Με ποιο δικαίωμα να τα καταργήσουμε όλα αυτά, αφού το πράγμα είναι απλό;» Οι Δυτικοί έχουν μία ώρα νηστεία πριν από την Θεία Κοινωνία. Θα πάμε κι εμείς με αυτό το πνεύμα; Να ευλογούμε τις αδυναμίες μας, τις πτώσεις μας; Δεν έχουμε δικαίωμα για τις αδυναμίες μας να κάνουμε έναν Χριστιανισμό στα μέτρα μας. Και λίγοι να είναι που μπορούν, πρέπει γι’ αυτούς να κρατηθή η τάξη. Ο άρρωστος, αν βρίσκεται σε ξένο περιβάλλον, να φάη χωρίς να τον δουν οι άλλοι, και σκανδαλισθούν. Ας πάρη λ.χ. το γιαούρτι να το φάη στο σπίτι του. Μου είπε ένας; «Αυτό είναι υποκρισία». «Γιατί δεν πας, του λέω, να αμαρτήσης στην πλατεία, για να είσαι πιο ειλικρινής;» Πως τους τα παρουσιάζει ο διάβολος! Κάνουμε μια Ορθοδοξία δική μας και ερμηνεύουμε έτσι και τα Πατερικά και το Ευαγγέλιο! Στην εποχή μας που υπάρχουν τόσοι μορφωμένοι έπρεπε να λάμπη η Ορθοδοξία. Εδώ ένας Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης τι έκανε! Πόσους λόγους έγραψε, πόσα βιβλία, όλα τα Συναξάρια· όλες τις βιβλιοθήκες απ’ έξω τις ήξερε! Ούτε φωτοτυπικό είχε ούτε κομπιούτερ!
Όσο μπορεί κανείς να γίνη σωστός Χριστιανός. Τότε θα έχη πνευματικό αισθητήριο. Λίγο-πολύ θα πονάη και την Ορθοδοξία και την Πατρίδα του και θα αισθάνεται και την υποχρέωση που έχει ως Έλληνας. Οπότε από εκεί και πέρα, αν μάθη κάτι, ενδιαφέρεται, ανησυχεί, προσεύχεται. Αλλά να πρέπη να του λένε: «Τώρα να ενδιαφερθής γι’ αυτό, ύστερα να ενδιαφερθής για εκείνο», θα είναι σαν μια τετράγωνη ρόδα που θέλει συνέχεια σπρώξιμο, για να προχωρήση. Σκοπός είναι να σπρώχνεται από μέσα ο άνθρωπος. Τότε θα κυλάη όμορφα σαν στρόγγυλη ρόδα. Και αν γίνη σωστός Χριστιανός κανείς, σπρώχνεται από μέσα και μετά τον πληροφορεί ο Θεός πιο πολύ και από αυτόν που διαβάζει, και για περισσότερα πράγματα. Γνωρίζει όχι μόνον αυτά που γράφουν, αλλά και αυτά που σκέφτονται να γράψουν. Καταλάβατε; Έρχεται ο θείος φωτισμός και όλες τις ενέργειές του είναι φωτισμένες.
Τέτοια κληρονομιά που μας έχει αφήσει ο Χριστός δεν έχουμε δικαίωμα να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Θα δώσουμε λόγο στον Θεό. Εμείς, το μικρό αυτό έθνος, πιστέψαμε στον Μεσσία, μας δόθηκε η ευλογία να διαφωτίσουμε όλον τον κόσμο. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε στην ελληνική γλώσσα εκατό χρόνια πριν από την έλευση του Χριστού. Οι πρώτοι Χριστιανοί τι τράβηξαν! κινδύνευε συνέχεια η ζωή τους. Τώρα τι αδιαφορία υπάρχει!... Ενώ ανώδυνα σήμερα, χωρίς να κινδυνεύη η ζωή μας, μπορούμε να διαφωτίσουμε τα έθνη, να γινώμαστε πιο αδιάφοροι; Αν σήμερα έχουμε λιγάκι ειρήνη, ξέρεις τι έχουν τραβήξει οι παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάσθηκαν; Τώρα τίποτε δεν θα είχαμε, αν δεν θυσιάζονται εκείνοι. Και κάνω μια σύγκριση· πως τότε, ενώ κινδύνευε η ζωή τους, κρατούσαν την πίστη τους, και πως τώρα, χωρίς καμμιά πίεση, όλα τα ισοπεδώνουν! Όσοι δεν έχουν χάσει την εθνική τους ελευθερία, δεν καταλαβαίνουν. Τους λέω: «Ο Θεός να φυλάξη να μην έρθουν οι βάρβαροι και μας ατιμάσουν!» και μου λένε: «Και τι θα πάθουμε;» Ακούς κουβέντα; Άντε να λείψετε, χαμένοι άνθρωποι! Τέτοιοι είναι οι άνθρωποι σήμερα. Δώσ’ τους χρήματα, αυτοκίνητα, και δεν νοιάζονται ούτε για την πίστη ούτε για την τιμή ούτε για την ελευθερία.
Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας· και την ελευθερία μας την οφείλουμε στους ήρωες της Πατρίδας μας, που έχυσαν το αίμα τους για μας. Αυτή τη αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε και όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Είναι κρίμα να χαθή ένα τέτοιο έθνος! Και βλέπουμε τώρα, όπως πριν αρχίση ένας πόλεμος στέλνουν ατομικές προσκλήσεις, έτσι και ο Θεός με ατομικές προσκλήσεις μαζεύει ανθρώπους, για να κρατηθή κάτι και να σωθή το πλάσμα Του. Δεν θα αφήση ο Θεός, αλλά πρέπει και εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε ανθρωπίνως και για ό,τι μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως, να κάνουμε προσευχή να βοηθήση ο Θεός.




Παραπομπές

[1] Βλ. Ματθ. 2, 15.
[2] Ιώβ 38, 14: «Η συ λαβών γην πηλόν έπλασας ζώον και λαλητόν αυτόν έθου επί γης;».
[3] Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, Ο.Ε.Δ.Β., μέρος Β’, σ. 156.
[4] Η γλώσσα μου, για τη Β’ Δημοτικού, Ο.Ε.Δ.Β., μέρος Γ’, σ. 11.
[5] Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1991, σ. 36.
[6] Βλ. ό.π. σ. 41.
[7] Το κριάρι που προπορεύεται στο κοπάδι.
[8] Ο διατεταγμένος μοναχός να διακονή στην Εκκλησία.
[9] Εβρ. 10, 31.
[10] Ματθ. 21, 44.
[11] Βλ. Ησ. 42, 3 και Ματθ. 12, 20.
[12] λ. Ιω. 8, 46.
[13] Ειπώθηκε το 1974.
[14] Ματθ. 18, 17.
[15] Ιω. 5, 41.
[16] Φιλιπ. 3, 8.
[17] Βλ. Αριθμ. 20, 10.
[18] Βλ. Α’ Κορ. 3, 16.
[19] Γνωμικό του Κλεόβουλου, τυράννου της αρχαίας πόλεως Λίνδου της Ρόδου, ενός από τους επτά σοφούς (6ος αι. π.Χ.).
[20] Ιω. 17, 1 κ.ε.
[21] Ιω. 5, 44.
[22] Β’ Τιμ 3, 13.
[23] Τροπάριο της στ’ ωδής του β’ κανόνος της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου).
[24] Βλ. Ματθ. 24, 44.
[25] Ψαλμ. 36, 16.
[26] Εβρ. 13, 8.
[27] Το Κελλί του Υπατίου στα Κατουνάκια.
[28] Έτσι ονόμαζε ο Γέροντας τα φωνητικά μελωδικά σχήματα ή ποικίλματα ή σημάδια της βυζαντινής μουσικής, που δηλώνονται κυρίως με τους χαρακτήρες ποιότητος ή εκφράσεως και συμβάλλουν στην καλλιέπεια των μελωδιών.
[29] Νότες της βυζαντινής μουσικής.
[30] Ειπώθηκε τον Ιούνιο του 1985.
[31] Ειπώθηκε το 1992.