Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Σε αγρυπνία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είπε ο π. Γεράσιμος: “Υπάρχει κι ένας άλλος Ιάκωβος, αδελφοί μου, που γιορτάζει σήμερα. Κάνει δαιμονισμένους καλά ...” Τότε ακούστηκε φοβερή κραυγή και ύβρεις ενός δαιμονισμένου ...




"Υπάρχει κι ένας άλλος Ιάκωβος, αδελφοί μου, που γιορτάζει σήμερα. Κάνει δαιμονισμένους καλά ..."





“Ο Γεράσιμος Φωκάς μάς γνώρισε την κρυμμένη Ελλάδα, αυτή την Ελλάδα που δεν φαίνεται στους πολλούς. Μας γνώρισε τότε τον Άγιο Παϊσιο στο Άγιον Όρος, τον Άγιο Πορφύριο στον Ωρωπό, τον Γέροντά μας Ιάκωβο στην Εύβοια, στον Όσιο Δαυίδ, τον π. Ευμένιο στο Λοιμωδών Νόσων και όλη την παρέα των λεπρών, που το χαρακτήριζε Άγιον Όρος”.


“Εδώ, παιδάκι μου, να έρχεσαι, γιατί είναι το σύγχρονο Άγιο Όρος”, έλεγε στον Όμηρο, νεαρό φοιτητή τότε και τώρα Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο.
Δικαιούμαστε κι εμείς να λέμε ότι ο π. Γεράσιμος μάς γνώρισε την κρυμμένη Ελλάδα, την Ελλάδα των Αγίων, των Οσίων, των Γερόντων... Αν τώρα κάτι γνωρίζουμε γι αυτούς, στον π. Γεράσιμο το οφείλουμε. Αν τώρα περιμένουμε την Ημερίδα για τον Γέροντα Ιάκωβο, στον π. Γεράσιμο το οφείλουμε.



Σε αγρυπνία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είπε ο π. Γεράσιμος:
“Υπάρχει κι ένας άλλος Ιάκωβος, αδελφοί μου, που γιορτάζει σήμερα. Κάνει δαιμονισμένους καλά ...”



Τότε ακούστηκε φοβερή κραυγή και ύβρεις ενός δαιμονισμένου ... Ποιος μπορεί να ξεχάσει πώς ακούστηκε εκείνη η φωνή της κολάσεως που έκανε την καρδιά μας να τρέμει σαν το αμυδρό φως των κεριών στο μισοσκόταδο του ναού; Ο π. Γεράσιμος δεν πτοήθηκε, συνέχισε να μας μιλά για τον Γέροντα Ιάκωβο που τόσο αγάπησε. Θα είναι κι αυτός εκεί στην Θεσσαλονίκη, όχι εν σώματι, αλλά εν πνεύματι. Εξάλλου το είχε ευχηθεί.

ΝΤΌΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ, ΠΟΥΤΙΝ ΚΑΙ ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


ΓΕΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΤΑΒΟΥΛΑΡΕΑΣ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΙΟΡΔΑΝΙΤΟΥ.


ΟΤΑΝ ΕΓΩ ΠΟΛΕΜΟΥΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ.. ΦΟΒΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Γ. ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ.


Την ικανότητα να διατρέχουν τόν χώρο μέ αστραπιαία ταχύτητα την έχουν όχι μόνο οι άγγελοι άλλά καί οι δαίμονες, οι όποιοι, μάλιστα, μπορούν να μεταφέρουν από τόπο σε τόπο τόσο την παχιά καί άψυχη γήινη ύλη όσο καί τούς ανθρώπους, όπως δείχνει τό ακόλουθο παράδειγμα από τόν βίο τού αγίου Ίωάννου, άρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.







Την ικανότητα να διατρέχουν τόν χώρο μέ αστραπιαία ταχύτητα την έχουν όχι μόνο οι άγγελοι άλλά καί οι δαίμονες, οι όποιοι, μάλιστα, μπορούν να μεταφέρουν από τόπο σε τόπο τόσο την παχιά καί άψυχη γήινη ύλη όσο καί τούς ανθρώπους, όπως δείχνει τό ακόλουθο παράδειγμα από τόν βίο τού αγίου Ίωάννου, άρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ.


Μια νύχτα ό άγιος Ιωάννης, όπως πάντα, προσευχόταν. Τά μεσάνυχτα ήρθε ένας δαίμονας γιά να τόν τρομάξει καί να τόν αποσπάσει από την προσευχή. Ό άγιος είχε ένα μεγάλο δοχείο μέ καπάκι, πού τό χρησιμοποιούσε ως νιπτήρα. Εκεί μέσα, λοιπόν, μπήκε ό δαίμονας καί άρχισε να πλατσουρίζει στο νερό. Ό άγιος τόν έδεσε μέ τό σημείο τού σταυρού καί τόν έκλεισε στο δοχείο, βάζοντας από πάνω τό καπάκι. Ό δαίμονας άρχισε να κραυγάζει μέ ανθρώπινη φωνή, ικετεύοντας τόν άγιο να τόν λύσει καί να τόν βγάλει από τό δοχείο. Κι εκείνος τού είπε:
— Θα σε βγάλω, άλλά, γιά να σε τιμωρήσω, σε προστάζω να μέ πάς αυτή τή νύχτα στα Ιεροσόλυμα, στον πανάγιο Τάφο τού Κυρίου, καί να μέ φέρεις πίσω, στο Νόβγκοροντ, πριν ξημερώσει.
—      Θα τό κάνω! υποσχέθηκε ό δαίμονας.
Τότε ό άγιος, μέ την επίκληση του ονόματος του Χριστού, τόν έλυσε, Λέγοντας συνάμα:
—      Να μεταμορφωθείς σε άλογο καί να σταθείς μπροστά στην πόρτα τού κελιού μου.


Τό πονηρό πνεύμα βγήκε από τό δοχείο σάν μαύρος καπνός καί, παίρνοντας τή μορφή άλογου, στάθηκε στην είσοδο τού κελιού τού άγιου. Μόλις εκείνος κάθισε πάνω του, τόν μετέφερε αστραπιαία στα Ιεροσόλυμα. Οι θύρες τού ναού τού παναγίου Τάφου άνοιξαν θαυματουργικά, μόλις πλησίασε ό μακάριος "Ιωάννης, ό όποιος, μπαίνοντας μέ βαθιά ευλάβεια, γονάτισε καί προσευχήθηκε μέ δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκε καί προσκύνησε τό Θεοδόχο Μνημείο, καθώς καί όλες τίς εικόνες τού ναού. Όταν βγήκε, οι θύρες έκλεισαν μόνες τους πίσω του. "0 αλογόμορφος δαίμονας, πού τόν περίμενε άπ’ έξω, τόν έφερε πίσω στο Νόβγκοροντ πριν χαράξει.
Από τό παραπάνω περιστατικό αποκτούμε κάποια γνώση γιά την ταχύτητα μέ την οποία κινούνται τά πνεύματα. Η εναέρια μεταφορά τού προφήτου Αβακούμ από την Ιουδαία στη Βαβυλώνα καί αντίστροφα έγινε πολύ γρήγορα, όπως αναφέρει ή Γραφή, ή οποία όμως δεν προσδιορίζει τόν ακριβή χρόνο της. Ή μεταφορά τού άγιου Ίωάννου, πάντως, από τό Νόβγκοροντ στα "Ιεροσόλυμα καί αντίστροφα πρέπει να έγινε μέσα σε δύο μέ τρεις ώρες, αφού ό δαίμονας τόν επισκέφτηκε τά μεσάνυχτα καί πριν ξημερώσει τόν είχε φέρει πίσω.



Στη Σκήτη του Όσιου Νείλου Σόρσκι ζούσε ένας ιερομόναχος, πού Λεγόταν Αδάμ. Μαζί του είχε καί τόν γιό του, τόν Μιχαήλ. Ό ιερομόναχος αυτός έστειλε μια μέρα τό παιδί στον προσμονάριο γιά κάποιαν ανάγκη της εκκλησίας. Μόλις, όμως, ό Μιχαήλ βγήκε από τό κελί, παρουσιάστηκε μπροστά του ένας άγριος άνθρωπος, πού τόν άρπαξε καί σάν άνεμος τόν μετέφερε σε κάποιον αδιάβατο Λόγγο. Εκεί υπήρχε ένα σπίτι. Έβαλε τόν Μιχαήλ μέσα στο σπίτι, όπου έμεναν καί άλλοι άγριοι άνθρωποι, καθώς καί μια γυναίκα.
— Ταΐστε τό παιδί! τούς είπε.


’Έφεραν κάθε Λογής βότανα καί πίεζαν τόν μικρό να τά φάει. Αυτός, όμως, δεν γεύθηκε τίποτα. Στεκόταν ακίνητος στο σημείο όπου τόν είχε αφήσει ό αγριάνθρωπος, κι έκλαιγε πικρά.


Στο μεταξύ, ό ιερομόναχος, βλέποντας ότι ό γιός του αργούσε να επιστρέψει, άρχισε να τόν αναζητεί σ’ όλη την περιοχή γύρω από τή σκήτη. Καί καθώς δεν τόν βρήκε πουθενά, κάλεσε όλους τούς πατέρες καί πήγε μαζί τους σ’ ένα παρεκκλήσι, πού βρισκόταν κοντά στη σκήτη, μέσα στο δάσος. Στο παρεκκλήσι αυτό υπήρχε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Μπροστά της έψαλαν την Παράκληση καί μέ δάκρυα επικαλέστηκαν τή βοήθεια του οσίου Νείλου.


Την ώρα εκείνη τό παιδί είδε τόν όσιο Νείλο να έρχεται καί να στέκεται μπροστά σ’ ένα παράθυρο του σπιτιού, όπου ήταν φυλακισμένο. Ό όσιος σήκωσε τό ραβδί του καί χτύπησε τό παράθυρο τόσο δυνατά, πού σείστηκε ολόκληρο τό σπίτι. Τότε όλα τά ακάθαρτα πνεύματα, πού κατοικούσαν εκεί, έπεσαν καταγής. Ό Μιχαήλ, όμως, συνέχισε να στέκεται ακίνητος καί να κλαίει, κοιτάζοντας τόν όσιο, πού είπε μέ δυνατή φωνή:


 — Πώς τολμήσατε, άθλιοι, να επιτεθείτε στη σκήτη μου καί ν’ αρπάξετε αυτό τό παιδί; Να τό πάτε αμέσως εκεί άπ’ όπου τό πήρατε!
Την ίδια στιγμή ό όσιος έγινε άφαντος, ένώ ό αγριάνθρωπος, πού είχε αρπάξει τό παιδί, τό πήρε καί τό μετέφερε πάλι σάν άνεμος στον μύλο της σκήτης. Τό άφησε πάνω σε μιαν άχυροθημωνιά καί μετά χάθηκε. Ό Μιχαήλ έβαλε τίς φωνές. Ό πατέρας του καί οι αδελφοί, πού έβγαιναν εκείνη την ώρα από τό παρεκκλήσι, τόν άκουσαν κι έτρεξαν στον μύλο. Βρίσκοντάς τον πάνω στη θημωνιά, δόξασαν τόν Θεό καί τόν θαυματουργό δούλο Του Νείλο. Ύστερα ρώτησαν τό παιδί πώς είχε βρεθεί εκεί. Εκείνο τούς διηγήθηκε ότι τού είχε συμβεί.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΡΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΟΝ ΑΔΗ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΣΗΦΑΚΗΣ. ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΛΗΝΑΣ... Ι.Μ. ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΟΥ.


ΠΑΤΗΡ ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ......


Ο Γέροντας Αιμιλιανός, Ηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, ομιλεί για τις σχέσεις Ηγουμένου - Μοναχών


Από τούς βίους τών άγιων γίνεται φανερό ότι, σύμφωνα καί μέ τή διήγηση της Αποκαλύψεως, ό αρχηγός τών πεσμένων άγγέλων, ό σατανάς, βρίσκεται στον άδη, ένώ στήν επιφάνεια της γης ενεργούν οι δαίμονες κάτω από τίς εντολές ορισμένων βαθμοφόρων, πού είναι επικεφαλής τους










Από τούς βίους τών άγιων γίνεται φανερό ότι, σύμφωνα καί μέ τή διήγηση της Αποκαλύψεως, ό αρχηγός τών πεσμένων άγγέλων, ό σατανάς, βρίσκεται στον άδη, ένώ στήν επιφάνεια της γης ενεργούν οι δαίμονες κάτω από τίς εντολές ορισμένων βαθμοφόρων, πού είναι επικεφαλής τους. Οι δαίμονες κατεβαίνουν στον άδη, προκειμένου να ενημερώσουν τόν σατανά γιά τίς ενέργειες τους στήν επιφάνεια της γης καί να λάβουν άπ’ αυτόν εντολές, οδηγίες καί κατευθύνσεις.
Κάποτε ένας δαίμονας, πού εμφανίστηκε στον όσιο Ανδρέα, τού μίλησε γιά την πνευματική κατάπτωση τών χριστιανών καί τή ζοφερή κατάσταση τού Χριστιανισμού στους έσχατους χρόνους:


—      Εκείνον τόν καιρό οι άνθρωποι θα γίνουν πιο μοχθηροί από μάς, τούς δαίμονες. Τότε τά μικρά παιδιά θα είναι πολύ πιο πονηρά άπ’ όσο είναι σήμερα οι μεγάλοι. Έτσι, θα πάψουμε πια να πολεμάμε τούς ανθρώπους, μιας καί από μόνοι τους θα γνωρίζουν την κακία καί θα εκτελούν τό θέλημά μας!
Ό όσιος Ανδρέας, γνωρίζοντας ότι οι δαίμονες δεν έχουν προγνωστική ικανότητα, ρώτησε τό πονηρό πνεύμα:
—      Καί πού τά ξέρεις εσύ αυτά;
—      Ό πατέρας μας, αποκρίθηκε ό δαίμονας, πού κάθεται στον αδη, έχει μεγάλη πείρα καί απαράμιλλη ευφυΐα. Πολλά ξέρει καί πολλά προβλέπει. "Έτσι, διδάσκει κι εμάς.



Ό μεγάλος δούλος τού Θεού Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής, πού συνομιλούσε μέ τούς άγγέλους σάν μέ φίλους καί έβλεπε τά δαιμονικά τεχνάσματα, είδε κάποτε έναν βαθμοφόρο δαίμονα να δίνει σε άλλον, κατώτερό του, ένα ασημένιο νόμισμα, πού τό είχε προσφέρει κάποιος πλούσιος άρχοντας σ’ έναν οργανοπαίκτη, γιά να τό μεταφέρει στα υποχθόνια καί να τό παραδώσει στον πατέρα τους, τόν σατανά.
Σύμφωνα μέ την παράδοση της Εκκλησίας, την ημέρα της Κοιμήσεως της Ύπεραγίας Θεοτόκου, οι άγιοι απόστολοι, πού ήταν σκορπισμένοι σ’ όλη την οικουμένη γιά τό κήρυγμα τού Ευαγγελίου, αρπάχτηκαν από
 άγγέλους καί μεταφέρθηκαν στα Ιεροσόλυμα, στο σπίτι της Παναγίας Μαριάμ, πάνω σε νεφέλες.

Ό όσιος Νίκων Σουχόι (12ος αΐ), μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων τού Κιέβου, αιχμαλωτίστηκε από τούς Πολόφτσους, όταν αυτοί εισέβαλαν στη ρωσική γή. Αλυσοδεμένος οδηγήθηκε στη χώρα τους καί φυλακίστηκε μαζί μέ πολλούς άλλους χριστιανούς. Γιά τρία ολόκληρα χρόνια οι βάρβαροι τόν βασάνιζαν φρικτά —τόν μαστίγωναν, τόν έκαιγαν, τόν ράβδιζαν, τόν έσκιζαν μέ κοφτερά μαχαίρια, τόν άφηναν γιά μέρες νηστικό καί διψασμένο.



Τελικά, μια μέρα, μέ θεία αποκάλυψη πληροφορήθηκε πώς ή απελευθέρωση του πλησίαζε. Οι δεσμοφύλακές του, όταν τό έμαθαν από τόν ίδιο, νόμισαν πώς ετοιμαζόταν να δραπετεύσει. Γιά να εμποδίσουν, λοιπόν, την απόδραση του, τού έκοψαν τίς φλέβες των ποδιών, καταφέρνοντας του αλλεπάλληλα χτυπήματα μέ ξίφος. Ύστερα τόν έδεσαν μέ βαριές αλυσίδες κι έβαλαν κοντά του ένοπλους φρουρούς, γιά να τόν επιτηρούν συνεχώς. Πέρασαν τρεις μέρες. Ό φιλάνθρωπος Θεός είχε σταματήσει την αιμορραγία από τά πόδια τού αθλοφόρου, άλλά οι πληγές ήταν φρικτές καί ή μετακίνησή του αδύνατη. Ξαφνικά, γύρω στο μεσημέρι, οι φρουροί



 Οι Πολόφτσοι ήταν τουρκικός λαός, νομαδικός καί ειδωλολατρικός, συγγενείς φυλετικά μέ τούς Πετσενέγους (Πατζινάκες). Τό όνομα Πολόφτσοι τό πήραν από τούς Ρώσους χρονογράφους. Προέρχονταν από τίς περιοχές πού δηλώνονταν νότια από την Κασπία Θάλασσα. Από εκεί στράφηκαν τόν 10ο αΐ. προς τά βορειοδυτικά καί εγκαταστάθηκαν στη μεσημβρινή Ρωσία. Συγχωνεύτηκαν μέ τούς Τατάρους τόν 13ο αΐ.
του τόν έχασαν από τά μάτια τους. Είχε γίνει αόρατος! Άκουγαν μόνο φωνές στον αέρα, πού έψαλλαν: «Αινείτε τον Κύριον έκ ιών ουρανών!...». Ό όσιος μεταφέρθηκε αστραπιαία στο καθολικό της Λαύρας των Σπηλαίων. Την ώρα εκείνη οι πατέρες τελούσαν τή θεία Λειτουργία καί έψαλλαν τά Τυπικά. Σάν είδαν τόν μακάριο Νίκωνα μπροστά τους, τά έχασαν. Διέκοψαν την ψαλμωδία καί τόν περικύκλωσαν σαστισμένοι.
— Αδελφέ, τόν ρωτούσαν μέ έκπληξη, πώς βρέθηκες έδώ; Σε είχαμε γιά χαμένο. Τί έγινε;



Εκείνος στην αρχή σώπαινε, γιατί δεν ήθελε ν’ άποκαλύψει τό θαύμα. Πώς να τό κρύψει, όμως, όταν οι πατέρες τόν έβλεπαν αλυσοδεμένο, μέ τό σώμα καταπληγωμένο καί μέ τά πόδια κατακομμένα; "Έτσι, αναγκάστηκε να τούς διηγηθεί, γιά τή δόξα τού Θεού, όλα όσα τού είχαν συμβεί στα χρόνια της αιχμαλωσίας του. Στο μεταξύ υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης μέ τούς Πολόφτσους. Πολλοί άπ’ αυτούς ασπάστηκαν τότε την πίστη τού Χριστού καί βαπτίστηκαν. Ανάμεσα τους ήταν κι εκείνος πού είχε κόψει μέ τό ξίφος του τίς φλέβες τών ποδιών τού θείου Νίκωνος. Όταν, λοιπόν, ήρθε κάποτε στη λαύρα γιά να προσκυνήσει, είδε τόν όσιο καί τόν αναγνώρισε. Πήγε αμέσως στον ηγούμενο. Μέ δάκρυα συντριβής εξομολογήθηκε τό αμάρτημά του, άλλά καί όλες τίς άλλες ανομίες πού είχε διαπράξει, προτού γνωρίσει την αλήθεια. Ό ηγούμενος, αφού τόν παρηγόρησε καί τόν συμβούλεψε, τού είπε να γυρίσει στον τόπο του. Εκείνος, όμως, δεν θέλησε να φύγει πια από τό μοναστήρι. Έπεσε στα πόδια τού ηγουμένου καί τόν παρακάλεσε να τόν συγκαταλέξει στήν αδελφότητα, κάνοντάς τον μοναχό. Πράγματι, έμεινε εκεί καί έπειτα από αρκετό καιρό έλαβε τό άγιο σχήμα Τελείωσε την επίγεια
 ζωή του μέ θαυμαστή μετάνοια, υπηρετώντας ταπεινά τούς αδελφούς καί ιδιαίτερα τόν ανήμπορο πρώην αιχμάλωτό του όσιο Νίκωνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΡΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΟΝ ΑΔΗ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

ΠΑΤΗΡ ΣΑΒΒΑΣ ΑΧΙΛΕΩΣ ΦΟΒΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ.


ΓΕΡΩΝ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΡΙΖΟΝΑ. ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑ.


Ό όσιος Ανδρέας ό διά Χριστόν σαλός, χάρη στήν υπερφυσική του άσκηση, έγινε σάν άσαρκος ενώ ακόμα βρισκόταν στη σάρκα, γι` αυτό καί μπορούσε να βλέπει αισθητά τά πνεύματα.









Ό όσιος Ανδρέας ό διά Χριστόν σαλός, χάρη στήν υπερφυσική του άσκηση, έγινε σάν άσαρκος ενώ ακόμα βρισκόταν στη σάρκα, γι` αυτό καί μπορούσε να βλέπει αισθητά τά πνεύματα. Μια μέρα είδε στον δρόμο να περνά μια νεκρική πομπή. Κόσμος πολύς, ιερωμένοι καί λαϊκοί, πήγαιναν να κηδέψουν έναν πλούσιο άρχοντα. Ακουγόταν ένα βουητό από ψαλμωδίες, θρήνους καί σπαραχτικές φωνές. Ό όσιος μέ τά διορατικά του μάτια
είδε πολυάριθμους μαύρους δαίμονες να βαδίζουν μπροστά από τούς ιερείς καί να φωνάζουν πιο δυνατά από τούς ψάλτες:
—      Αλίμονο του! Αλίμονο του!





Στα χέρια τους κρατούσαν άλλοι κεριά από θειάφι, άλλοι θυμιατήρια πού βρομούσαν σάν κοπριά, καί άλλοι σακούλια με στάχτη, πού τή σκόρπιζαν ολόγυρα. Άλλοτε γάβγιζαν σάν σκύλοι καί άλλοτε γρύλιζαν σάν χοίροι. Μερικοί είχαν περικυκλώσει τό φέρετρο καί ράντιζαν τό πρόσωπο τού νεκρού μέ βρομόνερα. Άλλοι πετούσαν κυκλικά στον αέρα καί άγγιζαν τό σώμα του, από τό όποιο αναδινόταν αφόρητη δυσοσμία. Άλλοι, πάλι, άκολουθούσαν μέ τραγούδια καί χορούς άσεμνους, μέ γέλια καί αστεία χυδαία, χτυπώντας χαρούμενα τά χέρια καί τά πόδια τους. Χλεύαζαν, μάλιστα, τούς ψάλτες καί τούς άλλους χριστιανούς, λέγοντας:
—      Στραβοί είστε, ανόητοι, πού ψάλλετε γι’ αυτόν έδώ τόν σκύλο τό Μετά των άγιων ανάπαυσαν την ψυχήν τού δούλου σου. Άκου, δούλος τού Κυρίου ένας άνθρωπος γεμάτος από κάθε ανομία καί ασέλγεια!
Εκείνη τή στιγμή παρουσιάστηκε ό αρχηγός τών δαιμόνων. Τά φλογισμένα καί άγρια μάτια του προκαλούσαν τρόμο. Στα χέρια του κρατούσε θειάφι καί πίσσα. Πήγαινε στο μνήμα εκείνου τού δύστυχου, γιά να κάψει τό σώμα του μετά την ταφή.
Είχε σχεδόν περάσει ή κηδεία, όταν ό όσιος είδε έναν ωραίο νέο, πού άκολουθούσε τελευταίος. Φαινόταν πολύ λυπημένος. Προχωρούσε σκυφτός κι έκλαιγε γοερά. Ό όσιος τόν πλησίασε, νομίζοντας πώς ήταν συγγενής τού νεκρού. Τόν αγκάλιασε μέ συμπάθεια καί τόν ρώτησε:
—      Γιά τόν Θεό, πες μου, γιατί κάνεις έτσι; Πρώτη φορά βλέπω τέτοιον θρήνο γιά νεκρό.
Ό νέος, πού ήταν ό φύλακας άγγελος τού νεκρού, αποκρίθηκε:
—      Θρηνώ, γιατί τόν κληρονόμησε ό διάβολος. Είδες πώς τόν κηδεύει! Τόν έχασα, γι` αυτό κλαίω.
—      Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι, είπε ό μακάριος Ανδρέας.



Στη συνέχεια ό άγγελος διηγήθηκε στον όσιο τή ζωή τού νεκρού, πού ήταν ένας άσωτος, άσπλαχνος, αλαζόνας καί άδικος αξιωματούχος τού βασιλιά. Ό θάνατος τόν είχε βρε! αμετανόητο. "Έτσι, οι δαίμονες καί τό σώμα του ατίμασαν καί την ψυχή του άρπαξαν.
—      Μπορώ, λοιπόν, να μη θρηνώ γι` αυτόν τόν άνθρωπο, κατέληξε ό άγγελος, πού έγινε παιχνίδι τών δαιμόνων καί βρομερό καταγώγιο της αμαρτίας;
Οι διαβάτες, βλέποντας τόν άγιο να στέκεται μόνος — γιατί τόν άγγελο, φυσικά, δεν τόν έβλεπαν— καί να κάνει σάν να μιλάει μέ κάποιον, έλεγαν μεταξύ τους:




—      Κοιτάξτε τόν τρελό! Έπιασε κουβέντα μέ τόν τοίχο!.
Μ’ εκείνους τούς διαβάτες μοιάζουν όσοι, βυθισμένοι στα μάταια έργα καί την ανθρώπινη σοφιστεία, απορρίπτουν την ύπαρξη τών πνευμάτων ή τά υποτιμούν, θεωρώντας τα εντελώς ξένα προς την ύλη.
Είναι, νομίζουμε, απαραίτητο να παραθέσουμε άλλο ένα όραμα τού οσίου Ανδρέα, πού δείχνει τή σχέση τών πνευμάτων μέ την ύλη. Στήν αρχή τού ασκητικού του αγώνα ό όσιος βρισκόταν αλυσοδεμένος στον Ναό της Αγίας Αναστασίας, στήν Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε τέσσερις περίπου μήνες. Εκεί μια νύχτα, καθώς προσευχόταν, εμφανίστηκε μπροστά του ένας δαίμονας σάν μαύρος άνθρωπος μ’ ένα τσεκούρι στο χέρι. Τόν ακλουθούσανε πολυάριθμοι δαίμονες, κρατώντας άλλοι μαχαίρια, άλλοι ρόπαλα, άλλοι σπαθιά, άλλοι σκοινιά. Ό μαύρος εκείνος ήταν χιλίαρχος καί είχε έρθει μαζί μέ τούς δαίμονές του γιά να σκοτώσει τόν όσιο. Χίμηξε, λοιπόν, εναντίον του μέ τό τσεκούρι υψωμένο. Μαζί του όρμησαν καί οι άλλοι δαίμονες. Ό όσιος τότε ζήτησε μέ δάκρυα τή βοήθεια τού Θεού καί επικαλέστηκε τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν από ψηλά μια βροντή καί κάτι σάν οχλοβοή. Ένας σεβάσμιος γέροντας μέ πρόσωπο λαμπερό σάν τόν ήλιο εμφανίστηκε. Τόν ακολουθούσαν πολυάριθμοι λευκοντυμένοι νέοι. Έκανε στον αέρα τό σημείο τού σταυρού καί πρόσταζε τούς συνοδούς του:


—      Αμπαρώστε τίς πόρτες! Κανείς να μη σάς ξεφύγει!
Αστραπιαία εκείνοι εκτέλεσαν την εντολή του, παγιδεύοντας μέσα στήν εκκλησία όλους τούς δαίμονες, πού φώναζαν μεταξύ τους απελπισμένα:
—      Μαύρη ή ώρα πού βρεθήκαμε έδώ μέσα! Ό Ιωάννης είναι πολύ σκληρός καί θα μάς βασανίσει ανελέητα!
Ό σεπτός γέροντας πρόσταζε να βγάλουν την αλυσίδα από τόν λαιμό τού Ανδρέα. Την πήρε στα χέρια του, στάθηκε έξω από την πύλη τού ναού καί φώναξε:
—      Να μού τούς φέρνετε έναν-έναν!
Τού έφεραν τόν πρώτο.
—      Ξαπλώστε τον κάτω, είπε.
Καί αφού δίπλωσε την αλυσίδα στα τρία, έδωσε εκατό χτυπήματα στον δαίμονα, πού κραύγαζε ικετευτικά:
—      Έλεος! Έλεος!



Ύστερα ξάπλωσαν καταγής τόν άλλον. Τόν μαστίγωσε κι αυτόν. Τό ίδιο έκανε καί σ’ όλους τούς υπόλοιπους. Καθώς οι δαίμονες έφευγαν δαρμένοι, ό γέροντας τούς έλεγε:
—      Πηγαίνετε τώρα στον πατέρα σας, τόν σατανά, καί δείξτε του τό κατάντημά σας, να δείτε πόσο θα χαρεί!
Όταν έγιναν άφαντοι όλοι οι δαίμονες, χάθηκαν καί οι λευκοντυμένοι νέοι. Τότε ό γέροντας πλησίασε τόν όσιο, τού ξαναπέρασε στον λαιμό την αλυσίδα καί τού είπε:
—      Είδες πόσο γρήγορα ήρθα να σε βοηθήσω! Νοιάζομαι πολύ γιά σένα, γιατί ό Κύριος μου έδωσε εντολή να φροντίζω γιά τή σωτηρία σου.
—      Ποιος είσαι, κύριέ μου; τόν ρώτησε ό όσιος.
Είμαι εκείνος πού έγειρε στο άχραντο καί ζωοποιό
στήθος τού Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
"Έτσι είπε καί χάθηκε σάν αστραπή.

 

Λόγος γιά τά πνεύματα-Λόγος γιά τόν θάνατο

Συγγραφέας : Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. 
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

0ι εμφανίσεις πνευμάτων στούς αγίους της Εκκλησίας είναι απολύτως όμοιες μέ τίς εμφανίσεις πού περιγράφονται στη Γραφή.








0ι εμφανίσεις πνευμάτων στούς αγίους της Εκκλησίας είναι απολύτως όμοιες μέ τίς εμφανίσεις πού περιγράφονται στη Γραφή. Αποδεικνύεται κι άπ’ αυτές ότι τά πνεύματα έχουν κάποιαν υλικότητα, την εξωτερική μορφή καί τά μέλη τών ανθρώπων, την ικανότητα να μιλούν, άλλά καί να κλαίνε καί να γελούν όπως οι άνθρωποι. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ό κόσμος στον οποίο ζουν τά πνεύματα, κόσμος αόρατος σ’ εμάς, έχει τή δική του ύλη καί ότι τά πνεύματα βρίσκονται σε συνάφεια μ’ αυτή την ύλη, εξαρτώνται από τόν χώρο καί τόν χρόνο, έχουν κινητικότητα. Θα παραθέσουμε στη συνέχεια μερικά παραδείγματα από τούς βίους τών άγίων.



Η αγία όσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή (2ος αϊ.), καταπληγωμένη από τά βασανιστήρια καί αλυσοδεμένη, βρισκόταν στη φυλακή γιά την πίστη της στον Χριστό. Ήταν μεσάνυχτα καί ή αγία προσευχόταν, όταν της παρουσιάστηκε ένας άγγελος τού Θεού, έχοντας στα χέρια του τά όργανα τών παθημάτων τού Χριστού: σταυρό, καλάμι, σφουγγάρι καί στεφάνι. 


Αφού την έλυσε, της είπε να σηκωθεί καί της γνωστοποίησε ότι ό Κύριος θα τή θεράπευε. Πράγματι, μόλις εκείνη σηκώθηκε, ό άγγελος άγγιξε όλες τίς πληγές της μέ τό σφουγγάρι, καί τότε όχι μόνο τό σώμα της θεραπεύθηκε, άλλά καί τό πρόσωπό της έλαμψε από εξαίσια ομορφιά. "Υστερ’ άπ’ αυτό, ο άγγελος έγινε άφαντος . Και ο τρόπος και η αμεσότητα της θεραπείας είναι ασύλληπτα καί ανεξήγητα από τόν ανθρώπινο νου. Προφανώς, όμως, τό μέσο της θεραπείας ήταν υλικό.

Ό όσιος Τίτος ό πρεσβύτερος της Μονής τών Σπηλαίων τού Κιέβου (12ος αϊ.) ήταν ετοιμοθάνατος. Οι πατέρες, έπειτα από παράκλησή του, οδήγησαν στο κρεβάτι του τόν διάκονο Εύάγριο, μέ τόν όποιο βρισκόταν σε έχθρα, γιά να συγχωρεθούν καί να συμφιλιωθούν. Μόλις τόν είδε ό όσιος, ανασηκώθηκε, έσκυψε προς τό μέρος του καί τόν παρακάλεσε μέ δάκρυα:
—      Συγχώρεσε με! Φεύγω άπ’ αυτόν τόν κόσμο!
Μα ό διάκονος αρνήθηκε να συγχωρέσει τόν αδελφό του. Γύρισε άλλου τό πρόσωπό του καί ξεστόμισε μπροστά σε όλους τά φοβερά τούτα λόγια:
—      Ποτέ δεν θα συμφιλιωθώ μαζί του, ούτε σ’ αυτή τή ζωή ούτε στήν άλλη!



Την ίδια στιγμή, όμως, έπεσε κάτω νεκρός, ενώ ό ετοιμοθάνατος πρεσβύτερος σηκώθηκε εντελώς υγιής, σάν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ! Στους κατάπληκτους αδελφούς ό όσιος Τίτος διηγήθηκε τί τού είχε αποκαλυφθεί:
—      Καθώς βρισκόμουν στήν επιθανάτια κλίνη, χωρίς να έχω συμφιλιωθεί μέ τόν Εύάγριο, άγγελοι μέ πλησίασαν, άλλά έφυγαν αμέσως από κοντά μου, κλαίγοντας γιά τόν χαμό της ψυχής μου. Απεναντίας, οι δαίμονες ήρθαν καί έμειναν δίπλα μου, χαρούμενοι πού θα κέρδιζαν την ψυχή μου εξαιτίας της οργής καί της μνησικακίας. Τότε ήταν πού σάς παρακάλεσα να φέρετε τόν αδελφό, γιά να συγχωρεθούμε. Όταν, όμως, έσκυψα, ζητώντας του συγχώρηση, κι εκείνος γύρισε αλλού τό πρόσωπό του, είδα ξαφνικά δίπλα μου έναν άγγελο φοβερό μέ πύρινο ακόντιο στο χέρι. Μ’ αυτό τρύπησε τόν Εύάγριο, πού έπεσε νεκρός. Ύστερα άπλωσε τό άλλο του χέρι σ’ εμένα καί μέ σήκωσε. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα γερός καί δυνατός. Είχα θεραπευτεί θαυματουργικά.

Γιά τή θανάτωση του Εύαγρίου χρησιμοποιήθηκε μέσο υλικό, μολονότι αόρατο στα ανθρώπινα μάτια.
Πρέπει να σημειωθεί έδώ ότι καί οι δαίμονες, όπως οι άγγελοι, μπορούν να προκαλέσουν τόν θάνατο. Ό όσιος Ευθύμιος ό Μέγας διηγήθηκε γιά κάποιον υποκριτή πού βασανίστηκε καί θανατώθηκε από δαίμονα μέ πύρινη τρίαινα.
Κλαίνε, επίσης, οι δαίμονες. Έκλαιγαν, όταν ό όσιος Μακάριος ό Μέγας ξέφυγε από τά χέρια τους καί πέρασε τίς πύλες του ουρανού.


Ό άγιος Αμφιλόχιος, επίσκοπος Ικονίου, φίλος του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, χειροτονήθηκε από άγγέλους. Σαράντα χρόνια είχε συμπληρώσει στήν άσκηση, σ’ έναν έρημο τόπο της Λυκαονίας, όταν κοιμήθηκε ό τότε επίσκοπος Ικονίου Ιωάννης. Έστειλε τότε νύχτα ό Θεός έναν άγγελό Του στον Άμφιλόχιο καί του μήνυσε:
—      Άμφιλόχιε, να πας στη μητρόπολη των Ίκονιέων καί να γίνεις ποιμένας των λογικών της προβάτων!
Ό άγιος, όμως, δεν αποφάσιζε να εκτελέσει τή θεία εντολή, επειδή φοβόταν μήπως ήταν δαιμονική απάτη. Ό άγγελος ήρθε καί την επόμενη νύχτα μέ τό ίδιο μήνυμα, αλλά καί πάλι ό άγιος δεν ανταποκρίθηκε. Τέλος, την τρίτη νύχτα, ό άγγελος του είπε:
—      Μην εναντιώνεσαι στη θεϊκή προσταγή, Αμφιλόχιε, γιατί ή χάρη του Αγίου Πνεύματος σε ψήφισε επίσκοπο.


Ό άγιος, γιά να διαπιστώσει αν ήταν πράγματι άγγελος, του ζήτησε να προσευχηθούν μαζί. Καί δίαν τό έκαναν, ό άγγελος τόν πήρε από τό χέρι καί τόν έφερε στην εκκλησία. Οι πόρτες άνοίχθηκαν αμέσως μπροστά τους, όπως κάποτε οι πύλες της Ιερουσαλήμ μπροστά στον Απόστολο Πέτρο. Μόλις βρέθηκαν μέσα στον ναό, ένα ουράνιο φως καταύγασε ολόκληρο τόν χώρο. Ξαφνικά παρουσιάστηκαν πολλοί λευκοντυμένοι άνδρες, πού πήραν τόν Άμφιλόχιο στο άγιο Βήμα καί τού έβαλαν στα χέρια ένα Ευαγγέλιο, λέγοντάς του:
—      Ό Θεός ας είναι μαζί σου!
Ένας άπ’ αυτούς, πού φαινόταν σάν αρχηγός τους, καθώς ξεπερνούσε όλους τούς άλλους σε μεγαλοπρέπεια καί φωτεινότατα, είπε μεγαλόφωνα:
—      Άς κάνουμε προσευχή, γιά να τόν επισκιάσει ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
Αφού προσευχήθηκαν, στράφηκαν πάλι στον Άμφιλόχιο.
—      Ειρήνη σ’ εσένα! τού είπαν κι έγιναν άφαντοι.


Ό όσιος Ποιμήν ό ασθενής (12ος αί.), μοναχός της Λαύρας τών Σπηλαίων του Κιέβου, έγινε μοναχός από άγγέλους. Ό όσιος Ποιμήν ήταν από μικρός πολύ φιλάσθενος. Όταν έφτασε σε νεανική ηλικία, άρχισε να παρακαλεί τούς γονείς του να τόν πάνε στο μοναστήρι, γιατί ήθελε να γίνει μοναχός. Εκείνοι, όμως, ούτε να τό ακούσουν δεν ήθελαν. Κάποτε ό νέος αρρώστησε πιο βαριά από κάθε άλλη φορά. Τό σώμα του γέμισε πληγές καί οι γιατροί δεν μπορούσαν να τόν θεραπεύσουν. 05 γονείς του, άπελπισμένοι γιά τή ζωή του, τόν σήκωσαν στα χέρια καί τόν έφεραν στη Λαύρα τών Σπηλαίων, ικετεύοντας μέ δάκρυα ιούς μοναχούς να προσευχηθούν γιά τή θεραπεία του. Πράγματι, οι πατέρες έκαναν εκτενείς προσευχές γιά την ανάρρωση τού νέου, άλλά δεν εισακούστηκαν από τόν Θεό, ό όποιος είχε άλλο σχέδιο γιά τόν εκλεκτό Του.


 Ό πατέρας καί ή μητέρα του βρίσκονταν συνεχώς δίπλα του, καθώς φοβούνταν μήπως, αν έφευγαν, έπειθε τούς πατέρες να τόν κουρέψουν καλόγερο, όπως ποθούσε. Μια νύχτα, καθώς εκείνος αγρυπνούσε μέ μυστικές προσευχές στο κρεβάτι τού πόνου καί οι γονείς του κοιμόντουσαν λίγο πιο πέρα, ολόφωτοι άγγελοι μέ τή μορφή πανέμορφων νέων κύκλωσαν ξαφνικά τό κρεβάτι του. Πίσω τους ήταν άλλοι, πού έμοιαζαν μέ τόν ηγούμενο καί τούς πατέρες της λαύρας. Στα χέρια τους κρατούσαν αλλά όσα απαιτούνται γιά τή μοναχική κουρά: ψαλίδι, σταυρό, κερί, Ευαγγέλιο, τρίχινο ζωστικό, μανδύα, κουκούλι...
—      Θέλεις να σε κείρουμε μοναχό; ρώτησαν τόν άρρωστο νέο.
—      Καί βέβαια θέλω! αποκρίθηκε εκείνος χαρούμενα Ό Θεός σάς έστειλε, κύριοί μου, γιά να εκπληρώσετε τόν πόθο της καρδιάς μου.
Άρχισαν αμέσως την άκολουθία της κουράς, πού την τέλεσαν όλη σύμφωνα μέ την προβλεπόμενη τάξη. Τόν ονόμασαν Ποιμένα καί τού έβαλαν στα χέρια μιαν αναμμένη λαμπάδα
—      Σαράντα μερόνυχτα θ’ ανάβει ή λαμπάδα σου, αδελφέ Ποιμήν, τού είπαν. Όλη σου ή ζωή θα είναι ένα διαρκές μαρτύριο από την αρρώστια Μέ την υπομονή σου θα κερδίσεις την ουράνια βασιλεία. Να θυμάσαι ότι λίγο πριν από την κοίμησή σου θα αποκατασταθεί ή υγεία σου. Αυτό θα είναι τό σημάδι πού θα σου δείξει ότι πλησιάζει τό τέλος σου.

0ι άγγελοι αποχαιρέτησαν τόν όσιο μέ ιόν συνήθη μοναχικό ασπασμό καί έφυγαν, παίρνοντας τά κομμένα μαλλιά του μέσα σ’ ένα μαντήλι. Περνώντας από την εκκλησία, άφησαν τό μαντήλι πάνω στον τάφο του οσίου Θεοδοσίου. Στο μεταξύ, οι μοναχοί των πιο κοντινών κελιών, ακούγοντας τίς ψαλμωδίες, νόμισαν ότι ό ηγούμενος μέ μερικούς πατέρες έκειρε τόν άρρωστο ή ότι αυτός είχε αποβιώσει καί τού έκαναν Τρισάγιο. Όταν ήρθαν, όμως, βρήκαν τούς γονείς τού οσίου να συνεχίζουν τόν ύπνο τους καί τόν ίδιο να κείτεται στο κρεβάτι του ξύπνιος καί χαρούμενος, ντυμένος μέ μοναχικά ενδύματα.
—      Τί έγινε, αδελφέ; τόν ρώτησαν. Ποιος σε κούρεψε μοναχό; Τί ψαλμωδίες ήταν αυτές πού ακούσαμε εμείς, ένώ ο! γονείς σου, πού κοιμούνται έδώ μέσα, δεν τίς ακόυσαν;
—      Ό ηγούμενος μαζί μέ κάποιους αδελφούς καί μερικούς πανέμορφους νέους ήρθαν έδώ, μέ έκειραν καί μου έδωσαν τό όνομα Ποιμήν, είπε ό όσιος. Εκείνοι ήταν πού έψαλλαν. Μου έβαλαν στα χέρια κι αυτή τή λαμπάδα. Είπαν ότι θ’ ανάβει σαράντα μερόνυχτα. Τά μαλλιά μου τά τύλιξαν σ’ ένα μαντήλι καί, όπως άκουσα, θα τά πήγαιναν στήν εκκλησία
0ι μοναχοί έτρεξαν στήν εκκλησία, άλλά τή βρήκαν κλειστή. Ξύπνησαν τούς εκκλησιαστικούς καί τούς ρώτησαν:
—      Μήπως μπήκε κανένας στήν εκκλησία μετά τό Απόδειπνο;
—      Όχι, απάντησαν. Όταν την κλειδώσαμε, ήταν άδεια καί κανείς δεν άνοιξε μετά.
Ειδοποίησαν τότε τόν ηγούμενο, ό οποίος, όταν πληροφορήθηκε τί είχε συμβεί, πρόσταξε ν’ ανοίξουν την εκκλησία. Σε λίγο όλοι αντίκρισαν τό μαντήλι μέ τά μαλλιά του νεόκουρου μοναχού πάνω στον τάφο τού οσίου Θεοδοσίου. Ενδελεχής έρευνα, πού άκολούθησε, απέδειξε ότι ό όσιος δεν είχε καρεϊ από πατέρες της λαύρας. Τελικά όλοι πείστηκαν πώς είχε γίνει θεία επέμβαση. Ολοφάνερα αποδεικτικά στοιχεία ήταν τόσο τό μαντήλι μέ τά μαλλιά, πού βρέθηκε μέσα στήν κλειδωμένη εκκλησία, όσο καί ή λαμπάδα, πού παρέμεινε αναμμένη, χωρίς να λιώνει τό κερί, γιά σαράντα εικοσιτετράωρα.


Ό όσιος Ποιμήν πέρασε τά υπόλοιπα είκοσι χρόνια της ζωής του στο κρεβάτι τού πόνου. Κοιμήθηκε όσιακά, αφού προηγουμένως έγινε τελείως καλά, όπως του είχαν πει οι άγγελοι.
Στήν ίδια λαύρα έζησε καί ό όσιος Αλύπιος ό εικονογράφος (12ος αΐ). Κάποιος ευσεβής χριστιανός είχε παραγγείλει στον όσιο μία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στήν Παναγία γιά τό πανηγύρι της, στις 15 Αυγούστου, καί παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως. Αλλά σε λίγες μέρες ό όσιος αρρώστησε βαριά. "Έτσι ήταν αδύνατο να ζωγραφίσει την εικόνα. Ό χριστιανός, πού την είχε παραγγείλει, επισκέφτηκε λυπημένος τόν άρρωστο γέροντα καί τόν παρακάλεσε να κάνει δ, τι περνούσε από τό χέρι του, προ- κειμένου να είναι έτοιμη στη γιορτή της Κοιμήσεως.


— Να έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό καί στήν πρόνοιά Του, τού είπε ό όσιος. Την ημέρα της γιορτής ή εικόνα θα βρίσκεται στη θέση της, στήν εκκλησία.
Ωστόσο, όταν ό χριστιανός ήρθε την παραμονή της γιορτής γιά να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πώς δεν ήταν έτοιμη, καθώς ή κατάσταση του αρρώστου είχε επιδεινωθεί.
—      Γιατί, πάτερ, δεν με ειδοποίησες ότι δεν θα μπορούσες να φτιάξεις την εικόνα, παραπονέθηκε, ώστε να βρω άλλον αγιογράφο; "Έχω υποσχεθεί να την πάω αύριο στην εκκλησία. Τί θα κάνω τώρα;
—      Παιδί μου, αποκρίθηκε με πραότητα ό όσιος, εγώ ήδη αναχωρώ άπ’ αυτόν τόν κόσμο, όπως μου φανέρωσε ό Θεός. Εσένα, όμως, δεν θα σε αφήσω λυπημένο. Να ξέρεις πώς ό Κύριος μπορεί μ’ έναν Του λόγο μόνο να ζωγραφίσει την εικόνα της Μητέρας Του.


Παρά τή διαβεβαίωση τού αγίου, όμως, ό χριστιανός έφυγε συγχυσμένος. Μετά την αναχώρηση του, μπήκε στο κελί ένας άγνωστος φωτεινός νέος. Στάθηκε μπροστά στο καβαλέτο καί άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου σιωπηλός. Γιά μια στιγμή ό γέροντας νόμισε πώς ήταν κάποιος εικονογράφος σταλμένος από τόν χριστιανό πού είχε παραγγείλει την εικόνα. Αλλά ή υπερκόσμια λαμπρότητά του, ή εκπληκτική ταχύτητα μέ την οποία δούλευε τά χρώματα καί ή τελειότητα της εργασίας του τόν έπεισαν πώς ήταν άγγελος τού Θεού. Σε τρεις ώρες είχε τελειώσει! Τότε μόνο γύρισε καί μίλησε στον όσιο.
—      Πάτερ, του είπε, μήπως λείπει τίποτε από την εικόνα; Μήπως έκανα κανένα λάθος;
Συγκλονισμένος εκείνος, αποκρίθηκε:
—      Όχι, άγγελε του Θεού! Υπέροχη την έκανες την εικόνα, μέ τή βοήθεια του Κυρίου σου.


Τότε ό ουράνιος ζωγράφος πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε άφαντος.
Στο μεταξύ, ό χριστιανός, πού την είχε παραγγείλει, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τή νύχτα Πρωί-πρωί σηκώθηκε μέ βαριά καρδιά καί κίνησε γιά την εκκλησία Καθώς ήταν ό πρώτος πού έφτασε εκεί, θα μπορούσε ανενόχλητος να κλάψει, αφήνοντας τή λύπη του να ξεχυθεί μπροστά στον Θεό. Μπαίνοντας, όμως, στον ναό, τί να δει! Ή εικόνα, εξαίσια καί λαμπερή, ήταν τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της! Τότε μέ δέος θυμήθηκε τή διαβεβαίωση τού οσίου Αλυπίου ότι ή εικόνα θα ήταν έτοιμη στη γιορτή της Παναγίας. "Έπεσε καταγής καί την προσκύνησε, τρέμοντας από συγκίνηση. Μετά τή Λειτουργία έτρεξε στη Λαύρα τών Σπηλαίων καί διηγήθηκε στον ηγούμενο τό θαύμα. Μαζί πήγαν στο κελί τού οσίου Αλυπίου, τόν όποιο βρήκαν στα τελευταία του. Μόλις πού πρόλαβε, πριν παραδώσει ειρηνικά τό πνεύμα του στον Κύριο, να τούς εξηγήσει πώς είχε ζωγραφιστεί ή εικόνα:
— Άγγελος του Θεού την έφτιαξε. Αυτός, επίσης, την πήγε στήν εκκλησία. Καί να! Ό ίδιος άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τόν Κύριο γιά να πάρει την ψυχή μου.
Καί μέ τά λόγια αυτά κοιμήθηκε.

 

Λόγος γιά τά πνεύματα-Λόγος γιά τόν θάνατο

Συγγραφέας : Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. 
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.