Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

ΣΑΒΒΑΣ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΜΑΗΛΙΤΗΣ.



Ο βιος του αγίου Σάββα του νέου είναι το πιο αξιόλογο έργο της υστεροβυζαντινής περιόδου. Ο Σάββας (1283-1349) γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Το 1301 έγινε μονάχος στο Αγίων Όρος. Έζησε ως ασκητής στους Αγίους Τόπους, το Σινά και σε αλλά μέρη. Αγωνίστηκε για την επικρατήσει της ορθοδοξίας και αντιτάχτηκε στις κακοδοξίες του Βαρλαάμ του Καλαβρου και του Γρηγόριου Ακινδύνου.

1.... Έπειτα πέρασε ολόκληρη την έρημο του Ιορδάνη για να γνωρίσει όσα από καιρό λαχταρούσε να δει (ιερά μοναστήρια, ασκητήρια, καταφυγές και σπήλαια, όπου είχαν κατοικήσει σαν ξένοι οι θαυμαστοί πατέρες, πού λάμψανε σ' αλλοτινούς καιρούς με την άσκηση τους). Χάρηκε εκεί ή ψυχή του. Όμοιος τον όμοιο αγαπά, πού λένε. Μετά γύρισε πίσω στην αγαπημένη του Σιών, γιατί ήθελε να γνωρίσει επίσης και την περιοχή τού Σινά. Σαν έφτασε εκεί — στη Σιών — καθώς δεν ήξερε την ντόπια λαλιά, ζητά με νοήματα από έναν ευλαβή και θεοφοβούμενο άνθρωπο να του κάμει τούτη τη χάρη και ό Θεός να του την ανταποδώσει• να του μισθώσει δηλαδή ένα υποζύγιο, για να μπορέσει με τούτο να επισκεφθεί κοντά σε άλλα και το Σινά και να  εκπληρώσει έτσι τον πόθο του.
Εκείνος εντελώς ελεύθερα και τιμώντας, όπως έπρεπε, την αρετή του ανδρός, νοικιάζει για λογαριασμό του  μια καμήλα και τον εφοδιάζει με πολλά και διάφορα αγαθά. Τέλος φροντίζει να κάτσει πάνω στο ζώο ό άγιος και χαρούμενος, χαρούμενο κι αυτόν, τον προπέμπει. Για συνοδό και υπηρέτη του έδωσε τον ιδιοκτήτη της καμήλας, πού ήταν Ίσμαηλίτης.
2. Ωστόσο ό Σάββας, μόλις προχώρησαν λίγο πιο πέρα από τα Ιεροσόλυμα, αμέσως κατεβαίνει από το ζώο και έτσι όλο τον δρόμο τον έκαμε πεζή μέσα σε είκοσι συνολικά μέρες. Στη θέση του, σ' όλη την διάρκεια της μακριάς πορείας, έπεισε τον Ίσμαηλίτη, αυτόν δηλαδή πού του είχε δοθεί για υπηρέτης, να κάτσει εκείνος. Τί φιλάνθρωπη ψυχή! «Δεν το άντεχα διόλου», είπε, «εγώ να 'μαι ξεκούραστος πάνω στο ζώο και να βλέπω εκείνην την ψυχή να υποφέρει από τη μακρινή οδοιπορία. Μου φαινόταν τούτο αντίθετο στις πεποιθήσεις μου, ή πιο μεγάλη πλεονεξία». Του προσφέρει επί πλέον και τα τρόφιμα του και ό ίδιος συντηρείται με τα χόρτα πού έβρισκε στο δρόμο και με λίγο νερό. Σ' ολόκληρη τη διάρκεια της πορείας κι ως και σ' αυτό το όρος Σινά, έκρινε ότι μόνο αυτήν την τροφή πρέπει να παίρνει. Αξιοθαύμαστο! 


Και το πράγμα προχωρούσε κατά τρόπο θαυμαστό σύμφωνα με τις προθέσεις του. Υπάρχει τίποτε αληθινά μεγάλο και υπερφυσικό πού να μη συμπίπτει με τα αισθήματα του; Και τί είναι εκείνο πού το σκεφτόταν, το αποφάσιζε κι αμέσως δεν γινόταν πράξη με γρηγοράδα περισσή; Τούτο ακριβώς το σημείο προκαλεί και την απορία των ακροατών. Ποιό από τα δύο πρέπει κανείς να πρωτοθαυμάζει, τη βούληση της ψυχής του πού ήταν σαν ριζωμένη μέσα του ή την ορμή και το ανυποχώρητο στα καλά έργα; Έτσι και ξεκινούσε κάτι, δεν τον κρατούσε πια τίποτε, κατά το ρητό «αμ' έπος, αμ' έργον». Και κοντά σ' αυτά ένα τρίτο χαρακτηριστικό" γεγονότα και κατορθώματα πέρα από κάθε φυσικό και λογικό μέτρο.

Ό Σάββας λοιπόν διεξήγαγε και τούτον τον αγώνα με τέτοιο αθλητικό ήθος, ώστε να μη διαφέρει σε τίποτε από τούς προηγούμενους αγώνες του. Ό βάρβαρος όμως συνοδός του θερμά παρακαλούσε τον άγιο να καβαλικέψει το ζώο πού του είχε δοθεί γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό και έθετε στη διάθεση του και τον εαυτό του και το ζώο και τα τρόφιμα να τα χειρίζεται σαν ιδιοκτήτης τους. Για πολλές μέρες τον παρακαλούσε θερμά, δεν κατάφερε όμως να τον πείσει ούτε στο ελάχιστο. Γεμάτος λοιπόν απορία και έκπληξη τον ονόμαζε Θεό και όχι άνθρωπο ή μάλλον όχι απλώς τον ονόμαζε παρά το έδειχνε με τις πράξεις του. Έπεφτε κάτω στο χώμα και φιλούσε τα πόδια του με πολλή ευχαρίστηση και θαυμασμό. Παρ' ότι βαρβαρικής καταγωγής, ως φαίνεται, δεν ήταν και εντελώς άξεστος. Κι αισθήματα είχε ευγενικά και ή σύνεση δεν του έλειπε ολότελα κι ή ψυχή του μπορούσε να δεχτεί τον καλό σπόρο.

Γι' αυτό σύντομα άρχισε να νιώθει πολύ ευχαριστημένος κι ωφελημένος κι έμεινε κατάπληκτος με την καρτερία του αγίου στους πνευματικούς κόπους και με την πρωτοφανή ταπεινοφροσύνη και ημερότητα του. Και μόνο να έβλεπε κανείς τον άγιο, σαγηνευόταν, ακόμα κι αν ήταν σκέτη πέτρα ή θηρίο στα αισθήματα του ανήμερο. Στο σημείο αυτό ξεπερνούσε ως και τις Σειρήνες, αν βέβαια ό θρύλος γι' αυτές δεν είναι μύθος. Όταν πια έφτασαν στο τέρμα της οδοιπορίας και πέτυχαν τον σκοπό τους, ό Ίσμαηλίτης γύρισε πίσω μ' ανάμεικτα συναισθήματα από χαρά και λύπη. Χαρά, πού αξιώθηκε να ζήσει, χωρίς να το ελπίζει, τέτοια θαυμάσια περιστατικά. Ή δευτερεύουσα απασχόληση του αποδείχθηκε πολύ ανώτερη από το κύριο έργο του. Ήταν όμως και πολύ λυπημένος κι υπέφερε από τον πόνο του πικρού αποχωρισμού του από τον πατέρα. Όλοι το έβλεπαν πώς ή απομάκρυνση του απ' εκείνον του ήταν αφόρητη.


Ό άγιος, όταν ύστερα από τόσους κόπους και κατορθώματα έφτασε στο φημισμένο από αρχαίους καιρούς Σινά, προτιμά απ' την αρχή την τάξη των νέων μοναχών. Τί ευλάβεια ήταν αυτή, τί ταπεινοφροσύνη! Υποκρίνεται τάχα τον μαθητή και τον αρχάριο, αυτός πού είχε κιόλας φτάσει στην κορυφή της φιλοσοφίας. Για δύο λοιπόν χρόνια εμπιστεύεται τον εαυτό του στους εκεί πατέρες ως υποτακτικός. Σαστίζουν κι αυτοί κι ό καθένας με την υπέρμετρη σ' όλα αρετή του. Με το παράδειγμα του προετοιμάζει πολλούς για αγώνες πνευματικούς, άλλα και ό ίδιος επιλέγει ακούραστα σαν μια εργατική μέλισσα ότι ωραιότερο και χρησιμότερο βρήκε εκεί. Ύστερα γυρίζει πίσω στα Ιεροσόλυμα, τη μητέρα αυτή των μυστηρίων του Χριστού. Με συγκίνηση αποχαιρετάει τούς πατέρες και κρατάει για τον εαυτό του, ως εφόδιο και παρακαταθήκη, τον αγιασμό και την ευφρόσυνη διάθεση. Τότε πια αναχωρεί και πάλι στον αγώνα της αγγελικής ησυχίας και της ολοκληρωτικής μόνωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: