Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ.«Είμαι ένας μεγάλος αμαρτωλός ! Εγώ έχω τόσα χρήματα μισθό τον μήνα και άλλοι δεν έχουν τίποτε και πεθαίνουν από την πείνα»


π. Ιουστινιανός Γεωργίου

Μοναστήρι Τσερνίκα νομού Ίλφόβ (1914-1961)

Φοβούμεθα ότι θ' αμαρτήσουμε εάν περάσουμε με σιωπή το όνομα, την ζωή και το τέλος του π. Ιουστινιανού από την μονή Τσερνίκα, ενός θαυμαστού μοναχού των ήμερων μας.

Γεννήθηκε στα μέρη της πόλεως Μπράιλα από πολύ ευσεβείς γονείς, ό Ιουστίνος, όπως ονομάστηκε στο βάπτισμα του, ό όποιος από την παιδική του ηλικία επιδόθηκε σε πολλές σπουδές. Όντας ευφυής εκ φύσεως, επέτυχε να τελειώσει πολύ καλά τις έξης σχολές: Την Εμπορική Ακαδημία, την Φιλοσοφική Σχολή, την Νομική και τέλος την Θεολογία. Εργάσθηκε σαν διευθυντής και κατόπιν σαν υπουργός στο υπουργείο της Εθνικής Οικονομίας. Παράλληλα ήταν και συγγραφεύς βιβλίων. Έγραψε πέντε φιλοσοφικά βιβλία, τα όποια και τυπώθηκαν.

Το έτος 1941 νυμφεύθηκε. Ήταν στο λιμάνι της Κωστάντζας. Εκεί είδε μία νέα κοπέλα, ή οποία κρατούσε την βαλίτσα της και έκλαιγε. Την ερώτησε την αιτία της στενοχώριας της και του απήντησε ότι δεν είχε να πλήρωση χρήματα στο τελωνείο για τα πράγματα της. Εκείνος την παρηγόρησε και της πλήρωσε τον φόρο για τα πράγματα της. Επειδή την συμπάθησε και ήθελε να την σώσει από τον αμαρτωλό κόσμο, την νυμφεύθηκε κανονικά στην εκκλησία, χωρίς όμως να θελήσει να έλθει και σε σωματική συνάφεια μαζί της. Την πήρε μαζί του για να την διαφύλαξη από τις παγίδες του κόσμου. Και ζούσαν μαζί σαν αδέλφια με νηστείες, προσευχές και μυστηριακή ζωή.

Από την φύση του και την εκ των γονέων του χριστιανική ανατροφή δεν αγαπούσε τον θόρυβο και την ζωή του κόσμου. Αγαπούσε την ησυχία, την μοναξιά, την εκκλησία και την προσευχή. Δεν εσυγκινείτο από τις κοσμικές τιμές, από τα χρήματα, τα καλά ρούχα, τις συγγένειες και τις φιλίες των ανθρώπων.

Κάποτε ευρισκόταν σ' ένα κεντρικό δρόμο της πόλεως του Βουκουρεστίου και κραύγαζε: «Είμαι ένας αμαρτωλός, ένας μεγάλος αμαρτωλός, ένας μεγάλος αμαρτωλός! Εγώ έχω τόσα χρήματα μισθό τον μήνα και άλλοι δεν έχουν τίποτε και πεθαίνουν από την πείνα ».

Από τότε στην ζωή του εξάσκησε την μεγάλη αρετή της ελεημοσύνης. Χωρίς διάκριση, αγαπούσε το κάθε πλάσμα του Θεού στην οποιαδήποτε δυσκολία του. Έβλεπε ένα πτωχό στον δρόμο ή ένα ζητιάνο; Του έδινε κάτι από τα χρήματα του. Εάν τα χρήματα πού είχε, τελείωναν στον δρόμο, τούς έδινε την διεύθυνση του να τον επισκεφτούν στο σπίτι του την επόμενη ήμερα. Μία φορά επήρε από τον δρόμο ένα πτωχό και τον μετέφερε στην γωνία του δρόμου. Χωρίς να τον βλέπουν άλλοι, έβγαλε τα ρούχα του και τα παπούτσια του, του τα έδωσε και γύρισε σπίτι του ξυπόλητος και μόνο με το παντελόνι του. Τον μάλωναν ή σύζυγος του και οι συγγενείς του, άλλ' αυτός δεν άκουε κανέναν. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όταν ήξερε, ότι άλλοι δεν έχουν τί να φάνε.

Την ήμερα λοιπόν πού έπαιρνε από το υπουργείο τον μισθό του, ήδη είχαν φθάσει και περίμεναν έξω από το σπίτι του εκατοντάδες πτωχοί, κουρελιασμένοι, παράλυτοι, ορφανά και χήρες. Τούς βοηθούσε με ρούχα, χρήματα και φαγητά, χωρίς να ερωτά ούτε τα ονόματα τους, ούτε να περιμένει να τον ευχαριστήσουν.

Το έτος 1950 ό ταπεινός αυτός δούλος τού Θεού Ιουστίνος αποφάσισε με την σύζυγο του να εγκαταλείψουν τον κόσμο και να φύγουν και οι δύο σε μοναστήρια για την σωτηρία των ψυχών τους. Εκείνος πήγε στην μονή Τσερνίκα, 12 χιλιόμετρα έξω από το Βουκουρέστι, και εκείνη στην μονή Τσιγανέστ, 50 χιλιόμετρα μακρύτερα.

Τώρα ή ζωή τού Ιουστίνου άρχισε να αλλάζει κάθε ήμερα και περισσότερο. Ήταν τακτικός στην εκκλησία, ντυμένος με τα απλοϊκά ρούχα τού δοκίμου μοναχού. Μυστικός και ταπεινός όπως ήταν, αγωνιζόταν τις νύκτες στο κελί του με προσευχή και νηστεία. Διακονούσε στην εκκλησία και κατόπιν στο μαγειρείο και σαν μοναχός στην γραμματεία της Μονής. Ήτο ό πιο ταπεινός και πτωχός μοναχός ανάμεσα σ' όλη την αδελφότητα των 100 περίπου μοναχών.

Το κελί του ήταν πάντα ανοικτό, διότι δεν είχε τίποτε να κλείδωση και να κρύψει. Έτρωγε μία φορά την ήμερα, μετά την δύσι τού ηλίου, ψημένες πατάτες στα κάρβουνα. Κοιμόταν σε μία σανίδα, πού ήταν σκεπασμένη με μία ψάθα, πρεσαρισμένη στα άκρα της κρεατοσανίδας. Όταν τον ερώτησαν γιατί κοιμάται τόσο σκληρά, απήντησε: «Για να μη κοιμάμαι πολύ, διότι ό ύπνος μάς οδηγεί στον άδη».

γνώρισε και προσωπικά την φρίκη των κομμουνιστικών φυλακών, όταν για την πίστη του και την μοναχική του ιδιότητα, συνελήφθη και οδηγήθηκε εκεί, όπου υπέστη πολλά βασανιστήρια. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό τον έβγαλαν στελέχη τού Κόμματος από το κελί του, τού έβγαλαν τα παπούτσια του και τα χονδρά ρούχα του και τον ανάγκαζαν να περπατά ξυπόλητος και ελαφρά ενδεδυμένος μέσα στο χιόνι. Τον ρωτούσαν καθ' όδόν: «Θέλεις, τρελέ, να είσαι ακόμη μοναχός;». Τον κτυπούσαν με διάφορα μέσα για να τελειώσουν γρήγορα μ' αυτόν. Όταν κάποτε βγήκε από τις φυλακές, ήταν άρρωστος με καρκίνο στα πνευμόνια. Αλλά δεν κάλεσε τον γιατρό. Γι' αυτό οι άλλοι τον αποκαλούσαν: «Ό τρελός μοναχός». Ό π. Ιουστινιανός όμως είχε αποκτήσει, για την ταπείνωση του, για την υπομονή στις δοκιμασίες του και την πολλή του αγάπη προς τούς πτωχούς, το χάρισμα της διοράσεως.

Την άνοιξη τού 1961, τον καιρό της Μεγάλης Νηστείας, είπε ό Γέροντας στους πατέρες τού μοναστηριού του:

-Μετά από τρεις εβδομάδες, την επομένη ήμερα, την Κυριακή τού Θωμά, στις οκτώ το πρωί, εγώ θα φύγω από τον κόσμο αυτόν! Άλλοι πατέρες τον πίστευσαν και άλλοι έλεγαν ότι τον εξαπάτησε ό νοητός εχθρός. Εκείνος με σαφήνεια πληροφορημένος από την Θεία Χάρι για το τέλος του πού πλησίαζε, εξομολογήθηκε τα πάντα από την παιδική του ηλικία, έλαβε τα Άχραντα Μυστήρια, συνεχώρησε τούς άλλους και περίμενε με χαρά την καθορισμένη ήμερα και ώρα. κάλεσε και την αδελφή εν Χριστώ, μοναχή Ίουστίνα, από την μονή Τσιγκανέστ. Αυτή όμως δεν ημπόρεσε να έλθει στην κηδεία τού πρώην συζύγου της, διότι ήταν βαρειά ασθενής.

-Μη με πάτε στον γιατρό, είπε στους Πατέρες ό π. Ιουστινιανός. Ένας είναι ό μοναδικός γιατρός μας, ό Χριστός. Καλέστε μόνο τον Μεγάλο Γιατρό!

Με την άφιξη της ημέρας, Κυριακής τού Θωμά, λίγες ώρες πριν από την αναχώρηση του για τούς ουρανούς, τον επισκέφθηκε στο κελί του ένας χωρικός και του είπε:

-Πάτερ, σκληρά μας δοκιμάζει ό Θεός με την ξηρασία. Επί δύο μήνες τώρα δεν έχει βρέξει. Καίγεται ό τόπος. Θα καταστραφούν οι καλλιέργειες εξ αιτίας των αμαρτιών μας...

-Μη λυπάσαι, αδελφέ... Αύριο άποχωριζόμεθα... Εάν θα βρω Χάρι ενώπιον του Χριστού, θα Τον παρακαλέσω να στείλει βροχή. Μόνο να προσευχόμεθα...

Και ιδού ή προφητεία του π. Ιουστινιανού εκπληρώθηκε ακριβώς. Την δεύτερη ήμερα, μετά την Κυριακή του Θωμά, στις οκτώ το πρωί, όταν κτύπησαν οι καμπάνες για την θεία Λειτουργία, ό π. Ιουστινιανός παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, έχοντας ειρηνικό και φωτισμένο το πρόσωπο του. Όλη ή συνοδεία της Μονής έξεπλάγησαν για το προφητευμένο τέλος του.

Όταν οι πατέρες μετέφεραν και τοποθέτησαν το ιερό σκήνος του Γέροντος στο μνήμα του, ό ουρανός άρχισε να γεμίζει από μαύρα σύννεφα, πού ήταν μάλλον καρπός των προσευχών του. Σε λίγο άρχισε να βρέχει δυνατά, καθ' όσον είχε να βρέξει 40 ήμερες.

Μία ήμερα πριν το 40ήμερο μνημόσυνο του μακαριστού γέροντος Ιουστινιανού, ή μοναχή Ίουστίνα (ή πρώην σύζυγος του) ήταν βαριά άρρωστη και επρόκειτο να μεταφερθεί στον γιατρό για εγχείριση. Την νύκτα όμως εκείνη την επισκέφθηκε ό άγιος Καλλίνικος, ό πρώην ηγούμενος της Τσερνίκας και ιεράρχης του Ρίμνικου (+ 1867) και της είπε:

-Για χάριν του π. Ιουστινιανού σε θεραπεύω! Και αμέσως το θαύμα έγινε. Την δεύτερη ήμερα αποκαταστάθηκε ή υγεία της και μάλιστα ήλθε και στο μνημόσυνο του πρώην συζύγου της, Γέροντος Ιουστινιανού.

«Μακάριοι, ους έξελέξω και προσελάβου, Κύριε...»

ΒΙΒΛ. ΟΣΙΑΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ. "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Δεν υπάρχουν σχόλια: