Ένα χωριό στον Παρνασσό, Απρίλης 2026
Οι Πέντε το Πρωί
Η κυρα-Λένη ξυπνάει πάντα στις πέντε. Ούτε ξυπνητήρι, ούτε κόκορας. Το σώμα της ξέρει. Ογδόντα εφτά χρόνια το ίδιο βιολογικό ρολόι.
Σηκώνεται. Δεν ανάβει φως. Το σκοτάδι το ξέρει απ’ έξω. Πλένει το πρόσωπό της με κρύο νερό από τη στάμνα. Φοράει το άσπρο τσεμπέρι. Το μαύρο φόρεμα. Την ποδιά την κεντημένη — της την είχε φτιάξει η μάνα της για τον γάμο της, 1958. Τη φοράει κάθε μέρα από τότε που έφυγε ο Στέλιος της, είκοσι χρόνια τώρα.
Το Παράθυρο
Πάει στο παράθυρο. Το ξύλο τρίζει. Το άνοιξε ο παππούς της όταν έχτιζε το σπίτι, 1920. Το άνοιγε η μάνα της κάθε πρωί. Το ανοίγει κι αυτή.
Έξω ακόμα νύχτα. Μα τα βουνά φαίνονται. Ο Παρνασσός. Μαύρος όγκος. Τον ξέρει. Κάθε πέτρα του. Εκεί έβοσκε τα γίδια μικρή. Εκεί πρωτοφίλησε τον Στέλιο της. Εκεί έθαψε τον γιο της που τον πήρε η άσφαλτος στα είκοσι.
Περιμένει. Δεν προσεύχεται ακόμα. Περιμένει το φως.
Ο Σταυρός
Χαράζει. Μια γραμμή ροζ στον ορίζοντα. Πίσω από τον Παρνασσό.
Η κυρα-Λένη σηκώνει το δεξί χέρι. Αργά. Τα τρία δάχτυλα ενωμένα — Πατήρ, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Έτσι της έμαθε η γιαγιά της. Έτσι έμαθε κι αυτή την κόρη της.
Αγγίζει το μέτωπο. «Εις το όνομα του Πατρός...»
Κατεβαίνει στην κοιλιά. «...και του Υιού...»
Δεξί ώμο. «...και του Αγίου...»
Αριστερό ώμο. «...Πνεύματος. Αμήν.»
Δεν το βιάζεται. Ποτέ. Ο Θεός έχει υπομονή. Κι αυτή έχει. Ογδόντα εφτά χρόνια υπομονή.
Η Προσευχή
Μετά μιλάει. Όχι πάτερ-ημών. Μιλάει. Όπως μιλάς στον άντρα σου το βράδυ.
«Καλημέρα, Χριστέ μου. Ξημέρωσε κι άλλη μέρα.
Φύλαξε τα παιδιά μου στην Αθήνα. Φύλαξε τα εγγόνια στην Γερμανία.
Φύλαξε τον Στέλιο μου εκεί που τον έχεις. Πες του πως του άναψα το καντήλι.
Φύλαξε και τον Γιωργάκη μου. Είκοσι χρονών παλικάρι... τον πήρες νωρίς. Πες του πως η μάνα δεν τον ξέχασε.
Φύλαξε το χωριό. Να μην ρημάξει. Μείναμε πέντε γριές.
Φύλαξε τα βουνά. Να μην τα κάψουνε.
Φύλαξε κι εμένα. Να προλάβω να δω το δισέγγονο που έρχεται τον Αύγουστο. Η Μαρία μου είναι έγκυος.
Κι αν δεν προλάβω... πάλι καλά. Σε είδα 87 χρόνια. Μου φτάνει.»
Το Καντήλι
Γυρνάει στο εικονοστάσι. Το καντήλι τρεμοσβήνει. Το ανάβει κάθε βράδυ. «Για όσους δεν έχουν κανέναν να τους ανάψει», έλεγε η μάνα της. Τώρα το λέει κι αυτή.
Σταυρώνει την Παναγία. Σταυρώνει τον Χριστό. Σταυρώνει τη φωτογραφία του Στέλιου. Σταυρώνει τη φωτογραφία του Γιωργάκη με τη στολή φαντάρου.
Το Πρωινό
Μετά βάζει καφέ να βράσει. Για έναν. Αλλά βάζει δύο φλιτζάνια. Το ένα για τον Στέλιο. Έτσι κάνει είκοσι χρόνια.
Κάθεται στο τραπέζι. Πίνει τον καφέ. Κοιτάει έξω. Ο Παρνασσός τώρα λούζεται στο φως. Καταπράσινος. Γαλανός ουρανός.
Κάποιος θα πει: «Μόνη της η γριά. Τι ζωή είναι αυτή;»
Η κυρα-Λένη θα γελάσει. Μόνη; Με τον Παρνασσό μπροστά της, τον Στέλιο στο καντήλι, τον Γιωργάκη στην καρδιά, και τον Θεό στον ουρανό;
«Γεμάτη είμαι, πιδάκι μ´», θα πει. «Γεμάτη.»
Γιατί η κυρα-Λένη ξέρει:
Προσευχή δεν είναι τα λόγια. Είναι να ανοίγεις το παράθυρο κάθε πρωί.
Είναι να κάνεις τον σταυρό σου και να μιλάς.
Είναι να βλέπεις το ίδιο βουνό 87 χρόνια και να μην το βαριέσαι.
Είναι να βράζεις δύο καφέδες και να πίνεις έναν.
Είναι να ανάβεις καντήλι για όσους δεν έχουν κανέναν.
Και ο Θεός;
Ο Θεός είναι ο Παρνασσός το χάραμα.
Είναι το ξύλο που τρίζει στο παράθυρο.
Είναι το «Αμήν» που λες και ησυχάζεις.
Είναι που 87 χρόνια μετά, ακόμα σηκώνεις το χέρι να κάνεις τον σταυρό σου.
Γιατί όσο αντέχει το χέρι να κάνει τον σταυρό, αντέχει κι η ψυχή.
Και το σπίτι στέκει.
Και το βουνό στέκει.
Και η Ελλάδα στέκει.
Πάνω σε έναν σταυρό που γίνεται κάθε πρωί στις πέντε, σε ένα παράθυρο που βλέπει στον Παρνασσό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου