Τί καλὰ θὰ ἤτανε σὲ ὅ,τι κι ἂν κάνουμε νὰ μὴν ἔχουμε ζόρισμα καὶ πίεση, ἀλλὰ εἰρήνη καὶ προσευχή. Οἱ παλαιοὶ ἄνθρωποι δὲν δένονταν εὔκολα μὲ πράγματα.
Κάποτε μπῆκε ἕνας κλέφτης καὶ ἔκλεψε ἕνα Γεροντάκι. Εἶχε κάτι μικρές οἰκονομίες γιατὶ πωλοῦσε καμέλιες. Τὰ εἶχε τὰ χρήματα σὲ ἕνα ντουλάπι ξεκλείδωτα. Δὲν τὰ εἶχε τρυπώσει κάπου κρυφά.
Καὶ ἦρθε ἀμέσως καὶ μᾶς εἶπε ξαλαφρωμένος:
«Ξέρετε, τώρα δὲν ἔχω τίποτε. Εἶμαι σὰν τὸν Ἰώβ.»
Οὔτε μήνυση ἔκανε, οὔτε διαμαρτυρήθηκε γιὰ νὰ βρεῖ τὸ δίκιο του. Οὔτε γκρίνια, οὔτε τίποτα. Ἀπαθῶς τὰ εἶχε καὶ ἀπαθῶς τὰ ἔχασε. Εἴχανε αὐτὸ τὸ χάρισμα, νὰ μὴ δένονται μὲ τὴν ὕλη.
Ἑνὸς ἄλλου τοῦ εἴχανε κλέψει κάτι λιγοστὰ ἀπὸ τὴ σύνταξη του ΟΓΑ καὶ πῆγε στὴν ἀστυνομία.
Τὸν συμβούλευσαν στὸ τμῆμα, στὶς Καρυές:
«Κάνε μία μήνυση κατὰ ἀγνώστου.»
«Ἄα, μήνυση δὲν κάνω, ἁπλῶς ἦρθα νὰ σᾶς τὸ ἀναφέρω.»
«Καὶ πῶς θὰ τόνε πιάσουμε;»
«Ε, ἅμα δὲν τόνε πιάσετε δὲν πειράζει, ἀφῆστε τον νὰ φύγει.»
Μοῦ ἔλεγε πικραμένος ἕνας γονέας πὼς τα παιδιά του εἴχανε μπλέξει στα δικαστήρια ανα μεταξύ τους καὶ δὲν μιλιόντανε ἐπειδὴ τὸ ἕνα παιδὶ εἶχε πάρει κληρονομιὰ ἕνα σπίτι μὲ ἐνενήντα πέντε τετραγωνικά ἐνῶ τὸ ἄλλο μὲ ἑκατό.
- Πάτερ, ἔχει εὐλογία νά μᾶς μιλήσετε γιὰ τὴ μοναξιά;
– Ἄαα, παιδάκι μου, δὲν ξέρω νὰ σοῦ μιλήσω γιὰ τὴ μοναξιά, δὲν ἔχουμε ἐδῶ μοναξιά. Ἂν θέλεις, νὰ σοῦ μιλήσω γιὰ τὴν πολυκοσμία... Ἅμα ἀγαπάει ἡ ψυχή, δὲν νιώθει μοναξιά! Μοναξιὰ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη. Τότε μπορεῖ νὰ βρίσκεσαι μέσα σὲ χιλιάδες συνανθρώπους σου καὶ νὰ νιώθεις μόνος. Μὰ «ψυχὴ ἀγαπῶσα μοναξιὰ οὐκ ἔχει».
Καὶ ἐπάνω στὸ βουνό να μένει κάποιος, ἂν ἀγαπᾶ, συμπονᾶ καὶ νοιάζεται τὸν κόσμο, μοναξιὰ δὲν ἔχει. Διότι προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ πονάει γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὁπότε εἶναι ὅλοι κοντά του.
Βιβλιογραφία. Πατήρ Διονύσιος Ταμπάκης. Στήν άβυσσο με θέα τον παράδεισο.
Εκδόσεις Άθως
