Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Πανηγυρικός εσπερινός στο Ναύπλιο για τον Άγιο Αρσένιο

Ναύπλιο, ρεπορτάζ-φωτογραφίες του Ευάγγελου Μπουγιώτη

Πανηγυρικά εορτάστικε η μνήμη του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη, πνευματικού πατρός του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη, με ιερά αγρυπνία στον Ιερό Ναό της Παναγίας Ναυπλίου.

Τον εσπερινό αλλά και την θεία λειτουργία τέλεσε ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπουλέσης, συμπαραστατούμενος του Ιερέως του Ναού, Πατρός Διονυσίου Ταμπάκη.

Κατά τη διάρκεια της Αγρυπνίας είχε τεθεί προς προσκύνηση τεμάχιο λειψάνου του Αγίου Αρσενίου. Πλήθος πιστών, ιδιαίτερα νέοι άνθρωποι, κατέκλεισαν το Ναό τιμώντας τον Άγιο Αρσένιο.
























Ο βίος του Αγίου υπό του Ιερέως Χρήστου Μηχαήλίδη, προϊσταμένου του Ιερού Ναού Παναγίας Ναυπλίου

Ὁ Ὀσιότατος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στὰ 1840 στὰ Φάρασα ἢ Βαρασιό, στὸ Κεφαλοχῶρι τῶν ἕξι Χριστιανικῶν χωριῶν τῆς περιφερείας Φαράσων τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι σὲ ἀρετὲς καὶ μέτριοι σὲ ἀγαθά. Εἶχαν ἀποκτήσει δυὸ ἀγόρια, τὸν Βλάσιο καὶ τὸν Θεόδωρο (τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο). Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔμειναν ὀρφανὰ καὶ τὰ προστάτεψε ἡ θεία τους, ἀδελφὴ τῆς μητέρας τους. Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβηκε στὰ παιδιὰ καὶ τὴν θαυματουργικὴ διάσωση τοῦ μικροῦ τότε Θεόδωρου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο, αφοὺ τὸν ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο πνιγμό, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιὰ τὸν μὲν Βλάσιο νὰ δοθεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο στὸν Θεό, νὰ τὸν δοξολογεῖ ὡς δάσκαλος τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς καὶ κατέληξε ἀργότερα στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ τὸν Θεόδωρο δὲ νὰ θέλει νὰ γίνει καλόγερος. Στὴ συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στὴ Νίγδη καὶ μετὰ στὴ Σμύρνη ὅπου τέλειωσε τὶς σπουδές του. Στὰ εἴκοσι ἕξι του περίπου χρόνια πῆγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φλαβιανῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου ὅπου ἀργότερα κάρηκε Μοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἀρσένιος. Δυστυχῶς ὅμως! δὲ χάρηκε πολὺ τὴν ἡσυχία του, διότι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν ἀνάγκη μεγάλη ἀπὸ δασκάλους καὶ ὁ Μητροπολίτης Παΐσιος ὁ Β’, τὸν χειροτόνησε Διάκο καὶ τὸν ἔστειλε στὰ Φάρασα γιὰ νὰ μάθει γράμματα στὰ ἐγκαταλειμμένα παιδιά. Αὐτὸ φυσικὰ γινόταν στὰ κρυφά, μὲ χίλιες δυὸ προφυλάξεις, γιὰ νὰ μὴ μάθουν τίποτε οἱ Τοῦρκοι.

Στὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε στὴν Καισαρεία πρεσβύτερος μὲ τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καὶ τὴν εὐλογία ὡς Πνευματικός. Ἄρχισε πιὰ ἡ πνευματική του δράση νὰ γίνεται μεγαλύτερη καὶ νὰ ἁπλώνεται. Μὲ τὴν ἄφθονη Θεία Χά! ρη ποὺ τὸν προίκισε ὁ Θεὸς θεράπευε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό του, διότι , ὅταν ἔβλεπε πολὺ πόνο καὶ καταπίεση Τουρκική, ἡ ἀγάπη τὸν ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ ἀγκάλιαζε καὶ τὰ γύρω χωριά. Θεράπευε ἀδιάκριτα τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὅπου τὸν συναντοῦσε σὲ Χριστιανοὺς ἢ Τούρκους. Γιὰ τὸν Ἅγιο δὲν εἶχε καμιὰ σημασία, διότι ἔβλεπε στὸ πρόσωπό τους, τὴν μὲ πολλὴ ἀγάπη πλασθεῖσα εἰκ! όνα τοῦ Θεοῦ. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θα ύματα ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στεῖρες γυναῖκες τεκνοποιοῦσαν, ἀφοῦ τὶς διάβαζε εὐχὴ ἢ ἔδιδε "φυλακτό" ποὺ ἦταν ἕνα κομμάτι χαρτὶ γραμμένο μὲ κάποιες εὐχὲς ποὺ τὶς ἔγραψε ὁ ἴδιος.

Διάβαζε τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο σὲ σοβαρὲς περιπτώσεις, ὅπως στοὺς τυφλούς, βουβούς, χωλοὺς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους καὶ γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε τὴν ἀνάγνωση. Πολλοὶ Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι εἶχαν θεραπευθεῖ, ἀφοῦ πῆραν χῶμα ἀπὸ τὸ κατῶφλι τοῦ κελιοῦ του καὶ ἀναμιγνύοντας τὸ μὲ λίγο νερὸ τὸ ἔπιναν, πιστ! εύοντας ὅτι θὰ ἐθεραπεύοντο καὶ ἡ πίστη τους ποὺ εἶχαν στὸν Ἅγιο, ἔκανε τὸ θαῦμα. Χρήματα φυσικὰ δὲ δεχόταν ποτὲ οὔτε κι ἔπιανε στὰ χέρια του. Συνήθιζε νὰ λέγει "ἡ πίστη μας δὲν πουλιέται". Βίωνε ὁλοκληρωτικὰ καὶ "ἔπασχε τὰ Θεία". Ζοῦσε μὲ αὐταπάρνηση, διότι ἀγαποῦσε πολὺ πρῶτα τὸν Θεὸ καὶ μετὰ τὴν εἰκόνα Του, τὸν Θεὸ καὶ μετὰ τὴν εἰκόνα Του, τὸν πλησίον. Αἱματηροὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες κατέβαλε γιὰ νὰ διατηρήσει τοὺς συγχωριανοὺς καὶ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν πίστη, γιὰ νὰ μὴν κλονιστοῦν καὶ ἀλλαξοπιστήσουν στὶς χαλεπὲς ἐκεῖνες ἡμέρες καὶ ἐποχές, ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ διάφορες πιέσεις ποὺ δεχόντουσαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορους προβατόσχημους λύκους, τοὺς προτεστάντες, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ ποιμάνουν τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
























Τὸ κελί του, μικρό, ἀπέριττο, εὑρισκόταν μέσα στὸν κόσμο. Ζοῦσε μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ συγχρόνως κατόρθωνε νὰ ζεῖ καὶ ἐκτὸς τοῦ κόσμου. Σὲ αὐτό, καθὼς καὶ γιὰ τὰ θεία του κατορθώματα, πολὺ τὸν βοηθοῦσαν οἱ δυὸ ἡμέρες (ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευή) ποὺ ἔμενε ἔγκλειστος στὸ κελί του, προσευχόμενος. Οἱ ὁποῖες καρποφορ! οῦσαν περισσότερο πνευματικὰ τότε, διότι ἁγίαζαν καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἄλλων ἡμερῶν. Ὧρες ἔμενε γονατιστὸς προσευχόμενος στὸν Θεὸ γιὰ τὸν λαό Του, ποὺ τὸν εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὰ ἀσκητικὰ χέρια τοῦ δούλου Του Ἀρσενίου. Ἡ μεγάλη εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου Πατρὸς δὲν ἄντεχε νὰ κάνει κανένα κακὸ στὴν πλάση. Ἰδιαίτερα στὰ ζῷα. Ποτέ του δὲν κάθισε σὲ ζῷο νὰ τὸ κουράσει, γιὰ νὰ ξεκουράσει τὸν ἑαυτό του. Προτιμοῦσε πάντοτε νὰ βαδίζει πεζὸς καὶ ὅπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Εἶχε πάντοτε μπροστά του τὸν Χριστὸ ποὺ ποτέ Του δὲν κάθ! ισε σὲ ζῷο - μόνο μία φορᾷ - καὶ ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε: "Ἐγὼ ποὺ εἶμαι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι, πῶς νὰ καθίσω σ' αὐτό;" Γιὰ νὰ κρύψει τὶς ἀρετές του ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀποφύγει ἔτσι τοὺς ἐπαίνους, κατάφευγε σ' ὁρισμένες "ἰδιοτροπίες".

Παρουσιαζόταν σὰν σκληρὸς θυμώδης, ὀξύθυμος, ἀπόπαιρνε τὶς διάφορες γυναῖκες, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γι' αὐτὸν καὶ εὐγνωμοσύνη προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν, μὲ διάφορους τρόπους, νὰ τοῦ μαγειρεύουν καὶ νὰ τοῦ στέλνουν φαγητό. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε στὸν πιστό του φίλο καὶ ψάλτη Πρόδρομο τὰ ἑξής: "Ἐὰν ἤθελα νὰ μὲ ὑπηρετοῦν γυναῖκες, θὰ γινόμουν ἔγγαμος ἱερεὺς καὶ θὰ μὲ ὑπηρετοῦσε παπαδιά. Τὸν καλόγηρο ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν γυναῖκες, δὲν εἶναι καλόγηρος". Ὅταν ὕψωνε τὰ χέρια του γιὰ νὰ παρακαλέσει γιὰ κάτι τὸν Θεό, ἄρχιζε νὰ τὸν παρακαλεῖ προσευχόμενος καὶ φωνάζοντας, "Θεέ μου! λὲς καὶ ξεκοβόταν ἡ καρδιά του ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ θαρρεῖς πὼς ἔπιανε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ πόδια καὶ δὲν τοῦ ἔκανε τὸ αἴτημά του. Ἐμεῖς ὅπως ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες "στὴν Πατρίδα μας τί θὰ πεῖ γιατρός, δὲν ξέραμε στὸν Χατζεφεντὴ τρέχαμε. Στὴν Ἑλλάδα μάθαμε ἀπὸ γιατρούς, ἀλλὰ ἂν τὰ ποῦμε στοὺς ἐντόπιους, τοὺς φαίνονται παράξενα".

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα του χαρίσματα εἶχε καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Εἶχε πληροφορηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, πὼς θὰ ἔφευγαν γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Γνώριζε ἀπὸ προηγουμένως καὶ τὸν θάνατό του καὶ ὅτι αὐτὸς θὰ συνέβαινε σ' ἕνα νησί. Ἡ ἁγία του μορφὴ συνέχεια σκοποῦσε Χάρη καὶ παρηγοριά. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ γυαλάδα, ποὺ ἔμοιαζε σὰν τὸ χρῶμα τοῦ φτιασμένου κυδωνιοῦ. Εἶχε πιὰ ἐξαϋλωθεῖ ἀπὸ τοὺς ὑπερφυσικοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη στὸν Χριστό, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς πολλούς του κόπους γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ ποίμνιό του, ποὺ τὸ ποίμανε πενήντα χρόνια σὰν καλὸς Ποιμένας. Τρεῖς μέρες πρὶν τὴν ἐκδημία του ᾖλθε ἡ Παναγία, τὸν γύρισε σ' ὅλο τὸ Ἅγιο Ὄρος, τὰ Μοναστήρια, τοὺς Ναοὺς ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ καὶ δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ παρουσιαστεῖ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε καὶ ἔδωσε ὅλο του τὸν ἑαυτὸ σ' Αὐτόν. Ἔφυγε στὶς 10 Νοεμβρίου τὸ 1924! . Μὲ λίγα λόγια αὐτὸς ἦταν ὁ Ἅγιος Ἀ ρσένιος.

Ἂς ἔχομε ὅλοι τὶς Ἁγίες του Εὐχές.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΓΕΡΩΝ ΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ. ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΣΤΟ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΗ ΤΟΥ Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.



ΓΕΡΩΝ ΝΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ. ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΣΤΟ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΗ ΤΟΥ Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ. Ι.ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΩΣΤΗ


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ. Ι.ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΩΣΤΗ

Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟ ΚΙΕΒΟ.



Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟ ΚΙΕΒΟ.

PALA D` ORO ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ 1105 Μ.Χ


PALA D` ORO ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ 1105 Μ.Χ

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ;


ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Φωτογραφίες από τις πρόσφατες πυρκαγιές στην California.






Λίγο πριν από την τελευταία φωτογραφία στην κάτωθι σειρά…


Η επόμενη μέρα…



“Ακόμη και οι πυροσβέστες που ήταν παρόντες όταν ο σταυρός περικυκλωνόταν από φλόγες,
είπαν ότι σίγουρα θα καταστραφεί..........

την επόμενη μέρα ο φωτογράφος
Gene Blevins
γύρισε στη σκηνή να βγάλει περισσότερες φωτογραφίες
και είδε τον σταυρό ο οποίος δεν είχε καν μαυρίσει από την υψηλή θερμοκρασία...”

Οσιακή τελετή π. Ευσεβίου Βίττη


Είχαμε σήμερα την ευλογία να παραστούμε στην εξόδιο ακολουθία του μακαριστού π. Ευσεβίου Βίττη που ‘μετέστη προς την ζωήν’ μετά από δύσκολη αρρώστια.
Ήταν από τους ανθρώπους που σημάδεψαν πνευματικά όσους τον γνώρισαν και δέχθηκαν την καθοδήγησή του.

Που έδειξαν με το παράδειγμά τους ότι υπάρχει και άλλος τρόπος ζωής εκτός από αυτόν που ασθμαίνοντας κυνηγούμε καθημερινά όλοι μας.
Για παράδειγμα, επί πολλά χρόνια έζησε στη Σουηδία εργαζόμενος ως οδοκαθαριστής, ενώ ήταν ιερομόναχος.
Η είδηση της εκφοράς του από το μετόχι της Ι. Μονής Γρηγορίου στη Θεσσαλονίκη συγκέντρωσε, παρά το εργάσιμο της ώρας, πλήθος ανθρώπων που ήρθαν να τον αποχαιρετίσουν.
Ὁ πατήρ Εύσέβιος έκοιμήθη στίς 4 Νοεμβρίου.
Να έχουμε την ευχή του.
Πηγή προέλευσης

Ομιλίες του π Ευσεβίου Βίττη

Θέμα ομιλιών:

Ερμηνεία της Αποκάλυψης
Α' Προς Κορινθίους
Β' Προς Κορινθίους
Α' Θεσσαλονικείς
Β' Θεσσαλονικείς
Προς Φιλιππησίους
Πολύαθλος Ιωβ
Μπορείτε να τις κατεβάσετε μέσω rapid από ΕΔΩ

Επίσης υπάρχουν στην σελίδα
http://www.eusebiosvittis.gr/


Τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ


ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ KAΝΤΙΩΤΟΥ



ΣΗΜΕΡΑ εἶνε ἡ ἑορτὴ τῶν ἀγγέλων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν δύο κορυφαίων, τῶν ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ.

Ἄγγελοι!

Ποιός πιστεύει σήμερα ἀγγέλους; Ἔγιναν ὑλισταὶ δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι.

Ὅταν ὁ ῾Ρῶσος ἀστροναύτης πέταξε ψηλὰ μὲ τὸ διαστημόπλοιο καὶ μετὰ ἐπέστρεψε πίσω στὴ Μόσχα, διακωμῳδοῦσε τὴ χριστιανι­κὴ πίστι. Δὲν εἶδα πουθενά, ἔλεγε, οὔτε ἀγ­γέ­λους οὔτε φτε­ρά τους… Αὐτὸ ἐπανέλαβε τότε καὶ μιὰ ἄ­­θεη δασκάλα στὸ σχολεῖο ἑ­νὸς σο­βιετικοῦ χωριοῦ. Δὲν ὑπάρχουν ἄγγελοι, ἔ­λεγε στὰ παι­διά, ὁ ἀστροναύτης μας δὲν εἶδε ἀγγέλους. Τότε ἕνας μικρὸς ῾Ρῶ­σος, εὐφυέστατος, εἶπε· Κυρία, πετοῦσε πολὺ χαμηλά, γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς εἶδε. Τί σο­­φία! Ὅπως λέει καὶ τὸ εὐαγ­γέλιο σή­μερα, στόματα μικρῶν ἀθῴων παιδιῶν λέ­­νε μεγάλες ἀλήθειες (πρβλ. Λουκ. 10,21). Αὐτὸ τὸ παι­δὶ εἶπε μία ἀλήθεια ἀστρονομική. Διότι τί ἦταν πράγματι αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ πέταξε ὁ ἀ­στροναύτης ἐμπρὸς στὶς ἀποστάσεις ἐ­τῶν φωτὸς ποὺ χωρίζουν τὰ ἀστέρια; Εἶνε με­γαλειῶδες τὸ σύμ­παν ποὺ ἔκτισε ὁ Θεός.

Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε ὁ δημιουργός, ὁ ποιητὴς «ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων» (Σύμβ. πίστ.). Τὰ ὁρατὰ ποιά εἶ­νε; Εἶνε αὐτὰ ποὺ συλλαμ­βάνουν οἱ πέντε αἰσθήσεις· τὰ βουνά, οἱ θάλασσες, οἱ ποταμοί, οἱ λίμνες, τὰ δέν­τρα, τὰ πουλιά, τὰ ζῷα… Τελευταῖος, στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν ὁρατῶν κτισμάτων, εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Μὲ μιὰ διαφορά· ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο ὁ­ρατός, εἶνε καὶ ἀόρατος, ὕλη καὶ πνεῦμα. Κι ὅ­πως ἔλεγε ἕνας σοφός, ὁ ἄνθρωπος κυρίως εἶ­νε ὄχι τὸ ὁρώμενον ἀλλὰ τὸ μὴ ὁρώμενον. Εἶ­νε μεῖ­γμα ὕλης καὶ πνεύματος· ὕλη τὸ σῶμα τὸ φθαρ­τό, πνεῦ­μα ἀθάνατο καὶ αἰώνιο ἡ ψυχή.Τίθεται ἕνα ἐρώτημα. Πέρα ἀπ’ τοὺς ἀν­θρώ­­πους ὁ Θεὸς δὲ δημιούργησε ἄλλα ὄντα; Ἀ­σφαλῶς. Ἔβαλε τὸν ἄνθρωπο στὸ μέσον· καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἔκανε τὰ ὑλικὰ ὄντα, ἀπὸ τὸ ἄλλο τὰ ἄυλα, τοὺς ἀγγέλους. Γι’ αὐτοὺς ὁ­μιλεῖ σὲ πολλὰ μέρη ἡ ἁγία Γραφή· ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαιώνει, ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν ἀ­ύλων πνευμάτων. Διακρίνονται σὲ ταξιαρχίε­ς· στρατηγοί τους εἶνε ὁ Μιχαὴλ καὶ ὁ Γαβριήλ.
Τί ἔργο κάνουν οἱ ἄγγελοι; Εἶνε ἀγγελιαφό­ροι. Μεταφέ­ρουν μηνύματα οὐράνια. Τέτοιο ἦταν λ.χ. τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐ­πὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14) ποὺ ἔψαλλαν σμήνη ἀγγέλων τὴν ἀλησμό­νητη ἐκείνη νύχτα τῶν Χριστουγέννων.

Ἀκόμα οἱ ἄγγελοι εἶνε προστάτες τῶν ἀν­θρώπων. Καθένας μας ἔχει τὸν ἄγγελό του, ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὸν πικραίνῃ. Ἕνας ζωγρά­φος ἔκανε μία ὡραία εἰκόνα, ποὺ παριστάνει ἕνα μικρὸ παιδάκι νὰ περνᾷ ἕνα ἐπικίνδυνο στενὸ γεφύρι καὶ ἕνας ἄγγελος φτερωτὸς τὸ προστατεύει. Γι’ αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ εἴ­μεθα εὐγνώμονες στοὺς ἀγγέλους μας.
Οἱ ἄγγελοι δὲν εἶνε μόνο ἀγγελιαφόροι καὶ προστάτες, εἶνε καὶ ὑμνῳδοί. Ἐδῶ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ στὴ φύσι τὰ πουλιὰ καὶ στὴν ἐκκλησία οἱ ψάλτες· ἀλλὰ κάποτε κουράζονται. Στὸν οὐ­ρανὸ ἀκούραστοι ψάλτες εἶνε οἱ ἄγγελοι· μέρα - νύχτα ὑμνοῦν τὴν ἁγία Τριάδα «ἀκαταπαύ­στοις στόμασιν, ἀσιγήτοις δοξολογίαις» (θ. Λειτ. Μ. Βασ.) καὶ ἀκούγεται ὁ ὕμνος· «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου…» (θ. Λειτ.· Ἠσ. 6,3).
Νὰ πῶ κά­τι ἀκόμη; Θὰ φανῇ ἀπίστευτο.
Κάποτε οἱ Χριστιανοὶ ἔμπαιναν στὴν ἐκκλησία ὄχι μὲ μάτια ἁμαρτωλά, πορνῶν καὶ μοιχαλίδων καὶ σαρκολατρῶν, ἀλλὰ μὲ μάτια μεταμορφω­μέ­να, καὶ ―δὲν εἶνε μῦθος, εἶνε πραγματικότης―, τὴν ὥρα ποὺ λειτουργοῦσαν οἱ ἱερεῖς, ἔβλεπαν ἀγ­γέλους!
Τὸ λέει τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ὅτι Ὅταν λειτουργοῦσες, ἅγιε, «ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι», ἄγγελοι λειτουργοῦσαν μαζί σου.
Ὑπάρχουν λοιπὸν οἱ ἄγγελοι. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος, ἄλλο τόσο εἶνε βέβαιο ὅτι ὑπάρχουν ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι.Ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ἀπ’ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀγγέλων ποιός εἶνε ὁ λαμπρότερος, θὰ σᾶς πῶ· ἦταν ὁ Ἑωσφόρος, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν οὐρανίων δυνά­μεων.
Γιατί ὀνομάζεται ἔτσι; Στὸν φυσι­κὸ οὐρανὸ ἔτσι λέγεται τὸ πρῶτο καὶ πιὸ λαμ­­πρὸ ἀστέρι. Τὸ πρωΐ, πρὶν τὴν ἀνατολή, αὐτὸ φωτίζει τὴν κτίσι, προάγγελος τοῦ ἡλίου, καὶ τότε τὸ λέμε Αὐγερινό. Τὸ βράδυ, τὸ ἴδιο αὐ­τὸ ἀστέρι, τὸ λέμε Ἀποσπερίτη, καὶ ἐμφανίζε­ται πάλι πρῶτο μετὰ τὴ δύσι τοῦ ἡλίου. Τὸ ἐπι­στη­μονικό του ὄνομα εἶνε ἑωσφόρος. Ὅ,τι εἶ­νε λοιπὸν στὸν φυσικὸ οὐρανὸ αὐτό, ἔτσι ἦ­ταν στὸ πνευματικὸ στερέωμα ὁ ἄγγελος Ἑ­ωσ­φόρος. Ἀλλά, ἀλλά, ἁμάρτησε! Τί ἔκανε, πορνεία - μοιχεία; Ὄχι. Εἶνε κι αὐτὰ σοβαρά· μὰ τὸ σοβαρώτερο ἁμάρτημα, πηγὴ συμφο­ρᾶς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, εἶνε ἕνα· τὸ ἑωσ­φορι­κὸ λεγόμενο ἁμάρτημα, ἡ ὑπερηφάνεια. Δὲν ἔμεινε ἱκανοποιημένος στὴ θέσι ποὺ τὸν ἔταξε ὁ Θεός. Στὴ δι­άνοιά του σφηνώθηκε ἡ ὀ­­λεθρία ἰδέα· «Θ᾽ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, θὰ στή­σω τὸ θρόνο μου πάνω ἀπ’ τ’ ἄστρα…, θὰ ὑψω­θῶ πά­νω ἀπ’ τὰ σύννεφα, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕ­ψιστο» (Ἠσ. 14,13-14). Αὐτὴ ἡ σκέψι ἦταν τὸ σπέρ­­μα τοῦ κακοῦ. Καὶ μόλις συλλογίστηκε ἔτσι, ἀ­­μέσως ἀπὸ φωτεινὸ πνεῦμα ἔγινε σκοτεινό, ἀπὸ ἄγγελος ἔγινε ὁ σατανᾶς. Αὐτὸς καὶ σήμερα στὴν κοινωνία μας ἔχει τὰ ὄργανά του.

Τὴν ὥρα λοιπὸν ποὺ ὁ Ἑωσφόρος ἔπεφτε ἀ­πὸ τὸν οὐρανὸ «ὡς ἀστραπὴ» (Λουκ. 10,18), συν­έβη ἕνα ἄλλο μεγάλο γεγονός. Ἀκούστηκε σάλ­πισμα. Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία, ἀλλὰ δὲν τὸ προσέχουμε· «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου» (θ. Λειτ.). Αὐτό, κατὰ τὴν παράδοσί μας, εἶ­πε ὁ ἀρ­χάγγελος Μιχαήλ. Ἀμέσως ἔγινε συναγερμὸς στὰ ἀγγελικὰ τάγματα, καὶ στάθηκαν ἀκλό­νητοι γύρω ἀπ’ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐξακολουθοῦν πλέον νὰ τὸν ὑπηρετοῦν μὲ ἀφοσίωσι.
Ἀπὸ τὴ σημερινὴ ἑορτὴ μαθαίνουμε, ἀγαπη­τοί μου, ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνο ὑλικὸς κόσμος. Πέρα τῆς ὕλης ὑπάρχει τὸ πνεῦμα. Οἱ ὑ­λισταὶ λένε «Ἐκ τῆς ὕλης τὸ πνεῦμα», ποὺ εἶ­νε πλάνη. Ἐμεῖς τί λέμε· Ἐκ τοῦ πνεύματος ἡ ὕλη, κι ὅτι μιὰ μέρα κ’ ἐμεῖς θ’ ἀποβάλουμε τὴ φθορὰ τοῦ σώματος. Ὁ ἄνθρωπος θὰ φτά­σῃ σὲ ὕψος ἀγ­γελικὸ κι ἀκόμη ἀνώτερο. Ὅ­πως οἱ ἄγγελοι μέρα - νύχτα ζοῦν κον­τὰ στὸ Θεὸ καὶ τὸν ὑ­μνοῦν, ἔτσι κ’ ἐμεῖς θὰ βρεθοῦμε σὲ νέα κατάστασι.Τί ἄλλο διδασκόμεθα. Ὅπως εἶπα, τὸ μεγα­λύτερο ἁμάρτημα εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια. Ὄν­τως σατανικὸ ἁμάρτημα. Αὐτὸ εἶνε ἡ ρίζα τοῦ λεγομένου προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Κάν­τε ἕνα πείραμα – ἐγὼ τὸ ἔκανα πολλὲς φορές. Μαζέψτε καμμιὰ δεκαριὰ παιδιὰ καὶ ρω­τῆστε τα· Ποιός ἀπὸ σᾶς εἶνε τὸ καλύτερο παι­δί; Κοιτάζονται μεταξύ τους καὶ κανείς δὲν ἀ­ναγνωρίζει τὸν ἄλλο· ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς πιτσιρίκους αὐτοὺς θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν καλύτερο καὶ ἀνώτερο τῶν ἄλ­λων. Ἡ ὑ­περηφάνεια στὴν καρδιὰ τῶν μικρῶν, ἡ ὑπερη­φάνεια στοὺς μεγάλους, ἡ ὑ­περηφάνεια στὶς γυναῖκες, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ στὰ ἔθνη. Διάβαζα μικρὸς μιὰ ἀξιόλογη προφητεία, ἡ ὁποία προέλεγε ὅτι θὰ γίνῃ ὁ πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος, ἀπαριθμοῦσε τὰ δεινὰ ποὺ θὰ ὑποφέρουν οἱ λαοί, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ―ἑ­κατὸ χρόνια προτοῦ νὰ γίνῃ ὁ πόλεμος― ἔλεγε γιὰ τὴ Γερμανία· «Καὶ σύ, ὑπερήφανος Γερμανία, θὰ πέσῃς…». Καὶ πράγματι ἔπεσε. Ὑπερηφανεύθηκε γιὰ τὶς ἀνακαλύψεις της, νόμισε ὅτι διὰ τῆς ἐπιστήμης μπορεῖ νὰ κυριαρχήσῃ σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἄκουγες τὶς ἡμέρες τῆς κατοχῆς στοὺς δρόμους ―τὰ προλάβαμε ἐμεῖς― νὰ παρελαύνουν οἱ Γερμανοὶ στρατιῶτες μὲ ψη­λὰ τὸ μέτωπο, μὲ βῆ­μα χήνας, καὶ νὰ τραγου­δοῦν «ὑπεράνω ὅ­λων ἡ Γερμανία». Ἐμᾶς μᾶς θεωροῦσαν λαὸ ὑπανάπτυκτο, ποὺ δὲν εἶνε ἱ­κανὸς παρὰ μόνο νὰ βόσκῃ χοίρους. Ἰδού ἡ ὑπερηφάνεια. Ἀλλ’ ἀκούσατε τί ἔλεγε ἡ προφητεία· «Καὶ σύ, ὑπερήφανος Γερμανία, θὰ πέσῃς…».Καὶ ἐν γένει, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Θεό, θὰ πέσῃ, θὰ γίνῃ στάχτη. Τίποτε ἄλλο δὲ μισεῖ ὁ Θεός, ὁ μεγαλοδύναμος καὶ παν­τοδύ­ναμος, ὅσο τὴν ὑπερηφάνεια.
Ὑπενθυμίζω τέλος τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος, περιοδεύοντας διάφορα μέρη καὶ κη­ρύττοντας περὶ ταπεινώσεως, ἔλεγε· «Ὅ­ταν ἰδοῦμέν τινα ταπεινόν, τὸν βλέπομεν ὡς ἄγγελον, μᾶς φαίνεται ν’ ἀνοίξωμεν τὴν καρδί­αν μας νὰ τὸν βάλωμεν μέσα· καὶ ὅταν ἰδοῦ­μέν τινα ὑπερήφανον, τὸν βλέπομεν ὡς τὸν δι­άβολον, γυρίζομεν τὸ πρόσωπόν μας εἰς ἄλ­λο μέρος νὰ μὴ τὸν βλέπωμεν» (σ. 116-117). Φτερωτὸς διάβολος εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια.
Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπόν, ἂς ἔχουμε τὸ «γνῶθι σαυτὸν» τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, ἂς ζοῦμε μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ συναίσθησι τῶν ἁμαρτημάτων μας, καὶ τότε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ μᾶς συνοδεύουν στὸν βίο μας μέχρι τῆς τελευταίας ἀναπνοῆς· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Στο ιερό ναό του Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης 8-11-1982)
Πηγή προέλευσης
.

ΚΑΘΕ ΝΑΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ!



'Ο Αποστολικός Πατήρ Ερμάς στο βιβλίο του πού λέγεται "ΠΟΙΜΗΝ", μας αφηγείται μία οπτασία, την οποία είδε ο ίδιος.


Έξι νεαρά παλικάρια, πού βοηθούνται όμως και από πολλούς άλλους, χτίζουν όλοι μαζί έναν τεράστιο πύργο πάνω στα νερά μιας μεγάλης, περίεργης λίμνης. Το χτίσιμο του πύργου γίνεται μόνο από πέτρες, αλλά είναι τόσο τέλειο, ώστε δεν διακρίνονται οι αρμοί, τα χωρίσματα ή οι ενώσεις της μιας πέτρας με την άλλη.
Τότε παρουσιάζεται ή επιβλητική μορφή μιας σεβαστής Κυρίας, πού λέει στον Αποστολικό Πατέρα Ερμά:
-- 'Ο πύργος, πού βλέπεις να χτίζεται, είμαι εγώ, ή Εκκλησία, χτίζεται επάνω στα νερά, γιατί ή ζωή μας, ή ψυχή μας, σώθηκε και θα σώζεται πάντοτε με τα νερά του Αγίου Βαπτίσματος, αφού μέσα από το Άγιο Βάπτισμα περνά ή σωστική Χάρις, πού απορρέει από τη Σταυρική Θυσία του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Όποιος βαπτίζεται, συμμετέχει στην τριήμερο Ταφή και Άνάστασι του Κυρίου.
Οι έξι νεαροί είναι άγιοι Άγγελοι. οι πέτρες είναι οι Απόστολοι και οι διάδοχοι των Αποστόλων, εσείς, οι Αποστολικοί Πατέρες και οι διάδοχοι σας, δηλαδή οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι όλων των αιώνων μέχρι της συντέλειας, πού έζησαν και θα ζήσουν σεμνά και ορθά, πού υπηρέτησαν με πίστη πολλή τον ευαγγελικό λόγο και διηκόνησαν με αγάπη και φόβο το λαό του Θεού. Άλλοι ζουν ακόμα, άλλοι έχουν κοιμηθή και θα 'ρθουν κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι... μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού.
Οι πάντες και τα πάντα είχαν αρμονία, μεταξύ τους ήσαν σύμφωνοι και ειρήνευαν...
Και ή μεγαλόπρεπος σεβαστή Κυρία, δηλαδή ή Εκκλησία, ρώτησε: "Έως πότε;" Έως πότε, δηλαδή, θα υπάρχει αυτή ή αρμονία και ή συμφωνία μεταξύ τους;
Και εξαφανίστηκε.
Το θείον όραμα του Αγίου Έρμά χάθηκε και ο Αποστολικός Πατήρ συνήλθε.
1. Ποιμήν του Ερμά, όρασις γ, ΒΕΠΕΣ τ. 3, σελ. 43

ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Π.ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

How FAR THINGS HAVE GONE By Fr. Elias Warnke, St. George Orthodox Church, Michigan City, IN (August 30, 1999).

I thought I would relay this story, partly for humor value and partly to display how little respect for clergy exists.
Last weekend I was invited to bring the Myrrh-streaming Icon of St. Nicholas to our parish in London Canada for the fortieth anniversary of their temple building. Since I was already in Detroit for the Feast of the Dormition at our cathedral there it was just a short two-hour drive into Canada. I should state that I have traveled with the Icon to Canada before, but only by air, and have never had any problem at all.
I drove through the tunnel from Detroit to Windsor; at the guard booth, 1 was asked my citizenship (USA) and my reason for travel, which I stated as: "Visiting our parish in London for its anniversary and would only be there for two days." The guard asked why I would want to do that and I informed hi m I was a priest. After a few minutes he told me to pull into the immigration area.
Once there I was instructed by another guard to unlock my doors and trunk and to step to the side while they searched my car. Five guards tore my car and luggage apart asking questions about everything.
What intrigued them the most was the packets of cotton with myrrh that I was bringing to the parish. I informed them that the cotton was soaked with holy oil and was a gift to the people I was to visit.
Then I was asked why I had so many pictures of "this man." I informed them that they were pictures St. Nicholas. I noticed no recognition of that name or the fact that these were religious items. Then they opened my suitcase with the vestments in them and they all gathered around poking and picking at them. The person who seemed to be in charged asked, "What's this stuff for?" I told her that they were my vestments and were used for serving Divine Liturgy, or mass, if they understood that better. With a look of disbelief on her face she said, "But what are they for?" I told her again they are part of the religious practice of which I am a priest.
This continued for about forty five minutes until one of them began to take the case from the Icon.
At that I protested that they should not touch it, I would be happy to show it to them, but it would be a violation of my faith for them to touch it. The woman in charge saw that I was not going to budge on this and she said for me to remove the case. Upon removing the case she and two others witnessed the Icon, which was streaming. They said nothing for a few seconds and finally the woman said; "Thank you."
I put the Icon back into the case. The woman asked me to accompany her to a nearby bench, there she asked if I had ever been to Canada before. I said yes, many times. She asked if I had ever been searched before. I said no. She then said I would have to go to the administration office. I asked if 1 could lock my car to protect the Icon and she agreed.
In the office a woman began to interrogate me for about half an hour. She started by saying that they had found many strange things in my car and were concerned about what I really was going to do in Canada. I told her 1 was just a priest and asked why that was so strange. She replied: "Well it's because you are dressed so weird!" At this I must admit I lost a little of my composure and said that I was a priest and dressed as one, and certainly did not appreciate her calling rny attire weird. Her comment was that she had seen priests before and none of them ever looked like me!
At that point I asked what exactly they wanted of me and if I am not welcome in her country, then since I have violated no law, I should either be admitted or allowed to leave, but I would no longer subject myself and my faith to her observations or opinions.
She said that in her opinion I was entering Canada for the purpose of making money. I told her that I was not. She said: "You are going to preach in Canada and that is work." I told her that I was not going to preach and if I did not receive compensation for serving in a religious service it could not be seen as work.
Once again in a somewhat louder voice I told her either to allow me to pass or return to the US, but I was done talking to her and wanted to see a supervisor.
Just then a man walked in, from the look on the girl's face he was a supervisor. He looked at me and smiled saying; "Hello Father." He turned to the girl and said; "Is there a problem?" She remarked: "This man Is trying to enter Canada for the purpose of working without a permit." He looked at me and said: "Is this true Father?" I said, "As I told the man at the gate, I am going to celebrate the anniversary of our temple in London and would be returning to the US tomorrow." He smiled again and took the piece of paper from the girl's hand and stamped it, much to her dismay, handed it to me and said: "Enjoy your stay in Canada Father." I returned to my car amid the stares and smirks of the guards and went on my way.
I am sure this was an incident inspired by the evil one's minions to detour the Icon from coming to the faithful in London, but the reaction of the guards made me feel as if being a Christian and a priest made me a stranger in a strange land.
I guess I have to keep in mind this is the country that forced an Orthodox Church to allow a dog inside the temple, fining the priest.
In Christ,
Priest Elias Warnke
Pastor of St. George Orthodox Church
Michigan City, IN

From the Editors This event transpired in 1999', we cannot help but wonder what is likely to take place in todays governmental offices and custom centers as our priests and theologians travel with relics and icons, struggling to attend to His flock's spiritual needs.
ORTHODOX HERITAGE

GUIDELINES FOR ALL ORTHODOX CHRISTIANS By Metropolitan Philaret Voznesensky, the New Confessor (+1985)

Metropolitan Philaret's sermons and advice to his spiritual children were always characterized by the simplicity in all his words which paralleled his action; there was never anything artificial about him. "Be, and not merely appear to be"—-this testament of his famous namesake was incarnated in His Eminence throughout his earthly presence.

I. Remember, you are a son (daughter) of the Orthodox Church. These are not empty words. Remember the commitment this entails.
2. Earthly life is fleeting; one is hardly aware of the swiftness of
its passing. Nevertheless, this transient life determines the eternal
destiny of your soul. Do not forget this for a moment.
3. Try to live piously. Pray to God in church, pray to God
at home—fervently, with faith, trusting yourself to God's will.
Fulfill the holy and saving precepts of the Church, her rules and
commandments. Outside the Church, outside obedience to her,
there is no salvation.
4. The gift of words is one of God's greatest gifts. It ennobles
man, lifting him above all other creatures. But how this gift is
now misused by a corrupt humanity! Safeguard this gift and learn
to use it as befits a Christian. Do not judge, do not speak idly.
Avoid, like fire, bad language and seductive conversation; do not
forget the words of our Lord and Saviour: By thy words thou shalt
be justified, and by thy words thou shalt be condemned. (Mt 12:37) •
Do not indulge in lying. Holy Scripture sternly forewarns: The
Lord shall destroy all them which speak a lie. (Pss 514).
5. Love your neighbor as yourself, according to the Lord's com
mandment. Without love there is no Christianity. Remember,
Christian love is SELF-SACRIFICING, and not egocentric. Do
not miss an opportunity to show love and mercy.
6. Be meek, pure and modest in your thoughts, words and
deeds. Do not imitate the profligate. Do not take their example,
and avoid close acquaintance with them. Have no unneces
sary dealings with unbelievers-unbelief is infectious. Observe
meekness and propriety always and everywhere; avoid becoming
contaminated by the shameless habits of today's world.
7. Fear vanity and pride; run from them. Pride caused the
highest and most powerful angel to be cast down from heaven.
Remember, 'thou art earth and to the earth shalt thou return...'
Deeply humble yourself.
8. The fundamental task in life is to save one's soul for eternity.
Keep this as the most essential task, the main concern of your
life. Woe to those whose indifference and neglect bring their
souls to eternal ruination.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 5


Ή ζωή, αγαπητέ,
μας δόθηκε,
για να τη χαιρόμαστε.
Αρκεί να την κρατάμε
γερά στα χέρια μας.
Αρκεί να την αποθέτουμε
απαλά στα χέρια Του.


Βλέπεις το φτωχό
και τον λυπάσαι.
Δε θα 'θελες να 'σαι.
Βλέπεις τον πλούσιο
και τον ζηλεύεις.
Τ' αδύνατα γυρεύεις.
Πώς να ζήσεις;
Χωρίς συγκρίσεις.



Τρομερά τ' αποτελέσματα
της ατομικής ενέργειας·
διαλύει τους εχθρούς.
Τρομερότερα της ατομιστικής
διαλύει τους φίλους.







Αυτές είναι
μικρές αμαρτίες·
την καρδιά
δεν την προσβάλλουν.
Σκέψου όμως
και τις πηγές των ποταμών
που εκβάλλουν



Το θαύμα
των πέντε άρτων
μπροστά στα μάτια του
θα 'θελε να 'χει,
για να πιστέψει.
- Αφού δεν πίστεψε
στον κόκκο σίτου
πού στα χωράφια του
έγινε στάχυ,
πώς ν' αναβλέψει!



Ζηλεύω τους χριστιανούς,
πού ακόμη και στο θάνατο
έχουν παννυχίδα·
...και δεν πεθαίνουν
«ώσπερ οι λοιποί»
περίλυποι
χωρίς ελπίδα.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 4


Είναι βαριά
ή χριστιανική ζωή·
ούτε το μισό της
δεν μπορείς να βιώσεις.
Ζήσε την ολόκληρη
και θα ελαφρώσεις.

Αξίζει να μάχεσαι στη ζωή
χωρίς να λυγίζεις τα γόνατα.
Αξίζει να λυγίζεις τα γόνατα,
για να μάχεσαι.


Ό δυστυχισμένος
αγχώνεται,
βυθίζεται.
Ό ευτυχισμένος
θαμπώνεται,
καταποντίζεται.
Τι να πεις;
Να ταπεινωθείς.

Δεν μπορώ
ν' αγαπήσω το Θεό.
Μίσησε
τις αμαρτίες σου.


Ρωτώ το Θεό
μα δεν ακούω τη φωνή Του.
Απάντησες ποτέ
στη δική Του;

ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΟΥ - Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ-





ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Ιεραποστολή! Μία λέξης πού συγκινεί σχεδόν όλους μας και κινεί το ενδιαφέρον για μια μεγαλύτερη πληροφόρηση και εισαγωγή στον κόσμον της. Με πόσο ενδιαφέρον διαβάζαμε μικροί τον βίο και τα κατορθώματα των πρώτων ιεραποστόλων στην Αφρική και στις άλλες Χώρες. Πόσο φάνταζαν στα μάτια μας οι μορφές του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, των αγίων Φρουμεντίου, Κυρίλλου και Μεθοδίου, καθώς και άλλων συγχρόνων ιεραποστόλων όπως του π. Χρυσοστόμου Παπασαραντοπούλου, του π. Χαρίτωνος Πνευματικάκι, του π. Κοσμά Γρηγοριάτη και άλλων.
Σήμερα ζώντας σε μία εποχή χλιαρότητας και αδιαφορίας, οπού κυριαρχεί εν πολλοίς ο ατομισμός, πόσο θα πρέπει να κρατάμε υψηλά στην συνείδηση μας και να παραδειγματιζόμαστε από εκείνους τους ολίγους, πού παραμερίζοντας το συμφέρον τους, εξέρχονται από τον κλοιό μιας προσωπικής αυτάρκειας και αψηφώντας και την ίδια τους την ζωή, αγωνίζονται να μεταδώσουν το φως του Ευαγγελίου και τις αιώνιες Αρχές του στους Αδελφούς «τους εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενους».
Ό συγγραφέας του παρόντος βιβλίου π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης, έχοντας μία προϋπηρεσία 15 ετών στην ιεραποστολή της Κεντρικής Αφρικής απέκτησε μια πλούσια εμπειρία από την εκεί διακονία του, οπού μετέβη κατόπιν ευλογίας του Γέροντος του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Όσιου Γρηγορίου 'Αγίου Όρους, άρχιμ. π. Γεωργίου. Εδώ μας καταγράφει μερικές απ’ αυτές.
Το βιβλίο φέρει τον τίτλο: «Ή δράσις της μαγείας στην Αφρική», θίγει ένα μεγάλο θέμα, πού δυστυχώς ταλαιπωρεί, όχι μόνο τους κατοίκους της Αφρικής, αλλά και της Πατρίδος μας, αν και αυτή έχει ηλικία δύο χιλιάδων περίπου ετών χριστιανικής ζωής-
Οι στατιστικές πού αναφέρουν τον αριθμό των μάγων πού υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα είναι απογοητευτικές, αν Όχι απελπιστικές και πού δεν μας τιμούν καθόλου.
Μερικές φορές άνθρωποι - ναυάγια από τα προβλήματα της ζωής, αντί να κατευθυνθούν στην Εκκλησία, ώστε με τα ιερά Μυστήρια της να τα ξεπεράσουν, στρέφονται στους μάγους με αποτέλεσμα ή εσχάτη πλάνη να είναι χειρών της πρώτης.
Στον ημερήσιο τύπο και γενικά στα μέσα κοινής ενημερώσεως διαφημίζονται τα ανωτέρω κατά κόρον, χωρίς καμία συστολή.
Άνθρωποι διακεκριμένοι στην κοινωνία έχουν χάσει ολόκληρες περιουσίες, διότι έδειξαν εμπιστοσύνη σε τέτοια πρόσωπα και κατόπιν έγιναν πειθήνια όργανα τους.
Οι νέοι μας αναζητώντας κάτι το διαφορετικό, εμπλέκονται κι αυτοί από τα τρυφερά ακόμη χρόνια της εφηβείας.
Το παρόν βιβλίο είναι μία «ανάσυρσις» του προσωπείου και ξεσκέπασμα της προσωπικότητας όλων αυτών πού πίσω από τον «επιστημονικό» τίτλο του παραψυχολόγου, του μεταφυσικού, ωροσκόπου, αστρολόγου κλπ. λυμαίνονται πνευματικά και οικονομικά τον εύπιστο και απλό λαό μας. Αποκαλύπτει πραγματικά, και μερικές φορές με ρεαλισμό, τον τρόπο ενεργείας της μαγείας και των μάγων, μέσα στην ίδια πηγή της δράσεως τους, την Αφρική.
Το σπουδαιότερο γεγονός σ' αυτή την παρουσίαση αποκάλυψη είναι ότι ο συγγραφέας ομιλεί εξ ιδίας εμπειρίας. Παραθέτει γεγονότα αυθεντικά, όπως τα είδε, τα έζησε ο ίδιος ή τα άκουσε από αυτόπτες μάρτυρες. Έζησε επί αρκετά έτη στο κλίμα αυτό κι έτσι μπορεί να παρουσίαση τα συμπεράσματα του με αξιοπιστία, υπευθυνότητα, αλλά και με πόνο.
Το ζητούμενο από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν θα πρέπει να είναι μόνο μία απλή ενημέρωσης στο θέμα, πού διαπραγματεύεται. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τον κίνδυνο πού διατρέχουμε και την πνευματική φθορά πού σιγά - σιγά υφιστάμεθα από την άπομάκρυνσί μας από την 'Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας και τον προσανατολισμό μας στις ενέργειες του σατανά.
Στην Παλαιά Διαθήκη, προβλεπόταν και ετιμωρείτο αυστηρά ή καταφυγή στους μάγους και εγγαστρίμυθους. Πόσο μάλλον θα πρέπει να απέχουμε εμείς σήμερα, πού ευρισκόμαστε στην περίοδο της Χάριτος του Ευαγγελίου;
Ευχόμαστε ή ανάγνωσης του παρόντος να αποτελέσει ένα εγερτήριο και αφυπνιστικό σάλπισμα προς όλους και να γνωρίζουμε πλέον, ότι ή αιώνια σωτηρία μας ευρίσκεται μέσα στην Εκκλησία μας, στα Μυστήρια της, στην Ιερά παράδοση και στην διδασκαλία των Άγιων Πατέρων μας.

ΜΕ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ. ΓΕΡΩΝ ΝΙΚΩΝ.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Όπως πριν από 2.000 χρόνια, ισχύουν και σήμερα οι εντολές των Μακαρισμών σε όλη τους την πληρότητα.

«... Στις εντολές του Ευαγγελίου πρέπει κανείς ν’ ανοιχθεί με ενθουσιασμό και πληρότητα και
συγχρόνως με πρακτικότητα και νηφαλιότητα. Στο ζήτημα αυτό δεν αλλάζει τίποτα το γεγονός, ότι στην εποχή μας, εποχή της ‘’σεξουαλικής επανάστασης’’, στην οποία όλα επιτρέπονται, η ηθική γελοιοποιείται, προβαλλόμενη σαν ζουρλομανδύας απ’ το οπλοστάσιο των βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Όπως πριν από 2.000 χρόνια, ισχύουν και σήμερα οι εντολές των Μακαρισμών σε όλη τους την πληρότητα. Η αμαρτία παραμένει αμαρτία και η αγιότητα απαιτεί, όπως και πριν, την μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια. ‘’Γίνεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστιν’’ (Ματθ. 5:48).»


Από το βιβλίο της Τατιάνα Γκορίτσεβα, καθηγήγτριας της φιλοσοφίας στο Λένινγκραντ, «Πως βρήκα το Θεό στη
Σοβιετική Ένωση» (εκδ. Αποστολικής διακονίας).

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου στό Rättvik τῆς Σουηδίας


Τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικόλαου






Τό τέμπλο τοῦ Ἁγίου Νικολάου.


Τό περιοδικό τῆς Ἀδελφότητας


ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ

Τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου στό Rättvik τῆς Σουηδίας εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἒργο τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐσεβίου Βίττη. Εἶχε ἀποσυρθεῖ σ’ αὐτό ἀρχές τοῦ ἒτους 1973, μέ σκοπό νά ἀφιερωθεῖ στήν προσευχή, στήν περισυλλογή καί στήν συγγραφή. Ὃ π. Εὐσέβιος ἐργάστηκε χειρωνακτικά στό χριστιανικό Ἳδρυμα” Berget” τοῦ Rättvik τόσο γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν πρός τό ζῆν, ὃσο καί γιά τήν ἀγορά τοῦ οἰκήματος, τό ὁποῖο ἀποτέλεσε τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο. Τόν ἐπάνω ὂροφο τόν διαμόρφωσε μέ τά ἲδια του τά χέρια σ΄ἒνα πανέμορφο ἐκκλησάκι, ἀφιερωμένο στόν Ἃγιο Νικόλαο. Ὃ π. Ευσέβιος τηροῦσε τό τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὂρους, καί ὃπως πολύ σωστά ἀναφέρεται στό Δελτίον τῆς Μητροπόλεως Σουηδίας καί Πάσης Σκανδιναβίας (τεῦχος 27, Σεπτέβριος 1979) , ἀποτελοῦσε αὐτό ἐπί σειρά ἐτῶν ”τήν ἀκοίμητον λυχνίαν τῆς Μητροπόλεως Σουηδίας καί τό ψυχικόν θεραπευτήριον τῶν πιστῶν”. Οἱ ἐπισκέπτες τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου εὓρισκαν σ’αυτό ἀνάπαυση ψυχῆς, παρηγορία καί τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.Ὃταν ὁ π. Εὐσέβιος, κατόπιν προτροπῆς τοῦ Πνευματικοῦ του ἀποφάσισε νά ἐπιστρέψει στήν Ἑλλἀδα, προσφέρθηκε νά χαρίσει τό Ἱ. Ἡσυχαστήριο στήν Ἱερά Μητρόπολη Σουηδίας. Ἒπειτα ἀπό ἂρνηση τοῦ Μητροπολίτη νά τό ἀποδεχθεῖ, θεώρησε τόν ἑαυτό του ὑποχρεωμένο νά τό παραχωρήσει στό Ἳδρυμα, τό ὁποῖο εἶχε δείξει μεγάλο σεβασμό στό χῶρο. Ἂς σημειωθεῖ πώς τό Ἱ. Ἡσυχαστήριο βρίσκεται ἀπομονωμένο μέσα στό δάσος, μακριά ἀπό κατοικημένη περιοχή καί ὁ κίνδυνος βανδαλισμοῦ εἶναι μεγάλος.Τότε συντροφιά Ἑλλήνων ἀπό τἠν Στοκχόλμη ἀποφάσισε αὐθόρμητα νά τό ἀγοράσει ἀπό τό σουηδικό Ἳδρυμα μέ δικά της χρήματα καί νά ἀναλάβει τήν φροντίδα του. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐπανῆλθε τό Ἱ. Ἡσυχαστήριο σέ χέρια Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.Τήν ἀρχική έκείνη συντροφιά ἒχει πλαισιώσει κατά τήν διάρκεια τῶν ἑτῶν πού μεσολάβησαν μέχρι σήμερα περί τίς διακόσιες οἰκογένειες ἀπό τήν Σουηδία, τήν Ἑλλάδα καί τήν Κύπρο, καί ὃλοι αὐτοί συναποτελοῦν τήν ἀναγνωρισμένη ἀπό τήν σουηδική Πολιτεία μή κερδοσκοπική Ἀδελφότητα ”Ἃγιος Νικόλαος” μέ ἒδρα τήν Στοκχόλμη. Ὁποιοσδήποτε ὀρθόδοξος χριστιανός, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος, μπορεῖ νά γίνει μέλος τῆς Ἀδελφότητας καταβάλλοντας τήν καταστατικῶς καθορισμένη ἐτήσια συνδρομή τῶν 30 (τριάντα) ευρώ.


Ἡ καταβολή τῆς συνδρομῆς γίνεται στούς ἑξῆς λογαριασμούς:


ΣΟΥΗΔΙΑ….. PG…..555 49-0.

ΕΛΛΑΔΑ……. Ἐθνική Τράπεζα, ἀριθμ. λογμοῦ……745 315 88 106



Γράμμα τοῦ πατρός Εὐσεβίου.




ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ ΣΕ ΦΗΜΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΤΟ RÄTTVIK.




Μέ πολλή θλίψη πληροφοροῦμαι ἐδῶ καί χρόνια, ὃτι ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Σουηδίας καί πάσης Σκανδιναβίας διαδίδεται, μέχρι και σήμερα ἀκόμη, μέ πολλή ἒμφαση, ὃτι φεύγοντας τό 1980 από τήν Σουηδία δέν ἂφησα τό Ἡσυχαστήριό μου στήν Ἱερά Μητρόπολη, στήν ὁποία διακόνησα ἐπί σειράν ἐτῶν, ἀλλά, ὃπως τονίζεται, τό ἂφησα στούς Προτεστάντες!
Δέν μοῦ εἶναι καθόλου εὐχάριστο νά ἒρχωμαι σέ ἀντιπαράθεση μέ τίς Ἐκκλησιαστικές μας Ἀρχές, πρός τίς ὁποῖες αἰσθάνομαι βαθύτατο σεβασμό. Γιά τόν λόγο αὐτό ἂφηνα νά λησμονηθῆ ἡ ἀστήρικτη αὐτή φήμη μέ τόν χρόνο. Ἐπειδή ὃμως καί μέχρι σήμερα, ἀπό ὃ,τι πληροφοροῦμαι, διαδίδεται, μέ πολύ ἀρνητικά χρώματα μάλιστα, ἡ πληροφορία αὐτή, καί ἐπειδή ἀσφαλῶς σκανδαλίζονται κάποιες ψυχές, ἀναγκάζομαι νά ἀναφερθῶ μέ πολλή μου λύπη στά πράγματα, ὃπως αὐτά ἒγιναν. Ὃ,τι θά ἀναφέρω δέν ἀποτελεῖ ἀπολογία, ἀλλά κατάθεση τοῦ γεγονότος βάσει τῆς ἀληθείας, χωρίς προσθῆκες ἢ ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητος.
Οἱ πνευματικοί μου Πατέρες στό Ἃγιον Ὂρος μοῦ ὑπέδειξαν τότε νά ἀφήσω τήν Σουηδία, στήν ὁποία εἶχα μείνει περίπου εἲκοσι χρόνια (μαζί μέ τήν παραμονή μου ἐπί μικρά διαστήματα καί σέ κάποιες ἂλλες εὐρωπαϊκές χῶρες). Καί αὐτό, γιά πνευματικούς λόγους καθαρά προσωπικούς μου. Ὃσο κι ἂν μοῦ ἦταν δύσκολη ἡ ἀπόφαση νά ἀφήσω τόν τόπο ὃπου ἒζησα τόσα χρόνια, καί μάλιστα τούς ἀγαπητούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου, ὢφειλα νά ὑπακούσω στίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων Πατέρων. Καί αὐτό, παρά τίς δυσκολίες πού θά ἀντιμετώπιζα μέ τήν μετεγκατάστασή μου καί παρά τήν φανερή δυσαρέσκεια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς τῆς Σουηδίας (τήν ὁποία ἐξακολουθῶ νά σέβωμαι εἰλικρινῶς) γιά τήν ἀπόφασή μου αὐτή. Τό μεμονωμένο οἲκημα πού ἀγόρασα καί χρησιμοποίησα ὡς ἐρημητήριό μου βρίσκεται ἒξω ἀπό κατοικημένη περιοχή, σέ κάποια γωνιά ἑνός δάσους τῆς πόλεως Rättvik, πολύ βορειότερα ἀπό τήν Στοκχόλμη, τήν πρωτεύουσα τῆς χώρας. Ἀρκετό χρόνο πρίν ἀπό τήν ἀναχώρησή μου, ἐπειδή πρακτικῶς δέν εἶχα τήν εὐχέρεια γιά μετάβασή μου στήν πρωτεύουσα, ἐπικοινώνησα τηλεφωνικῶς μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη καί τοῦ ἀνέφερα ὃτι θά ἢθελα νά ἀφήσω τό ἐρημητήριό μου στήν Ἱερά Μητρόπολη, ἀφοῦ μάλιστα δέν ἧταν ἁπλῶς μιά κατοικία μέ μερικά δωμάτια ἀλλά εἶχε μέσα του καί διαμορφωμένο ὀρθόδοξο Παρεκκλήσιο. Μέ πολλή μου λύπη ἡ ἁπάντηση πού δόθηκε ἦταν ἀπολύττως ἀρνητική: (Δέν μπορῶ νά δεχθῶ τήν προσφορά σου αὐτή καί νά φροντίζω καί γιά τόν χῶρο αὐτό, γιατί καί πολύ μακριά ἀπό τό κέντρο εἶναι καί μοῦ λείπει τό ἀναγκαῖο προσωπικό γιά τήν ἐπιμέλειά του. Περιμένω κάποιον Διάκονο ἀπό εὐρωπαϊκή χώρα, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε ἲσως νά ἀναλἀβη τή φροντίδα τοῦ οἰκήματος αὐτοῦ). Ἡ πληροφορία ὃμως αὐτή ἦταν ἐντελῶς ἀόριστη (ἐξ ὃσων γνωρίζω μάλιστα, ὁ Διάκονος τελικά δέν ἦλθε).

Στό μεταξύ ἒπρεπε νά τακτοποιηθῆ τό ζήτημα τοῦ Ἐρημητηρίου, γιά τούς ἑξῆς λόγους:


α. Ἂν παρέμενε ἐγκαταλελειμμένο τό οἲκημα στό δάσος, θά γινόταν ὁπωσδήποτε ἀντικείμενο λεηλασίας καί καταστροφῆς ἀπό κακοποιούς ἀνθρώπους, πού δέν λείπουν δυστυχῶς καί ἀπό τήν Σουηδία. Ἢδη ἒχει γίνει μία ἀπόπειρα, ἂν πληροφορήθηκα σωστά.


β. Τό οἲκημα αύτό δέν τό εἶχα ἐξαγοράσει ἀκόμη πλήρως. Ὢφειλα ἀκόμη περίπου τά δύο τρίτα τῆς ἀξίας του. Μέχρι τότε πλήρωνα στήν Τράπεζα τήν μηνιαία δόση γιά τήν ἐξώφληση τοῦ δανείου πού εἶχα κάνει, ἀπό τόν μισθό πού μοῦ ἒδινε τό κράτος (γιά ὑπηρεσίες σέ διάφορα κρατικά ἱδρύματα, στίς ὁποῖες διώριζε ἀποφοίτους Πανεπιστημίου). Ἑπομένως, ἦταν ἀδύνατον νά πληρώσω ὃλο τό ὑπόλοιπο χρέος χωρίς νά παραμείνω κάποια χρόνια ἀκόμη. Στήν Σουηδία ὃμως ὑπῆρχε ἡ ἑξῆς δυνατότητα, πού ἀσφαλῶς ἰσχύει ἀκόμη: Μπορεῖ κάποιος νά πωλήση ἓνα ἀκίνητο (ἀκόμη καί ἂν χρωστᾶ κάποιο ποσό γιά τήν ὁριστική ἀπόκτησή του) σέ ἂλλον, ὁ ὁποῖος θά ἢθελε νά τό ἀγοράση ἀναλαμβάνοντας τό χρέος στήν Τράπεζα. Ὁ ἀγοραστής πληρώνει ἐπίπλέον τό ποσό πού ὀφείλει ὁ προηγούμενος ἰδιοκτήτης, δηλαδή ἀγοράζει τό ἀκἰνητο μαζί μέ τό χρέος πού τό βαραίνει.


γ. Δέν ἢθελα μέ κανέναν τρόπο νά πωλήσω τό Ἐρημητήριό μου στόν ὁποιονδήποτε, διότι ὑπῆρχε τό Παρεκκλήσιο μέσα σ’ αὐτό. Μετά τήν ἂρνηση λοιπόν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως νά ἀναλάβη τό Ἑρημητήριο, σκέφθηκα μήπως τό Ἳδρυμα στό ὁποῖο ἐργαζόμουν (πού εἶχε δείξει σεβασμό γιά τό Ἑρημητήριό μου ), ἐνδιαφερόταν γιά τά δωμάτια, τά ὁποῖα ὡς χῶρος φιλοξενίας θά μποροῦσαν νά φανοῦν χρήσιμα, μέ τή συμφωνία ὃμως νά μήν γίνη καμμιά πρόσβαση στό Παρεκκλήσιο, μέ κανένα τρόπο.Ἒτσι θά ἢμουν βέβαιος, ὃτι ὁ χῶρος ἐκεῖνος δέν θά καταστρεφόταν καί ὃτι τό Παρεκκλήσιο θά παρέμενε ἂθικτο μέχρις ὃτου βρεθῆ κάποια πρόσφορη λύση. Πρότεινα λοιπόν στόἻδρυμα νά τοῦ προσφέρω χωρίς πληρωμή τό Ἑρημητήριό μου, μέ τήν ὑποχρέωση νά ἀναλάβη τήν ἀποπληρωμή τοῦ χρέους του . Τό Ἳδρυμα δέν δεχόταν νά γίνη δωρεά, καί ἒτσι ἀναγκάστηκα νά τό πωλήσω σ’ αύτό άντί μιᾶς κορώνας (στήν Ἑλλάδα θά λέγαμε, ἀντί μιᾶς δραχμῆς), πράγμα δεκτό ἀπό τόν νόμο, χωρίς καμμιά ἂλλη ἀπαίτηση ἐκ μέρους μου. Ἡ συμφωνία ἒγινε, και τό Ἳδρυμα τήρησε πιστά τόν ὃρο σχετικά μέ τό Παρεκκλήσιο.
Αυτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἱστορία τοῦ τότε Ἑρημητηρίου μου. Δέν ἒχω κανέναν λόγο νά παραποιήσω τήν ἀλήθεια, ἂλλωστε ὑπάρχει καί Θεός δικαιοκρίτης. Καί ἐγώ πού σημειώνω τά παραπάνω, περιμένω σύντομα νά βρεθῶ μπροστά στό κριτήριό Του γιά νά κριθῶ.
Μέ τήν εὐκαιρία τοῦ παρόντος, ὀφείλω νά σημειώσω, εὑρισκόμενος ἢδη στήν Ἑλλάδα, ὃτι μέ πρωτοβουλία κάποιων πιστῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἱδρύθηκε στήν Σουηδία μιά Ὀρθόδοξη Ἀδελφότητα μέ τήν ὀνομασία «Ὁ ἃγιος Νικόλαος». Κάποια πρόσωπα μέ πληροφόρησαν γιά τήν σύστασή της γιά νά μοῦ προκαλέσουν εὐχάριστη ἐκπληξη. Προσωπικά εἶχα πλήρη ἂγνοια τοῦ γεγονότος. Δέν ἐρωτήθηκα προηγουμένως, ἂν θά ἒπρεπε νά προχωρήσουν στήν ἳδρυσή της, ἂλλωστε δέν εἶχαν καμμιά ὑποχρέωση νά ζητήσουν τήν γνώμη μου.
Μέ πληροφόρησαν ὃτι σκοπός τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἀδελφότητος ἦταν ὁ ἀγώνας γιά νά μένουν πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ἐν Χριστῷ πνευματική καί κοινωνική δραστηριότητα, πάντοτε μέσα στούς κόλπους τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὣστε νά μήν ἀφομοιωθοῦν ἀπό τό ἀρνητικό κοινωνικό περιβάλλον. Ἑπίσης μέ δικά τους ἒξοδα καί οἰκονομίες φρόντισαν νά ἀγοράσουν τό Ἐρημητήριό μου ἀπό τό ἳδρυμα, ὁπότε αὐτό γύρισε πάλι σέ ὀρθόδοξα χέρια.
Δυστυχῶς ὃμως, ποτέ δέν τούς δόθηκε ἂδεια νά κάνουν κάποια θεία Λειτουργία στόν χῶρο ἐκεῖνο. Καί διερωτᾶται κανείς: ”Γιατί; Εἲχαν γίνει τόσες θεῖες Λειτουργίες ἐκεῖ. Γιατί ὂχι καί τώρα; Αὐτό τό ἐρωτηματικό βασανίζει πολλές ψυχές ἀπό ὃ,τι κατά καιρούς μαθαίνω, καί μένω κατάπληκτος…Ποτέ ὃμως δέν εἶναι ἀργά: Εἶναι δυνατόν, μέ λίγη καλή διάθεση, νά πάψη νά ὑπάρχη αὐτή ἡ δυσάρεστη κατάσταση. Τό εὒχομαι ὁλόψυχα γιά τόν ἐκεῖ ἐκκλησιαστικό χῶρο, πρός καταισχύνην τοῦ Πονηροῦ, πού θέλει πάντοτε τό κακό τῆς Ἐκκλησίας. Εὒχομαι ταπεινά καί στήν τοπική Ἐκκλησία τῆς Σουηδίας τήν ἀρραγῆ ἑνότητα ἐν «ἑνί πνεύματι καί μιᾶ καρδίᾳ» ὃλων, πρός δόξαν τῆς κεφαλῆς τῆς ὃλης Ἐκκλησίας, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν Θεῷ Πατρί καί Παναγίῳ Πνεύματι.


Ἀμήν.


Ἱερομόναχος Εὐσέβιος Βίττης
Θεσσαλονίκη 19 06 2009

E-mail:


Ταχυδρομική διεύθυνση:
S:t Nikolai Ortodoxa Brödraskap
BOX 3197S-103 63
Stockholm - SWEDEN

Το χειρότερο πράγμα για τούς ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκουλήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρωπος;

Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, πού ό Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεως Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα αναστηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.

Γι' αυτό και ό Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ό Μόνος Φιλάνθρωπος, ό μόνος από κατασκευής κόσμου μέχρι της Φοβέρας Κρίσεως. Μονάχα εκείνος πού νίκησε τον θάνατο είναι ό Μόνος Φιλάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι άπλες φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; - Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογίακαι την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ό μόνος φιλάνθρωπος, αυτός πού με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ' αυτήν και του κακού.

Αυτό είναι ή αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο: ή λύτρωση από τον θάνατο. Λέει ή δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μτ. 22,39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματικά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την αμαρτία του, από την κόλαση... αυτή είναι ή γνήσια αγάπη προς τον άνθρωπο. Άπατα εαυτόν όποιος νομίζει πώςαγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμη του- τότε τον αγαπά αληθινά.Θα ρωτήσει κάποιος: και ή αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και ή αγάπη του συζύγου προς την σύζυγο; Και ή αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έχουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγείστον ίσιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την αμαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγαπά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ό φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι.Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμένος.

Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμένος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου:
«Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί.
Όλη ή σοφία του ανθρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έγινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού.
Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα.
Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε αξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει.
Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμάτων, αυτός είναι ό πολιτισμός μας.
Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

«Ου γάρ έστιν ή βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι» (Ρμ.14, 17). Ό χριστιανοσοσιαλισμός ή ό κομμουνισμός υπερτονίζει το αντίστροφο ρητό: ή βασιλεία του Θεού είναι βρώσις και πόσις!


Από τότε πού εμφανίστηκαν σε μας οι εφημερίδες, ή ανάγνωση δηλαδή των εφημερίδων, έγιναν ή «πρωινή προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου». Αυτός ό «μοντέρνος» άνθρωπος μεταλλάσσεται γοργά σε «υπάνθρωπο» του οποίου ό πρόγονος μα και ό έσχατος απόγονος είναι ό «απάνθρωπος».


Εκείνο πού δεν μπορεί να συνθλίψει ή μυλόπετρα της λογικής θα το συνθλίψει ή μυλόπετρα της Χάριτος... Ή προσευχή λεπτύνει σταδιακά την ψυχή, εξαλείφει ακάθαρτους λογισμούς και αισθήματα, μεταπλάθει ατέλειες. Το σώμα στο τέλος καθίσταται ναός του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ό δρόμος του Χριστιανού: από τον εαυτό του προς τον Θεό, πού σημαίνει από τον διάβολο προς τον Θεό. Και αν ακόμη ό Θεός απέσυρε όλα τα θαυμάσια Του από αυτό τον σκοτισμένο πλανήτη, δεν έχει αποσύρει όμως το πιο αγαπητό Του θαύμα: τούς οικτιρμούς και το έλεος. Αυτά θα τα αποσύρει τελευταία, κατά την ήμερα της Φοβέρας Κρίσεως.



Τι είναι οι Βίοι των Αγίων; Είναι τα δόγματα μεταφρασμένα σε ζωή. Και τι είναι τα δόγματα; Είναι οι βίοι των Αγίων στην πράξη.
ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι αποκλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι αποκλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτούνται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότητα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη
αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θεανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρωπιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομια.



Εξάλλου, έτσι δικαιολογούνται όλες οι δυτικές «εκκλησίες» και αιρέσεις, τα φορτώνουν όλα στο Πνεύμα το Άγιο.
Πορεύονται «κατ' άνθρωπον» με τον ακόλουθο τρόπο: αντί της μεθόδου του Σωτήρος -της αναγεννήσεως του έσω άνθρωπου- οδεύουν την οδό του ευρωπαϊκού ουμανισμού πασχίζοντας να μεταμορφώσουν το πρόσωπο, διά της κοινωνίας και όχι διά της οδού του Σωτήρος ή οποία συνίσταται στη σωτηρία του άνθρωπου, διά του Θεού και όχι διά της κοινωνίας.

Στον σύγχρονο Οικουμενισμό, όλα βασίζονται στην ακόλουθη θέση, στο ουμανιστικό αξίωμα: ή Εκκλησία δεν είναι μία αλλά πολλές. Είναι σαν ή Εκκλησία να κομματιάστηκε. Ή Εκκλησία όμως δεν μπορεί να διαιρεθεί. Από αυτήν μπορεί κανείς μονάχα να εκπέσει και όχι να αποκοπεί. Στην ουσία της ή Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος οργανισμός,
Θεανθρώπινο σώμα, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου και για αυτό είναι πάντοτε μία, σε όλους τούς κόσμους μία. Σε αυτό έγκειται ή οικουμενικότητα της, ή καθολικότητα. Ό σύγχρονος Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από
ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσσίες, ψεύτικους προφήτες, γεμάτος από ποικιλότητα πίστεων, ολιγοπιστίας και τέλος παντελούς απουσίας. Ή προβληματική του συγχρόνου Οικουμενισμού είναι καθαρά κοσμική, πολιτικάντικη και στην ουσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τα πάντα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες και μάλιστα γήινες και παροδικές.
Δεν υπάρχει το Θεανθρώπινο επίκεντρο, ή προβληματική του Ευαγγελίου: δεν επιζητείται «πρώτον ή Βασιλεία του Θεού» και ή δικαιοσύνη Του αλλά το βασίλειο του κόσμου αυτού και όλα όσα είναι εξ αυτού.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Γερών Αβέρκιος Καρεώτης (1872-1943).

«Ό υποφαινόμενος τυγχάνω γέννημα και θρέμμα του χωρίου Βουνού της Τριπόλεως, ο υπό το κατά κόσμον όνομα Αθανάσιος Δ. Σιερέτης».
Μέσα στα γραπτά του Γ. Αβερκίου, βρίσκουμε σκόρπιες αναφορές γύρω από το πρόσωπο του, οι όποιες μαζί με άλλες μαρτυρίες από επιζώντες μοναχούς, θα μας βοηθήσουν να σκιαγραφήσουμε το πρόσωπο του και την ιστορική μαρτυρία του στην τότε αγιορείτικη ζωή.
Τελείωσε την εκκλησιαστική σχολή της Τριπόλεως, της οποίας τότε σχολάρχης ήταν ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος, με τον οποίο αργότερα συνεργάσθηκαν στο Μακεδονικό θέμα. Ή νεανική του επιθυμία ήταν να ακολουθήσει στη μοναχική ζωή τον αδελφό του, που ήταν ήδη μοναχός στο Άγιον Όρος, τον π. Κοσμά. Οι γονείς του όμως ήταν ανένδοτοι και γι' αυτό επινόησε ότι επιθυμεί να συνεχίσει τις σπουδές του στη Σχολή της Χάλκης. Έτσι, απέσπασε την ευχή των γονέων του και αναχώρησε. Αντί για τη Χάλκη, τον δέχθηκε ο Άθωνας και τον γαλούχησε με ύδωρ σοφίας και ανδρείας.
«Ήλθον εις το Άγιον Όρος το έτος 1890, εύρον ενταύθα έως 8.000 μοναχούς. Εξ αυτών 3.500 ήσαν Έλληνες, 3.500 Ρώσοι και' 1.000 Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Σέρβοι». Σε άλλο σημείο γράφει πάλι: «Αφιχθείς δ' εν Αγίω Όρει το 1890 και διατελέσας το πρώτον υποτακτικός του αυτάδελφου μου Κοσμά μονάχου, καθισματάρη Ξηροποταμηνού εν τω Κελλίω "Είσόδια" παρέμεινα παρ' αυτώ εν έτος, μετά την πάροδον του οποίου αφού ούτος ασθενήσας απεδήμησε προς Κύριον...». Το Κελλίον «Εισόδια της Θεοτόκου» βρίσκεται άνωθεν της ιεράς μονής του Ξηροποτάμου, σήμερα δε είναι ερειπωμένο. Ό π. Κοσμάς έπασχε από φυματίωση σε βαρεία μορφή. Πιεζόμενος από τους γιατρούς να τρέφεται με γαλακτομικά προϊόντα, είχε έντονο προβληματισμό, αν θα πρέπει να συγκαταβεί τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Προσευχόμενος για το θέμα αυτό, θεωρεί την Ύπεραγία Θεοτόκο, ή όποια του λέγει: «είτε φας, είτε δεν φας, μετά το Πάσχα θα είσαι μαζί μου». Στη συνέχεια, επειδή αδυνατούσε να κατέβει μέχρι τη μονή, για να ρωτήσει τον πνευματικό περί του οράματος, αν πρέπει να το αποδεχθεί ή όχι, στέλνει τον δόκιμο αδελφό του. Ό δε πνευματικός, γνωρίζοντας την εσωτερική ζωή του π. Κοσμά, είπε στον δόκιμο, να μην αμφιβάλει για το ορώμενο ο ασθενής αδελφός του. Μάλιστα σε μία στιγμή της συνομιλίας λέγει προς τον δόκιμο τότε Αθανάσιο: «Να ήξερες παιδί μου, τι αδελφό έχεις!». Ό π. Κοσμάς επέλεξε να μην καταλύσει τη Μ. Τεσσαρακοστή, παρ' όλο το βάρος της ασθενείας και πράγματι μετά το Πάσχα έκοιμήθη.
Ό δόκιμος Αθανάσιος είχε ρωτήσει τον αδελφό του, τι να κάνει στη συνέχεια αυτός. Τον συμβούλεψε να πάει να υποταχθεί στον τότε ακμάζοντα ιερομόναχο Κοσμά Σώτροπα εκ Χίου, Γέροντα του Ιβηριτικού Κελλίου «Άγιος Γεώργιος» το επικαλούμενο των «Αβερκαίων». Πράγματι, ο δόκιμος Αθανάσιος ακολούθησε την εντολή του αδελφού του και μετά την οσιακή κοίμηση του, υποτάχθηκε στο εν λόγω Κελλίον, το όποιο είχε μεγάλη ιστορική παράδοση, με πατέρες που είχαν διαπρέψει στη μοναχική ζωή. Το Ί. Κελλίον του Αγίου Γεωργίου, φέρεται κατά παράδοση σύγχρονο με την ιερά μονή Ιβήρων και στο υπόγειο αυτού υπήρχε παρεκκλήσιο αρχαίο. Εκεί αναφέρεται ότι ερχόταν ο άγιος Γεώργιος, ο κτίτωρ της μονής και ησύχαζε.
Στο Κελλίον αυτό διέπρεψαν πολλοί και διάφοροι πατέρες. Κατά τον καιρό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, κατείχε αυτό ο ενάρετος μοναχός Συμεών, ο όποιος ήταν Γέροντας του π. Αβερκίου του πρώτου, εκ του οποίου έλαβε και την επωνυμία. Πρώτα μόναζαν στο Κουτλουμουσιανό Κελλίον «Άγιος Γεώργιος», όπου είχε ασκηθεί ο ιερομάρτυς άγιος Κυπριανός. Εκεί αδικηθείς υπό της μονής για ένα μύλο, έφυγε και αγόρασε το Ίβηρίτικο Κελλίον του Αγίου Γεωργίου, διότι δεν ήθελε να αποχωρισθεί τον άγιο. Ό Γέρων Συμεών έφθασε την ηλικία των 107 ετών, εκ των οποίων τα επτά τελευταία διήλθε αόμματος.

Είχε τη συνήθεια ο αείμνηστος να ψαρεύει και να διανέμει τα αγρευόμενα ψάρια σε διαφόρους μοναχούς και πτωχούς λαϊκούς δωρεάν. Ακόμη είχε άλλη συνήθεια όπως, με τα περισσεύματα των εσόδων του Ι. Κελλίου, να νυμφεύει πτωχά και ορφανά κορίτσια. Στο σκοπό του αυτό συνέδραμαν και πολλοί άλλοι θεοφοβούμενοι χριστιανοί, δίνοντας σ' αυτόν νομίσματα. Πολλές φορές, μόνος του μετέβαινε σε διάφορα χωριά της Χαλκιδικής και με επιτήδειο τρόπο και μυστικό τα προίκιζε.

Στους διαδόχους του, πνευματικό π. Κοσμά και Γέροντα Αβέρκιο, άφησε ως κληρονομιά πέντε μόνο γρόσια και την ευχή του, ή οποία ευχή δόξασε τον αείμνηστο Αβέρκιο. Αποδημώντας δήλωσε στους υποτακτικούς του, ότι ουδέποτε παρέλειψε τα πνευματικά του, δηλαδή ακολουθία και κανόνα.
Ακολούθως και ο Γέρων Αβέρκιος, ο διάδοχος του π. Συμεών, εμιμήθη τον Γέροντα του και τα διέθετε όλα προς τον ίδιο σκοπό. Ό Γ. Αβέρκιος εκατήγετο από το Τσοτύλι της Μακεδονίας. Διακρίθηκε στην ιατρική τέχνη, την οποία επεμελείτο με άκρα φιλαδελφία και ανάργυρα. Γράφει ο δόκιμος Αθανάσιος και μετέπειτα π. Αβέρκιος (ο δεύτερος), «διό εκφράζω τον θαυμαστόν μου ου μόνον εγώ, αλλά και όλοι όσοι τους γνώρισαν, διότι και ως ιατροί και ως πνευματικοί διέπρεψαν ... Όθεν ευγνωμόνων αυτούς, δεν δυσκολεύομαι να ομολογήσω ότι θεωρώ εμαυτόν εύτηχή διότι συνέπεσε και έτυχον υποτακτικός των».

Το 1864 ο Γ. Αβέρκιος κινδύνευσε να εκδιωχθεί από το Κελλίον του υπό της μονής, διότι έλαβε ενεργό μέρος στο κελλιώτικο ζήτημα και διέθεσε μάλιστα περί τις 25 χρυσές λίρες. Διασώθηκε όμως από τους υπόλοιπους 19 αντιπροσώπους της Ί. Κοινότητος, επειδή κατά καιρούς είχε ευεργετήσει με την ιατρική του όλες τις μονές. Ό Γ. Αβέρκιος απεβίωσε εις ηλικία σχεδόν 80 ετών. Ό πνευματικός παπα-Κοσμάς, ως διάδοχος υπεδείχθη και έκρινε τον δόκιμο Αθανάσιο, δίνοντας το όνομα του προαπελθόντος Αβερκίου του ιατρού, εις μνημόσυνο αυτού.

Ό νεώτερος π. Αβέρκιος ανδρώθηκε στη μοναχική ζωή με τις πνευματικές διδαχές και το παράδειγμα του παπα-Κοσμά. Αργότερα, με ευγνωμοσύνη προς τους Γέροντες του πού τον γαλούχησαν στην εν πνεύματι ζωή, έγραφε: «αν εγώ σιωπήσω περί της αρίστης διαγωγής των ανωτέρω Γερόντων και του οσίου βίου των, οι λίθοι κεκράξονται».
Μετά την κοίμηση του παπα-Κοσμά, διάδοχος έγινε ο π. Νεόφυτος Τσουλόπουλος εκ Πελοποννήσου, μετά του π. Αβερκίου και του π. Γεωργίου. Κατά την πρώτη δεκαετία του 20οΰ αι. δια λόγους «υψηλούς» άφησαν το Ίβηρίτικον Κελλίον του Αγίου Γεωργίου. «Ολίγον προ του Βαλκανικού πολέμου του 1912, οπότε είχεν αναφθεί το πυρ καθ' όλην την Μακεδονία οι εδώ Ρώσοι μοναχοί δι' αφθόνου χρυσού ηγόραζον πάν ότι αγιορείτικο ήτον δυνατόν να πωληθη προς αυτούς. Τότε απεπειράθησαν με αντίτιμον 5.000 λιρών να αγοράσωσι το εν Καρυαίς Κελλίον Άγιοι Αρχάγγελοι...». Ήθελαν να έχουν οίκημα στο κέντρο των Καρυών για τη διευκόλυνση των σκοπών τους. Το ελληνικό όμως προξενείο ατή Θεσσαλονίκη, ειδοποιήθηκε έγκαιρα και με συναίνεση του σερβικού, εφ' όσον δεν υπήρχε Σέρβος αγοραστής, παρουσίασε Έλληνα αγοραστή. «...Τότε ο υποφαινόμενος έπεισα τον αείμνηστο Γέροντα Νεόφυτο ιερομόναχο και το ήγοράσαμεν, πωλήσαντες το ημέτερο ονομαστό Κελλίον των Αβερκαίων, το Ίβηρίτικον Άγιος Γεώργιος, όπερ Ήτο ησυχαστήριον εις τον κτήτορα της Μονής των Ιβήρων, Αγιον Γεώργιον». Έτσι με την υποστήριξη των Σέρβων προϊσταμένων της μονής Χιλανδαρίου, έναντι των Βουλγάρων, που χρηματίζονταν από τους Ρώσους, καθώς και με τη μεσολάβηση των προξενείων της Θεσσαλονίκης, ελληνικού και σέρβικου, αγόρασαν το Κελλίον Άγιοι Αρχάγγελοι στις Καρυές, περί το έτος 1908.
Ό Γ. Νεόφυτος απεβίωσε στις 9 Ιανουαρίου 1923, σε ηλικία 75 ετών, εις το νέο πλέον Κελλίον της συνοδείας των Αβερκαίων, αφήνοντας ως διάδοχο και κληρονόμο τον μοναχό Αβέρκιο με πενταμελή αδελφότητα. Ήδη, όμως ο π. Αβέρκιος Σιερέτης είχε ενεργό συμμετοχή στα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, ως ιδρυτικού μέλους της Ελληνικής Κελλιωτικής Αδελφότητας. Όταν εξερράγη ο Βαλκανικός πόλεμος το 1912, το αίσθημα των Ελλήνων μοναχών είχε κορυφωθεί.
Ή Κελλιωτική Αδελφότης είχε αφειδώς προσφέρει χρήματα για τις ανάγκες των δεινοπαθούντων Ελλήνων στη Βουλγαρία, καθώς και στους μακεδονικούς συλλόγους και στα αντάρτικα σώματα. και πάλι έκανε έρανο μεταξύ όλων των Ελλήνων Κελλιωτών. «Έξέλεξεν αμέσως ή Ελληνική Κελλιωτική αδελφότης τους Κελλιώτας Θεοδόσιον του Ίβηριτικου Κελλίου Αγία Άννα και τον Αβέρκιο του Χιλανδαρινού Άγιοι Αρχάγγελοι, οίτινες μη φεισθέντες κόπους, συνοίθρησαν από τους κελλιώτας 420 λίρας χρυσάς... και κόμισαν ταύτας εις Αθήνας προς τον πρωθυπουργό κ. Έ. Βενιζέλο, έχοντες αποστολή ίνα λάβωσι μέρος και εις την κηδεία του δολοφονηθέντος Βασιλέως Γεωργίου του Α'. Μεγάλη ευχαρίστησι προυξένησεν ή παρουσιασις των ανωτέρω προς τον κυρ. Βενιζέλο, ουχί τόσον δια τάς κομισθείσας λίρας, όσον δια τάς πληροφορίας, αίτινες εδόθησαν αυτώ εκ μέρους των ως άνω αδελφών».
Μαζί με τον ελληνικό στρατό, πού κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, ακολούθησε και ο βουλγαρικός, για να φανεί και αυτός. Εφθασαν τότε στο Άγιον Όρος περί τους εβδομήντα επίλεκτους Βούλγαρους στρατιώτας με ένα λοχαγό, τους οποίους υπεδείχθη ή Βουλγαρική μονή του Ζωγράφου.
Σε λίγες ημέρες έφθασαν στις Καρυές, επιδεικτικώς, ψάλλοντας εθνικούς βουλγαρικούς ύμνους και ξαναγύρισαν στη Ζωγράφου, προετοιμαζόμενοι για τη γενική επίθεση του 1913. Ή ελληνική κυβέρνηση ειδοποίησε τον αστυνόμο στις Καρυές Βεργογιαννόπουλο εκ Σπάρτης, για τις κινήσεις αυτές. Ό αστυνόμος τότε, μη έχοντας μεγάλη δύναμη ανδρών, παρά μόνον 2 με 3 άνδρες, κάλεσε τον π. Αβέρκιο για να τον συμβουλευθεί. Ό Γ. Αβέρκιος ζήτησε και έλαβε την αδεία, και μάζεψε την ίδια ήμερα εκατό περίπου κελλιώτας, έχοντας ως βοηθό τον μοναχό Γρηγόριο, κελλιώτη της Ί. Μ, Γρηγορίου. Σε δύο μέρες οι κελλιώτες έγιναν διακόσιοι και μαζί με εκατό λαϊκούς, οπλισμένοι και με παράταξη, έχοντας επικεφαλής τον αστυνόμο, έφθασαν στη Ζωγράφου και την πολιόρκησαν. Στη μονή είχαν κλεισθεί οι 70 στρατιώτες, όλοι οι εργάτες και οι μοναχοί, έχοντας ως εφόδια τετρακόσια σακιά αλεύρι μαζί με άλλα τρόφιμα. «Τον Ιερόν Λόχον όστις απηρτίζετο από Γέροντας μοναχούς και υποτακτικούς, από ιερείς και ιεροδιακόνους, φέροντες ταινίας ελληνικός επί της κεφαλής και των χειρών, και το όπλον κατέχοντες έπ' ώμου, προεπέμφθησαν εκ Καρυών δακρυρροούντες εκ συγκινήσεως με εύχάς των πλείστων μοναχών του Αγίου Όρους, οίτινες είχαν συγκεντρωθεί εις Καρυάς, απούσης της Ί. Κοινότητος». Όλον το Σώμα του Ιερού Λόχου ήταν από κελλιώτες εκτός δυο Ίβηριτών μοναχών. Στη μονή Ζωγράφου ήσαν ελάχιστοι εθνοφρουροί Έλληνες στρατιώτες, οι όποιοι με την εμφάνιση του Ιερού Λόχου πήραν θάρρος, οι εντός όμως της μονής κλεισθέντες, τρομοκρατήθηκαν.
Αμέσως μόλις πολιόρκησαν τη μονή έκοψαν το νερό και άρχισαν τις συνενοήσεις περί παραδόσεως. Ό αξιωματικός Βούλγαρος αρνιόταν, περιμένοντας διαταγές και βοήθεια από τη Βουλγαρία. Τότε του έδωσαν τελεσίγραφο, ή παραδίνεται, ή καίνε τη μονή. Ευδόκησε τότε να παραδοθεί ο βουλγαρικός στρατός στους εθνοφρουρούς και όχι στον Ιερό Λόχο, παραδίνοντας 300 όπλα και 10.000 φυσίγγια.
Βέβαια, το σχέδιο του Ιερού Λόχου ήταν ή τέλεια κατάληψη της μονής και ο εξελληνισμός της, αλλά ο αστυνόμος Βεργογιαννόπουλος υπέγραψε υπόσχεση να μη καταλάβει τη μονή ο Ιερός Λόχος. Ενοχλημένη ή Ελληνική Κελλιωτική Αδελφότης από αυτό, εξέλεξε και απέστειλε τον Γ. Άβέρκιο στη Θεσσαλονίκη για να εκθέσει τα γεγονότα στις αρμόδιες αρχές και όπως λάβει διαταγή για την ανακατάληψη της μονής Ζωγράφου. Οι αρμόδιοι, για λόγους κυβερνητικούς, συνεβούλευσαν να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Έτσι, ο Ιερός Λόχος επέστρεψε με τη λεία των οπλών στις Καρυές, όπου έγινε δεκτός με ακράτητο ενθουσιασμό και επευφημίες.
Για λίγο καιρό επεκράτησε στο 'Άγιον Όρος ηρεμία. Στη συνέχεια έγινε ή έναρξη του πρώτου πανευρωπαϊκού πολέμου.
Οι σύμμαχοι τότε έκαναν αποκλεισμό στην Ελλάδα και ή πείνα άρχισε να γίνεται ολοφάνερη στο Άγιον Όρος, κυρίως στους κελλιώτες και σκητιώτες, διότι οι περισσότερες μονές είχαν τα μετόχια τους.
Τότε ή επιτροπή της Κελλιωτικής Αδελφότητας, βλέποντας την κατάσταση, εξέλεξαν τον μοναχό Χρυσόστομο Λαυριοκελλιώτη και τον μοναχό Άβέρκιο, τους οποίους και εφοδίασαν με χρήματα και πιστοποιητικά της Αδελφότητας, επικυρωμένα από την αστυνομία, και τους έστειλε στην Αθήνα, για να επιτύχουν αγορά σίτου για το Άγιον Όρος.
Ό αποκλεισμός ήταν στενός και υπήρχε μεγάλη έλλειψη σίτου. Οι σύμμαχοι επέτρεπαν μόνον ένα ατμόπλοιο να εκφορτώνει για ολόκληρη την Ελλάδα. Μέσω της κυβερνήσεως Γούναρη, οι δυο μοναχοί δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν την προμήθεια. Βρήκαν μετά και παρεκάλεσαν τον Έ. Βενιζέλο, ο όποιος δια προσωπικής του ενεργείας προς τους πρεσβευτας Αγγλίας και Γαλλίας, επέτυχε να προμηθευθούν 160.000 οκάδες, ειδικά για το Άγιον Όρος. Αργότερα διηγείτο ο Γ. Αβέρκιος, ότι από τη μία είχαν χαρά μεγάλη για την ευλογία αυτή της Παναγίας, από την άλλη όμως είχαν τη δυσκολία, που να βρουν άμεσα τόσα σακιά, για να τοποθετήσουν τόσο όγκο σίτου.
«Περπατούσα στους δρόμους του Πειραιά στενοχωρημένος και κάνοντας κομβοσχοίνι στους Αρχαγγέλους, να μου λύσουν αυτή την δυσκολία και να βρεθούν τα σακιά που χρειάζονταν. Κάθισα σ' ένα παγκάκι μιας πλατείας ευχόμενος.
Με πλησιάζει ένα μικρό παιδί και μου λέει: - Παππούλη, φαίνεσαι στεναχωρημένος. Του εξηγώ τότε την υπόθεση, ότι μη γνωρίζοντας τον Πειραιά, δεν ήξερα που να αποφανθώ, και όσους ρώτησα δεν ήξεραν. - Μη στενοχωριέσαι, μου λέει, και μου έδειξε ένα μαγαζί ακριβώς απέναντι, - Εκεί θα βρεις όσα σακιά θέλεις. και με τον λόγο του αυτό έγινε άφαντο από μπροστά μου το μικρό παιδί. Πράγματι, όχι μόνον βρήκα όσα σακιά ήθελα, αλλά μας τα έδωσαν και ευλογία».
Έλαβαν το σιτάρι, αλλά μέχρι να έρθουν στο λιμάνι της Δάφνης, υπέστησαν πολλές ταλαιπωρίες και επιθέσεις από τον γερμανικό στρατό. Δια θαύματος σώθηκαν από βέβαιο θάνατο, από τις τορπιλίσεις των γερμανικών αεροπλάνων στην Καβάλα. Τελικά επέστρεψαν με αυτόν τον θησαυρό. Ή Κελλιωτική αδελφότης διένειμε το σιτάρι και σώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι από την πείνα.
Συνέχισε επί σειράν ετών να διακονεί την Ελληνική Κελλιωτική Αδελφότητα ως γραμματέας. Μετά την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτου και τη διάλυση της αδελφότητας, δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται για τα κοινά και τη διατήρηση της αγιορείτικης παραδόσεως, όσον άφορα τους κανονισμούς αλλά και την πνευματική ζωή. Σώζονται αρκετά περιστατικά που αναδεικνύουν την πνευματική αρχοντιά που τον κατείχε. Στην κοινωνία των Καρυών ήταν σεβάσμιος. Πρόσωπο άκρας εμπιστοσύνης.
Μία χρονιά, τον παρεκάλεσαν λόγω δυσκολιών περί τα διακονήματα του Πρωτάτου, να αναλάβει τυπικάρης και ή συνοδεία του, ο π. Γεώργιος, ως εφημέριος. Ανέλαβε τη διακονία και όταν τελείωσε ή χρονιά, τα χρήματα των μισθών τους δεν θέλησε να τα οικειοποιηθεί, καθώς εδικαιούτο, αλλά έφτιαξε ένα ασημένιο Ευαγγέλιο και το δώρησε στο Πρωτάτο, για να στολίζει μέχρι και σήμερα την αγία του Τράπεζα.
Κάποτε άκουσε ότι στα Καυσοκαλύβια, εμπόδιζε ή Μεγίστη Λαύρα να γίνει ή κούρα ενός μοναχού, διότι ή συνοδεία του χρωστούσε στη μονή ένα ποσόν. Ευθύς καβαλάει το μουλάρι και πηγαίνει στη Μ. Λαύρα, συναντά τους προϊσταμένους και προσφέρει το ποσό το χρωστούμενο, παρακαλώντας να επιτραπεί να γίνει ή κούρα του μονάχου,
Με τα Καυσοκαλύβια είχε αγαθές σχέσεις, και οι πατέρες του έφερναν τα εργόχειρα τους, για να τα διαθέτει στο μαγαζί πού είχε, το επιλεγόμενο «κομβολογάδικο». Μία φορά, σε ένα καλύβι των Καυσοκαλυβιων, έπεσε ένας επικρεμάμενος βράχος και κατέστρεψε το οίκημα, ευτυχώς χωρίς θύματα.
Οι πατέρες ζούσαν με το εργόχειρο τους και δεν είχαν τη δυνατότητα ανακατασκευής. Το άκουσε αυτό ο Γ. Αβέρκιος, τους κάλεσε και τους πρότεινε, να τους δανείσει το απαιτούμενο ποσόν, και από τα εργόχειρα πού του έφερναν, να κρατάει το μισό ποσόν, για την εξόφληση, και το υπόλοιπο να το έχουν να συντηρούνται. Οι πατέρες χάρηκαν και συμφώνησαν.
Με τέτοιες αγαθοεργίες ήταν γεμάτη ή οσιακή ζωή του και άφησε αγαθή μνήμη στη μικρή κοινωνία των Καρυών. Γαλουχημένος με τα παραδείγματα των Γερόντων του, Κοσμά ιερομόναχου και Αβερκίου μονάχου, οι όποιοι ακολουθούσαν την παράδοση και την ασκητικότητα του Χατζηγεώργη, παρέδωσε στην εξαμελή πλέον συνοδεία του, αυτό το αγωνιστικό πνεύμα. Ή εσωτερική ζωή του Κελλίου περιστρεφόταν γύρω από τον άξονα, ακολουθία - εργασία - προσευχή προσωπική. Απαγορευόταν οι άκαιρες επισκέψεις σε άλλα Κελιά, ή κάθοδος στην αγορά των Καρυών και οι αργές συντυχίες. Στην ακολουθία απαιτούσε προσοχή.
Το κομβοσχοίνι στο χέρι και κάθε λέξη του διαβαστεί να ακούγεται ευκρινώς. Συνήθιζε να λέει ότι κάθε λέξη της ακολουθίας, έχει τη δική της γεύση, που πρέπει να τη γευθείς και τότε ή ακολουθία γίνεται πανηγυρική τράπεζα, τροφή ψυχής. Τόνιζε συνεχώς ότι ή χάρις του Θεού έρχεται και σκηνώνει στην ακρίβεια της μοναχικής ζωής και όχι στη χαλαρότητα.
Ό υποτακτικός του ιερομόναχος Γαβριήλ, έλεγε χαρακτηριστικά ότι ήταν ταυτόχρονα και αυστηρός, αλλά και μάνα που σε παρηγορούσε στις δυσκολίες της μοναχικής ζωής. Θυμόταν, μία φορά, που στον κήπο του Κελλίου, στην αχλαδιά, είχε βγει μόνο ένα αχλάδι, αλλά μεγάλο και ωραιότατο.
Το είδε ο π. Γαβριήλ, το έκοψε και το πρόσφερε στον Γ. Άβέρκιο με χαρά για να το γευθεί. Αυτός του είπε να το πάει στο Κελλί το δικό του. Πέρασαν μερικές ήμερες και την επόμενη Κυριακή, σε σύναξη της αδελφότητας, τον έστειλε να το φέρει και το μοίρασε δίκαια σε όλους. Συνήθιζε τις Κυριακές τα πρωινά να κάνει σύναξη και να μελετούν όλοι μαζί ή το Ευαγγέλιο, ή ένα πατερικό βιβλίο.
Μεγάλη ανάπαυση, του είχε δώσει ο υποτακτικός του μοναχός Κοσμάς, για την άκρα και άδολη υπακοή του. Ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, έλεγε για τον π. Κοσμά, που τον γνώρισε, ότι ήταν κανών υπακοής. Ό π. Κοσμάς, ως λαϊκός είχε έρθει στο Αγιον Όρος και πήγε στο κατάστημα του π. Αβερκίου για να ψωνίσει. Πήρε αυτά που ήθελε και πάει στον π. Αβέρκιο, του ανοίγει το χέρι με τα χρήματα του, και του λέει με μεγάλη απλότητα. - Αυτά είναι τα χρήματα που έχω, κράτησε ότι ψώνισα και δός μου τα ρέστα, μόνον μη με γελάσεις. Θαύμασε ο π. Αβέρκιος, το άδολο και τον ρωτά, για ποιο λόγο ήρθε στο Αγιον Όρος. Εκείνος του απάντησε ότι ήρθε για να γίνει μοναχός.
Τότε ο π. Αβέρκιος, βλέποντας τον και εκτιμώντας την απλότητα του, του λέει, κάθισε εδώ και θα σε κάνω εγώ μοναχό. Πράγματι, δεν λάθεψε ο π. Αβέρκιος, γιατί ο π. Κοσμάς πρόκοψε στη μοναχική ζωή και στην προθυμία της υπακοής.
Στην τελευταία ασθένεια του π. Άβερκίου, λίγο πριν το τέλος του, που" χρειάσθηκε γάλα, και δεν βρέθηκε στις Καρυές, πρόθυμα ο π. Κοσμάς, παρόλο το χιόνι, πήγε με τα πόδια μέχρι την Ιερισσό, για να φέρει στον Γέροντα του. στις δε τελευταίες του στιγμές, ο π. Αβέρκιος κάλεσε την αδελφότητα και ενώπιον όλων, τον ασπάσθηκε και του λέει: - Εύαρέστησες την ψυχήν μου, όσο κανείς άλλος. . Στον δεύτερο Ευρωπαϊκό πόλεμο έκλεισε το μαγαζί και αναγκάσθηκε, μαζί με την συνοδεία του Γέροντα Παϊσίου από το Αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής, να πάρουν ενοίκιο ένα μεγάλο μέρος του ελαιώνας της Ί. Μ. Ξενοφώντος. Από τη σοδειά του ελαιώνας, εκτός του μεριδίου της μονής, το κάθε Κελλί μάζεψε αρκετό λάδι, για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του πολέμου.
στις σημειώσεις του καταλήγει με την έξης παράγραφο:
«Τα ανωτέρω γράφω τη 31η Δεκεμβρίου παραμονή δηλ. του 1943. Τα γράφω όμως με τρέμουσαν σειράν διότι ή ανωτέρω συνοδεία μου ευρίσκεται συνεχίζουσα το έργον της εν τη 7ερα Μονή Ξενοφώντος καίτοι ευρίσκεται εις το τέρμα της ή εργασία.

Γράφω λέγω με τρέμουσαν χείρα διότι επί 3 ημέρες ρίπτει ο θεός χιόνα ακατάπαυστον και οι δρόμοι και οι συγκοινωνίες σκόπησαν. Το ψύχος είναι δριμύτατο. Τάς επισήμους αυτάς εορτάς ή συνοδεία μου ευρίσκεται μακράν του οίκου της, μακράν εμού, μακράν της ησυχίας των, και ούτως εχόντων των πραγμάτων δικαίως τρέμει ή χειρ μου, μήπως πάθη τις εκ της συνοδείας μου εκεί η εγώ ενταύθα ως γέρων φιλάσθενος μετά του ετέρου φιλάσθενου υποτακτικού μου Νεοφύτου. Πλην εύχομαι δι' αμφότερα τα μέρη, ίνα ο Θεός δια της Θεοτόκου και των προστατών μας Αγίων Αρχαγγέλων και Αγίου Γεωργίου, διαφυλάξει ημάς και το ταχύτερων γίνει ή αγαθή και συνεχής συνάντησης. Γένοιτο».

Ό Γέρων Αβέρκιος έκοιμήθη το 1943. Αιωνία του ή μνήμη.
Ί. Κ. Αρχαγγέλων-Άβερκαίων Ιούνιος 2009
μοναχός Παίσιος Καρεώτης

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΩΤΑΤΟ Αριθ 115.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

THE IDIOT By Dostoyevsky.



"Pavlicheff was a man of bright intellect and a good . Christian, a sincere Christian," said the prince,
suddenly. "How could he possibly embrace a faith which is unchristian? Roman Catholicism is, so to speak, simply the same thing as unchristianity," he added with
flashing eyes, which seemed to take in everybody in the room.
"Come, that's a little too strong, isn't it?" murmured the old man, glancing at General Epanchin in surprise. "How do you make out that the Roman Catholic religion is unchristian? What is it, then?" asked Ivan Petrovitch, turning to the prince.
"It is not a Christian religion, in the first place," said the latter, in extreme agitation, quite out of proportion to the necessity of the moment. "And in the second place, Roman Catholicism is, in my opinion, worse than Atheism itself. Yes, that is my opinion. Atheism only preaches a negation, but Romanism goes further; it preaches a disfigured, distorted Christ, it preaches Anti-Christ—, 1 assure you, I swear it!
This is my own personal conviction, and it has long distressed me. The Roman Catholic believes that the Church on earth cannot stand without universal temporal Power. He cries 'non possumus!' In my opinion the Roman Catholic religion is not a faith at all, but simply a continuation of the Roman Empire, and everything is subordinated to this idea, beginning with faith. The Pope has seized territories and an earthly throne, and has held them with the sword. And so the thing has gone on, only that to the sword they have added lying, intrigue, deceit, fanaticism, superstition, swindling; they have played fast and loose with the most sacred and sincere feelings of men; they have exchanged everything for money, for base earthly POWER! And is this not the teaching of Anti-Christ?
How could the upshot of all this be other than Atheism? Atheism is the child of Roman Catholicism, as it proceeded from these Romans themselves, though perhaps they would not believe it. It grew and fattened on hatred of its parents; it is the progeny of their lies and spiritual feebleness. Atheism! In our country, it is only among the upper classes that you find unbelievers; men who have lost the root or spirit of their faith; but abroad whole masses of the people are beginning to profess unbelief, at first because of the darkness and lies by which they were surrounded; but now out of fanaticism, out of loathing for the Church and Christianity!"
"Ihe prince paused to get breath. He had spoken with extraordinary rapidity, and was very pale. All present interchanged glances, but at last the old dignitary burst out laughing frankly. Prince N. took out his eye-glass to have a good look at the speaker.
The German poet came out of his corner and crept nearer to the table, with a spiteful srnile. "You exaggerate the matter very much," said Ivan Petrovitch, with rather a bored air. "'Ihere are, in the foreign Churches, many representatives of their faith who are worthy of respect and esteem."
"Oh, but I did not speak of individual representatives. I was merely talking about Roman Catholicism, and its essence—of Rome itself. A Church can never entirely disappear; I never hinted at that!..."