Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ. Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΧΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΦΩΣΤΙΝΗΣ ΓΡΑΦΕΙ.




Ο  μακαριστός μητροπολίτης Χίου, Παντελεήμων Φωστίνης γράφει: Ήρθε κοντά μου, μια άμοιρη μάννα προχθές. Ήμουν, κατά τύχη στον λουλουδένιο ναό του Έσταυρωμένου μου με έναν αρχιερέα, πού  ήρθε  να μου χαρίσει λίγες ημέρες τήν χαρά της στοργικής συντροφιάς του. Οι περικοκλάδες όλες είναι ανθισμένες και ένα μεθυστικό ωμα πλημμυρίζει το ναό και τις καρδιές μας. Ή πληγωμένη καρδιά. ήλθε κοντά μας, χωμένη στα μαύρα.


 Μόλις με είδε, έξέσπασε σε λυγμούς. Γονάτισε μπρος στον Εσταυρωμένο, φίλησε τα πληγωμένα σαν τήν καρδιά της πόδια Του, έκλαψε-έκλαψε κάμποση ώρα . έπειτα ήλθε και μου φίλησε το χέρι.
Είναι ένας καθρέπτης, το πρόσωπό της, πού βλέπει κανείς, ολοκάθαρα τον σπαραγμό της μητρικής της καρδιάς: «Δεν μπορώ, Δεσπότη μου, να ησυχάσω από τήν ημέρα εκείνη, τη μαύρη γιά μένα, που μου ήλθε το μήνυμα. Το παιδί μου, το Νίκο μου, τον κατάπιε η θάλασσα. Δυστυχία μού Ταξίδευε, δεύτερος μηχανικός, με το βαπόρι. Ήσαν στή μέση τού ωκεανού εκείνη τη νύχτα, πού το υποβρύχιο τούς τορπίλισε. Τρεις μόνο πνίγηκαν και έτυχε ό ένας από τούς, να είναι το παιδί μου. Δεν μπορώ να βρω ησυχία από τότε. Όχι μόνο, γιατί σ’ αυτόν στήριζα όλες μου τις ελπίδες. Είναι αλήθεια, ότι τον μεγάλωσα με ορφάνια και ήταν ό προστάτης των δύο ορφανών κοριτσιών μου, των αδελφών του.


Και γιά ίδές τί έπαθα. Έμεινα άλλη μια φορά ορφανή, δυστυχισμένη. Μα ό πόνος μου, δεν είναι μόνο γι’ αυτό. Ξέρω ότι ό καλός Θεός, πού φροντίζει γιά όλα και γιά τα σκουλήκια της αβύσσου, θα προστατεύει και τα ορφανά κορίτσια μου. Μα εγώ τρέμω ολόκληρη, γιατί συλλογίζομαι, ότι επήγε ανεξομολόγητος και ακοινώνητο Είναι έξι μήνες, πού ταξίδευε στον ωκεανό και βέβαια, δεν μπορούσα να εξομολογηθεί, ούτε να κοινωνήσει. Τί θά γίνη τώρα, ή ψυχή τ παιδιού μου; Θά βασανίζεται αιώνια; Να, τί μου σφάζει τήν καρδιά μου και κοντεύω να τρελαθώ. Πες μου, Δεσπότη μου, πώς να ανακουφίσω τήν ψυχούλα τού παιδιού μου;».


Και ή άμοιρη μάννα, γονάτισε πάλι μπροστά στον  Εσταυρωμένο, αγκάλιασε τα αίματωμένα πόδια του και ξεφώνισε: «Χριστέ  μου, Χριστέ μου, το παιδάκι μου σώσε, τήν ψυχούλα του...». Αληθινός σπαραγμός, πού συνέτριψε και τούς δύο μας. Ότι μπορούσε . κάναμε, γιά να παρηγορήσαμε τήν πληγωμένη μητέρα. 


Ό αδελφός μου άρχιερεύς, είχε γίνει κατακίτρινος, από την συγκίνηση και με βουρκωμένα μάτια, άρχισε να παρηγορεί τήν άμοιρη χήρα: «Έχε υπομονή, παιδί μου. Ό γυιός σου δεν επήγε ακοινώνητος. Έστειλε ό Θεός τον Άγγελό του και τον κοινώνησε. Μου το είπε ό ίδιος, ό καπετάν Πέτρος, πού τον είδε με τα μάτια του!».Ή μάννα κάρφωσε το βλέμμα της, επάνω στο Δεσπότη, περιμένοντας με αγωνία να ακούσει, τα παρηγορητικά λόγια του, να της εξηγήσει το μυστήριο αυτό.



«Ό καπετάν Πέτρος, ήταν ένας από το πλήρωμα τού βαποριού, πού τορπιλίστηκε. Είναι ένας άνθρωπος απλοϊκός, τού Θεού άνθρωπος και φίλος μου πολύ. Όταν γύρισε από το ναυάγιο, ήλθε και με βρήκε και μου διηγήθηκε όλες τις λεπτομέρειες της τρομερής νύχτας. Είναι πράγματι ένα μυστήριο. Ταξίδευαν στον ωκεανό. Περνούσαν όλοι τις ημέρες τους, κάτω από έναν ακατάπαυστο εκνευρισμό. Ό ασύρματος τού καραβιού, έπαιρνε ακατάπαυστα τα S.Ο.S., από τα διάφορα πλοία, πού κατάπινε ή θάλασσα, άλλα από νάρκες, άλλα από μπόμπες αεροπλάνων.
Ό καπετάν Πέτρος, είχε τελειώσει τήν βάρδια του και ξαπλώθηκε στο κρεβάτι του να ησυχάσει λίγο, πάντα έτοιμος, γιά τη στιγμή τήν τρομερή, πού μπορούσε να τούς βρει. Λαγοκοιμόταν, όταν είδε ένα περίεργο φαινόμενο. Ανάμεσα στο πλήρωμα παρουσιάσθηκε ένας παπάς γέρος.Ήταν ξεσκούφωτος, φορούσε το έπιτραχήλι του και κρατούσε στα χέρια του, τα Άχραντα Μυστήρια. Ό καπετάν Πέτρος, έκανε το σταυρό του και φώναξε βιαστικά στο πλήρωμα: «Παιδιά, ό παπάς ήλθε να μάς κοινωνήσει. Παραταχθήτε όλοι, δεξιά και αριστερά, βγάλτε τα κασκέτα σας και κάντε το σταυρό σας. Όλοι να κοινωνήσαμε...».



Το πλήρωμα, παρετάχθηκε αμέσως και όλοι, με βουρκωμένα μάτια, έβγαλαν τα κασκέτα τους, έσκυψαν ευλαβικά τα κεφάλια και άρχισαν να κάνουν το σταυρό τους. Ό παπάς δεν έδωσε σημασία καμιά, γιά ό,τι γινόταν γύρω του, αλλά πήγε, κατ’ ευθείαν στον πρώτο καπετάνιο και τον κοινώνησε. Έπειτα έριξε μια ματιά σε όλους, σαν να ζητούσε και κάποιον άλλον, ανάμεσα στο πλήρωμα. Το βλέμμα του, στάθηκε πάνω στον δεύτερο μηχανικό, το Νίκο, ζύγωσε και σ’ αυτόν κοντά και τον κοινώνησε και ένα νέο ναύτη. Επήγε έπειτα να κοινωνήσει και ένα ναυτόπουλο, πού είχαν στο καράβι, μα στάθηκε λίγο σκεπτικός και δεν τον κοινώνησε, αλλά σήκωσε τα Άχραντα Μυστήρια υψηλά και τα μάτια του σήκωσε πρός τον ουρανό και έπειτα, χάθηκε από το καράβι!
Αύτή τη στιγμή, τινάχθηκε όρθιος ό καπετάν Πέτρος, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και έκανε ανατριχιασμένος τον σταυρό του. Όσοι ήσαν κοντά του, τον κοίταξαν περίεργα και τον ρώτησαν: «Τί έπαθες, καπετάν Πέτρο;». Και αύτός, τούς διηγήθηκε κλαίγοντας τήν οπτασία. Εκείνη τη στιγμή, ένας κρότος τρομερός δόνησε το βαπόρι και το είδαν να κόβεται σαν να το έσπασε ένα χέρι στα δύο, και άρχισε να βουλιάζει.
Ταραχή, φωνές, σπασμωδικές κινήσεις όλων. Έζώσθηκαν τα σωσίβια και μπήκαν βιαστικά στις βάρκες. Φρικτή ώρα! Τραγική ώρα! Το καράβι, σε λίγα λεπτά της ώρας, χάθηκε μέσα στή θάλασσα! Τα νερά της, άνοιξαν το στόμα τους και το κατάπιαν.



 Οι βάρκες με τούς ανθρώπους τού πληρώματος, έμειναν ανάμεσα στον ωκεανό εγκαταλελειμμένοι, παλεύοντας με τα κύματά του. Μερικοί είχαν πέσει μέσα στή θάλασσα και κολυμπώντας, προσπαθούσαν να σωθούν. Το ναυτόπουλο, κουνούσε απελπισμένα το χέρι, ζητώντας βοήθεια. Έτρεξε μια βάρκα κοντά του και τον ανέσυραν, τήν ώρα που πλέον άρχισε να πνίγεται, αναίσθητο.
Με κόπο τον συνέφεραν, έριξαν επάνω του τα σακάκια τους και σώθηκε τήν τελευταία στιγμή. Επτά ώρες ολόκληρες έμειναν μέσα στις βάρκες, ώς ότου πέρασε κάποιο αμερικανικό βαπόρι και τούς μάζεψε. Τότε είδαν, ότι είχαν πνιγεί μόνον, ό πρώτος καπετάνιος, ό δεύτερος μηχανικός και ένας ναύτης, ακριβώς αυτοί οι τρεις, που είχε κοινωνήσει ό μυστηριώδης παπάς! Ό καπετάν Πέτρος, έπειτα από τήν διήγηση, έκανε πάλι το σταυρό του και μ’ έρώτησε: «Εγώ λέω, Σεβασμιώτατε, ότι ό Θεός, έστειλε τον άγγελό του και τούς ετοίμασε τούς ανθρώπους αυτούς. Ήταν και οι τρεις, καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί. Θά είχαν, φαίνεται, μέσα στο μυαλό τους τη σκέψη και την επιθυμία, να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν. Και Θεός, άκουσε τήν προσευχή τους. Τί να πω και γώ δεν ξέρω. Εγώ αυτό λέγω με το νου μου. Σύ τί λες, Σεβασμιώτατε;»...


Ή χήρα μάννα, με τα μάτια τεντωμένα και το στόμα ανοιχτό, παρακολουθούσε τη διήγηση. Τα δάκρυά της, έτρεχαν βροχή από τα μάτια της, αλλά μια ικανοποίησης ψυχική, είχε ζωγραφιστή στο πρόσωπό της.Ένας βαθύς αναστεναγμός, βγήκε από τα βάθη της, σαν να 'βλεπε μπροστά της το παιδί της και ξεφώνισε:




Παιδάκι μου, παιδάκι μου, Νίκο μου, ό ίδιος ό Θεός σε κοινώνησε και είσαι τώρα κοντά Του!».Γονάτισε πάλι μπρος στον Εσταυρωμένο, αγκάλιασε τα πληγωμένα Του πόδια και άφωνη, άφηνε να βγαίνουν μυστικοί στοχασμοί ευγνωμοσύνης, από τα βάθη της καρδιάς της. Τήν αφήκαμε μόνη της εκεί και αποτραβηχτήκαμε και οι δύο μας. Τα ανθισμένα λουλούδια της ανοίξεως, είχαν γεμίσει τον τόπο με το μεθυστικό τους άρωμα και τα αηδόνια συντρόφευαν, με τούς όλόγλυκους τόνους των, τήν άφωνη προσευχή της χριστιανής χήρας μητέρας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ. ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ .ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΥ ΜΑΝΔΡΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: