Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Άμα ήταν κανένας πολύ μελαγχολικός ο όσιος Πορφύριος του έλεγε:«Άμα ήταν κανένας πολύ μελαγχολικός ο όσιος Πορφύριος τού έλεγε:


Άμα ήταν κανένας πολύ μελαγχολικός ο όσιος Πορφύριος του έλεγε:
«Άμα ήταν κανένας πολύ μελαγχολικός ο όσιος Πορφύριος τού έλεγε:

– Σ’ αρέσουν τα ποιήματα, παιδί μου; Πάμε στο δάσος, στα πεύκα, να κάνουμε μια βόλτα.

Να δούμε το δάσος, να δούμε όλα τα ωραία της γης.

Αφού ο Θεός «τα εποίησεν όλα τα ωραία της γης, και θέρος και έαρ», που λέει ο προφήτης Δαυίδ.

Κι εκεί που ήτανε με τον νεαρό, που ήτανε μελαγχολικός και ο οποίος είχε φοβερό ορθολογισμό και δεν μπορούσε να πιστέψει, του λέει:

– Ο Χριστός, παιδί μου, δίπλα σου είναι, εσύ Τον γυρεύεις, αλλά έχεις φοβερό ορθολογισμό και δεν Τον αφήνεις να μπει».

Άκου, τώρα, τι του είπε!

Δεν το κατάλαβε. Αφού το ‘πε αυτό (ο Άγιος Πορφύριος), ισχύει!

– Αλλά πού θα πάει»; του λέει. Γύρω-γύρω σε φέρνει. Γύρω-γύρω σε φέρνει!

«Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω», 3 κεφάλαιο της Αποκαλύψεως.

– Γύρω-γύρω σε φέρνει!

Βγήκαν εκεί, είπανε διάφορα, και του λέει ο Γέροντας:

– Άκου, τώρα, μωρέ! Να σου πω και κάτι ωραία ποιήματα, ξεχασμένα.

Τώρα μου ‘ρθαν».

Και τού’πε… τού’πε… τού’πε…. (τα ποίηματα του, τού έλεγε· αυτά που είχε γράψει ο μελαγχολικός νέος).

Ο άλλος άλλος κοίταζε.

– Πού τα βρήκες, Γέροντα, αυτά;

– Εγώ δεν τα βρήκα.

Εσύ τα ‘χες κλειδώσει σ’ ένα τραπεζάκι χρόνια σ’ ένα συρτάρι, και τα έχεις ξεχάσει.

Γιατί έπεσες στη μελαγχολία και βρήκες δουλειά να κάνεις.

Αυτά δικά σου είναι βρε.

Εκεί γράφεις στην πρώτη σελίδα, στο άλλο…».

Ο Γέροντας τα έβλεπε μπροστά του, σαν τηλεόραση. Και καλύτερα, ακόμα. Αυτά. Και τι έκανε; Άρχισε και έκλαιγε ο άλλος. Σου λέει… «Του τα ‘πε όλα απ’ έξω τα ποιήματα»!

– Υπάρχει και Θεούλης, παιδί μου. Ο Χριστός, ο αφέντης. Ο αφέντης ο Χριστός, του λέει. Ο αφέντης!

Αυτόν χρειαζόμαστε, παιδιά!

Και σήμερα στην πατρίδα μας, γιατί έχουμε πρόβλημα; Το λένε οι σύγχρονοι Γεροντάδες κι οι πνευματικοί άνθρωποι.

Γιατί αφήσαμε την πίστη. Την πίστη στο Χριστό.

Την πίστη στον Χριστό!

Την εμπιστοσύνη στον Χριστό! Άμα έχεις εμπιστοσύνη στον αφέντη τον Χριστό, δεν φοβάσαι τίποτα.

Το πολύ-πολύ να πεθάνεις!

(Αλλά δεν υπάρχει θάνατος!)


Είναι αυτό που συχνά έλεγε ο Γέροντας, τον λόγο του Κυρίου: «Ο πιστεύων εις εμέ, αν αποθάνη ζήσεται».

«Αυτός που πιστεύει σε μένα, και να πεθάνει ακόμα, θα ζήσει».

«Δεν υπάρχει θάνατος. Ο θάνατος είναι το άνοιγμα μιας πόρτας. Να μπει από ‘να δωμάτιο στο άλλο», έλεγε πάλι ο Γέροντας.

Τι μεγάλα πράγματα!

Λοιπόν. Άρχισε μετά απ’ αυτά το παιδάκι κι έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε!

Και μπήκε, με τη βοήθεια του Γέροντα και τις προσευχές, τις αμέτρητες προσευχές του, μπήκε στην πίστη.

Και γλύτωσε από την μελαγχολία.

Γλύτωσε απ’ όλα αυτά τα βασανάκια και τη νόσο του αιώνα μας, που ‘ναι αξόδευτη αγάπη.

Αξόδευτη αγάπη είναι αυτό!

Γλυκέ Άγιε Γέροντα Πορφύριε…. Πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών.»

Πατήρ Ανανίας Κουστένης



Μετεωρίτικοι Στοχασμοί 41



*"Ὁ Γκρινιάρης Βασίλης"* 

τοῦ Ἀρχιμ. Βαρλαὰμ Μετεωρίτου 

Ὁ Βασίλης ἦταν γνωστὸς σὲ ὅλη τὴ γειτονιὰ γιὰ τὴ γκρίνια του. Πάντα βρισκόταν κάτι νὰ μουρμουρίσει: ὁ καιρός, οἱ τιμές, τὰ παιδιὰ ποὺ φωνάζουν. 
"Πάλι βροχή! Πάλι σκουπίδια στὸ δρόμο! Πάλι θόρυβος!" γόγγυζε κάθε πρωὶ ἀπὸ τὸ μπαλκόνι του. 
Μιὰ χειμωνιάτικη νύχτα, ἡ γειτόνισσα κυρα-Ἑλένη, ἡλικιωμένη καὶ μόνη, ἀρρώστησε βαριά. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεξε. 
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Βασίλη. 
Χωρὶς λόγια, ἄφησε τὴ δική του ζεστασιὰ καὶ πέρασε ὅλη τὴ νύχτα δίπλα της. Τῆς ἔφερε νερό, σκέπασμα, φάρμακα. Στὰ χαράματα, τὴν πῆγε στὸ νοσοκομεῖο. 
"Γκρινιάρης εἶναι," ψιθύρισαν οἱ γείτονες, "ἀλλὰ ἡ καρδιά του εἶναι χρυσάφι." 
Ὁ Βασίλης συνέχισε νὰ γκρινιάζει κάθε μέρα. Ἀλλὰ ὅλοι πλέον γνώριζαν: πίσω ἀπὸ τὰ μοῦτρα, κρυβόταν μιὰ ψυχὴ γεμάτη ἀγάπη. 

*Ἠθικὸ Δίδαγμα:*
Μὴν κρίνεις τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ λόγια του, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς πράξεις του. Ἡ ἀληθινὴ καλοσύνη δὲν χρειάζεται φανφάρες.

2 Δεκεμβρίου εορτάζει ο Όσιος Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης+



"Εγώ τούς θυμιάζω και εκείνοι δέν υποκλίνονται.
Λέω «στώμεν καλώς» 
και αυτοί κάθονται.
Τούς ευλογώ και εκείνοι κουβεντιάζουν.
Και το τραγικότερο; λέω 
«πίετε εξ αυτού πάντες» 
καί προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία ελάχιστοι.
Πόνος μεγάλος γιά τον ιερέα.
Ήρθες στην εκκλησία και έχασες το σπουδαιότερο, το Δώρο, το πάν!
Και έμεινες με το αντίδωρο...

Ξέρεις, βρε Γιωργάκη, τι είναι  «το Άγιο Θυσιαστήριο;»
Ό,τι πολυτιμότερο επί της γής.
Εδώ κατεβαίνει ο Χριστός, 
το Άγιο Πνεύμα παρόν, οι άγγελοι τριγύρω.
Φοβερό θέαμα!
Εγώ πολλές φορές φοβόμουνα να ακουμπήσω 
τα χέρια μου επάνω 
στην Αγία Τράπεζα. 
Και σ’ αυτό το θαύμα μπροστά, να ακούς τους πιστούς να ψιθυρίζουν γιά πεζά θέματα, να μή βιώνουν το μοναδικό γεγονός.
Όπως στέκεται ο ιερέας πρέπει να στέκεται και ο πιστός. Συγκεντρωμένος.
Απόλυτα παραδομένος 
στο Θεό.
Αυτή την ώρα δέν είμαστε στη γη. «Οι τα χερουβείμ εικονίζοντες» είμαστε στον ουρανό, μπροστά στην Αγία Τριάδα.
Χωρίς «βιοτική μέριμνα».
Είμαστε όλοι ιερουργοί…

"Πω, πω, πω! Τι μάς αξιώνει 
ο Θεός να ζούμε!
Εάν πιστεύουμε ότι μπροστά μας τελεσιουργείται η Μεγάλη Θυσία, θα πρέπει 
να στεκόμαστε «μετά φόβου Θεού».
Να κλαίμε από ευτυχία που 
ο ίδιος ο Θεός κατέρχεται 
και θυσιάζεται από αγάπη 
για εμάς.
Εάν δέν τα πιστεύουμε, γιατί ερχόμαστε στην Εκκλησία;
Ποιόν κοροϊδεύουμε;
Πιο συνεπείς είναι αυτοί 
που δέν μπαίνουν στο ναό...
Στην εκκλησία σιωπούμε, συγκεντρωνόμαστε και μιλάμε στο Θεό.
-Τα κατάλαβες αυτά πού λέω; Εάν ναί, έχεις ευθύνη να ευαισθητοποιείς και τους άλλους αδελφούς μας, πού αγνοούν τα τελεσιουργούμενα φρικτά μυστήρια."

2 Δεκεμβρίου εορτάζει ο Όσιος Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης+

Την ευχή του νά έχουμε...

Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον Άγιο Πορφύριο.



Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον Άγιο Πορφύριο+
Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…

Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στη μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»

Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…


Ο σημερινὸς τολμηρὸς φύλακας τοῦ Φρέατος, ὁ πατὴρ Ἰουστίνος.


Ο σημερινὸς τολμηρὸς φύλακας τοῦ Φρέατος, ὁ πατὴρ Ἰουστίνος μέχρι σήμερα δέχθηκε καί αυτός πάνω από 15 επιθέσεις, που στόχο είχαν να τον σκοτώσουν ή τουλάχιστον να τον εκφοβίσουν ώστε να εγκαταλείψει τον χώρο. «Σ΄όλες τις δυσκολίες που είχα», αναφέρει, «βοηθός μου και προστάτης ήταν πάντοτε ο Άγιος Φιλούμενος. 
Τήν τρίτη φορά πού δέχθηκε ἐπίθεση ὁ π. Ἰουστῖνος, ἦταν ἀπό ἕναν φανατικό Ἑβραῖο πού κρατοῦσε τσεκούρι. Θά σέ σκοτώσω, ὅπως σκότωσα καί τόν ἄλλο, τοῦ εἶπε. Ἦταν ὁ ἴδιος πού σκότωσε τόν π. Φιλούμενο. Ὅμως μέ ἕνα μπρούντζινο μανουάλι ὁ π. Ἰουστῖνος – ἄν καὶ τραυματισμένος – τόν χτύπησε καί τοῦ ἔσπασε τά χέρια, ἔτσι τόν συνέλαβαν. Ὁμολόγησε τόν φόνο, πόσοι ἦταν, πῶς μπῆκαν μέσα καί ἔκανε ἀναπαράσταση τοῦ φόνου.
Ὁ π. Ἰουστίνος, μοῦ εἶπε κάποτε: «Δεσπότη μου, γιὰ νὰ μείνω ἐκεῖ, ἔχω ἕξι σκύλους». Γιὰ τὸν φόβο του ἀπὸ φανατικοὺς Ἑβραίους, ἀπὸ κλέπτες κλπ. Καὶ τὸν ρώτησα: «Πόσους σκύλους εἶχε ὁ πατὴρ Φιλούμενος;» Καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Εἶχε τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» 
Μόρφου Νεόφυτος


Σήμερα είναι η μνήμη ενός από τούς πιο αγαπητούς σε όλους Αγιος....



Αύριο είναι η μνήμη ενός από τούς πιο αγαπητούς σε όλους Αγιος....
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.... 
Γιατί είναι τόσο πολύ αγαπητός αυτός ο Άγιος;
Γιατί πολύ απλά ολη τού η ζωή ήταν ένα παραδειγμα καί εμπνευση του πώς θα πορευτείς σωστά.... Μόνο με τον Χριστό... Αυτό το «ενός έστι χρεία» δηλαδή....
Απόφοιτος δημοτικού ο Άγιος Πορφύριος και είχε ζήσει και στα Καυσοκαλύβια και στην Αθήνα, απίστευτες καταστάσεις από πολύ μικρός...
Ένα δικό του απόσπασμα παρακάτω....Όπου γιά μένα είναι ότι πιο γνήσιο και ουσιώδες έχω διαβάσει.....

Να χαίρεσθε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές αγάπες, μέσα απ’ τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν την χάρη τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και δικαίους.
Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. «Χοντρές» ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει. Ο Χριστιανός, έστω και μόνο όταν αγαπάει, είναι ποιητής, είναι μες στην ποίηση. Την αγάπη ποιητικές καρδιές την ενστερνίζονται, τη βάζουν μέσα στην καρδιά τους, την αγκαλιάζουν, την νιώθουν βαθιά.
Να εκμεταλλεύεσθε τις ωραίες στιγμές. Οι ωραίες στιγμές προδιαθέτουν την ψυχή σε προσευχή, την καθιστούν λεπτή, ευγενική, ποιητική. Ξυπνήστε το πρωί, να δείτε το βασιλιά ήλιο να βγαίνει ολοπόρφυρος απ’ το πέλαγος. Όταν σας ενθουσιάζει ένα ωραίο τοπίο, ένα εκκλησάκι, κάτι ωραίο, να μη μένετε εκεί, να πηγαίνετε πέραν αυτού, να προχωρείτε σε δοξολογία για όλα τα ωραία, για να ζείτε τον μόνον Ωραίον. Όλα είναι άγια, και η θάλασσα και το μπάνιο και το φαγητό. Όλα να τα χαίρεσθε. Όλα μας πλουτίζουν, όλα μας οδηγούν στην μεγάλη Αγάπη, όλα μας οδηγούν στον Χριστό.
Α, τι να σας πω! Αυτό το έζησα, όταν με επισκέφθηκε η Θεία Χάρις στο Άγιον Όρος. Θυμάμαι τ’ αηδόνι να ξελαρυγγιάζεται μες στα δέντρα με τα φτερά του κατά πίσω, για να έχει δύναμη. Πω, πω, πω! Να είχα ένα ποτηράκι με νερό, να του έδινα να πίνει κάθε τόσο, να ξεδιψάει… Γιατί να ξελαρυγγιάζεται τ’ αηδόνι, γιατί; Όμως κι αυτό το χαίρεται το κελάηδημά του, το αισθάνεται, γι’ αυτό ξελαρυγγιάζεται.
Μ’ ενέπνεαν πολύ τα πουλάκια στο δάσος. Να πάτε καμιά μέρα στα Καλλίσια ν’ ακούσετε τ’ αηδόνια. Πέτρινη καρδιά να έχεις, θα συγκινηθείς. Πώς να μην αισθανθείς ότι είσαι μαζί με όλα; Να εμβαθύνετε στο σκοπό τους. Ο σκοπός είναι βαλμένος απ’ τον Πλάστη τους. Η σκοπιμότητα της δημιουργίας δείχνει το μεγαλείο του Θεού και την πρόνοιά Του. Σ’ εμάς τους ανθρώπους εκφράζεται διαφορετικά η σκοπιμότητα του Θεού. Έχομε την ελευθερία, τη λογική....

Την Ευχή του να έχουμε!

Είμαι ο πατήρ Πορφύριος της λέω χαμογελώντας…


Είμαι ο πατήρ Πορφύριος της λέω χαμογελώντας…

Τὰ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο ἦταν πολὺ δύσκολα κι οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονταν γιὰ νὰ ζήσουν. Ἐγώ, ὅπως σᾶς εἶπα, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἤμουν στὴν Πολυκλινική. Πολλὰ περιστατικὰ θυμᾶμαι ἀπ᾿ τὰ χρόνια ἐκεῖνα. Ἀκοῦστε ἕνα ἀπ᾿ αὐτά.

Ἡ ῎Εφη ἦταν δεκαοκτὼ χρονῶν κι ἔμενε τὸ καλοκαίρι μὲ τοὺς γονεῖς της καὶ τὸν ἀδελφὸ της στὸ Μπογιάτι. Εἶχαν περιβόλι μὲ κηπευτικὰ καὶ τὰ πουλοῦσαν. Ἕνα βράδυ ἡ μητέρα τῆς ῎Εφης τὴν ἔστειλε σ’ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά, ν’ ἀγοράσει πετρέλαιο γιὰ τὴ λάμπα. Σημειῶστε ὅτι δὲν εἶχαν τότε ρεῦμα. Ἐπιστρέφοντας πρὸς τὸ σπίτι, ἡ ῎Ἐφη συναντάει στὸ δρόμο ἕνα ἀγόρι, συμμαθητή της. Μιλοῦσαν γιὰ τὰ μαθήματα. Τὸ σημεῖο, ὅμως, ποὺ εἶχαν σταματήσει βρισκόταν πίσω ἀπὸ ἕνα φορτηγὸ αὐτοκίνητο. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη πέρασε ὁ ἀδελφὸς τῆς Ἔφης καὶ τοὺς εἶδε νὰ κουβεντιάζουν. Τὸ παρεξήγησε, γιατὶ πίστεψε ὅτι πονηρὰ κουβεντιάζουν καὶ τὸ εἶπε στὴ μητέρα τους.

῾Η Ἔφη μᾶς ντροπιάζει, εἶπε, κουβεντιάζει στὸ δρόμο μ’ ἕνα ἀγόρι.

΄Όταν ἔφτασε στὸ σπίτι ἡ Ἔφη, ἡ μητέρα της τὴ μάλωσε πολὺ καὶ τὴν ἔδειρε. Τότε οἱ ἀρχὲς ἦταν πολὺ αὐστηρές. Ἡ Ἔφη πικράθηκε πολύ. Ἐπαναστάτησε γιὰ τὴν ἀδικία καὶ τὴν καχυποψία τοῦ ἀδελφοῦ της.

Τὴν ἄλλη μέρα γύρισε στὸ σπίτι ὁ πατέρας, ποὺ ἔλειπε. Ἐκεῖνος τῆς φέρθηκε διαφορετικά, δηλαδὴ μὲ κατανόηση καὶ καλὸ τρόπο.

-᾿Εγώ, δὲν τὰ πιστεύω αὐτά, τῆς λέει. Ἔλα, πᾶμε νὰ ποτίσουμε τὸ περιβόλι. Ἐσὺ θὰ κάθεσαι καὶ ὅπου βλέπεις πὼς ποτίζεται μιὰ βραγιὰ θά μοῦ λὲς νὰ γυρίζω τὸ νερὸ σ’ ἄλλη βραγιά.

῎Ετσι ἔγινε. Ἡ Ἔφη, ὅμως, δὲν εἶχε κοιμηθεῖ καθόλου τὴν προηγούμενη νύχτα. Ἡ στενοχώρια καὶ ἡ ἀδικία τὴν πνίγανε. Ἀπελπίστηκε κι ἀποφάσισε νὰ θέσει τέρμα στὴ ζωή της. Τὴν ὥρα, λοιπόν, ποὺ ξεκινοῦσαν μὲ τὸν πατέρα της γιὰ τὸ περιβόλι ἔκανε ἕνα σχέδιο. Νὰ πάρει ἕνα γεωργικὸ φάρμακο καὶ τὸ βραδάκι, μετὰ τὸ πότισμα, κρυφὰ νὰ τὸ πιεῖ καὶ νὰ πεθάνει. Σκεφτόταν: «Νὰ δῶ τότε, θὰ μὲ ἀγαποῦν;» Πῆρε λοιπὸν τὸ φάρμακο, τὸ ἔβαλε στὴν τσέπη της καὶ περίμενε νὰ βραδιάσει γιὰ νὰ τὸ πάρει. Δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει ἡ δύσκολη ὥρα. Ὁ πατέρας ἀμέριμνος τῆς λέει:

-Πήγαινε στὴν ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ νὰ κλείσεις τὸ νερό.

Πῆγε γρήγορα. Ἦταν ἀθέατη. Κανεὶς δὲν ὑπῆρχε γύρω της. Ὁ πατέρας ἀρκετὰ μέτρα μακριὰ κι ἐκείνη τρέχοντας ἔβαλε τὸ χέρι στὴν τσέπη. Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ἀκούει βήματα. Δὲν πρόλαβε νὰ κουνηθεῖ κι ἐμφανίζεται μπροστὰ της κάποιος ἄγνωστος ἱερέας. Τὴν χαιρετάει καὶ τῆς λέει:

-῎Εφη μου, ξέρεις πόσο ὡραῖος εἶναι ὁ Παράδεισος! Φῶς, χαρά, ἀγαλλίαση. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὅλος φῶς καὶ σκορπάει τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση σὲ ὅλους. Μᾶς περιμένει στὴν ἄλλη ζωή, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὸν παράδεισο. ῾Υπάρχει ὅμως κι ἡ κόλαση, ποὺ εἶναι ὅλο σκοτάδι, λύπη, στενοχώρια, ἀγωνία, κατάθλιψη. Ἂν πάρεις αὐτὸ ποὺ ἔχεις στὴν τσέπη σου, θὰ πᾶς στὴν κόλαση. Πέταξέ το, λοιπόν, γιὰ νὰ μὴν χάσουμε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἔφη τὰ ἔχασε στὴν ἀρχή, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο λέει στὸν ἱερέα, ἀφοῦ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, εἶχε πετάξει τὸ φάρμακο:

-Περιμένετε νὰ φωνάξω καὶ τὸν πατέρα μου νά σᾶς δεῖ.

Τρέχει μὲς στὸ περιβόλι. Χάθηκε περνώντας τὶς ψηλὲς καλαμποκιές, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν πατέρα της. Τὸν βρήκε καὶ τοῦ λέει:

-Πατέρα, ἔλα γρήγορα νὰ δεῖς ἕναν ἱερέα, ποὺ ἦλθε στὴν ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ μας.

Ὅταν, ὅμως, φτάσανε στὸ σημεῖο ποὺ ἔπρεπε νὰ περιμένει ὁ ἱερέας, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐκεῖ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἡ Ἔφη δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει ὅλα ὅσα τῆς συνέβησαν ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ἱερέα. Ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ξαναβρεῖ. Τῆς εἶχε σώσει τὴ ζωή.

᾿Εν τῷ μεταξύ, κάθε χειμώνα κατέβαιναν στὴν Ἀθήνα ὅλη ἡ οἰκογένεια. Ἡ Ἔφη πήγαινε πολλὲς φορὲς στὴ νονά της, ποὺ ἦταν πολὺ θρῆσκα, κι ἔμενε μεγάλο διάστημα κοντά της. Ἡ νονὰ της συνήθιζε νὰ δέχεται στὸ σπίτι της καὶ νὰ φιλοξενεῖ θεολόγους, ἱερεῖς, μοναχούς. Κάποια φορά, λοιπόν, ποὺ ἡ Ἔφη πῆγε στὴ νονά της, στὸ σαλόνι εἶχε μιὰ ἐπίσκεψη. Ἡ Ἔφη δὲν γνώριζε ποιὸς ἦταν. Ἡ νονὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἔρχεται στὴν κουζίνα καὶ λέει τῆς Ἔφης:

-῎Έφη, ἑτοίμασε γλυκὸ καὶ καφὲ καὶ φέρτα στὸ σαλόνι γιὰ τὸν ἐπισκέπτη.

῾Η Ἔφη τὰ ἑτοίμασε. Καθυστέρησε, ὅμως, λίγο καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὰ πήγαινε, ἡ νονὰ τὴν πρόλαβε. Τῆς λέει λοιπόν:

-῎Όχι αὐτὸ τὸ δίσκο. Βάλε τὸν ἀσημένιο, γιατί ἡ ἐπίσκεψη εἶναι ἐπίσημη.

Γύρισε ἡ Ἔφη στὴν κουζίνα, ἄλλαξε τὸ δίσκο καὶ τὸν πῆγε στὸ σαλόνι. Ἀλλὰ τὶ νὰ δεῖ! Πῆγε νὰ τῆς πέσει ὁ δίσκος ἀπ᾿ τὰ χέρια. Βλέπει μπροστὰ της τὸν ἱερέα ποὺ εἶχε ἐμφανιστεῖ ἐκεῖνο τὸ δύσκολο γι᾿ αὐτὴν βράδυ στὸ περιβόλι τους.

-Εἶμαι ὁ πατὴρ Πορφύριος, τῆς λέω χαμογελώντας.

Ἔτσι γνωριστήκαμε μὲ τὴν Ἔφη κι ἀπὸ τότε ἔχουμε μεγάλη φιλία. Ἔκανε οἰκογένεια μὲ πολλὰ παιδιά. Τὴν εὐλόγησε ὁ Θεός. Βλέπετε τί τρόπους μπορεῖ νὰ μεταχειριστεῖ ὁ Θεός, ὅταν θέλει νὰ σώσει ἕναν ἄνθρωπο;

πηγη: http://gerontesmas.com
Παναγία Ιεροσολυμίτισσα blog

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Q: How would you describe worship at an Orthodox Church?“Your legs hurt, your back aches, but your heart rejoices.” ~ Fr. Paul Truebenbach .

ΕΚΔΡΟΜΉ ΜΕ ΒΡΑΖΙΛΙΆΝΟΥΣ.



Διηγείται η ίδια η ξεναγός:

Εκδρομὴ μὲ Βραζιλιάνους

Θυᾶμαι μία μονοήμερη ἐκδρομὴ μὲ Βραζιλιάνους στὴν Κόρινθο, ὅπου ἐπισκεφτήκαμε τὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τὸ ἀρχαιολογικό μουσεῖο. Καθὼς ἐπιστρέφαμε καὶ νύχτωνε, κοντὰ στὰ Μέγαρα ὁ Ἅγιος μοῦ εἶπε: «Τώρα, πές τους πὼς θὰ κάνουμε ὅλοι μαζὶ νοερά προσευχή. Πές τους νὰ καθίσουνε ἤρεμα, νὰ σταυρώσουνε τὰ χεράκια τους καὶ γιὰ 10 λεπτὰ νὰ μὴ σκέφτονται ἀπολύτως τίποτα άλλο παρὰ τὰ λόγια τῆς προσευχῆς: “Κύριεεε…, Ἰησοῦ Χριστέ…, ἐλέησόν με».
Ἀφοῦ πέρασαν τὰ 10 λεπτὰ προσευχῆς, περίμενα πάλι νὰ ἀρχίσει ἡ φασαρία, ἀλλὰ κανεὶς δὲν μιλοῦσε. Εἴχανε κάνει ὑπακοὴ στὸν Ἅγιο καὶ εἶχε ἁπλωθεῖ σὲ ὅλο τὸ λεωφορεῖο μία ἀνείπωτη γαλήνη. Σὲ ἀπόλυτη ἡσυχία φτάσαμε στὸ ξενοδοχεῖο τους στὴν Ὁμόνοια καὶ ὅλοι κατέβηκαν ἀπὸ τὴ μπροστινὴ πόρτα, ἀφοῦ πρῶτα αὐθόρμητα ἔσκυψαν καὶ φιλήσανε τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανε αὐτοὺς τοὺς καθολικούς (καὶ ἴσως καὶ μπλεγμένους μὲ τὴ μαγεία) νά ταπεινωθοῦνε καὶ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ πάρουνε εὐλογία ἀπὸ ἕναν ἄγνωστο Ὀρθόδοξο καλογερόπαπα; Ὁ Ἅγιος ἐξέπεμπε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ, μὲ τὴ προσευχή του, “μίλησε δυνατά” στὶς ψυχὲς αὐτῶν τῶν πλανεμένων ἀνθρώπων.
Τὸ πρωΐ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας τοὺς ἀνέβασα στὴν Ἀκρόπολη καὶ τοὺς ξενάγησα στὸν Παρθενώνα, στὸ κορυφαῖο μνημεῖο ὅλου τοῦ κόσμου, διότι παρουσιάζει τέλειες ἁρμονικὲς ἀναλογίες μέχρι καὶ τὴ παραμικρή του λεπτομέρεια. Καὶ αὐτὸ διότι οἱ Ἀθηναῖοι τὰ κάνανε ὅλα μὲ μία ἀπίστευτη μεγαλοφυΐα καὶ μὲ μία πρωτοφανῆ μαθηματικὴ ἀκρίβεια!!! Ὡστόσο οἱ καθολικοὶ εἴχανε ἀλλοῦ τό μυαλό τους, συνεπαρμένοι μὲ τὸν Ἅγιο καὶ μὲ ρωτοῦσαν διαρκῶς νὰ μάθουν περισσότερα γιά τὴ ζωή του. Ἀργὰ τὸ μεσημέρι, καθώς έπιστρέφαμε στὸ ξενοδοχεῖο, στὴ γωνία Πειραιῶς καὶ Ὁμόνοια, καὶ συγκεκριμένα στὸ τελευταῖο φανάρι, τοὺς ἄκουσα νὰ φωνάζουνε, ἀρχικὰ 2-3 Βραζιλιάνοι καὶ μετὰ ὅλοι μαζί. Σηκώ- θηκαν ὄρθιοι και φώναζαν: «Ὄολγκα, Ὄολγκα… ὁ πάντρε ὁ Πορφύριο…! Ὁ πάντρε ὁ Πορφύριο!!!» Γύρισα καὶ τὸν εἶδα πολύ καθαρά. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἕνα περπάτημα κάπως τραμπαλιστό. Ἀνοίξαμε το παράθυρο τοῦ λεωφορείου γιὰ νὰ τὸν φωνάξουμε ἀλλὰ δὲν προλάβαμε. Τὸ φανάρι ἔγινε πράσινο καὶ ἀμέσως φύγαμε.
Ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἀργὰ τὴ νύχτα, ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες φορές, μου τηλεφώνησε ὁ Ἅγιος καὶ μὲ ρώτησε:
-Πῶς τὰ πῆγες σήμερα μὲ τοὺς Βραζιλιάνους;
-Πάρα πολύ καλά! Δὲν μποροῦνε νὰ σᾶς ξεχάσουνε! Τί ἔχουνε πάθει; Ὅλη μέρα γιὰ ἐσᾶς μὲ ρωτούσανε. Μάλιστα σᾶς εἴδαμε κοντὰ στὴν Ὁμόνοια καὶ καταενθουσιάστηκαν.
-Ποῦ μέ εἴδατε;
-Ἐκεῖ κοντὰ στὴν Ὁμόνοια.
– Δὲν ἤμουν ἐγώ.
-Πατερούλη μου, τί λέτε; Κάνετε κάποιο λάθος. Σᾶς εἴδαμε ὅλοι…, 45 νοματαῖοι ἤμασταν!
-Παιδί μου…, σήμερα δεν πέρασα καθόλου ἀπὸ κεῖ.
-Πῶς γίνεται αὐτό; Ἀφοῦ κι ἐγὼ σᾶς εἶδα καθαρά! Τί πάθαμε; Ὁμαδικὴ παραίσθηση;
-Δὲν ἤμουν ἐγώ… Παλαιότερα, κι ἄλλοι μοῦ εἴχανε πεῖ μὲ βεβαιότητα ὅτι μὲ εἴδανε κάπου, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἤμουν ἐκείνη τὴν ὥρα σὲ αὐτό τὸ μέρος.
Κατάλαβα ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς, διότι οἱ Βραζιλιάνοι εἴχανε πολύ μεγάλη ἐπιθυμία νὰ ξαναδοῦνε τὸν Ἅγιο πρὶν φύγουνε γιὰ τὴ χώρα τους καὶ χάρηκαν πολύ. Μακάρι καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν λαχταρούσαμε ἔτσι…

***

Συγκλονίζει καρδινάλιο

Μία άλλη φορά πῆγα στὸν Ἔβρο καὶ παρέλαβα μία θρησκευτικὴ ὁμάδα μὲ Ισπανούς τουρίστες ποὺ ἤθελαν νά ἀκολουθήσουν τὰ “βήματα” τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κατὰ τὴ δεύτερη περιοδεία του στὴν Ἑλλάδα. Περάσαμε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους, ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, τὴ Βέροια, τὴν Ἀθήνα καὶ καταλήξαμε λίγες ἡμέρες ἀργότερα στὴν Κόρινθο. Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπόμενης ἡμέρας ἐπιστρέψαμε πάλι στὴν Ἀθήνα.
Ἦταν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ ὁ καθολικὸς ἱερέας μοῦ πρότεινε να δειπνήσουμε ὅλοι μαζί στὸ ἐστιατόριο τοῦ ξενοδοχείου στὴν Ὁμόνοια. Τοῦ ἐξήγησα ὅτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ θὰ πήγαινα σὲ ἀγρυπνία στὸν Ἅγ. Γεράσιμο γιὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν Ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου καὶ μοῦ ζήτησε νὰ ἔρθει καὶ ἐκεῖνος.
Ἦταν καλοπροαίρετος καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἀκολουθία στεκότανε ὄρθιος κοντά μου. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις του ἦταν τεντωμένες, γιὰ νὰ μὴ χάσει τίποτα ἀπ’ ὅσα διαδραματίζονταν μέσα στὸν μικρὸ Ναό. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔβγαλε τὴν εἰκόνα τοῦ Νυμφίου καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτάδες ψάλανε ὅλοι μαζὶ τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς καὶ μακάριος ὁ δοῦλος ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα…» ὁ καρδινάλιος συγκλονίστηκε ὁλόκληρος καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει. Στὸ τέλος, ἀργὰ τὴ νύχτα, καθὼς ἔφευγε τὸ ἐκκλησίασμα, ἐμφανῶς “ἀλλοιωμένος”, μοῦ ψέλισε:
-Πῶ, πῶ…, τί συγκλονιστικὸ ἦταν αὐτό; Ωωω, τί ἔπαθα!!! Σὲ παρακαλῶ…, μπορῶ νὰ χαιρετήσω αὐτὸν τὸν ἱερέα;
Πῆγα στὸν Ἅγιο καὶ τοῦ εἶπα:
-Πατερούλη μου, ἕνας καθολικὸς ἱερέας ἐκεῖ ἔξω θέλει νὰ σου μιλήσει.
-Βεβαίως, τὸν θέλω κι ἐγώ…, ἔρχομαι!
Καὶ βλέπω τὸν Ἅγιο νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ Ἱερό, νὰ ἀνοίγει τὰ χέρια του καὶ νά… ἀγκαλιάζονται. Τὸν ἀγκάλιασε, ἐνῶ τὸν ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά! Ἀπὸ διάκριση, ἀποτραβήχτηκα λίγο πιὸ πέρα καὶ τοὺς ἄφησα μόνους. Περίμενα νὰ ζητήσουνε τὴ βοήθειά μου, γιὰ νὰ κάνω τὸν διερμηνέα. Ὅμως, παραδόξως, τοὺς ἔβλεπα νὰ συνομιλοῦνε καὶ νὰ κουνᾶνε τὰ χέρια τους χαρούμενοι! Δὲν πλησίασα. Ἡ περιέργεια δὲν εἶναι καλή. Ὁ καρδινάλιος δὲν γνώριζε καθόλου τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ὁ Ἅγιος δὲν γνώριζε καθόλου ισπανικά. Ἀποροῦσα πῶς συνομιλούσανε μὲ τόση ἄνεση. Προφανῶς ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἔκανε τὴ μετάφραση.
Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα, πῆρα τὸν καθολικὸ ἱερέα καὶ τὸν συνόδευσα ἕως τὸ ξενοδοχεῖο του. Ἦταν ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Εἶχε μεταμορφωθεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ ἔζησε, πού εἶδε καὶ, κυρίως, μὲ αὐτὰ πού ἔνιωσε ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Δὲν μιλοῦσε καθόλου. Καὶ ἐγὼ σεβάστηκα τὰ αἰσθήματά του καὶ, ὅση ὥρα περπατούσαμε, δὲν τὸν ἐνόχλησα καθόλου. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Ἅγιος βοηθοῦσε τοὺς καθολικούς, γιὰ νὰ νιώσουν τὴ μοναδικὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας.
Μία ημέρα, ἕνας καθολικὸς ἱερέας μέσα στὸ λεωφορείο πῆρε τὸ μικρόφωνο καὶ εἶπε:
Ἐκ μέρους τῆς Δυτικῆς ἐκκλησίας, ζητῶ συγγνώμη που ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὴ μητέρα τῶν ἐκκλησιῶν, τὴν Ὀρθοδοξία! Ἡ δική μας θεία Λειτουργία δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθόδοξης θείας Λειτουργίας!

Ὄχι φανατισμούς

Ωστόσο εἶχα καὶ δύσκολες περιπτώσεις. Μερικοί τουρίστες, ὑπερασπιζόμενοι τὴ θρησκεία τους, μοῦ “ἐπιτίθονταν” λεκτικὰ καὶ, κάποτε, στεναχωρήθηκα καὶ ρώτησα τὸν Ἅγιο:
-Πατερούλη, αὐτοὶ ἔχουν ἄγνοια. Μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς μιλῶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία;
Ναί, ἰδιαίτερα ὅταν σὲ ρωτᾶνε, ἀλλὰ θὰ τὸ κάνεις, πρόσεξε καλά…, μὲ πολλὴ διάκριση καὶ λεπτότητα. Δὲν θὰ φανατιστεῖς, οὔτε καὶ θὰ τοὺς ἐπιτεθεῖς φραστικά. Μὴ θελήσεις νὰ δείξεις ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀνώτερη! Ἐὰν ἐρεθίσεις τὴ σκέψη τους, δημιουργοῦνται ἀντιπάθειες καὶ δὲν βοηθιοῦνται. Θέλει προσοχή…
Κατάλαβα πως ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀλλόθρησκοι ἔπρεπε κυρίως να νιώσουνε τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέσα στην ψυχή τους καὶ ὄχι νὰ τοὺς τὴν ἐπιβάλω εγώ. Μόνο τότε θὰ τὴν ἀποδέχονταν!
Διάβαζα συνέχεια τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ μποροῦσα νὰ ἀπαντήσω σὲ ὅλα ὅσα μοῦ λέγανε, ἀλλὰ φρόντιζα νὰ μὴν τοὺς προσβάλω, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχα γκρούπ ποὺ ἦταν ὅλοι ἀνώτατοι ρωμαιοκαθολικοί, ἐπίσκοποι, καρδινάλιοι… κτλ.
Ὁ Ἅγιος μοῦ δίδαξε ὅτι, μὲ τὸν ἐξαγιασμὸ τῆς ψυχῆς μας καὶ ὄχι μὲ τὴ μόρφωση, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ βοηθήσει ὅλον τὸν κόσμο γιὰ νὰ σωθεῖ. Οἱ αἱρέσεις καταπολεμοῦνται, ὅταν ἐμεῖς ἁγιασθοῦμεἊν ἀποκτήσουμε ἀληθινή, θυσιαστικὴ ἀγάπη, δηλαδὴ ἄν γίνουμε ἅγιοι… τότε χιλιάδες ἄνθρωποι θὰ σωθοῦνε κοντά μας!
Μαρτυρία Όλγας Βενιζέλου, ξεναγός, Αθήνα
Ο Πάνσοφος Όσιος Πορφύριος. μαρτυρίες Τόμος Α’., σελ 234 – 251, Ἁγιοπαυλίτικο Ἱερό Κελλί Ἁγίων Θεοδώρων, Ἅγιον Ὄρος 2022


Ό Άγιος Πορφύριος σέ νεαρή ηλικία.

ΔΥΣΆΡΕΣΤΗ ΕΊΔΗΣΗ.


" ME BAΘY ΣEBAΣMO KAI KATANYΞH ANAKOINΩNOYME THN EIΣ KYPION EKΔHMIA TOY OΣIOΛOΓIΩTATOY MONAXOY IOYΣTOY, O OΠOIOΣ ANEΠAYΘH EN KYPIΩ.
H EΞOΔIOΣ AKOΛOYΘIA ΘA TEΛEΣTEI THN TPITH 2 ΔEKEMBPIOY 2025 KAI ΩPA 14:00 ΣTON I.N.AΓ.ΠAPAΣKEYHΣ KAΛΛIΠOΛEΩΣ ΠEIPAIΩΣ. 
AIΩNIA H MNHMH AYTOY KAI EIH H OΔOΣ TOY ΦΩTEINH "
- Η ανακοίνωση για την εκδημία του  πολυγραφότατου λόγιου Μοναχού Ιούστου Μπρούσαλη, που είχε γεννηθεί την 15-11-1929 και εφησύχαζε στο Κάθισμα Αγίου Νικολάου που βρίσκεται στον περίβολο της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου.

Η ψυχή.Αγιος Πορφύριος.



« Η ψυχή είναι ένας κήπος χωρισμένος σε δύο μέρη. Στον μισό φυτρώνουν αγκάθια, στον άλλο μισό λουλούδια· και έχουμε μια δεξαμενή νερού (τις δυνάμεις της ψυχής) με δύο βρύσες και δύο αυλάκια. Η μία κατευθύνει το νερό στα αγκάθια και η άλλη στα λουλούδια. Κάθε φορά μόνο μια βρύση μπορώ ν’ ανοίξω. Αφήνω απότιστα τα αγκάθια και μαραίνονται, ποτίζω τα λουλούδια και ανθίζουν».
Άγιος Πορφύριος 
(Εορτάζει αύριο 2 Δεκεμβρίου)

Από το Βιβλίο Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου. Ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Η Αγιότητα τον 21ο αιώνα.



«Ἡ ψυχή αγιάζεται και καθαίρεται με τη μελέτη των λόγων των Πατέρων, με την αποστήθιση ψαλμών, αγιογραφικών χωρίων, με την ψαλτική, με την ευχή. Όλα τα άγια βιβλία της Εκκλησίας μας περιέχουν λόγια άγια, ερωτικά προς τον Χριστό μας. Να τα διαβάζεις με χαρά, αγάπη και αγαλλίαση. Όταν δοθείς σ᾿ αυτήν την προσπάθεια με λαχτάρα, ἡ ψυχή σου θα αγιάζεται με τρόπο απαλό, μυστικό, χωρίς να το καταλαβαίνεις».
Από το Βιβλίο Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτου. Ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Η Αγιότητα τον 21ο αιώνα
Εκδοτική παραγωγή : www.eptalofos.gr

ΤΊ ΣΥΜΒΟΛΊΖΕΙ ΤΌ ΩΜΟΦΌΡΙΟ.


Το ωμοφόριο θυμίζει την εικόνα του Καλού Ποιμένα (Χριστού) που σηκώνει στους ώμους Του το χαμένο πρόβατο.Έτσι, δηλώνει ότι ο επίσκοπος οφείλει να μιμηθεί τον Χριστό, να σηκώνει το βάρος του ποιμνίου και να εργάζεται για τη σωτηρία κάθε πιστού.

Φανερώνει ότι ο επίσκοπος έχει την ευθύνη να καθοδηγεί, να προστατεύει και να διδάσκει το ποίμνιο. Είναι το σύμβολο της πνευματικής πατρότητας και αρχηγίας του.

Το ωμοφόριο φοριέται στην αρχή της Λειτουργίας και συνδέεται με την επισκοπική χάρη που δίνεται κατά τη χειροτονία.

Κάθε ωμοφόριο αφηγείται μια ιστορία πίστης και παράδοσης. 




ΆΓΙΟΙ ΤΟΎ ΘΕΟΎ. ΤΉΝ ΕΥΧΉ ΣΑΣ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Άλλη Νόικα - Μαρτυρίες του Μοναχού Ραφαήλ Νόικα συνοδευόμενα από μερικά χρήσιμα λόγια από τον Πατέρα Συμεών»


📌 Ερώτηση: Αγαπητέ πάτερ Ραφαήλ, ξέρω ότι θα σωθούμε ως έθνος. Πώς βλέπετε εσείς, ένας Ορθόδοξος Ρουμάνος που ζει σε μοναστήρι στην Αγγλία, τη σωτηρία ως έθνος;

📌Απάντηση: Δεν ξέρω ότι θα σωθούμε ως έθνος. Όταν το λέω αυτό, δεν σημαίνει ότι περιφρονώ την καταγωγή μας ή οποιοδήποτε στοιχείο της πραγματικότητας της εθνικής μας ζωής, αλλά δεν μπορούμε να συνδεθούμε πλήρως με τα περαστικά στοιχεία, επειδή, σε κάποιο σημείο, μας χωρίζουν κι αυτά. Αν σωθούμε ως έθνος; Τι σημαίνει να σωθούμε ως έθνος; Ο Θεός είναι Πρόσωπο και μιλάει ως Πρόσωπο. Εσύ, ψυχή, που μου έκανες αυτή την ερώτηση, είσαι αυτή που σώζεις τον εαυτό σου. Ίσως είσαι Τάταρος, δεν ξέρω. Νομίζω ότι είσαι Ρουμάνος, όπως ρώτησες, αλλά, όποιος κι αν είσαι, είσαι αυτή που σώζεις τον εαυτό σου.

Πρέπει, ωστόσο, να ξεπεράσουμε αυτά που μας περιορίζουν και αυτά που μας χωρίζουν. Το έθνος μας ονομάζεται Χριστός. Ή, αν θέλετε, το έθνος μας ονομάζεται Ισραήλ, δηλαδή λαός του Θεού. Είμαστε το νέο Ισραήλ, Ισραήλ εν πνεύματι. Γιατί, πάλι, επιστρέφουμε στο θέμα του Πνεύματος και της αλήθειας. Η πατρίδα μας δεν είναι η Ρωσία ή η Ρουμανία ή η Αγγλία, είναι η άνω Ιερουσαλήμ. η πατρίδα μας είναι αυτή που έρχεται, όχι αυτή όπου γεννηθήκαμε. Γεννηθήκαμε σε μια «φωλιά», σαν πουλιά, και ζούμε σε αυτήν μέχρι να μεγαλώσουν τα φτερά μας, μέχρι να πετάξουμε κι εμείς, για να κάνουμε την αιώνια πτήση μας. Και πάλι, λέω, δεν περιφρονούμε το έθνος. Για μένα, ειδικά, το να γεννηθώ Ρουμάνος σήμαινε πάνω απ' όλα να λάβω το Ορθόδοξο Βάπτισμα και γι' αυτό ήμουν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ευγνώμων στον Θεό.

Αλλά παρατηρώ μερικά ενδιαφέροντα φαινόμενα. Νιώθω πιο κοντά σας παρά σε όλα τα έθνη ανάμεσα στα οποία έχω ζήσει με μεγάλη αγάπη και πνευματικό εμπλουτισμό, στις περιπλανήσεις μου. Αλλά βρίσκομαι πιο κοντά σας, κατά κάποιο τρόπο, και ακόμη και αυτά που αποκαλώ αυτά τα «κόκαλά» μου, που τείνουν να με βαραίνουν και να με πληγώνουν, παρηγορήθηκαν περισσότερο όταν αρχίσαμε να πετάμε πάνω από τα ρουμανικά εδάφη και αυτή τη γη.

Ας επιστρέψουμε όμως στο ερώτημα. Όπου μας τοποθετεί ο Κύριος, για λόγους που Του είναι γνωστοί, εκεί λαμβάνει χώρα η σωτηρία μας. Και η σωτηρία είναι — επιστρέφω στην προηγούμενη λέξη, την οποία θα αναγνωρίσετε — το γίγνεσθαι μας εν τη γενέσει. Βρισκόμαστε για λίγο καιρό εδώ στη γη, όπως ακριβώς ήμασταν για λίγο καιρό στην κοιλιά της μητέρας μας. Πεθαίναμε για τη ζωή στην κοιλιά της μητέρας μας για να γεννηθούμε σε αυτή τη ζωή, η οποία είναι ύπαρξη· δεν είναι ακόμα ύπαρξη.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Άλλη Νόικα - Μαρτυρίες του Μοναχού Ραφαήλ Νόικα συνοδευόμενα από μερικά χρήσιμα λόγια από τον Πατέρα Συμεών»


«Ο άνθρωπος που ελεεί τον αδελφό του, τον πλησίον του, τον γείτονά του ή τον ξένο και άγνωστό του αποκαλύπτει την ιδιότητά του ως γιου του ουράνιου Πατέρα».Nicolae Steinhardt (Δίνοντας και θα λάβεις. Περί ελέους)

Μητροπολίτης Benjamin (Fedchenkov) .Από εκείνον τον κόσμο . 10

 


Ο Χαμένος Κανόνας

Το ημερολόγιο του τελευταίου αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, του Πατέρα Ιωάννη της Κρονστάνδης, γνωστού για τα θαύματά του και τη ζωή του πατέρα του, , δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί ολόκληρο. Ένας από τους πιο στενούς μαθητές του, μετά τον θάνατο του Πατέρα Ιωάννη, έδειξε τα χειρόγραφά του στον Επίσκοπο Φ., και αυτός μοιράστηκε μερικά από αυτά μαζί μου.

Ο πατήρ Ιωάννης συνήθως ξυπνούσε πολύ νωρίς, περίπου στις τρεις το πρωί, για να προετοιμαστεί όπως χρειαζόταν για τη θεία λειτουργία και ιδιαίτερα για να διαβάσει τους προβλεπόμενους κανόνες για τη Θεία Κοινωνία: τελούσε τη Θεία Λειτουργία κάθε μέρα.

«Μια μέρα», σημείωσε στο ημερολόγιό του, «ήθελα να διαβάσω τους κανόνες. Έψαχνα για το βιβλίο του κανόνα , το οποίο συνήθως βρισκόταν σε ένα συγκεκριμένο μέρος, και δεν μπορούσα να το βρω. Έψαξα για πολλή ώρα και ξαφνικά συνήλθα: Εγώ... ξέχασα τον Θεό για λίγο».

Ο πατέρας, όπως κάθε άνθρωπος της βαθιάς προσευχής, είχε «αδιάκοπη μνήμη του Θεού».

«Και είπα, στρεφόμενος προς τις εικόνες: Κύριε Θεέ και Δημιουργέ μου! Συγχώρεσέ με, τον αμαρτωλό, που, ενώ αναζητούσα τη δημιουργία, ξέχασα Εσένα, τον Δημιουργό του κόσμου!»

«Την ίδια στιγμή που επικαλέστηκα το όνομα του Δημιουργού, θυμήθηκα πού είχα βάλει το βιβλίο που έλειπε.»

«Ξεκίνησε χωρίς προσευχή»

Προσωπικά παρατήρησα μια περίπτωση παρόμοια με αυτήν που μόλις περιγράφηκε στο Ερημητήριο της Όπτινα, το οποίο επισκέφτηκα για δεύτερη φορά το 1913.

Τοποθετήθηκα στη σκήτη με έναν ιερομόναχο, φοιτητή της Θεολογικής Ακαδημίας του Καζάν, τον πατέρα Α.

Μια φορά, καθώς φεύγαμε για τη Λειτουργία, ξεχάσαμε να πάρουμε το κλειδί της πόρτας και χτυπήσαμε την πόρτα πίσω μας. Κλείδωσε μηχανικά και για να την ανοίξουμε, χρειαστήκαμε ένα ειδικό κλειδί με βίδα για να τραβήξουμε το μάνταλο. Τι μπορούσαμε να κάνουμε; Δεν μπορούσαμε να σπάσουμε το τζάμι στο παράθυρο, έτσι δεν είναι;

«Θα ρωτήσουμε τον πατέρα του καταστήματος μεταχειρισμένων ειδών», λέω, «αν έχει κάποιο άλλο κατάλληλο κλειδί;»

Μετά τη Λειτουργία, είπαμε στον οικονόμο, τον πατέρα Μακάριο, για την παράλειψή μας. Ήταν ένας σιωπηλός και μάλιστα λίγο αυστηρός άνθρωπος, αλλά ακόμη και σε ένα μοναστήρι, δεν μπορείς να επιλέξεις έναν ευγενικό και ευγενικό άνθρωπο ως οικονόμο. Θα σπαταλούσε υπερβολικά τον πλούτο του μοναστηριού.

Χωρίς να πει λέξη, πήρε ένα σωρό κλειδιά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι μας. Αλλά αποδείχθηκε ότι το κλειδί που είχε βρει ήταν μικρότερο από το λαιμό της κλειδαριάς μας. Έτσι, μάζεψε ένα λεπτό κλαδάκι από το πάτωμα, έσπασε ένα κομμάτι, το έβαλε στο λαιμό του κλειδιού και άρχισε να το στριφογυρίζει... Αλλά όσο κι αν προσπαθήσαμε, ήταν μάταιο. Το κλειδί γύριζε αβοήθητο, ανίκανο να τραβήξει την κλειδαριά.

«Πάτερ!» του λέω, «προφανώς έχεις βάλει πολύ λεπτό κλαδάκι! Χρησιμοποίησε ένα πιο χοντρό, έτσι θα είναι πιο σφιχτό!»

Σταμάτησε για μια στιγμή και μετά απάντησε:

- Όχι, δεν είναι εξαιτίας αυτού. Είναι επειδή ξεκίνησα χωρίς προσευχή.

Και μετά έκανε τον σταυρό του με θέρμη, λέγοντας την Προσευχή του Ιησού.

– Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό!

Άρχισα να το γυρίζω ξανά με το ίδιο κλαδάκι και η κλειδαριά άνοιξε αμέσως.

Από τότε, έχω επαληθεύσει, τόσο από τη δική μου εμπειρία όσο και από την εμπειρία άλλων, ότι η χρήση του ονόματος του Θεού κάνει θαύματα ακόμη και σε μικρά πράγματα. Και όχι μόνο το έχω χρησιμοποιήσει ο ίδιος, αλλά διδάσκω και άλλους να κάνουν το ίδιο όποτε είναι δυνατόν. Ορίστε ένα άλλο παράδειγμα.

Ήμουν σε ένα συνέδριο χριστιανικών νέων στη Γερμανία. Άρχισαν να ιδρύουν μια εκκλησία.

Ένας νεαρός άνδρας ονόματι A.A.U.—με το παρατσούκλι «Σούσου» (συντομογραφία Σούρα-Σούροβιτς, που σημαίνει Αλέξανδρος Αλεξάντροβιτς)—κρεμούσε εικόνες στον τοίχο. Το κτίριο ήταν από πέτρα. Είχε χτυπήσει ένα καρφί με ένα σφυρί και αυτό λύγιζε: είχε χτυπήσει πέτρα. Είδα την αποτυχία του και είπα:

- Σου-σου! Και θα πρέπει να κάνεις τον σταυρό σου και να πεις: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» - τότε τα πράγματα θα πάνε καλά για σένα.

Πίστεψε. Παραιτήθηκε. Άλλωστε, δεν ήταν και τόσο εύκολο για έναν νεαρό άνδρα. Έκανε τον σταυρό του, ανέφερε το όνομα του Θεού, μετακίνησε το καρφί σε διαφορετικό σημείο, το χτύπησε με ένα σφυρί και χτύπησε την αυλάκωση... Και μετά όλη η δουλειά κύλησε ομαλά.

Πρόσφατα διηγήθηκα αυτή την ιστορία σε μια ομάδα φίλων. Λίγες μέρες αργότερα, μια γυναίκα, μια χήρα ονόματι Κ., η οποία είχε χάσει πρόσφατα τον σύζυγό της —έναν πολύπαθο, βαθιά χριστιανό άνδρα— μου είπε:

«Μετά την ιστορία σου, γύρισα σπίτι και πήγα για ύπνο. Είχα αϋπνία για πολύ καιρό. Τα νεύρα μου ήταν προφανώς τεντωμένα. Και ξαφνικά θυμήθηκα: μου είπες να θυμάμαι το όνομα του Θεού ακόμα και σε μικρά πράγματα. Και είπα στον εαυτό μου: "Κύριε! Δώσε μου ύπνο!" Και ούτε καν θυμάμαι: φαίνεται ότι αποκοιμήθηκα εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Και υποφέρω από αϋπνία εδώ και πολύ καιρό.»

Πειρασμός

Και τώρα θα σας πω, ας πούμε, την «αντίστροφη» περίπτωση: πόσο επικίνδυνο είναι να ζεις και μάλιστα να μιλάς χωρίς το όνομα του Θεού.

Στην αρχή της μοναστικής μου ζωής, ήμουν προσωπικός γραμματέας του Αρχιεπισκόπου Σ. , ο οποίος ήταν μέλος της Συνόδου εκείνη τη χρονιά και επομένως ζούσε στην Πετρούπολη. Επιπλέον, ήμουν και ο «τακτικός» ιερομόναχος στο μετόχι όπου ζούσε ο αρχιεπίσκοπος. Τέλος, ήμουν υπεύθυνος για το κήρυγμα. Χάρη σε αυτό το κήρυγμα, άρχισα να φαίνομαι, κατά μία έννοια, «γνώστης» και απλές ψυχές μερικές φορές με πλησίαζαν με ερωτήσεις.

Μια μέρα μετά τη λειτουργία, μια απλή γυναίκα, ψηλή, αρκετά παχουλή, ξανθιά, με ήρεμο πρόσωπο και τρόπους, έρχεται προς το μέρος μου και, αφού πήρε μια ευλογία, λέει αργά:

– Πατέρα! Τι να κάνω; Τι πειρασμός με έρχεται: όλα «πέφτουν» πάνω μου ;

«Πώς κι έτσι;» ρωτάω.

– Λοιπόν, για παράδειγμα, στέκομαι στην εκκλησία και ξαφνικά ένας κουβάς με αγγούρια πέφτει από το ταβάνι κοντά μου. Τα αρπάζω – δεν υπάρχει τίποτα εκεί... Και γύρισα αμήχανα όταν έτρεξα για τα αγγούρια, αλλά τραυμάτισα το πόδι μου, πρέπει να είχα διαστρέμματα σε έναν τένοντα. Τώρα πονάει. Και μετά ο διάκονος, ξέρετε, φεύγει από την Αγία Τράπεζα μέσα από τις πύλες· αλλά νιώθω σαν κάποιος να τον πέταξε πάνω από το εικονοστάσι. Είναι τρομακτικό: είναι ξαπλωμένος εκεί. Στο σπίτι, υπάρχουν κάτι γάτες που τρέχουν κατά μήκος της οροφής, με τα κεφάλια σκυμμένα. Και όλα αυτά τα πράγματα.

Και τα είπε όλα αυτά ήρεμα — καμία νευρασθένεια, διέγερση ή οτιδήποτε ασυνήθιστο δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί κανείς σε αυτή την υγιή γυναίκα από την Τούλα. Ο σύζυγός της, επίσης ψηλός και παχουλός, ξανθός, με ήρεμο, χαμογελαστό πρόσωπο, εργαζόταν ως πυροσβέστης στο Ναυπηγείο της Βαλτικής. Αργότερα τον γνώρισα κι αυτόν: κι αυτός ήταν σε άριστη υγεία. Ζούσαν μαζί σε απόλυτη αρμονία (ειρηνικά, φιλικά).

Σαφώς, οι λόγοι εδώ ήταν πνευματικοί, υπερφυσικοί. Άπειρος, δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα· πόσο μάλλον να κάνω οτιδήποτε· δεν ήξερα καν τι να της πω. Έτσι, για να παρατείνω τη συζήτηση, ρώτησα:

- Πώς ξεκίνησε αυτό για εσάς;

– Λοιπόν, να πώς είναι τα πράγματα. Κάθομαι εδώ στο διαμέρισμά μου – και οι πυροσβέστες έχουν κρατική στέγαση, θέρμανση, φωτισμό· και ο μισθός είναι καλός: ο σύζυγός μου κι εγώ έχουμε αρκετά. Δεν έχουμε παιδιά και ποτέ δεν αποκτήσαμε: Ο Θεός δεν τα παρείχε – είναι το άγιο θέλημά Του. Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο, κάνω τη δουλειά μου, και λέω στον εαυτό μου: «Πόσο ωραία είναι η ζωή: έχω τα πάντα, και ο σύζυγός μου κι εγώ τα πάμε καλά». Και τότε, από την εικόνα – και η κόκκινη γωνία ήταν μπροστά μου – ο Ιωάννης ο Βαπτιστής εμφανίζεται ξαφνικά, σαν ζωντανός, και μου λέει: «Λοιπόν, αν τα πας καλά, τότε πρέπει να το ξεπληρώσεις με κάποιο τρόπο, να κάνεις κάποια θυσία!» Πριν καν προλάβω να συνέλθω από τον φόβο, λέει ξανά: «Λοιπόν, σφάξε τον εαυτό σου ως θυσία!» Και εξαφανίστηκε.

Και τέτοιος φόβος με έπεσε, Πατέρα, τέτοιο μαρτύριο με κυρίευσε, τέτοιο βασανιστικό μαρτύριο που δεν μπορούσα πια να δω το φως της ημέρας. Η καρδιά μου ήταν τόσο σφιγμένη που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Θα ήταν καλύτερα να πεθάνω. Και, σαν να έχασα τις αισθήσεις μου, έτρεξα στην κουζίνα, άρπαξα ένα μαχαίρι και ήθελα να μαχαιρώσω τον εαυτό μου στο στήθος με αυτό: το μαρτύριο στην καρδιά μου ήταν τόσο μεγάλο. Ο θάνατος μου φαινόταν πιο εύκολος... Λοιπόν, πάλι, δεν ξέρω πώς συνέβη: αλλά κάποιος σίγουρα έριξε το μαχαίρι από τα χέρια μου - έπεσε στο έδαφος. Και ήρθα στα συγκαλά μου. Από εκείνη τη στιγμή, άρχισα να φαντάζομαι κάθε είδους πράγματα. Τώρα φοβάμαι ακόμη και αυτό το εικονίδιο.

Άκουσα και έμεινα έκπληκτος: για πρώτη φορά στη ζωή μου έπρεπε να μάθω κάτι τέτοιο από έναν ζωντανό άνθρωπο και όχι από μια ιστορία ζωής.

«Λοιπόν, τι μπορώ να κάνω για εσάς; Δεν είμαι θαυματουργός. Απλώς έλα στη λειτουργία απόψε, εξομολογήσου και κοινωνήσε αύριο. Μετά τη Λειτουργία, θα πάμε στο διαμέρισμά σου και θα τελέσουμε μια λειτουργία με ευλογία των υδάτων. Και μετά, ό,τι δώσει ο Θεός, θα το κάνουμε. Και αν φοβάσαι την εικόνα, φέρε την σε μένα.»

Άκουσε ήσυχα και υπάκουα και έφυγε. Εκείνο το βράδυ, έφερε μια εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Τη θυμάμαι σαν να ήταν χθες: περίπου 20 x 25 εκατοστά σε μέγεθος· ένα χάρτινο ελαόγραφο, σε ένα στενό καφέ πλαίσιο. Την πήρα και την τοποθέτησα στην μπροστινή μου γωνία.

Μετά τη λειτουργία, μου εξομολογήθηκε. Σπάνια οι άνθρωποι στον κόσμο έχουν τέτοια αγνότητα: δεν είχε διαπράξει καμία αμαρτία, κι όμως μετανόησε ειλικρινά για κάποια μικρά πράγματα με μετάνοια, για άλλη μια φορά, ειρηνικά... Συνολικά, ήταν υγιής όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Κοινωνήθηκε την επόμενη μέρα και μετά πήγαμε στο διαμέρισμά της. Είχα φέρει όλα όσα χρειαζόμουν: τον σταυρό, το Ευαγγέλιο, το ασπεργίλλιο, το προσευχητάρι, τα κεριά, το θυμιατήρι και το θυμίαμα - αλλά είχα ξεχάσει το πετραχήλι, χωρίς το οποίο δεν μπορούμε να τελέσουμε λειτουργίες. Στα μισά του δρόμου, θυμήθηκα. Τι να κάνω; «Λοιπόν», σκέφτηκα, «δεν μπορώ να γυρίσω πίσω».

«Ας προχωρήσουμε: όταν γυρίσεις σπίτι, δώσε μου μια καθαρή πετσέτα—θα την ευλογήσω και θα τη χρησιμοποιήσω ως πετραχήλι. Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό νόμο, επιτρέπεται να το κάνουμε αυτό σε περιόδους ανάγκης. Απλώς μην την χρησιμοποιήσεις για τίποτα στο σπίτι μετά. Είτε δώρισέ την στην εκκλησία, είτε, ακόμα καλύτερα, κρεμάσε την στην μπροστινή γωνία πάνω από την εικόνα: θα είναι ευλογία για σένα.»

Αυτό έκαναν όταν έφτασαν.

Το διαμέρισμα ήταν ένα εντελώς συνηθισμένο δωμάτιο, ασβεστωμένο και πεντακάθαρο. Όλα ήταν τακτοποιημένα. Στη γωνία υπήρχε μια εικόνα με ένα καντήλι. Ο σύζυγός μου ήταν στην εκκλησία. Τελέσαμε μια λειτουργία και ραντίσαμε τα πάντα με αγιασμό. Αμέσως κρέμασε μια πετσέτα πάνω από τις εικόνες. Με κέρασε τσάι. Και μετά έφυγα.

Δύο ή τρεις μέρες αργότερα την είδα στην αυλή της εκκλησίας και την ρώτησα:

- Λοιπόν, πώς είσαι;

«Δόξα τω Θεώ!», λέει, «όλα τελείωσαν».

«Λοιπόν, δόξα τω Θεώ!» απάντησα· και ούτε καν σκέφτηκα το θαύμα που είχε συμβεί.

Και σύντομα τα ξέχασα όλα εντελώς. Και για κάποιο λόγο δεν ήθελα καν να πω σε κανέναν για όλα όσα είχαν συμβεί. Μόνο στον πνευματικό μου πατέρα τα αποκάλυψα όλα· και μόνο για να τον ρωτήσω: «Γιατί της συνέβησαν όλα αυτά;»

Όταν τα άκουσε όλα, μου είπε χωρίς δισταγμό:

«Αυτό συμβαίνει επειδή καυχιόταν. Δεν πρέπει ποτέ να το κάνει κανείς αυτό, ειδικά φωναχτά. Οι δαίμονες δεν αντέχουν όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος: είναι κακόβουλοι και ζηλόφθονοι. Αλλά αν κάποιος σιωπήσει, τότε, όπως λέει ο Άγιος Μακάριος της Αιγύπτου , αν και μαντεύει πολλά, δεν τα ξέρει όλα. Αν κάποιος μιλήσει φωναχτά, τότε μόλις μάθει, ενοχλείται και μετά προσπαθεί να κάνει κάτι για να τον βλάψει: δεν μπορεί να αντέξει την ανθρώπινη ευδαιμονία».

- Λοιπόν, τι γίνεται αν είναι όντως καλό;

«Και τότε είναι καλύτερο να «προστατεύετε τον εαυτό σας με σιωπή», όπως είπε ο Άγιος Σεραφείμ. Αλλά αν κάποιος θέλει να μιλήσει ή να ευχαριστήσει τον Θεό, τότε πρέπει να το προστατεύσει με το όνομα του Θεού : να πει «Δόξα τω Θεώ» ή κάτι άλλο. Αλλά εκείνη είπε «πόσο καλά ζει», καυχήθηκε· αλλά δεν πρόσθεσε καν το όνομα του Θεού: οι δαίμονες βρήκαν πρόσβαση σε αυτήν, με την άδεια του Θεού. Έτσι ο Άγιος Μακάριος λέει: «Αν παρατηρήσετε κάτι καλό, μην το αποδώσετε στον εαυτό σας, αλλά αποδώστε το στον Θεό και ευχαριστήστε Τον γι' αυτό»» 

Μετά από αυτό το περιστατικό, πολλά για τη γλώσσα μας έγιναν σαφή σε μένα. Για παράδειγμα, σε καθημερινές συζητήσεις, άνθρωποι όλων των χωρών και θρησκειών, και ιδιαίτερα οι Χριστιανοί, χρησιμοποιούν πολύ συχνά το όνομα του Θεού, σχεδόν χωρίς καν να το συνειδητοποιούν: «Ο Θεός φυλάξοι!» - «Για όνομα του Θεού!» - «Ο Θεός μαζί σου!» «Ω, Κύριε!» «Τι είναι αυτό, Θεέ μου;!» «Ω, Θεέ μου!» και ούτω καθεξής. Και το όνομα του Θεού που χρησιμοποιείται πιο συχνά είναι όταν λέμε αντίο: «Ο Θεός να σε ευλογεί!»

Γιατί όλα αυτά; Επειδή οι άνθρωποι, μέσω της εμπειρίας, των αιώνων και της συλλογικής παρατήρησης, έχουν παρατηρήσει το όφελος της απλής χρήσης του ονόματος του Θεού, ακόμη και χωρίς κάποια συγκεκριμένη πίστη ή προσευχή εκείνη την εποχή. Αυτό σημαίνει ότι το όνομα του Θεού είναι αποτελεσματικό από μόνο του. Αλλά ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η στάση απέναντι στον έπαινο του Ρώσου, «απλού», αλλά ουσιαστικά σοφού, ανθρώπου μας. Όταν τον ρωτάς, «Λοιπόν, πώς είσαι;» σχεδόν ποτέ δεν καυχιέται, ποτέ δεν λέει «καλό» ή «εξαιρετικό». Αντίθετα, θα απαντήσει με αυτοσυγκράτηση, κάτι σαν, «Ω, τίποτα, δόξα τω Θεώ». Και σίγουρα πρέπει να προσθέσουμε αυτή τη λέξη - «Θεέ μου!»

Και άλλοι, ακόμη πιο λογικά, θα πουν, αν όλα είναι καλά: « Ο Θεός είναι ελεήμων ! Και εσείς πώς είστε;» «Είθε ο Χριστός να μας σώσει», εξακολουθούν να λένε. Ή: «Ο Θεός είναι υπομονετικός με τις αμαρτίες». Ή, πολύ απλά και συνήθως: «Σιγά σιγά, δόξα τω Θεώ».

Και παντού ακούς προσοχή, ταπεινότητα και την αδιάκοπη προστασία του ονόματος του Θεού.

Ένα κάρο έχει κολλήσει σε μια λασπωμένη χαράδρα. Το αλογάκι παλεύει. Κάποιος τρελός χτυπάει την καημένη και την καταριέται με απεγνωσμένα λόγια. Αλλά ένας συνετός χωρικός την αφήνει να ξεκουραστεί, την ενθαρρύνει, τη χαϊδεύει. Έπειτα στηρίζει το κάρο με τον ώμο του -τον ώμο ενός χωρικού- κουνάει το μαστίγιό του για ευπρέπεια και φωνάζει: «Ε, λοιπόν, αγαπητή μου! Ο Θεός μαζί σου!» Και να που, και οι δύο σέρνονται έξω.

Διάβασα μια ιστορία ενός σύγχρονου συγγραφέα για τη δύναμη του ονόματος του Θεού. Ήταν κατά τη διάρκεια του γερμανικού πολέμου. Μετέφεραν κανόνια σε μια θέση. Έβρεχε. Ο δρόμος ήταν λασπωμένος. Το βάρος ήταν αφόρητο. Αρκετά ζευγάρια αλόγων. Το κανόνι κόλλησε σε μια λακκούβα. Οι στρατιώτες πάλευαν, υπέφεραν, καταριόνταν και μαστίγωναν τα άλογά τους. Καμία πρόοδος. Και πώς θα είχε τελειώσει αυτό το άκαρπο μαρτύριο τόσο των ανδρών όσο και των αλόγων, ο Θεός ξέρει. Αλλά εκείνη τη στιγμή ένας όμορφος, ηλικιωμένος χωρικός πλησίασε το σημείο.

Αυτός ο αξιοσέβαστος γέροντας χαιρέτησε πρώτα τους στρατιώτες ευγενικά. Έπειτα, στο όνομα του Θεού, τους ευχήθηκε καλή επιτυχία. Χάιδεψε τα άλογα. Και μετά, όταν αυτοί και οι στρατιώτες ξεκουράστηκαν λίγο, πρότεινε να προσπαθήσουν να κινηθούν ξανά. Έτσι, απευθύνθηκε στους στρατιώτες ευγενικά: μερικοί στα άλογά τους, μερικοί στο κανόνι. Και ο γέροντας ήταν εκεί.

- Λοιπόν, αγαπητοί μου, ο Θεός να σας έχει καλά!

Οι στρατιώτες ούρλιαξαν, τα άλογα τράπηκαν σε φυγή και το κανόνι τραβήχτηκε έξω. Από εκεί, ήταν εύκολο. 

Αυτή είναι η δύναμη του ονόματος του Θεού!

Και πόσες τέτοιες περιπτώσεις! Μόνο εμείς, οι τυφλοί, δεν το προσέχουμε. Αλλά είναι καλό να μιλάμε με τη γλώσσα μας: και μόνο αυτό μας προστατεύει συχνά από τη δύναμη του εχθρού.

Εν τω μεταξύ, στη σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι άρχισαν να ντρέπονται που χρησιμοποιούν αυτό το σωτήριο όνομα.

Και συχνά ακούμε είτε ένα πικρό παράπονο για μια δύσκολη ζωή, είτε, αντίθετα, έναν επιπόλαιο έπαινο:

- Εξαιρετικό - excell-e-e-e-e-e!

Και μερικές φορές ακόμη και τρελές ομιλίες: «απαλές, απίστευτες» ή χρήση «άσχημης γλώσσας». Και μετά φοβάσαι αυτό το άτομο. Και, νιώθοντας λύπη γι' αυτό, θέλεις να το διορθώσεις.

«Όχι, το κάνω απλώς από συνήθεια», θα απαντήσει.

Τόσο το χειρότερο! Πριν, υπήρχαν άλλες συνήθειες, καλές, σωτήριες, λειτουργικές.

Και μερικές φορές ακούς επαίνους, και μετά είτε τους προσθέτω εγώ ο ίδιος είτε ζητάω από τον ομιλητή να τους προσθέσει.

– Λέγε: δόξα τω Θεώ!

- Και γιατί;

Πες του λοιπόν αυτή την ιστορία. Κάποιος άλλος μπορεί να την λάβει υπόψη του.

Δεν θυμάμαι αν είπα σε αυτή τη γυναίκα τον λόγο των προβλημάτων της. Πιθανότατα το είπα. Αλλά η ιστορία της είχε και συνέχεια — και συνέβη αρκετά μακριά από την Πετρούπολη, στο Μοναστήρι του Βαλαάμ, όπου κανείς δεν γνώριζε ούτε άκουσε για αυτό το γεγονός.

Αυτό το κάνει ακόμα πιο εκπληκτικό!

Αλλά θα το μοιραστώ αυτό σε μια ειδική, επόμενη ιστορία.

Άγιος Τρελός

Σε αυτή την ιστορία θα υπάρχουν δύο θαυματουργές περιπτώσεις, και η τρίτη, η πιο εξαιρετική από όλες, είναι ο ίδιος ο άγιος ανόητος.

Την ίδια χρονιά με αυτόν τον «πειρασμό» με τη γυναίκα του πυροσβέστη, έπρεπε να πάω στη Μονή Βαλαάμ εκείνο το καλοκαίρι για διάφορους λόγους ταυτόχρονα: Έπρεπε να δείξω το Ορθόδοξο πνεύμα σε έναν μπερδεμένο φοιτητή πανεπιστημίου, που προηγουμένως ενδιαφερόταν για τη θεοσοφία, τη γιόγκα και τα συναφή. Και μετά, έπρεπε να δω έναν παλιό μου γνωστό  , έναν άτυχο άντρα χωρίς χέρια ονόματι I.F.L., ο οποίος, κατόπιν αιτήματός μου, είχε γίνει δεκτός να ζήσει στο μοναστήρι. Αλλά έλαβα μια πολύ ανησυχητική επιστολή από αυτόν. Κάτι έπρεπε να γίνει ξανά μαζί του. Τρίτον, έπρεπε να δω τον Βλαντιμίρ, ο οποίος επίσης τότε αναζητούσε καταφύγιο στο μοναστήρι .Αλλά το κύριο πράγμα ήταν ο άντρας χωρίς χέρια.

Φτάνοντας στο μοναστήρι, τον είδα πρώτος. Ήταν ένας άνθρωπος με καμένο δέρμα: υπερβολικά ευαίσθητος, ματαιόδοξος, ευερέθιστος, δυστυχισμένος. Μόλις με είδε και με το ζόρι με χαιρέτησε, αμέσως φώναξε, κουνώντας το ένα χέρι που του είχε απομείνει (και του έλειπαν όλα τα δάχτυλα εκτός από τον έναν αντίχειρα):

«Πάρε με μακριά από εδώ όπου θέλεις, αλλά δεν θα μείνω εδώ ούτε για μια μέρα! Ποτέ! Αυτοί δεν είναι μοναχοί, είναι διάβολοι! Και αν δεν με πάρεις, προτιμώ να ριχτώ στη θάλασσα παρά να ζήσω εδώ.»

Στο Βαλαάμ, η λίμνη Λάντογκα ονομάζεται «θάλασσα» λόγω του μεγέθους της.

Προσπάθησα όσο καλύτερα μπορούσα να τον ηρεμήσω, υποσχόμενος ότι θα κανονίσω να πάει κάπου αλλού. Ούτε εγώ ήξερα πού — είχαμε ήδη δοκιμάσει διάφορα μοναστήρια, και δεν χωρούσε πουθενά. Μερικές φορές του έστελνα ένα μηνιαίο επίδομα για να μπορέσει κάπως να επιβιώσει, αλλά δεν κρατούσε πολύ: ξεσπούσε ένας άλλος καβγάς, και, όπως ο Περιπλανώμενος Εβραίος, έπρεπε να προχωρήσει ξανά. Το είχα συνηθίσει.

Είδα κι εγώ τον Βλαντιμίρ. Θεέ μου, τι παρηγοριά ήταν αυτή!

Είχε φτάσει το βράδυ. Οι καμπάνες χτύπησαν για τον Εσπερινό. Πήγα στην εκκλησία. Μετά τη λειτουργία, όταν σχεδόν όλοι οι μοναχοί είχαν ήδη φύγει από την εκκλησία για την τράπεζα για το δείπνο, πλησίασα τα λείψανα του Αγίου Σεργίου και του Αγίου Γερμανού, των θαυματουργών του Βαλαάμ, και γονατιστός άρχισα να προσεύχομαι σε αυτούς για τον άνδρα χωρίς χέρια: «Τι να κάνω τώρα με αυτόν;»

Μερικές φορές σκεφτόμουν να τον φιλοξενήσω και να ζήσω μαζί του. Ρώτησα μάλιστα και τον πνευματικό μου πατέρα γι' αυτό, αλλά απέρριψε την φαινομενικά ευσεβή επιθυμία μου. Θυμήθηκα επίσης τον Άγιο Ευλόγιο, τον πρώην Αιγύπτιο κτίστη , ο οποίος φιλοξένησε έναν ζητιάνο χωρίς χέρια και τον φρόντισε. Αλλά ο πνευματικός πατέρας αρνήθηκε.

«Γιατί;» ρώτησα.

«Δεν θα το άντεχα», είπε ταπεινά στον εαυτό του, για να μην πει τίποτα για μένα.

Και δεν τον πήρα τότε. Αλλά τώρα δεν ήξερα τι να κάνω με τον άτυχο άνθρωπο που μου εμπιστεύτηκε; Ως γραμματέας του επισκόπου, είχα δύο δωμάτια στη διάθεσή μου: θα έδινα το ένα στον αδέξιο! Ή μήπως να μην τον πάρω τώρα;

Με αυτές τις αντικρουόμενες σκέψεις, στάθηκα δίπλα στην αψίδα των λειψάνων και ζήτησα από τους αγίους να με καθοδηγήσουν: «Τι πρέπει να κάνω; Να τον πάρω μαζί μου; Ή, όπως και πριν, να του στείλω χρήματα από τον μισθό μου για ένα μέρος να ζήσει κάπου στον κόσμο;»

Έχοντας προσευχηθεί και χωρίς να λάβω καμία εσωτερική ανταπόκριση, παρ' όλα αυτά ένιωσα κάπως ηρεμία μέσα μου. Φίλησα το καπάκι του τάφου (τα λείψανα των αγίων βρίσκονταν κάτω από μια κρύπτη, όχι στη διαδικασία ανοίγματος) και στράφηκα προς την έξοδο. Η εκκλησία ήταν σχεδόν άδεια. Ο κληρικός έσβηνε ήδη τα καντήλια. Στον νάρθηκα, είδα έναν λαϊκό, που φαινομενικά εξέταζε με περιέργεια την αγιογραφία. Και μπροστά του, στη δεξιά πλευρά, ήταν ένας άγγελος που κρατούσε έναν κύλινδρο στον οποίο ήταν γραμμένα μεμονωμένα κεφαλαία γράμματα, τυχαία και όχι αλφαβητικά. Αυτά υποδήλωναν την αρχή των κύριων ονομάτων: το Α. σήμαινε, για παράδειγμα, Αλέξανδρο ή Αλεξέι, μετά το Π. σήμαινε Πέτρο, και ούτω καθεξής. Απέναντι, στην αριστερή πλευρά του νάρθηκα, ήταν ένας άλλος ίδιος άγγελος - με τους ίδιους κύλινδρους, αλλά με διαφορετικά γράμματα. Η σημασία τους ήταν η εξής: ο ένας, ο δεξιός άγγελος, έγραφε στο «Βιβλίο της Ζωής» τα ονόματα όσων έμπαιναν στην ώρα τους, ενώ ο άλλος σημείωνε όσους έφευγαν νωρίς ή χωρίς αιτία.

Και τότε, μπροστά στον δεξιό άγγελο, είδα έναν προσκυνητή, το πρόσωπό του σχεδόν τρέμει καθώς άγγιζε έναν κύλινδρο. Δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του πολύ καλά. Το κεφάλι του ήταν καλυμμένο με σγουρά, αχτένιστα μαλλιά σε ένα λεπτό λινό χρώμα, που προμήνυαν την πνευματική του καταγωγή. Ήταν ντυμένος με ένα φθαρμένο γκρι παλτό. Ήταν ίσως 25 ή 30 ετών.

Πιστεύοντας ότι ήταν ένας νεοφερμένος προσκυνητής, που δεν ήταν ακόμη εξοικειωμένος με τα έθιμα του μοναστηριού, τον πλησίασα από πίσω, τον άγγιξα απαλά με το χέρι μου και είπα:

«Αδελφέ! Μάλλον δεν ξέρεις ότι μπορείς να πας στην μοναστική τράπεζα εδώ για να δειπνήσεις με άνδρες προσκυνητές! Έλα, θα σου ξεναγήσω.»

Αλλά αυτός, χωρίς καν να γυρίσει προς το μέρος μου, συνέχισε να κοιτάζει τα γράμματα του κύλινδρου και, δείχνοντας μάλιστα με το δάχτυλό του προς αυτά, απάντησε:

- Όχι, κοίτα τι είναι γραμμένο εδώ.

Το κοίταξα αμέσως: και, φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα «γραμμένο» εκεί εκτός από τυχαία γράμματα—Α., Γ., Ν. και άλλα. Αλλά πριν προλάβω να το πω αυτό, ο συνομιλητής μου συνέχισε:

«Βλέπεις: αν το διαβάσεις έτσι», είπε, απλώνοντας το λεπτό του δάχτυλο από αριστερά προς τα δεξιά, «τότε το θεωρείς δικό σου. Αλλά αν το διαβάσεις αντίστροφα, μου δίνεις ένα καπίκι!»

 «Θεέ μου!», σκέφτηκα, «είναι τόσο διορατικός. Αυτή τη στιγμή προσευχόμουν κρυφά για αυτά ακριβώς τα λόγια, και τα είπε».

Ποιος είναι; Και ήθελα να του μιλήσω, να μιλήσω... Αλλά έπρεπε να πάω για δείπνο. Και σχεδόν τον άρπαξα με τη βία και τον έσυρα στην τραπεζαρία: και μετά θα μιλήσουμε.

Με ακολουθούσε υπάκουα, χαμογελώντας τρυφερά, αλλά μυστηριωδώς. Συνέχιζε να μουρμουρίζει κάτι σιγά καθ' όλη τη διάρκεια του γεύματος. Και τότε παρατήρησα ότι η ομιλία του ήταν περίεργη: μερικές φορές πρόφερε ανόητες συλλαβές και ξαφνικά έβαζε μια απόλυτα σαφή φράση ανάμεσά τους. Και συνέχιζε να χαμογελάει. Και τα μπλε μάτια του έδειχναν μια πολύ έξυπνη έκφραση.

«Ανόητε!» πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου. Εν τω μεταξύ, σαν να συνέχιζε τη διακεκομμένη συζήτηση για τον «γραμμένο» Άγγελο, μου ξεκαθάρισε ότι καλύτερα να μην αναλάβω ένα τόσο επικίνδυνο εγχείρημα, ένα κατόρθωμα πέρα ​​από τις δυνάμεις μου.

Μετά το βραδινό γεύμα, έπρεπε να επιστρέψω στην εκκλησία για την βραδινή προσευχή και μετά να πάω κατευθείαν για ύπνο, καθώς έπρεπε να σηκωθώ για τον Όρθρο στις μία και μισή ή δύο το πρωί. Ήλπιζα να μιλήσω με τον άγιο τρελό αύριο. Αλλά την επόμενη μέρα είχε μια σοβαρή κρίση πυρετού. Η θερμοκρασία του ανέβηκε ψηλά. Κι όμως, συνέχισε να χαμογελάει με ένα παιδικό χαμόγελο και να με κοιτάζει ευγενικά. Ξάπλωσε σε μια κούνια στη σκηνή των κοινοτικών προσκυνητών. Κι όμως, επέτρεψα διακριτικά στον εαυτό μου να τον ενοχλήσω με συζητήσεις για διάφορα θέματα. Η περίσταση ήταν πολύ ασυνήθιστη για μένα. Ήταν η πρώτη, και μάλιστα η μόνη, φορά που έβλεπα έναν άγιο τρελό, και μάλιστα, έναν γνήσιο, γεμάτο χάρη ασκητή, όχι έναν αυτοαποκαλούμενο ονειροπόλο. Και ξαφνικά, εντελώς απροσδόκητα, όταν δεν το είχα καν σκεφτεί, ο ίδιος άρχισε να μιλάει για τον προαναφερθέντα «πειρασμό».

«Γνώριζα μια γυναίκα...» και πάλι μια σειρά από συλλαβές χωρίς νόημα. «Είχε γάτες να τρέχουν στο ταβάνι και αγγούρια να πέφτουν στο πάτωμα. Ο εχθρός, ο εχθρός...» και πάλι συλλαβές, συλλαβές...

Και ξαφνικά, κοιτάζοντάς με ευθεία στα μάτια, είπε:

«Και νομίζεις ότι έκανες κάτι σπουδαίο; Λοιπόν, τώρα είναι απαλλαγμένη από βασανιστήρια, αλλά από την άλλη, είναι απαλλαγμένη από ηρωικές πράξεις.»

Και αν αποφάσιζε να το υπομείνει, θα είχε γίνει μάρτυρας: θα είχε λάβει ένα στέμμα!...

Και πάλι ένα σύνολο λέξεων.

Εγώ, άναυδος, παρέμεινα σιωπηλός: πώς το ήξερε αυτό; Δεν τόλμησα καν να ρωτήσω. Ο Θεός αποκαλύπτει τα πάντα στους αγίους με θαυματουργούς τρόπους.

Ο άγιος ανόητος δεν είχε πάει ποτέ στην Αγία Πετρούπολη και, φυσικά, δεν γνώριζε ούτε είχε ακούσει για αυτή τη γυναίκα.

Αργότερα, είπα γι' αυτόν σε μερικούς από τους πρεσβύτερους· αποδείχθηκε ότι τον γνώριζαν ήδη:

- Αυτός είναι ο άγιος ανόητος από το Ολονέτσκ.

Λαχταρούσα ακόμα τη χαρά της επικοινωνίας μαζί του, αλλά προς λύπη μου, ξαφνικά εξαφανίστηκε από το Βαλαάμ. Και έμεινα με τον διαρκώς ενοχλημένο, χωρίς χέρια άντρα. Λοιπόν! Προφανώς, χρειαζόμουν κι εγώ κάποιο είδος «κατορθώματος». Πόσο καιρό θα έπρεπε να κανονίσω για την I.F.L.; Και μόνο το 1917 ο Κύριος τον παρέδωσε σε άλλα, πιο ταπεινά και ευγενικά χέρια...

Αυτή τη φορά, κανόνισα και πάλι να λάβει ο άντρας χωρίς χέρια ένα μηνιαίο επίδομα. Αλλά δύο χρόνια αργότερα, μετά από μια ακόμη αποτυχία, τελικά προσπάθησα να τον φιλοξενήσω. Και αντέξαμε μόνο δύο εβδομάδες: κανένας από τους δύο μας δεν είχε την ταπεινότητα ή την υπομονή για περισσότερα.

Και πάλι χωρίσαμε.