Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Καταλαβαίνετε τί σημαίνει, να ΠΕΡΠΑΤΑ ελεύθερα ένας άνθρωπος καταδικασμένος σε δέκα χρόνια φυλακή, πού έχει ήδη αποχαιρετήσει ένα σωρό φορές τη ζωή.


ΑΠΟ ΝΗΣΙ ΣΕ ΝΗΣΙ

Τυχαίνει όμως να μεταφέρουν τους κρατούμενους και απλά, με μεμονωμένες βάρκες, από το ένα νησί του Αρχιπελάγους στο άλλο. Αυτό ονομάζεται ειδική συνοδεία. Είναι ο πιο άνετος τρόπος μεταγωγής και σχεδόν καθόλου δεν διαφέρει από ένα ελεύθερο ταξίδι. Σε λίγους όμως δίνεται ή ευκαιρία να ταξιδέψουν μ' αυτό τον τρόπο. Σε μένα έτυχε τρεις φορές στη ζωή μου σαν κρατούμενου.

Η ειδική συνοδεία παραχωρείται υστέρα από διαταγή υψηλών προσώπων. Δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην Ειδική συνοδεία και στην ειδική εντολή, ή οποία επίσης υπογράφεται από κάποια υψηλά πρόσωπα. Ό κρατούμενος με ειδική εντολή τις περισσότερες φορές ταξιδεύει με τις κοινές αποστολές, αλλά του τυχαίνουν στον δρόμο μερικά θαυμαστά (εντελώς καταπληκτικά) διαλείμματα. Για παράδειγμα, ό Χάνς Μπερττάιν μεταφέρεται από τον Βορρά στην περιοχή του κάτω Βόλγα με ειδική εντολή, για να πάει σε μιαν αγροτική εγκατάσταση. Τον μεταφέρουν με όλες τις συνθήκες πού περιγράψαμε: κακουχίες, ταπεινώσεις, σκύλοι πού γαυγίζουν από πίσω ξιφολόγχες πού σε περιμένουν, ουρλιαχτά: «ένα βήμα δεξιά, ένα βήμα αριστερά». Και ξαφνικά τον κατεβάζουν στον μικρό σταθμό της Ζανζεβάτκα. Εκεί τον παραλαμβάνει ένας μειλίχιος μεμονωμένος φρουρός, εντελώς άοπλος, και του λέει: « Εντάξει θα περάσεις τη νύχτα μαζί μου. Αύριο θα σε πάω στον στρατόπεδο. Έλα, περπάτα». Και ό Χάνς περπατάει. Καταλαβαίνετε τί σημαίνει, να ΠΕΡΠΑΤΑ ελεύθερα ένας άνθρωπος καταδικασμένος σε δέκα χρόνια φυλακή, πού έχει ήδη αποχαιρετήσει ένα σωρό φορές τη ζωή, πού μόλις αυτό τον πρωί ήταν στον Στολύπιν κι αύριο θα πάει στον στρατόπεδο; Τώρα λοιπόν περπατάει ελεύθερος και κοιτάζει πώς σκαλίζουν οι κότες τον κήπο του σταθμού και πώς γυρίζουν στον σπίτι τους οι γυναίκες που δεν πούλησαν στον σταθμό τον βούτυρο και τα πεπόνια τους. Κάνει τρία, τέσσερα, πέντε βήματα στο πλάι και κανείς δεν τού λέει: «στάσου» Με τρεμάμενα χέρια χαϊδεύει τα φύλλα από τις ακακίες και σχεδόν κλαίει.

Ή ειδική συνοδεία όμως είναι ολόκληρη ένα τέτοιο θαύμα, από την αρχή ως τον τέλος. Στην περίπτωση αυτή γλυτώνεις τις κοινές αποστολές. Δεν θα βάλεις τα χέρια πίσω, δεν θα ξεγυμνωθείς, δεν θα καθίσεις στο χώμα, ούτε θα σον γίνει καμιά ερευνά. Ή φρουρά σου φέρνεται φιλικά, σου μιλάνε μάλιστα στον πληθυντικό. Μόνο πού σε προειδοποιούν πώς σε περίπτωση πού θα τολμήσεις να δραπέτευσης, θα σε πυροβολήσουν, όπως γίνεται συνήθως. Τα πιστόλια μας είναι γεμάτα, σού λένε, και τα έχουμε στην τσέπη. Ωστόσο, προσθέτουν, φρόντιζε να ταξιδεύεις απλά, με άνεση, χωρίς να δείχνεις πώς είσαι κρατούμενος. (Σάς παρακαλώ να σημειώσετε ότι και έδώ, όπως παντού, τα συμφέροντα τού άτομου συμπίπτουν απόλυτα με τα συμφέροντα τού κράτους).

Ή ζωή μου στο στρατόπεδο άλλαξε ριζικά τη μέρα πού, ενώ επρόκειτο να ξεκινήσω για τη δουλειά με τα λυγισμένα μου δάχτυλα (από τον κράτημα των εργαλείων είχαν πάθει αγκύλωση), μαζί με την ομάδα των μαραγκών, ό επιστάτης με ξεχώρισε και, με σεβασμό πού με ξάφνιασε, μού είπε: «Ξέρεις, ύστερα από διαταγή τού Υπουργού Εσωτερικών...»

Έμεινα άναυδος. Οι ομάδες ξεκίνησαν για τη δουλειά, εγώ έμεινα στη ζώνη, και τα τσιράκια της διοίκησης με τριγύρισαν. Ό καθένας τους προσπαθούσε να εξήγηση τη διαταγή με τον δικό του τρόπο. Άλλοι έλεγαν ότι θα μού παρατείνουν την ποινή, άλλοι ότι θα με απολύσουν. Όλοι όμως συμφωνούσαν πώς ήταν αδύνατο να αποφύγω τον υπουργό Κρουγκλώφ. Και εγώ ταλαντευόμουν ανάμεσα στην παράταση τής ποινής και στην απελευθέρωση. Είχα ξεχάσει εντελώς πώς πριν από ενάμιση χρόνο είχε έρθει κάποιος στον στρατόπεδό μας και μάς έδωσε να συμπληρώσουμε κάρτες μητρώου τού ΓΚΟΥΛΑΓΚ (μετά τον πόλεμο άρχισαν αυτή την εργασία από τα πλησιέστερα στρατόπεδα, αμφιβάλλω όμως ανάμεσα την τελείωσαν). Ή πιο σημαντική στήλη σ' αυτή την κάρτα ήταν αυτή πού είχε για τίτλο: «Ειδικότητα». Για ν' ανεβάσουν την αξία τους, οι κρατούμενοι ανέφεραν τις πιο απίθανες ειδικότητες τού στρατοπέδου: «κουρέας», «ράφτης», «αποθηκάριος», «φούρναρης». Εγώ, κλείνοντας τα μάτια μου, έγραψα: «Πυρηνικός φυσικός». Πυρηνικός φυσικός δεν ήμουνα βέβαια ποτέ, μόνο πού πριν από τον πόλεμο είχα παρακολουθήσει μερικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο. Ήξερα τον όνομα και τις παραμέτρους των ατομικών μορίων, και γι' αυτό αποφάσισα να απαντήσω έτσι. Ήμαστε τότε στα 1946 και ήταν οπωσδήποτε απαραίτητο να κατασκευάσουμε την ατομική βόμβα. Ωστόσο εγώ δεν έδωσα καμιά σημασία σ' αυτή την κάρτα, και την ξέχασα.

Ένας ακαθόριστος, εντελώς αναξιόπιστος και μη επιβεβαιωμένος θρύλος, κυκλοφορούσε τότε στα στρατόπεδα. Έλεγαν δηλαδή πώς στον Αρχιπέλαγος υπάρχουν κάτι μικροσκοπικά παραδείσια νησιά. Κανείς δεν τα είχε δείχνεις, κανείς δεν τα είχε επισκεφτεί ποτέ, αλλά και όσοι είχαν πάει εκεί, σώπαιναν, και δεν μιλούσαν ποτέ. Σ' αυτά τα νησάκια, όπως έλεγαν, ρέουν ποταμοί από γάλα με όχθες από ζάχαρη, και ή τροφή δεν είναι ποτέ χειρότερη από κρέμα και αυγά. Εκεί όλα είναι καθαρά και ζεστά και ή εργασία είναι πνευματική και εντελώς απόρρητη.

Σ' αυτά λοιπόν τα παραδείσια νησιά (στη γλώσσα των στρατοπέδων λέγονται σαράσκι - σεντούκια) πέρασα τη μισή ποινή μου. Τον ότι είμαι ζωντανός, σ' αυτά τον χρωστάω. Αν έμενα στον στρατόπεδο ως τον τέλος, θα ήμουνα τώρα νεκρός. Σ' αυτά ακόμα χρωστάω και τον ότι γράφω αυτή τη μελέτη, μ' όλο πού σε τούτο τον βιβλίο μου δεν αφιερώνω σ' αυτά ούτε μιαν σελίδα (έχω γράψει γι' αυτά ένα μυθιστόρημα, τον «Πρώτο κύκλο»). Στα ταξίδια μου λοιπόν σ' αυτά τα νησιά, από τον ένα στον άλλο, κι από τον δεύτερο στον τρίτο, με μετέφεραν με ειδική συνοδεία: δύο φρουροί και εγώ.

Αν οι ψυχές των νεκρών φτερουγίζουν καμιά φορά ανάμεσά μας, μάς βλέπουν, και διαβάζουν εύκολα μέσα μας και τις πιο παραμικρές παρορμήσεις μας, ενώ εμείς δεν μπορούμε ούτε να τις δούμε, ούτε να μαντέψουμε την άσαρκη παρουσία τους, να με τί μοιάζει ένα ταξίδι με ειδική συνοδεία.

Κολυμπάς σε μιαν απέραντη ελευθερία, μέσα στον συνωστισμό τής αίθουσας τού σταθμού. Ρίχνεις ένα σαστισμένο βλέμμα στις ανακοινώσεις πού δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με σένα. Κάθεσαι σ' ένα παλιό πάγκο για ταξιδιώτες κι ακούς παράξενες και τιποτένιες συζητήσεις: πώς κάποιος σύζυγος δέρνει τη γυναίκα του ή πώς τη χώρισε λένε πώς μιαν πεθερά δεν τα πάει καλά με τη νύφη της, πώς οι γείτονες στον κοινό διαμέρισμα καίνε πολύ ρεύμα, γιατί αφήνουν τον φώς αναμμένο στον διάδρομο, και πώς δεν σκουπίζουν τα πόδια τους λένε ακόμα πώς κάποιος ενοχλεί κάποιον στη δουλειά πώς σε κάποιον δίνουν μιαν καλή θέση μα εκείνος δεν αποφασίζει να την πάρει, γιατί σκέφτεται τη μετακόμιση (πώς να ξεσηκωθείς από τον τόπο σου, σάμπως είναι εύκολο;) Εσύ τ' ακούς όλα αυτά και μυρμηγκιάζει τον κεφάλι κι ή πλάτη σου, γιατί εσύ ξέρεις να μετράς τα πράγματα στον Σύμπαν σωστά, με τον πραγματικό τους μέτρο - τον μέτρο όλων των αδυναμιών και των παθών! - ενώ τούτοι έδώ οι αμαρτωλοί δεν μπορούν καθόλου να τον δουν. Στ' αλήθεια ζωντανός, πραγματικά ζωντανός είσαι μόνο εσύ, ο άυλος, ενώ όλοι αυτοί κατά λάθος θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό.

Ανάμεσα σας υπάρχει χάσμα αγεφύρωτο! Εσύ δεν μπορείς ούτε να τους φωνάξεις, ούτε να κλάψεις πλάι τους, ούτε να ακουμπήσεις στον ώμο τους. Εσύ είσαι πνεύμα, φάντασμα, κι αυτοί είναι υλικά σώματα.

Πώς να τούς δώσεις να καταλάβουν; (με ενόραση; με δράμα; με όνειρο;): Αδέλφια! Άνθρωποι! Γιατί σας δόθηκε ή ζωή; Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ανοίγουν τις πόρτες των κελιών τού θανάτου και παίρνουν για τουφεκισμό ανθρώπους με μεγάλη ψυχή. Αυτή τη στιγμή, σε όλες τις σιδηροδρομικές γραμμές τής χώρας, άνθρωποι, αφού έφαγαν μιαν ρέγγα, γλείφουν τα στεγνά χείλη τους με την πικρή τους γλώσσα και ή μόνη ευτυχία πού ονειρεύονται είναι να απλώσουν τα πόδια τους και να ησυχάσουν λίγο, αφού κάνουν τις ανάγκες τους. Στον Όροτουκάν τα κόκαλα εκείνων πού πεθαίνουν τον χειμώνα θάβουν τον καλοκαίρι, και μόνο σε ένα μέτρο βάθος, γιατί τότε ξεπαγώνει ή γη. Εσείς όμως, κάτω από τον γαλανό ουρανό και τον ζεστό ήλιο, έχετε κάθε δικαίωμα να ρυθμίσετε την τύχη σας, να πιείτε νερό, να ξαπλώσετε, να ταξιδέψετε όπου θέλετε χωρίς συνοδεία. Υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος, αξίζει τον κόπο να μιλάτε για τα ασκούπιστα πόδια και για την πεθερά;

Αν θέλετε, μπορώ να σάς πω τώρα αμέσως ποιο είναι τον πιο βασικό στη ζωή, ποιά είναι τα μυστικά της. Μην κυνηγάτε φαντάσματα — την περιουσία, τα αξιώματα. Αυτό τον κυνηγητό θα σάς σπάσει τα νεύρα και ότι θα αποχτήσετε σε δεκάδες χρόνια, θα δημευτή μέσα σε μιαν νύχτα. Να δείχνετε ανωτερότητα απέναντι στη ζωή: να μη φοβάστε τη δυστυχία και να μη λαχταράτε την ευτυχία, γιατί, όπως και να τον κάνουμε, ούτε ή πίκρα είναι αιώνια, ούτε ή γλύκα ατέλειωτη. Είναι, νομίζω, αρκετό να μην κρυώνετε και να μη σπαράζει ή πείνα και ή δίψα τα σωθικά σας. Όταν δεν είναι σπασμένη ή σπονδυλική σας στήλη, όταν πατάτε γερά με τα δύο σας πόδια, όταν λυγάνε τα δύο σας χέρια, όταν τα δύο σας μάτια βλέπουν κι ακούνε τα δύο αυτιά σας, ποιόν να ζηλέψετε, και γιατί; Τον σαράκι τής ζήλειας κατατρώει πρώτα εσάς τούς ίδιους. Ανοίξτε τα μάτια σας, καθαρίστε την καρδιά σας και βάλετε πάνω από όλα αυτούς πού σάς αγαπούν και έχουν καλές διαθέσεις απέναντι σας. Μην τούς προσβάλλετε, μην τούς βρίζετε, μη μαλώνετε με κανέναν από αυτούς, γιατί - ποιος ξέρει; - αυτή μπορεί να είναι ή τελευταία σας πράξη πριν από τη σύλληψή σας και τέτοιος θα μείνετε στη μνήμη τους!...

Οι φρουροί χαϊδεύουν στις τσέπες τους τις μαύρες λαβές των πιστολιών τους. Καθόμαστε κι οι τρεις, ό ένας δίπλα στον άλλο, σαν παιδιά πού δεν πίνουν, σαν ήσυχοι φίλοι.

Τρίβω τον μέτωπο, κλείνω τα μάτια μου, τα ανοίγω, και πάλι τον ίδιο όνειρο: ένα πλήθος ανθρώπων χωρίς φρουρά. Θυμάμαι καλά πώς πέρασα την περασμένη νύχτα σ' ένα κελί και αύριο θα βρίσκομαι πάλι σ' ένα κελί. Περνούν οι ελεγκτές με τα διατρητικά εργαλεία τους: «Τον εισιτήριο σας!» «Τον έχει ό σύντροφος από εδώ».

Τα βαγόνια είναι γεμάτα (ναι, άνετα «γεμάτα», γιατί κανείς δεν είναι ξαπλωμένος κάτω από τα καθίσματα, κανείς δεν κάθεται στο πάτωμα τού διαδρόμου). Μού είπαν να βολευτώ όπως μπορώ, και βολεύομαι όσο μπορώ καλύτερα. Πρόσεξα πώς στον γειτονικό κουπέ ήταν άδεια μιαν θέση κοντά στον παράθυρο, και πήγα και κάθισα εκεί. Σ' αυτό τον κουπέ δεν υπήρχαν θέσεις για τούς συνοδούς μου. Έμειναν λοιπόν εκεί πού κάθονταν πρώτα, και με παρακολουθούσαν συνέχεια με τα μάτια.

Στον Περεμπόρι αδειάζει μιαν θέση απέναντι μου, μπροστά στον τραπεζάκι, όμως πριν προλάβει να την πιάσει ό συνοδός μου, την έπιασε ένα παλικάρι με παχύ πρόσωπο, με κοντογούνι, με γούνινο σκούφο και με μιαν απλή, μα γερή ξύλινη βαλίτσα. Τη βαλίτσα τη γνώρισα. Ήταν φτιαγμένη στα στρατόπεδα, στον Αρχιπέλαγος.

«Ουφ! ουφ!» ξεφυσάει ο νέος. Είναι σκοτεινά, μα βλέπω πώς είναι κατακόκκινος. Έδωσε μάχη για ν' ανέβη στον βαγόνι. Βγάζει ένα παγούρι. «Λίγη μπύρα, σύντροφε;» Ξέρω πώς ό φρουρός μου σκάει από τον κακό του στον γειτονικό κουπέ. Δεν επιτρέπεται να πιώ οινοπνευματώδη, μού είχαν πει όμως να φέρνωμαι σαν να ήμουν ελεύθερος, και γι' αυτό απάντησα ανέμελα: «Ναι, βάλε μου λίγη, σε παρακαλώ!» (Μπύρα; Μπύρα! Έχω τρία χρόνια να βάλω γουλιά στον στόμα μου! Αύριο θα παινεύομαι στον κελί; ήπια μπύρα!) Ό νέος μού προσφέρει και εγώ πίνω ανατριχιάζοντας. Τώρα έχει σκοτεινιάσει για καλά. Στον βαγόνι δεν υπάρχει φως - αποτέλεσμα τής μεταπολεμικής αποδιοργάνωσης. Μέσα στον παλιό φανάρι, πού είναι κρεμασμένο στον χώρισμα, πάνω από την πόρτα, τον απομεινάρι ενός κεριού φωτίζει τέσσερα κουπέ μαζί, δύο μπροστά και δυο πίσω. Συζητάμε οι δύο μας, εγώ κι ό νέος, ευχάριστα, σχεδόν χωρίς να βλέπουμε ό ένας τον άλλον. Όσο κι ανάμεσα σκύβη ό συνοδός μου ένα μπορεί ν' ακούσει τίποτα μέσα στον θόρυβο τού βαγονιού. Στην τσέπη μου έχω μιαν κάρτα, προορισμένη για τον σπίτι μου. Θα εξηγήσω στον καλόκαρδο συζητητή μου ποιός είμαι και θα τον παρακαλέσω να την ταχυδρόμηση. Κρίνοντας από τη βαλίτσα του, υποθέτω πώς θα έχει ζήσει στη φυλακή. Εκείνος όμως με πρόλαβε. «Ξέρεις» μού λέει, «μόλις και μετά βίας πήρα άδεια. Δύο χρόνια δεν μού έδιναν. Σκυλίσια δουλειά, βλέπεις». «—Τί δουλειά;» — «Δεν ξέρεις εσύ. Είμαι Ασμοδαίος, δεν έχεις δει ποτέ σου γαλάζιες επωμίδες;» Φτού! καταστροφή! Πώς δεν τον μάντεψα αμέσως; Τον Περεμπόρι είναι τον κέντρο τού στρατοπέδου Βόλγκο, και τη βαλίτσα την πήρε από τους κρατούμενους, τζάμπα τού την έφτιαξαν. Πόσο μπερδεμένη είναι ή ζωή μας! Σαν να μην έφταναν δύο Ασμοδαίοι σε δύο κουπέ, προστέθηκε και τρίτος! Μήπως κρύβεται πουθενά και κανένας τέταρτος: Μήπως υπάρχουν Ασμοδαίοι σε κάθε κουπέ; Μήπως ανάμεσα μας ταξιδεύει και κάποιος άλλος με ειδική συνοδεία;

Τον παλικαράκι μου εξακολουθεί να κλαίγεται και να παραπονιέται για την τύχη του. Εγώ, με αινιγματικό ύφος, τού φέρνω αντιρρήσεις: «Νομίζεις πώς είναι πιο εύκολη ή ζωή για εκείνους πού φρουρείς και πού εκτίουν ποινή δέκα χρόνων;» Εκείνος ζάρωσε αμέσως και δεν ξαναμίλησε ως τον πρωί. Στον μισοσκόταδο, πριν, θα είχε δείχνεις ασφαλώς πώς φορούσα μισοστρατιωτική στολή, χλαίνη και χιτώνιο. Θα με πέρασε για κανένα πρώην στρατιώτη, μα τώρα, ποιός ξέρει τί θα νομίζει για μένα: Μπάς κι είμαι κανένας πράκτορας τής ασφαλείας; Μπάς και κυνηγάω δραπέτες; Γιατί βρέθηκα σ' αυτό τον βαγόνι; Κι αυτός κατηγόρησε μπροστά μου τα στρατόπεδα...

Τον απομεινάρι τού κεριού στον φανάρι έχει σχεδόν λιώσει, κι όμως φέγγει ακόμα. Στον τρίτο ράφι των αποσκευών ένας νέος με ευχάριστη φωνή μιλάει για τον πόλεμο, για τον πραγματικό πόλεμο, γι' αυτόν πού δεν γράφουν τα βιβλία. Ήταν τού μηχανικού και διηγείται περιστατικά, πού ασφαλώς είναι αληθινά. Πόσο είναι ευχάριστο, όταν ή αλήθεια, χωρίς κανένα φραγμό, φτάνει σε μερικά αυτιά.

Πολλά θα μπορούσα να διηγηθώ κι εγώ... Θα ήθελα μάλιστα να διηγηθώ!... Μα όχι, δεν θέλω πιάσει: Τα τέσσερα χρόνια πού πέρασα στον πόλεμο, έχουν σβήσει. Μού φαίνεται σαν να μην υπήρξαν καθόλου και δεν θέλω να τα θυμάμαι. Τα δύο μου χρόνια ΕΔΩ, δύο χρόνια στον Αρχιπέλαγος, έχουν σβήσει τις αναμνήσεις από τούς δρόμους τού μετώπου, από τη συντροφικότητα τού μετώπου. Όλα τα ξέχασα. Ή μιαν σφήνα ξεριζώνει την άλλη.

Και να, αφού πέρασα μερικές ώρες ανάμεσα σε ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, νιώθω τώρα τον στόμα μου βουβό. Δεν έχω καμιά δουλειά ανάμεσα τους. Μού φαίνεται σαν να είμαι δεμένος εδώ μέσα. Θέλω να μιλήσω ελεύθερα! Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου! Θέλω να γυρίσω στον Αρχιπέλαγος!

Τον πρωί ΞΕΧΝΑΩ την κάρτα, πού είχα γράψει για τον σπίτι μου, στον ράφι. Ή υπεύθυνος τού βαγονιού θα ξεσκονίσει παντού, κι ανάμεσα είναι άνθρωπος, θα την ταχυδρόμηση.

Βγαίνουμε στην πλατεία από τον σταθμό τού Βορρά. Οι φρουροί πού μου έτυχαν να είναι πάλι πρωτάρηδες και δεν ξέρουν τη Μόσχα. Θα πάμε με τον τραμ «Μπ», αποφασίζω εγώ για λογαριασμό τους. Στη μέση τής πλατείας, στη στάση τού τραμ, έχει σχηματιστή μεγάλη ουρά, γιατί είναι ή ώρα πού οι άνθρωποι πηγαίνουν στη δουλειά τους. Ό φρουρός κατευθύνεται προς τον οδηγό του τραμ και τού δείχνει την ταυτότητα τού Υπουργείου Εσωτερικών. Σαν αντιπρόσωποι τού Σοβιέτ τής Μόσχας, στεκόμαστε Αχερωχα, στον εξώστη τού τραμ, χωρίς να βγάζουμε εισιτήριο Έναν γέρο δεν τον αφήνουν να μπει από τη μπροστά πόρτα Δεν είσαι ανάπηρος. Να πάς από την

πίσω πόρτα!

Πλησιάζουμε στην οδό Νοβοσλομπόντσκαγια, κατεβαίνουμε και για πρώτη φορά από τις φυλακές τού Μπουτύρκι από έξω, με όλο πού με γίνουν εκεί και χωρίς καμιά δυσκολία μπορώ να σχεδιάσω τον Εσωτερικό τους πλάνο. Πόσο καταθλιπτικός είναι ό ψηλό; πού την περιβάλλει και εκτείνεται σε δύο ολόκληρα τετράγωνα! Παγώνουν οι καρδιές των Μοσχοβιτών, όταν βλέπουν να μετακινείται ή ατσαλένια πύλη, πού μοιάζει με στόμα θεριού. Εγώ όμως νιώθω σαν να γυρίζω στον σπίτι μου, αφήνω χωρίς λύπη τα πεζοδρόμια τής Μόσχας, διασχίζω τον πυργίσκο της φρουράς, φθάνω γελώντας στην πρώτη αυλή, αναγνωρίζω τα γνωστά μέρη, τις σκαλιστές ξύλινες πόρτες, και δεν νοιάζομαι καθόλου πού σε λίγο θα με στήσουν - με στήνουν κιόλας - με τον πρόσωπο στον τοίχο και με ρωτάνε: «Όνομα; επώνυμο; πατρώνυμο; έτος γεννήσεως;»

Επώνυμο!... Περιπλανώμενος των αστεριών! Μπορεί να έχουν σπαργανώσει το κορμί μου, μα ή ψυχή μου είναι πέρα από την εξουσία τους.

Τον ξέρω: ύστερα από πολλές ώρες αναπόφευκτων διατυπώσεων πάνω στον κορμί μου - κλείσιμο στον «κουτί», έρευνα, απόδειξη παραλαβή;, συμπλήρωση κάρτας εισόδου, απολύμανση και μπάνιο - θα οδηγηθώ σε ένα κελί με δύο θόλους και με μιαν αψίδα στη μέση (όλα τα κελιά είναι τα ίδια), με τα δύο μεγάλα παράθυρα κι ένα μακρύ τραπέζι-ντουλάπι, και εκεί θα συναντήσω άγνωστους σε μένα ανθρώπους, μα οπωσδήποτε ανθρώπους; έξυπνους, ενδιαφέροντες, με φιλικά αισθήματα, πού θα αρχίζουν να μού διηγούνται, και θα αρχίσω να τούς διηγούμαι κι εγώ, και τον βράδυ κανείς μας δεν θα εντελώς διάθεση για ύπνο.

Στις καραβάνες μας θα είναι χαραγμένα (για να μην τις πάρουμε μαζί μας σε καμιά μεταγωγή) τα γράμματα «Μπού- Τιούρ». Είναι τον σανατόριο Μπού-Τιούρ, όπως τον χαρακτηρίζαμε στα τελευταία αστεία μας! Ένα σανατόριο ελάχιστα γνωστό στους παχύς αξιωματούχους πού θέλουν να αδυνατίσουν. Όλοι αυτοί κουβαλάνε τα προκοίλια τους στον Κισλοβόντσκ, βαδίζουν ορισμένες ώρες στα μονοπάτια, κάνουν επικύψεις, και ιδροκοπούν ολόκληρο μήνα, για να ρίξουν δύο - τρία κιλά. Ενώ στον σανατόριο Μπού-Τιούρ, πού βρίσκεται δύο βήματα από τον σπίτι τους, καθένας από αυτούς θα μπορούσε να χάση ίσαμε οκτώ κιλά μέσα σε μιαν βδομάδα, χωρίς καμιά άσκηση.

Αυτό είναι διαπιστωμένο. Χωρίς καμιά εξαίρεση.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΓΚΟΥΛΑΓΚ. ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΣΟΛΖΕΝΙΤΣΙΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: