Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

« Μάθε παιδί μου γράμματα...» ~ ΤΑ ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ είναι τα πιο ενδιαφέροντα και αξιόλογα δημώδη κείμενα του 12ου αι.

 « Μάθε παιδί μου γράμματα...» ~   
ΤΑ ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ είναι τα πιο ενδιαφέροντα και αξιόλογα δημώδη κείμενα του 12ου αι. Από τις πρώτες φορές που η δημώδης γλώσσα βγάζει συναίσθημα, και μάλιστα σαρκαστικό. 
Πρόκειται για τέσσερα ποιήματα, όπου διεκτραγωδούνται με σατιρική διάθεση τα βάσανα ενός ανώνυμου λογίου.  Στο συγκεκριμένο, ο φτωχός λόγιος μεμψιμοιρεί, επειδή με τα γράμματα δεν μπόρεσε να κάνει προκοπή. Όσα του είχε πει ο πατέρας του για την πολυτελή ζωή όσων ήξερα γράμματα, αποδεικνύονται ψέματα, αφού τώρα επιθυμεί «και το ψωμί και του ψωμιού τη μάνα...». 
Δεν ξέρουμε πόσο αληθινά είναι όσα παρουσιάζει, αλλά είναι εμφανής η αυτοσαρκαστική του διάθεση, πράγμα που κάνει το ποίημα, νομίζουμε, απολαυστικό....  

📖 ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΘΕΝ µ΄ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ µου· 
«Παιδίν µου, µάθε γράµµατα καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει. 
Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον µου, πεζὸς περιεπάτει, 
καὶ τώρα διπλοεντέληνος* καὶ παχυµουλαρᾶτος. [*με διπλά                                                                     λουριά στο άλογo] 
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν, 
καὶ τώρα βλέπεις τὸν φορεῖ τὰ µακρυµύτικά* του. [*παπούτσια] 
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, ποτέ του οὐκ ἐκτενίσθη, 
καὶ τώρα καλοκτένιστος καὶ καµαροτριχάρης. 
Αὐτός, ὅταν ἐµάνθανε, λουτρόθυραν οὐκ εἶδε, 
καὶ τώρα λουτρακίζεται* τρίτον τὴν ἑβδοµάδα. [*πλένεται]  
Αὐτός, ὁ κόλπος του ἔγεµε φθεῖρας* ἀµυγδαλάτας, [ *ψείρες] 
καὶ τώρα τὰ ὑπέρπυρα* γέµει τὰ µανοηλάτα**. [* νομίσματα
 ** με τη μορφή του αυτοκρ. Μανούλ Κομνηνού]  
Καὶ πείσθητι γεροντικοῖς καὶ πατρικοῖς μοι λόγοις, 
καὶ µάθε τὰ γραµµατικά, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει.»  
Καὶ ἔµαθον τὰ γράµµατα μετὰ πολλοῦ τοῦ κόπου. 
Ἀφ΄οὗ δὲ τάχα γέγονα γραµµατικὸς τεχνίτης,
 ἐπιθυµῶ καὶ τὸ ψωµὶν καὶ τοῦ ψωµιοῦ τὴν µάνναν· 
ὑβρίζω τὰ γραµµατικά, λέγω μετὰ δακρύων· 
«Ἀνάθεµαν τὰ γράµµατα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει, 
ἀνάθεµαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἠµέραν, 
καθ΄ἥν µε παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον, 
πρὸς τὸ νὰ µάθω γράµµατα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ΄ἐκεῖνα!» 
Ἐδάρε τότε ἂν µ΄ ἔποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην, 
ἀπ΄αὐτοὺς ὁποῦ κάµνουσι τὰ κλαπωτὰ καὶ ζῶσι, 
καὶ ἔµαθα τέχνην κλαπωτὴν τὴν περιφρονηµένην, 
οὐ µὴ ἤνοιγα τὸ ἀρµάριν* µου καὶ ηὔρισκα ὅτι γέµει [*ερμάριο]
ψωµίν, κρᾶσιν πληθυντικὸν καὶ θυννοµαγειρίαν, 
καὶ παλαµιδοκόµµατα καὶ τσίρους καὶ σκουµπρία· 
παρ΄οὗ ὅτι τώρα ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους, 
καὶ βλέπω χαρτοσάκουλα γεµάτα µὲ χαρτία. 
Ἀνοίγω τὴν ἀρκλίτσαν* µου, νὰ εὕρῳ ψωµὶν κοµµάτιν,                                                        [ *ντουλάπι ] 
καὶ εὑρίσκω χαρτοσάκουλον ἄλλο µικροτερίτσιν*. [*μικρό] 
Ἁπλώνω εἰς τὸ περσίκιν* µου, γυρεύω τὸ πουγγίν µου,                                                                             [*τσέπη] 
διὰ στάµενον* τὸ ψηλαφῶ, καὶ αὐτὸ γέµει χαρτία. [*δεκάρα]
 Ἀφ΄οὗ δὲ τὰς γωνίας µου τὰς ὅλας ψηλαφήσω,
 ἵσταµαι τότε κατηφὴς καὶ ἀποµεριµνηµένος * [*συλλογισμένος] 
λιποθυµῶ καὶ ὀλιγωρῶ ἐκ τῆς πολλῆς µου πείνας·
 καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν 
γραµµάτων καὶ γραµµατικῶν τὰ κλαρωτὰ* προκρίνω. [*ωραία ρούχα]   

Δεν υπάρχουν σχόλια: