Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Παιδιόφραστος Διήγησις των Ζώων των Τετραπόδων»


📜🐵 «Παιδιόφραστος Διήγησις των Ζώων των Τετραπόδων» 

Η «Παιδιόφραστος Διήγησις των Ζώων των Τετραπόδων» (γνωστό και ως Πουλολόγος) είναι ένα δημοφιλές υστεροβυζαντινό / πρώιμο μεταβυζαντινό αλληγορικό ποίημα (πιθανώς του 14ου αιώνα) γραμμένο σε δημώδη (λαϊκή) γλώσσα.
Στο έργο αυτό, τα τετράποδα ζώα συγκεντρώνονται σε συνέδριο, με πρωτοβουλία του Λέοντος (του βασιλιά των ζώων), για να διακηρύξουν την ειρήνη μεταξύ τους. Ωστόσο, η συνάντηση γρήγορα μετατρέπεται σε ένα οξύτατο, σκωπτικό και σατιρικό πεδίο διαπληκτισμών («λογομαχία»), όπου το κάθε ζώο καυχάται για τα δικά του χαρίσματα και διαπομπεύει τα ελαττώματα των άλλων.

🐘🐒Ελέφαντας και μαϊμού

Στη συγκεκριμένη σκηνή (στ. 930–978) η μαϊμού διακωμωδεί τον ελέφαντα (την προβοσκίδα, την παράδοξη ανατομία του, τη δυσκαμψία του, τη λαϊκή δοξασία της εποχής ότι ο ελέφαντας δεν λυγίζει τα γόνατά του και κοιμάται όρθιος ακουμπώντας σε δέντρα κ.λπ.).
Ο ελέφαντας, εξοργισμένος την καθυβρίζει με πολύ αιχμηρούς χαρακτηρισμούς («ψειροκονιδοφάγον», «πομπή μαγαρισμένη») και τη διώχνει τρομοκρατημένη.
______________________

📜[ 933a ] 

Ὠς ἤκουσεν ἡ μαϊμοὺ ἐλέφαντος τοὺς λόγους,
ὅλοι γὰρ ἐσυντύχασιν (1) καὶ ἅπαντες ἀπεῖπον (2),
οὐδένας δὲν ἀπόμεινε εἰ μὴ αὐτὴ καὶ μόνη,
ἐκρύπτετο δὲ ὡς πονηρή, μέσον τοῦ συνεδρίου.
Πολλὰ γὰρ ἔνι (3) πονηρή, πλέον τῆς ἀλωπούτζας (4).
Ἐπήδησεν δὲ καὶ αὐτὴ καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον
καὶ ταῦτα ἐπεμφθέγξατο (5) καὶ τῷ ἐλέφᾳ λέγει:

«Ἦλθες καὶ ἐσύ, μακρόμυτε, μετὰ τῆς προμυτίδος (6),
νὰ καυχισθῆς καὶ νὰ εἰπῆς, παρασημιὰ (7) τῶν ζώων;
Ἔξω ἀπὸ τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας εἶσαι·
τοῦ καβούρου τάξιν ἐχεις μεγαλοχαχαλάτου (8)·
ἔχεις ἀλλοῦ τὸ στόμαν σου καὶ ἀλλοῦ τὴν προμυτίδα (6),
ἀλλοῦ συνάγεις βρώματα (9) καὶ ἀλλαχοῦ τὰ τρώγεις.

Ὀξύποδε (10), παράσημε καὶ κάθαρμα (11) τῶν ζώων,
δίχα γονάτων γέγονας καὶ δίχα ἁρμονίας (12),
καὶ στέκεις μονοστέλεχος (13) νύκταν τε καὶ ἡμέρα,
καὶ οὐ πίπτεις νὰ ἀναπαυθῆς ὥσπερ τὰ ἄλλα ζῶα,
οὔτε ἀνάπαυσιν μικρὰν ὡς πάντας τοὺς ἀνθρώπους,
ἀλλ’ ὅτε θέλης νὰ ὑπνοῖς ἐστέκεσαι ὁλόρθος
καὶ ἀκουμπίζεις εἰς δενδρὸν ἢ εἰς μεγάλην πέτραν,
καὶ μετὰ φόβου στέκεσαι καὶ τρόμου καὶ κοιμᾶσαι,
καὶ ἂν νυστάξης πάμπολλα ἢ κοιμηθῆς βαρέα,
ἀιλὶ σὲ σέν (14), κακότυχε, πῶς θέλεις ἐξηστρέψει (15),
νὰ ἐγερθῆς, κακότυχε, νὰ πέσης ἄνω κάτω,
οἱ πόδες σου νὰ στέκουνται ἀπάνου ὥσπερ ξύλα,
ποσῶς (16) δὲ νὰ μὴ δύνασαι νὰ ἐγερθῆς ὁλόρθος.

Καὶ ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι ὁποὺ σὲ κυνηγοῦσιν,
εὑρίσκουν σε, σκοτώνουν σε καὶ παίρνουν τὰ ὀστᾶ σου
ὡς ἄνανδρον, ὡς ἀσθενῆν, μὴ ἔχοντα τί δρᾶσαι.
Καὶ σὺ ληρεῖς (17) μὲ τὰ πολλὰ τὰ ψεματα τὰ λέγεις,
πὼς εἶσαι ζῶον μέγιστον, πάνυ ἀνδρειωμένον·
ὅμως ἀκμὴν (18) νὰ σὲ εἰπῶ καὶ ἄλλον ἕνα λόγον:

Πολλάκις δὲ οἱ ἄνθρωποι ποιοῦν καὶ ἄλλας πράξεις
καὶ τέχνας ἄλλας, ἄτυχε, πῶς νὰ σὲ καταλύσουν,
καὶ πράξεις καὶ καμώματα, τὰ θέλεις ἐγρικήσει (19),
ἐσὺ καὶ ὅλοι ἅπαντες ποὺ στέκουσιν μεδ’ ἔμας (20),
καὶ οὔτε ὕπνον θεωρεῖς (21) ἡμέραν τε καὶ νύκταν·
ἀξινογλύφουν (22) τὰ δενδρὰ ἢ πριονοκοποῦν τα
καὶ ἀποκόπτουν τα λοιπὸν εἰς ἄκρον νὰ κοποῦσιν,
 ὑπάγεις ἐκεῖ νὰ κοιμηθῆς, ἐκεῖ νὰ ἀκουμπίσης,
τὸ δένδρον κροῦ (23) καὶ ρίπτει σε, κάτω εἰς γῆν σὲ θέτει,
σκοτώνουν σε, ὡς εἴπαμεν, καὶ παίρνουν τὰ ὀστᾶ σου».

Τότε ὁ μέγας ἔλεφας εἰς ἄκρον ἐθυμώθη (24),
μετὰ σφοδρᾶς τῆς ἀπειλῆς τὴν μαϊμοὺν ἐλάλει:
«Φεῦγε, ἀπὸ τὴν μέσην μας, πομπὴ μαγαρισμένη (25),
μυσεροκακομούστακον (26), ψειροκονιδοφάγον (27),
ἐσθίεις (28) ψύλλους, ψείρας τε καὶ πάντοτε δακώνεις,
καὶ ἄλλα τὰ μικρότατα τῶν ἀκαθάρτων ζώων.
Φεῦγε λοιπὸν ἀπέμπροσθεν (29), μὴ μαγαρίσης (30) πάντας».

Δρομαία (31) δὲ ἡ μαϊμοὺ φεύγει ἀπὸ τὸ μέσον,
ἀπὸ τὸν φόβον τὸν πολὺν τὸν εἶχε τοῦ ἐλέφα,
καὶ μέσον ἀπεκρύβηκεν πάντων τῶν τετραπόδων.
                           ꧁ ꧂

📖 λεξιλογικά:

1. ἐσυντύχασιν: μίλησαν, κουβέντιασαν (συντυχαίνω).
2. ἀπεῖπον: απόκαμαν, σταμάτησαν να μιλούν.
3. ἔνι: είναι.
4. ἀλωπούτζας: της αλεπούς (σκωπτικά).
5. ἐπεμφθέγξατο: επενέβη μιλώντας / φωνάζοντας.
6. προμυτίδος: της προβοσκίδας.
7. παρασημιὰ: το παράξενο σημάδι, το έκτρωμα.
8. μεγαλοχαχαλάτου: του πελώριου και ατσούμπαλου/κακοφτιαγμένου.
9. βρώματα: τροφή, φαγητά.
10. Ὀξύποδε: σκωπτικά: ο βαρύς/δύσκαμπτος στα πόδια.
11. κάθαρμα: το απόβλητο, ο αποδιοπομπαίος.
12. δίχα ἁρμονίας: χωρίς αναλογία/συμμετρία.
13. μονοστέλεχος: αλύγιστος σαν μονοκόμματο ξύλο.
14. ἀιλὶ σὲ σέν: αλίμονό σου!
15. ἐξηστρέψει: θα τουμπάρεις, θα ανατραπείς.
16. ποσῶς: καθόλου, διόλου.
17. ληρεῖς: λες φλυαρίες/ανοησίες.
18. ἀκμὴν: ακόμη, επιπλέον.
19. ἐγρικήσει: θα καταλάβεις, θα μάθεις (γροικώ).
20. μεδ’ ἔμας: μαζί με εμάς.
21. θεωρεῖς: βλέπεις, απολαμβάνεις.
22. ἀξινογλύφουν: πελεκούν τα δέντρα με αξίνα.
23. κροῦ: σπάει, υποχωρεί.
24. ἐθυμώθη: οργίστηκε.
25. πομπὴ μαγαρισμένη: ρεζίλι μολυσμένο και ακάθαρτο.
26. μυσεροκακομούστακον: σιχαμερή, με άσχημο μουστάκι.
27. ψειροκονιδοφάγον: αυτή που τρώει ψείρες και κόνιδες.
28. ἐσθίεις: τρως.
29. ἀπέμπροσθεν: από μπροστά μου/μας.
30. μαγαρίσης: μολύνεις, βρωμίσεις.
31. δρομαία: τρέχοντας, γρήγορα.
__________________
πηγή: Hans Eideneier (επιμ.), Μεσαιωνικές ιστορίες ζώων. Διήγησις των Τετραπόδων Ζώων & Πουλολόγος, κριτική έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016.
____
εικόνα: ψηφιακή σύνθεση (ΑΙ) σε ύφος βυζαντινού χειρογράφου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: