Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ





Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ



Κατά την περικοπή μας η ποικιλία των γλωσσών προέρχεται απο την τιμωρία για ένα συλλογικό αμάρτημα το αμάρτημα της μεγάλης υπερηφανείας (στιχος 4). Η αμαρτία του πρώτου ανθρώπου συνετέλεσε στην αποξένωση του ανθρώπου απο τον Θεό(3,22,24) και τον αδελφό του (4,1-16). Και απο την αμαρτία τώρα, παλι κατά την περικοπή μας, έρχεται η αποξένωση τών των ανθρώπων απο τον Θεό και των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι προφήτες θα αναγγείλουν στο μέλλον αντιστρόφως αυτήν την κίνηση βλ. ΗΣΑΙΑ 2, 1-5,η προφητεία η οποία εκπληρώθηκε στην Πεντηκοστή (ΒΛ. ΠΡΑΞΕΙΣ 2,5-12). 


Η ενότητα πράγματι αποκαταστάθηκε μόνο στον Σωτήρα Χριστό με το θαύμα των γλωσσών στην Πεντηκοστή (ΒΛ ΠΡΑΞΕΙΣ 3,5-12) και μετά με την ενότητα των εθνών στον ουρανό (ΑΠΟΚΑΛ. 7,9-10). Η περικοπή μας εδω την ΒΑΒΕΛ ειναι μια εξήγηση για την προέλευση των διαφόρων γλωσσών χρησιμεύει τωρα για να αποκορυφώσει όλη την προιστορία της ανθρωπότητας και να εισάγει στην ιστορία των Πατριαρχών.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 
ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΕΣΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΑΡΧ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΦΟΥΝΤΑΣ



ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ. Το πρωί, ανήμερα της Μεταμορφώσεως στο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ...Γράφει τις προσευχές του ο αγαθός Γέροντας...



ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ. 

 Το πρωί, ανήμερα της Μεταμορφώσεως στο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ...

Γράφει τις προσευχές του ο αγαθός Γέροντας...

ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ "Υστερα άπό μία κουραστική μέρα, μας είναι απαραίτητη η βραδυνή προσευχή"



Υστερα άπό μία κουραστική μέρα, μας είναι απαραίτητη η βραδυνή προσευχή. 

Το βράδυ, κατάκοπος καθώς είμαι από το μόχθο της ημέρας, δεν έχω όρεξη για προσευχή.


Άλλωστε, γιατί να προσευχηθώ;
Μα πως είναι δυνατό!
Να μην έχει κανείς διάθεση επικοινωνίας με τον Κύριο
Έστω και εξουθενωμένος σωματικά;
Μήπως οι οποιεσδήποτε διασκεδάσεις
Ξεκουράζουν τον άνθρωπο;
Όχι, αυτές τον καταπονούν περισσότερο
Ενώ η προσευχή έλκει τη θεία χάρη, που αναπαύει σώμα και ψυχή.
Δεν προσεύχεστε, λοιπόν...
Ή είστε θυμωμένοι με το Θεό ή πιστεύετε ότι δεν Τον έχετε ανάγκη.
Γιατί να προσευχηθώ;
Αναρωτιέστε.
Νιώθετε αυτάρκεια και αυτοϊκανοποίηση.
Είστε χορτάτοι!
Και δεν θέλετε να ζητάτε...
Κάθε βράδυ, όσο κουρασμένοι κι αν είστε, μην παραλείπετε να καταφεύγετε σ' Εκείνον.
Να προσεύχεστε γονατιστοί ή καθισμένοι.
Και όταν μπορείτε, να σηκώνεστε όρθιοι.
Δεν έχει τόση σημασία ή στάση, φτάνει να προσεύχεστε.
Να ευχαριστείτε τον Κύριο για την ημέρα που πέρασε, όσο δύσκολη κι αν ήταν.
Να Τον παρακαλάτε για μια καλή νύχτα και να ζητάτε συγχώρηση
Με βαθιά μετάνοια για τα σφάλματά σας.
Προσευχή τη νύχτα στο κρεβάτι.
Στη διάρκεια της νύχτας, όποτε ξυπνάτε για λίγο και πριν σας ξαναπάρει ο ύπνος.
Να προσεύχεστε έτσι όπως είστε ξαπλωμένοι.
Αυτό δεν είναι κακό.
Απεναντίας μάλιστα, αν συνηθίσετε να λέτε την ευχή ή κάποιον ψαλμό στα μεσοδιαστήματα του ύπνου
Θα διώχνετε όλους τους κακούς λογισμούς, που σας πολεμούν εκείνη την ώρα.


https://www.facebook.com/pages/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%9D-%CE%9F%CE%A1%CE%9F%CE%A3/151606611664237



Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΣΙΝΑΙΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ. ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ.



ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΣΙΝΑΙΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ.

ΟΛΟΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΟΥΝ ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΟ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟ ΟΡΟΣ ΣΙΝΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΚΛΕΙΣΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ.


ΚΑΝΕΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΔΟΥΙΝΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ. ΔΥΣΤΗΧΩΣ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΟΥΝ ΜΕ ΑΓΝΩΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΕΓΓΥΣ ΜΕΛΛΟΝ. ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΔΙΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ. ΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΡΕΕΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ Η ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΙΣΟΣ. ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΥΤΕ ΟΙ ΚΟΠΤΕΣ ΒΟΗΘΗΣΑΝ ΔΙΟΤΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΜΟΡΣΙ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΕΞΑΧΡΙΩΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΖΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΔΙΠΛΑ. 


ΕΠΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΙΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΦΡΙΚΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΙ ΛΑΟΙ Η ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΣΗΚΩΘΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ. ΕΤΣΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΔΥΣΚΟΛΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΖΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΑΊΤΕΡΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΒΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΙΟΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΙΕΡΕΑΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΡΤΥΡΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ. ΠΟΛΛΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ. 


 ΟΤΑΝ ΤΑ ΝΕΡΑ ΛΙΜΝΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΛΟΙ ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΚΑΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ  ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ ΟΤΙ ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΑΦΥΠΝΙΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ. Ο ΘΕΟΣ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΧΕΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΣΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΜΑΣ.

 ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΝΑ ΜΗΝ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. 

ΨΗΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΜΑΣ ΠΙΣΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΤΑΠΕΞΕΛΘΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΒΙΩΝΟΥΜΕ.

 ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΚΟΒΟΥΝ ΛΑΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ  ΤΙΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΣΧΟΛΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΚΛΠ ΚΑΙ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΖΙΚΕΣ  ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΟΤΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΣΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΑΣ.
  





ΟΙ ΔΙΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.






Εκπληρώνοντας την υποσχεσή του ο Θεός κάνει μια διαθήκη με τον Νώε την πρώτη σαφώς μνημονευόμενη διαθήκη. Αυτή εδώ η διαθήκη η οποία ως σημείο της έχει ένα φυσικό φαινόμενο, το τόξο στην νεφέλη, σύμβολο ειρήνης και καταλλαγής, εκτείνεται σε όλα τα ζώα (στιχος ΓΕΝ 10.12.16) σε όλη την γή (ΓΕΝ στίχος 13), και είναι μονομερής, γιατί δεν περιέχει καμία υποχρέωση εκ μέρους των δημιουργημάτων. 

Η διαθήκη με τον Αβραάμ θα προυποθέτει την προσωπική δέσμευση με τον Θεό, θα συναφθεί μόνο με τους απογόνους του Πατριάρχη και σημείο της θα είναι η περιτομή.( ΓΕΝ .ΚΕΦ 17). 

Η διαθήκη υπό του Μωυσή θα περιορισθεί μόνο στο Ισραήλ με τον όρο υπακουής στον Νόμο (ΕΞ 19,5. 24, 7-8) και σημείο της θα είναι ο σεβασμός του Σαββάτου. (ΕΞ. 31,16-17)

 Η τελευταία και τέλεια διαθήκη η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ συνήφθη όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου δια του Υιού του Θεού με όλους τους ανθρώπους.
(ΜΑΤΘΑΙΟΥ 26,28 ΕΒΡ 9,15)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 
ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΕΣΙΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΑΡΧ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΦΟΥΝΤΑΣ

http://pcaltirion.blogspot.gr/





Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Μιά λυτρωτική εμπειρία από τήν ασθένεια τού καρκίνου:



Μιά λυτρωτική εμπειρία από τήν ασθένεια τού καρκίνου
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 
Πρόσφατα διάβασα ένα συγκλονιστικό βιβλίο μέ τίτλο «Υπόσχεση». Είναι γραμμένο από μιά μάνα (Μαρίνα Λασηθιωτάκη) πού έζησε τήν πενταετή περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική τού γιού της πού έφυγε από τόν κόσμο αυτό από καρκίνο περίπου σέ ηλικία δεκαoκτώ ετών. Είχε ωριμάσει μαζί όλη η οικογένεια στόν πόνο καί από τόν πόνο έζησαν τήν πίστη, τήν προσευχή, τήν ησυχία, τήν αγάπη, τήν πραγματική ελευθερία.
Διάβασα τό βιβλίο αυτό απνευστί καί έμεινα άφωνος. Μού τό έδωσε η ίδια η μάνα-συγγραφεύς μέ αγάπη, γιατί, όπως μού είπε καί όπως φαίνεται στό βιβλίο, βοηθήθηκε από τά βιβλία μου –καί κυρίως εκείνα πού κάνουν λόγο γιά τήν ορθόδοξη ψυχοθεραπεία– γιά νά αντιμετωπίση τίς δυσκολίες. Ήταν μιά άγνωστη σέ μένα μέχρι τώρα αναγνώστρια τών βιβλίων μου πού ωφελήθηκε από τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας γιά νά απαντήση στά ερωτήματα, όπως γράφει: «Γιατί υπάρχουμε; Γιατί ζούμε, αφού θά πεθάνουμε; Ποιό είναι τό νόημα τής ύπαρξής μας; Υπάρχει Θεός; Είναι δεδομένη η ύπαρξή μας; Άν είναι δεδομένη, έχουμε ελευθερία βουλήσεως ή είμαστε περιορισμένοι; Πώς συνδυάζεται η ελευθερία μέ τήν αγάπη; Πώς συνδέεται η ατομικότητά μου μέ τούς άλλους ανθρώπους;».
Η μάνα-συγγραφεύς, όπως γράφεται στό σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Αγγλική καί Ελληνική φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήρε μέρος στόν αντιδικτατορικό αγώνα τής εποχής, ενώ μετά τήν μεταπολίτευση εντάχθηκε σέ κόμμα τής αριστεράς». Κυρίως εκείνο πού μάς ενδιαφέρει εδώ είναι ότι πέρασε μέ τόν γιό της Βανή-Μίνω μέσα από όλους τούς σταθμούς ωρίμανσης ψυχολογικής καί πνευματικής.
Στήν εισαγωγή τού βιβλίου παρουσιάζεται μιά συνοπτική περιγραφή τής πνευματικής ωρίμανσης τού γιού καί τής μάνας καί η ανακάλυψη τής εσωτερικής προσευχής καί τού έσω ανθρώπου. Στά δέ κεφάλαια πού ακολουθούν τήν κοίμηση τού Βανή, γίνεται ανάλυση τών επί μέρους καταστάσεων πού βίωσαν μάνα καί γιός, όπως «ησυχία», «αγάπη, ελευθερία», «ο πόνος», «γιατί νά υπάρχουμε», «η ταπείνωση». Μέ πολύ ωραίο τρόπο, κυρίως εμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, υπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Όλα αυτά γράφονται μέ έναν φιλοσοφικό καί θεολογικό λόγο. Η στενότητα τού ερωτήματος πού βασάνιζε τήν μάνα μετά τήν κοίμηση τού παιδιού της «ανυπαρξία ή ύπαρξη;», «νά ζή κανείς ή νά μή ζή;», τελικά ανοίχτηκε στήν θεολογία τής αγάπης καί τής ελευθερίας.
Πάντως μάνα καί γιός πέρασαν μέσα από τόν σωματικό, ψυχολογικό καί υπαρξιακό πόνο, μέσα από τήν διαδικασία τού φθαρτού σώματος στό νοσοκομείο, από τήν αποτυχία τής ψυχολογίας καί τής ουμανιστικής ψυχοθεραπείας νά αντιμετωπίσουν έναν ετοιμοθάνατο, αφού «δέν μπορούν νά καταλάβουν τί έχει ανάγκη ο ετοιμοθάνατος», μέσα από τήν φιλοστοργία, αλλά πέρασαν καί μέσα από τήν νοερά προσευχή, τήν ενεργοποίηση τής νοεράς ενεργείας, τήν νηπτική ορθόδοξη ησυχία, τήν ανάγνωση ησυχαστών Πατέρων, τήν παράδοση τού εαυτού τους στόν Θεό, τήν μετάνοια, τήν μεταποίηση τού πόνου σέ αγάπη, ταπείνωση, ελευθερία καί πολλά άλλα.
Τό εκπληκτικό αυτό δίδυμο μάνας - παιδιού μέ τήν ευγενική, ευαίσθητη καί νηφάλια παρουσία τού πατέρα, έζησε σημαντικές εσωτερικές καταστάσεις, όπως περιγράφονται στό βιβλίο.
Τό παιδί είχε έντονα υπαρξιακά ερωτήματα, όταν ήταν ακόμη 10 χρονών –πρίν αρρωστήσει. Καθώς ήταν ανάσκελα ξαπλωμένο στό γρασίδι, μεσάνυκτα μέ αστροφεγγιά είπε: «Εγώ εκεί ψηλά θά πάω νά ζήσω». Σέ διάλογο μέ τήν μάνα του είπε: «Όχι, ρέ μαμά, εκεί είναι τό σπίτι μου». Σέ ηλικία 14 ετών, μόλις έμαθε ότι έχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετά τόν θάνατο; η ζωή σταματά εδώ;». Άλλοτε: «Μαμά, παρακάλα τήν Παναγία». Σέ δύσκολη στιγμή τής αρρώστιας έγινε ο διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Καί σημειώνει η μάνα: «Ο Μίνως ακολούθησε τίς οδηγίες τής μάνας του, αλλά πήγε πιό μακριά. Ανακάλυψε τόν εσωτερικό υπερβατικό άνθρωπο μέσα του».
 
Eίναι καί μιά μαρτυρία γιά τό πώς εφαρμόζεται στήν πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία καί η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σέ δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.

 
Σέ έναν άλλο συγκλονιστικό διάλογο ο Βανής-Μίνως είπε, όπως τό κατάλαβε η μητρική καρδιά: «Εγώ σέ αυτόν τόν πλανήτη... δέν έχω θέση πιά. Πάω γιά άλλο». Καί όταν στήν τελευταία τάξη τού Λυκείου μιά καθηγήτρια ρωτούσε τά παιδιά: «Τί επιθυμείτε τώρα μέ τήν αποφοίτησή σας; Ποιά τά σχέδιά σας;», καί τά παιδιά έδιναν τίς απαντήσεις τους, ο Μίνως απάντησε λιτά: «Έναν ανώδυνο θάνατο», καί «η τάξη έμεινε άναυδη». Τότε βρισκόταν στό τελευταίο στάδιο τής ασθενείας του καί προετοιμαζόταν γιά τήν αναχώρησή του από τόν κόσμο αυτόν.
Τό πέρασμα μέσα από τήν δοκιμασία τού καρκίνου δέν ήταν εύκολο. Αλλά εκείνος είχε ένα ηρωϊκό πνεύμα. Αντιμετώπιζε τίς δυσκολίες μέ χιούμορ, συμμετείχε στίς εξετάσεις τού Σχολείου καί μετά από ακτινοθεραπείες, έγραφε στό laptop, άκουγε μουσική, έστησε μέ φίλο του ερασιτεχνικό radio καί έκαναν εκπομπές, έγραψε σενάρια καί γύριζε ερασιτεχνικά φιλμάκια, συμμετείχε στήν εκδρομή τής Γ' Λυκείου στήν Σαντορίνη ένα μήνα πρίν φύγει απ’ τόν κόσμο αυτόν, έψαχνε περιβαλλοντικά θέματα, έπαιζε bouling στήν Γλυφάδα. Γενικά, ήταν δημιουργικός άνθρωπος, δέν διακρινόταν από αδράνεια. Υπήρχε περίπτωση πού λύγιζε, «πάλευε μέ τόν πόνο του καί ήταν οι ώρες πού δέν ήθελε ούτε τήν μάνα του νά βλέπει καί αυτή τρελαινόταν. Ανησυχούσε, δέν καταλάβαινε, δέν ήξερε τί νά κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζούσε μέ ησυχία καί προσευχή.
Η προτελευταία καί τελευταία ημέρα τής ζωής του διακρινόταν από τήν λιτότητα, τήν απλότητα, τήν πίστη καί τόν συγκλονισμό. Τό παιδί εξέφρασε τήν επιθυμία: «Γίνεται νά μάς φέρουνε από τό Άγιον Όρος λίγο κρασί καί λίγο ψωμί;». Όταν τό διαβεβαίωσαν ότι θά πραγματοποιηθή η επιθυμία του, είπε: «Νά δείς πού όλα θά τελειώσουν όμορφα, μαμά». Έπειτα, ο πατέρας του διάβαζε τόν βίο τού αγίου Σεραφείμ τού Σαρώφ, όπως εκείνος τό είχε ζητήσει.
Μέσα στούς πόνους τού Μίνου έγινε ο εξής διάλογος:
«–Μαμά τί άλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά απ' όλες;
–Όποια θές. Πές τό Πάτερ ημών ή απλώς τό Κύριε ελέησόν με.
Κείτονταν ημέρες χωρίς μορφασμούς από τούς πόνους μέ κλειστά μάτια. Η μάνα τού κράτησε τό χέρι του καί προσευχόταν κι αυτή».
Μέσα σέ μιά τέτοια συγκινητική, ήρεμη καί βαθειά χριστιανική οικογενειακή ατμόσφαιρα, σέ νοσοκομείο τής Γερμανίας ο Βανής-Μίνως έφυγε από τόν κόσμο αυτόν καί πορεύθηκε σέ εκείνον πού ποθούσε από τήν μικρή του ηλικία.
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό τό συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα τήν ανάγνωση, τηλεφώνησα σέ αυτήν τήν μάνα καί τής είπα: «Είσαι ηρωΐδα μάνα. Ήταν τυχερός ο Βανής πού είχε μιά τέτοια μάνα». Καί εκείνη μέ ταπείνωση απάντησε αφοπλιστικά: «Εγώ είμαι τυχερή πού είχα τέτοιο γιό».
Η ίδια γράφει στόν πρόλογο τού βιβλίου: «Άθελά μου, εντελώς μηχα¬νι¬στικά από τήν δική μου πλευρά, τού έστρεψα τήν προσοχή στήν προσευχή. Έτσι, όπως θά έκανε η μάνα μου. Προσευχή γιά νά τιθασεύσει θεραπευτικά τόν αβάσταχτο πόνο. Καί τότε ο πόνος άρχισε νά δουλεύει θεραπευτικά γιά τήν ψυχή τού Βανή, ενώ εμένα απειλούσε νά μέ συνθλίψει. Ο πόνος, άν δέν σέ καταστρέψει, θά σέ αναστήσει». Αλλά επειδή ήταν ηρωΐδα μάνα, ο πόνος θεράπευσε τόν γιό της, ανέστησε καί τήν ίδια. Εκείνη έχει τό θάρρος νά γράψη στόν πρόλογο τού βιβλίου: «Γιέ μου, σ' ευχαριστώ».
Καί εκείνος θά προσεύχεται γιά τήν μάνα του πού τόν ευεργέτησε.
Ενώ τό παρελθόν τής μάνας αυτής ήταν αριστερό, τήν διακατείχε η αναζήτηση τής Αλήθειας. Αυτό φαίνεται από όσα γράφει συνοπτικά γιά τόν Camus μέ τόν φιλελεύθερο ουμανισμό του: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω» γιά τόν Sartre πού είναι διχασμένος «πάντα ανάμεσα στόν υπαρξισμό καί τόν Μαρξισμό, καταλήγει σέ μιά παραδοχή τής ελευθερίας, όπως τήν εννοούσε ο ίδιος» γιά τούς υπαρξιστές, Μαρξιστές φιλοσόφους, αγνωστικιστές ή αθέους πού «ξέκοψαν τόν νού από τήν καρδιά» γιά τόν Hussel, Hegel, Marx κλπ.
Μέ τήν ασθένεια τού γιού της γνώρισε τούς ψυχολόγους καί ψυχαναλυτές, τά ψυχοφάρμακα καί τήν ψυχανάλυση πού προτείνουν: «Γίνε φυτό. Νά μήν αισθάνεσαι. Νά μή αυτοκτονήσεις. Ή σέ καλούν σέ ατέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. Όπως αδυνατούν νά διαχειριστούν τόν θάνατο, αδυνατούν νά διαχειριστούν καί τό υπαρξιακό κενό τής μάνας πού πενθεί τό παιδί της. Εστιάζουν σέ προβλήματα ατομικά-ψυχολογικά καί χαπακώνουν τόν ασθενή. Κύριο μέλημά τους είναι νά εξαφανίσουν τά συμπτώματα τής λεγόμενης κατάθλιψης».
 
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό τό συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά.

 
Καί μέσα σέ όλη αυτήν τήν περιπέτεια η ηρωΐδα μάνα βρήκε τήν «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καί τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας καί επιβεβαιώνει ότι «η λογική καί ο νούς είναι δύο παράλληλες ενέργειες τής ψυχής», ότι έχουμε μάθει νά χρησιμοποιούμε μόνο τήν λογική ενέργεια καί «έχουμε παραμελήσει τήν άλλη ενέργεια τής ψυχής, τό νού, πού είναι τό κέντρο ύπαρξης τού ανθρώπου». Αλλά θά πρέπει νά συνδέσουμε «τόν νού μέ τόν Θεό, μέσω τής νοεράς προσευχής».
Μέσα από τήν διαδικασία τής θεραπευτικής αγωγής τής Εκκλησίας ο Βανής υπήρξε γενναίος. «Η στάση του απέναντι στόν καρκίνο ήταν ηρωϊκή. Πάλη άνιση, αγώνας μέχρι τό τέλος, αγόγγυστος καί ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Η υπομονή του δέν είχε κανένα στοιχείο ηττοπάθειας ή παραίτησης. Ήταν σκληρή αποδοχή τής πραγματικότητας. Η υπομονή του τού έδωσε χρόνο καί γαλήνη νά στραφή στό πνεύμα του. Ανακάλυψε τήν προσευχή σιωπηλά. Αυτή τόν απογείωσε, τόν έκανε νά ξεπεράση τόν εαυτό του, νά βγεί έξω από τόν εαυτό του. Μεταμόρφωσε τόν χαρακτήρα του, τήν εγωπάθειά του. Τόν οδήγησε ν' αγαπήσει δυνατά. Έφυγε σάν αετός, ελεύθερος».


Η νηπτική παράδοση τής Ορθόδοξης Εκκλησίας βοήθησε καί τήν μάνα νά ελευθερωθή μέσα από τόν «άγιο πόνο», γι' αυτό γράφει: «Ο πόνος ο βαθύς είναι λυτρωτικός. Σάν καυτό σίδερο στά σωθικά σου, λιώνει τόν εγωϊσμό σου. Αποτεφρώνει επιθυμίες καί κοσμικά θέλω». «Ο ανείπωτος πόνος σάν οξύ μυτερό λεπίδι, ξύνει τήν ψυχή της (τής μάνας) καί βγαίνουν αλήθειες. Γονατίζει από τίς αποκαλύψεις... Τώρα καλαβαίνω ότι αυτή είναι πραγματική μετάνοια».


Τό βιβλίο αυτό μέ τίτλο «υπόσχεση» πού κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις Γρηγόρη, είναι μιά «μαρτυρία καί οφείλεται στήν υπόσχεση πού δόθηκε ανάμεσα σ' εμένα (τήν μάνα) καί τόν γιό μου Βανή», ο οποίος είχε σκοπό άν ζούσε «νά γράψη γιά τήν εμπειρία πού έζησε μέ τόν καρκίνο». Αλλά είναι καί μιά μαρτυρία γιά τό πώς εφαρμόζεται στήν πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία καί η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σέ δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.
Ευλογημένο παιδί, ηρωΐδα μάνα, ευαίσθητος καί νηφάλιος πατέρας. Δόξα τώ Θεώ.–


Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

ΑΛΕΞΙΟΣ ΤΟΥ ΕΛΝΑΤ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ







 Ἀλέξιος τοῦ Ἔλνατ, ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς


Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς νεομάρτυρες τῆς ῾Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν καὶ ἀρκετοὶ εὐλαβεῖς λαϊκοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀλέξιος Ἰβάνοβιτς Βορόσιν, ὁ ὁποῖος βάδισε τὸν δύσκολο δρόμο τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Ἕνα δρόμο ποὺ ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσβατος ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξιος ἔζησε στὴ δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿30, ὅταν ἡ βιαιότητα τῆς Σοβιετικῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε φοβερή. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀλέξιος κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ στεφανωθῇ μὲ τὸν στέφανο τοῡ μαρτυρίου τὸ 1937. Ἂν καὶ οἱ ἐκτελεστές του ἔχουν πλέον ξεχαστῆ, τὸ ἄφθορο σῶμα του παραμένει στὴν πόλι τοῦ Ἰβάνοβο ζωντανὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς πιστούς.

Τὰ πρῶτα του χρόνια

Ὁ Ἀλέξιος γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 στὸ χωριὸ Καουρχίκχο στὴν περιοχὴ Οὔριεβετς τῆς ἐπαρχίας Κόστρομα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ Εὐδοκία Βορόσιν, ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴ γῆ. Ἡ περιοχὴ ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἀλέξιος ἦταν γνωστή, γιατὶ ἐκεῖ τὸν 16ο αἰῶνα ἔζησε ἀσκητικὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς. Οἱ ζωὲς τῶν δύο αὐτῶν ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες, ἴσως γιατὶ –ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή– ὁ Ἀλέξιος προσευχόταν θερμὰ στὸν ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ὁ Ἀλέξιος ἔφτασε σὲ ἡλικία γάμου, ἄρχισε νὰ ψάχνῃ γιὰ σύζυγο καὶ ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀρραβωνιαστῇ, ὅταν κάτι ἀναπάντεχο συνέβη κι ὁ ἀρραβώνας ἀπετράπη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ νέοι τῆς περιοχῆς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ συνάζωνται στὰ χωριὰ καὶ νὰ συζητοῦν, ἀλλὰ οἱ συζητήσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς δὲν εἶχαν θέματα πίστεως καὶ ἦταν ἀμφιβόλου ἠθικῆς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴν κοπέλλα νὰ μὴ λάβῃ μέρος σὲ τέτοιου εἴδους ἀνευλαβεῖς συζητήσεις, κάτι τὸ ὁποῖο ἐκείνη δὲν ἄκουσε. Καὶ ὁ Ἀλέξιος σκέφτηκε· Ἂν τώρα δὲν μὲ σέβεται καὶ δὲν ὑπακούει, τί θὰ γίνῃ ὅταν θά ᾿νε γυναίκα μου; Στὴ συνέχεια ἄρχισε νὰ προβληματίζεται μὲ τὴν ὅλη πολιτειακὴ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ ῾Ρωσία, τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα εἶχε ἀρχίσει νὰ σείεται. Εἶχε ἤδη ξεκινήσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πολλοὶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸν πόλεμο πολὺ διαφορετικοί. Ὁ Ἀλέξιος διαισθανόταν ὅτι ἕνας ἐπικείμενος κίνδυνος ἦταν πρὸ τῶν πυλῶν.

Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα του καὶ ν᾿ ἀποσυρθῇ στὸ ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Κριβοεζέρσκ. Τὸ ἐρημητήριο αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς, καὶ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ὑπῆρχαν λίμνες καὶ στὴν τέταρτη πλευρὰ βρισκόταν ὑψηλὲς ἀμμώδεις πλαγιές. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ πηγὴ ποὺ λεγόταν Ἡ πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπου ὁ Ἀλέξιος πήγαινε συχνὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε τὸν Ἀλέξιο ὡς δόκιμο, ὁ ὁποῖος σιγὰ - σιγὰ συνήθισε τὴν τάξι καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ κοινοβίου, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ.

Γυρίζοντας στὴν πόλι του δὲν ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ ἀποχωρητήριο - μπάνιο ἔξω στὴν αὐλή. Σύντομα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα του, ἔχτισε στὸν κῆπο ἕνα κελλάκι. Ὁ Ἀλέξιος ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο στὴν προσευχή, ἀπομονώνοντας τὸν ἑαυτό του εἴτε στὸ κελλί του εἴτε στὴν πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών. Ἡ περιοχὴ ἐκεῖ εἶχε τέτοια φυσικὴ διαμόρφωσι ποὺ ὁ Ἀλέξιος μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου.

Ἔφτασε ὁ Μάρτιος τοῦ 1917 καὶ ἡ ῾Ρωσία ἄρχισε νὰ δέχεται τὸ πρῶτο ταρακούνημα ἀπὸ τὸ προεπαναστατικὸ κίνημα. Στὰ χωριὰ δὲν ὑπῆρχαν κάποιες κρατικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ βάζουν μιὰ τάξι. Οἱ κάτοικοι συγκεντρώνονταν στὶς τοπικὲς συνελεύσεις ἀγροτῶν γιὰ ν᾿ ἀποφασίσουν πάνω σὲ θέματα ποὺ τοὺς ἀφοροῦσαν. Στὸ χωριὸ τοῦ Ἀλεξίου οἱ κάτοικοι τὸν ἐπέλεξαν ὡς πρόεδρο τῆς κοινότητός τους. Μὲ τὸ ποὺ ἔγινε πρόεδρος ὁ Ἀλέξιος δὲν ἄλλαξε καθόλου τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μέχρι τότε· προσευχόταν πολὺ καὶ συμμετεῖχε στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη κι ὅταν ἔπρεπε ν᾿ ἀποφασίσῃ γιὰ κάτι, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ παρέμενε μέσα προσευχόμενος μέχρι νὰ πάρῃ κάποια πληροφορία. Παρέμεινε πρόεδρος μόνο ἕνα χρόνο, γιατὶ κάποιος ἄλλος τοποθετήθηκε στὴ θέσι του ἀπὸ τὶς ἀρχές κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀλέξιος σταμάτησε νὰ ἔχῃ ἐπαφὲς μὲ τὸν κόσμο καὶ κλείστηκε στὸ κελλί του, ἀφιερώνοντας ὅλο του τὸν χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ νηστεία. Ἔτσι πέρασαν ἐννιὰ χρόνια.




Μιὰ νέα πάλη

Τὸ 1928 ἐπέλεξε νὰ βαδίσῃ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς σαλότητας. Ἄρχισε νὰ ζῇ ὅπου εὕρισκε, κ᾽ ἦταν ντυμένος μὲ κουρέλια. Κανείς δὲν γνώριζε ποῦ περνοῦσε τὰ βράδια του καὶ οἱ ἐμφανίσεις του ἦταν ἀναπάντεχες. Κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε νὰ βαδίζῃ μέσα στὰ χωράφια μετρώντας τα μὲ ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἐνοχλώντας τοὺς χωρικοὺς ποὺ δούλευαν. Αὐτή του ἡ συμπεριφορὰ προκάλεσε τὸ γέλιο τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία. Οἱ χωρικοὶ ἀγρίεψαν κι ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν. Ὁ ἅγιος ἔφυγε, ἀλλὰ ξαναγύρισε κάνοντας τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἕνα χρόνο μετά, ἐμφανίστηκε στὰ ἴδια χωράφια ἕνας Σοβιετικὸς γραφειοκράτης καὶ τὰ μετροῦσε.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς χωρικοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἐξοριστῇ χωρὶς νὰ εἶνε ἔνοχος. Ὅμως ὁ ὅσιος πήγαινε στοὺς χωρικοὺς ποὺ θὰ ἐξωρίζονταν καὶ τοὺς προειδοποιοῦσε.
Οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν τὶς ἐκκεντρικότητες τοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ μιὰ μέρα ἐμφανίστηκε γυμνὸς σὲ δύο ὑποδηματοποιούς, τὸν Ἀλέξανδρο Σταπάνοβιτς καὶ τὸν Δημήτριο Ἰβάνοβιτς, κάτι ποὺ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ἀπορρήσουν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦρθαν στὸ χωριὸ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ κατέσχεσαν ὅλη τὴν περιουσία τῶν δύο ὑποδηματοποιῶν, μέχρι τὸ τελευταῖο ροῦχο, ἀφήνοντάς τους γυμνοὺς δίπλα ἀπὸ τὰ σπίτια τους ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκαν πλέον.

Ἄλλες φορὲς ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ κάποια χωριὰ κι ἄρχιζε νὰ μετρᾷ τὰ σπίτια, δίνοντας ἕνα νούμερο ἄσχετο μὲ τὸ πραγματικὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν. Οἱ κάτοικοι τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτῶν τῶν σπιτιῶν συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν γιὰ τόσα χρόνια ὅσο ὁ Ἀλέξιος ἔλεγε ὅτι ἦταν τὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν τους.

Μιὰ ἄλλη φορὰ τὸ χειμῶνα, ποὺ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ καὶ κανείς δὲν βάδιζε στὸ δρόμο, ἐμφανίστηκε νὰ περπατᾶ ὁ Ἀλέξιος καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ χωριὸ Σερεντκίνο χωρὶς νὰ φοράῃ τὰ ροῦχα του. Χτύπησε τὴν πόρτα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Γεννάδιος. Ἡ γυναίκα, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τοῦ φώναξε ὑψώνοντας τὴ γροθιά της• «Ἀδιάντροπε ἄνθρωπε, πότε θὰ σταματήσῃς νὰ μᾶς ἐκθέτῃς;». Ὁ σύζυγός της ὅμως τὸν προσκάλεσε μέσα καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καινούργια φορεσιά. Ὁ Ἀλέξιος ντύθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε τὸ ζευγάρι, λίγο πιὸ πέρα ὅμως ξεντύθηκε, δίπλωσε τὰ ροῦχα καὶ τ᾿ ἄφησε πάνω στὸ χιόνι. Τὸ ζευγάρι βρῆκε τὰ ροῦχα καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἔψαχνε νὰ βρῇ τὸν λόγο τῆς πράξεώς του αὐτῆς. Στὸ τέλος τοῦ χειμώνα ἦρθαν στὸ σπίτι τοῦ ζευγαριοῦ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς πέταξαν ἔξω, ἀφήνοντάς τους μόνο μὲ τὰ ἐσώρουχα.

Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὴν ἀδελφή του Ἄννα. Μάζεψε κάποια πράγματα καὶ τὰ ἔβαλε πάνω στὸ τραπέζι. Ὅταν τὸ τραπέζι γέμισε, φόρεσε τὸ καπέλλο του κ᾽ ἔφυγε. Ἡ Ἄννα σκέφτηκε ὅτι ἴσως ἦταν κάποιο σημάδι, ἔτσι ἔκρυψε αὐτὰ τὰ πράγματα κάπου μακριὰ κι ὅταν τῆς πήραν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μόνα ποὺ εἶχε ἦταν ὅσα εἶχε κρύψει.


Ὁ ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόταν τὰ χωριὰ Σελεζένεβο καὶ Παρφένεβο, ὅπου σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια εἶχε ἕνα τσουβάλι βιβλία καὶ πήγαινε, διάβαζε πίνοντας τὸ τσάϊ του. Μιὰ φορὰ ὅμως μπῆκε στὸ σπίτι καὶ κάθησε πάνω ἀπὸ τὴ σόμπα σιωπηλός. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν φιλοξενοῦσαν εἶχαν συνηθίσει τὴν παράξενη συμπεριφορά του καὶ περίμεναν κ᾽ ἐκεῖνοι σιωπηλοί. Λίγη ὥρα ἀργότερα ὁ Ἀλέξιος βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ κεφαλόσκαλο, καὶ ἔτσι, ὅπως καθόταν, κατέβηκε τὶς σκάλες καθιστός. Ἔπειτα σκαρφάλωσε πάνω σ᾿ ἕνα κάρρο στὴν αὐλὴ καὶ ξάπλωσε ἀρχίζοντας νὰ βογγάῃ σιωπηλά.

Δυὸ ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ, παίρνοντας μία μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα βραστὸ νερό ἀπὸ τὴ σόμπα, τὴν ἔχυσε πάνω της καὶ κάηκε τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίσῃ. Βγῆκε ἔξω στὴ βεράντα, κάθησε στὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκε καθιστή, καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἔβαλαν πάνω στὸ κάρρο ὅπου ἔπρεπε νὰ περιμένῃ δύο ὧρες μέχρι ποὺ κατάφεραν νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο.

Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ Ἔλνατ ἦταν ὁ Παῦλος Ἰβάνοβιτς, ἕνας εὐσεβὴς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος. Κάποια μέρα ὁ Ἀλέξιος μπῆκε στὸ ναὸ ἐνῷ γινόταν ἡ ἀκολουθία, φορώντας καπέλλο κι ἔχοντας ἕνα τσιγάρο στὸ στόμα. Ἔκανε βόλτες μέσα στὸ ναὸ μὲ τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, προξενώντας τὴν δυσαρέσκεια ὅλων τῶν πιστῶν. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ οἱ ἀρχὲς διέταξαν τὸ κλείσιμο τοῦ ναοῦ ζητώντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸν ἐπίτροπο Παῦλο, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι οἱ πιστοὶ ἐθελούσια συμπράττουν στὸ κλείσιμο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐκκλησία στοὺς ἄθεους.

Φυλακίστηκε καὶ πέθανε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἡ κλονισμένη του ὑγεία δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντέξῃ τὴν ἀνάκρισι. Μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ ἐπιτρόπου ἔκλεισαν τὴν ἐκκλησία καὶ ἐργάτες μὲ καπέλλα καὶ τσιγάρα βάδιζαν ἀναιδῶς μέσα στὸ ναό, ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ λέσχη διασκεδάσεως.

Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ γελοῦσαν ἢ κυνηγοῦσαν τὸν Ἀλέξιο, βλέποντας τὴν περίεργη συμπεριφορά του.

Πολλοὶ νέοι τὸν πείραζαν, περπατώντας δίπλα του, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος δὲν ἔδινε σημασία. Βάδιζε πάντοτε φορώντας ἕνα μακρὺ πουκάμισο μέχρι τὰ γόνατα. Ὅταν τοῦ ἔδιναν ροῦχα, ἐκεῖνος ἀμέσως τὰ μοίραζε.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχὲς τὸν εἶχαν συλλάβει, στέλνοντάς τον σὲ ψυχιατρικὴ κλινική, ἀλλὰ ἐκεῖ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διαγνώσουν κάποια ψυχικὴ πάθησι, κ᾽ ἔτσι τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο.



Ὁ ὅσιος ἔλεγε συχνὰ στὴν Ἄννα Μπεζεμίροβνα, ὅταν ἀκόμη ἦταν μικρή, τὴν ἑξῆς φράσι• «δῶσε μου μισὸ λίτρο». –Μὰ τί λέει ὁ Ἀλέξιος; ἀναρωτιόταν ἡ μικρή. Μέχρι ποὺ παντρεύτηκε καὶ [τότε] ἄκουγε συχνὰ ἀπὸ τὸν μέθυσο ἄντρα της τὴν ἴδια φράσι.

Τὸ 1931 ὁ πεθερὸς τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀλεξίου, ὁ Νικόλαος Βασίλιεβιτς, ἐξωρίστηκε. Ἐπειδὴ ἦταν ἥδη ἠλικιωμένος, ἡ οἰκογένειά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἐλπίδα νὰ τὸν ξαναδῇ ζωντανό. Μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ του, τοῦ Δημητρίου Μιχαΐλοβιτς, στὸ ὁποῖο ἦταν μόνο ἡ σύζυγός του Ἄννα Νικολάεβνα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ εἶνε ἄπραγος, βρῆκε κάτι ν᾿ ἀπασχολῆται• κ᾽ ἐνῷ ἦταν ἀπορροφημένος στὴ δουλειά του, σήκωσε τὸ κεφάλι κ᾽ εἶπε· –Δὲν θὰ ἔρθῃ ὁ Νικόλαος στὸ σπίτι; –Ποιός Νικόλαος; ρώτησε ἡ Ἄννα. –Ὁ πατέρας σου. Ἐκείνη χτύπησε τὰ χέρια της ὅλο χαρὰ καὶ ρώτησε μὲ τὴ σειρά της –«Τί ἐννοεῖς, θεῖε Ἀλέξιε; ὑπάρχει περίπτωσι νὰ εἶνε τώρα στὸ δρόμο καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ; –Ἴσως… ἴσως, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Νικόλαος ἐπέστρεψε σπίτι.

Ὅταν ἡ Ἄννα Νικολάεβνα γέννησε τὸ γυιό της, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Νικόλαος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθῆ λίγες μέρες πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Πρότειναν στὸν Ἀλέξιο νὰ εἶνε ὁ νονὸς τοῦ παιδιοῦ κ᾽ ἐκεῖνος δέχτηκε. Στὴ βάπτισι ὅλοι πῆγαν μὲ τὸ κάρρο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο πού, ὅπως συνήθιζε, πῆγε περπατώντας. Δύο μέρες μετὰ τὴ βάπτισι, μαζεύτηκαν στὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ νὰ γιορτάσουν τὴν ὀνομαστική του ἑορτή. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὸ σπίτι, μπῆκε μέσα ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ πῇ λέξι ξάπλωσε στὸ πάτωμα καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος, σὰν νὰ ἦταν νεκρός. Οἱ συγγενεῖς κοίταζαν τὸν Ἀλέξιο μὲ ἀπορία. Τὸ γεγονὸς ξεχάστηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τὸ ξαναθυμήθηκαν 42 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Νικόλαος βρέθηκε νεκρὸς στὸ δημοτικὸ κῆπο τοῦ Κίνεσμα καὶ κείτονταν στὸ ἔδαφος μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος.

Τὸ μαρτύριό του

Πλησίαζε ἡ ἐπέτειος τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Ῥωσικοῦ κράτους καὶ οἱ συλλήψεις συνεχίζονταν. Ὁ Ἀλέξιος γνώριζε, ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ διαφύγῃ τὴ σύλληψι καὶ τὸ θάνατο. Θέλησε λοιπὸν ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τοὺς συγγενεῖς του κ᾽ ἔτσι ξεκίνησε γιὰ τὸ πατρικό του, στὸ ὁποῖο τώρα ἔμενε ὁ ἀνιψιός του Δημήτρης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ἦταν Μάιος τοῦ 1937. Εἶχε μαζέψει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ὁποῖο ὅταν τὸν ἀντίκρυσε ἡ Ἄννα Νικολάεβνα τὸν ρώτησε· –Ἦρθες λοιπόν, Ἀλέξιε, νὰ μείνῃς γιὰ πάντα μαζί μας; Ὁ Ἀλέξιος δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ ἀρχίζοντας νὰ βγάζῃ ἕνα - ἕνα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σάκκο σκεφτόταν τί θὰ ἔδινε στὸν καθένα. Ἡ οἰκογένειά του διαισθάνθηκε ὅτι κάτι παράξενο θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ Ἀλέξιος, καθισμένος δίπλα στὴ σόμπα, ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὴ φυλακή. Ἡ Ἄννα τὸν ρώτησε ἂν πρόκειται νὰ τοὺς συλλάβουν ξανά. Ἀφοῦ γευμάτισαν ὅλοι μαζί, ὁ Ἀλέξιος τοὺς εἶπε, κάνοντας μιὰ ὑπόκλισι· –Δημήτρη Μιχαΐλοβιτς, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα. Θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε, ἔτσι δὲν εἶνε; Ἐγὼ θὰ πεθάνω πρῶτος καὶ θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ Ἀλέξιος τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Παρφένοβο, ὅπου οἱ ἀρχὲς περίμεναν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ φυλακὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, ἀσκητάς, πιστοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν καὶ κομμουνισταί, ποὺ εἶχαν καταλῃστέψει τὸ κράτος, ἄγριοι κακοποιοὶ καὶ φονιᾶδες. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν ἀνακατεμένοι στὰ ἴδια κελλιά. Ὁ Ἀλέξιος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ ἐγκληματίες, δὲν παρέλειπε νὰ προσεύχεται νύχτα καὶ μέρα. Κανείς δὲν γνώριζε πότε κοιμᾶται ἢ ἂν ἔτρωγε, διότι ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς συγκρατουμένους του.

Ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κάποια κατηγορία ἐναντίον του, χρησιμοποίησαν βασανιστήρια κ᾽ ἔτσι τὸν ἔβαλαν νὰ σταθῇ ξυπόλητος πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔκαιγε.

Σύντομα στὴ φυλακὴ διαδόθηκε ἡ φήμη, ὅτι ἀνάμεσά τους ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, κ᾽ ἔτσι ὁ ὑπεύθυνος τῆς φυλακῆς τὸν πλησίασε μιὰ μέρα καὶ τὸν ρώτησε· –Ὅλοι σὲ ἀποκαλοῦν ἅγιο. Τί ἔχεις νὰ πῇς γι᾿ αὐτό;

–Τί εἴδους ἅγιος εἶμαι ἐγώ; εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος.
–Σωστά, ἀπάντησε ὁ ὑπεύθυνος, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἁγίους στὴ φυλακή, κάτι θὰ ἔκανες γιὰ νά ᾿σαι ἐδῶ. Γιατί λοιπὸν σὲ ἔφεραν ἐδῶ;
–Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶνε ἀρεστὸ στὸ Θεό, ἀπάντησε μὲ πραότητα ὁ Ἀλέξιος.

Λίγα λεπτὰ σιγῆς ἀκολούθησαν ὅταν ὁ Ἀλέξιος εἶπε·

–Γιατί μιλᾶς τώρα σ᾿ ἐμένα, ἐνῷ αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι σου ὑπάρχει μιὰ μεγάλη συμφορά;

Ὁ ὑπεύθυνος τῶν φυλακῶν ξαφνιάστηκε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴ γυναῖκα του κρεμασμένη. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἀλέξιο, ἀλλὰ δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ὁ Ἀλέξιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἀναρρωτήριο τῶν φυλακῶν. Μετὰ ἀπὸ 13 μέρες τὸ σῶμα του παραδόθηκε στοὺς συγγενεῖς του νὰ τὸ θάψουν. Θάφτηκε στὸ παλιὸ κοιμητήριο τοῦ Κίνεσμα καὶ στὶς 12/25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1985 τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου μεταφέρθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς πόλεως Ζάρκι. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἰβάνοβο καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2.000 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξί του στοὺς νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἱερό του λείψανο βρίσκεται τώρα στὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱ. μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὴν πόλι Ἰβάνοβο, ὅπου ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις.




[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 286 Σεπτ.-Ὀκτ./2012 τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Orlovsky μετάφρασις• ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ I.M.ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΚΡΥΝΟΥ ΑΛΕΠΟΧΩΡΙ Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ









Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

ΓΕΡΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ ΡΑΣΙΑΣ. ΛΕΕΙ ΔΥΟ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΙΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ .......




Γέρων Ανθιμος Ρασιας

Ο μοναχος συμβολο της Σκητης Κουτλουμουσιου
Παντα οταν θα ανεβει στις Καρυες θα μιλησει προσχαρα με τον κοσμο μιλωντας απλα ,φιλικα, πατερικα...
Μαζευει γυρω του πιστους που ειδικα στις μερες μας τους λεει δυο κουβεντες που περικλειουν τα παντα...
Ερχονται μαυρες μερες....
Μετανοείτε...


https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10200319961495697&set=a.10200194584481350.1073741830.1054001261&type=1&theater

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

ΡΩΤΗΣAME MEΓΑΛΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΩΣ ΤΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΑΣ ΕΙΠΕ......






ΟΤΑΝ ΠΡΙΝ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΡΩΤΗΣAME MEΓΑΛΟ  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΩΣ ΤΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΑΣ ΕΙΠΕ "ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΞΕΙ ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ...". 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΕΛΕΗΣΟΥΝ.

Ο ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ. ΚΑΝΤΕ ΌΛΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ . ΔΙΟΤΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ.


ΣΥΓΧΩΡΗΣΤΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΣΑΣ  ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΒΛΑΨΑΝ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΣΑΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ .

ΑΓΑΠΗΣΤΕ  ΚAI ΜΗΝ ΚΡΑΤΑΤΕ ΚΑΚΙΑ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΗΤΕ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΝΑ ΑΓΓΑΛΙΑΣΗ Η ΨΥΧΟΥΛΑ ΣΑΣ. 




“LOVE IS THE CROWN OF ALL THINGS” PART 2






“LOVE IS THE CROWN OF ALL THINGS” PART 2



A talk with Archimandrite Chrysostom(Tavulareas), Abbot of the Monastery of St. Gerasim of the Jordan.

   
St. Gerasim and His Miracles in the Modern World

When a friend of mine in Moscow saw a photo of Fr. Chrysostom she exclaimed, “That’s the legendary abbot!” I asked her incredulously how she knew about him. She related, “Just like many others, I really liked the Life of St. Gerasim of the Jordan and his friendship with the lion. But it seemed to me that that was all only in ancient times. Then one monk from the Lavra gave me the book, St. Gerasim of the Jordan and His Holy Monastery. ‘Do you need this?’ he asked. ‘Of course!’ I replied, but I was really thinking, ‘A well known Life… But could there be anything new in it? I’ll give it to someone else.’ I sat down to read it…

“One abbot collected various stories about the saint. The conclusion one draws from them is that St. Gerasim of the Jordan is here and now, in our own times, working miracles just like the ancients.”

One day thieves broke into the monastery of St. Gerasim. They overturned everything in the church, stole ancient icons and even sacred vessels and Gospels. The Abbot called the Arab police, but received no help. Then he called the military commander, but alas, to no avail. The Patriarch was skeptical that there was no trace of the criminals, and he gave the abbot a week to return the sacred objects. Need it be said how upset Fr. Chrysostom was over this? He returned to the monastery and went to the icon of St. Gerasim, saying in his heart, “How many years have I been serving you with love and diligence, but you don’t want to help me! Now they suspect that I took all those things myself! I won’t light a lamp to you and I won’t ring the bells anymore!” He put out the lamp before the icon and walked away sorrowing. In the morning an Arab policeman ran over to him. That night, St. Gerasim had appeared to him in a dream and said, “Go to Abouna; he is sorrowing. Tell him that you are conducting investigations.” As it turns out, the police had only pretended to close their investigation. Soon they found the thieves and returned everything. Needless to say, Fr. Chrysostom hastened to the icon of St. Gerasim, lit the lamp, and thanked him for his help.


St. Gerasim of the Jordan (†475, commemorated March 4/17) was born to a wealthy family in the area of Lycia, in Asia Minor. He was given to a monastery in his childhood. After a pilgrimage to the holy places he decided to become a hermit in the desert not far from where the Jordan River flows into the Dead Sea, and in 455 he founded a lavra. He reached such a level of asceticism that during the entire period of Great Lent he went without food, and received Holy Communion only on Sundays. One day, near the monastery he met a lion that was suffering from a date palm thorn lodged in his paw. He removed the thorn, cleansed the wound of pus and bandaged the paw. The lion became his faithful friend and lived with the elder for five years, eating bread and soaked vegetables. When St. Gerasim reposed the lion died of grief at his grave.

St. Gerasim has worked miracles since ancient times and continues to do so even today. The Greeks call him “Saint Express”—that is how quickly he responds to prayers. Archimandrite Chrysostom has seen many cases of help from St. Gerasim with his own eyes:

—About twenty years ago, Deacon Irenaeus came to Jerusalem (from the Sinai monastery). With him was a twelve year old boy from Crete (he was studying in the Greek seminary on Mt. Sion). On Saturday after lunch I was very tired and was kneading dough, because I did not have any prosphora for the Sunday Liturgy. Suddenly the boy came down with a high fever, and a terrible, unbearable headache. I didn’t know what to do! I had no car, only one small motorcycle. I couldn’t take the boy to the doctor and I prayed to the Saint that he heal the boy. At around 11:00 the deacon and the boy fell asleep. I was very tired; in the oven was the bread. I was thinking about tomorrow’s Liturgy and praying to the Saint with my whole heart that he heal the sick child. At a certain moment the deacon heard a door slam. He arose, looked around, but there was no one there. He came and found me, and we went together to the room. I suggested that this was most likely the Saint. I hadn’t even finished the phrase when the boy, who had earlier been delirious, woke up and said, “Geronda, I am all wet. A priest poured a jar of water on me.” We took the boy’s t-shirt off of him and wrapped him in a towel. Five minutes later he fell peacefully asleep, with no fever, and in the morning he was absolutely healthy.

There was another incident. Around twelve years ago, Abbot Chrysostom went to Greece. The Romanian nun Maria remained in the monastery along with the Arab Asam, who was a child at the time, and Mother Chrystodoula was living in a cave nearby. Every night they heard the door of the Church of St. Gerasimos open and close. One time Maria went to see who it was, but she could see no one. Neither could Asam see anyone there.

When Fr. Chrysostom returned to the monastery they asked him, “Geronda, who opens and closes the door of the church every evening?” He answered, St. Gerasimos. Who else could it be?! The Saint is fulfilling the duty of monastery guardian while the Holy Sepulcher monk is away.[i]

The lion who served St. Gerasim. A child's drawing from a Sunday school class in Novo-Spassky Monastery, Moscow. 1990s. From the book, St. Gerasim of the Jordan and his holy monastery. Sergiev Posad, 2008.

The lion who served St. Gerasim. A child's drawing from a Sunday school class in Novo-Spassky Monastery, Moscow. 1990s. From the book, St. Gerasim of the Jordan and his holy monastery. Sergiev Posad, 2008.   

Here is another miracle that one pilgrim couple related to Fr. Chrysostom: “Not long ago we came to the monastery and stayed there for a few days. After lunch we asked the abbot if he has some time to hear our confessions. Geronda answered that he couldn’t because he was very busy. Soon we went to the Church of St. Gerasimos. There we again met the abbot. When he saw us he said with great love, ‘Come, my children, and I will hear your confession.’

“After the confession we went down to the courtyard, and thanked the abbot, who was passing by us at that moment. We said that despite his busyness and fatigue he showed us mercy and heard our confessions. He was amazed. ‘Children, what are you saying? Did I take your confessions?! I did not hear any confessions today. I already told you that I have no time and am very tired!’ We were dumbstruck. We understood that none other than St. Gerasimos of the Jordan had heard our confessions, appearing in the visage of the abbot. We thanked and praised God! We also praised the great St. Gerasimos of the Jordan who had shown us the honor of receiving our confessions.”

Mother

—There have always been sick people living in the monastery. Now we have around thirty elderly men, two of them with Alzheimer’s disease. Over the course of five years one retired bishop lived here, and we took him around in a wheelchair… There were five or six elderly monks, but they have already died. The majority are from Jerusalem, some from Greece or Cyprus.

Here I said good-bye to my mother before here final voyage. She was a saintly woman. She always had her prayer rope, and wore a headscarf. She lived ten years with me here. She never complained about anything. She reposed in 2003. My father died soon afterward. My mother’s name was Panagiota, and my father’s name was Panagiotis. He came to us when he was sixty-five. He was the complete opposite of my mother: a whiner (but he changed toward the end of his life)! But mama was always immersed in prayer, always in a calm emotional state, and treated everyone with respect.

The semantron in the Monastery of St. Gerasim of the Jordan.
The semantron in the Monastery of St. Gerasim of the Jordan.   
In the morning mother came out with her prayer rope to the place where you and I are now talking and sat down to pray. One Saturday I went to look over the monastery gardens and stock (she lived over there; she had two little rooms); I went to her at about 10:00 in the morning and opened the door. She lay in her bed, with her headscarf on, and her prayer rope in her hands. I thought, “She looks so much like Mother Chrystodoula when she reposed!” I looked at her more attentively and mother opened her eyes. “Ah, my little child, come here! My soul was searching for you.” I went close to her and took her hand; I kissed her hand. Mama said, “I am leaving.” “Where? To your daughter?” I asked (I have a sister in Greece). “No, I am leaving forever.” “Well, alright, we will all go there,” I said. She went on, “Give abundant alms to people! To the pilgrims who come here, offer at least a cup of cold water! Do not scream at the Arabs (I yell at them a lot), they have many problems of their own, and here you are with your screaming.” In the evening she asked, “Do not put out the light, because I am going to leave. Tell Niki (a girl from Cyprus who was staying with us) to come to me every half an hour or hour.” I comforted her, “Alright, I will.” After lunch Niki came up to me and said, “Father Chrysostom! Your mother told me to leave the light on and to come to her every half hour or hour. What should I do?” “Do as you see fit!” I told her.


A revered icon of St. Gerasim of the Jordan.   


The next day was the Sunday of Orthodoxy. We begin the services at five in the morning. The bells rang and I went to the church to put on my vestments. My father was coming. Mother could no longer hear when they rang the bell, and so he would go to her room to waken her and tell her to come to services. On that day he went as usual into my mother’s room and shook her a little, saying, “Well, don’t play dead!” But mother had already “left”. Father was still trying to wake her up. “Get up, get up!” Glory be to God! I left the church and served a Litia [short service for the dead] over my mother. We dressed her and carried her into the church where Liturgy was being served. She was a holy, humble woman! In 2005, around Thomas Sunday, the Paschal season, my father also died, having given confession—glory be to God!

Geronda Gabriel: “You will take up the earth and it will become gold in your hands.”

—Mother Chrystodoula also lived with us. Her name in the world was Vasila Petechelova. She used to be a Uniate (those who commemorate the Pope of Rome) from a monastery in the Caucasus. She lived in the Holy Land for seventy years and spent the last ten of them here. She was a woman of holy life! She left the Caucasus and received Orthdoxy, and came to the Monastery of Righteous Tabitha. From the Monastery of Righteous Tabitha she went to the monastery of St. John the Baptist in Jordan. In 1967, there was the war between Israel and Jordan. Jordan and the monastery were closed, and she went to Jericho to Fr. Gabriel.

Fr. Gabriel… he is a saint. He lived in the monastery of St. Elisha in Jericho. In 1986, Elder Gabriel fell sick. I lived near him for two months, bathed him and helped him. He was very seriously ill. He died in my arms on the day of the Exaltation of the Cross. I served the Liturgy, and on the day before he died—it was a Friday—Fr. Gabriel lay in bed and summoned me with his hand. I went to him. He said, “I am leaving tomorrow. Put me into my wheelchair and take me to the Jordan; I will leave from there, and you will return home.” I said, “Geronda, tomorrow is the feast of the Cross. I will put you in the wheelchair, we will serve the Liturgy, you’ll receive Communion, and then I will take you to your bed.” But he repeated, “Tomorrow you will put me in my wheelchair and we will go to the Jordan…”


At the church services in the Monastery of St. Gerasim of the Jordan.   


At a certain moment I was overcome by a thought (because one day he would be dying, the next day he would feel better… I was tired)… I said, “Lord, if you will judge us as monks we won’t be saved! A monk has many obligations: services and much more, which we do not fulfill because of the flood of tourists and pilgrims. Then there are Arabs, Jews, and Moslems here. I cuff others on the neck and receive cuffs on my own neck (sometimes I have to yell at someone, and sometimes I have to bow my head and humble myself), it is hard for me (this ear doesn’t hear, here my skull was fractured, my teeth knocked out; but I don’t regret it—I was defending the honor of the Patriarchate)! But if You will judge us as guardians of the holy places, then Geronda Gabriel is a good monk, a good guardian; he built the monastery of the Prophet Elisha and the abbot’s quarters. No matter where he was, he was always at work. And if he dies tomorrow on the day of the Exaltation of the Cross and not on any other day, I will accept this as a sign from You that he was saved!”

The next day was the feast of the Cross. I gave him Communion and took him to the guesthouse. In the afternoon he was so-so. After dinner, around five in the evening, he again opened his eyes, called me and said, “I am leaving!” Well, I was very tired! One time I even said in my heart, “Will there be anyone to take such care of me!” The elder then answered, “You will have my prayer and blessing, and if there is no person around to take care of you then the Lord will send angels to care for you. You will take up earth and it will turn into gold in your hands. Everything you do will be blessed by God.” Then he wanted to cross himself. I took his hand to help him, made the sign of the cross with his hand, and as soon as the sign was made the elder exhaled.

—The Lord showed you what you asked for!

—I was stunned. “Geronda, Geronda,” I called to him. I was holding his hand, the nerves were still trembling. “Chrystodoula,” I said, “Our Geronda has died.” That is how quietly he departed.

Nun Chrystodoula
Nun Chrystodoula/p>
One day I set out from Jerusalem to Jericho. In those days they almost never turned the pilgrimage buses in our direction, and I arrived by car to one hotel where Greek groups would stay. I talked with people and they gave me some groceries and clothes (these were poor people who had nothing more to give). Well, I was driving to them and on the road and I was struggling to stay awake. As I drove the car I closed my eyes and thought, “How good it is to drive a car with my eyes closed!” So, with eyes closed I saw Elder Gabriel in white garments; his face was beautiful. Then it was as if I were struck by lightning. “Where are you going?!” I opened my eyes—a large military vehicle was barreling straight at me. I turned away in time. If I hadn’t seen Elder Gabriel at that moment, that truck, which weighed forty tons, would have crushed me beneath itself. The elder yelled, “Where are you going?!” I opened my eyes and turned the wheel.

After Elder Gabriel’s repose, I took Mother Chrystodoula back with me. She lived next to the monastery of St. Gerasimos; she had chickens and twenty cats, she slept on the grass, walked barefoot, never wore sandals, and died in 1997 at the age of 104.

Liturgy in Hebron with Fr. Ignatius the Russian

—It was a great blessing for me to know holy people—Russians, Romanians, and Greeks. The older fathers told me how in former times, Russian pilgrims would come to the Holy Land on foot.

There was a certain Fr. Ignatius in Hebron. A saint. A Russian. He died in deep old age. At that time I was serving as a deacon in Bethlehem and in 1975, on the feast of St. George, I set out in the evening for Hebron and spent the night there. At 2:00 in the morning, the bells would ring there for services. At three, the prayer “Blessed is our God…” would be intoned and Matins would begin. Monk George read the Six Psalms in Church Slavonic, and then Fr. Ignatius began the Proskomedia. I did not know Russian, but I simply assisted him as a deacon. At the moment he took the prosphoron for the Eucharist in his hands to cut out the particles for the chalice, tears would stream from his eyes. I and other priests complete the Proskomedia in fifteen to twenty minutes. He would take an entire hour! When he cut out the particles in remembrance of the Archangels, the Honorable Forerunner, the saint of the day, and a thousand(!) saints, tears fell from his eyes. He was seeing something! He was a saint.

The metochion of the Russian Orthodox Mission in the Holy Land, dedicated to the Holy Forefathers in Hebron.
The metochion of the Russian Orthodox Mission in the Holy Land, dedicated to the Holy Forefathers in Hebron.   
We usually serve the Liturgy beginning after the prayer, “Blessed is the Kingdom…” in an hour and a half. But no matter what prayers he pronounced, Fr. Ignatius would bend his knee, and tears would stream endlessly from his eyes! We began the services at three in the morning and ended at 11:30 in the morning. His whole being was immersed in the prayers. His arms would be raised. When he prayed he never allowed himself to be distracted with any conversation. We received Communion and pronounced the dismissal. It was close to noon! I had stood on my feet for eight or nine hours! Then we went into the house by the church; Fr. Ignatius took out some dried bread, some sweet red wine that he made himself, and some olives. We drank the wine, in which we soaked the dried bread, and ate the olives.

I have been a priest for thirty-five years, but I will never forget such reverence and such a Liturgy (not the fatigue, but the Liturgy itself)! After I became an abbot, they would bring me his wine for the Liturgy—it was red, sweet, and without any additives.

Fr. Ignatius was a holy man! He reposed in the 1980s—I can’t remember exactly when—in Hebron where he served all his life, and was buried there. He never washed! He went around in worn-out shoes without socks. His hair was tangled like threads. His black nylon ryassa was oil-soaked, because as I recall he would light 150 lamps himself. At 2:00 a.m. he rang the bell and for an entire hour afterwards he would light a lamp before every saint—here, there, and everywhere—and make prostrations. Oil dripped down his hands and onto his ryassa… He had a purse in which he kept an icon of the Mother of God of Kazan, and when you wanted to kiss his hand he would take out this icon. There was simply a fragrance coming from him! He was a real saint. I have never known any other person like him in my life!

On Russia today

—We love Russia very much. I personally love Russia very much. I always try as much as I can to greet all pilgrims, but especially Russians. After the fall of Byzantium it was the Russians who supported the holy places with their love and donations. The Russian people are outstanding by their piety. If we open the Book of Revelations, there is something written there about “ξανθό το γένος”—about a “dark-blond-haired tribe”. These words may relate to the Russian people and the Russian Church. It is this dark-blond-haired tribe that will become the protector of Orthodoxy throughout the world. Many priests come here who ask to serve Liturgies, and they serve also in our monastery. I rejoice in this; I like the beautiful Russian chants and pious people. I rejoice also that my voice, the voice of an uneducated man, will reach Russia.

I would like very much for you to send my deep prostration to His Holiness Patriarch Kirill and all the bishops, hieromonks and archpriests, superiors of monasteries, monks, nuns, and to all the people; to all who live the spiritual life, but also to all those who do not live the spiritual life. May the Lord enlighten them! After all, there is a spark of faith in everyone!

At every Proskomedia I pray for the repose of the patriarchs I have known: Benedict of Jerusalem (he reposed in 1979) and Diodoros of Jerusalem, and the Russian Patriarch Alexei II. When Patriarch Alexei was in Bethlehem, I went there and received his blessing. He was a personality of great scope! Every primate of the Church should not only head the Church and be the deputy of Christ, but he must also have a powerful voice in dialogue with state officials. Patriarch Alexei had that strength of voice in both the preaching of the Gosples, and in his words to the state.

A group of journalists visiting Archimandrite Chrysostom (Tavoulareas).   


I follow political news with enormous interest. Russia has its own politics. Of course, all politics are different… but Russia has Putin. I say this to you not because you are Russian (I am not afraid of anyone but God)—but the people should understand this and not be up to such nonsense as what those girls did, dancing in the church[ii] and making public demonstrations against Putin’s politics. People should know that out of all the leaders after Communism (there was Brezhnev, Gorbachev, and others…) Putin is the best. He takes measures that many do not like, but they are for everyone’s good. In the 1990s there were also various groups coming here from Russia; they would light one candle and a group of fifty people would leave five dollars. I understood that they simply did not have any more money. Now I see that thanks to the politics of Putin the Russian people have begun to live better. But they still do not say, “Glory to Thee, O God.”

The more supposed freedom and democracy there is, the worse it is for the people. Christ established hierarchy. It is necessary. In America, money has taken the place of God. Honor and family values are for people of the “old formation”. Abnormal men marry other men, and that legally; women do the same, children have no respect for their parents, parents are not allowed to spank their children, narcotics are widespread along with everything else that excessive freedom and excessive democracy brings. I am an uneducated man from the village. Our old villagers used to say that where there are many crowing roosters the dawn does not soon come. They are all endlessly arguing, shouting, and never going to sleep.

Of all the modern political regimes I like the regime in Russia the best, with the Orthodox faith, respect for other religions and confessions. Fanaticism is not good for anyone. Do you remember how the Catholics slaughtered people and did other lawlessness that was even crueler that what the Moslems have done?! Therefore I personally do not like fanaticism. I am for the middle, royal path: respect for everyone and love for everyone, including those who are not of your same faith—because Christ is love.

The Church is Christ. Christ is love

—Love is the crown of all things. Love of neighbor, love of nature, the trees, the birds. If we do not love what God created then what do we love?!

Be blessed; and Christ is Risen! My wish is that the Lord would vouchsafe everyone to spend some time in the Holy Land and give them the money they need to make a pilgrimage to Jerusalem, to venerate the Most Holy Sepulcher there, to visit other holy shrines, and the Monastery of St. Catherine on Mt. Sinai! Let them not be ashamed of our priests. The Church is not priests or bishops. The Church is Christ!



With Fr. Chrysostom all is simple and warm. He doesn’t say anything to us about long Vigils and ascetic labors of faith. To the contrary, he repeated several times, “I am uneducated,” and “What kind of monk am I?!” But he took care of his mother and father to the end, receives the sick and aged, Moslems and Orthodox, and all feel good near him. Where else is the meaning of our faith?

The power of his love, his fiery heart, once made the Jordan desert to flourish. If but one living branch is found in it then a bird will unfailingly come and perch on it, and sing. That is how is seems after meeting with this man. The bright image of Fr. Chrysostom, the image of an authentic life in Christ, is truly like a drink of living water that quenches the thirst and strengthens the soul before its foray into the sands of the desert of this life.