Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Άγιοι και βασιλείς

Οἱ βασιλεῖς οἱ κραταιοὶ καὶ σπουδαῖοι ἔχουν πεθάνει καὶ τὰ ἐπιτεύγματά τους ἔχουν καταστραφεῖ.

Ὁ ἐσταυρωμένος ὅμως ζεῖ καὶ βασιλεύει.

Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἅγιοί του Θεοῦ.
Τὸ ὅτι ζοῦν φαίνεται ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τὴ διατήρησή του μέχρι σήμερα. Οἱ βασιλεῖς ζῶντες πέτυχαν ὅτι πέτυχαν.
Ὁ Χριστὸς καὶ ὅταν ζοῦσε ἔκανε θαύματα καὶ νεκρὸς κάνει περισσότερα καὶ νικᾷ τοὺς διῶκτες του καὶ βασιλεύει σ’ ὅλο τὸν κόσμο.
Μετὰ τὸ θάνατο τῶν βασιλέων διασπαστῆκαν τὰ βασίλειά τους καὶ ἔπεσαν σὲ παρακμή.
Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων του ἰσχυροποιεῖται περισσότερο ὁ χριστιανισμός.

Ποῦ εἶναι τὸ μνῆμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου; Ποιὰ μέρα πέθανε, ποιοὶ γιορτάζουν τὸ θάνατό του; Κανεὶς δὲν γνωρίζει καὶ κανεὶς δὲν γιορτάζει.
Ἐνῷ τῶν ἁγίων γνωρίζουμε τὰ μνήματα, φυλάσσουμε τὰ λείψανα, ἔχουμε γι’ αὐτοὺς ὡς λαμπρὰ μαυσωλεῖα τοὺς ναοὺς καὶ ἡ μέρα τῆς θανῆς τοὺς εἶναι πανηγύρι καὶ ὁ σεβασμὸς σ’ αὐτοὺς τεράστιος καὶ ἀνεξάλειπτος.

Οἱ βασιλεῖς πηγαίνουν καὶ προσκυνοῦν τοὺς ἁγίους καὶ ζητοῦν τὶς μεσιτεῖες τους. Ἀκόμη καὶ τοὺς τάφους τοὺς βασιλικούς τους ἔβαλλαν στὰ πρόθυρα τῶν θυρῶν τῶν ναῶν. Καὶ οἱ κτητορικὲς «ἁγιογραφίες» τοὺς εἶναι μόνο στοὺς νάρθηκες τῶν ναῶν ποὺ αὐτοὶ κατασκεύασαν. Ἔτσι μοιάζουν νὰ εἶναι φρουροὶ καὶ θαλαμηπόλοι τῶν ἁγίων.

Ἐν τέλει οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ ἀληθινοὶ βασιλεῖς καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ παραδείσου.

Κι ἂν ἐδῶ στὴ γῆ ὑπερέχουν τόσο, στὸν οὐρανὸ ὑπερέχουν ἀφάνταστα περισσότερο. Καὶ βλέπουμε νὰ ἔχει ἀναστραφεῖ ἡ τάξη· οἱ μὲν βασιλεῖς νὰ ἔχουν περιβληθεῖ τὴν ἀξία δούλων καὶ ὑπηρετῶν ἐνῷ οἱ ὑπήκοοι τὴν ἀξία τῶν βασιλέων ἢ μᾶλλον ἀξία ἀνωτέρα τῶν βασιλέων.
Σύγκρινε τὶς βασιλικὲς αὐλὲς μὲ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων.

Στὶς αὐλὲς τῶν βασιλέων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσεγγίσει ὁ ὁποιοσδήποτε.
Ἐδῶ προσεγγίζουν οἱ πάντες· πλούσιοι καὶ πτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, γέροι καὶ νέοι, κύριοι καὶ ὑπηρέτες. Ἐκεῖ ἐπικρατεῖ φόβος, ἐδῶ ἀπερίγραπτη ἱλαρότητα καὶ γλυκύτητα.

Μὰ θὰ μοῦ πεῖ κανεὶς ὑπάρχει μεγαλοπρέπεια στὶς ἐκδηλώσεις τῆς βασιλικῆς αὐλῆς καὶ τὸ θέαμα εἶναι ἐπιβλητικὸ καὶ εὐχάριστο.

Ὁ βασιλεὺς χρυσοστόλιστος καὶ στεφανωμένος μὲ στέμμα γεμάτο ἀπὸ πολύτιμες πέτρες, φορτωμένος παράσημα καὶ διάσημα, πάνω σὲ ἀγέρωχο ἄτι ἢ χρυσοστόλιστη ἅμαξα, νὰ περιτριγυρίζεται ἀπὸ ἄρχοντες, στρατηγούς, χιλίαρχους, ταξίαρχους, φύλαρχους, ὕπαρχους, ποικίλους δορυφόρους. Ναὶ ἀλλὰ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων τὰ πράγματα εἶναι σεβαστότερα καὶ φρικωδέστερα. Ἐδῶ ἀμέσως σκέπτεσαι τὸν οὐράνιο βασιλέα, τὸ στρατόπεδο τῶν ἀγγέλων, τὸ ὑψηλὸ θρόνο, τὴν δόξα τὴν ἀπρόσιτη καὶ ἀπλησίαστη.

Οἱ ἐπίγειοι βασιλεῖς ἔχουν ἐξουσία ἐπὶ τῶν ὑπηκόων τοὺς· οἱ ἅγιοι ἔχουν ἐξουσία ἐπὶ τῶν δαιμόνων. Τοὺς ὑποτάσσουν καὶ τοὺς σκλαβώνουν καὶ ἐλευθερώνουν ὅσους ἔχουν δεθεῖ ἀπὸ τὰ πικρότατα ἐκεῖνα δεσμά.

Οἱ ἅγιοι ποὺ φόρεσαν σώματα ἐπικρατοῦν τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων.

Ἡ σκόνη καὶ τὰ ὀστὰ καὶ τὰ ροῦχα καὶ ἡ σκιὰ καὶ ἡ τέφρα ἀπὸ τὰ σώματά τους, ἂν τοὺς ἔκαψαν, διασκορπίζουν τὶς ἀόρατες ἐκεῖνες φύσεις.

Τί φοβερώτερο καὶ μεγαλοπρεπέστατο ἀπ’ αὐτὸ τὸ θέαμα.

Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἔργα, Ε.Π.Ε. 20,51-57, περιληπτικὴ διασκευὴ

Πότε εορτάζουν οι Μάρτυρες

Οἱ γιορτὲς τῶν μαρτύρων δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὶς μέρες ποὺ γιορτάζουν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάθεση τῶν ἐορταστῶν. Ἐὰν μιμεῖσαι τὸν μάρτυρα, τὸν ζηλεύεις, τὸν ὑμνεῖς καὶ τὸν δοξάζεις καθημερινά, ἔχεις πόθο νὰ μαρτυρήσεις ὅπως αὐτός, τότε χωρὶς νὰ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἐσὺ τὸν γιορτάζεις. Κι ἂν δὲν εἶσαι στὸ ναὸ ἀλλὰ στὸ σπίτι σου, μπορεῖς καὶ μόνος σου χωρὶς γιορτὲς καὶ πανηγύρια, νὰ γιορτάζεις τὸν μάρτυρα. Καὶ τὰ λέω αὐτὰ ὄχι γιὰ νὰ μὴ πηγαίνεις στὸ ναὸ καὶ νὰ μὴ τιμᾷς τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ μάρτυρος, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσεγγίζεις μὲ σωστὴ διάθεση καὶ καθαρὴ συνείδηση καὶ νὰ δείχνεις τὴν ἴδια εὐλάβεια ὄχι μόνο τὶς μέρες τῆς ἑορτῆς τοὺς ἀλλὰ παντοτινά. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ σωστό? εἴτε εἶσαι στὸ ναό, εἴτε εἶσαι ἐκτὸς ναοῦ, νὰ τὸν γιορτάζεις καθημερινά. «Τιμὴ γὰρ μάρτυρος μίμησις μάρτυρος».
Ἐπίσης ἐὰν ἔχεις καθαρὴ συνείδηση καὶ μετέχεις στὸ μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας, ὅταν βρίσκεσαι σὲ λειτουργία, τότε γιορτάζεις τὸν μάρτυρα σωστά. Ἐὰν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ συμμετέχεις τυπικά, ἐπιφανειακά, ἐθιμοτυπικά, στὶς τελετὲς καὶ ὅλη ἡ φροντίδα σου περιορίζεται στὸ νὰ καθαρισθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἐνορίας σου, νὰ στολισθεῖ, νὰ ἔχεις μουσικὴ στὴ λιτανεία, καὶ νὰ γίνει λαμπρὴ δεξίωση τῶν πανηγυριστῶν, τότε δὲν ἑορτάζεις σωστὰ καὶ ὁ Θεὸς «μισεῖ τὴν ἑορτὴ αὐτή».
Λοιπὸν νὰ ἔρθεις στὸν ναό, νὰ πᾷς στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, νὰ συμμετέχεις στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις, ν’ ἀλειφθεῖς μὲ ἔλαιο, ν’ ἀσπασθεῖς τὰ λείψανα, τὸ μύρο ποὺ ὑπάρχει, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάλογη διάθεση καὶ καθαρότητα.

Τί συμβαίνει ὅμως σήμερα;
Ὅταν γιορτάζει ἕνας ναός, οἱ ἱερεῖς προσκαλοῦν τὸν κόσμο νὰ βοηθήσει στὴν καθαριότητα, στὸν στολισμό, στὴν παρασκευὴ γλυκῶν καὶ διαφόρων ἐδεσμάτων γιὰ τὴν ἑορταστικὴ δεξίωση, στὸ νὰ συμμετάσχουν στὶς ἑορταστικὲς καὶ λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις. Σπάνια ὅμως τονίζουν τὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ προετοιμασία. Σπάνια νὰ ἐνημερώσουν ὅτι ἡ γιορτὴ τοῦ ἁγίου δὲν εἶναι τόσο τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ φαινόμενο τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων, ὅσο τὸ ἐσωτερικὸ καὶ τὸ κρυπτόμενο τῆς ψυχικῆς προετοιμασίας καὶ διαθέσεως. Πολὺ σπάνια νὰ τολμήσει κάποιος ἱερεὺς μιμούμενος τοὺς προφῆτες νὰ πεῖ? Ἃς καθαρίσουμε πρῶτα καὶ κυρίως τὸν ἑαυτό μας, ἃς μετανοήσουμε γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἃς συμφιλιωθοῦμε μὲ τοὺς ἐχθρούς μας, ἃς γίνει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου ἀφορμὴ γιὰ μία ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς μας καὶ ἂς εἶναι πιὸ λιτὲς καὶ ἁπλὲς οἱ ἑορταστικές μας ἐκδηλώσεις. Μὴ ρίχνουμε ὅλο τὸ βάρος τῆς προετοιμασίας σ’ αὐτές. Αὐτὸ θὰ εὐχαριστήσει περισσότερο τὸν ἅγιο ἀλλὰ καὶ τὸν Θεό.



Πόση εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἕλξη τῶν μαρτύρων! Τραβοῦν κοντὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ πλουσίους, νέους καὶ γέρους, ἀρρώστους καὶ ὑγιεῖς, ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, κυρίους καὶ ὑπηρέτες. Ὅπως ὅταν ἐμφανισθεῖ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, κρύβονται τὰ θηρία στὶς φωλιές τους, ἔτσι ὅταν ἐμφανισθεῖ τὸ φῶς τῆς ζωῆς τῶν μαρτύρων ἐξαφανίζονται τὰ πάθη τῆς ψυχῆς τὰ θηρία αὐτὰ τοῦ Σατανᾶ ποὺ καταδυναστεύουν τὴν προσωπικότητά μας.



Κάνατε τὴ νύχτα μέρα μὲ τὶς προσευχές σας. Μὴ κάνετε τὴ μέρα νύχτα μὲ τὰ πάθη σας. Δὲν ἐμποδίζω τὴν διασκέδαση ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἀπαγορεύω τὸ κρασὶ ἀλλὰ τὴ μέθη. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος στὴ χρήση ἀλλὰ στὴν κατάχρηση. Δὲν ἀποδοκιμάζω τὸ μέτρο ἀλλὰ τὴν ἀμετρία. Ἡ ἡδονὴ βρίσκεται στὸ μέτρο, ἐνῷ ἡ λύπη καὶ ἡ βαριεστιμάρα καὶ ἡ ἀηδία βρίσκεται στὴν ὑπερβολή. Ἡ ἁμαρτία πάντα εἶναι κακὴ ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὴν ἑορτὴ τοῦ μάρτυρος. Περιφρόνησαν ἐκεῖνοι τὴν ζωὴ περιφρόνησε ἐσὺ τὰ πάθη. Ἡ ἑορτὴ τῶν μαρτύρων δὲν εἶναι γιὰ ἀνάπαυση ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνῃ ἀθλητὴς καὶ ἀγωνιστῆς σὰν ἐκείνους. Κανένας δὲν διασκεδάζει ὅταν ἔλθει στὸ στάδιο ἢ μπροστὰ στοὺς ἀγῶνες…



Ἦρθε λοιπὸν ἡ γιορτὴ τοῦ μάρτυρα διάβασε τὸ βίο του, μιμήσου τὰ κατορθώματά του, πόθησε τὰ μαρτύριά του, ἀγκάλιασε τὴ σορό του, δέσου στὴ λάρνακα. Ὄχι μόνο τὰ ὀστᾶ τῶν μαρτύρων, ἀλλὰ καὶ οἱ τάφοι τους, καὶ οἱ λάρνακές τους πηγάζουν πολλὴ εὐλογία. Πάρε ἅγιο ἔλαιο καὶ ἄλειψε ὅλο τὸ σῶμα σου, τὴ γλῶσσα, τὰ χείλη, τὸν λαιμό, τὰ μάτια, τ’ αὐτιά, καὶ ποτὲ δὲν θὰ πέσεις στὸ ναυάγιο τῆς ἁμαρτίας.



Τὸ ἀνωτέρω κείμενο εἶναι περιληπτικὴ διασκευὴ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Εἰς μάρτυρας Α΄»Ε.Π.Ε. 36,569.
.

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Τὸ δεύτερο βιβλίο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἡ Ἔξοδος, μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἐνῷ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὶς οἰκογένειές τους κι αὐτὸν τὸν ἴδιο, ὅταν πῆγαν στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὴν παγκόσμιο πεῖνα ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει τότε, ἦταν μόνο ἑβδομήντα πέντε ἄτομα, στὴν ἑπόμενη γενιὰ αὐξήθηκαν καὶ πληθύνθηκαν πάρα πολὺ «καὶ κατίσχυον σφόδρα».
Ἀνέβηκε δὲ στὸ θρόνο τῆς Αἰγύπτου ἄλλος Φαραώ, ποὺ σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν προκάτοχό του ποὺ ἦταν φίλος τῶν Ἰσραηλιτῶν, λόγω τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Ἰωσήφ, αὐτὸς στράφηκε ἐναντίον τους.


Ἐφάρμοσε ἐξοντωτικὰ μέτρα ἐναντίον τους. Παρόλα ὅμως τὰ μέτρα οἱ Ἰσραηλῖτες «ἴσχυον σφόδρα». Τότε ὁ Φαραὼ ἔδωσε ἐντολὴ στὶς μαῖες, ὅταν γενοῦν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἀρσενικὸ μωρό, νὰ τὸ σκοτώνουν. Ἐκεῖνες ὅμως φοβούμενες τὸ Θεὸ δὲν τὸ ἔκαναν, κι ὅταν τὶς κάλεσε σὲ ἀπολογία δικαιολογηθῆκαν, ὅτι οἱ Ἑβραῖες γεννοῦν μόνες τους, προτοῦ προλάβουν νὰ πᾶνε οἱ μαῖες. Τότε ὁ Φαραὼ ἔδωσε ἐντολὴ στὸ λαὸ τοῦ γενικά, μόλις δοῦν μωρὸ ἀρσενικὸ νὰ τὸ ρίχνουν στὸν ποταμὸ Νεῖλο.


Τότε ἀκριβῶς, κάποια οἰκογένεια, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ φυλὴ Λευί, ἀπέκτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ ἦταν πολὺ ὄμορφο. Τὸ ἔκρυψαν γιὰ τρεῖς μῆνες γιὰ νὰ μὴ τὸ ἀντιληφθοῦν οἱ Αἰγύπτιοι καὶ τὸ πνίξουν. Μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνες, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρατοῦν χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτό, σκέφθηκε ἡ μητέρα τοῦ μωροῦ τὸ ἑξῆς τέχνασμα. Πῆρε ἕνα πανέρι, τὸ ἔχρισε μὲ ἄσφαλτο καὶ πίσσα γιὰ νὰ εἶναι ἀδιάβροχο καὶ τὸ ἄφησε σ’ ἕνα ἕλος, κοντὰ στὸ μέρος τοῦ ποταμοῦ ποὺ λουζότανε ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, καὶ κατασκόπευε ἡ ἀδελφή του τί θ’ ἀπογίνει. Κατέβηκε ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραὼ νὰ λουσθεῖ μαζὶ μὲ τὶς ὑπηρέτριές της καὶ παρατήρησε τὸ πανέρι ποὺ ἔπλεε. Τὸ πῆρε, τὸ ἄνοιξε, τὸ εἶδε ποὺ ἔκλαιε, τὸ λυπήθηκε καὶ εἶπε· «αὐτὸ τὸ μωρὸ εἶναι ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων». Τότε ἡ ἀδελφή του ποὺ παραμόνευε ἔτρεξε καὶ τῆς εἶπε ὅτι μπορεῖ νὰ τὴ βρεῖ παραμάνα νὰ τὸ θηλάσει. Ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ δέχθηκε κι ἔτσι τὸ μωρὸ γύρισε στὴ μητέρα τοῦ χωρὶς νὰ κινδυνεύει πλέον.


Ὅταν μεγάλωσε τὸ πῆρε ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ στὸ παλάτι, τὸ υἱοθέτησε καὶ τὸ ὀνόμασε Μωυσῆ, ποὺ σημαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ τὸ ἔσωσα.


Ἐκεῖ ὁ Μωυσῆς μορφώθηκε, ἐκπαιδεύθηκε στὴ διοίκηση καὶ ἔγινε δυνατὸς στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα (Πράξ. 7,22). Ὁ Φαραὼ ὁποῖος κυνήγησε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν ἐξοντώσει ἐφαρμόζοντας μέτρα γενοκτονίας εἶναι τύπος τοῦ Ἀντιχρίστου. Προεικονίζει ὅλους τους διῶκτες τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὰ χρόνια της Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὅλους τους διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ μετέπειτα, μέχρι καὶ τὴν ἐμφάνιση τοῦ τελικοῦ Ἀντιχρίστου.


Κι ὅμως ὁ Φαραὼ ποὺ σχεδίασε τὴν ἐξόντωση τῶν Ἑβραίων μὲ ἐξοντωτικὴ καὶ σκληρὴ ἐργασία καὶ ποὺ διέταξε τὸν πνιγμὸ τῶν ἀγοριῶν τους, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, σῴζει τὸν Μωυσῆ, τὸν παίρνει στ’ ἀνάκτορα, ὅπου μεγάλωσε μὲ πλήρη ἀσφάλεια καὶ παρέμεινε γιὰ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, τὸν μορφώνει, τὸν ἐκπαιδεύει στὴ διοίκηση καὶ τὸν προετοιμάζει γιὰ νὰ σώσει… τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιχειροῦσε νὰ καταστρέψει. Καὶ ἐπειδὴ o Μωυσῆς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα στὸ παλάτι γιὰ νὰ διοργανώσει τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Θεὸς κατευθύνει ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ νὰ ζήσει ἄλλα σαράντα χρόνια στὴ μόνωση τῆς ἐρήμου Μαδιὰμ βόσκοντας πρόβατα.


Ἐκεῖ μέσα στὴ σιωπή, στὴν προσευχή, στὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν πλήρη ἐγκατάλειψη καὶ ἀφάνεια, ὁ Μωυσῆς χωρὶς νὰ τὸ περιμένει καὶ ἔχοντας ἀπελπισθεῖ πλήρως γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του, δέχεται ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸ Θεό. Βλέπει ἕνα μυστηριῶδες φαινόμενο. Μία βάτος νὰ φλέγεται καὶ νὰ μὴ κατακαίγεται. Κι ἐνῷ πλησίασε γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει, ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ νὰ τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Θεὸς τὸν διάλεξε γιὰ νὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν ἀποστολὴ αὐτή. Πόσο εὐμήχανος εἶναι ὁ Θεός! Πόσο πάνσοφος! Πόσο μυστηριωδῶς κινεῖται καὶ ἑλίσσεται ἡ θεία πρόνοια!
Μέσα ἀπὸ τὴν κακία καὶ τὴ μοχθηρία τῶν ἀνθρώπων, κάτω ἀπὸ τὰ ἀμείλικτα κτυπήματα τοῦ διαβόλου καὶ τῶν συνεργατῶν του, κάτω ἀπὸ τὴν καταπίεση τῶν κατὰ καιροὺς ἀντιχρίστων, ὁ Θεὸς ἑτοιμάζει τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του. Ποιὸς θὰ τὸ πίστευε ὅτι μέσα στὸ παλάτι τοῦ ἀντιχρίστου Φαραὼ θὰ μεγάλωνε ὁ χριστὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε χρισθεῖ γιὰ νὰ σώσει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ; Τί ὀξύμωρο καὶ βλακῶδες ἀλλὰ καὶ ἀπίθανο, ὁ ἐχθρός του Ἰσραὴλ νὰ περιθάλπει καὶ νὰ προστατεύει αὐτὸν ποῦ θ’ ἀνατινάξει τὸ κράτος του; Πόσο συμβολικὸ καὶ διδακτικὸ τὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ καιόμενης βάτου! Φλέγεται καὶ κατακαίγεται ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, στὸ σύνολό του καὶ κατ’ ἄτομο χωριστά, ἀπὸ προβλήματα, θλίψεις, βάσανα, διωγμούς, διαβολικὲς μεθοδεύσεις καὶ ἀνθρώπινες μοχθηρίες καὶ κακίες, ἀπὸ ἀδελφικὰ μαχαιρώματα καὶ ἐχθρότητα τῶν οἰκείων, κι ὅμως δὲν καταναλώνεται καὶ δὲν ἐξαφανίζεται. Ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ φανερώνεται στὴ πλήρη της δόξα, ὅταν περισσεύουν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ διωγμοί.


Κι ὅταν εἴμαστε χίλια τοὶς ἑκατὸ βέβαιοι γιὰ τὴν καταστροφή μας, τότε, ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει καὶ μᾶς σῴζει, ἐνῷ αὐτοὺς ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ μᾶς ἐξοντώσουν τοὺς καταστρέφει. Στὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης βάτου θὰ προστεθεῖ ἀργότερα τὸ ὅραμα τῆς φλεγόμενης καμίνου, ἑνὸς ἄλλου ἀντιχρίστου τοῦ Ναβουχοδονόσορος.


Ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔκανε εἰκόνα χρυσὴ καὶ ζήτησε στὰ ἐγκαίνια τῆς εἰκόνας ὅλοι νὰ πέσουν καὶ νὰ τὴν προσκυνήσουν λατρευτικά. Κι ὅποιος δὲν τὸ ἔκανε θὰ τὸν ἔβαζε μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς νὰ κατακαεῖ.


Οἱ τρεῖς παῖδες ὅμως, Ἀνανίας-Ἀζαρίας- Μισαήλ, ἀψήφησαν τὴν ἐντολὴ καὶ δὲν προσκύνησαν, μ’ ἀποτέλεσμα νὰ ριφθοῦν στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Ἐνῷ ὅμως συνέβη αὐτὸ δὲν ἔπαθαν τίποτα· ἀντίθετα ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸ Θεὸ δροσιζόμενοι.


Οἱ στρατιῶτες ὅμως ποὺ τροφοδοτοῦσαν τὴ φωτιὰ κάηκαν ἐνῷ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι (Δανιήλ, προσευχὴ Ἀζαρίου 22-26). Τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ καὶ μὲ τοὺς διωγμοὺς οἱουδήποτε ἀντιχρίστου.


Οἱ χριστιανοὶ πάντοτε θὰ εἶναι «ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι (θὰ βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδο) ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι (δὲν θὰ ἀπελπίζονται), διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι (Β΄ Κόρ. 8-9).

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Γέροντας Γαβριήλ ο Αναχωρητής

Βιώματα από το ημερολόγιο του και άλλα θαυμαστά σημεία
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«... Θ' αρχίσω με την αγάπη του Θεού. Ίσως με τις γνώ­σεις σου ή με τις διανοητικές σου ικανότητες να γνωρίζεις για την αγάπη του Θεού περισσότερα από μένα τον ελεεινό. Ας έχει δόξα ο Θεός! Αν όμως ή αγάπη του Θεού έχει μπει στην καρδιά σου, αν σε έχει φωτίσει και σ' έχει μεταμορφώσει, τότε βέβαια καμιά σαρκική σκέψη, κανένας κακός λογισμός δε θα εισχωρήσει στην καρδιά σου. Τίποτα δε θα μπορεί να την Ικανοποιήσει παρά μόνο ή αγάπη του Θεού.
Συχώρεσέ με, αγαπητέ μου, μη νομίσεις πώς θέλω μ' οποιοδήποτε τρόπο να σε πληγώσω. Όχι, σίγουρα όχι. Θα 'θελα μόνο να εξηγήσω σε σένα το στενό μου φίλο και αδελφό εν Χριστώ την αγάπη του Θεού, την αγάπη εκείνη πού εγώ προσωπικά τόσο καιρό τώρα και τόσο επίμονα ζητούσα ν' αποκτήσω και δεν τα κατάφερνα. Οι επιθυμίες μου αυτές ήταν ή αιτία της πνευματικής μου αναγέννησης και κράτησαν πάρα πολύ, περισσότερο από τριάντα χρόνια,
Νομίζω ότι ο πόλεμος με την αμαρτία για την ελπίδα της μελλοντικής ευφροσύνης και της ένωσης μας με τον Κύριο και δημιουργό μας, είναι δύο ειδών. Το ένα είδος είναι ο δικός μου πόλεμος, με τη φύση μου.
Το άλλο είναι ή μάχη του Θεού. Όλα αυτά όμως ήταν μυστήρια και κρυφά πράγματα για μένα, αργό­τερα άρχισα να τα καταλαβαίνω. Έτσι οικονόμησε ή πρόνοια του Θεού. Εξαντλήθηκα στη μάχη με τον εαυτό μου, με τα αγρία πάθη της σάρκας μου. Από τον αγώνα μου αυτόν όμως μου έμεινε μια υψηλότερη κι ευγενέστερη επιθυμία, παρά τις αμαρτωλές τάσεις μου. Ό αγώνας αυτός έδωσε φτερά στην ψυχή μου και κατάλαβα πώς τίποτ' άλλο στον κόσμο παρά μόνο ή επιθυμία αυτή θα μπορούσε να με Ικανοποιήσει στην αναζήτη­ση αυτής της αιώνιας, δημιουργικής δύναμης πού απονέμεται από το Θεό. Κι αυτή είναι ή αγάπη του Θεού. Διψούσα ν' αγαπήσω το Θεό μ' όλη μου την ψυχή. Μα πώς είναι το να αγαπά κανείς; Αν πρόκειται ν' αγαπήσει κάποιος το Θεό πρέπει να 'ναι άξιος για το Θεό. Εγώ όμως έβλεπα πώς όχι μόνο ήμουν αμαρτωλός, αλλά επέμενα στην αμαρτία μου.
Ή επιθυμία μου για ν' αγαπήσω το Θεό αναπτύχθηκε πολύ, έγινε φωτιά, δεν ήξερα όμως πώς ν' αγαπήσω, ώστε να ικανοποιηθεί ή καρδιά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω για να το κατορθώσω αυτό. Προσπάθησα να τηρήσω όλους τους καθιερωμένους τύπους, δηλ. να κάνω πάντα το καλό, να είμαι ελεήμων προς τον πλησίον μου. Αρκετές φορές βρέθηκα να μην έχω καθόλου ρούχα, τα 'χα δώσει όλα στους φτωχούς. Υπόφερα από πείνα και δίψα χωρίς να το μάθει κανένας. Υπόμενα συκοφαντίες χωρίς να ζητήσω εκδί­κηση, αγωνίστηκα ν' αγαπήσω τους εχθρούς μου. και τους αγαπούσα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. Την αγάπη του Θεού όμως δεν την ένιωθα μέσα μου, τα πάθη μου έδειχναν πώς ήμουν τελείως ξένος της θείας αυτής αγάπης. Ό λογισμός αυτός όμως δε μ' εγκατέλειψε ποτέ. Ή καρδιά μου φλεγόταν με μεγαλύτερη ακόμα επιθυμία ν' αγαπήσω το Θεό, αν κι ήμουν ανίκανος να συνειδητοποιήσω το στόχο αυτό. Ένιωθα πώς ή δύναμη της ζωής βρίσκεται στην αγάπη του Θεού. Πώς αυτή ήταν μια δημιουργική και χαρισματική δύναμη. Σκεφτόμουν πώς αν θα μπορούσα ν' αποκτήσω την αγάπη αύτη, όλοι οι δεσμοί με τα πάθη μου θα διαλύονταν αμέσως. Ακόμα και τα ίχνη των παθών μου θα εξαφανίζονταν, θα καταστρέφονταν από τη φωτιά της θείας αγάπης. Ήμουν σίγουρος γι' αυτό τότε. και τώρα μπορώ να βεβαιώσω πώς δε γίνεται αλλιώς. Αυτή είναι ή αλήθεια για την οποία μίλησε ο Χριστός μας. «Ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς... όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ίωάν. η' 32, 37). Δεν μπορούσα να υποφέρω και να περιμένω άλλο. Κάθε λεπτό φώναζα: Πότε θα μ' αξιώσει ο Θεός ν' αποκτήσω αυτή την αγάπη Του; Ό ίδιος είπε, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίωάν. ιε' 5). Κύριε, έλα, κάνε με κατοικητήριό Σου. Δίδαξε με να κάνω το θέλημα Σου. Δίδαξε με να σε αγαπήσω, όπως πρέπει ν' αγαπηθείς. Παντοδύναμε, για σένα δεν είναι δύσκολο ν' ασχοληθείς μαζί μου. Είμαι τόσο ανάξιος, Κύριε, αλλά έστω και για λίγο ας κατοικήσει ή αγάπη Σου μέσα μου, να με ζωογονήσει, για να Σε κατανοήσω και να έρθω να Σε γνωρίσω. Μετά ας φύγεις. Με τη γνώση αυτή θ' αγωνί­ζομαι πάντα κοντά Σου, θα υποφέρω συνειδητά, γνωρίζοντας γιατί υποφέρω και γιατί ζω.
Στο Θεό φάνηκε ευάρεστο ν' αρρωστήσω- κι αρρώστησα. Την αγάπη αύτη όμως δεν την είχα γευτεί ακόμα. Αρρώστη­σα κι όσο κρατούσε ή αρρώστια μου προσευχόμουν με δάκρυα για να κυριαρχήσω στα πάθη μου. Την αγάπη αυτή όμως δεν την είχα. Ήμουν έτοιμος να μετανοήσω κι όχι μια φορά και δυο. Μετανοούσα πάρα πολλές φορές και χαιρόμουν, γιατί έβλεπα πώς έπαυα να είμαι δούλος της αμαρτίας, ή ψυχή μου δεν αναπαυόταν στην αμαρτία, δε χαιρόταν μ' αυτήν. Λογισμοί αμαρτωλοί δεν έβγαιναν από την καρδιά μου, ή μετάνοια μου συνδυαζόταν με δοξολογία στο Θεό. Όσο υπόφερα, τόσο καλύτερα ένιωθα. Είχα σφοδρή επιθυ­μία να κοινωνώ και κοινωνούσα τακτικά. Μετά τη θεία κοινω­νία ή ψυχή μου πετούσε, είχα απόλυτη ελπίδα στο Θεό, ή καρ­διά μου πλημμύριζε από αισθήματα δοξολογίας στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Τότε αποκαλύφθηκε σε μένα τον ελεεινό ή αμέτρητη αγάπη του Θεού για τον κόσμο, για τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Ή αγάπη αυτή άρχισε να μου φανερώνεται και να τη νιώθω σ' όλη μου την ύπαρξη με τέτοια επιθυμία και νοσταλγία για τον Κύριο, πού δεν αισθανόμουν τα βάσανα μου, Δεν μπορούσα πια ν' αποστρέφω τους λογισμούς μου η τα αισθήματα της καρδίας μου από την αγάπη μου προς τον Κύριο. Θυμόμουν όλη την επίγεια ζωή Του, τα θαύματα κι όλα τα έργα πού έκανε στη γη κι αισθανόμουν δέος, ή ψυχή κι ή καρδιά μου ανανεώνονταν ως τα βάθη τους. Ή καρδιά μου ολόκληρη ένιωθε την αγαλλίαση της σωτηρίας. Τίποτα πια δεν μπορούσε να μου προκαλέσει απελπισία και να μ' απογοητεύσει για το έλεος του Θεού. Ό Κύριος ήταν κοντά, ή ψυχή μου ζούσε μαζί Του κι ένιωθε μόνο την απέραντη αγάπη Του.
Κάθε βήμα πού είχε κάνει ο Κύριος στην επίγεια ζωή Του είχε εντυπωθεί στη συνείδηση μου σαν οδηγός για τη σωτηρία μου, για το φωτισμό όλης μου της ύπαρξης. Τα είχε όλα εξαγιάσει για μένα: Τον αέρα πού ανάσαινα, το νερό πού έπινα, ακόμα και το κρεβάτι οπού ήμουν ξαπλωμένος, τον τάφο οπού θα με έβαζαν. Όλα βεβαίωναν τη σιγουριά της σωτηρίας μου, την ανάσταση του φθαρτού μου σώματος, το μακαρισμό μου κοντά στον Κύριο. Κι ένιωθα ακόμα πώς όλα αυτά δε μου τα χάρισε ο Θεός επειδή το άξιζα, αλλά οφείλονταν αποκλειστικά στην απέραντη αγάπη και καλοσύνη του Θεού.
είχα βαθιά την αίσθηση πώς ήμουν αμαρτωλός, ταυτό­χρονα όμως ή ψυχή μου ευφραινόταν πραγματικά. Είχα μια φλογερή ελπίδα στο έλεος του Κυρίου. Από τα μάτια μου έτρε­χαν δάκρυα ευχαριστίας και κατάνυξης. Μου είναι αδύνατο να σου περιγράψω τις εμπειρίες πού ζούσα αυτές τις στιγμές. Δεν ένιωθα την ανάγκη για φαγητό. Όταν μ' επισκέπτονταν άλλοι στενοχωριόμουν. Αισθανόμουν μακάριος, γεμάτος από αγάπη για τον Κύριο. Ήθελα να μπορούσα να παραμείνω αιώνια έτσι, μόνος και να υποφέρω, αρκεί να ήμουν με τον Κύριο, στην πλησμονή της αγάπης Του. » Βλέπεις τι είναι ή αγάπη του Θεού και τι κάνει στην ψυχή του ανθρώπου!
Για χάρη της αγάπης αυτής σε καλώ να γίνεις εραστής του Θεού. Ή αγάπη του Θεού είναι απαραίτητη σε όλους, σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Είναι ο θησαυρός πού δεν μπορεί να σου κλέψει κανένας, μια ακατανίκητη και δημιουργική δύναμη, ή δύναμη της αιώνιας ζωής.
Όταν ο άνθρωπος βάλει μέσα του την αγάπη αυτή θα ζωογονήσει την ψυχή του. Ό εραστής του Θεού δε νοιάζεται για την αγάπη αυτού του κόσμου. Ή εγκόσμια αγάπη έρχεται σε ρήξη με τη θεία αγάπη, είναι έχθρα του Θεού. Σε πολλούς φαί­νεται άδικο αυτό, όμως αύτη είναι ή αλήθεια κι ή δικαιοσύνη του Θεού.
Πώς θα μπορούσε κάποιος πού έχει μέσα του τη θεοχαρίτωτη αύτη αγάπη να σκοτώσει τον άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και νοιάζεται για οτιδήποτε άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και μπορεί να ζηλέψει τα πράγματα του διπλανού του ή να κλέψει ή να τον στερήσει από κάτι; Ότι κατέχει, είναι του Θεού. Το διαχειρίζεται με φόβο Θεού, γιατί του το 'δωσε ο Θεός.
Αγάπη του Θεού είναι ή ζωοποιός δύναμη της ψυχής και της καρδίας του ανθρώπου πού πλάστηκε κατ' εικόνα Του. Μ' αυτήν ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στον παράδεισο. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ή βασιλεία του Θεού έρχεται εν δυνάμει. Ό άνθρω­πος πρέπει ν' αγαπά το Θεό και να ζει κοντά Του, ή ανάσα του πρέπει να συνδέεται με την αγάπη του Θεού. «Ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν, ουδείς ημών αντισχείν ηδύνατο εχθρού πάλαισμα οι νικώντες γαρ ένθεν υψούνται» (Αναβαθμοί, ήχος πλ. β')».
Σαν έλαβε το θείο αυτό χάρισμα, δηλ. την αγάπη του Θεού, ο π. Γαβριήλ δεν μπορούσε πια ν' ακούει, πολύ περισσότερο να προφέρει τ' όνομα «Θεός» απαθώς, με αδιαφορία. Ή καρδιά του είχε ανάψει ολόκληρη. Ή αγάπη του αυτή προς τον Κύριο, το Σωτήρα μας, τον έκανε να κλαίει συνέχεια και να χύνει αβίαστα δάκρυα ευχαριστίας και ευλάβειας. Το γλυκύτατο όνομα του Θεού υπήρχε αδιάλειπτα στο νου και στην καρδιά του και χάριζε ζωή και δύναμη στο ταλαιπωρημένο σώμα του π. Γαβριήλ, πού μόλις μπορούσε ν' ανασάνει. Αυτόν τον καιρό κατέβαλε κάθε προσπάθεια να βρίσκεται μακριά από κόσμο. Κι ή φοβερή αρρώστια του τον βοήθησε πολύ σ' αυτό. Αποσύρθηκε άπ' όλο τον αισθητό κόσμο και περιορίστηκε στον εσωτερικό κόσμο της καρδίας του, όπως τα θαλασσινά πού κρύβονται στα όστρακα τους. Κανένας δεν ξέρει αν το θαλασσινό μέσα στο όστρακο ζει ή όχι. Αυτό όμως συνεχίζει να ζει εκεί, σα να βρίσκεται πίσω από τοίχο. Τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου είναι μυστικά τόσο από τους ανθρώπους όσο κι από τους δαίμονες, αλλιώς κανένας δε θα μπορούσε να σωθεί.
Ό π. Γαβριήλ ήταν κυριαρχημένος από την αγάπη του Θεού και τη ζείδωρη δύναμη της. Έτσι προσπαθούσε να υποτάξει όλη την ύπαρξη του στο Θεό, να φτάσει στην απόλυτη αυταπάρνηση.
«Για πολύ καιρό προσπαθούσα να σπάσω τον εαυτό μου και δεν τα κατάφερνα. Αργότερα τελικά το κατόρθωσα», μας έλεγε αργότερα. Δυστυχώς, έμεινε αδιευκρίνιστο τι ακριβώς «έσπασε» μέσα στην καρδιά του και μετά όλη ή δύναμη της ψυχής του πληρώθηκε από την αγάπη του Θεού και όλα τα εσωτερικά εμπόδια εξαφανίστηκαν. Ό δρόμος της πνευματικής τελείωσης μέσα από τις ζείδωρες ακτίνες της δημιουργικής αυτής αγάπης έγινε ομαλός, ειρηνικός, απόλυτα σαφής. Γενικά όλη ή ζωή του π. Γαβριήλ έγινε απλή, λόγω της πνευματικής του γνώσης και ενόρασης. Δεν υπήρχαν εμπόδια, αμφιβολίες, δισταγμοί, σύγχυση. Ή πίστη του στο Θεό δυνάμωσε, έγινε ασάλευτη. Ή ελπίδα θέριεψε μέσα του και του 'δωσε μια γεύση της μέλλουσας μακα­ριότητας, ιδιαίτερα της ευλογημένης αθανασίας εν Χριστώ, με το Χριστό. Ή ανεκλάλητη κι απερίγραπτη αγάπη του Χριστού διέγειρε την καρδιά και τους λογισμούς του π. Γαβριήλ, τον μετέφερε από τον ορατό κόσμο στον ουράνιο. Σ' αυτό τον βοηθούσαν κι οι διάφορες θαυματουργικές εκδηλώσεις της καλο­σύνης του Θεού. Συχνά, για παράδειγμα, ιδιαίτερα μετά τη θεία κοινωνία, ο π. Γαβριήλ αισθανόταν ένα θαυμάσιο άρωμα. Τότε δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του, φώναζε το διακονητή του και ρωτούσε:
— Σου μυρίζει κάποιο άρωμα;
— Μην το πιστεύεις π. Γαβριήλ. Δεν είσαι καλά... Όχι, δε μου μυρίζει τίποτα, δεν υπάρχει κανένα άρωμα εδώ.
Ό λόγος πού δεν μπορείς να το μυριστείς, είναι γιατί διαβάζεις φτηνά ρομάντζα και σε περιβάλλουν δαιμονικά πνεύ­ματα. Σε περιμένει καταστροφή. Βλασφημείς το Πνεύμα του Θεού με τα φτηνά σου ρομάντζα. Σε παρακαλώ, μη τα διαβά­ζεις άλλο πια!
Το κελί του π. Γαβριήλ βρισκόταν στον κεντρικό διάδρομο πού οδηγεί στο καθολικό του μοναστηρίου. Κι οι αδελφοί στις 4 το πρωί πού πήγαιναν για τον όρθρο σταματούσαν λίγο να επισκεφτούν τον πονεμένο μα πάντα χαρούμενο Γέροντα για να του δώσουν κουράγιο. Ό καλός π. Βησσαρίων πού ηγουμένευε τον επισκεφτόταν σχεδόν κάθε μέρα. Κι άλλοι πατέρες πήγαι­ναν συχνά. Ένας άπ' αυτούς, ο π. Έπιφάνιος, ένιωσε το άρωμα πού ανάδιδε το κελί του, γύρισε αμέσως στο διακονητή του π. Γαβριήλ και του είπε: Ιωσήφ, τι κολόνια έβαλες στο Γέροντα; Θεέ μου, πρέπει να 'ναι πανάκριβο άρωμα! Μυρίζει θεσπέσια!
Αφού έφυγε ο π. Έπιφάνιος ο π. Γαβριήλ γύρισε στο διακονητή του και του είπε:
Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα;
Ό Ιωσήφ έκλαιγε με λυγμούς. Έκανε μια μετάνοια στο κρεβάτι του Γέροντα και του είπε:
Συχώρεσέ με- και κάνε προσευχή για μένα.Σύντομα μπήκε μέσα ένας άλλος ιερομόναχος, ο π. Άβενήρ πού του άρεσαν οι κολόνιες και τις χρησιμοποιούσε. Ένιωσε κι αυτός το περίεργο άρωμα στο κελί του π. Γαβριήλ και ρώτη­σε το
διακονητή του: —Που και πόσο αγόρασες αυτό το εκλεκτό άρωμα;
«Κι εγώ, θυμόταν ο π. Γαβριήλ, ήμουν ξαπλωμένος και πληγωμένος, σαν τον εμπεσόντα στους ληστές. Είχα κοινωνή­σει όμως το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού· επομένως είχα μέσα μου το Πνεύμα το Άγιο. Ήταν φυσικό να νιώσουμε το άρωμα Του. Ό Χριστός, σαν τον καλό Σαμαρείτη της παραβολής, ρίχνει στις πληγές του ανθρώπου πού έπεσε στους ληστές το λάδι και το κρασί της χάρης Του».
Κάποτε ένιωσε το ίδιο αυτό άρωμα κι ο γιατρός Μ.Ι.Φ., πού παλιότερα τον φρόντιζε. Ήταν άνθρωπος πού ποτέ δεν τον είχαν απασχολήσει τα θέματα της πίστης και της σωτηρίας. Για όλα τα θαύματα πού γίνονται στη ζωή είχε και κάποια «φυσική» εξήγηση. Νόμισε κι αυτός πώς ο π. Γαβριήλ είχε χρησιμοποιήσει κάποια ακριβή κολόνια. Ό π. Γαβριήλ του είπε απλά πώς αυτό δεν ήταν άρωμα, αλλά ή ευωδία των Τιμίων Δώρων τα όποια είχε κοινωνήσει μόλις πριν έρθει ο γιατρός.
— Α, αυτό είναι λοιπόν. Σίγουρα θα πρέπει να ήταν εξαι­ρετικό κρασί. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Από που αγοράστη­κε; Θα' θελα κι εγώ ν' αγοράσω λίγο... Πολύ καλό κρασί...Μαγιατί κοινωνείς τόσο συχνά; Φοβάσαι πώς θα πεθάνεις;
— Όχι, δε φοβάμαι το θάνατο· ή μάλλον δεν τον φοβάμαι πια... Γι' αυτό και κοινωνώ.
Ό γιατρός δεν κατάλαβε τα λόγια αυτά για τη θεία κοινω­νία. Συνέχιζε να κάνει τις ίδιες ερωτήσεις: Υπήρξε ο Χριστός; Ήταν ο αληθινός θεός η απλά και μόνο ένας σοφός άνθρωπος; Δεν μπορούσε να εξηγήσει τα θαύματα Του - για παράδειγμα την ανάσταση των νεκρών - με πιο φυσικό τρόπο, όπως κάνουν οι γιατροί πού ξαναζωντανεύουν εκείνους πού έχουν πέσει σε
κώμα;
Στα ερωτήματα αυτά ο π. Γαβριήλ έδινε πάντα τις δικές του απαντήσεις. Του μίλησε για το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, πού είχε πραγματικά πεθάνει κι είχε αρχίσει ν' αποσυντίθεται. Αυτό αφόπλισε το γιατρό πού αναγκάστηκε να ομολογήσει πώς αν το θαύμα αυτό είχε γίνει πραγματικά, θα μπορούσε από μόνο του να πιστοποποιήσει τη θεότητα του Ιησού Χριστού.
— Μιχαήλ Ίγκόροβιτς. Πιστεύεις στην ύπαρξη των πονηρών πνευμάτων, των δαιμόνων; Καλά... το ξέρεις... Πιστεύω πολύ λίγο.
— Σε παρακαλώ: πριν κάνεις οτιδήποτε άλλο εξέτασε με για να διαπιστώσεις αν διανοητικά είμαι φυσιολογικός άνθρω­πος.
Ό γιατρός χαμογέλασε κι είπε πώς βρήκε τον π. Γαβριήλ απόλυτα υγιή, «σώας έχοντα τάς φρένας». Το σώμα Όμως κι ιδιαίτερα ή καρδιά έχουν πολύ μεγάλη αδυναμία.
Ωραία, συνέχισε ο π. Γαβριήλ. Σήμερα στις έξι ή ώρα το βράδυ λοιπόν, ή αναπνοή μου δυσκόλεψε. Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση εμφανίστηκαν μπροστά μου κάποια πονη­ρά πνεύματα, δαίμονες...
Μα αυτό είναι παραίσθηση, διέκοψε ο γιατρός.
Εγώ νομίζω όχι. Ήταν δαίμονες, γιατί με πίεζαν και μου 'λεγαν: «Δεν υπάρχει Θεός- Είσαι δικός μας, θα πεθάνεις».
Όχι, δεν είμαι δικός σας, τους απάντησα, δε θα πεθάνω.Πιστεύω πώς ο Χριστός θα με πάρει κοντά Του. Αυτοί γέλα­σαν: «Χα, χα, χα. Ούτε αυτός ούτε Θεός υπάρχει».
Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε ποιος είναι ο σκοπός σας; τους απάντησα.Εσάς ποιος σας έφτιαξε; "Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε δεν υπάρ­χετε και σεις. Είστε ψεύτες! Είσθε το ψέμα προσωποποιημέ­νο, είστε διάβολοι!!! Φύγετε μακριά από μένα. Εγώ πιστεύω στο Θεό κι αυτός θα με σώσει!» «Χα, χα, χα... Που θα πάς; Θα δούμε. Είσαι αμαρτωλός!», αντέτειναν εκείνοι. «Ναι, απάντη­σα, είμαι αμαρτωλός, εσείς με παρακινείτε. Όμως μετάνιωσα, εξομολογήθηκα στον πνευματικό μου κι οι αμαρτίες μου συχω­ρέθηκαν». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά ή μετάνοια σου δεν ήταν καθαρή. Έφερνες πότε τη μια δικαιολογία και πότε την άλλη για να δικαιολογηθείς στον πνευματικό σου». «Αυτό όμως, επέμεινα, κι αν ήταν έτσι, ήταν από ντροπή. Με τη συναίσθηση ότι ή αμαρτία μου ήταν πολύ μεγάλη ντρεπόμουν.Ή ντροπή αυτή όμως κι ο φόβος προέρχονταν από σας τους δαίμονες πού προσπαθούσατε να με διατηρήσετε θύμα σας και να με καταστρέψετε. και τώρα ήρθατε για να με τρομάξετε. Δε θα τα καταφέρετε όμως. Πιστεύω κι ομολογώ τον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, πού «ήλθε εις τον κόσμον αμαρτω­λούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμόθ. α' 15).

Μετά άρχισα να προσεύχομαι και να φωνάζω στον Κύριο: «Κύριε, σώσε με». Οι δαίμονες Όμως εξακολουθούσαν να με πειράζουν. «Χα, ακούς τι λες; τι μπορείς να ελπίζεις πώς θα κερδίσεις, αμαρτωλέ;» Εγώ ξαναπροσευχήθηκα: «Όσιοι του Θεού, βοηθείστε με ν' απαλλαγώ από τις συκοφαντίες και τις επιθέσεις των δαιμόνων». Οι δαίμονες από την άλλη μου φώναζαν: «Όχι, όχι, θα χαθείς!!!» «Όχι, κραύγαζα εγώ. Ακόμα είμαι στο σώμα μου. Μπορώ να μετανοήσω. Δε θα χαθώ». Τότε εκείνοι άρχισαν να μου αποκαλύπτουν όλες τις αμαρτίες μου, ακόμα κι αυτές πού εγώ δεν τις είχα λογαριάσει για αμαρτίες. Μου τις έδειχναν όλες. «Ορίστε, εδώ είναι. τις βλέπεις; Δεν είναι αυτές οι αμαρτίες σου; με κατηγορούσαν συνέχεια οι ακάθαρτοι. Κι οι όσιοί σου ίδιοι με σένα ήτανε. Αμαρτωλοί ήταν κι αυτοί». Σαν άκουσα αυτά τα λόγια σήκω­σα το κεφάλι μου και τους είπα με παρρησία: «τι; Οι άγιοι ήταν αμαρτωλοί σαν και μένα; Αυτοί σώθηκαν. Λοιπόν, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία και για μένα; Είμαι ακόμα στο σώμα μου και μπορώ να μετανοήσω. Όχι, είμαι ζωντανός, υπάρχει σωτηρία για μένα!» Τη στιγμή αύτη νικήθηκαν οι δαίμονες...
Ό γιατρός τα 'χασε, ήρθε σε αμηχανία.
Βέβαια, είπε, αυτό είναι κάπως ασυνήθιστο... Αυτό δεν είναι παραίσθηση.
Αφού έφυγαν οι δαίμονες ο π. Γαβριήλ κάλεσε αμέσως τον πνευματικό του, τον π. Έπιφάνιο. Με τις νωπές εντυπώσεις από τις φοβερές εικόνες του πλήθους των αμαρτιών του, αυτών πού του ήταν γνωστές αλλά κι εκείνων πού του φανέρωσαν οι δαίμο­νες, μετάνιωσε κι εξομολογήθηκε καθαρά. Αργότερα ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς αν δεν είχε πίστη στο Σωτήρα ή αν ή πίστη του είχε κλονιστεί, σίγουρα θα είχε πεθάνει από την απελπισία και το φόβο των δαιμόνων. Ή σταθερή πίστη του στον Κύριο όμως τον προστάτεψε και τον έσωσε. και μόνο πού άκουσαν το όνομα της Παναγίας οι δαίμονες εξαφανίστηκαν τρομαγμένοι, βρίζοντας και βλασφημώντας. Με τη βοήθεια του Θεού συνέρ­γησαν κι αυτοί έστω κι αθέλητα ν' απαλλαγεί ο π. Γαβριήλ από τις αμαρτίες του και να ειρηνέψει, να γίνει ήρεμος και χαρούμε­νος.
Ή εμφάνιση των δαιμόνων έκανε τον π. Γαβριήλ πιο προσεχτικό. Παρατηρούσε πια κάθε λογισμό πού ήταν αντίθετος στη σωτηρία του. Με το φωτισμό πού του έδινε ή αδιάλειπτη προσευχή του και με τη βοήθεια της θείας πρόνοιας έβλεπε καθαρά τις κινήσεις του νου του και τους πονηρούς λογισμούς πού τους θεωρούσε εχθρούς του και τους καταδίωκε στη γένεση τους ακόμα, με το όνομα του Ιησού. Ακόμα και με την προ­σβολή όμως των λογισμών αυτών διέκρινε μια ένδειξη της αδυναμίας του. Έκλαιγε, μετανοούσε πάλι και πάλι ως το θάνατο του. «Ή μετάνοια είναι δώρο Θεού» έλεγε Ταυτόχρονα ή απαίσια όψη των δαιμόνων κι ή τρομερή εντύπωση πού του άφησαν, λειτούργησαν θετικά για τον π. Γαβριήλ. Αναλογιζόταν το θάνατο και το πέρασμα του στην αιωνιότητα, καθώς και τα βάσανα πού 'χε να τραβήξει ή ψυχή από τα τελώνια. Πώς μπορεί να προστατευτεί ο άνθρωπος άπ' αυτά; Πώς μπορεί να λάβει τη βοήθεια του Χριστού, να ενισχυ­θεί από τις μεσιτείες της Βασίλισσας των Ουρανών; Ή Προστασία Της είναι τόσο φοβερή στους δαίμονες! Ό π. Γαβριήλ προσευχόταν και ζητούσε από το Θεό να τον ελεήσει την ώρα του θανάτου. Σαν απάντηση στην προσευχή του άρχισε να νιώ­θει πώς ή πίστη του δυνάμωνε, γέμιζε την ψυχή του με χαρά κι ελπίδα για τη σωτηρία του. Ή αγάπη μπήκε στην καρδιά του, ένιωθε μέσα του μια φλόγα πού δυνάμωνε την προσευχή του κι οδηγούσε όλες τις σκέψεις και τους λογισμούς του προς το Θεό. Δεν είχε ανάγκη πια να προσπαθεί για να μαζεύει το νου και τις σκέψεις του. Ή αγάπη τον οδηγούσε κατευθείαν στο Θεό. Έδινε στα αισθήματα του ανυψωτική τάση, στο νου του δύνα­μη θεωρίας, πού ελεύθερα κι αβίαστα τον οδηγούσαν ν' ανέβει στα ουράνια. «Αργότερα με καταλάμβανε φοβερό δέος», έγραφε ο π. Γαβριήλ.
ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
…………Αυτόν τον καιρό εξακολουθούσε να είναι εξασθενημέ­νος. Συνέχιζε να έχει τρεις τέσσερις προσβολές την ήμερα. Ό φόβος του Θεού όμως λιγόστευε όσο δυνά­μωνε ή ελπίδα στην αγάπη και την καλοσύνη του Θεού. Ό Γέροντας την ένιωθε την αγάπη του Θεού γι' αυτόν, την έβλεπε παντού. και μέσα του ένιωθε τη δική του αγάπη προς το Θεό. Ενώ όμως προετοιμαζόταν για να πεθά­νει, ο π. Γαβριήλ σκέφτηκε πώς ίσως ο θάνατος τον στερήσει από την αγάπη αυτή προς το Θεό. Φοβόταν μήπως ο νους του διασκεδαστεί από τις καινούργιες εντυπώσεις πού δημιουργούνται κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Με την παρρησία πού του έδινε ή αγάπη του για το Θεό λοιπόν άρχισε να ικετεύει το Θεό να του δείξει πώς αναχωρεί ή ψυχή από το σώμα. Κι εκπληρώθηκαν τα λόγια του προφήτη: «Θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ' 19).
Κάποτε ή ψυχή του π. Γαβριήλ ελευθερώθηκε από το σώμα του, πού έμεινε κάτω ακίνητο. «Εγώ, θυμάται ο π. Γαβριήλ, το έβλεπα σαν σώμα ξένο, πού ανήκε σε άλλον, σαν ένα συνηθι­σμένο νεκρό».
Εκείνοι πού βρίσκονταν στο κελί του είπαν: «Ό Γέροντας πέθανε... Πάει πια». Τότε ή αγνή ψυχή του π. Γαβριήλ, προστατευμένη από την πρόνοια του Θεού, δεν είδε τους δαίμονες. Κατά πόσο όμως είδε τους αγγέλους του Θεού δε μας το είπε. Είπε μόνο πώς με την παραμικρή κίνηση της θέλησης, με μια σκέψη, ή ψυχή μεταφερόταν αυτοστιγμεί σε οποίο μέρος ήθελε. Ή ελευθερία της κίνησης δεν εμποδιζόταν από κανένα υλικό εμπόδιο πού υπήρχε στη γη, όπως για παράδειγμα οι τοίχοι του σπιτιού. Όλα αυτά τα εμπόδια έμοιαζαν διάφανα ή ανύπαρκτα, μ' όλο πού διατηρούσαν την εμφάνιση και το σχήμα τους. Ό π. Γαβριήλ δεν ανέφερε που βρισκόταν ή ψυχή του τις στιγμές αυτές. Έκλεισε όμως τη διήγηση του ως εξής:
«Σαν έβλεπα το νεκρό κι άψυχο αυτό σώμα, ή ψυχή μου
λυπόταν το δικό της σώμα. Άρχισα να το αγκαλιάζω για να το ζεστάνω και να το αναστήσω. Φυσούσα μέσα στο στόμα κι εκεί, ανάμεσα από τα χείλη, άκουσα ένα μικρό θόρυβο, σαν ανάσα... και βρέθηκα πάλι να είμαι ένας άνθρωπος με σώμα, ξανά άρρωστος, όπως ήμουν και πριν».
Ή αρρώστια του ολόκληρη ήταν ένα είδος παιδείας στην ευσέβεια, μια θεολογική σχολή, κλίμακα προσευχής και θεω­ρίας. Το σώμα του πονούσε κι έσβηνε, άλλ' ή ψυχή του φλεγό­ταν από αγάπη για το Θεό. Ή δημιουργική αύτη αγάπη ζωοποιούσε το σώμα του, έτρεφε το νου του και τον διατηρούσε ακμαίο και διαυγή.
Ό Κύριος με τ' ανεξιχνίαστα κρίματά Του καταδέχτηκε να έρθει για να συναντήσει μια ψυχή πού διψούσε γι' Αυτόν. Την ανάπαυε με ανεκλάλητες παρηγοριές στην προσευχή, με οράματα, με θεωρία. Τα οράματα εκείνα ήταν απάντηση σ' αυτά πού ζητούσε ο π. Γαβριήλ για να προετοιμαστεί και να περάσει ανεμπόδιστα στην αιωνιότητα. Κάποτε ο π. Γαβριήλ είδε πώς μεταφερόταν εναέρια σ' ένα πανέμορφο κι ηλιόλουστο μέρος, μέρα μεσημέρι. Ένιωθε ζεστά και χαρούμενα. Πλησίασε ένα ψηλό βουνό. Εκεί υπήρχε ένα καταπληκτικό οικοδόμημα πού έμοιαζε να 'ναι φτιαγμένο από πολύχρωμα τζάμια ή από διαφανές κρύσταλλο. Όλο το οικοδόμημα έλαμπε κι άστραφτε στον ήλιο κι αντανακλούσε όλα τα χρώματα της ίριδας. Όσο πλησίαζε, τόσο πιο ευχάρι­στη γινόταν ή ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε πώς ρουφούσε κατά κάποιο τρόπο τον αέρα, για να γεμίσει από αίσθημα υπερκοσμιότητας. Μετά ήρθε σε μια πόλη. Εκεί όλα τα κτίρια γυάλι­ζαν κι άστραφταν επίσης, έμοιαζαν διάφανα κι αντανακλούσαν ιριδισμούς σαν κρύσταλλα. Όλα ήταν θαυμάσια, ωραιότατα. Παντού υπήρχαν πλήθος λουλούδια. Αμέτρητοι και πολλών ειδών φοίνικες γέμιζαν τον τόπο, όσο έβλεπε το μάτι. Εδώ ο π. Γαβριήλ περπατούσε μόνος του, ενώ ήρθε να τον προϋπαντήσει ένας χορός από εκατομμύρια τραγουδιστές. Τραγουδούσαν τόσο γλυκά, τόσο γοητευτικά! Όλοι έμοιαζαν να έχουν την ίδια ηλικία - γύρω στα τριάντα τρία, όχι περισσότερο - κι όλοι φαίνονταν τόσο αγνοί, τόσο λαμπροί! Ό π. Γαβριήλ κρατούσε στα χέρια του μια τσάντα με ασημένια νομίσματα κι ήθελε να τα δώσει στους τραγουδιστές, μα εκείνοι του είπαν:
—Στο σπίτι μας αυτό δε γίνεται.
Μετά κάποιος είπε στον π. Γαβριήλ πώς σύντομα θα 'ρχόταν ο επίσκοπος και θα του έδινε ένα κελί για να το χρησιμο­ποιεί ο ίδιος. Ό επίσκοπος ήρθε πραγματικά κι έδειξε στον π. Γαβριήλ δυο ωραία κελιά.
— Αυτά έχουν ετοιμαστεί για σένα, του είπε.
Την ίδια στιγμή άρχισαν να μαζεύονται μερικοί μεγαλό­σχημοι μοναχοί. Ό πρώτος άπ' αυτούς, πού είχε μέτριο ανάστημα και γκρίζα γένια, ρώτησε τον π. Γαβριήλ:
— Πώς σε λένε, αδελφέ;
— Αμαρτωλό Ιερομόναχο Γαβριήλ.
— Ό Χριστός μαζί μας. Σώσου και προσεύχου. Μεγαλό­σχημος· τόσο νέος;
— Ό αρχιεπίσκοπος συμφώνησε, απάντησε ο π. Γαβριήλ, κι έτσι μου έδωσαν το μεγάλο σχήμα.
- Μάλιστα, είπε ο μεγαλόσχημος μοναχός, ο αρχιεπίσκο­πος σε αγαπάει.
Ό π. Γαβριήλ έβλεπε το Γέροντα αυτό πολύ καθαρά, Όπως βλέπουμε την ημέρα. Μετά τον πλησίασε ένας άλλος μοναχός, μα τον έβλεπε λιγότερο καθαρά. Μετά άλλος κι άλλος. Τους τελευταίους πια τους έβλεπε σα σκιές. Μετά άπ' όλους τους άλλους τον πλησίασε ο οικονόμος και του είπε:
—Ορίστε, δες πώς θα είναι τα κελιά σας. Στο μεταξύ όμως πρέπει να περιμένετε και να μείνετε σ' άλλα κελιά. Γίνε­στε δεκτοί, μα τώρα να πάτε και να ζήσετε. Εδώ θα είναι καλά για σας. Να γράψτε σ' όσους γνωρίζετε. Να τους πληροφορή­σετε γι' αυτά πού είδατε εδώ. Εδώ το όραμα τέλειωσε. Σύντομα επισκέφτηκε τον π. Γαβριήλ ο π. Βησσαρίων. Ό Γέροντας του διηγήθηκε ολόκλη­ρο το δράμα κι ο π. Βησσαρίων, μόλις τ' άκουσε, αποφάσισε να κάνει μια αγρυπνία για το μοναχό Ευθύμιο, Ιδρυτή του μονα­στηρίου των Επτά Λιμνών.
Ό π. Γαβριήλ μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Ανάληψης, κοντά στη λειψανοθήκη του μονάχου Ευθυμίου. Εκεί τον έβαλαν να καθίσει σ' ένα κάθισμα πού του είχαν ετοιμάσει. Στην αγρυπνία παραβρέθηκαν ο π. Βησσαρίων και μερικοί μοναχοί. Μετά την αγρυπνία άρχισε να νιώθει κάπως καλύτε­ρα, Ήταν επιφυλακτικός όμως αν έπρεπε να χαρεί γι' αυτό. Φοβόταν μήπως ξαναμαρτήσει, δεν ήταν σίγουρος για το μέλ­λον, γι' αυτό και δε ζητούσε τίποτα από το Θεό. Ήθελε όλα να γίνουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κι όχι με την προσω­πική του επιθυμία. Αργότερα ο π. Γαβριήλ το σχολίαζε αυτό:
— Ό Κύριος ικανοποιεί όλα τα αιτήματα και τις ευχές εκείνων πού Τον αγαπούν. Γιατί αυτοί ζητούν μόνο αυτό πού Τον ευχαριστεί, δεν μπορούν να επιθυμήσουν κάτι πού δε συμ­φωνεί με το άγιο θέλημα Του.
Ή εντύπωση από το θαύμα πού περιγράψαμε παραπάνω ήταν πραγματικά πολύ δυνατή. Ό ίδιος ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς άρχισε συχνά να συλλογιέται το παραδείσιο αυτό μονα­στήρι, την ομορφιά του. Ή επιθυμία του να βρεθεί εκεί έκαιγε την καρδιά του. Ίσως σαν απάντηση στην επιθυμία του αύτη ο Κύριος τον αξίωσε να δει ένα καινούργιο όράμα, στο όποιο υπήρχε και μια εξήγηση για το άλλο, πώς δηλ. έπρεπε να ζήσει σωματικά εδώ στη γη. Ό π. Γαβριήλ μας περιέγραψε έτσι το δράμα του:
«Είδα το μοναστήρι μας, των Επτά Λιμνών. Ήταν τριγυ­ρισμένο άπ' όλες τις πλευρές, όσο μακριά και ψηλά μπορούσα να δω, από τη γη ως τον ουρανό, από πλήθη κεκοιμημένων. Μου φάνηκε πώς όλοι έκλιναν το κεφάλι τους μπροστά μου, σα να μου ζητούσαν κάτι. Οι όσιοι κι οι δίκαιοι στέκονταν πιο ψηλά από τους άλλους. Μπορώ να πω πώς έπιαναν όλο το μέρος τ' ουρανού. Εκεί στέκονταν κι οι μοναστές πατέρες και πιο ψηλά ακόμα, σε σειρές επίσης, ήταν οι μάρτυρες, άντρες και γυναίκες. Ακόμα ψηλότερα βρίσκονταν οι ιερομάρτυρες, οι ιεράρχες, οι απόστολοι κι οι προφήτες... Στην απώτατη κορυφή ήταν μια πύρινη, αιθέρια, φωτεινή κι απαλή φλόγα, πού τραβούσε την προσοχή όλων. Ένας από τους οσίους ρώτησε: «Λοιπόν, είναι απαραίτητο να πάρουμε μαζί μας τον ιερομόνα­χο Γαβριήλ;» Μετά ακούστηκε μια φωνή από τη σειρά των Ιεραρχών, ή φωνή του αγίου Τύχωνα του Ζαντόνσκ. Τον είδα μάλιστα κι άκουσα τη φωνή του καθαρά να λέει: «Όχι, είναι νωρίς ακόμα. Υποσχέθηκε να προσευχηθεί για τους κεκοιμημένους. Ας τον να προσευχηθεί». Λυπόμουν να εγκαταλείψω αυτό το μεγάλο πλήθος των αγίων, αισθανόμουν όμως ανάξιος να είμαι μαζί τους. Αναγνώρισα πολλούς άπ' αυτούς πού είχαν αναπαυτεί, ακόμα και συγγενείς μου πού είχαν πεθάνει από καιρό και πού τους είχα σχεδόν ξεχάσει. Μετά από το όραμα αυτό έγραψα όλα τα ονόματα τους και προσευχόμουν γι' αυτούς, Όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου. Μετά, κατά το βράδυ, στο ηλιοβασίλεμα, ενώ έβλεπα την πόρτα του χώλ, είδα ένα γέροντα με σχήμα κι από πάνω του, σα για να τον προστα­τέψει, είχε ένα σάβανο. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο Ιερομόναχος Σάββας της Οπτινα, Το πρόσωπο του ήταν λυπημένο, σα να τον είχαν αδικήσει. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πώς είχα ξεχά­σει να γράψω τ' όνομά του στα δίπτυχα μου. Ήταν τρομερό να δω μπροστά μου κάποιον πού είχε κοιμηθεί. Αμέσως τότε προσευχήθηκα: «Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου Σου Σάββα ιερομόναχου, και κατάταξον αυτόν μετά των αγίων Σου». Αμέσως μου έκανε μια υπόκλιση και χάθηκε σαν σύννεφο».

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

ΛΑΧΤΑΡΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ 2001

Ιδού, έρχομαι ταχύ. Αμήν ναι έρχου, Κύριε Ιησού.
(Άποκ. κβ' 12, 20)
Ομιλία του Πατρός Δαμάσκηνου προς τάς αδελφάς της Ί. Μ. Αγ. Ιωάννου, την 23ην Αυγούστου 1984.
Ό θείος λόγος του Ευαγγελίου, ο όποιος εξέρχεται από τον άμβωνα της Εκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα αληθείας και θεο­γνωσίας. Ή μελέτη του θείου λόγου να είναι ή τρυφή και ή τροφή της ζωής μας.
Εγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Ευαγ­γέλιο για να εισχώρηση μέσα μου ο Κύριος. Με το Ευαγγέλιο γίνεται ή αλληλοπεριχώρησις του ημαγμένου Αμνού και της ψυχής μας. Όλοι οι άνθρωποι κληθήκαμε ν' αγιάσουμε. Να γίνομαι ευωδία Χριστού. Σκοπός μας είναι να ανταποκριθούμε στην κλήσι του Θεού και να γίνομαι φως. Με την τήρηση του Ευαγγε­λίου να γίνομαι λόγος του Θεού.
Μέσα στην Εκκλησία, λοιπόν, αρπάζει ο ένας τον θείο λόγο και πηγαίνει εις τάς έρη­μους, για να πραγμάτωση το Ευαγγέλιο. Ό άλλος το αρπάζει και πηγαίνει στην Αφρική, στην Ασία κ.λπ. να φώτιση τους ανθρώπους ως ιεραπόστολος. Ό άλλος παίρνει τον θείο σπόρο και τον καλλιεργεί μέσα στην κοινωνία ως επίσκοπος, ως ιερεύς, ως οικογενειάρχης και κάνει έργο του την σπορά του θείου λό­γου. Εμείς πήραμε το Ευαγγέλιο από την Ά­για Τράπεζα ο καθένας και ήλθαμε στο μονα­στήρι, για να δοξάσομε τον Θεό με την τήρηση των εντολών Του.
Κάθε μοναστήρι είναι ένα πέραμα, ένα φεριμπότ, πού θα μας πέραση απέναντι, στην ό­χθη του ουρανού. Σήμερα αυτό με απασχόλησε εμένα αυτό ακριβώς το ταξίδι. Πρέπει να σπάσουμε τον φραγμό του θανάτου με την επιθυμία της αιωνίου ζωής. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θα μπορέσομε το μήνυμα του θανάτου να το περιμένουμε ως την πλέον ευχάριστη αγγε­λία. Προχθές αναφέραμε μερικές θείες αποκα­λύψεις, πού είχε ο Μητροπολίτης Έ. στις τελευταίες του στιγμές. και χάρηκε ή ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος, ο αγαπήσας τον Θεό, δέχεται τέτοιες αποκαλύψεις στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Ό Κύ­ριος του παρουσιάζει ήδη από την παρούσα ζωή τι απολαύσεις τον αναμένουν στην πανη­γύρι των πρωτοτόκων, εκεί πού βασιλεύει το φως, το άκτιστο φως, το γλυκύτατο ως ή χιών.
Ή ζωή του ουρανού είναι φως, γλυκύτατο, λευκότατο. Επιθυμώ αυτήν την λευκότατη, την χιονάτη ζωή της βασιλείας του Θεού. Για­τί δεν υπάρχει πιο ευχάριστο γεγονός από αυ­τήν την διάβασι στην αντίπερα όχθη. Εάν νοσταλγούμε να μεταβούμε σε μια παραλία, π.χ. στην Κέρκυρα ή στον Άγιο Διονύσιο, οπού θα αντικρίσομε γήινες ομορφιές, πού παρό­μοιες έχομε ήδη απολαύσει, σκεφθείτε πώς πρέπει να νοσταλγούμε αυτό το πέραμα στην άλλη ζωή, στο αιώνιο Φως. Μέσα στο μονα­στήρι γίνεται αυτή ή ετοιμασία για την μετάβαση στην ουράνια όχθη της βασιλείας του Θεού. και αν από τώρα γνωρισθούμε για τα καλά με τον άνω κόσμο, θα έχουμε μία καλή συνοδεία φίλων 'Αγίων κατά την έξοδο μας.
Με πόση ευχαρίστηση πρέπει να αναμένουμε τον θάνατο! Να μην τον αντικρίζουμε ως μάχαιρα πού θα μας κόψη από την ζωή, αλλά σαν φωτεινή πύλη, πού θα μας εισαγάγει στην αιωνιότητα. Αυτή ήταν ή σκέψης μου έμενα σήμερα. Άλλωστε, έχομε πει πολλές φορές ότι πρέπει να κάνομε τον θάνατο ευχάριστο. Να μην τον αντιμετωπίζουμε με φόβο. Άπαξ και ο Χριστός εσταυρώθη και ανέστη, κατελύθη ή ισχύς του θανάτου, εσπάσθησαν τα κλείθρα του άδου. Ή θύρα ηνοίχθη και ελευθέρως πλέον κάθε πιστός ημπορεί να εισέλθει στην αιώνια μακαριότητα.
-τι είναι όμως αυτό πού θα μας κάνη να επιθυμήσουμε τον θάνατο;
-Ή φλόγα της δροσερής αγάπης προς τον Θεό ανάβει την δίψα της αιωνίου ζωής.
«Αγαπήσατε τον Θεό και ευρήσετε χάριν αιώνιων... και ανάπαυσιν μετά πάντων των α­γίων», λέγει ο υμνωδός (Ακολουθία 'Αγ. Α­ντωνίου, δοξαστικό της Λιτής).
Εάν ή καρδιά μας φλέγεται από θείον ε­ρωτά, ο Κύριος θα ανταποκριθεί αμέσως στην αγάπη πού θα του προσφέρομαι εμείς και θα μας χαρίσει την αιώνιο ατενίσει της θεϊκής Του μορφής.
Θα μου πείτε: «Καλά το συζητάμε τώρα αυτό το θέμα. 'Αλλά μόλις φθάσομε στην ώρα του θανάτου, αμέσως μας καταλαμβάνει ένας φόβος». Πράγματι έτσι λέει ή πείρα της ζωής. Ό πιστός όμως δεν συναντά αυτή την δειλία. και σκεπτόμουν σήμερα πώς θα νιώθουν αυτοί οι πιστοί, οι μεγάλοι αγωνισταί, πού ο Κύ­ριος τους πληροφορεί -είτε ο Ίδιος, είτε δια της Θεοτόκου είτε δια των Αγίων Του- ότι «εντός ολίγου θα σε πάρω». σκεφθείτε τι θα αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην ψυχή τους! τι άγαλλίασις θα πληρώνει την ύπαρξη τους, όταν θα ετοιμάζονται να μετα­βούν προς την αιωνιότητα! Αυτήν την μεγάλη δωρεά ο Θεός δεν την παρέχει μόνο σε ωρισμένους, αλλά σε όλους εκείνους πού την επι­θυμούν. και έλεγα σήμερα μόνος μου: «Άραγε είναι δύσκολο ή χάρις του Θεού να μας αξιώσει και μας να φθάσουμε στην ευχάριστη αυτή στιγμή και να ακούσουμε την ευφρόσυνη αγγελία;»
Λέμε ότι αγαπήσαμε τον Θεό... τι είναι ή α­γάπη του Θεού; Χαρά και άγαλλίασις! Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν, όταν φθάνει ο θάνατος, να μας καταλαμβάνει δυστυχία και σκότος, α­φού ή αγάπη του Θεού είναι φως και αιωνιότης και ειρήνη άφραστος; Αυτό το θέμα του θανάτου δεν το έχουμε πολυκαλλιεργήσει μέσα μας και δεν φθάσαμε ακόμη στο σημείο να έχουμε πλήρη την συνείδησι της αθανάτου ζωής και την πληροφορία της αιωνιότητας. Το πι­στεύομε, το ξέρομε όλοι, αλλά δεν το αναμένουμε ως ένα γεγονός ευχάριστο, ενώ γι' αυτό φύγαμε από τον κόσμο' για να φθάσουμε σ' αυ­τή την ευφρόσυνο στιγμή, ν' αναχωρήσουμε α­πό τον παρόντα αιώνα προς το μέλλοντα, προς την αιωνιότητα.
«Αγαπήσατε τον Θεό»! Πώς τον αγαπάμε τον Θεό; Μόνο με τα λόγια; Είναι δυνατόν να λέει ένας άνθρωπος «Αγαπώ τον Θεό» και τα έργα του να είναι ανάποδα, αντίθετα από τον θείο νόμο; Είναι δυνατόν να μη πραγματώνει το Ευαγγέλιο; Όταν λέμε ότι πήραμε στα χέ­ρια μας το Ευαγγέλιο και υποσχεθήκαμε ότι θα το πραγματώσομε, τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Σημαίνει ότι θα ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού" θα τηρήσουμε το Ευαγγέλιο, και θα το εναποθέσουμε πάλι στην αγία Τράπεζα της ορθοδόξου Εκκλησίας, ο­μολογώντας ότι μείναμε «πιστοί άχρι θανά­του», με τους λόγους: «Τον δρόμο τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα' λοιπόν απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, όν αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ήμερα, ο δίκαιος κριτής» (Β' Τιμ. δ', 7-8). Είθε να αξιωθεί ή ψυχή μας να πει αυτόν τον λόγο προς τον Θεό, προς την α­γάπη του Θεού.
Ό,τι και να κάνουμε, όσο και να προσπαθήσουμε και να αγωνισθούμε, εάν δεν προσα­νατολισθούμε προς την αιώνιο ζωή και την ανέσπερη βασιλεία, νομίζω ότι μέσα μας δεν θα έχουμε την πληροφορία της σωτηρίας. Όταν τηρώ τάς εντολάς, ή συνείδησης μου είναι α­ναπαυμένη απέναντι του Θεού. Άλλα για να πετύχουμε την τελεία ανάπαυση, είναι απαραί­τητη και ή καλλιέργεια της προσδοκίας της α­ναχωρήσεως μας και ή δίψα αυτής της στιγ­μής του θανάτου.
Είδατε; Μόλις ακούμε την λέξη «θάνατος», μας πιάνει φόβος. Πρέπει όλοι όμως να έχομε δίψα θανάτου ιδιαίτερα οι μοναχοί, αλλά και κάθε χριστιανός. Να διψάμε αυτήν την ώρα της μεταβάσεως μας στα ουράνια σκηνώματα. Αυτήν την δίψα είχαν όλοι οι Άγιοι της Εκ­κλησίας μας και αυτήν έχουν και οι σημερινοί άγιοι και ειδικότερα οι Αγιορείτες. Άλλα και οι πιστοί στον κόσμο και οι εργάται του Ευαγγελίου και οι ιεραπόστολοι, με αυτήν την δίψα του θανάτου πραγματώνουν τον θείο λόγο και τελούν τα έργα της πίστεως με­τακινούν ακόμη και όρη. και εμείς, λοιπόν, δια της πίστεως να μετακινήσουμε την ψυχή μας. και από τον Άδη να την ανεβάσουμε στην βασιλεία του Θεού.
Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας ανοίγει φωτεινούς ορίζοντας πίστεως και αγάπης προς Αυτόν. Ή πίστης δεν είναι απλό πράγμα ούτε ο άνθρωπος, πού είναι εικόνα του Θεού. Ό άνθρωπος έχει άπειρες διαστάσεις. Επειδή επλάσθη «κατ' εικόνα» Θεού, κατευθύνεται προς το άπειρο, προς την άνω Ιερουσαλήμ. Όταν λέω «κατευθύνομαι προς τον άπειρο», σημαίνει σκέπτομαι τον άπειρο Θεό και την μετάβαση μου στην αιωνιότητα.
Άλλα πώς θα αγαπήσω τον Θεό; πώς θα ανοίξω την ψυχή μου προς Αυτόν και πώς θα διαθέσω όλη μου την ύπαρξη στην αγάπη Του; Υπάρχουν πολλοί τρόποι της αγάπης του Θεού. και όταν ο άνθρωπος είναι διατεθειμένος να θυσιάζεται για τον Θεό, δεν κάνει και α­μαρτίες. Έτσι δεν είναι, παιδιά; Προσέχει τον λόγο του, προσέχει τις σκέψεις του, τις διαθέσεις του.
Με την αγάπη του Θεού ανοίγει ο ορίζων της ψυχής αμέσως και ο άνθρωπος γίνεται διάπλατος. Ή ύπαρξης του αμέσως ευρύνεται, γιατί τείνει προς τον άπειρο Θεό και την αιώνιο ζωή. Αυτόν τον άπειρο Θεό αγαπή­σαμε και ξεκινήσαμε να Τον συναντήσουμε. Γι' αυτό μας αναπαύει ή ησυχία και ή ερημιά. Δεν μας αναπαύει ο κόσμος και τα του κό­σμου, παρά μόνον ή ησυχία και ή ερημιά. και επιθυμούμε να βασιλεύει στην ψυχή μας ή ει­ρήνη του Θεού και ή αγάπη του Θεού.
Όταν λέγω «αγαπώ τον Θεό», ή καρδία μου πλαισιώνεται αμέσως με ευλογία. Ό Θεός - όπως έχομε συζητήσει πολλές φορές - είναι «ζηλότυπος» για κάθε ψυχή. Την θέλει όλη δι­κή Του. Θέλει δηλαδή να την δοξάσει, θέλει να την γέμιση με την χάρη Του. Ό Θεός δεν έ­χει ανάγκη της ιδικής μας αγάπης. Άλλα επειδή ο ίδιος έχει άπειρον αγάπη και απερινόητον, θέλει την ψυχή μας ολόκληρη κοντά Του. Εάν εμείς τολμάμε να λέμε ότι αγαπήσαμε τον Θεό, αντιλαμβάνεσθε ποία είναι ή αγάπη του Θεού προς ημάς! Γι' αυτό πρέπει ή σκέψης μας να είναι όλη την ήμερα προσηλωμένη στον Θεό. Ούτε τρίχα να μην κάνομε πέρα α­πό την δική Του αγάπη. Ουδεμία ματιά να ρίχνουμε προς τον κόσμο' ούτε αριστερά, ούτε δεξιά. Μόνο το πρόσωπο του Κυρίου να μας ελκύει. Το βλέμμα μας να ατενίζει διαρκώς την αντίπερα όχθη. Να αναμένουμε την ευχάριστο διάβαση όχι τον θάνατο του αφανισμού και του σκότους, αλλά την διάβαση προς το φως το ανέσπερο, προς το άκτιστο φως, το αιώνιο φως, την λαμπρά δόξα του Θεού και την άφατο λαμπρότητα της βασιλείας Του. Με τους οφθαλμούς της ψυχής μας να έχουμε «συνόρασι» μετά του θείου οφθαλμού. Να θέτουμε τον εαυτό μας εις τον θείον οφθαλμό και εκεί να αναπαυώμεθα. Τότε θα είμεθα ε­λεύθεροι για τα ανοίγματα εις τον ορίζοντα της αίωνιότητος.
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας περιέχουν τις ευχές των Πατέρων, πού εκφράζουν όλα τα αιτήματα της ψυχής μας. Άλλα έχομε και εμείς μια δική μας γλώσσα ο καθένας, με την οποία αναφέρομε τα μυστικά μας προς τον Θεό. Θέλομε να ομιλήσομε με τον πιστό μας Φίλο. Έτσι δεν είναι; Το θέμα της διαβάσεως μας είναι ένα μυστικό της ζωής. και θέλω να το συζητήσω από κοντά με τον Θεό, για να μου ετοιμάσει την εκδημία. Άπαξ και αναμένω αυτό το Πάσχα της ψυχής μου, δεν θα πρέπει να έχω ουδεμία ανάπαυση μέχρις ότου μι­λήσω από κοντά με τον Θεό, για να τακτοποί­ηση μέσα μου αυτήν την επιθυμία, αυτήν την λαχτάρα -να το πούμε έτσι-.
Μη με παρεξηγήσετε πού λέγω «λαχτάρα» για τον θάνατο. Λαχταρώ την μετάβαση στον ουράνιο κόσμο. Έτσι είναι! Γιατί εμείς, πού πιστεύομε εις τον Θεό και ασχολούμεθα με την αγάπη του Θεού, ήλθαμε εδώ πέρα ακρι­βώς γι' αυτό το ταξίδι. Μας αναμένει ο Θεός, ή ζωή, ή αιωνιότης, ή μακαριότης! Δεν πρέπει να έχουμε ουδένα δισταγμό για τον θάνατο, αλλά μια ευχάριστη αναμονή, μία λαχτάρα πότε θα έλθει. Ό θάνατος δεν μας ξενίζει κα­θόλου. Είναι για μας μία εορτή. Είναι ή εορτή της μεταβάσεως του ανθρώπου εις τον ουρανό. Γι' αυτό και εορτάζαμε τους Άγιους την ή­μερα της εκδημία τους. Είδατε, ο Μέγας Βα­σίλειος 49 ετών πέθανε. Παλικάρι πέθανε. Όμως δεν τον ενδιέφερε τίποτε. Είχε ετοιμά­σει το εισιτήριο του. Μπήκε μέσα στο φερι-μπότ και πέρασε απέναντι, στην όχθη την ου­ράνιο.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να φεύγει ποτέ από το μυαλό μας ότι θα πεθάνουμε. Όχι απλώς έχω φόβο, επειδή θα πεθάνω. Ούτε, επειδή θα πε­θάνω, προσέχω να μην αμαρτήσω. Όχι τέτοια πράγματα! Να ετοιμασθώ καλύτερα, ν' αγα­πήσω την διάβαση, γιατί αγαπώ τον Θεό! Θέ­λω να πάω να Τον δω. Πώς το λένε; Θέλω να Τον δω! Ό Απόστολος Παύλος έλεγε «επιθυμία έχω αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α' 23). Ήθελε να Τον Ίδή, τέλος πά­ντων, και να Του ομιλήσει πρόσωπον προς Πρόσωπον.
Διότι, εάν είμαστε ξεροί μοναχοί και όχι μουσκεμένοι με τα δάκρυα της αγάπης και της ευχαριστίας, αν δεν είμαστε δοσμένοι στον θείο ερωτά, εάν δεν είμαστε οι ψυχές οι ερώσες τον Νυμφίο Χριστό, τι ήρθαμε να κάνομε εδώ πέρα; Να κακομοιριάσωμε; -Όχι! Να είμαστε οι ζωντανοί άνθρωποι, οι αγρυπνούντες; οι «λαχταρισταί» της διαβάσεως. Τότε πάνε περίπατο και τα ενδιαφέροντα του κό­σμου και οι μέριμνες του κόσμου και οι επιθυ­μίες του κόσμου. Όταν είμαστε προσηλωμένοι μόνο στην αγάπη του Θεού, τότε είμαστε ενω­μένοι και όλοι μαζί μεταξύ μας. Να μας καίη αύτη ή αγάπη του Θεού και αυτός ο ερωτάς της μεταβάσεως στην έπαυλη του Παμβασιλέως Χριστού!
Έχω έρωτα γι' αυτό το ταξίδι! Επιθυμώ να πάω εκεί πέρα! Εάν τόσο επιθυμούμε να πάμε να προσκυνήσουμε έναν άγιο τόπο, σκεφθείτε πόσο περισσότερο πρέπει να έχουμε αυ­τή τη λαχτάρα για το αιώνιο ταξίδι, πού θα μας φέρει στην αγία Ιερουσαλήμ, ή οποία «ου χρείαν έχει τον ηλίου ουδέ της σελήνης' η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν και ο λύ­χνος αυτής το Άρνίον», όπως γράφει ή Αποκάλυψις (Άποκ. κα' 23). Αυτή ή δόξα μας α­ναμένει.
Πρέπει, λοιπόν, να είμεθα πάντοτε έτοι­μοι, ώστε ο θάνατος να μη μας ξενίσει ούτε να μας φοβίσει. Αντιθέτως να επιθυμούμε την εκδημία από εδώ και την ενδημία εκεί. Να μας απασχολεί ο ωραίος «μετεωρισμός».
Εδώ είμεθα, αλλά στον ουρανό ευρισκόμεθα νοητός. Να επιθυμήσομε τον ζωφόρο θάνατο. Αυτός ο θάνατος είναι ζωή. Συνεχώς να με απασχολεί πώς θα κάνω την ώρα του θανάτου, την ή­μερα της κλήσεως του Κυρίου, ήμερα χαράς και εορτής! Την έξοδο μας να την θεωρούμε το μεγαλύτερο πανηγύρι, την πιο χαρμόσυνη ήμερα, επειδή θα μεταβούμε εις την αγάπη του Θεού! Όχι να λυπηθώ, επειδή θα πεθάνω, άλλ' αντιθέτως να χαρώ και να πω: «Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός, πού με κάλεσες να φύγω!».
Είναι μια εργασία πολύ λεπτή αύτή' να μπορέσουμε αυτή την κρίσιμη στιγμή να πού­με: «Δόξα Σοι ο Θεός, πού με κάλεσες να φύ­γω από τον παρόντα κόσμο, για να ατενίζω την δόξα του προσώπου Σου στην αιωνιότη­τα!».
Άλλα χρειάζεται μεγάλη προσοχή αυτή ή εργασία, ταπεινοφροσύνη μεγάλη και αγάπη πολλή προς τους εχθρούς. Χωρίς αυτή την α­γάπη δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Αυτό είναι το διαβατήριο για το αιώνιο ταξίδι.
'Ας έχομε βεβαία την εμπιστοσύνη εις το έλεος του Θεού. Θα μας ελεήσει ο Κύριος. Ή ήμερα του θανάτου δεν είναι υπόθεσης απελ­πισίας και απογοητεύσεως, πού εμποδίζει την ελπίδα εις το έλεος του Θεού. Θα μας ελεήσει ο Θεός. Παρ' όλη την άναξιότητά μας, θα μας ελεήσει ο Θεός! Να έχομε βεβαία την ελπίδα και την πεποίθηση στο έλεος του ουρανίου Πατρός και να σκεπτώμεθα την συνάντηση με­τά του Κυρίου. «Πότε θα έλθω, Κύριε, κοντά Σου; Πότε θα Σε Ιδώ; Πότε το Πρόσωπο Σου διηνεκώς θα ευφραίνει την ψυχή μου;»
'Ας δουλέψουμε, λοιπόν, το πέραν του τά­φου... 'Αν είναι ο νους μου συνεχώς στον Θεό, δεν αμαρτάνω και θα μπορέσω να σπάσω αυτή την πύλη του θανάτου, ώστε να είναι ανοικτή σε μένα από την παρούσα ζωή. Να στέκομαι στην ακτή της παρούσης ζωής και εκεί να έχω στημένο το εκτοξευτήριο, άπ' οπού θα πετάξω πλέον με χαρά στην ατελεύτητη μακαριότητα... Γιατί θα φύγομε από τον βίο απότομα... Μας αναμένει ο Κύριος... Μας αναμένει...
Μας αναμένει.... Αυτός είναι ή ανεκλάλητη χαρά, ή αιώνιος Ζωή, ή καυστική γλυκύτης, ή τρισήλιος δόξα! Ευχηθείτε στον Θεό να μου δώσει χριστιανά τα τέλη· να πεθάνω όρθιος και να με αξίωση να πεθάνω για την αγά­πη Του.
Ό θάνατος είναι ελευθερία! Να έχουμε ευ­φροσύνη όταν σκεπτούμεθα τον θάνατο. Αυτό θα βοηθήσει εμάς προσωπικά, αλλά και την Εκκλησία.

Σημειώσεις εκδότου
Προκειμένου το χαρμοαναστάσιμο περιεχόμενο αυτής της ομιλίας να γίνει ψυχωφελές εντρύφημα πε­ρισσοτέρων αγωνιζομένων ορθοδόξων χριστιανών μας επανεκδίδεται, με την ευλογία της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μακρινού Μεγάρων, α­πό τις εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», προς δόξα του Άγιου Τριαδικού Θεού, τιμήν μακαριστοί Γέρο­ντος και ψυχική ωφέλεια πιστών χριστιανών.Διανέμεται δωρεάν. Πληροφορίες στο τηλ.: 2310212659.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ Η «ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΑ»

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ Η «ΓΑΛΑΚΤΟΤΡΟΦΟΥΣΑ»

Η Παναγία ακολούθησε τον πόνο και την προσφυγιά των ελλήνων Ποντίων.
Διωγμός – πόνος – φτώχεια –θάνατος.
Και η καλή μας Παναγιά πιστή ακόλουθος και προστάτης.
Την φέρανε μαζί όλοι οι πιστοί από την ΜΑΛΑΦΑ ΤΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ το 1922.
Τώρα βρίσκεται στην εκκλησία «ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» σε ένα χωριό κοντά στην ΕΔΕΣΣΑ.

Πολύ θαυματουργική εικόνα.
Το 1947 που υπήρχε εμφύλιος είχαν φύλακα να φυλάει το χωριό και πριν μπουν οι αντάρτες μια μαυροφορεμένη γυναίκα ξύπνησε τον φύλακα (Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ) και του είπε αφού τον σκούντησε (ΣΟΥΚ ΗΡΘΑΝ) Σήκω ήρθαν φύγετε.

Χτύπησαν το χωριό ανελέητα.
Η Παναγιά μας δάκρυσε .
Δάκρυα έτρεχαν από τα ματάκια της.
Η εικόνα αγιογραφήθηκε δια χειρός του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ιερέως, το 1727 και από τότε έχει επιτελέσει σε όσους την επικαλούνται πολλά θαύματα.
Μέχρι σήμερα είναι προστάτης των ποντίων, ακοίμητος φρουρός.
Η Παναγία όλων των Ελλήνων .
Το στολίδι τον Ποντίων.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΟΥΣΕΝΙ.


Μια πνευματική θυγατέρα του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης



ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ

ΜΙΑ ΚΛΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ
Σύμφωνα με τους κανόνες του ινστιτούτου όλες οι μαθή­τριες έπρεπε να παρακολουθούν την Θεία Λειτουργία, να εξο­μολογούνται και να κοινωνούν την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής· αλλά όπως ανέφερα ήδη, εκείνη την χρονιά περισσότερες από τις μισές μαθήτριες ήταν στο κρεβάτι με ιλαρά, αρρώστια πού κράτησε όλη την άνοιξη. Γι' αυτό, δεν μπορέσαμε να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσομε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι αρχές λοι­πόν του σχολείου αποφάσισαν να εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον στην περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, στο τέλος των διακοπών, πού συνήθως διαρκούσαν μέχρι τις 16 Αυγούστου.
Ξαφνικά, άρχισα να ανυψώνομαι από το έδαφος δίχως ν' αλλάξω θέση. Εξακολουθούσα δηλαδή να είμαι γονατισμένη, τα πόδια μου δεν τέντωσαν προς τα κάτω, αν και έχανα την επαφή μου με το έδαφος. Πετούσα όλο και πιο ψηλά, αλλά όχι συνέχεια. Πότε - πότε χαμήλωνα λίγο, αλλά μετά ξανάρχιζα ν' ανεβαίνω, μέχρις ότου σταμάτησα, αφού είχα φθάσει σε μεγά­λο ύψος.
Είδα τότε ότι βρισκόμουν σε κάποιον άλλο κόσμο - στον Ουρανό σκέφτηκα. Μια ανείπωτη γλυκύτητα γέμιζε την ψυχή μου. Όλα ήταν τόσο φωτεινά, τόσο υπέροχα όμορφα, πού δεν μπορώ να τα εκφράσω με λέξεις.
Σχεδόν δίπλα μου είδα τότε πάρα πολλά ανθρώπινα όντα να στέκονται σε μακρές σειρές. Ήταν τόσο πολλά, πού δεν μπορούσα να διακρίνω το τέλος αυτών των σειρών. Τα σώμα­τα αυτών των όντων ήταν όλα όμοια χωρίς όμως να είναι τρα­χιά και σκληρά, όπως τα δικά μας γήινα σώματα. Ήταν λεπτά και διαφανή σαν να είχαν σχηματισθεί από σύννεφα και μάλι­στα τόσο διαφανή, ώστε μπορούσε κανείς να βλέπει την μια σειρά μέσα από την άλλη και μέχρι και την τελευταία.
Μόνο τα χρώματα ή μάλλον οι σκιάσεις αυτών των δια­φανών σωμάτων δεν ήταν όμοιες, όπως και τα σύννεφα στον ουρανό δεν έχουν το ίδιο χρώμα. Μερικά είχαν κίτρινες σκιά­σεις, άλλα κόκκινες, γαλάζιες, λευκές κ.ο.κ. αλλά όλα ήταν ελαφρά και διαφανή.
Αφού λοιπόν ανέβηκα εκεί κατά τρόπον άγνωστο σε μένα, σταμάτησα μπροστά στην πρώτη σειρά στο δεξιό της άκρο. Ήμουν ακόμη στην ίδια στάση της προσευχής, γονατισμένη δίχως να έχω μετακινηθεί πολύ σ όλη την διάρκεια του οράμα­τος, αλλά και άπ' αυτήν τη στάση μπορούσα να βλέπω αρκετά.
Καθώς κοίταζα τα θαυμάσια σώματα τους, άρχισα ν' αναρωτιέμαι: "Μήπως έγινα κι εγώ σαν κι αυτούς;" Αλλά όχι δεν είχα γίνει. Κοιτάζοντας τον εαυτό μου είδα ότι ούτε ή εμφάνι­ση μου ούτε ή θέση μου άλλαξαν. Βρισκόμουν στον εναέριο χώρο με την σχολική μου στολή και γονατισμένη.
Την στιγμή πού κοίταζα τον εαυτό μου, έριξα ασυναίσθητα μια ματιά προς τα κάτω και είδα τη γη μακριά, πολύ μακριά. Άπ' εκεί έρχονταν κάποιοι απροσδιόριστοι θόρυβοι, σαν αναφιλητά, κραυγές, γέλια κ.τ.λ. Παρ' όλο πού αυτό κράτησε μόνο μια στιγμή, όσο δηλαδή κοίταζα τον εαυτό μου, ακόμη και ή σκέψη της ζωής στην γη με τρόμαξε και έσπευσα να επι­στρέψω στο εκπληκτικό ουράνιο όραμα μου.
Δεν μπορώ να ειπώ, αν αυτά τα άγια όντα πού είδα φορού­σαν στολές ή όχι (αυτήν την ερώτηση μου έκαναν κάποτε). Τότε ούτε καν μου πέρασε άπ' το μυαλό μια τέτοια ερώτηση και τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ. Το μόνο πράγμα πού μπορώ να ειπώ είναι ότι, κι αν ακόμη ήταν ντυμένα, οι στολές τους θα πρέπει να ήταν διαφανείς, γιατί μπορούσα κι έβλεπα καθαρά τις πίσω σειρές μέσα από τις πρώτες. Όλα εκεί ήταν διαφανή και καθαρά, χωρίς κανένα ίχνος τραχύτητας και γενικά χωρίς κανένα χαρακτηριστικό της ύλης.
Όλα αυτά τα άγια όντα ήταν διατεταγμένα έτσι, ώστε να σχηματίζουν δύο χορούς, οι μακριές δηλαδή σειρές τους, πού έφθαναν πέρα μακριά (όπως μου φαινόταν) ήταν χωρισμένες, ώστε να υπάρχει μεταξύ τους ένα λαμπρό κενό διάστημα σαν διάδρομος. Εγώ βρισκόμουν σε μια τέτοια θέση, ώστε μπο­ρούσα να βλέπω και τους δύο χορούς και το κενό μεταξύ τους διάστημα.
Όλοι έψαλλαν, πότε ο κάθε χορός με την σειρά του και πότε και οι δύο χοροί μαζί. Όταν άρχισαν να ψέλνουν, βγήκε από τα στόματα τους ένα κύμα ευωδιάς σαν το θυμίαμα, πού βγαίνει άπ' το θυμιατό. Αυτό το κύμα δεν έμεινε ούτε ξαπλώ­θηκε εκεί κάτω, αλλά υψώθηκε και στροβιλίστηκε στον αέρα δίχως να κρύβει την θέα των αγίων εκείνων όντων. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό πού έψαλλαν, αλλά ήταν απερίγραπτα όμορφο.
Από την θέση μου στην αρχή των δύο μπροστινών σειρών, απέναντι από τον κενό μεταξύ τους χώρο, μπορούσα να βλέπω ευδιάκριτα μέχρι πέρα. Ήταν σαν ή εικόνα να γινόταν
καθαρή, όσο πιο μακρινή ήταν ή απόσταση. (Δεν ξέρω, αν αυτό συνέβαινε πράγματι ή αν ήταν ψευδαίσθηση). Άρχισα να κάνω την σκέψη ότι εκεί πέρα ήταν ο Θρόνος του Θεού, ή
Πηγή του Φωτός, και ότι αυτός ο ίδιος κατοικούσε εκεί. Μόλις ήλθε στον νου αυτή ή σκέψη, εκείνη ακριβώς την στιγμή ένα από τα άγια εκείνα όντα να με πλησιάζει και το άκουσα να δίνη απάντηση στο ερώτημα μου «θέλεις να ιδείς τον Κύριο; Δεν είναι ανάγκη να πάς μέχρις εκεί πέρα. Ό Κύριος είναι εδώ, παντού, γύρω μας. Είναι πάντα μαζί μας και βρίσκε­ται στο πλευρό σου !».
Καθώς τα έλεγε αυτά, εγώ σκεφτόμουν "Ποιος είναι αυτός και πώς κατάλαβε τις σκέψεις μου, όταν αυτές δεν ήταν καν διαμορφωμένες μέσα μου ευκρινώς;". Άλλα ούτε κι αυτή ή σκέψη του ξέφυγε. 'Αφού μίλησε για την παρουσία του Θεού, συνέχισε σαν ν' απαντούσε στην τελευταία μου σκέψη. "Είμαι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος!".
Ακόμη δεν είχε καλά-καλά τελειώσει αυτά του τα λόγια, όταν δεξιά μου είδα τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό να με αντικρίζει. Με τρόμο επιχειρώ να περιγράψω την θεία Του όψη. Ξέρω πώς τίποτε, κανένας λόγος, δεν μπορεί να το έκφραση και φοβούμαι, μήπως κάποια λέξη δεν είναι αρκετά δυνατή και μείωση έτσι τον Μέγα.
Είναι αδύνατο να θυμηθώ και πολύ περισσότερο να περι­γράψω την Θεία και μεγαλοπρεπή εμφάνιση του γλυκύτατου Κυρίου, δίχως τρυφερή συγκίνηση και τρόμο. Έχουν περάσει εικοσαετίες από την ήμερα, πού είδα το όραμα, αλλά πάντοτε βρίσκεται στην ψυχή μου ζωντανό και ανεξίτηλο.
Ό Κύριος ήταν εκεί και στεκόταν μπροστά μου θαυμάσιος και γεμάτος μεγαλοπρέπεια. Όλη Του ή μορφή ή με άλλα λόγια όλο Του το σώμα ήταν σαν καμωμένο από τον ήλιο ή μάλλον το αντίθετο, ο ίδιος ο ήλιος είχε την μορφή ανθρωπί­νου σώματος. Φορούσε ένα πορφυρό ωμοφόριο ή σινδόνι, πού ήταν ριγμένο επάνω Του από την πλάτη στον αριστερό Του ώμο, όπως φαίνεται στις εικόνες, πού δεν ήταν φτιαγμένο από ύφασμα (τίποτε το υλικό δεν υπήρχε εκεί), αλλά ήταν σαν μια πορφυρή, φλόγινη λάμψη, σαν αυτήν, πού βλέπουμε στον ορίζοντα το σούρουπο. Από τον αριστερό ώμο έπεφτε κάτω και μπροστά και σκέπαζε το αριστερό μέρος του στή­θους και όλη την μορφή· έπεφτε διαγώνια προς τα πόδια πού τα κάλυπτε και μετά ανέβαινε προς την δεξιά πλευρά. Ήταν σαν να κυμάτιζε στους παλμούς του εναερίου διαστήματος, πού στο μέσον του στεκόταν ο Κύριος.
Το δεξί Του χέρι και ή δεξιά πλευρά του στήθους Του δεν καλύπτονταν από το ωμοφόριο και ήταν σαν τον ήλιο, όπως και τα πόδια Του πού ήταν ακριβώς σαν τ' ανθρώπινα και είχαν ίχνη πληγών, πού φαίνονταν καθαρά στο μέσο των πελμάτων. Το δεξί Του χέρι ήταν χαμηλωμένο και πάνω του μπορούσα να ιδώ τις ίδιες πληγές. Άπ' ότι θυμούμαι το αριστερό Του χέρι ήταν υψωμένο και μ' αυτό ακουμπούσε ή κρατούσε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, πού ήταν το μόνο πράγμα φτιαγμένο από γήινο υλικό, δηλαδή από ξύλο. Ή κεφαλή Του ή μάλλον το πρόσωπο Του στεφανωνόταν από μια κόμη πού έπεφτε πους ώμους Του και πού έμοιαζε σαν καμωμένη από ακτίνες ή κάτι τέτοιο), πού κυμάτιζαν προς τα κάτω και κινούνταν ανάλαφρα στο ελαφρό ανάδεμα του αέρα.
Δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου Του τόση ήταν ή λαμπρότητα, ώστε αυτό ήταν αδύνατο, θυμούμαι μόνο τα μάτια Του, υπέροχα ανοιχτά γαλάζια μάτια, πού φαίνονταν να αντανακλούν όλον τον γαλάζιο ουρανό. Με κοίταζαν με μια τέτοια ευσπλαχνία, μια τέτοια αγάπη !Βλέποντας τον Κύριο παρέλυσα από έκσταση και λατρεία. Δεν ένοιωθα καθόλου φόβο παρά μόνο αγάπη - μιαν ατέλειωτη και θεία αγάπη, πού κατέλαβε όλο μου το είναι.
Δεν ξέρω πόσο παρέμεινα σ' αυτήν την κατάσταση της στάσεως κοιτάζοντας την γλυκεία μορφή του Κυρίου, αλλά τελικά ρίχθηκα στα πόδια Του και άπλωσα τα χέρια μου για να αγκαλιάσω και να τα φιλήσω. Αυτό το έκανα αυθόρμητα παρακινούμενη από το αίσθημα, πού με κατείχε. Ό Κύριος όμως εν μ' άφησε ν' αγγίξω τα πόδια Του. Έσκυψε και με το δεξί του χέρι άγγιξε την κορυφή της κεφαλής μου και είπε: "Δεν ήλθε ακόμη ή ώρα". Αυτό το θαυμάσιο άγγιγμα και ή γλυκεία φωνή με διέλυσαν τελείως και, αν εν τω μεταξύ δεν τέλειωνε το όραμα, νομίζω ότι θα έβγαινε ή ψυχή μου.
Στο κεφάλι μου ένοιωθα ακόμη το θείο άγγιγμα και στα αυτιά μου αντηχούσαν ακόμη τα γλυκύτατα λόγια. Όλο το μαξιλάρι μου και το στήθος μου ήταν βρεγμένα με δάκρυα, πού πρέπει να τα' χυσα στον ύπνο μου, όσο έβλεπα το όραμα.
Ανακάθισα στην κουκέτα μου και σιγά-σιγά συνειδητοποίησα ότι είχα βρεθεί σ έναν τόπο έξω άπ' αυτόν τον κόσμο και ότι τώρα ήμουν πάλι πίσω ξυπνητή ! Ω ! τι απέχθεια ένοιωσα, αν κατάλαβα ότι είχα επιστρέψει στον συνηθισμένο ρυθμό της επίγειας ζωής!
Έχοντας στην σκέψη μου όλα όσα είχα ιδεί, προσπάθησα πάλι να ξανακοιμηθώ νομίζοντας ότι θα μπορούσα έτσι να επι­στρέψω στο όραμα μου, αλλά μάταια!
Τελικά, κατάλαβα ότι το όραμα τέλειωσε και ότι, όπως μου είπε ο Κύριος, δεν ήταν ακόμη για μένα καιρός να μεταβώ σ' εκείνη την ευδαίμονα χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου πού ήταν γε­μάτα δάκρυα. Όλα μου φαινόταν τόσο μελαγχολικά, τόσο λυ­πητερά! Με παρηγορούσε μόνο κάπως το γεγονός ότι όλες οι άλλες μαθήτριες κοιμόταν, ότι παντού γύρω μου επικρατούσε τέλεια σιωπή, ότι κανείς δεν με είχε ιδεί και μπορούσα έτσι ελεύθερα να κλάψω και να προσευχηθώ.
Έμεινα έτσι πολλή ώρα με την ανάμνηση και με τους λογι­σμούς του οράματος. Με σεβασμό άγγιζα την κορυφή της κε­φαλής μου, πού μου φαινόταν ότι είχε αγιαστεί. Με χαρά θυ­μόμουν τα λόγια του Σωτήρος "Δεν ήλθε ακόμη ή ώρα" πού τα ερμήνευα ότι οπωσδήποτε κάποτε θα ερχόταν ή ώρα, πού θα μπορούσα πάλι να Τον ιδώ, πού δεν θα μ' εμπόδιζε πια να γο­νατίσω μπροστά στ' άχραντα πόδια Του και να τα φιλήσω. Τέλος, γεμάτη φόβο, μήπως με αντιληφθεί κανείς, σηκώθηκα σιωπηλά, πλύθηκα, ντύθηκα και βγαίνοντας με προφύλαξη από τον κοιτώνα, κατευθύνθηκα προς τις θύρες της εκκλησίας πού ήταν διπλές! Οι εξωτερικές ήταν ξύλινες χονδρές και δεν κλειδώνονταν ποτέ. Οι εσωτερικές ήταν γυάλινες και ήταν πάντα κλειδωμένες. Το διάστημα μεταξύ τους ήταν αρκετά μεγάλο και αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο. Ήξερα ότι κανείς δεν θα μ' έβρισκε εκεί. Αν και διέσχισα μέσα στ' άγρια μεσάνυχτα ατέλειωτους διαδρόμους και σκάλες από τον τέταρτο όροφο του σχολείου μέχρι τις θύρες της εκκλησίας, δεν φοβήθηκα. Ήμουν ευχαριστημένη, πού βρήκα αυτό το καταφύγιο και το υπόλοιπο της νύχτας πέρασε γρήγορα και απαρατήρητα. 'Αλλά εντελώς ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι για την έγερση των μαθητριών. Ήξερα ότι θα χτυπούσε κι ένα δεύτερο κου­δούνι, για να καλέσει τα κορίτσια σε προσευχή και μ' έπιασε ρίγος στην σκέψη, του πώς θα έβγαινα από κει πού ήμουν, τι θα έλεγα, πώς θα ξαναγύριζα στην συνηθισμένη ρουτίνα της ζωής κ.τ.λ.
Δεν είχα άδικο. Όταν χτύπησε το δεύτερο κουδούνι, μόλις βγήκα έξω από το καταφύγιο μου, με περικύκλωσαν όλες οι μαθήτριες με μια βροχή από ερωτήσεις. Που ήσουν, τι σου συνέβη, Γιατί κλαις; κ.τ.λ. Ή σιωπή μου το μόνο πού κατά­φερε ήταν να μεγαλώσει την γενική περιέργεια. Όχι μόνο τα κορίτσια, αλλά και ή δασκάλα υπηρεσίας με πλησίασε με τις ίδιες ερωτήσεις. Αντί ν' απαντήσω, ξέσπασα σε κλάματα. Αποφάσισα να μην αποκαλύψω το μυστικό μου σε κανένα, παρά μόνο στον ιερέα μας. Δεν μπόρεσα ν' αποφύγω τα ψέμα­τα κι εκτός τούτου δεν ένοιωθα αρκετά δυνατή για να μιλήσω. Στο τέλος μ' άφησαν ήσυχη. Όταν μπήκαν στην τάξη όλα τα κορίτσια μετά την προσευχή και το πρόγευμα, ζήτησα την άδεια από την δασκάλα μου να παραμείνω στον διάδρομο και να περιμένω τον ιερέα, για να του ειπώ λίγα λόγια, κι αυτή δέχθηκε. Όταν τα διηγήθηκα όλα στον ιερέα, αυτός με φίλησε στο μέτωπο και είπε «Αυτή είναι ή κλήση σου. Κράτησε το μυ­στικό σου και ο ίδιος ο Κύριος θα τελείωση το έργο Του».
Μετά άπ' αυτό μου ήταν πιο εύκολο να συναναστρέφομαι με τους ανθρώπους. Είχα κάνει όμως την εκλογή της ζωής μου. Ένοιωθα στην ψυχή μου μια ένταση. Συνειδητοποίησα ότι μου ήταν αδύνατο να ζήσω μια συμβατική ζωή. Αντίθετα όλα με απωθούσαν όλο και πιο πολύ. Μόνο χάρη στις εξαιρε­τικές μου ικανότητες κατόρθωνα να συνεχίζω τις σπουδές μου και μάλιστα να είμαι πάντα μεταξύ των καλυτέρων μα­θητριών. Όμως ή αγάπη μου και ή προσοχή μου ήταν συγκε­ντρωμένες στο Άγιο Ευαγγέλιο. Μερικές φορές έπαιρνα μέρος σε διασκεδάσεις, αν και δεν έβρισκα σ' αυτές καμιά ευχαρίστηση· απλώς συμμετείχα παρά την θέληση μου, επειδή δεν μπορούσα ν' αποφύγω το κοινό πρόγραμμα ψυχαγωγίας. Τότε όμως συγχυζόμουν και ντρεπόμουν τόσο τον εαυτό μου με την ανάμνηση αυτής της ουράνιας ομορφιάς, πού είχα ιδεί, αισθανόμενη την αληθινή γλύκα των πνευματικών απολαύσε­ων, ώστε μου ήταν αδύνατο να χορέψω, να συμμετάσχω σε παιγνίδια ή να κάνω οτιδήποτε παρόμοιο. Τα έχανα, σάστιζα και μερικές φορές μου ερχόταν δάκρυα, πράγμα πού προ­καλούσε την γενική κατάπληξη κι ακόμη και το γέλιο. στις μεγαλύτερες τάξεις αυτές οι διασκεδάσεις ήταν πιο συχνές, αλλά τότε ο ίδιος ο Κύριος άρχισε να με προστατεύει και να με κρατά μακριά άπ' αυτές. Μόλις άρχιζε ο χορός, ζαλιζόμουν, γινόμουν ωχρή και τρίκλιζα, ώστε αναγκάζονταν να με απομακρύνουν. Τελικά, μου έδωσαν την άδεια να μην πηγαίνω στα πάρτι κι ακόμη ούτε και στα μαθήματα χορού. Όταν έμενα μόνη μέσα στην τάξη, ενώ όλες οι συμμαθήτριες μου ήταν μαζεμένες στην αίθουσα δεξιώσεων για το πάρτι, διάβαζα πνευματικά βιβλία ή προσευχόμουν για τις συμμαθήτριες μου, πού, όπως μου φαινόταν, δεν ήταν εντελώς αναμάρτητες με την λαχτάρα και την αγάπη, πού είχαν για διασκέδαση. Δεν ξέρω πώς μου έρχονταν αυτές οι σκέψεις και οι γνώμες· κανείς δεν μου τις ενέπνευσε. Αντίθετα σ' εμένα έριξαν το φταίξιμο για την συμπεριφορά μου, και με ονόμασαν " Ή παρά­ξενη".
Δεν είχα ποτέ μου διαβάσει τίποτε σχετικά μ' αυτά τα θέμα­τα, ή μόρφωση μου ήταν καθαρά κοσμική, όχι πνευματική. Όμως λαχταρούσα μόνο να προσεύχομαι και να νηστεύω. Όταν συνέβαινε να παραβαίνω τους κανόνες, πού εγώ ή ίδια έθετα στον εαυτό μου, είτε λόγω της νεαράς μου ηλικίας ή από κάποια εξωτερική επίδραση, τρομοκρατούμουν άπ' αυτήν την εκτροπή, σαν να είχα διαπράξει κάποια μεγάλη αμαρτία και διπλασίαζα τον αγώνα μου για προσευχή και νηστεία. Φυσικά, δεν μπορούσα να κρατήσω αυστηρή νηστεία, αλλά κατανοώντας ότι ή νηστεία συνίσταται περισσότερο στην ποιότητα της τροφής, παρά στην ποσότητα, στερούσα τον εαυτό μου από τα περισσότερα θρεπτικά και νόστιμα φαγητά. Αυτά τα φαγητά τα έδινα σ' εκείνες από τις φίλες μου, πού δεν είχαν συγγενείς και στερούνταν έτσι την χαρά να δέχονται άπ' αυτούς δώρα και γλυκά. Μερικές φορές συνέβαινε να θέλω κι εγώ να φάω κάτι νόστιμο. Τότε, για να μην πέφτω στον πειρασμό να παραβώ τους κανόνες, πού είχα θέσει στον εαυτό μου και να διακόψω την νηστεία μου καθώς επίσης και για να μου δίνεται ή ευκαιρία να δείχνω αγάπη στα φτωχά ορφανά, υποσχόμουν σκόπιμα να τους δίνω τα καλά και νόστι­μα φαγητά λέγοντας τους να μου το υπενθυμίζουν, όταν αυτά τα φαγητά θα εμφανίζονταν στην τραπεζαρία. Παρά το ότι προσπαθούσα πάντοτε να δικαιολογώ τις ενέργειες μουαυτές λέγοντας "δεν μ' αρέσει αυτό" ή "είναι βλαβερό για την υγεία μου" τα πραγματικά μου κίνητρα, κατά κάποιον τρόπο, γινόταν πάντοτε γνωστά…………………………………..

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Τα παιδιά του δρόμου

Με το μήνυμα αυτό θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι υπάρχει μία λύση για να μην πετάμε τίποτα από τα ρουχαλάκια και παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούν πια τα παιδιά μας και που είναι φυσικά σε καλή κατάσταση.

"Τα παιδιά του Δρόμου" είναι ένα σπίτι που φιλοξενεί και "χρηματοδοτεί" φτωχά παιδιά και οικογένειες απ' όλο τον κόσμο που "δεν έχουν στον ήλιο μοίρα".


Αφορά παιδιά που είτε είναι ορφανά, είτε οι οικογένειές τους είναι πολύ φτωχές.

Δέχονται τα πάντα σε καλή κατάσταση (ρούχα, παιχνίδια, μικροέπιπλα, καρότσια, κλπ) για ηλικίες που αφορούν ακόμη και βρέφη.

Γι' αυτό το λόγο, εάν θέλετε, μπορείτε να συμβάλλετε κι εσείς βοηθώντας αυτά τα παιδάκια δίνοντάς τους λίγη χαρά.


"Τα παιδιά του δρόμου" βρίσκονται στη διεύθυνση

Αρίστωνος 6-8 και γωνία Κωνσταντινουπόλεως 165
Μεταξουργείο, Κολωνός
Υπεύθυνη Κοινωνική Λειτουργός : κα Μυρτώ Λαιμού

Τηλέφωνο : 210.5239.402 και 210.5221.149


Ώρες : 11.00 - 18.00 καθημερινά

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

5. Στον εισοδηματία Μόμτσιλο Ν. πού ρωτά τι υπήρχε πριν από τον Χριστό.

Παρόλο πού είστε χριστιανός ρωτάτε: «Όταν οι χριστιανοί μιλούν περί Χριστού ως κέντρου και άξονα της ανθρωπι­νής ιστορίας, τι υπήρχε στον κόσμο πριν από την εμφάνιση του Χριστού;». Όπως μαθαίνω, είστε άνθρωπος διαβασμέ­νος και ευγενικός, οπότε πιστεύω πώς όταν μπείτε λίγο πιο βαθιά στην επιστήμη της πίστης του Χριστού, θα σας είναι όλα σαφή.
Θα σας καταστεί σαφές, ότι πριν από τον Χριστό πάλι υπήρξε ο Χριστός. Και ότι στο τέλος του κόσμου πάλι θα είναι ο Χριστός. Δηλαδή πριν από την εμφάνιση του Λόγου του Θεού, της Σοφίας τού Θεού, του αιώνιου Λόγου, στο ανθρώπινο σώμα, στην προσωπική αποστολή στη γη, ήταν τούτος ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, τούτη ή Σοφία του Θεού, τούτος ο αιώνιος Λόγος της θεϊκής Τριάδας, όχι εμφανιζό­μενος στη σάρκα αλλά ενεργώντας ακούραστα μέσω εκλεγ­μένων ανθρώπων, των υπηρετών Του: Μέσω προφητών, δί­καιων και σοφών. Όλοι εκείνοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους υπηρέτες του Θεού . Ό Χριστός δεν είναι υπηρέτης αλλά ο Υιός, δεν είναι στρατιώτης του βασιλιά αλλά ο Βασιλιάς, δεν είναι κανενός πρόδρομος αλλά ο Μεσσίας.
Εσείς οπωσδήποτε θα έχετε δει κάποιο δράμα στο θέα­τρο, όπου ο πρωταγωνιστής δεν εμφανίζεται αμέσως αλλά αργότερα. Όμως όλα τα πρόσωπα τα όποια εμφανίζονται στη σκηνή πριν από τον πρωταγωνιστή αυτόν προσδοκούν, αυτόν αγγέλλουν και ότι συμβαίνει υπαινίσσεται αυτόν. Έτσι και στο πελώριο δράμα ολόκληρου του κόσμου όλοι προσδοκούσαν και όλα υπαινίσσονταν τον μεγαλειώδη Μεσσία, τον πρωταγωνιστή. Και ο προφήτης έτσι Τον ονο­μάζει λέγοντας: «Κύριος ο Θεός των δυνάμεων εξελεύσεται» (Ήσ. 42,13) «... και οφθήσεται ή δόξα Κυρίου, και όψεται πάσα σαρξ» (Ήσ. 40,5). Έτσι προφητεύτηκε πολ­λές εκατοντάδες χρόνια πριν - έτσι και συνέβη. Αφού οι διαστάσεις του δράματος του Χριστού, και χρονικά και χωρικά, είναι περισσότερο από γιγαντιαίες.
Διαβάστε την παραβολή Του περί των κακών σπορέων (Ματθ. 21,33). Αυτή θα σας τα εξηγήσει όλα καλύτερα άπ' ότι εγώ ο θνητός. και ακούστε μαρτυρίες του ίδιου του Κυ­ρίου περί του εαυτού Του: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί» (Ίωάν. 8,58). Ό Αβραάμ γεννή­θηκε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν άπ' Αυτόν. Ακόμα μία μαρτυρία ακουστέ από το ίδιο το στόμα Του: Όταν Τον ρώτησαν οι Εβραίοι «Συ τις ει;» τους είπε ο Ιησούς «την αρχήν» (Ίωάν. 8,25). Έτσι Τον ονομάζει και ο τέταρτος Ευαγγελιστής λέγοντας: «Εν αρχή ην ο Λόγος» (Ίωάν.1,1).
Τελικά στο όράμα της Αποκάλυψης του Ιωάννη Εκείνος λέγει για τον εαυτό Του από τους ουρανούς: «Εγώ ειμί το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμε­νος, ο παντοκράτωρ» (Απ. 1,8) «και ο ζων, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζών ειμί εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τάς κλείς του θανάτου και του άδου» (Απ. 1,18).
Βλέπετε, λοιπόν, ότι πριν από τον Χριστό και πάλι ο Χρι­στός ήταν, και μετά τον Χριστό - πάλι ο Χριστός. και πάλι στο τέλος θα αγγελθεί «μετά δυνάμεως και δόξης πολλής» (Λουκ, 21,27). Θα έρθει πάλι, για να δώσει το τέλος αυτού του δράματος του κόσμου, του οποίου ο Ίδιος έκανε και την αρχή.
Θα πείτε: «το μυστήριον τούτο μέγα εστίν» (Εφ. 5,32)! Άραγε ή πεταλούδα είναι μικρό μυστήριο; Πόσο μάλλον ο Δημιουργός της πεταλούδας!
Ειρήνη σε Σάς και χαρά από τον Κύριο Χριστό

4. Σε ένα θεολόγο για τη σημασία της φράσης «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν» (Εφ.15.16).

Ρωτάς τι σημαίνουν τα λόγια: «Εξαγοραζόμενοι τον και­ρόν». Ό μακάριος Ιερώνυμος ερμηνεύει ως εξής: «Όταν χρησιμοποιούμε τον χρόνο σε καλές πράξεις, τότε τον εξα­γοράζουμε». Ό μακάριος Θεοφάνης ο Εσώκλειστος λέει: «Να στρέφουμε τον χρόνο σε όφελος μας για τους αιώνιους στόχους μας». Τα λόγια του απόστολου του Θεού έχουν παρόμοια σημασία με τα λόγια του Θεού: «Πραγματεύσασθε εν ώ έρχομαι» (Λουκ. 19,13). Και όταν Αυτός επιστρέψει, δηλαδή όταν ο Χριστός ξαναέρθει για να κρίνει τον κό­σμο , θα μας ρωτήσει πώς πραγματευόμασταν με τα δοσμέ­να μας τάλαντα. Πώς χρησιμοποιούσαμε τον καιρό της ζωής μας. Εάν δίναμε το φθηνό για να κερδίσουμε το ακριβό, όπως ο Ιακώβ, ή αντίθετα το ακριβό για να αποκτήσουμε το φθηνό, όπως ο Ησαύ. Εάν υποκύψαμε στους σκανδαλισμούς αυτού του εφήμερου αιώνα και πουλήσαμε την ψυχή μας για τις «γλυκές» γήινες πικρίες ή αν δώσαμε τα πάντα για την ψυχή μας;
Γι' αυτό να εκτελείς τις εντολές του Χριστού κάθε μέρα όπως οι περιστάσεις ζητούν. Με τούτο θα εξαγοράζεις τις χαρισμένες μέρες σου από τον Θεό. Αφού στην αλήθεια το να εξαγοράζουμε σημαίνει κυριολεκτικά να πληρώνουμε. Πλήρωνε με τα λίγα, για να λάβεις το μεγάλο. Εργάσου λί­γο, για να βασιλεύεις αιώνια. Αφού ο Δημιουργός μας, μας υποσχέθηκε την αιώνια βασιλεία στην αιώνια ζωή. Εάν κά­ποιος είναι δεμένος σκλάβος στη φυλακή, να μην τεμπελιάζει και να μην λέει: «εγώ δεν είμαι σε θέση τίποτα να κά­νω»! Ας μετανοεί Και ας προσεύχεται στον Θεό από το πρωί έως το βράδυ στο σκοτάδι του κελιού του. Και αυτό θα το μετρήσει ο Θεός το ίδιο όπως και σε εκείνον πού χτίζει εκκλησίες με τον πλούτο του. Ό Δημιουργός μας βλέπει τις συνθήκες του καθενός, και ζητά από τον κάθε άνθρωπο να κάνει εκείνο πού μπορεί αναλόγως με τις συνθήκες.
Σκύψε το κεφάλι κάθε μέρα για να διακονήσεις την ψυχή σου. Πλήρωσε την με την πνοή του Πνεύματος του Θεού μέ­σα σου ,το οποίο σε κινεί προς κάθε καλό. Εάν δεν το κά­νεις, θα σε τσαλακώσει σαν πανί και θα σε πάει στην κατα­στροφή. Παρόμοια με το ορμητικό ποτάμι, στο όποιο οι αδέξιοι δεν ξέρουν να στρέψουν τον δικό τους νερόμυλο αλλά κατεβαίνουν μαζί του στην άβυσσο. Έτσι είναι και ο χρόνος της ζωής μας εδώ στη γη. Τους έλλογους σώζει και σηκώνει επάνω στα φτερά, ενώ τους άφρονες παρασύρει και κατρακυλά ως την κατάρρευση. Τους πρώτους διακο­νεί, στους δεύτερους κυριαρχεί. Ό καιρός για τους πρώτους είναι σέλα, για τους δεύτερους αναβάτης.

Το φως του Χριστού να σε φωτίσει

3. Στον ταχυδρόμο Ηλία Κ. για την απόδειξη του Όντος του Θεού.

Ένας φίλος σας, σας λέει ασταμάτητα ότι δεν υπάρχει Θεός! Αυτό σας βασανίζει σαν μαστίγωμα. Μάχεστε για την ψυχή σας Και τη ζωή σας. Καλά καταλάβατε: εάν δεν υπάρ­χει ζωντανός Και παντοδύναμος Θεός, δυνατότερος από τον θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μόνος παντοδύναμος Θεός. Τότε όλα τα ζωντανά πλάσματα στον κόσμο είναι παιχνι­δάκια στα πόδια του παντοδύναμου θανάτου, σαν μικρός ποντικός στα πόδια πεινασμένης γάτας. Μια φορά αναστα­τωμένος είπατε στον κακομοίρη φίλο σας: «Ό Θεός υπάρ­χει, εσύ δεν υπάρχεις»! Και δεν κάνατε λάθος. Αφού εκείνοι οι όποιοι χωρίζονται από τον αιώνιο Ζωοδόχο σ' αυτό τον κόσμο, θα είναι χωρισμένοι Και στον άλλον. Και έτσι ούτε εδώ ούτε εκεί δεν θα ξέρουν για τον θαυμαστό Δημιουργό όλων των πλασμάτων. Αλλά ο χωρισμός από Εκείνον είναι χειρότερος από το να μην υπάρχει.
Στη θέση σας εγώ θα του έλεγα ακόμα Και το έξης:
Λανθασμένα λες, φίλε, ότι δεν υπάρχει ο Θεός. Ενώ ορθά θα λες εάν πεις: «Δεν έχω Θεό». Αφού εσύ από μόνος σου βλέπεις, ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω σου Τον αισθάνο­νται, γι' αυτό Και σου λένε ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, δεν είναι ότι δεν υπάρχει ο Θεός αλλά εσύ δεν Τον έχεις.
Μιλάς λανθασμένα, όπως ο άρρωστος πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει υγεία στον κόσμο. Αυτός μπορεί μόνο να πει δίχως να ψεύδεται: «Εγώ δεν είμαι υγιής», ενώ θα ψευδό­ταν αν έλεγε: «Δεν υπάρχει γενικώς υγεία στον κόσμο».
Μιλάς λανθασμένα, όπως Και ο τυφλός πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει φως στον κόσμο. Υπάρχει φως, όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από φως, αλλά αυτός, ο κακόμοιρος τυφλός, δεν έχει φως. Εάν θα ήθελε να μιλήσει σωστά, το μόνο πού θα μπορούσε να πει είναι: «Εγώ δεν έχω φως».
Μιλάς λανθασμένα, σαν τον ζητιάνο πού θα έλεγε ότι δεν υπάρχει χρυσός στον κόσμο. Υπάρχει ο χρυσός στη γη Και κάτω από τη γη. Όποιος λέει ότι δεν υπάρχει χρυσός γε­νικώς λέει ψέματα. Θα έλεγε αλήθεια, εάν έλεγε:«Εγώ δεν έχω χρυσό».
Μιλάς λανθασμένα, Όπως Και ο κακοποιός πού θα μας έλεγε ότι δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο. Σε εκείνον τον ίδιο δεν υπάρχει καλοσύνη, όχι στον κόσμο. Γι' αυτό δεν θα έκανε λάθος εάν θα έλεγε: «Εγώ δεν έχω καλοσύνη».
Κατά τον ίδιο τρόπο, γείτονα μου, λανθασμένα μιλάς όταν λες ότι δεν υπάρχει Θεός! Αφού εκείνο πού εσύ δεν έχεις, δεν σημαίνει πώς δεν το έχουν Και οι άλλοι, ούτε ότι δεν υπάρχει γενικώς. Ποιος σε εξουσιοδότησε να μιλάς εν ονόματι ολόκληρου του κόσμου; Ποιος σου έδωσε το δικαί­ωμα, την αρρώστια σου να την αποδίδεις σ' όλους Και την ανέχεια σου να την επιβάλεις σ' όλους;
Εάν όμως ομολογήσεις Και πεις: «Δεν έχω Θεό»,τότε λες την αλήθεια Και εκφράζεις την ομολογία σου. Αφού υπήρχαν Και θα υπάρχουν εξαίρετοι άνθρωποι, πού όντως δεν έχουν Θεό. Όμως ο Θεός τους έχει, τους έχει έως την τελευ­ταία τους πνοή. Εάν Και στην τελευταία τους πνοή δηλώ­σουν ότι δεν έχουν τον Θεό, τότε Και ο Θεός δεν θα τους έχει πια. Και τους απογράφει στα έξοδα. Γι' αυτό σε παρα­καλώ , φίλε μου, για την ψυχή σου, για την αιώνια ζωή Και για τη βασιλεία του Θεού, ένεκεν των δακρύων Και πληγών του Χριστού, σε παρακαλώ, μεταμόρφωσε την πεισματική σου εξομολόγηση σε μετανοητική εξομολόγηση. Και εκείνα πού έπειτα άπ' αυτό πρέπει να πράξεις, θα σου τα πει ή Εκκλησία, ρώτα!

Ειρήνη Και ευλογία από τον Κύριο

2. ΠΡΟΣ ΤΟΝ Κ.Π.Γ ΠΟΥ ΡΩΤΑ ΓΙΑΤΙ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ

Πρώτα επειδή ή πίστη μας είναι φως. Είπε ο Χριστός: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ίωαν. 8,12). Το φως του καντηλιού μας προειδοποιεί για το φως με το όποιο ο Χρι­στός φωτίζει τις ψυχές μας.
Δεύτερον, για να μας θυμίσει το φως του χαρακτήρα εκεί­νου του αγίου, μπροστά στον όποιον ανάβουμε το καντήλι. Αφού οι άγιοι έχουν ονομασθεί «υιοί φωτός» (Ίωαν. 12,36).
Τρίτον, για να μας χρησιμεύει ως μομφή για τα σκοτεινά μας έργα, και τις κακές σκέψεις και τις θελήσεις, και για να μας καλέσει στην οδό του ευαγγελικού φωτός. Για να κο­πιάσουμε έτσι με ζήλο να πραγματώσουμε την εντολή του Σωτήρα: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα» (Ματθ. 5,16).
Τέταρτον, για να είναι μικρή ή θυσία μας προς τον Θεό, ο Όποιος θυσιάστηκε όλος για μας. Ένα μικρούτσικο σημάδι της μεγάλης ευγνωμοσύνης και της λαμπρής αγάπης μας προς Εκείνον, από τον Όποιον στην προσευχή ζητάμε και τη ζωή και την υγεία και τη σωτηρία και όλα εκείνα πού μόνον ή άνευ ορίου ουράνια αγάπη μπορεί να δώσει.
Πέμπτον, για να είναι σκιάχτρο στις κακές δυνάμεις, οι όποιες καμιά φορά μας επιτίθενται και κατά την προσευχή και μας αποσπούν τις σκέψεις στην άλλη πλευρά από τον Δημιουργό μας. Αφού οι κακές δυνάμεις αγαπούν το σκο­τάδι και αποτραβιούνται από κάθε φως, ιδιαίτερα από εκείνο πού είναι αφιερωμένο στον Θεό και σ' εκείνους πού Τον ευχαριστούν.
Έκτον ,για να μας παροτρύνει στην αυτοπροσπάθεια. Όπως το λάδι και το φυτίλι καίγονται στο καντήλι, υποταγ­μένα στη βούληση μας έτσι ας καίγονται και οι ψυχές μας με τη φλόγα της αγάπης σ' όλα τα πάθη, υποταγμένες πά­ντα στη βούληση του Θεού.
Έβδομον, για να μας μάθει, πώς όπως το καντήλι δεν μπορεί να ανάψει χωρίς το χέρι μας έτσι ούτε ή καρδιά μας, αυτό το εσωτερικό καντήλι μας, δεν μπορεί να ανάψει χωρίς την αγία φλόγα της χάρης του Θεού ακόμα και αν είναι γε­μάτη μ' όλες τις αρετές. Αφού όλες οι αρετές μας είναι σαν καύσιμο, αλλά από τον Θεό είναι ή φλόγα πού τις ανάβει.
Όγδοον για να μας θυμίζει ότι ο Δημιουργός του κόσμου πριν άπ' όλα δημιούργησε το φως, και κατόπιν όλα τα αλλά κατά σειρά, «Και είπε ο Θεός γενηθήτω φως, και εγένετο φως» (Εξ. 1,3). Έτσι πρέπει και στην αρχή της πνευμα­τικής μας ζωής πρώτα να λάμψει μέσα μας το φως της αλή­θειας του Χριστού. Απ' αυτό το φως της αλήθειας του Χρι­στού έπειτα δημιουργείται και ξεφυτρώνει και μεγαλώνει μέσα μας κάθε καλό.

Το φως του Χριστού ας φωτίσει κι εσάς.


1. Στον κατεστραμμένο έμπορο πού όλοι εγκατέλειψαν


Γράφεις ότι καταστράφηκες. Οι φίλοι σε εγκατέλειψαν. Οι μεν αποστρέφουν την κεφαλή τους από σένα, οι δε σε κοροϊ­δεύουν. Μόνο ή πίστη στον Θεό σε κρατά, για να μην τρελα­θείς ή να μην κάνεις κακό στον εαυτό σου. Έτσι γράφεις.
Καταστράφηκε ή περιουσία σου, δεν καταστράφηκες εσύ. Κατεστραμμένος έμπορος δεν σημαίνει και κατε­στραμμένος άνθρωπος. Ό πλούτος δεν γεννήθηκε μαζί σου στο δρόμο της ζωής τον απέκτησες και στο τέλος της ζωής πρέπει να αποκολληθείς άπ' αυτόν.
Αλλά επειδή ο πλούτος αποκολλήθηκε από σένα πριν από το τέλος της ζωής σου, αυτό σε πικραίνει. Όμως ακριβώς αυτό τους πολλούς εξυπηρέτησε ως μέγιστη τύχη. Αφού ξε­κολλώντας από τον σάπιο πλούτο του χώματος, εκείνοι είχαν
ακόμα αρκετό χρόνο να πλουτίσουν τις ψυχές τους με το Θεό.
Για εκείνους όμως πού πετούν από πάνω τους το σαμά­ρι του πλούτου
ταυτόχρονα με το σαμάρι του σώματος, μπορεί να είναι αργά για όλα και όλα να έχουν χαθεί.
Τίμια δούλεψα, γράφεις. Όμως στην τιμιότητα έχει υπο­σχεθεί αιώνιο βραβείο και όχι εφήμερο. Από την τίμια εργα­σία ο άνθρωπος μπορεί να πλουτίσει, μπορεί και να φτωχύ­νει. Αλλά όπως ο πλούτος δεν κάνει τον τίμιο περισσότερο άνθρωπο, έτσι και ή φτώχια δεν τον κάνει λιγότερο άνθρω­πο. Όποιος σκέφτεται διαφορετικά, τούτος δεν ζει στην χριστιανική εποχή αλλά στην παλιά ειδωλολατρική, στην οποία ή αξία του ανθρώπου ζυγιζόταν με το βάρος του χρυσού. Ό Χριστός γι' αυτό και παραδόθηκε στο να Τον σταυ­ρώσουν στον Γολγοθά, ώστε να καταστρέψει αυτό το βάρ­βαρο ζύγι ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τοποθετήσει άλλο, πνευματικό και ηθικό.
Κατά το ζύγι του Χριστού εκείνο πού κάνει μόνιμη την αξία μέσα στον άνθρωπο ούτε από το πλούτο απορρέει ούτε από την φτώχια χάνεται. Αλλά από την ισχυρότερη ή ασθενέστερη αγάπη απέναντι στον νόμο του Θεού εξαρ­τάται ή παλίρροια ή, ή άμπωτης αυτής της μόνιμης αξίας πού δεν κατεβαίνει στον τάφο μαζί με το σώμα.
Το ότι σε εγκατέλειψαν οι φίλοι στην ανάγκη και τώρα ή αποστρέφουν την κεφαλή τους από σένα ή σε κοροϊδεύουν ανοιχτά, αυτό σε πονά όντως, όμως είναι μόνο μια νέα μαρ­τυρία της παμπάλαιης ανθρώπινης εμπειρίας. Όταν σταύ­ρωσαν τον Κύριο Χριστό, που ήταν εκείνοι οι όποιοι πριν από αυτό ήθελαν να Τον κάνουν βασιλιά και Του φώναζαν «Ωσαννά»; Κανένας τους πουθενά. Κάτω από το σταυρό στέκονταν μόνο οι αδιάφοροι και οι χλευαστές. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες χασμουριόντουσαν με ανία, ενώ τα εβραϊκά σκυλιά γάβγιζαν μοχθηρά. Να χαίρεσαι πού ή σταγόνα της πίκρας σου μοιάζει με τη Θάλασσα της πίκρας του σταυρω­μένου Κυρίου.
Είναι καλό πού κρατάς την πίστη στον Θεό. Κι εκείνη Θα κρατά εσένα σ' αυτές τις δύσκολες μέρες, οι όποιες θα πε­ράσουν σαν ομίχλη. Κοίτα, κάποιοι άνθρωποι κουβαλούν το μπαστούνι σαν στολίδι, άλλοι πάλι για βοήθεια στους δύ­σκολους δρόμους. Ή πίστη στον Θεό και στολίζει και βοηθά τον άνθρωπο. Όσο ήσουν ευκατάστατος περισσότερο την κρατούσες σαν στολίδι τώρα σου έχει γίνει απαραίτητο στή­ριγμα. Εκείνη έχει πιο φωτεινό πρόσωπο όταν διακονεί και βοηθά, παρά όταν μόνο στολίζει.
Φοβάσαι να μην τρελαθείς, γράφεις. Μην φοβάσαι, είναι ελάχιστοι εκείνοι πού τρελάθηκαν από την φτώχια, αλλά πάρα πολλοί εκείνοι πού τρελάθηκαν από τον πλούτο.
Φοβάσαι να μην κάνεις κακό στον εαυτό σου, λες. Αυτο­κτονία σκέφτεσαι; Μα αυτό είναι το τέλειο συμπόσιο των διαβόλων. Αυτό σημαίνει να μην πηγαίνεις ούτε κατά τη βούληση του Θεού ούτε κατά τη βούληση την δική σου αλλά κατά τη βούληση του διαβόλου. Σχοινί γύρω από το λαιμό -ή αιώνια ζωή χαμένη. και όντως, στην απότομη και δυσμενή στροφή της ζωής σου τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο εκτός από την ζωντανή πίστη στον ζώντα Θεό, ο οποίος δίνει και παίρνει, και παίρνει και δίνει, δοκιμάζοντας παράλληλα την πίστη μας και την αγάπη μας.
οι άπιστοι κατεβαίνουν με τον Ιούδα στο ποτάμι για να κρεμαστούν, ενώ οι ψυχές με ηρωική πίστη ανεβαίνουν στο Γολγοθά για να πιουν το ποτήρι της πίκρας και ν' αναστη­θούν.Ό Θεός ας σου δίνει βοήθεια

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα»

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα»

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ

(Iωάν. στ' 57)

Ο νους μου εισήλθε εις τα βάθη της ψυχής ενώθηκε μαζί της και ησυχάζει εκεί. Αναπνέει μόνον το Όνομά Σου και αποκτά μια απλότητα. Η απλότητα αυτή σημαί­νει πως η ψυχή δεν αγαπά τίποτε άλλο εκτός από εσένα.
Δεν ενθυμείται τίποτε άλλο, παρά το θείον σου Όνο­μα. Παύει ο μετεωρισμός που σκορπίζει τον πλούτον της ψυχής.
Απλότης της ψυχής σημαίνει, ότι δεν υπάρχει τίπο­τε άλλο μέσα εις την ψυχήν, εκτός από τον Θεό Πατέρα. Η απλότης αυτή εκφράζεται ως φως και χαρά και ειρή­νη. Εκφράζεται ακόμη ως μια δυνατή αγάπη που δεν μοιράζεται με κανέναν άλλον.
Πόσο ζημιώνουν την ψυχήν οι λογισμοί που όταν εισέρχονται εις τον χώρον της ψυχής αποκτούν δικαιώ­ματα και η ψυχή αναγκάζεται να συνομιλή μαζί τους και τότε χάνει την δύναμίν της και τον χρόνον της. Ο εμπα­θής λογισμός κλέπτει την καθαρότητα και την απλότητα της ψυχής και επομένως και την αναμαρτησία της.
Όταν η ψυχή είναι απλή, χωρίς λογισμό, τότε είναι αναμάρτητη, διότι αγαπά μόνον τον Θεόν Πατέρα της. Η αναμαρτησία είναι γνώρισμα της Αγγελικής φύσεως, διότι οι Άγγελοι λατρεύουν μόνον τον Θεόν, χωρίς άλλον λογισμόν. Η Υπεραγία Θεοτόκος έγινε Τιμιωτέρα των Αγγέλων, επειδή αγάπησε τόσο δυνατά και καθαρά τον Υιόν της και Θεόν. Και κάθε ψυχή, όταν προσεύχεται κα­θαρά, αγαπά μόνον τον Άγιον Θεόν και ζει αγγελικά.
Η σύνθεσις είναι αρχή της διασπάσεως και απομακρύνσεως της ψυχής εκ της μνήμης και αγάπης του Θε­ού. Έστρεψε η ψυχή το βλέμμα της σε κάποιο άλλο κτί­σμα, που ονομάζεται από την Γραφήν Δένδρον της γνώ­σεως, τότε έχασε την μοναδικήν αγάπην, τον γλυκύτατον Νυμφίον αυτής.
Σύνθεσις σημαίνει ότι εισέρχεται εις τον χώρον της ψυχής άλλη επιθυμία, άλλη μνήμη, οπότε η ψυχή δεν α­γαπά τον Κύριον εξ όλης της καρδίας και ισχύος και διανοίας αυτής.
Απλότης είναι ο φωτισμός της ψυχής εκ της Χάρι­τος του Αγίου Πνεύματος. Μέσα εις το φως βασιλεύει μόνον η αγάπη, η χαρά και η ειρήνη και η δοξολογία του Αγίου Θεού. Η ψυχή ζει εν Θεώ.

«Εγώ ζω δια τον Πατέρα μου».

Πόσο με φωτίζει ο λόγος σου Κύριε. Πτερά δίδει εις την ψυχήν μου, η οποία θέλει να πετάξει, να έλθει κοντά σου και να σε συνάντησει. Θέλει να έλθει πλησίον σου και ιματισμένη και σωφρονούσα να προσπέσει εις τους πόδας σου και να παραμένει πάντα εκεί.
Εσύ λέγεις Κύριε: Εγώ ζω δια τον Πατέρα μου. Αλλά και εγώ θέλω να ζω δια Σένα και μόνον. Η καρδιά μου χτυπά μόνο το ιδικόν Σου Όνομα. Αναπνέει μόνο για Σένα. Θέλει να καταπίη το Όνομά Σου το Άγιον. Κύριε Ιησού Χριστέ. και εσύ να καταπίης αυτήν. ελέησόν με.
Εσύ μας εδίδαξες να κρούωμεν την θύραν του ελέ­ους σου: «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ' 7) αλλά και εσύ κρούεις διακριτικά την θύραν της ψυχής μας και λέγεις: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού» (Αποκ. γ' 20).
Η ψυχή μου είναι ιδική Σου πνοή Κύριε. Από τα πανάχραντα χέρια Σου εξήλθε και προς Εσένα κατευθύ­νεται. Εσύ είσαι η επιθυμία μου, ο στοχασμός μου και η καταφυγή μου.
Εσύ είσαι η αναπνοή μου, η χαρά μου και η ελπίδα μου. Εσύ είσαι «ο άρτος της ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. στ' 51). Εσύ μας χαρίζεις την αιώνιον ζωήν. Χωρίς την ιδικήν Σου πνοήν τα πάντα χάνονται.
Εγώ ζω μόνον δια Σε τον Πλάστη μου. Ό,τι έχω εί­ναι όλα ιδικά σου, διότι εσύ μου τα εχάρισες. Εσύ οδη­γείς την ψυχήν μου εις την αιωνιότητα, δια να ζει πάντα μαζί σου, εις την Ουράνιον Βασιλείαν Σου.
Αξίωσέ με Κύριε κατά την ώραν της εξόδου της ψυ­χής μου εκ του αθλίου μου σώματος να μη αισχυνθώ ε­νώπιον των Αγγέλων. και να μην αποστρέψεις το θείον Σου πρόσωπον εκ της ψυχής μου και να έχω καλήν απολογίαν ενώπιόν Σου, σεπταίς λιταίς της τεκούσης Σε Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων.
Αμήν.

Χοϊκή χειρ αμαρτωλού μοναχού