Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΑΝΩΡ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ


Πατρίδα τού Οσίου Νικάνορα ήταν η Θεσσαλονίκη, γεννήθηκε κατά το έτος 1491 από γονείς πλούσιους και ευγενείς, Ιωάννης και Μαρία τα ονόματα των γονέων. Η γέννησή του υπήρξε θαυμαστή, διότι η μητέρα του ήταν στείρα. Έπειτα από πολλές παρακλήσεις και νηστείες πού συνοδεύονταν από ελεημοσύνες και αγαθοεργίες γεννήθηκε ο Νικόλαος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα τού Αγίου. Όταν έγινε πέντε χρονών, οι γονείς του τον έστειλαν σε ένα ενάρετο δάσκαλο για να μάθει τα πρώτα του γράμματα όπου από μικρή ηλικία φάνηκε η ευφυΐα του και η οξύτητα τού νου του, προοδεύοντας στα γράμματα και πνευματικά. Μετά τον θάνατο τον γονέων του βρέθηκε κληρονόμος μίας τεράστιας περιουσίας κι ενώ μπορούσε να έχει τιμές και αξιώματα, τα περιφρόνησε όλα. Την μεγάλη περιουσία του την μοίρασε στους άπορους και στους μη έχοντας και εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα Νικάνωρ(=νικητής ανδρών), όνομα Μακεδονικό πού το έφεραν αξιωματικοί τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και χριστιανικό πού το είχε ένας από τούς επτά διακόνους τού αρχιδιακόνου και πρωτομάρτυρα Στεφάνου.
Ενώ ή φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται παντού και εθεωρείτο διάδοχος στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης, αναχώρησε για το Καλλίστρατο όρος έπειτα από κάποιο όραμα. Έτσι περπατώντας από τόπο σε τόπο στήριζε τούς χριστιανούς με τα θαύματά και τα κηρύγματά του. Αφού πέρασε από την Βέροια, Σέρβια και Κοζάνη προχώρησε προς τα χωριά των Βεντζίων (Ν. Γρεβενών) και από κει συνεχίζοντας το δρόμο του, έφθασε στο όρος Καλλίστρατο τον τελικό του προορισμό. Μία άλλη παλιά παράδοση θέλει τον όσιο Νικάνορα συντροφευμένο στο δρόμο πού πήρε εγκαταλείποντας τη Θεσσαλονίκη, από τον σύγχρονό του Διονύσιο, πού τον ακολούθησε για να πάνε να ασκητέψουνε μαζί. Εκεί όμως πού περνούσαν έξω από ένα χωριό ακούστηκαν κάποια όργανα, πού τράβηξαν την προσοχή τού Διονυσίου. Έτσι ο όσιος Νικάνορας αποφάσισε να συνεχίσει μόνος του την πορεία. Τότε ο Διονύσιος γύρισε πίσω και περνώντας από την Βέροια, έμεινε εκεί σε μία σκήτη (Σκήτη Προδρόμου παρά τον Αλιάκμονα), αργότερα αναχώρησε προς τον Όλυμπο, όπου ίδρυσε μεγάλο μοναστήρι. Μία παραλλαγή τής παράδοσης αυτής ιστορεί ότι περπατώντας οι δύο ασκητές, έφτασαν στον Αλιάκμονα όπου έπρεπε να τον περάσουν για νά μπορέσουν νά φτάσουν στο προορισμό τους. το ποτάμι δεν περνιόταν, γιατί ήταν πλημμυρισμένο. Τότε ο όσιος Νικάνωρ πρώτος άπλωσε το ράσο του πάνω στο νερό και πάνω του κάθισε περνώντας το ποτάμι κατά θαυμαστό τρόπο. το ίδιο έκανε και ο Διονύσιος αλλά βυθίστηκε στο ποτάμι και κινδύνευσε νά πνιγεί. Έτσι από κει χωρίστηκαν, ο μεν Διονύσιος κατέληξε στον Όλυμπο, ο δε Νικάνωρ στο όρος Καλλίστρατο.
Το όρος Καλλίστρατο είναι ένας κωνικόμορφος απόκρημνος πρόβουνος τής Βουνάσσας(όρος στα σύνορα Γρεβενών-Παλιουριάς)και κατά τα βορειοδυτικά της, πού υψώνεται στο μέσα μέρος τής στροφής πού κάνει ο ποταμός Αλιάκμων κοντά στο χωριό Ελάτη Κοζάνης, για νά πάρει κατεύθυνση προς τα Σέρβια. Έχει ύψος 150 μέτρα περίπου από την βάση του και αποχωρίζεται από την Βουνάσσας με βαθύ ημικυκλικό φαράγγι, πού στην κοίτη του κυλάει τα νερά του ορμητικά ο Αλιάκμων, βρέχοντας αυτό από τις τρεις πλευρές του και μεταβάλλοντας το σε χερσόνησο. Την ονομασία του την πήρε από ένα παλιό ασκητή τον Καλλίστρατο, πού ασκήτεψε και εκοιμήθει εκεί σε ένα σπήλαιο. Περπατώντας ο όσιος Νικάνωρ στο πετρώδες και δύσβατο τόπο, έφθασε στο χείλος τού ποταμού. Από κει αντίκρισε ψηλά στους βράχους ένα σπήλαιο δυσανάβατο. Φθάνοντας με πολύ μεγάλη δυσκολία αντίκρισε στο σπήλαιο ερείπια από μονύδριο τού Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, πού είχε κτίσει ο παλιός ασκητής Καλλίστρατος πού ασκήτεψε εκεί και το ανακαίνισε. Αυτό σώζεται μέχρι σήμερα και είναι γνωστό σαν το ασκηταριό τού Αγίου.
Ή Αγία ζωή του οσίου Νικάνορα, τερμάτισε την 7ή Αυγούστου 1419 (κατ' άλλους το 1519). Στις 7 Αυγούστου γιορτάζεται ή μνήμη τού οσίου Νικάνορα μεγαλοπρεπώς με αρχιερατική λειτουργία, πλήθη κόσμου συρρέουν από όλη Την Δυτική Μακεδονία και τη βόρειο Θεσσαλία, για νά προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα τού Αγίου. Παλιότερα λόγω τού άβατου πού υπήρχε(ήδη εδώ και μερικά χρόνια έχει καταργηθεί), γινόταν και δεύτερη λειτουργία για τις γυναίκες, στο εξωκλήσι τού αγίου Δημητρίου, πού είναι κάτω από το Μοναστήρι. Μετά τη θεία λειτουργία, το Μοναστήρι σύμφωνα με την παλιά παράδοση παραθέτει κοινό γεύμα στους προσκυνητές.

Ή ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΑΝΩΡ 1491-1594

α. Να ζείτε κοινοβιακά και να μην έχετε δικά σας-ξεχωριστοί πράγματα.
β. Να αγαπάτε πρώτα-πρώτα τον Θεό.
γ. Να έχετε αγάπη, επίσης, αναμεταξύ σας και να είστε μονοιασμένοι,.
δ. Να έχετε υπομονή και ταπείνωση.
ε. Να τηρείτε με ακρίβεια την παράδοση των Αγίων Πατέρων, όσα έγραψαν για την Πίστη και την ενάρετη διαγωγή, αλλά και όσα ορίζει το τυπικόν του Αγίου Σάββα περί εκκλησιαστικής τάξεως και αρετής.
στ. Ποτέ να μη δεχθείτε γυναίκα στο Μοναστήρι είτε καλογριά είναι, είτε κοσμική ή μητέρα Βασιλέως ή Βασίλισσα. Ούτε παιδί αμούστακο και αγένειο να δεχθείτε.
ζ. Ποτέ να μη χειροτονήσετε ανάξιο Διάκονο ή Ιε­ρέα. Γιατί τίποτε άλλο δεν παροργίζει τον Θεό τόσον, όσον ο ανάξιος Ιερεύς. Εάν δεν υπάρχει κανένας άξιος να γίνει Ηγούμενος από το ίδιο Μοναστήρι, να πάτε και να ερευνήσετε, για να βρείτε εις το Μοναστήρι του Βαρλαάμ. Εάν πάλιν δεν υπάρχει ούτε εκεί, πηγαίνετε στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, στη Σκήτη της Βέροιας ή στο Μοναστήρι του αδελφού μου και συνασκητού Διονυσίου και ζητήσατε μετά πολλών δακρύων και δεήσεων κανένα άξιον αδελφό, για να προχειρίσετε Ηγούμενο.
η. Εάν, τέλος, δεν ευρέθη ούτε εκεί, ας γίνει από την Αδελφότητα. Αρκεί να είναι ευλαβής και σώφρων και άξιος ιερεύς.
θ. Να μην επιτρέπετε σε κανέναν από σας τους Μοναχούς να πηγαίνει στα πανηγύρια των κοσμικών, διό­τι ο θείος νόμος προστάζει «άββάς εις λιτήν κοσμικού καθίσας, ως νεκρόν λογίζεται αυτόν ο Θεός».
ι. Αργός να μη κάθεται ποτέ κανένας σας, αλλά ή θα προσεύχεται στο κελί του η θα αναγιγνώσκει τάς θεόπνευστους Γραφάς ή θα εργάζεται άλλος στο αμπέ­λι, άλλος στον κήπο και άλλος σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, διότι ο Απόστολος Παύλος λέγει «Ο μη εργα­ζόμενος μηδέ εσθιέτω».
ία. Ποτέ κανείς, αγαπητά μου παιδιά, να μη έχει δικό του κομπόδεμα, χωριστά από τον Ηγούμενο, μήτε να κρατάτε κακία ο ένας στον άλλον. Ούτε, επίσης, να κατηγορείτε ο ένας τον άλλον και να έχετε έχθρα ανα­μεταξύ σας.
ιβ. Ούτε να σηκώνετε χέρι ο ένας κατά του αλλού. Να σας διακρίνει πάντοτε αγάπη, υπομονή και ταπεί­νωση.
ιγ. Εάν δε κάποιος δεν θέλει να φύλαξη αυτές τις συμβουλές μου, ας διωχθεί από το Μοναστήρι. Γιατί αυτός μοιάζει με το ψωριασμένο πρόβατο και, αν παραμείνει, υπάρχει κίνδυνος να μολευτούν και τα υπόλοιπα λογικά πρόβατα της μάνδρας του Χριστού.
ιδ. Εάν, καμιά φορά, συμβεί και σκανδαλισθεί ο έ­νας με τον άλλον, ας συμφιλιώνονται, προτού να βασιλεύσει ο Ήλιος. Γιατί, αλλιώς, ευρίσκει έδαφος ο διάβο­λος και τους οδηγεί σε μεγαλύτερα αμαρτήματα.
ιέ. Οι Γέροντες και προχωρημένοι στην αρετή και την πρακτική άσκηση να συμβουλεύετε και να καθοδηγείτε όσους είναι ακόμη άπειροι και νέοι. Οι νεώτεροι, πάλιν, να υποτάσσεσθε στους πρεσβυτέρους και να ακούτε με προσοχή και αγάπη τις συμβουλές των.
ιστ. Εάν βάλετε καλά στο μυαλό σας όλα, όσα σας είπα προφορικά και όσα γράφω στη διαθήκη μου και τα τηρήσετε, θα αξιωθείτε να μπείτε στην Ουράνιο Βασι­λεία, για να ευφραίνεστε πάντοτε με όλους τους Δικαίους. Εάν όμως δεν τα φυλάξετε, ο μισθός της παρακοής σας θα είναι «ή αιώνια Κόλασης»!
Πριν την Κοίμηση του (7 Αύγουστου του έτους 1594 μ.Χ.) ο Όσιος, αφού κοινώνησε των Άχραντων μυ­στηρίων, τους είπε τα εξής παρηγορητικά λόγια:
- «Ήρθε ή ώρα, τέκνα μου, γιά να πηγαίνω προς τον ποθούμενο Δεσπότη μου! Σεις αγωνισθείτε με όλη τη δύναμη σας να ευαρεστήσετε ενώπιον του Θεού και Αυτός θα σας προστατεύει πάντοτε και θα σας χαρίζει την ψυχική και τη σωματική σας υγεία! Σ' Αυτόν στηρίξατε όλες τις ελπίδες σας! και μη λυπήστε, διότι σας αποχωρίζομαι σωματικός. Πνευματικός θα είμαι πάντοτε μαζί σας! Εάν δε εύρο παρρησία στον Δεσπότη Χριστόν εγώ ο ανάξιος, θα μεσιτεύω πάντοτε για τη σωτηρία σας!»

Ο ΠΑΠΑ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Την νύκτα από 26 έως 27 Φεβρουαρίου 1998 με το νέο ημερολόγιο κοιμήθηκε εν Κυρίω στον αγιασμένο Άθωνα, το Αγιώνυμο Όρος, “τον σεβάσμιον χώρον, την των αρετών εστίαν”, όπως το αποκαλεί ο αγιορείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ένα αγιασμένο και ευώδες άνθος από το Περιβόλι της Παναγίας, και μάλιστα από το περιβόλι της ερήμου του Αγίου Όρους, ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης.
Άργησε να γίνει γνωστή η κοίμηση του ευλογημένου και αγίου αυτού Γέροντος, γιατί ο παπα-Εφραίμ ανήκε στην κατηγορία εκείνων των μοναχών, που δεν επιδιώκουν την προβολή, αλλά παραμένουν μέσα στο μυστήριο της ησυχίας, που είναι η μεγαλύτερη κραυγή γι’ αυτούς που μπορούν να καταλάβουν τα του Πνεύματος. Δυστυχώς, η σύγχρονη επιστήμη της πληροφορικής ασχολείται με τους ανθρώπους που ζουν μέσα στο σύστημα της διαμορφώσεως της κοινής γνώμης, ενώ αγνοεί τις ηρωικές εκείνες μορφές που ζουν μέσα στην ελευθερία του πνεύματος, αφού απηλλάγησαν από τον νόμο της φθοράς και της κτιστότητος.
Ο παπα-Εφραίμ έζησε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους εξήντα πέντε χρόνια, εντρυφώντας στα μυστήρια της πνευματικής ζωής, και ρουφώντας αχόρταγα από το μέλι της ησυχίας. Ζούσε την κατά Θεόν σχόλη. Μετά από πενήντα σχεδόν χρόνια ασκητικής ζωής στον μυροβόλο Άθωνα, στην έρημο των Κατουνακίων βγήκε για πρώτη φορά στην Θεσσαλονίκη για μια ασθένειά του. Ήταν άγνωστος για τους ανθρώπους, αλλά τόσο γνωστός για τον Θεό.
Αξιώθηκα από τον Θεό να τον γνωρίσω πριν από είκοσι περίπου χρόνια σε μια κατάσταση ησυχίας του. Μου έκανε τεράστια εντύπωση η προσωπικότητά του. Η μορφή του ακτινοβολούσε από το θείο Φως, μέσα στο οποίο λουζόταν καθημερινά, τα μάτια του ήταν απαστράπτοντα και ανέδιδαν ιδιαίτερη λάμψη. Μόλις τον έβλεπε κανείς, αντιλαμβανόταν ότι δεν ήταν συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά είχε κατά Χάρη ό,τι ο Θεός είχε κατά φύση, είχε κατά μετουσία αυτό που ο Θεός είχε κατ’ ουσία. Όλα αυτά που γράφω δεν είναι λογοτεχνικά σχήματα, που ωραιοποιούν τις καταστάσεις, αλλά είναι λιγότερα από την πραγματικότητα που αντιλαμβανόταν κανείς, πλησιάζοντας αυτήν την αγιασμένη μορφή. Όταν γράφω για το πρόσωπο, την μορφή του και τα μάτια του, δεν τα γράφω με κοσμική νοοτροπία, αλλά μέσα από πνευματικές εμπειρίες. Και αυτό φαινόταν κυριολεκτικά από τα λόγια τα οποία έλεγε, που ήταν λόγια θεόπνευστα και απαστράπτοντα, αλλά και από την κατανυκτική και ένδοξη ατμόσφαιρα που δημιουργούσε κατά την διάρκεια της συνομιλίας.
Ο παπα-Εφραίμ ήταν ένας αγιασμένος μοναχός που ζούσε μέσα στην έγκαρπο ησυχία. Συνεχώς προσευχόταν και ζούσε τις εμπειρίες του Φωτός. Πολλές φορές δεχόταν και τις σατανικές εμφανίσεις. Αγωνίστηκε χρόνια για να καθαρθεί από τα πάθη, με την αρετή της υπακοής στον Γέροντά του. Έκανε τελεία και αδιάκριτη υπακοή, σαν εκείνη που ισοδυναμεί με μαρτύριο, και μόνον λίγοι μπορούν να την καταλάβουν. Γι’ αυτό ακριβώς και ήταν κατάφορτος από όλους εκείνους τους ξηρούς, αλλά εύχυμους καρπούς της ησυχαστικής και ερημικής αυτής ζωής. Έτρεφε μεγάλη αγάπη προς τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν, είχε μια αγάπη που υπερέβαινε ακόμη και την μεγαλύτερη αγάπη της μάνας για τα παιδιά της. Όταν τον πλησίαζε κανείς με απλότητα, αφηνόταν στην θάλασσα της αρρενωπής αγάπης του. Γιατί η αγάπη του ήταν άλλης προελεύσεως και άλλης υφής. Μιλούσε ακόμη για την υπακοή στους Πνευματικούς Πατέρας και μάλιστα συνιστούσε την αδιάκριτη υπακοή. Και ενώ συνιστούσε αδιάκριτη υπακοή, εν τούτοις ήταν πολύ διακριτικός κατά την διάρκεια της πνευματικής καθοδηγήσεως των άλλων. Είχε σε έντονο βαθμό το διορατικό χάρισμα, αφού έβλεπε με τα λαμπερά μάτια του και κυρίως με τον διορατικό οφθαλμό της ψυχής του όλα όσα συνέβαιναν μέσα στην καρδιά του συνομιλητού του. Και με την αγάπη του επενέβαινε διακριτικά και σοφά.
Μου έτυχε να γνωρίσω περιστατικά στα οποία φαίνεται ότι ο Γέροντας αγαπούσε πολύ αυτούς που είχαν αμαρτήσει, αλλά μέσα τους αισθάνονταν βαθύτατο πόνο. Καταλάβαινε αυτόν τον πόνο και έλουζε τον άλλο με την αγάπη του. Αυτόν που η κοινωνία ήταν έτοιμη να βάλει στην φυλακή, ως επικίνδυνο άνθρωπο, ο Γέροντας τον έκλεινε στην “φυλακή” της αγάπης του, που ταυτόχρονα ήταν χώρος πνευματικής ελευθερίας.
Είχα την μεγάλη ευλογία από τον Θεό μερικές φορές να μιλήσω μαζί του για θέματα πνευματικής ζωής. Είχε διαβάσει μερικά βιβλία μου και θέλησε να μου αποκαλύψει πολλές αθέατες, από τους πολλούς, πλευρές της ζωής των θεουμένων αγίων, για να τα γράψω προς ωφέλεια των αδελφών. Με νοσταλγία θυμάμαι μια ανεπανάληπτη ημέρα που ο παπα-Εφραίμ άνοιξε την καρδιά του και μου έλεγε για τα μυστήρια της πνευματικής ζωής. Μου έλεγε για την σημασία και τα αποτελέσματα των δακρύων της μετανοίας, πώς καθαρίζεται όλο το λογιστικό από τα δάκρυα, για το ότι τα δάκρυα δεν έχουν σχέση με την θεωρία του Θεού, αφού, όταν ο άνθρωπος βλέπει το άκτιστο Φως, τότε σταματούν τα δάκρυα, για την εμπειρία που είχε της θεωρίας του Θεού, όταν είδε τρία Φώτα, την Αγία Τριάδα, τα οποία Φώτα πλημμύρισαν όλο τον χώρο του κελιού του και τον αγκάλιασαν, για την συνηθισμένη στάση του σώματος κατά την διάρκεια της θεωρίας και τόσα άλλα.
Ενθυμούμαι ότι έμεινα άλαλος ακούγοντας αυτές τις εμπειρίες του θείου Φωτός. Και ήταν πέρα για πέρα αληθινές, δηλαδή δεν είχαν ίχνος φαντασίας και αρρωστημένων συναισθηματικών καταστάσεων, γιατί ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιου αγώνα καθάρσεως, αφού ο παπα-Εφραίμ ζούσε μέσα στην αφάνεια και την σιωπή, αποφεύγοντας την επίδειξη, ακόμη και την επικοινωνία με πολλούς ανθρώπους, και κυρίως είχε το χάρισμα της μεγάλης αγάπης, μιας αγάπης που δεν γνώριζε όρους και όρια.
Ο παπα-Εφραίμ δεν έλεγε μόνο τέτοιες υψηλές πνευματικές καταστάσεις, αλλά τόνιζε ιδιαιτέρως τον τρόπο και τον δρόμο τον οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε για να σωθούμε. Στους προσκυνητές του τόνιζε την αξία της εξομολογήσεως σε πνευματικό Πατέρα, διότι έτσι καθαρίζεται η καρδιά από τα πάθη. Μου έλεγε ακόμη ότι ο άνθρωπος δεν πάει στο Μοναστήρι για να προσευχηθεί, αλλά γίνεται μοναχός για να κάνη υπακοή, διότι δι’ αυτού του τρόπου θεραπεύεται, οπότε η υπακοή θα φέρει οπωσδήποτε την αδιάλειπτη προσευχή, και η προσευχή θα φέρει την θεολογία.
Για να δη κανείς την μεγάλη προσωπικότητα του Γέροντος Εφραίμ θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα που ο ίδιος μου διηγήθηκε. Κάποιος νέος επισκέπτης του με πολύ άσχημο παρελθόν και χωρίς διάθεση μετανοίας, κατά την διάρκεια της συνομιλίας με τον Γέροντα, την ώρα που εκείνος του μιλούσε γαλήνια και κατανυκτικά, έπεσε απότομα στα πόδια του και ξέσπασε σε λυγμούς. Τον άφησε ο μεγάλος Γέροντας για πολύ ώρα και στην συνέχεια ως θεόπτης Μωυσής τον παρηγόρησε, τον ενέπνευσε και τον καθοδήγησε. Όταν έφυγε ο νέος εκείνος, ο Γέροντας πετούσε από την χαρά του, μια υπερκόσμια όχι συναισθηματική χαρά είχε κατακλύσει την αγιασμένη του ύπαρξη και είπε: “σώθηκε αυτός ο άνθρωπος”. Όταν τον ρώτησα πώς το κατάλαβε, είπε: “η παράδοξη και ανέκφραστη αυτή χαρά, που ήταν επίσκεψη της θείας Χάριτος δεν εξηγείται διαφορετικά”.
Δεν μπορώ να γράψω περισσότερα για την αγιασμένη αυτήν μορφή. Όσοι τον γνώρισαν καλύτερα είμαι βέβαιος ότι θα γράψουν για να παρηγορηθεί ο κόσμος, για να καταλάβει ότι και στις ημέρες μας, τις τόσο υποβαθμισμένες από υψηλά νοήματα και υψηλά πρότυπα βίου και ζωής, υπάρχουν άγιοι, αστέρες που λάμπουν στο στερέωμα της Εκκλησίας μας, υπάρχουν μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου.
Όταν επισκέπτομαι το Άγιον Όρος αισθάνομαι βαθύτατη κατάνυξη και συντριβή. Αισθάνομαι το Άγιον Όρος ως έναν τόπο μυστηρίου. Σέβομαι τα πάντα, ακόμη και το μικρό χορταράκι. Διότι όλη η κτίση εξαγιάζεται από την ύπαρξη των θεουμένων αγίων που ζουν εκεί, και αισθάνονται αναλογικά την Χάρη του Θεού, είτε καθαρτικά είτε φωτιστικά είτε θεοτικά. Σέβομαι απεριόριστα τα Μοναστήρια και τα ταπεινά κελιά, σέβομαι το χώμα που πατώ, γιατί κάτω από αυτό κρύβονται, είναι θαμμένα σώματα αγίων, όπως του παπα-Εφραίμ. Πόσες εξαγιασμένες μορφές δεν πέρασαν από το Άγιον Όρος, πάνω από χίλια χρόνια, που έφθασαν από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, που είδαν τον Θεό και λαμπρύνθηκαν από το θείο Φως Του!
Λένε μερικοί ότι καθώς βαδίζουν στην έρημο του Αγίου Όρους, κατά καιρούς, αναβλύζει μια παράδοξη ευωδία, που δεν έχει σχέση με τα κτιστά λουλούδια. Είναι ευωδία που προέρχεται από άγια σώματα αγίων ασκητών, τα οποία έγιναν κατοικητήρια του ζώντος Θεού και ναοί του Παναγίου Πνεύματος.
Όσιε Εφραίμ, ένδοξο άνθος του Περιβολιού της Παναγίας, πνευματικό αστέρι του νοητού στερεώματος, συμπολίτη των αγίων και οικείε του Θεού, επίγειε άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, αγαπημένο παιδί της Παναγίας και ευλογημένο μέλος του Σώματος του Χριστού, ευλόγησε τον λαό που γνώρισες και αγάπησες, όλους εμάς, που παρά την αναξιότητά μας, δεχθήκαμε την φιλοστοργία σου.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ ΛΟΓΟΙ

«Το Πνεύμα το άγιο δεν οράται, αλλά η χάρις του οράται».
«Τι εστί γέροντας (δηλ. πνευματικός) μόνο ο διάβολος το ξέρει. Διότι η δύναμίς του καταργείται. Βάζεις μια μετάνοια και πας παντού. Εξομολογείσαι ένα λογισμό και καθαρίζει η ψυχή».
«Ο Θεός όλα τα ανέχεται, αλλά τη μαγεία… μακριά».
«Από την υπακοή γεννάται η προσευχή και από την προσευχή η Θεολογία».
Επειδή συχνά οι επισκέπτες ρωτούσαν για την οικογένεια και τη σύζυγό τους, τους παρέπεμπε σε πνευματικούς, εγγάμους ή αγάμους, έχοντες πείρα. Χαριτολογούσε λέγοντας: «Βρε παιδί μου, ο ένας η γυναίκα μου, ο άλλος η γυναίκα μου, γυναικολόγο με κάνανε!!».
«Εάν ο άνθρωπος συνηθίσει να λέει κάθε μέρα, έστω από λίγο, όσο μπορεί, αλλά κάθε μέρα την ευχή, η καρδιά του σιγά-σιγά γλυκαίνεται και περιμένει πότε θα έρθει εκείνη η ώρα. Και όταν γλυκαθεί η καρδιά, από μόνος του κανείς ζητάει περισσότερο».
«Η αμαρτία έχει αποφορά», μια φορά κάθισε δίπλα σε βουδιστή: «Πω! βρώμα που αισθάνθηκα» έλεγε κάνοντας τον χειρότερο μορφασμό.
Η υπακοή φέρει τον άνθρωπο όχι μόνο σε απάθεια σώματος, αλλά και πνευματική».
«Αν ζητάτε ένα πράγμα από τον Γέροντα, προδιαθέσατε τον λογισμό σας. εάν μεν σας ακούσει, “να ‘ναι ευλογημένο”, εάν δεν σας ακούσει, πάλι “να ‘ναι ευλογημένο”.
Mην προδιαθέτετε τον λογισμό σας ότι θα σας ακούσει ο Γέροντας και αν κατόπιν δεν σας ακούσει, και θα σκουντουφλιάσετε».
«Έκανες υπακοή, θα πας στον παράδεισο, δεν έκανες υπακοή, δεν πάει να κάνεις νοερά προσευχή, δεν πάει να μεταλαμβάνεις… προορίζεσαι για την κόλαση».
«Γι’ αυτό λέω ότι, όπου κι αν ευρεθεί ο άνθρωπος, να μην απελπίζεται. Να μην τα χάνει, να μην τα σαστίζει. Για τον άλφα ή βήτα λόγο, ο Θεός γνωρίζει, σε δοκιμάζει. Σε δοκιμάζει: Μπορείς να κρατήσεις αυτήν τη θλίψη; Μπορώ. Θα σου δώσει χάρισμα. Δεν μπορείς; Κι αυτό που σου έδωσα, θα το αφαιρέσω. Εγώ δεν θέλω δειλούς ανθρώπους. Δειλός άνθρωπος δεν αξίζει τίποτες. Ενώ ο τολμηρός πάντα βγαίνει νικητής».
«Θα κάνεις υπομονή στα δικά σου πάθη, θα κάνεις και στα δικά μου. Έτσι θα
«Το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό!».
«Και στην κόλαση να πάω δεν φοβάμαι, αρκεί την ευχή να λέω».
-Παιδί μου, είπε ο Γέροντας σε κάποιον, πες την ευχή.
-Μα λέω και δεν καταλαμβάνω τίποτες.
-Δεν καταλαμβάνεις εσύ, αλλά ο διάβολος καταλαμβάνει και φεύγει.
«Ο Θεός μας δοκιμάζει καμιά φορά να μας ξυπνήσει, να πούμε. Σου στέλνει έναν πειρασμό ο Θεός, ο Θεός θέλει να σε ξυπνήσει, μην κοιμάσαι. μην κοιμάσαι, λέγε την ευχούλα».
«Η νοερά προσευχή ολίγον κατ’ ολίγον φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτην χάρη του βαπτίσματος».
«Δεν σε κατηγορώ ότι έκανες αμαρτίες πολλές και σοβαρές, όχι, άνθρωπος είσαι. Σε κατηγορώ, γιατί δεν εξομολογείσαι. Αυτό σε κατηγορώ. Έπεσες; Στον πνευματικό. Έπεσες; Στον πνευματικό, όλα στον πνευματικό. Και η οσία Μαρία, πρώτα εξομολογήθηκε».
«Η θεία χάρις μία είναι, αλλά κατά το μέτρον του καθενός εμφανίζεται, εργάζεται, οράται, ναι, οράται! Αχ, και πόσον σκιρτάει μέσα σου όταν βλέπεις αυτή την θεία χάρη! “Εγώ είπα, Θεοί εστέ και υιοί Υψίστου πάντες” (Ψαλμ. 81,6).
«Όταν έρθει η χάρις ξεχνάς και τις θλίψεις και τα βάσανα, χαλάλι να γίνουν όλα. Όταν έρθει η λύπη, ξεχνάς τη χάρη και λες, αμάν, ο Θεός μ’ εγκατέλειψε, ούτε να προσευχηθώ τίποτε, πάει, ο Θεός μ’ εγκατέλειψε, τρόπον τινά, μ’ έχει για την κόλαση. Όταν γυρίσεις απ’ την άλλη πλευρά, ξεχνάς τα πρώτα. γυρίζεις στα πρώτα, ξεχνάς τα δεύτερα. Έτσι είναι. Ε, αυτό, γυμνάζεται ο άνθρωπος στην ταπείνωση. “Ουχί εγώ, αλλά η χάρις η συν εμοί”, όπως έλεγε και ο Απόστολος (Α’ Κορ. 15,10). Γυμνάζεται ο άνθρωπος στην ταπείνωση».
«Η χάρις διατηρείται με την ταπείνωση και την ευχαριστία εις τον Θεό».
«Εάν θελήσεις να δημοσιεύσεις λάθη άλλων ανθρώπων, τότε πως θα διαβάσουμε το “άφες αυτοίς”;».
«Αφού λες ότι αγαπάς τον Θεόν, περίμενε το δείγμα της αγάπης Του, δηλαδή τον Σταυρόν Του. Αυτό θα σου δώσει σε αυτήν την ζωήν, αυτό το δώρο, το οποίον είναι η αγάπη Του. Από εκεί καταλαμβάνεις ότι ο Θεός σε αγαπάει. από τας θλίψεις που σου δίδει».
«Εν ημέρα Κρίσεως ότι έχει ο καθένας, δηλαδή ότι υπέφερε σε αυτήν την ζωήν διά τον Χριστόν, αυτό και θα δείξει».
«Μη νομίζεις ότι μάρτυρες είναι εκείνοι μόνον που τους έκοψαν το κεφάλι μία φορά, επειδή δεν αρνήθηκαν τον Χριστό. Είναι και άλλοι, που δεν αρνούνται την αρετή, την υπομονή.
Οι πρώτοι μάρτυρες μίαν φοράν μαρτύρησαν, ενώ οι δεύτεροι κάθε λίγο μαρτυρούν».
«Ο κάθε άνθρωπος, είτε άγιος είναι ή αμαρτωλός, κατά το μέτρον του αισθάνεται την χάριν. Η Θεία Γραφή είναι ωκεανός, και όταν κανείς την διαβάζει κατά το μέτρον του την αισθάνεται».
«Όταν ένας άνθρωπος είναι καθαρός, τα μάγια δεν πιάνουν: Και καθαρός εννοώ όταν λειτουργείται, όταν εξομολογείται, όταν μεταλαμβάνει συχνά».
«Όταν ακούεις πόνο, προσεύχου γι’ αυτόν που πονάει: Όχι ο Θεός να τον απαλλάξει από τον πόνο, αλλά υπομονή να του δώσει. Γιατί μέσα στον πόνο βρίσκεται ο Θεός».
Ευχές του Γέροντα σε μελλονύμφους, πνευματικά του παιδιά:
Μαζί θα προσευχόσαστε.
Μαζί θα νηστεύετε
Μαζί θα κοινωνάτε
Μαζί παντού, εν παντί και πάντοτε.
Τα πάντα γνωστά να είναι μεταξύ σας. Όχι κρυφά, αλλά φανερά έως ελάχιστον.
Ο εις να σέβεται και να τιμά τους γονείς του άλλου ως τους ιδίους γονείς του.
Μα πότε θα έλθει η ευλογημένη εκείνη ημέρα; Η μεγάλη και επιφανής, που όλοι μαζί, Άγγελοι και άνθρωποι, θα ενωθούν εις δοξολογία Θεού;
Μέσα στο αιώνιων και γλυκύτατο και ανεκδιήγητο φως;
Μέσα στην αιώνιων χαρά;
Ω! Τι αιώνιος χαρά περιμένει τους Χριστιανούς!
Ω! Έρωτας του γλυκυτάτου και ωραιοτάτου Ιησού!
Ω! Βασιλική ερωτική μέθη!
Ω! Αθάνατος ψυχή!
Τι έχεις να κληρονομήσεις! Τι έχεις να απολαύσεις!
Τι σου έχει ετοιμάσει ο γλυκύτατος Νυμφίος σου Ιησούς!
Ένα θα γίνεις με Αυτόν
«και ο αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες (Εβρ. 2,11).

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Εκδόσεις Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους.

ΕΙΠΕΝ…. ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ


Από τα 10 εκατομμύρια Έλληνες τα 2 εκατομμύρια θα σωθούνε, γιατί κρατάνε. Γιατί, είδες τί μου λες; Δεν αλλάζεις πορεία όπως είσαι, μα να σου κόψουν το κεφάλι. Έτσι είναι τα 2 εκατομμύρια των Ελλήνων. Άλλα τα 8, πού τα πήρε ό λύκος και τα έπνιξε, που είναι; Και δεν ξέ­ρεις τί διαφθορά υπάρχει μέσα στην Ελλάδα. Μέχρι αφάνταστου βαθμού καταστροφή ψυχική και σωματική.

Έχεις δει ποτέ τον Θεό; Να Του το ζητήσεις να Τον δεις. Ακούς;

Όταν ό άνθρωπος δεν αντέχει την πύρωση της σάρκας, πρέπει να παντρεύεται. Και όταν παντρευτεί με νόμιμο τρόπο, θα είναι κοντά στον Θεό.

Έχεις δει ποτέ τον Θεό; Να Του το ζητήσεις να Τον δεις. Ακούς;

(Για τους πονηρούς λογισμούς, όταν ήταν ήδη 80 χρονών) Κι εγώ, παιδί μου, τους έχω σ' αυτήν εδώ την ηλικία. Άλλα να τους αποδιώ­χνεις, να μην κάνεις συγκατάθεση. Καμιά φορά σ' ευχαριστούν στη σκέψη σου. Άλλα κι αυτό είναι ένα είδος συγκατάθεσης, μια μικρή αμαρτία. Ό λογισμός, όταν τον δεχτεί ό άνθρωπος, είναι μετά πολύ εύκολο, σαν βρεθεί ή ευκαιρία, να γίνει πράξη. Ό πόλεμος δεν στα­ματά σ' αυτή τη ζωή, γι' αυτό δεν μπορεί ό χριστιανός να λέει ότι «θα κοιμάμαι σήμερα και θα ξυπνώ αύριο», γιατί χάθηκε. Ό διάβολος ούτε κοιμάται ούτε ξυπνά. Γι' αυτό χρειάζεται να ξεκουραζόμαστε, αλλά όχι να αποξεχνιόμαστε.

(Προς νέους ιερείς) Προσέξτε τη μοιχεία και την πορνεία. 'Εκεί θέλει να σας ρίξει ό δαίμονας. Αυτός δεν ησυχάζει νύχτα και ήμερα. Μόλις σας ρίξει, θα πει: «Καλά τον έχω τώρα. Δικός μου είναι». Για να σηκω­θείς μετά, θέλει μεγάλο πνευματικό αγώνα. Είναι αδύνατο να δικαιω­θεί χωρίς αγώνα, Ιδιαίτερα ό Ιερέας, θέλει νηστείες, αγρυπνίες, προ­σευχές. Ό αγώνας ό πνευματικός είναι διαρκής. Δεν σταματάει ούτε λεπτό. Οι λογισμοί για να φύγουν, θέλουν αγώνα. Να μην πέσετε προσέχετε.

Όταν ό άνθρωπος δεν αντέχει την πύρωση της σάρκας, πρέπει να παντρεύεται. Και όταν παντρευτεί με νόμιμο τρόπο, θα είναι κοντά στον θεό.

Δεν θα φεύγεις ποτέ απ' την εκκλησία, αν δεν ακούσεις το Δι' ευχών, γιατί μέχρι εκείνη την ώρα είναι όλοι οι Άγγελοι, όλοι οι Άγιοι, ό θεός μέσα στην εκκλησία. Με το Δι' ευχών ανεβαίνουν στον Ουρανό, θα το ακούσεις, θα πάρεις αντίδωρο και τότε θα φύγεις.

Πρέπει να έχουν θεό τα παιδιά, αλλιώς πορεύονται στη ζωή τυφλά, σαν τα άλογα ζώα, και έχουν ανάλογες συνέπειες. Να δίνετε θεό στα παιδιά. Και να προσέχετε, να μην εφησυχάζετε.

Στον Ουρανό έχουν πάει εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί. Αλλά αυτοί πού πήγαν εκεί πέρα ήταν παλικάρια, κράτησαν εδώ και πολέ­μησαν τον σατανά πρώτα, πολέμησαν τα πάθη. Γιατί έχεις μέσα σου ένα σωρό κατσίκια. Και υστέρα λες: «Είμαι χριστιανός». Από που κι ως που; Ό χριστιανός ό καλός προχωρεί προς την καλοσύνη, την αγιοσύνη. Αγίασαν, και όσοι πήγαν, ήσαν άγιοι από εδώ. Πώς πήγαν εκεί πέρα; "Η, λέτε, είναι κανένα πορτάκι ανοιχτό και μπαίνουν εκεί μέ­σα, αν δεν περάσεις απ' την πύλη την ωραία, την κεντρική; Είναι λάθος να λες ότι «θα μπω στον Παράδεισο από το πορτάκι». Δεν μπαίνεις! θα δοκιμαστείς εσύ εδώ στη γη με δοκιμασίες, για να φτιάξεις τον εαυ­τό σου ωραίο.

Βλέπεις τί είμαι; Είμαι ένας γέρος στο κρεβάτι, πού ούτε δουλεύω ούτε μπορώ να προσφέρω τίποτα στο Μοναστήρι. Και όμως, ή Παναγία ότι επιθυμώ μου το στέλνει. Και λεφτά μου δίνουν και λάδια φέρνουν στο Μοναστήρι και ότι θέλουμε. Για να δεις, ό θεός είναι μεγάλος

Ό Θεός δεν έχει άκρες.

Ό Θεός με ένα χάδι διορθώνει τα πάντα.

Εάν σφάλλουμε, ό Άγγελος-φύλακας φεύγει, κάθεται πιο πέρα στενοχωρημένος. Άλλα μ' ένα «συγγνώμη», παιδί μου, όταν είναι από το βάθος της ψυχής μας, επιστρέφει.
Αυτοί πού φεύγουν την εβδομάδα των Παθών πάνε κατευθείαν επάνω.

Είναι ευλογημένος ό άνθρωπος πού πεθαίνει Σάββατο και κηδεύεταιΚυριακή. Ό δρόμος για τον Παράδεισο είναι ανοιχτός.

Να προσέχετε, γιατί ό κακός στήνει παγίδες. Μη γελάτε! Είναι δίπλα μας κι εσείς δεν μπορείτε να τον δείτε. Ακουστέ τί σας λέω. Μη στα­ματάτε να προσεύχεσθε!
Βάζει ό διάβολος τον κόσμο να αμαρτήσει, και μετά την αμαρτία τους φοβίζει και τους κάνει να ντρέπονται να εξομολογηθούν.

Όποιος διαφθείρει τα παιδιά του κόσμου, πρέπει να τον κρεμάνε στην πλατεία Συντάγματος. Σ' αυτή την περίπτωση πρέπει να ισχύει ό Μωσαϊκός νόμος.

Nα κάνεις προσευχή κάθε μέρα και να λες, πέραν των άλλων: «Φύλα­ξε με, θεέ μου, από την κακία των ανθρώπων».

Ό Θεός είναι δίπλα μας. θα του μιλήσεις σαν φίλο σου: «Έλα, βοήθησε με».

Όταν προσεύχεσαι, να ξέρεις ότι είσαι μπροστά στον Χριστό και την Παναγία. Να είσαι ταπεινή και να λες: «Έλα, Παναγία μου, να με βοηθήσεις να διορθωθώ».

Ή Παναγία θα σε βοηθήσει, γιατί είναι εδώ και σε ακούει.

Αν εσύ αγαπάς και δεν θέλεις να στενοχωρήσεις τη φυσική σου μά­να, φαντάσου ό Κύριος τη Μάνα Του. Τί είναι ή Παναγία; Ή Μάνα του Δημιουργού του" κόσμου, θα αγαπάς τον Κύριο και την Παναγία. Απ' αυτούς να ζητάς, και θα σε βοηθούν. Ό Κύριος και ή Πα­ναγία είναι εδώ κάτω, στη γη. Όχι στον θρόνο. Και βοηθούν τα παι­διά τους και όλο τον κόσμο. Ή Παναγία έχει το μισό στερέωμα του Ουρανού και την υπηρετούν και διατάζει τους Αγγέλους.

Και ένα φύλλο να σηκώσεις και να εργαστείς για την Παναγία, ό Κύ­ριος σε αμείβει. Είναι δίκαιος ό Κύριος.

Τον Κύριο να ζητάς, όχι τους ανθρώπους. Εδώ είμαστε πάροικοι. Άλλου είναι ή πατρίδα.

Ό Θεός ξέρει τι κάνει με τις αρρώστιες. Αν μας δει και έχουμε κανένα πάθος, μας στέλνει μια αρρώστια για το καλό μας. Για δες τον Από­στολο Παύλο, ούτε ψωμί δεν χόρτασε. Λέμε εμείς τώρα ότι υποφέ­ρουμε. Οι Άγιοι τράβηξαν τόσα! Μα μην παραπονιέστε.

Nα δεις ένα αυτί πού κατεβάζει ό θεός από τον Ουρανό και ακούει την προσευχή σου, όταν δεν νοιάζεσαι για υλικά, αλλά παρακαλάς για σωτηρία ψυχών!...

Είναι καλύτερα στην εποχή μας να ξέρεις λίγους και να μιλάς σε λί­γους. Ή ζωή μας είναι Ένα πέλαγος με μπουνάτσες και φουρτούνες. Πολλές οι θλίψεις και οι πειρασμοί. Μη θέλετε μόνο τη χαρά. Οι Άγιοι πέρασαν από καμίνι. «Πάς πυρί ολισθήσεται». Ό καθένας θα ψη­θεί στη φωτιά, για να μπει στον Παράδεισο. Όταν πάς στον φούρνο, ζητάς ψημένο ψωμί και όχι ζυμάρι. Το ίδιο και στον Παράδεισο ανε­βαίνει ό «ψημένος» άνθρωπος.

Τα κομποσκοίνια είναι για προσευχή, όχι για φιγούρα, για να τα βλέπει ό κόσμος.

Είμαστε χώμα και πνεύμα. Επειδή είμαστε από χώμα, έχουμε ανά­γκη να τρεφόμαστε με χώμα - τα πάντα βγαίνουν από τη γη. Όταν σπάσουμε το φράγμα του σώματος, τότε το πνεύμα δεν έχει ανάγκη από τροφή, ενώ μας τρέφει τη σάρκα ό Κύριος και δεν πεινάμε.

Εμείς οι γονείς φταίμε πού υποφέρουν τα παιδιά μας, γιατί δεν ταμαθαίνουμε να ζουν χριστιανικά κι επειδή οι γονείς δεν ζουν όπωςπρέπει, χριστιανικά.

Όταν βοηθάς τους γονείς σου (αυτό πρέπει να κάνει κάθε σωστός
χριστιανός) και αυτοί δεν το καταλαβαίνουν και σου προκαλούν πό­νο, εσύ να συνεχίσεις να τους ευεργετείς. Γιατί δεν ευεργετείς αυτούς, αλλά τον Κύριο.

Ή οικογένεια μας πρέπει να είναι παράδειγμα προς μίμηση. Να φιλοξενείς, όταν έχεις κάποιο άτομο στο σπίτι σου. Ν' αρχίσεις τη φιλοξενία και την ελεημοσύνη.

Πονώ τους παντρεμένους, διότι τις θλίψεις πού περνούν δεν τις περ­νούν οι μοναχοί. Το καμίνι των θλίψεων των εγγάμων είναι μεγαλύ­τερο από αυτό των μοναχών.

Σε Ιερέα Εκεί κάτω στην Αθήνα πού είσαι, πάτερ, όλο τον κόσμο θα
τον ευλογείς και όλο τον κόσμο θα τον σταυρώνεις, δεν θα τον διώ­χνεις.
Μη θέλετε συνέχεια την ησυχία. Κάθε στιγμή να περιμένετε πώς κάτι θα συμβεί.
(Προς ιερείς) Όταν είστε δίκαιοι, όλοι θα σας σέβονται και θα σας ευλαβούνται. θα έρχονται όλοι να πάρουν τη συμβουλή σας. Μα κά­νετε πνευματική ζωή. Τα δύο τρίτα της ημέρας για τα πνευματικά και το ένα τρίτο για το φαγητό και τις άλλες ανάγκες. Γιατί αλλιώς θλίβεται το Άγιο Πνεύμα.
Όταν πάς στην εκκλησία, θ' ανάβεις κερί και για τον εαυτό σου, δεν θ' ανάβεις μόνο για τους άλλους.

Όσοι είναι μες στον Ουρανό προσεύχονται στον Κύριο, γιατί ή προσευχή είναι πιο δυνατή εκεί και πιο μαζεμένη - όλοι προσεύχονται.

Ν' αποφεύγετε, παιδί μου, την αμαρτία. Όταν πολεμάτε, να κοιτάζε­τε την εικόνα του Κυρίου και να Του λέτε: «θέλεις να είμαι θλιμμένος; θέλεις να πορνεύω; θέλεις να θυμώνω;». Κι Αυτός θα στέλνει τη βοή­ θεια Του. Να έχετε πίστη Θεού και όλα θα τα νικάτε.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ


Όσοι κάνουν το χάραγμα, δεν θα βρουν στιγμή ησυχίας. Πρέπει ν' αποκτήσετε ισχυρή πίστη, μόνοι σας, με υπομονή, με καλοσύνη, με δι­καιοσύνη. Να μη χάσουμε την πίστη! Σταθερή πίστη, και ο Θεός θα δώ­σει βοήθεια. Χωρίς την προσευχή, πάμε χαμένοι. Μη σκέφτεστε για το μέλλον. Είναι όλα στα χέρια του Θεού. Να διαβάζετε Πατερικά κάθε μέ­ρα από λίγο και ο Θεός θα φωτίζει. Ύστερα θα δυναμώνει ο νους σας.

Πήγα ένα τέταρτο στην κόλαση και νόμιζα ότι ήμουν τρεις ώρες.

Να μη λέμε να πάμε«επάνω», αλλά «ψηλά», γιατί και επάνω καιρο­φυλακτεί ο πονηρός, να μας γκρεμίσει. Μόνο όταν μπούμε στον Παράδεισο δεν κινδυνεύουμε.

Επειδή έρχονται πολύ δύσκολες μέρες για την ανθρωπότητα, ο Θεός πήρε ορισμένους ανθρώπους και τους έκανε αξιωματικούς.

Τα πράγματα θα εξελιχθούν πολύ γρήγορα. Ό διάβολος θα κυριαρ­χήσει. Όσοι τον πλησιάσουν, θα τους τσακίσει, θα τους συντρίψει. Φίλους αυτός δεν έχει.

Βρεθήκαμε στους έσχατους καιρούς εμείς οι ταλαίπωροι, και οι μο­ναχοί και κοσμικοί, αλλά ο αγώνας είναι αγώνας. Δεν θα σταματή­σεις τον αγώνα ούτε δευτερόλεπτο. Αγώνας μέχρι τέλους! Και τότε ο Κύριος, πού στεφανώνει τους ανθρώπους και τους αποκατασταίνει αιώνια, Εκείνος την τελευταία ώρα θα σου χαρίσει όχι πράγματα ψεύτικα και μάταια της ζωής αυτής, αλλά θα σε κάνει άξια να βασι­λεύεις μέσα στη Βασιλεία του Θεού. Αιώνια! Όχι για 1.000 χρόνια,για 100.000 χρόνια. Αιώνια [σημαίνει] δεν έχει τέλος.

Άλλη τόση να είναι ή γη, μπορεί ο Θεός να τη θρέψει. Περί αναστάσε­ως των σωμάτων μην αμφιβάλλετε. Να, είμαι 90 χρόνων. Αυτό το σώμα πρέπει να λιώσει στον τάφο, για να βγει καινούριο, άφθαρτο, αιώνιο, χωρίς να αρρωσταίνει, χωρίς να πονά, χωρίς να δίψα, χωρίς να ζεσταίνεται, θα είναι όπως τα αγγελικά σώματα. Αρκεί να μην πέ­σουμε στην αμαρτία. Ό Θεός θέλει να Του πούμε ότι μόνο γι' Αυτόν θα ζούμε. Αν μείνουμε στην αμαρτία, τότε και τα καταχθόνια είναι αιώνια. Δεν αλλάζει από κει ή κατάσταση, ή βάσανος, ή οδύνη, ο πό­νος, οι φωτιές. Εσάς στη θεολογική Σχολή αυτά σας τα λένε μαλακά.Ούτε ο Ιάκωβος ούτε ο Πορφύριος τα έλεγαν αυστηρά. Έτσι έπρεπε να τα πουν, να τα ακούσει ο κόσμος και να μετανοήσει. Έρχεται ο διά­βολος και με χτυπάει αλύπητα. Μου λέει: «Μην τους τα λες τόσο κα­θαρά. Αστούς να κοιμούνται. Μην τους αφήνεις να ξυπνούν».

Οι πεθαμένοι πού είναι σε καλή μεριά δεν μπορούν να επισκέπτονται τους ζωντανούς οπότε θέλουν. Πρέπει να πάρουν άδεια από τον Κύριο.

Ή ευχή «Κύριε, ελέησον» είναι σαν ένα σπαθί πού κόβει στα δύο τον σατανά.

Ή οικογένεια είναι Ιερή. Όποιος εγκαταλείπει την οικογένεια του, τον σύντροφο ή τη σύντροφο, τα παιδιά του, τιμωρείται πολύ σκληρά από τον θεό.

Στις μεγάλες εορτές ή οικογένεια πρέπει να είναι όλοι μαζί.
Ή οικογένεια πρέπει να έχει τον ίδιο Πνευματικό.

Είδες ο Μέγας Βασίλειος; Είχε Χάρη από τον Θεό και δεν κοιμόταν καθόλου. Έζησε 49 χρόνια και είδες Τι έργο έκανε; Εγώ όμως είμαι 80 ετών και δεν είμαι ούτε το δαχτυλάκι του. Είμαι ένας ελεεινός μο­ναχός. Ό Θεός να με ελεήσει, γιατί πάω χαμένος. Ξυπνώ τα βράδια να μελετώ, όπως έκανε κι αυτός, κατά τον λόγο του, και να εφαρμόσω τον λόγο του μεγάλου Αγίου. Εγώ όμως κοιμάμαι συνέχεια. Ξυπνώ πότε-πότε, κλαίω και λέω: «Κύριε, Ελέησον!». Ξανά κοιμούμαι πάλι.

Οι σημερινοί άνθρωποι δεν έρχονται προς το φως, γιατί είναι πονηρά τα έργα τους.
Όπως έλεγε και ο Κύριος στο Ευαγγέλιο.
Και όταν πη­γαίνουν να μιλήσουν με κάποιον και ν' ακούσουν λόγο Θεού, πάλι μπερδεύονται πιο πολύ, επειδή τα έργα τους είναι πονηρά.

Ξέρεις τι είναι το Άγιο Πνεύμα; Είναι εδώ πού μιλάμε, είναι έξω απ' το μυαλό σου, είναι μέσα στο μυαλό σου, είναι γύρω απ' το στόμα σου, είναι παντού. Είδες πόσο κοντά είναι ο Θεός σ' εμάς; Είναι Ζωή, είναι παντού. Οι Πατέρες λένε: «Ό Θεός είναι τόσο κοντά μας, όση ώρα θέλει ο αέρας να βγει από το στόμα μας».

Όταν ζητάτε τη βοήθεια ενός Αγίου και λέτε «Άγιε μου, βοήθα με», ο Άγιος την ίδια στιγμή πού το ζητάτε είναι δίπλα σας. Δεν σας αφήνει να το καταλάβετε, γιατί θα ερχόσασταν σε έπαρση και μπορεί να του ζητάγατε και χαζά πράγματα. Σας προσφέρει τη βοήθεια όχι άμεσα, αλλά απαλά, σιγά, όπως ο θεός πλησιάζει τον άνθρωπο, ώστε να μην ανέβει ο εγωισμός σας. θα δείτε, μέρα με τη μέρα, ότι αυτό πού ζητήσατε λύνεται και έρχεται, αν είναι για το όφελος της ψυχής σας.

Το Πιστεύω να το λέτε απαραιτήτως πρωί και βράδυ. Διότι έτσι ομο­λογούμε την πίστη μας και, ότι κι αν μας συμβεί κατά τη διάρκεια της μέρας ή της νύχτας, θα έχουμε ομολογήσει τον Κύριο.
Το Πάτερ ημών να το λέτε αργά, για να το καταλαβαίνετε.
Το Απόδειπνο είναι ομπρέλα προστασίας. Να κάνετε το Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς.
Και είναι μεγάλη ευλογία να κάνετε το πρωί τον Όρθρο. Ή καρδιά σας να βαδίζει σύμφωνα με αυτά πού λέτε.

Όταν ο ιερέας λέει Πρόσχωμεν τα Άγια τοις Άγίοις, είναι ή μεγαλύ­τερη και φοβερότερη στιγμή, γιατί τότε είναι ανοιχτοί οι Ουρανοί και για ότι παρακαλέσουμε τον Θεό, εισακουόμαστε.

Να προσεύχεσθε συνέχεια, να συνηθίζει ο νους. Και αν ακόμα συγχύ­ζεστε, εσείς να λέτε την ευχή. Τι πιο εύκολο πράγμα; Τη λες πάντοτε, εκεί πού βαδίζεις, στο λεωφορείο, παντού. Έστω και μηχανικά. Τη συνηθίζει έπειτα ο νους και προχωράς. Στην αρχή ο νους θα είναι στο Λονδίνο, αλλά υστέρα μαζεύεται. Αρκεί να μη σταματάς να τη λες.
Πώς θες να σε συγχωρήσει ο Κύριος, ενώ μέσα σου βράζει το καντή­λι της μνησικακίας; Τι νομίζεις, πώς ο Κύριος δεν βλέπει τι έχεις μέσα στην ψυχή σου;

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

ΒΟΗΘΕΙΣΤΕ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΝΙΑΣ ΤΗΣ ΣΟΥΜΑΤΡΑΣ.

Τα νησί Νιάς της Σουμάτρας υπέστη πολύ μεγάλες καταστροφές από τον σεισμό τον Μαρτιο του 2005 και το τσουνάμι.
Στις 18 Ιουλίου 2006 έγιναν τα εγκαίνια της κλινικής «ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ» που κτίστηκε με δωρεά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έχει έξι(6) δωμάτια , δύο για νοσηλεία, δύο για ιατρικές εξετάσεις, φαρμακείο και γραφείο .
Το ιατρικό προσωπικό αποτελείται από δύο γιατρούς και τέσσερις νοσοκόμες.
Οι ελλείψεις όμως της κλινικής είναι πολύ μεγάλες.
Απαιτούνται αρκετά φάρμακα και επίσης είναι απαραίτητο ένα μικρό laboratorium για εξετάσεις στο αίμα.
Στο νησί Νιάς η μαλάρια (ελονοσία) είναι ασθένεια πολύ διαδεδομένη εκεί,ιδιαίτερα την εποχή των φρούτων. Για την δωρεάν ιατρική εξέταση 165 ατόμων της περιοχής , πρίν τα εγκαίνια της κλινικής , απαιτήθηκαν για μια μέρα 2500 ευρώ .
Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται η αξία των φαρμάκων που χρησιμοποιήθηκαν , ιατρικών εξετάσεων που έγιναν ,καθώς και οι αμοιβές του ιατρικού προσωπικου.
Τα έξοδα που απαιτούνται για την λειτουργία της κλινικής ,αποτελούν ευθύνη του Ιεραποστολικού κλιμακίου της Σουμάτρας, που πρέπει να ψάχνει οικονομικούς χορηγούς. Όποιοι ενδιαφέρονται να βοηθήσουν για την ομαλή λειτουργία της κλινικής αυτής,με ένα μικρό έξοδο αγοράζοντας ένα βιβλίο , να επικοινωνήσουν με την ομάδα των φίλων της Ιεραποστολής στην Ινδονησία
–Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-

Τα αντίτυπα του βιβλίου Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ διατίθενται ως εξής.
Α. Από ένα(1) έως πέντε (4) αντίτυπα στην τιμή των 25 ευρώ το ένα.
Β. Από έξι (5) αντίτυπα και πάνω στην τιμή των 20 ευρώ το ένα.
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ
Πρόκειται γιά μία καλαίσθητη ἔκδοση μέ βυζαντινή διακόσμηση καί πλούσιο περιεχόμενο 390 σελίδων, με θέματα που βοηθούν στην καλύτερη και ουσιαστικώτερη γνωριμία με την Υπερευλογημένη Θεοτόκο ,την Μεσίτρια του κόσμου. O τόμος περιλαμβάνει κατηχητικό ὑλικό από διάφορα βιβλία,(ἡ βιβλιογραφία ξεπερνᾶ τά ἑκατό βιβλία καί περιοδικά) ,που σχετίζονται με την Υπεραγία Θεοτόκο, εμπλουτισμένο μέ τήν γραφίδα τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας , ὥστε ἄγνωστα πατερικά κείμενα νά γίνουν προσιτά στό χριστεπώνυμο πλήρωμα . Ἔτσι στό βιβλίο ὑπάρχουν κείμενα τῶν Ἁγίων:
Νεκταρίου Πενταπόλεως
- Ἀνδρέα Κρήτης
-Νικολάου τοῦ Καβάσιλα
–Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη
–Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
–Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
-Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κωνσταντίας Κύπρου
–Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
–Φιλοθέου Κόκκινου
–Ἠσυχίου Ἱεροσολύμων
–Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ
-Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου,
Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου.
Συμπεριλάβαμε στο βιβλίο ἐπίσης καί ἀξιόλογα κείμενα σύγχρονων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅπως τῶν:
π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ πρώην Μητροπολίτου Ἐρζεγοβίνης Ἀθανασίου Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἰεροθέου, κ.α.
Το βιβλίο είναι απαραίτητο για ιερείς, ιεροκήρυκες, κατηχητές αλλά και για κάθε ορθόδοξο χριστιανό και ως εκ τούτου και για κάθε βιβλιοθήκη .
π. Δημήτριος Αθανασίου
ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΝΙΑΣ ΤΗΣ ΣΟΥΜΑΤΡΑΣ.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Θαυμαστά γεγονότα με τον Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟ



Κάποια φορά, ένας νέος Ιερέας πού πολύ ευλαβείτο τον Γέροντα Αμβρόσιο, όπως και τη Γερόντισσα Παρθενία, τον πήρε και επισκέ­φθηκαν το Μοναστήρι του Όσιου Λουκά στο Στίρι Βοιωτίας. Αφού ευ­χαριστήθηκαν το προσκύνημα, ξεκίνησαν χαρούμενοι να επιστρέψουν στο Μοναστήρι του Δαδιού, ανεβαίνοντας πάλι στο βουνό ψηλά, με την προοπτική να κατεβούν στη Δαύλεια.
Στα ενδιάμεσα της διαδρομής τους σταμάτησε ένας γέροντας πολύ καλά ντυμένος και σεβάσμιος:
Με συγχωρείτε πάρα πολύ, μπορείτε να με πάρετε ως τη Δαύλεια; τους ρώτησε, Γέροντα, τί λέτε, να τον πάρω; ρώτησε σιγά ό ιερέας τον Γέροντα. Μα, βέβαια, συμφώνησε αυτός.
Μπήκε μέσα ό άνθρωπος, κάθισε σεμνά στο πίσω κάθισμα και ξεκίνη­σαν. Στο μισό περίπου της διαδρομής, πριν φτάσουν μέχρι κάτω, ρώτη­σε ό Γέροντας τον ξένο:
Δεν μου λες, γεροντάκι, έχεις ανέβει ποτέ εσύ τα βουνά εδώ πάνω;
Πώς, βεβαίως, τα έχω επισκεφθεί, του απάντησε ό άλλος.και αυτός ήταν όλος ό διάλογος.
Όταν έφτασαν στο σημείο πού τους ζήτησε, ό ξένος άνοιξε την πόρ­τα, γύρισε και τους είπε:
-Να είναι ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας!Κι έφυγε.
Λίγο πιο κάτω, στράφηκε παραξενεμένος ό νέος ιερέας και είπε:
Γέροντα, να σε ρωτήσω κάτι;Άλλα εκείνος τον κοιτούσε. Δεν κατάλαβες τίποτα;
-Τί να καταλάβω, Γέροντα; Το μόνο πού μπορώ να σου πω είναι ότι ή μάνα μου, όταν έφευγα από το νησί για να σπουδάσω, πέταγε νερό στην έξοδο μου και έλεγε: «Καλό ταξίδι! Ή Παναγιά μαζί σου!» και άλ­λες ευχές. Άλλα αυτή τη ρήση, «Ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας», μόνο από πνευματικό μπορείς να την ακούσεις. Δεν το έχω ξανακούσει, και αυτό με παραξένεψε.
Ά, βρε, δεν εννοούσε μόνο το ταξίδι πού θα πάμε, αλλά όλη τη δια­δρομή, όλη μέρα, όλο το ταξίδι θα είναι ευλογημένο, όπου και να πάμε. Γέροντα, ναι, αλλά ποιος μπορεί να δώσει μια τέτοια ευχή; και μη μου πεις τί υποψιάζομαι...
ναι, παιδί μου, ό Άγιος Λουκάς είναι, πού πήρε τη μορφή αυτή, για να μην τρομάξεις. Ευχαριστήθηκε με την επίσκεψη μας και ήρθε να μας το δείξει εδώ.
Άλλα όταν έφτασαν στο Μοναστήρι, τον Ιερέα τον περίμενε μία ακό­μη έκπληξη. Μόλις τον είδε ή Γερόντισσα Παρθενία, τον ρώτησε μ' εκείνη την παράξενη φωνή πού απέκτησε μετά την ασθένεια της:
-Τί έπαθες, μωρέ; Είδες τίποτα; Μήπως είδες τον Άγιο Λουκά και σε συνόδευε;
Ή πόρτα στο κελάρι του Μοναστηρίου κάποια στιγμή δεν άνοιγε. Το μεγάλο κλειδί δεν γύριζε στην κλειδαριά, κι έτσι οι μοναχές δεν μπο­ρούσαν να μπουν μέσα για ένα απόγευμα. Την άλλη μέρα το πρωί, ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα ξαναπροσπάθησε, αλλά πάλι δίχως απο­τέλεσμα. Όποτε πήρε το κλειδί, ανέβηκε στο κελί του και ζήτησε να το σταυρώσει. Εκείνος το πήρε στα χέρια του με φυσικότητα, προσευχήθη­κε για λίγο σιωπηλά, το σταύρωσε και το έδωσε πίσω. Πήγαινε ν' ανοίξεις! είπε με βεβαιότητα. Ό άνθρωπος έβαλε μετάνοια εκ νέου και κατέβηκε. Με το πού γύρισε το κλειδί, ή κλειδαριά άνοιξε αμέσως. Ωστόσο, όταν λίγο μετά την άλλαξαν και έβαλαν καινούρια, διαπίστωσαν πώς όλα ήταν σπασμένα μέ­σα της και λογικά δεν μπορούσε να λειτουργεί.
Ό Γέροντας είχε το χάρισμα να βρίσκει νερό στο έδαφος, και μάλιστα να γνωρίζει το βάθος στο όποιο είναι και την ποιότητα του - έκανε με τα χείλη και τη γλώσσα σαν να το γευόταν και σου έλεγε τη γεύση του. Είχε πει πώς του είχε μεταδώσει αυτή την ικανότητα ο Γέροντας Πορφύριος ακουμπώντας τον στον ώμο. Κι αυτό το πετύχαινε είτε περπατώ­ντας σ' ένα συγκεκριμένο μέρος και απλώνοντας προς το έδαφος το χέρι του, πού έτρεμε ολόκληρο ανεξέλεγκτα και με μεγάλη δύναμη λες και είχε εξαρθρωθεί, είτε τοποθετώντας την παλάμη του πάνω σ' ένα χάρτη ή και σ' ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα.
Επίσης, μπορούσε να βρίσκει σε ποιο μέρος είχε πολλά ψάρια. Έτσι, όταν μερικοί από τη Θεσσαλονίκη του πήγαν κάποτε ένα χάρτη, πέρασε από πάνω το χέρι του και στα σημεία οπού τρεμόπαιζε τους αποκάλυ­ψε ότι ήταν ψαρότοποι. Οι άνθρωποι διαπίστωσαν αργότερα ότι όλες οι περιοχές πού έδειξε ήταν γεμάτες, αλλά και προστατευόμενες από την ελληνική πολιτεία, οπότε απαγορεύεται το ψάρεμα. Τους φανέρωσε όχι μόνο για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά και για τα νησιά του Αιγαίου όλα.
Ακόμη, είχε και το χάρισμα να βρίσκει τις ασθένειες κάποιου, όταν ήταν δίπλα του, αφού μόλις περνούσε ψηλά από το σώμα του ανθρώ­που σαν μαγνητική τομογραφία το χέρι του, αυτό σταματούσε εκεί πού ο άλλος έπασχε, ενώ συγχρόνως παλλόταν ανάλογα με την ασθένεια και τη σοβαρότητα της, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση.
Ένα πνευματικό του παιδί από την Αμφίκλεια θέλησε κάποτε ν' αλλά­ξει το αυτοκίνητο πού είχε, ένα ΝΙΣΣΑΝ παλαιάς τεχνολογίας, και να πά­ρει ένα καινούριο. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και αποφάσισε να πάει στη Λαμία μαζί με την οικογένεια του, να κάνουν και τα ψώνια τους. Σκέφτηκε όμως πρώτα ν' ανεβεί στο Μοναστήρι, να πάρει την ευχή του Γέροντα, και μετά να κάνουν το ταξίδι (65 χιλιόμετρα είναι το Δαδί από τη Λα­μία). Τότε άκουσε τον Γέροντα να του λέει:
- Τι να σε κάνω; Πρέπει να θυμάσαι αυτή τη μέρα.
Ό άνθρωπος δεν κατάλαβε. Έβαλε την οικογένεια του στο αυτοκίνη­το, πήγαν στη Λαμία, παράγγειλαν το καινούριο όχημα, ψώνισαν και επέστρεψαν. Άλλα τότε, όταν προσπάθησε να παρκάρει στη συνηθισμέ­νη του θέση στο σπίτι, διαπίστωσε έκπληκτος πώς ο Ιμάντας του αυτο­κινήτου ήταν κομμένος και πεταμένος στο έδαφος. Δηλαδή, είχε κάνει τη διαδρομή των 65 χιλιομέτρων χωρίς αυτόν. Τούτος ο εξωτερικός Ιμάντας (κίνησης δυναμό και αντλίας νερού) εάν κοπεί, τότε δεν γυρίζει ούτε ή αντλία ούτε το δυναμό, με αποτέλεσμα να σηκώνει θερμοκρασία, αφού δεν γυρίζει ή αντλία νερού, και να μην έχει ενέργεια ή μπαταρία. Όποτε πήγε σ' ένα γνωστό του μηχανικό αυτοκινήτων και ανέφερε το γεγονός. Ό μηχανικός του μίλησε «συνωμοτικά»:
-Μην το πεις σε άλλους, γιατί θα σε κοροϊδέψουν. Αυτό δεν γίνεταιούτε με θαύμα.
Παρ' όλα αυτά, εκείνος ρώτησε ακόμη δύο ειδικούς στα αυτοκίνητα. Και εκείνοι, όταν άκουσαν το περιστατικό, δεν το πίστεψαν. Αυτός όμως πού έζησε το θαυμαστό και ή οικογένεια του γνώριζαν.
Τον χειμώνα του 1996 επισκέφθηκαν τον Γέροντα στην Αθήνα μια μη­τέρα με την τρίχρονη κόρη της. Ό παππούς πήρε το κορίτσι στην αγκα­λιά του και άρχισε να του λέει αργά και καθαρά το Θεοτόκε Παρθένε. Μόλις τελείωσε, ζήτησε να το πουν μαζί. Το παιδί, κοιτώντας τον στα μάτια, άρχισε να το επαναλαμβάνει μετά από κάθε φράση του. Όταν τελείωσαν, της ζήτησε να το πει μόνη. Και ή μικρή, πού καλά-καλά δεν μιλούσε, το απήγγειλε όλο δυνατά και καθαρά χωρίς διακοπή.
Υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων, πού βεβαιώνουν ότι ο Γέροντας μπορούσε να παρίσταται σωματικά σε δύο μέρη συγχρόνως ή ότι μπο­ρούσε να μετακινείται στον χώρο δίχως να επηρεάζεται από τα καιρικά φαινόμενα, όπως να πηγαίνει από ένα μέρος σε άλλο με βροχή και απροστάτευτος, αλλά να φθάνει στον προορισμό του εντελώς στεγνός.
Στο μετόχι της Αθήνας ήταν μια μέρα ο Γέροντας, ή Γερόντισσα Παρθενία, ή αδελφή Γαλήνη (νυν Γερόντισσα) και άλλοι τέσσερις λαϊκοί, τρεις γυναίκες και ένας άνδρας. Οι οικοδεσπότες, που ήταν πάντοτε πο­λύ φιλόξενοι, προσκάλεσαν επιμόνως τους επισκέπτες να φανέ. Είχαν λίγο κοτόπουλο και χόρτα, τα όποια όμως δεν έφταναν παρά για δύο, το πολύ τρία άτομα. Έστρωσαν το τραπέζι.
- Ευλόγησον, Γέροντα, είπε ή Γερόντισσα Παρθενία.
Εκείνος ευλόγησε κι έπειτα ή μοναχή μοίρασε το φαγητό. Ήταν πεντανόστιμο. Όλοι έφαγαν και όλοι χόρτασαν.
Ένα παρόμοιο με το προηγούμενο συμβάν έγινε πιο παλιά, γύρω στο1970-71. Ήταν Πάσχα και στο Μοναστήρι υπήρχε πολύς κόσμος. Για φαγητό είχαν μόνο ένα αρνί και πατάτες. Άλλα οι υπηρέτες της Μονής και των ανθρώπων δεν ανησυχούσαν. Ό Γέροντας Αμβρόσιος ευλόγη­σε την τράπεζα, έτσι το φαγητό έφτασε για όλους και περίσσεψε.
Όταν τον Οκτώβριο του 1999 είχαν φέρει την εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, μία γυναίκα προσπάθησε δύο φορές να πάει να την προσκυνήσει, όμως στάθηκε αδύνατον. Ό κόσμος ήταν πολύς και θα χρειαζόταν ώρες να το καταφέρει. Λόγω σωματικής αδυναμίας, δεν το μπόρεσε. Τηλεφώνησε στον Γέ­ροντα και εκείνος την προέτρεψε να μη χάσει την ευκαιρία:
- Να ξαναπάς, παιδί μου. Να, μία ώρα θα χρειαστείς να περιμένειςστη σειρά. Να πας τώρα. Είναι μεγάλη ευλογία.
Εκείνη, από υπακοή, το ξαναπροσπάθησε. Διαπίστωσε πώς ο κόσμος ήταν εξίσου πολύς, σχηματίζοντας ουρά χιλιομέτρων. Και πήγε, και περίμενε, και σε μία ώρα ακριβώς βρισκόταν μπροστά στην Εικόνα, αλλά και στο Τίμιο Ξύλο πού είχε βγει απ' την Ί. Μ. Βατοπεδίου. Προσκύνη­σε με μεγάλη ευλάβεια, όμως δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πώς έγινε και ο χρόνος μειώθηκε τόσο μπροστά στη μεγάλη επιθυμία της.
Μια Κυριακή του Θωμά (πιθανόν το 1998), με έκπληξη ή αδελφή Νεκταρία διαπίστωσε πώς το ακάνθινο στεφάνι πού είχαν τοποθετήσει στο κεφάλι του Κυρίου είχε ανθίσει. Ήταν ξεραμένο και το είχαν ήδη χρησιμοποιήσει τις δύο προηγούμενες χρονιές. Τώρα είχε βγάλει μικρά κόκκι­να και πράσινα ανθάκια. Πήγε στη Γερόντισσα Παρθενία.
- Γερόντισσα, επάνω στον Εσταυρωμένο υπάρχουν λουλουδάκια,την πληροφόρησε.
Το είδε και ο Γέροντας. Ό όποιος, επειδή δεν του άρεσε η κοσμοσυρ­ροή στο Μοναστήρι και ή προσέγγιση του θείου μόνο από τα θαυμα­στά και τα υπερφυσικά, είπε στις αδελφές:
- Δείτε το, πιστέψτε, είναι θαύμα, αλλά μην το πείτε. Δεν θέλω να έρχονται στο Μοναστήρι γι' αυτό. Να το κρατήσουμε για εμάς. Το στεφάνι έμεινε ανθισμένο για 20 μέρες περίπου.
Μια φορά, ο Γέροντας βρισκόταν με άλλους σ' ένα ιδιωτικό αυτοκίνη­το και πήγαιναν προς την περιοχή του Διονύσου. Ανέβαιναν για προ­σκύνημα σε κάποιο Μοναστήρι, όταν σε μια στροφή κατέβαινε με Ιλιγ­γιώδη ταχύτητα από την αντίθετη πλευρά ένα αυτοκίνητο, το όποιο κα­τευθυνόταν προς αυτούς. Ό Γέροντας μόλις πού πρόλαβε να πει «Πανάγια, βοήθα μας!» και κάτι σαν τεράστιο χέρι τους σήκωσε όλους μαζί με το αυτοκίνητο και τους έβαλε πάλι στην άσφαλτο, σώζοντας τους από βέβαιο τρακάρισμα, από το όποιο κανείς δεν ξέρει ποιος θα ζούσε και πώς.
Τον Μάιο του 2005 ένα ζευγάρι πού πολύ αγαπούσε τον Γέροντα πήγαιναν προς το Μοναστήρι. Ή γυναίκα του έφερνε από τα Ιεροσό­λυμα ένα σταυρό, τον όποιο της είχαν δώσει Άγιοταφίτες. Ό σύζυγος της όμως οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και στην Εθνική Οδό, στο Ύψος της Θήβας, κινδύνεψαν σοβαρότατα. Το αυτοκίνητο τους βρισκόταν ανάμεσα σε δύο νταλίκες, όταν ο άνδρας ήταν έτοιμος να προσπεράσει. Άλλα εκείνη την ώρα ανασηκώ­θηκε το καπό, ακούστηκε ένας θόρυβος σαν έκρηξη, ράγισε το παρμπρίζ και βούλιαξε ο ουρανός του αυτοκινήτου. Ξαφνικά, δεν έβλεπε μπροστά του σχεδόν τίποτα. Ή γυναίκα κραύγασε «Παναγία μου!» και, χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν δεξιά. Πίσω τους ακριβώς είδαν ένα όχημα οδικής βοήθειας, λες και τους περίμενε. Στην καφετέρια πού ήταν κοντά, οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησαν τους είπαν πώς «είχαν άγιο».
Τηλεφώνησαν στο Μοναστήρι, για να πουν το γεγονός και να μην τους περιμένουν γρήγορα. Άκουσαν τότε τη μοναχή να τους λέει:
- Ά, γι' αυτό ο Γέροντας ήταν ανήσυχος και έλεγε: «Τρέξε, Κύριε!Τρέξε, Κύριε!».
Όταν έφτιαξαν το αμάξι, πήγαν στο Μοναστήρι και διηγήθηκαν με λεπτομέρειες όσα πέρασαν. Ό Γέροντας είπε:
- Πρόσεξε Τι θα σου πω. Όταν ξεκινάς να πηγαίνεις κάπου, θα σταυ­ρώνεις το τιμόνι 3 φορές και θα λες: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Δεν θα παθαίνετε τίποτα. Άκου Τι έγι­νε. Την ώρα πού συνέβη αυτό, εγώ το είδα. Και είδα την Υπεραγία Θεο­τόκο να φεύγει απ' το Μοναστήρι, να πιάνει το τιμόνι και αυτός να σκάει. Δεν την είδες εσύ την Υπεραγία Θεοτόκο;
Ζούσε ακόμη ή Γερόντισσα Παρθενία, όταν ρώτησε κάποιος τον Γέ­ροντα σχετικά με τον φοβερό πόνο πού είχε στο μάτι:
- Γέροντα, Τι να κάνουμε με το μάτι σου;
- Παιδί μου, του απάντησε εκείνος, ξέχασε το. Δεν θα φύγει αυτός ο πόνος και οι γιατροί δεν πρόκειται να βρουν ποτέ Τι έχω.
- Γιατί, παππούλη;
- Γιατί παρακάλεσα εγώ τον Κύριο να μου δώσει αυτόν τον πόνο.Του είπα: «Κύριε, εσύ τόσα έκανες για μένα. Δώσε μου έναν πόνο ανυ­πόφορο, να υποφέρω κι εγώ για Σένα, για χάρη Σου». Και μου είπε ο Κύριος: «θα τον αντέξεις αυτόν τον πόνο πού θα σου δώσω;». Του είπα: «Εάν με βοηθήσεις, για την αγάπη Σου θα τον αντέξω». Και από εκείνη τη στιγμή μου ήρθε ο
πόνος αυτός..
Λίγο μετά την κοίμηση του αγαπημένου φίλου του, του μακαριστού Επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου, μία γυναίκα πού τους αγαπούσε πολύ και τους ευλαβείτο, ανέβηκε στη Μονή Δαδιού. Ήταν έγκυος στον 5ο μήνα και ήθελε τη συμβουλή του σχετικά με μια θερα­πεία πού της είχε συστήσει ο γιατρός. Ό Γέροντας ήταν άρρωστος και κλινήρης. Της είπε:
- Εγώ θα φύγω για το νοσοκομείο σήμερα. Εσύ θα μείνεις έως το βράδυ, για να διαβάσεις.
- Καλά, Γέροντα, απάντησε αυτή, χωρίς να καταλαβαίνει,
Και κατέβηκε στην κουζίνα, για ν' ασχοληθεί με κάτι. Πέρασε αρκετή ώρα. Ξαφνικά, τον αισθάνθηκε ολοζώντανο δίπλα της να της λέει:
- Ανέβα επάνω, να με χαιρετίσεις. Φεύγω.
Ή γυναίκα δεν έδωσε σημασία, γιατί νόμισε ότι είναι πειρασμικό, και συνέχισε να καθαρίζει χόρτα. Όμως σε λίγο τον άκουσε ξανά:
- Παιδί μου, δεν ακούς; Ανέβα να με χαιρετίσεις.
Εκείνη έκανε πάλι να μη δώσει σημασία, όμως την τρίτη φορά ή φωνή του στ' αυτιά της ήταν επιτακτική: - Ανέβα επάνω τώρα!
Τότε έσπευσε να τον συναντήσει. Είχε έρθει το ασθενοφόρο, τον είχαν βάλει στο φορείο και μόλις τον έβγαζαν από το κελί. Καθώς την είδε, την τράβηξε από το χέρι και τη ρώτησε:
- Τι θέλεις; - Τίποτα, Γέροντα. - Τι θέλεις; επανέλαβε γνωρίζοντας τον λόγο πού ήθελε πολύ να τον δει. Τα πνευματικά του παιδιά τα πρόσεχε και τα φρόντιζε, αλλά ήθελε και να εκφράζεται το αίτημα.
- Ξέρεις, μου είπε ο γιατρός να κάνω μια συγκεκριμένη θεραπεία,αλλά εγώ φοβάμαι, απάντησε τότε αύτη.
- Θα κάνεις ότι σου είπε ο γιατρός, της είπε και φεύγοντας την ευλό­γησε.
Πράγματι, έτσι έγινε. Ή γυναίκα ακολούθησε τη θεραπεία του για­τρού, αυτή ήταν επιτυχημένη, και τώρα χαίρεται στην αγκαλιά της τον μικρό της γιο.
Ένας νέος άντρας έζησε την ακόλουθη συγκλονιστική εμπειρία: Ό Γέ­ροντας ήταν βαριά άρρωστος, κοιμόταν και δεν υπήρχε ή δυνατότητα να τον δει, γιατί ήταν πολύ κουρασμένος, με αποτέλεσμα να μην τον ακούσει. Αυτός όμως, όπως είπε, είχε την «ανθρώπινη και εγωιστική ανάγκη» να πάρει την ευλογία του. Βγήκε λοιπόν από το Μοναστήρι, πήγε από την πλευρά του δρόμου πού ήταν το παράθυρο του κελιού του κλειστό και άρχισε να προσεύχεται μες στο κρύο.
Ξαφνικά, άρχισαν να βγαίνουν ζεστές φωτεινές σφαίρες στο μέγεθος μπάλας του τένις από το παράθυρο του κελιού του, οι όποιες τον γέμι­ζαν ενέργεια και ζεστασιά. Ένα πούλμαν με προσκυνητές, σταματημένο πιο πάνω, έμειναν άναυδοι κοιτώντας το ανεξήγητο αυτό γεγονός. Μό­λις συνήλθε από την εμπειρία και τους είδε, έφυγε συγκλονισμένος γρή­γορα και διακριτικά, για να μην πάρει διαστάσεις το θέμα. "Όλο αυτό κράτησε περίπου δύο λεπτά.

Τον επισκέφθηκε ένας ιερέας και μία γυναίκα, την οποία ο Γέροντας είχε πολύ βοηθήσει. Μπήκαν στον θάλαμο, αλλά δεν του μίλησαν. Ή γυναί­κα του άφησε μία μικρή εικόνα της Αγίας Παρασκευής πού είχε πάρει μαζί της και ξεκίνησαν να φύγουν αμέσως. Όμως πρόλαβαν να δουν τον Γέροντα, ο όποιος υποτίθεται ότι δεν είχε καμιά επαφή με το περι­βάλλον, να σηκώνει το χέρι του και να τους ευλογεί. βρισκόταν στο νοσοκομείο της Λαμίας και ήταν σε καταστολή.
Στα θαυμαστά γεγονότα, τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός Ότι ο Γέροντας ευωδίαζε. Οι μαρτυρίες γι' αυτό είναι πολλές. Το βε­βαιώνουν οι μοναχές της Μονής, οι όποιες τον ζούσαν στις διάφορες στιγμές του. Αυτό μπορούσε να συμβαίνει ξαφνικά, ακόμη και όταν ήταν νηστικός επί μέρες, είτε στο Μοναστήρι είτε στο νοσοκομείο. Το στόμα του, το σώμα του και ο χώρος γύρω ευωδίαζαν.
Αλλά και με άλλους είχε συμβεί κατ' επανάληψιν. Το ένιωθε ή γυναί­κα πού έραβε τα ράσα του, μόλις τον πλησίαζε να του πάρει μέτρα. Το ένιωσε μια άγνωστη πού τον συνάντησε στον δρόμο κάτω από το μετόχι στην Αθήνα και πήγε να πάρει την ευχή του. Το ένιωθαν πνευματικά παιδιά του πού τον βοηθούσαν ν' αλλάξει τη μουσκεμένη από τον Ιδρώτα φανέλα του, όταν βρισκόταν στα διάφορα νοσοκομεία, όπως όταν ήταν άρρωστος με ειλεό και τον θεράπευσε ο Άγιος Νεκτάριος. Αλλά και όταν κοιμήθηκε, επί όση ώρα ήταν ανοιχτό το στόμα του διαχεόταν από αυτό ευωδιά έντονη, ενώ, τέλος, κάποια από τα προσωπικά του αντικείμενα συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να ευωδιάζουν το ίδιο έντονα.
Εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε δύο περιστατικά πού συνέβησαν στο νοσοκομείο της Λαμίας, σε κάποια από τις τελευταίες νοσηλείες του εκεί. Το ένα άφορα μία καθαρίστρια, ή οποία έμπαινε κάθε τόσο μέσα στον θάλαμο με τη σκούπα και τη σφουγγαρίστρα. Κάποια στιγμή, αφού το έκανε και για δεύτερη μέρα, τη ρώτησε το πνευματικό παιδί πού δια­κονούσε τον Γέροντα αν θέλει κάτι.
-Συγγνώμη πού σας ενοχλώ, απάντησε εκείνη, αλλά έρχομαι εδώγια να αναπνεύσω. Τι μυρωδιά είναι αυτή πού έχει το δωμάτιο; Δεν τηνέχει κανένα άλλο. Έμπαινε μέσα, γιατί μοσχομύριζε ο θάλαμος.
Και το δεύτερο περιστατικό ήταν, όταν το ίδιο πνευματικό παιδί πού τον φρόντιζε τη νύχτα φώναξε κάποια στιγμή ένα νοσοκόμο να βοηθή­σει ν' αλλάξουν τον Γέροντα, ο όποιος ήταν ιδρωμένος. Μόλις έβγαλαν τη φανέλα, του την έδωσε να μυρίσει. Ευωδίαζε.
- Τι κολόνια έχεις βάλει; ρώτησε ο άνθρωπος πού δεν ήξερε.
Του είπε να σκύψει και να μυρίσει τον κατάκοιτο Πατέρα Αμβρόσιο.
- θέλω κι εγώ ν' αγαπήσω τον θεό και τον ψάχνω, αλλά δεν ξέρωπώς να τον βρω, είπε συγκινημένος ο νοσηλευτής.Και άρχισε να πηγαίνει κοντά του τα βράδια. Έπειτα, πολύ σύντομα, το αποφάσισε. Άρχισε να εξομολογείται και να κοινωνά, όταν μάλιστα έφτασε ή ώρα, παρευρέθηκε και στην κηδεία του Γέροντα.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Το διορατικό χάρισμα του Γ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ


Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορι­σμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέ­πουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο ή πίσω άπ' το βουνό. Και αυτό όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση, Και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη. Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο.
Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυ­ναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε Και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
- Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου! ...
Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι Και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία Και φώ­ναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί Και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του.
Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Άλλα μια μέρα πού τον είχε πάρει να ζητήσει ευχή για τον ίδιο Και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιος είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος;Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυ­ρίου εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, άπ' Αυτόν να ζητάς την ευχή Και την προστασία Και σ' Αυτόν να γονατίζεις Και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, πού, εννοείται, δεν ήξερε τίποτε για το πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος ή για το πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.

Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν Και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέ­ροντα. Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας Και αμφισβη­τώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε άπ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι Και βγήκαν γελού­σαν Και ειρωνεύονταν.
Αυτή απόρησε. Και μπήκε μέσα, να δείτε είχε συμβεί. Ό Γέροντας της είπε:
- Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν Και κούτσουρα έφυγαν.
- Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κα­τά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.

- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Μα περά­σουν;
- Όχι. Μα φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας Και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς,Και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα γαλλικά), έμει­νε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα Και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώ­ρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει.
Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοα­καρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευ­τες στερήσεις Και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ή κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με τη σορό της ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα Και κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της Και συζη­τούσαν για τα βάσανα πού είχε περάσει, όταν ξάφνου ευωδίασε ο τό­πος· χιλιάδες άνθη Και λουλούδια να υπήρχαν, δεν θα μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν Και απόρησαν. Δεν είχαν εξήγηση.
Ανάμεσα σ' εκείνους πού τη συνόδευαν ήταν κι ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα Αμβρόσιου, πού λίγες μέρες μετά πήγε Και του ανέφερε το γεγονός. Του είπε μόνο πώς μια γυναίκα πέθανε Και ευωδίασε ο τόπος. Εκείνος στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Έπειτα μπήκε στο δωμάτιο του, έμεινε για λίγο Και επέστρεψε.
- Αυτή αγίασε, απάντησε. Και ξέρεις τον λόγο; Γιατί ποτέ στη ζωή της δεν παραπονέθηκε. Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο θεός, για να γεμί­σει τον Παράδεισο Και να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;

Ένας γιατρός, μετά από κάποια επίσκεψη του στο Μοναστήρι, όπου είχε ακούσει τον Γέροντα να του λέει πολλά για τη ζωή του, αναρωτιό­ταν αν αυτά ήταν αληθινά ή του τα έλεγε για ευχές. Βγήκε έξω ζαλι­σμένος. Συνάντησε μια μοναχή Και της εξέφρασε ψιθυριστά την αμφι­βολία του:
- Αδελφή, ο Γέροντας τα λέει αυτά προφητικά ή τα λέει για να τα πει;
- Μα, τι είναι αυτά πού ακούω; αναπήδησε ξαφνιασμένη ή μοναχή.
- Συγγνώμη, αλλά καμιά φορά μπαίνει μέσα μας ή αμφιβολία, είπε αυτός Και επέστρεψε σε λίγο να πάρει την ευχή του πριν φύγει.
- Γεια σου, Γέροντα, ήρθα να σε χαιρετίσω Και να φύγω.
- Ποιος είσαι εσύ; τον άκουσε τότε να του λέει.
- τι ποιος είμαι, Γέροντα; Ό γιατρός είμαι, πού μιλάγαμε πριν απόλίγο, είπε ο άνθρωπος Και σκέφτηκε πώς ο παππούς είναι κουρασμένος
ή πώς άρχισε να «πέφτει» Και δεν θυμάται.
- Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; επέμενε ο Γέροντας.
- Να πάρω την ευχή σου.
-Όμως γιατί ήρθες σ' ένα Γέροντα πού τα λέει στην τύχη; είπε κοιτάζον­τας τον κατευθείαν στα μάτια. Μα ξέρεις πώς όσα λέω δεν είναι δικά μου. Αυτός τα λέει. (Και του έδειξε την εικόνα του Κυρίου.) Δεν τα λέω εγώ.

Ό Γέροντας αγαπούσε πολύ τα παιδιά Και λυπόταν, εάν κάποιο πο­νούσε ή υπήρχε περίπτωση να χαθεί.
Έτσι, όταν τον επισκέφθηκε κάπο­τε μια οικογένεια, γύρισε στον 1 2χρονο γιο Και του είπε:
- Καλός είσαι. Πας στην εκκλησία;
- Πάω.
- Εξομολογείσαι;

- Εξομολογούμαι.
- Ά, καλά. 'Αλλά στα μπαράκια μην ξαναπάς. Πώς δεν πάει; επέμενε ο Γέροντας.
- Έχει πάει δύο φορές κι ετοιμάζεται ΝΑ ξαναπάει. Κι όπως στράφηκε προς το παιδί, εκείνο είπε με συστολή:
-Έ... Γέροντα, με πήγαν, εγώ δεν...
- Όποτε άρχισε αυτός να τους νουθετεί Και να λέει για τα νυχτερινά κέντρα πώς είναι ο τόπος ταφής των νέων.
«Εκεί ο διάολος είναι ακρά­τητος Και σκορπά θάνατο», τόνισε χαρακτηριστικά
Κάποια γυναίκα στο Ηράκλειο της Κρήτης εξομολογείτο στον Πνευ­ματικό της Και συχνά του εξέφραζε μια μεγάλη επιθυμία:
- Πώς θα γίνει, πάτερ, ν' αγαπήσω τον πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου; Αυτό είναι δύσκολο πράγμα. Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.
Και εκείνος τη συμβούλευε σχετικά για τον τρόπο πού έπρεπε ν' ακο­λουθήσει, ώστε να φτάσει σ' αυτό το σημείο.
Άλλα μια φορά, πού είχε πάει με τον άντρα της Και τον αδελφό της στο Δαδί, αφού είδαν τον Γέροντα, μίλησαν αρκετά Και ήρθε η ώρα να φύ­γουν, τον άκουσε να την αποχαιρετά, σχεδόν στο αυτί, με τα έξης λόγια:
- Άντε, Και σου εύχομαι ο Θεός να σε βοηθήσει ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου.
Ένα πούλμαν με εκδρομείς κατευθυνόταν προς τις κατασκηνώσεις του Παρνασσού.
Περνώντας από τη Μονή Δαδιού, έκαναν μια σύντομη 3τάση Και εκεί συνάντησαν τον Γέροντα.
Αφού προσκύνησαν την Πα­ναγία, τον πλησίασαν κι εκείνος τους μίλησε.
Επέμενε πολύ στη μετά­νοια, στην εξομολόγηση Και στη θεία Κοινωνία.
Κάποιος όμως άπ' τους επισκέπτες άρχισε να βρίζει τους Ιερείς Και να λέει μεταξύ άλλων:
- Εσείς οι παπάδες πρέπει να εξομολογείστε Και να μετανοείτε, πού κάνετε τόσα.
Αλλά τότε ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος του, χτύπησε τη μαγκούρα που κρατούσε στο έδαφος και του είπε έντονα:
- Εσύ τολμάς να μιλάς έτσι για τους παπάδες, πού πέθανε ο αδελ­φός σου Και αδίκησες την οικογένεια του;
Ό άνθρωπος ταράχτηκε, κοκκίνισε, δεν άνοιξε πάλι το στόμα του Και βγαίνοντας άπ' το Μοναστήρι πήγε στην πηγή με το κρύο νερό πού τρέ­χει Και δροσίζει τους περαστικούς, για να βρέξει το πρόσωπο του Και να συνέλθει.
Στο μεταξύ, ο Γέροντας πλησίασε κάποιον άλλον επισκέπτη, τον αγκάλιασε Και του είπε:
-Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έλα όμως να σου πω κάτι, να το διορ­θώσεις. Και τον πήρε παράμερα Και τον συμβούλεψε.

Πήγε ο Γέροντας σε κάποιο Μοναστήρι μ' ένα νέο ιερέα, πνευματικό του παιδί, για να προσκυνήσουν.
Στο αρχονταρίκι πού κάθισαν, υπήρχε μία παλιά φωτογραφία μοναχών της Μονής.
Την ώρα πού έπιναν τον καφέ έπιασε τη φωτογραφία και του είπε στο αυτί, δείχνοντας ένα μοναχό από τους 20 περίπου πού εικονίζονταν:
- Τους βλέπεις; Μόνο αυτός σώθηκε.

Ένας άνδρας έκανε στη γυναίκα του για κάποια περίοδο μια ιδιαίτε­ρη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, πού πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθά­νοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο Γέροντας Και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στη γυναίκα του.
- Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.

Το 1990, στη διάρκεια μιας θείας Λειτουργίας ζήτησε από ένα πνευματικό του παιδί πού τον είχε επισκεφθεί στο Μοναστήρι να διαβάσει κατά την ώρα της Προθέσεως τα ονόματα των ανθρώπων, τους οποίους ο συγκεκριμένος νέος (μετέπειτα κληρικός) είχε φέρει να διαβαστούν Και ευλογηθούν - τους γνώριζε προσωπικά, "Άρχισε, λοιπόν, αυτός να τα διαβάζει.
Μόλις όμως έφτασε σε μια οικογένεια πού είχε 4 παιδιά Και περνούσε δυσκολίες, ο Γέροντας, χωρίς κανείς να τον έχει πληροφορήσει σχετικά, είπε ξαφνικά:
- Τώρα εδώ σταματάμε. Αυτός ο πατέρας Και αυτή ή μάνα έχουν με­γάλη ανάγκη. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή. 'Ά, μεγάλη ανάγκη εδώ!
Κάποτε, ένα άλλο πνευματικό του παιδί είχε τα ονόματα πού επρό­κειτο να διαβαστούν γραμμένα σ' ένα χαρτί, ζώντες Και κεκοιμημένους. Όταν βγήκε ο Γέροντας στην Ωραία Πύλη, επειδή δεν έβλεπε καλά, του έδωσε το χαρτί να διαβάσει. Εκείνος ξεκίνησε με τους ζώντες. Όταν όμως τελείωσαν Οι ζώντες, δεν έκανε μια παύση, ώστε να πει ο Ιερέας «έτι δεόμεθα υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών...», αλλά πήγε αμέσως στους κεκοιμημένους.
- Στοπ! του φώναξε τότε ο Γέροντας, πού Και δεν έβλεπε το χαρτί, ώστε να τους ξεχωρίζει, Και δεν γνώριζε κάτι για την κατάσταση του καθενός.
Κι αφού διάβασε τη δέηση υπέρ των κεκοιμημένων, έκανε νόημα στο πνευματικό του παιδί ν' αρχίσει να διαβάζει τα ονόματα τους.

Μια φορά, ένας νέος επιστήμονας έδωσε χρήματα από τον μισθό του, πού μόλις είχε πάρει, σε κάποιον ο όποιος είχε ανάγκη. Δεν είπε πουθε­νά το παραμικρό για την ενέργεια του Και ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί ο Γέροντας, μόλις τον είδε, του είπε:
- Αυτά πού έδωσες ή Παναγία θα στα δώσει πίσω. Ή Παναγία χαί­ρεται Και ότι δίνεις θα στο επιστρέφει. Αυτό να ξέρεις στη ζωή σου.
Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς ποσόν πού είχε προσφέρει ο άνθρω­πος το έλαβε πίσω μετά από δύο μέρες μ' έναν εντελώς αναπάντεχο τρό­πο από ένα «τυχαίο» κέρδος.

Όταν νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», ένα πρωί ή νοσηλεύτρια του έφερε τα φάρμακα του. Όμως εκείνος έβρισκε αφορμή Και καθυστε­ρούσε να τα πάρει. Δεν έδειχνε απροθυμία, αλλά με γλυκό τρόπο το απέφευγε.
Αφού πέρασε μισή ώρα περίπου, έφθασε ή ίδια νοσηλεύτρια σε κατά­σταση πανικού Και ρώτησε το πνευματικό του παιδί, το όποιο βοηθούσε τον Γέροντα, αν πήρε τα χάπια του. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, είπε ανακουφισμένη:
- Ευτυχώς, γιατί ήταν άλλου ασθενούς. Έκανα λάθος Και αυτά πού του είχα φέρει ήταν βαριά φάρμακα. Τους έδωσε τα δικά του, Και αυτή τη φορά ο Γέροντας τα πήρε αμέ­σως, χωρίς να φέρει εμπόδιο
Κάποια φορά, εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, οπού αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρ­μένο Και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα Και Οι πειρα­σμοί» (Κεφ. 12 ' ). Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, του γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να πα­ρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας στα­μάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του Και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:
- Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι' αυτούς τους λόγους.
Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.

Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο όποιος με το πού τον είδε του είπε:
- Την ευχή σου, Γέροντα.
- Εσύ τι κάνεις; τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως Και τον ρώτησεεκείνος.
- Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι Και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.
- Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.
- Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τουςΠατέρες κ.λπ.
- Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστή­ρι, για να σωθείς.
-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.
Όποτε τον πλησίασε Και του είπε κάνοντας την κίνηση με την παλά­μη, βάζοντας την στον λαιμό του:
- Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;
Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν' αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι Και 'ίσα πού μπόρεσε ν' αρθρώσει:
- Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.
Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα Και κά­ποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:
- Ποιος είναι αυτός;
- Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε Και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΔΑΔΙΟΥ
Ό Χριστός είναι εδώ! Γιατί δεν πιστεύεις; Πίστεψε και θα πάνε όλα καλά. Μόνο πίστεψε.
Περίμενε! Μη φοβάσαι! Ή Χάρις του Θεού σε σκεπάζει. Περίμενε! Συγχωράμε τους ανθρώπους, δεν μαλώνουμε μαζί τους.
Να χαίρεστε! Μα αγαπάτε ο ένας τον άλλον! Να συγχωρείστε! Να προσεύχεστε! Να αγαπάτε τον Θεό και την Παναγία, όπως και όλους τους Αγίους μας!
Να ζητάς αγάπη από τον Κύριο. Μέσα στην αγάπη κρύβονται όλες οι αρετές.
Να μην είσαι προσκολλημένος στα γήινα. Να Βλέπεις ψηλά, τον Πα­ράδεισο, κι Εκείνος θα σε περιμένει. και να ξέρεις ότι δεν τα καταφέρ­νουμε μόνοι μας. Ή Χάρις του Κυρίου θα μας βοηθήσει.
Απ' το στόμα πού βγαίνει προσευχή δεν πρέπει να βγαίνει κατάρα. Ή πραγματική ζωή είναι σαν θωρηκτό, πού δεν το προσβάλλει τίποτα.
Έρχονται οι φουρτούνες κι εσύ δεν παθαίνεις τίποτα.
Ενώ το αντίθετο γίνεται, όταν δεν αγωνίζεσαι.
· Ό,τι καλό κάνεις και αγώνα πνευματικό, τον κρατάς στη χούφτα σου και πας επάνω. Δεν στον παίρνει κανείς.
· Τίποτα δεν αφήνει ο Θεός απλήρωτο, ούτε το καλό ούτε το κακό. Και μάλιστα το καλό το πληρώνει πολλαπλάσια.
Εμείς δεν εξουθενώνουμε τους ανθρώπους. Τους βάζουμε ιώδιο στις πληγές.
· Παιδί μου, αν μπορούσαμε να δούμε πόσο μας αγαπάει ο Θεός, πό­σο καλός είναι ο Θεός, θα τρελαινόμασταν.
· (Παραμονή Χριστουγέννων) Σήμερα γεννιέται ο Χριστός, κι άλλοι τραγουδάνε και χορεύουν σε τραπέζια και θυσιάζουν το βρέφος.
· Δεν μπορούμε να είμαστε και με τον Χριστό κα[ με τον πονηρό. Πρέ­πει ν' αποφασίσουμε.
· Τι θέλει ο Κύριος; Αλήθεια, δικαιοσύνη και πίστη. Κι αυτά πού έχει ή καρδιά μας να τα έχουν και τα χείλη μας - όχι άλλα τα χείλη και άλλα ή καρδιά.
· Αν δείτε άνθρωπο ειλικρινή, με αγάπη και πίστη, φιλάτε του τα πό­δια. Να μου τον φέρετε, να σκύψω να του τα φιλήσω κι εγώ.
· Τον βλέπετε αυτόν τον πεύκο απέναντι; Δεν φτάνει πού δεν καρποφο­ρεί, είναι και καμένος. Αυτό το κούτσουρο είμαι εγώ. Μου έδωσε τό­σα χρόνια ο Θεός, και τίποτε δεν έκανα. Σύντομα πεθαίνω και δεν είμαι έτοιμος.
· Αλίμονο από μένα, αν δεν μετανοήσω και δεν κλάψω για τις αμαρτίες μου.
Ερχόσαστε για τον Αμβρόσιο; Όχι! Για την Παναγία να ερχόσαστε και, αν Αυτή το επιτρέψει, θα πάρετε την ευχή κι από εμένα.
· Χρειάζεται μετάνοια, όπως αυτή πού έδειξαν οι Νινευίτες, για ν' αλλάξουν οι βουλές του Κυρίου. Διαφορετικά, έρχονται πολλά δεινά στον κόσμο.
· Να έχεις πίστη δυνατή. Ό Κύριος είναι εδώ, δεν είναι στον Ουρανό. Ή πίστη δίνει σταθερότητα στη ζωή του ανθρώπου. Ό Κύριος μας σώζει καθημερινά, μας βοήθα. Ή ολιγοπιστία είναι αμαρτία.
· Ή Γραφή είναι μία και αιώνια και αληθινή. Δεν μπορούμε να παίρνου­με κομμάτια και να τη χρησιμοποιούμε όπως μας βολεύει. Έχουμε κάνει τον δικό μας Θεό. Κόβουμε και ράβουμε ότι μας συμφέρει.
· Δεν θα κριθούμε από τις πράξεις μας, αλλά από την προαίρεση και το έλεος του Θεού.
· Νομίζουμε ότι αυτή ή ζωή δεν περνάει. Περνάει πάρα πολύ γρήγορα και σημασία έχει που θα βρεθείς μετά.
· Αν είσαι μοιχός, πόρνος, ψεύτης, κλέφτης, πρόστυχος, δεν θα δεις Θεού πρόσωπο.
· Την πορνεία την πληρώνουμε με αίμα ή με μεγάλο πόνο.
· Προσοχή από την πορνεία. Να μη θέλει ο ένας να πάρει τη γυναίκα του άλλου. Να διώχνετε τέτοιους λογισμούς. Όταν ζητάς τη γυναίκα του άλλου, φεύγει ή αγάπη από τη δική σου και έρχεται το διαζύγιο.
· Ό Θεός δεν μας κατηγορεί επειδή πέφτουμε, αλλά επειδή δεν σηκωνόμαστε. Ή ανθρώπινη φύσις, βλέπεις, είναι εύόλισθος.
· Την κοπριά θα την πετάς στα χωράφια, μην την κρατάς μέσα. Μην τη φυλάς για σένα. Να την πετάς στα χωράφια για λίπασμα.
· Να μετανοείτε και να εξομολογείστε, γιατί ή ζωή είναι σύντομη και χωρίς αυτά πάς στην κόλαση.
· Ή μετάνοια είναι δώρο του Θεού. Πρέπει να τη ζητάμε, για να γίνουμε σκεύη εκλογής.
· Άσε τα παλιά. Να τα ξεχάσεις όλα! Από εδώ και πέρα!
· Αυτή ή κοπέλα φαίνεται, δεν έχει ψωμί να φάει, κι εσύ έχεις όλα σου τα αγαθά. Να ανοίξεις την καρδιά σου και να πεις: «Γιατί να τρώω όλο εγώ; Γιατί να μη δίνω και μια δεκάρα σε μια κοπέλα πού πεινάει και βασανίζεται μέσα στη ζωή;». Ακούς; Τον πλησίον, δηλαδή. Γιατί όλοι είμεθα κατά την απόφαση του Χρίστου μας· αδέλφια θα βρε­θούμε εκείνη την ήμερα. Εδώ έχομε διακρίσεις, αλλά εκεί όλοι οι σω­ζόμενοι είναι αδέλφια του Χριστού και θα είναι μια ψυχή, μια καρδιά.
· Τώρα ο Χριστός έχει κατέβει εδώ κάτω, δίπλα σου. Εγώ τον βλέπω.Εσύ δεν τον βλέπεις, γιατί δεν έχεις πίστη. Μου είπε ότι θα σου δώσει αυτά πού θέλεις, αλλά ζητάει για αντάλλαγμα να κάνεις, έστω τρεις φορές τον χρόνο, φιλανθρωπίες σε παιδάκια πού είναι άρρωστα στο νοσοκομείο. Ξέρεις Τι είναι να δίνεις χρήματα για ένα φτωχό παιδάκι πού είναι άρρωστο; Μεγάλο μισθό παίρνεις από τον Θεό.
· Δώστε όσο περισσότερα μπορείτε. Ένα πράγμα πού σώζει τις ψυχές είναι ή ελεημοσύνη. Εσείς κοιτάτε να φτιάχνετε εδώ τα σπίτια. Φτια­χτέ κι ένα σπιτάκι στον Ουρανό, να σας περιμένει...
· Να κάνετε ελεημοσύνες στους γειτόνους και σε όλους πού έχουν ανάγκη. Που είναι ή αγάπη, όταν δεν κάνουμε ελεημοσύνη;
· Από αυτά πού παίρνετε να δίνετε και στους φτωχούς, σ' αυτούς πού δεν έχουν. Όχι να δίνετε από τα περισσεύματα σας ή τις κληρονο­μιές. Αυτό δεν έχει καμιά αξία.
· Δεν είναι καιρός για ξεφαντώματα και πανηγύρια. Να προσπαθείτε να αποθηκεύετε στην ψυχή σας. Να κάνετε ελεημοσύνες και προσευχή.
· Μα μην είστε φιλάργυροι, αλλά φιλεύσπλαχνοι.
· Ή ελεημοσύνη σκεπάζει ένα βουνό αμαρτίες ίσαμε τον Παρνασσό.
· Να ξέρεις κάτι, παιδάκι μου: Τσιγκούνης στην τσέπη, τσιγκούνης και στα αισθήματα.
· Ό θεός δεν επιτρέπει σ' εμάς να βλέπουμε τον κόσμο των αοράτων, γιατί, αν τον βλέπαμε, θα τρελαινόμασταν. Αν βλέπαμε γύρω μας τι υπάρχει και κινείται, θα τρελαινόμασταν.
· Να πάς τώρα στον Θεό; Που θα πας με άδεια βαλίτσα; Πρέπει να γε­μίσεις τη βαλίτσα σου. Αυτόν τον καιρό είναι άδεια. Πώς θα πας στον Κύριο;
· Το πόσο θα ζήσουμε είναι σφραγίδα από την ώρα πού γεννιόμαστε.
· Πολλοί έρχονται εδώ, γιατί πρέπει να έρθουν κι όχι από αγάπη γιατην Παναγία. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός, αλλά αγαπάω την Πανα­γία και τον Χριστό.
· Εγώ δουλεύω για του Κύριο!Ή αγάπη για τον θεό είναι απόλυτη. Για να μας βοηθήσει ο Χριστός, πρέπει κι εμείς να κοπιάσουμε - για να λάβουμε. Όπως ο γεωργός κουράζεται και μετά απολαμβάνει τους καρπούς, έτσι κι ο Χριστός θέλει κόπο, προσευχή και προσοχή.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

A MIRACLE BY ST. NICHOLAS IN KIEV IN THE 1920s



Source: "Pravoslavnaya Russia'" ("Orthodox Russia"'), Issue no. 13, 1997, translated from the original Russian text by G. Sprukst.
It was nearly half a century ago that I first heard of this miracle wrought by St. Nicholas. Never had I chanced to read anything about it in the writings of the Church. T would not want this case of the saintly bishop's help to depart to my grave with me.
During the mid-l94OS (I can not recall the exact date), I had to spend the night in the city of Munich in West Germany. The
city was in ruins after the war, and I would be forced to spend the night outside. Fortunately, there chanced to be a "Good Samaritan" church-house in the city, and I was provided with its address.
There were two of us in the room, myself, and a man unknown to me, some 40-45 years of age. We introduced ourselves, each to the other. I do not remember either his name or his surname—and they probably would not have been "real," anyway. We had to sleep on wooden benches and chairs. So, in order to pass the night more quickly, we fell to talking. I can't remember why, but my roommate, for some reason or other, asked me whether I was acquainted with the miracle of St. Nicholas that took place in Kiev in the 19ZOS. I did not know of it, and he related the follow­ing tale to me:
"In Kiev, at the northern section of the city, there dwelt an elderly widow with her son and daughter. The old woman dearly loved St. Nicholas and, in all cases of difficulty, would go to his church to pray before the image of the saintly bishop, always receiving consolation and the easing of her misfortune. Her son, seemingly a student, became an officer.
The governments of the city changed frequently: Whites, Reds, a Hetman, a Directory, Poles, Germans, etc. All former officers were arrested on the spot, an the old woman's son was among them. His sister rushed about from one "department" of the time to another. She ran her legs off, but achieved noth­ing. But the old woman ran off to St. Nicholas. Long did she pray before his icon; then she returned home, consoled—she was certain that the saintly bishop will help. She sat down to have a cup of tea, while her daughter's hands simply fell to her sides. "O, woe! Her brother had vanished!"
The son returned home at dawn of the following day, famished, beaten, dirty and weary. According to him, a large group of officers under a strong convoy of guards was being led off to Pechersk. This is the hilly section of town, opposite from Podol, by the Kiev-Caves Lavra. There was a large hippodrome there, where horse races were held. Beyond it, there was a grove, and rampart-trenches which had been dug, as a defense against the Swedes. It was in that grove, by the rampart-trenches, that the shootings took place.
They had come up to the hippodrome when, suddenly, some little old man or other stepped out from around a corner. He approached the convoy commandant and asked: 'Where are you taking them?'
The commandant replied, rudely: 'To Dukhonin's H.Q.!' (which meant, in the jargon of the time, 'to be shot'). 'Go away, old man!'
The old man left, but, in doing so, he took the old woman's son by the hand and said: 'Let him go. I know him.'
Neither the commandant nor the escort-guards replied with even so much as a single word, nor did they hinder him. The little old man led the young fellow out around the corner saying, 'Go on home to your mother,' and vanished away somewhere.
The old woman was overjoyed and immediately took off to thank St. Nicholas. The son wanted to do nothing more than to lie down and have a good, long sleep, but his mother took him along with her to the church. He had probably been there on previous occasions, but had been little interested in anything.The little old woman led him up to a huge image of the saintly bishop. The son turned ashen-pale and began to trem­ble. He could only whisper: 'Mother, dear, but that's the very same elder who led me to freedom...' "Wondrous is God in His Saints.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΣΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

Αγοράστε ένα φυσικό κερί από αυτά που πάμε στην εκκλησία για να μπούνε στην Αγία Τράπεζα.

Πάρτε καρβουνάκια και λιβάνι και ένα προσευχητάριο από αυτά που σίγουρα έχετε στο σπίτι σας.


Ανάψτε και το καντήλι και ξεκινάμε.
Το βράδυ που όλα είναι πιο ήσυχα γονατίστε μπροστά στο εικονοστάσι σας, ανάψτε το λιβάνι – ανοίξτε λίγο και κανένα παράθυρο για να μπορούν τα καημένα τα δαιμόνια να φύγουν πιο άνετα – ανάψτε το κεράκι σας και κάντε ένα απόδειπνο με Χαιρετισμούς ή την Παράκληση της Κυρίας Θεοτόκου.


Είναι τόσο Όμορφη η Κυρά των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων που πραγματικά οι ψυχές όλων μας μόνο αγάπη και γαλήνη μπορούν να πλημμυρίσουν.

Προς Δόξαν Θεού, αδερφοί μου πρέπει να εργαζόμαστε και αυτήν την αγάπη πρέπει να καλλιεργούμε μεταξύ μας.


ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ......
Στα μοναστήρια, κυρίως του Αγίου Όρους, ορίζεται από την αδερφότητα ένας μοναχός με το ακόλουθο διακόνημα:
Κάθε πρωί πηγαίνει στα κελιά των υπολοίπων αδερφών και τους λέγει:
- Καλημέρα αδερφέ, υπάρχει και ο θάνατος.

«Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά πάντων υμών»

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ


ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΑΜΠΝΤΟΥΛ ΟΓΚΛΙ

«Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν»

………….Μετά την κούρα μου ή υγεία μου χειροτέρεψε και οι πειρασμοί μεγάλωσαν. Ειδικά για τρεις μέρες δέχτηκα σφοδρούς πειρασμούς, για τους οποίους δεν γνώρισα πολλά πράγματα.
Γνώριζα από τα πατερικά κείμενα και από τον πνευματικό μου π. Άνατόλιο ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί και σκέψεις προέρχονται από τους δαίμονες και πολλοί, χωρίς να ξέρουν, νομίζουν ότι είναι δικές τους σκέψεις. Τώρα όμως κατάλαβα από την πείρα μου ότι όλοι οι αμαρτωλοί λογισμοί, όπως της πορνείας, φθόνου, κακίας, βλασφημίας κ.λπ. έρχονται πράγ­ματι στο νου μας από τους δαίμονες και ο νους μας λες και αρχίζει να κάνει διάλογο μαζί τους.
Έτσι οι δαίμονες πολλές φορές γέμιζαν το κελί μου, μου έδειχναν βρώμικες οπτασίες ουρλιάζοντας, βλασφημώντας την Εκκλησία, την Παναγία, τον Χριστό. Άκουγα τις φωνές τους πολύ καθαρά, όπως ακούμε τις φωνές των απλών ανθρώπων, και τους έβλεπα με πραγματικά σώματα. Ό κύριος σκοπός τους ήταν να με αποσπάσουν με κάθε τρόπο από την προ­σευχή μου. Φρίκη και τρόμος γέμιζε τότε την ψυχή μου, επει­δή δεχόμουν τις πιο δυνατές επιδέσεις και πειρασμούς από τους δαίμονες, όταν άρχιζα να προσεύχομαι. οι πειρασμοί και οι δαιμονικές επιδέσεις συνεχίστηκαν όχι μόνον τη νύχτα αλ­λά και την ημέρα.

«Εγώ οράσεις επλήθυνα»

Την Πέμπτη, 13 Μαΐου, γύρω στις τρεις τη νύχτα, άρχισα να διαβάζω τους χαιρετισμούς του αγίου Νικολάου του θαυματουργού. Ό Κύριος μου έστειλε τέτοια ευλογία, πού είχα πολλά δάκρυα. Όλο το βιβλίο έγινε μούσκεμα από τα δά­κρυα μου. Όταν τελείωσα τον όρθρο, άρχισα να διαβάζω τον 50ό ψαλμό «Ελέησον με ο Θεός...» και μετά το σύμβολο της Πίστεως, Το διάβασα όλο και το τελείωσα με τις λέξεις «προσ­δοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Εκείνη τη στιγμή κάποιο αόρατο χέρι πήρε τα δικά μου χέ­ρια, τα σταύρωσε και το κεφάλι μου περικυκλώθηκε από φωτιά, πού έμοιαζε με το κίτρινο χρώμα του ουράνιου τόξου. Αυ­τή ή φωτιά δεν με έκαιγε, αλλά γέμιζε όλο το σώμα μου με ανείπωτη χαρά, τέτοια χαρά, πού δεν είχα νιώσει ποτέ. Αύτη τη χαρά δεν μπορούμε να τη συγκρίνουμε με καμιά χαρά του κόσμου τούτου. Δεν θυμάμαι μάλιστα πότε και πώς είδα τον εαυτό μου να μεταφέρεται σε κάποια άλλη, Θαυμάσια και πα­νέμορφη περιοχή, σ' ένα τοπίο γεμάτο φως. Δεν έβλεπα σ' αύ­τη την περιοχή τίποτα άπ' όσα έχω δει στη γη. Έβλεπα μόνο μία χωρίς όρια Θάλασσα φωτός.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν δίπλα μου, από την αρι­στερή πλευρά, δυο άνθρωποι. Ό ένας ήταν νέο παλικάρι, ο άλ­λος ήταν γέροντας. Πήρα τότε την πληροφορία ότι ο ένας ή­ταν ο άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος και ο άλλος ή­ταν ο μαθητής του ο άγιος Έπιφάνιος. και οι δυο ήταν αμί­λητοι. Αμέσως είδα μπροστά μου ένα παραπέτασμα χρώμα­τος μπορντό. Κοίταξα ψηλότερα πάνω από το παραπέτασμα και είδα τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καθόταν σε θρόνο και ή­ταν ντυμένος με πολύτιμα άμφια, πού έμοιαζαν του αρχιερέως, και στο κεφάλι φορούσε μίτρα. Δεξιά του Κυρίου στεκό­ταν ή Παναγία και αριστερά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, φορώντας ρούχα πού έμοιαζαν με αυτά των εικόνων, Ό άγιος Ιωάννης κρατούσε στο ένα χέρι του το Σταυρό του Κυρίου. Αριστερά και δεξιά του Κυρίου είδα δυο πανέμορφους νέους, πού έλαμπαν από χαρά και κρατούσαν ρομφαίες όλο φως. Ε­κείνη τη στιγμή ή καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά. Κοι­τούσα τον Σωτήρα και ένιωθα αγαλλίαση, μόνο και μόνο πού μπορούσα να βλέπω το πρόσωπο Του. Ό Κύριος φαινόταν στην ηλικία των τριάντα περίπου χρόνων. Έτσι συνειδητοποί­ησα ότι εγώ, ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, ο χειρότερος και από σκύλο, αξιώθηκα από τον Κύριο μια τέτοια φιλανθρωπία, να βρίσκομαι μπροστά στο θρόνο της δόξας Του. Ό Κύριος με κοίταζε με τρυφερότητα, λες και ήθελε να μου δώσει δύναμη. Με το ίδιο βλέμμα με κοιτούσε ή Παναγία και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Άλλα ούτε από τον Κύριο, ούτε από την Παναγία, ούτε από τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή αξιώθηκα να ακούσω έστω και μία λέξη.
Ακόμα, είδα μπροστά στον Κύριο Ιησού τον ιερομόναχο της σκήτης μας, τον π. Νικόλαο Λοπάτιν, ο όποιος είχε πε­θάνει από το μεσημέρι της 10ης Μαΐου και δεν τον είχαμε α­κόμη ενταφιάσει, επειδή περιμέναμε να ρθεί ο αδελφός του από τη Μόσχα. Ό π. Νικόλαος έκανε μετάνοιες μπροστά στον Κύριο, μα δεν φορούσε τα μοναχικά ρούχα, αλλά τα ρούχα του δοκίμου. Στα χέρια του κρατούσε το κομποσχοίνι και ή κεφα­λή του ήταν ακάλυπτη. Αν του είπε κάτι ο Κύριος, ή Πανα­γία, ο άγιος Ιωάννης και οι δυο νέοι, δεν πρόσεξα.
Έπειτα κοίταξα δεξιά και είδα πάρα πολλούς ανθρώπους να πλησιάζουν κοντά μου. Καθώς πλησίαζαν, άρχισα ν' ακούω όμορφες, γλυκιές ψαλμωδίες, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρί­σω τις λέξεις και τι ακριβώς έψελναν. Όταν πλησίασαν κοντά μου, μπορούσα να τους δω καλύτερα. Είδα τότε ότι μερικοί φο­ρούσαν άμφια αρχιερέων, ιερέων, μερικοί ήταν μοναχοί, ενώ άλ­λοι κρατούσαν κλαδιά. Είδα και αρκετές γυναίκες με πλού­σια και όμορφα ρούχα. Στα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων αναγνώρισα πολλούς αγίους πού ήξερα από τις εικόνες: τον προφήτη Μωυσή, πού κρατούσε στο δεξί χέρι τις εντολές, τον προφήτη Δαβίδ, πού κρατούσε ένα μουσικό όργανο όμοιο με σαντούρι και έπαιξε ωραιότατες μελωδίες. Είδα και το δικό μου άγιο, τον άγιο Νικόλαο.

Μέσα σ' όλους αυτούς αναγνώρισα και μερικούς στάρετς της Οπτινα, πού είχαν ήδη κοιμηθεί, όπως τον Λεωνίδα, τον Μακάριο, τον Αμβρόσιο και μερικούς γέροντες της μονής πού ακόμη ήταν εν ζωή. Όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι του Θεού με κοιτούσαν. και τότε φάνηκε μπροστά μου, ανάμεσα σε μένα και το παραπέτασμα, μια μεγάλη, σκοτεινή και βαθιά άβυσσος, σαν χαράδρα, αλλά το σκοτάδι αυτής της χαράδρας δεν με εμπόδιζε να διακρίνω στο βάθος το βασιλιά του σκότους, έτσι όπως τον ζωγραφίζουν στις εικόνες. Στα χέρια του καθόταν ο Ιούδας, πού κρατούσε ένα σακούλι. Δίπλα του εί­χε τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, πού φορούσε ένα ράσο πρά­σινου χρώματος και πάνω στο κεφάλι του ένα πράσινο τουρμπάνι. Γύρω από το σατανά, ο όποιος ήταν στο κέντρο της α­βύσσου, είδα πάρα πολλούς ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, άνδρες και γυναίκες, αλλά δεν αναγνώρισα κανέναν από τους γνωστούς. και μέσα από την άβυσσο ανέβαιναν σε μένα φω­νές απελπισίας και φρίκης, φωνές πού δεν μπορείς να περι­γράψεις με λόγια...

«Των αθεάτων τα κάλλη»

Αυτό το φρικτό δράμα τελείωσε. Ξαφνικά βρέθηκα σ' έναν άλλο τόπο, πού ήταν γεμάτος φως και έμοιαζε με τον τόπο πού είδα την πρώτη φορά. Τους αγίους Ανδρέα και Επιφάνιο δεν τους είχα πια δίπλα μου. Είναι δύσκολο να περιγράψω τι ομορφιά υπήρχε σ' αύτή την τοποθεσία. Μια ομορφιά πού δεν περιγράφεται και δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Εάν ε­μείς κάποιες φορές συναντούμε μεγάλη δυσκολία για να περιγράψουμε την ομορφιά της γης και δεν βρίσκουμε λόγια, παίρ­νουμε τότε χρώματα και ήχους και προσπαθούμε να την περιγράψουμε με αυτά τα μέσα. Πώς λοιπόν εγώ ο φτωχός μπο­ρώ να περιγράψω τις ομορφιές του παραδείσου; Είναι εξαιρε­τικά φτωχή ή γλώσσα του ανθρώπου, για να περιγράψει τη θαυ­μάσια αύτη εικόνα.
Είδα εκεί μεγάλα, πανέμορφα δέντρα, γεμάτα καρπούς. Ή­ταν το ένα πλάι στο άλλο σαν δεντροφυτεμένος δρόμος. Δεν μπορούσα να διακρίνω πού τελειώνει αυτός ο δρόμος. Από πάνω τα δέντρα αυτά ένωναν τα κλαδιά τους και δημι­ουργούσαν έναν καταπράσινο θόλο. Ό δρόμος ήταν στρωμέ­νος με κάτι πού έμοιαζε με καθαρό χρυσάφι. Ή γη έλαμπε.
Στα δέντρα ήταν πολλά πουλιά, πού έμοιαζαν λίγο με τα που­λιά των τροπικών χωρών, αλλά ήταν πολύ πιο όμορφα. Το κε­λάηδημα αυτών των πουλιών ήταν πολύ αρμονικό και καμιά μουσική της γης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα αυ­τών των ήχων. Κελαηδούσαν χωρίς λόγια.
Σ1 αυτό το μεγάλο κήπο υπήρχε κι ένας ποταμός. Το νερό ήταν πεντακάθαρο. Στο βάθος, ανάμεσα στα δέντρα, πρόσε­ξα όμορφες μονές. Έμοιαζαν με παλάτια. Θύμιζαν λίγο τα πα­λάτια πού είχα δει στην Κωνσταντινούπολη, μόνο πού αυτές οι μονές ήταν απερίγραπτης ομορφιάς. Το χρώμα των τοίχων ήταν μοβ κι έμοιαζαν με το ρουμπίνι. Ό παράδεισος μου θύμιζε κάπως τη σκήτη μας στην Οπτινα, οπού τα κελιά των μο­ναχών βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και ανάμεσα τους υπάρχουν οπωροφόρα δέντρα. Ποιος έφτιαξε τη σκήτη μας με αυτό το σχέδιο, δεν ξέρω.
Ό παράδεισος ήταν περιτριγυρισμένος από έναν τοίχο. Ε­γώ είδα μόνον τη νότια πλευρά. Στον τοίχο διάβασα τα ονό­ματα των 12 αποστόλων. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα ήταν γραμμένα. Είδα επίσης κι έναν άνθρωπο πού ήταν ντυμένος με λαμπρά ρούχα και καθόταν σ' ένα θρόνο λευκού χρώμα­τος. Ήταν περίπου 60 χρονών, αλλά το πρόσωπο του, παρό­λο πού ήταν άσπρα τα μαλλιά του, ήταν σαν πρόσωπο ενός παλικαριού. Γύρω του ήταν πάρα πολλοί φτωχοί, στους ο­ποίους μοίραζε κάτι. Τότε μία φωνή μου είπε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων. Έκτος άπ' αυτόν, δεν αξιώθηκα να δω κανέναν άλλον από τους αγίους κατοίκους του παραδείσου.
Στη μέση του παραδείσου είδα τον ζωοποιό Σταυρό με τον εσταυρωμένο Κύριο. Ένα αόρατο χέρι μου έδειξε να προ­σκυνήσω το Σταυρό. Πράγματι γονάτισα μπροστά στο Σταυ­ρό και, καθώς προσκυνούσα, γέμισε ή καρδιά μου από ουρά­νια γλυκύτητα. Σαν μια θερμή φλόγα να γέμισε όλο το σώμα μου .
Ύστερα άπ' αυτό είδα μια μεγάλη μονή, πού έμοιαζε με τις άλλες μονές του παραδείσου, μόνο πού ήταν πολύ πιο ό­μορφη σε σύγκριση με τις άλλες. Ή στέγη έμοιαζε με το σόλο της εκκλησίας και ήταν τόσο ψηλή, πού χανόταν στον ουρανό. Σ' αυτή τη μονή, σ' έναν εξώστη είδα θρόνο περίλαμπρο, οπού καθόταν ή Βασίλισσα των Ουρανών. Γύρω της υπήρχαν πολύ όμορφοι νέοι με λαμπρά, κατάλευκα ρούχα και κρατού­σαν στα χέρια τους αντικείμενα πού έμοιαζαν με σκήπτρα, αλλά δεν ξεχώριζα τι ήταν ακριβώς. Ή Βασίλισσα των Ουρα­νών ήταν ντυμένη με τα ίδια ρούχα πού συνήθως ζωγραφίζε­ται στις εικόνες, μόνον πού ήταν πολύχρωμα. Στο κεφάλι της φορούσε στέμμα βασιλικό. Ή Βασίλισσα των Ουρανών με κοί­ταζε και κάτι μου έλεγε με τρυφερότητα, αλλά δεν αξιώθη­κα ν' ακούσω τα λόγια της.
Έπειτα κι άπ' αύτη την οπτασία αξιώθηκα να δω την Α­γία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι όπως απεικονίζονται στις αγίες εικόνες, δηλαδή τον Πατέρα σαν σεβάσμιο γέροντα, τον Υιό σαν νεότερο άνδρα πού κρατού­σε στο δεξί χέρι τον ζωοποιό Σταυρό και το Αγιον Πνεύμα πού έμοιαζε με περιστέρι. Την οπτασία της Αγίας Τριάδος την είδα στον αέρα. Μου φάνηκε πώς περπατούσα πολύ χρόνο μέσα στον παράδεισο απολαμβάνοντας ομορφιές του παρα­δείσου, πού δεν χωράνε στο μυαλό του ανθρώπου.
Όταν τελείωσε αυτό το όραμα και ξαναβρέθηκα μόνος στο κελί μου, ευχαρίστησα τον Θεό για αυτή τη μεγάλη παρη­γοριά και χαρά πού αξιώθηκα να δω, εγώ ο μεγάλος αμαρτωλός. Όλη την υπόλοιπη ημέρα ήμουν εκτός εαυτού, από τη μεγάλη χαρά πού γέμιζε την καρδιά μου. Τίποτα δεν μπο­ρούσε να συγκριθεί μ' αυτή τη χαρά πού ένιωθα και πού δεν ξανάζησα στη ζωή μου.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009