Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΘΕΝΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΕΡΑΜΙΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΠΟΥ ΈΓΙΝΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΞΑΦΟΡΕΣΜΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ 3 -10-1936 Α

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ Κ. ΚΩΝ/ΝΟΥ ΚΩΣΤΟΥΡΑΚΗ. ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΙΕΣΩΣΕ Ο ΣΕΒΑΣΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΣΑΒΒΑΣ ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΤΑ ΦΟΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 73 ΧΡΟΝΙΑ.

ΒΙΒΛ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΌΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ . ΤΕΥΧΟΣ 17. ΜΑΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2006

Ομαδικαί εκδηλώσεις δαιμονιζομένων Προϊστορία

Αρχίζω με λόγια της εφημερίδας «Παρατηρητής» Χανίων, της 17ης Νοεμβρίου 1934.

«Αι πρώται ειδήσεις περί των φαινομένων εις Κεραμιά, δεν εκίνησαν το ενδιαφέρον μας. Ή επιμονή όμως μεθ' ης ελέγοντο και ή διαβεβαίωσις ότι επεξετάθησαν, μας έκαμε να τα προσέξωμεν... Ό δε μεταβάς συντάκτης μας γράφει: Ή κοινή γνώμη των κατοίκων Παπαδιανών είναι ανάστατος. Παντού πλανάται το φάσμα του πειρασμού, πού ελυμαίνετο πότε εις το χωρίον Λούλος, πότε την Παναγιά, πότε το Αλετρουβάρι...».

Πραγματικά. Όποιος καταπιάνεται με παρόμοια γεγονότα φρικιά, αναστατώνεται. Δέκα τέσσερα χωριά στα Κεραμιά, έζησαν με φρίκη, την παρουσία του ανάλγητου «Εχθρού», πού πήρε την αναπάντεχη «άδεια», να εκδικηθεί τους δράστες, μα και όσους είδαν και άκουσαν - μιας ανίερης κλεψιάς.

Πριν 200 χρόνια άρχισαν αυτά, σε τούρκικη κατοχή, πού ούτε αστυνομία ούτε δικαστήρια ούτε προστασία ζωής, τιμής και περιουσίας υπήρχαν. Το μόνο πού με σουλτανικό φιρμάνι απαγορεύονταν σε Τούρκο, να βάλη χέρι σ' εκκλησιά ή μοναστήρι.

Να, γιατί οι «ραγιάδες» προπάτορές μας, χάριζαν περιουσίες και τιμαλφή αντικείμενα, στις εκκλησιές και τα μοναστήρια. Το προτιμούσαν, παρά να τα παίρνουν οι λαομίσητοι φονιάδες, Τούρκοι κατακτητές. Έτσι απόκτησαν, τις μεγάλες κάποτε περιουσίες τους τα μοναστήρια.

Τα δικά μας γεγονότα αρχίζουν, από το πολύ πλούσιο τότε μοναστήρι της «Αγίας Τριάδος», στο Ακρωτήρι Χανίων. Τα πρόβατα του μοναστηριού φύλαγαν 5 βοσκοί Κεραμιανοί, από τις οικογένειες Καντιλιεράκηδων, Τσακάκηδων, Τοράκηδων, Βενετάκηδων, από το χωριό Παναγιά και Μαυράκηδων από τους Κάμπους. Οι βοσκοί αυτοί κάποτε σκέφτηκαν να κλέψουν τα τιμαλφή, δώρα και χρυσία, θησαυρούς του Μοναστηρίου και έτσι να εξασφαλίσουν μια για πάντα τη ζωή τους. και τοκαμαν! Το ίδιο πρωινό πού οι καλόγηροι αντιληφθήκανε την παραβίαση του «θησαυροφυλακίου», αναστατώθηκαν.

Σα διαπίστωσαν την αλήθεια, πήραν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για την Παναγιά Κεραμιών, να συναντήσουν τους εξαφανισθέντας βοσκούς.

Συναντηθήκανε, μα οι βοσκοί αρνήθηκαν τα πάντα. Τι να κάμουν τώρα οι καλόγηροι, επτά τον αριθμό, με τον ηγούμενο! Που να καταγγείλουν την κλεψιά;

Αποφάσισαν να τιμωρήσουν οι ίδιοι. Έβαλαν τα «πετραχήλια» τους και διάβασαν στη μικρή πλατεία του χωρίου, «ΑΦΟΡΙΣΜΟ». Τι θα πή αυτό; Για όσους δεν ξέρουν, το εξηγώ:

-Πρέπει να είναι γνωστό, πώς ο κάθε παπάς - αντιπρόσωπος του Θεού στο χωριό του, στην περιφέρεια του, είναι ο βοσκός, ο «Ποιμήν». Φυλάει τα πρόβατα του, δηλαδή τους ανθρώπους, όλα τα λογικά του πρόβατα, από τους εχθρούς, τους λύκους, το κάθε σαρκοβόρο ζώο, πού στην περίπτωση μας είναι ο «ο Διάβολος». «Ό Σατανάς». «Ό Όφις ο αρχαίος». «Ό δράκων ο μέγας, ο πλανών την οικουμένην όλην» (Άποκαλ. 12, 8-10). Αυτός ο κατάπτυστος προαιώνιος «εχθρός», έχει στήσει το «θρόνο» του ανάμεσα μας και μας χτυπά ανελέητα, με τους κάθε λογής δικούς του, αιρετικούς και αποστάτες, από τον παραδεγμένο σωστό δρόμο, πού είναι το αναλλοίωτο και σταθερά εφαρμοζόμενο στην Ορθοδοξία, κρυστάλλινο «ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ». Αυτοί λοιπόν οι 7 καλόγηροι, στην παραζάλη τους, στο θυμό τους, στην αγανάκτηση τους, «παρασύρθηκαν». Σα δε μπορούσαν «νόμιμα» να καταγγείλουν, να τιμωρήσουν, το καμαν «παράνομα». Διάβασαν «αφορισμό». Κάλεσαν δηλαδή «επίσημα τον εχθρό, το διάβολο, να εκδικηθεί...

Έλα διάβολε, τιμώρησε τους κλέφτες, μα και όσους είδαν τα κλοπιμαία και όσους άκουσαν γι' αυτά... και ποιος δεν τάκουσε, αυτό πού έγινε; Από στόμα σε στόμα όλοι τ' άκουσαν. Γι' αυτό και όλοι οι "Κεραμιανοί", στη διάθεση του εχθρού τώρα και μακροπρόθεσμα, για εφτάμιση γενιές!!! ούτε πολύ, ούτε λίγο, για 200 περίπου χρόνια!!! Να "σινιάζωνται" και να κατασπαράζωνται, από τον πλειό αιμοβόρο εχθρό!...»

Μα για να μη παρεξηγηθώ, επεξηγηματικά προσθέτω. Σα χριστιανοί, οπαδοί του Θεού της Αγάπης και της Συγγνώμης, καταδικάζουμε την παρανοημένη αυτή «απόφαση», άπ' όποιες συνθήκες και αν έγινε. Έτσι μας διδάσκει ο Αρχηγός μας, ή «Κεφαλή του Σώματος», πού λέγεται «Εκκλησία του Χριστού» και πού μέλη Του, είμαστε όλοι μας.

Δες τε, πώς έγινε το σχετικό μάθημα: Κάποτε πήγαν ο Χριστός και οι Μαθητές Του, στην εχθρική χώρα Σαμάρεια. οι Σαμαρείτες, δεν τους δέχτηκαν και τους έδιωξαν «κακήν κακώς»! οι μαθητές καταγανακτησμένοι, ζήτησαν από τον Χριστό, να διάταξη να κατεβή «πυρ εξ ουρανού», να κατακάψη τους απάνθρωπους Σαμαρείτες. Εκεί έβαλε στη θέση τους ο Κύριος τους μαθητές Του και μαζί μ' αυτούς και εμάς, με τούτα τα λόγια:

«Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος έστε υμείς. Ό Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος έστε υμείς. Ό Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων άπολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ. 9, 52-56).

Τούτος λοιπόν ήταν, είναι και θα είναι πάντα, για όλους, ο Θεϊκός Νόμος. Ό Νόμος της Αγάπης και της Συγγνώμης. Αυτό έπρεπε να γίνη και στην περίπτωση μας. Να μη γίνη αυτό πού έγινε, ο αφορισμός! Όμως από «άγνοια», «θυμό» ή «ιερή αγανάκτηση» έγινε ή παρανομία. Εξόφθαλμα, ή καταστρατήγηση του Νόμου, με αποτελέσματα τραγικά, ολέθρια, καταστρεπτικώτατα! Παράδοση πολλών ανθρώπων στο διάβολο, στον απαισιώτερο, αμείλικτο και κατάμαυρο Εχθρό!

Ή Όλγα Καντιλιεράκη

Το σεπτό όνομα της αείμνηστης πολυβασανισμένης από τον «εχθρό», Όλγας Καντιλιεράκη, είναι άρρηκτα δεμένο, με τα πολύκροτα, μα μισοξεχασμένα γεγονότα των Κεραμιών.

Αν θα πάτε στις Μουρνιές Χανίων, στο χωριό του Έθνάρχου Ελευθερίου Βενιζέλου, προχωρήσετε ως το νεκροταφείο του χωρίου. Μετά τις δύο μικρές πλατείες, στην πρώτη διακλάδωση αριστερά, σε υψωματάκι, βρίσκεται ο ωραίος Ιερός ναός του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Πίσω από το ιερό, στη νοτιοανατολική πλευρά, βρείτε τον τάφο της. θα γραφή:

-Ενθάδε κείται Όλγα Καντιλιεράκη, πολύπαθης νύμφη του Χριστού. Επί 16 έτη αρπαζομένη και οδηγούμενη υπό του δαίμονος εις τάς έρημους. ιαθείσα κατά τον εξαφορεσμόν της 3-10-1936, θαυματουργικός, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ, με ετέρους 42 δαιμονίζαμε νους συνανθρώπους μας των Κεραμιών. Άνεπαύθη εν Κυρίω την 29-4-1969 εις ηλικία 59 ετών.

Όπως βλέπετε, στο πρόσωπο της «θνητής» αυτής ο αδελφής μας, στον 20ό αιώνα πού ζούμε, ξαναγίνονται ο διάψευστα τα λόγια του Ευαγγελίου, τα σχετικά με το «δαιμονισμένο» της χώρας των Γαδαρηνών, πού τον έκαμε και τότε ο Χριστός μας καλά. Εκεί στα Γάδαρ ζούσε, «ανήρ τις, ός ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενε, άλλ' εν τοις μνήμασιν» (Λουκ. 8, 26-39). Όχι γιατί του άρεσε ή ζωή αυτή, όπως γίνεται σήμερα με τους «χειραφετημένους και λέφτερους», τα ίνδαλμα του πολιτισμού μας, των έξαλλων Ευρωπαίων υπαίθριων των «Ματάλων» της Κρήτης, αλλά γιατί άθελα του, «ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τάς έρημους». Έτσι ήθελε ο «εχθρός» κι έτσι του κανε. Αιχμάλωτος ο άνθρωπος, γινόταν ο φόβος και ο τρόμος των χωριανών του, γιατί «δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν!» (Λουκ. 8, 30).

Να υπάρχει άραγε καμία σχέση, του ανεύθυνου δαιμονισμένου των Γαδάρων, με τους υπεύθυνους «γυμνιστές» και άφρονες της εποχής μας, πού διάλεξαν για «άντρο» και στρατηγείο τους τα «Μάταλα» της ιδιαίτερης πατρίδας μας της Κρήτης; Θα πρέπει να υπάρχει! Μόνο πού ή εξέλιξη, τάχει όλα απλοποίηση και δεν μας εντυπωσιάζει τίποτα. Τότε ο άνθρωπος προτιμούσε να του λείπε ή «φιλία» του εχθρού με τους σαδιστικούς εναγκαλισμούς του. Ήταν οι πριν του Χριστού χρόνοι, πού ο «εχθρός» κυβερνούσε ανοιχτά, με το απάνθρωπο δικό του πρόγραμμα.

Σήμερα ο άνθρωπος εσκεμμένα προτιμά αυτή τη «φιλία», συναγωνίζεται να την προσεταιρισθεί, να ξεπεράσει τους ομοίους του και βρίσκεται σε «ύψη» αυταπάτης και ουτοπίας, γιατί τάχα ζει, τη φυσική ή την πολιτισμένη ζωή και κάνει ασύδοτα τη «μεγάλη ζωή» του, περιφρονώντας κάθε ανθρωπιστικό ή παραδεγμένο, πού έχει σχέση με ανθρωπιά, με έντιμη διαβίωση, με αξιοπρέπεια, με δικαιοσύνη, με Θεό! Ξεχνά ο δοκησίσοφος εξτρεμιστής σημερινός άνθρωπος, την ατίμητη προσφορά του Θεανθρώπου, στον άνθρωπο. Αρνιέται επίμονα τη Μεγάλη Θυσία Του, πού απέβλεπε στην κατάργηση του φοβερού «θανάτου» και την καταπάτηση του «εχθρού» διαβόλου. Θεότυφλος τώρα, αντί για «ευχαριστώ» φωνάζει:

«Έα, Θεέ, απόστα απ’ εμού. Οδούς Σου, οιδέναι ου βούλομαι» (Ίώβ 21, 14).

και για διάλαμψη της αφροσύνης του, προσκαλεί σε βοήθεια τον εχθρό!! «Έλθέ!.. ω Εωσφόρε έλθέ!... Έλθέ να σ` έναγκαλισθώμεν, να σε σφίξωμε εις τάς άγκάλας μας!» (LEO TAXIL σελ. 373).

Μη σας φαίνονται παράξενα! Όλα είναι αληθινά και αποδειγμένα. και διερωτάται κανείς. Υπάρχει «κουκούτσι μυαλό», στον αποστάτη σημερινό άνθρωπο, τον υπερφίαλο, τον μηδενιστή; Και βρίσκονται, «οντά λογικά», πού χειροκροτούνε κι επιδοκιμάζουν τέτοιες εξαλλοσύνες; Με πικρία και σκεπτικισμό, ας ομολογήσουμε, πώς πολύ λίγο, τα βεβαιώνει όλο και πιο πολύ, ή «ελευθεριώτικη» κοινωνική μας ζωή, συγκρατημένα κάπου -κάπου, μα εξόφθαλμα. Για συγκράτηση του κάθε εχέφρονα αποστάτη, έρχονται τα καφτά «συμβάντα» να τον αφυπνίσουν. Γίνονται κάθε τόσο, «υπερφυσικά» γεγονότα, να μας ανακαλέσουν στην τάξη.

Επιτρέπει ο Θεός, άμεση την παρουσία του «εχθρού», για να φίμωση τους αρνητές Του και να στερέωση τους νουνεχείς. Μέσα σ' αυτά, πρέπει να βρεθεί και το γιατί, ένα ανεύθυνο επτάχρονο κορίτσι, ή Όλγα, στην καλύτερη περίοδο της ζωής της, γίνεται το «ΘΥΜΑ» της οικογενείας της και της ευρύτερης κοινωνίας μας. Πλήρωσε σε τούτη τη ζωή αγόγγυστα και παλικαρίσια σαν καινούργιος Μάρτυρας της εκκλησίας, «αμαρτίες γονέων», μα για να προστατευθεί από τον Παντοδύναμο. Να ιαθή από τον «ιώμενον πάσας τάς νόσους» (Ματθ. 4, 23) και το δαιμονισμό. Να κερδίση στο τέλος τον ουρανό, σα νικήτρια των αντιξοοτήτων της ζωής και του «εχθρού». Πέτυχε αναντίρρητα να μεταβεί «εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24), γιατί αγάπησε πολύ το «Νυμφίο» της και τον «άνθρωπο». Στάθηκε ή γυναίκα φαινόμενο, πού μπόρεσε ν' αντέξει να ζει 16 χρόνια με τον «εχθρό», τους δαίμονες. Να τους βλέπει και να τους ζει, αναγκαστικά. Έτσι κατάμαυρους, απαίσιους, σαδιστές με κέρατα και ουρά, μακρόχειρες, με νύχια γαμψά και μορφή αλλόκοτη. Τέρατα σε ποικίλα μεγέθη, σα δεν ήταν «τελώνια» ή Τούρκοι εφέντηδες με πράσινη φορεσιά και πράσινα σαρίκια.

Ατέλειωτα τα βάσανα της. Απίθανες οι διηγήσεις της και των άλλων. Φοβερές και τυραννικές οι βραδινές αρπαγές της. Δεν έμεινε σπηλιά μικρή ή μεγάλη, ποτάμι ή λίμνη, απόκοτη γωνιά, πού να μην την πήγανε. Δεν άφηναν χαράδρα ή ξεροπήγαδο, φαράγγι ή γκρεμνό, τρύπα απύθμενη πάνω στη γη, πού να μην την ανεβοκατέβαζαν δεμένη σε «κλωστή». Και μέσα σ' όλα, απειλές, ξυλοδαρμοί και καταχτύπια, μέχρι τα χαράματα, πού την πετούσαν στο κρεβάτι της, τραυματισμένη και ημιθανή. Τόλμησα κάποτε να την ρωτήσω:

-Μα γιατί, Όλγα, δεν τάλεγες στ' αδέλφια σου, στους δικούς σου, να σε βοηθήσουν;

-Πώς να ταλεγα; ήταν ή απάντηση. Μου είχαν πει, «έτσι και πεις τίποτα, άπ' αυτά πού σου κάνουμε, θα δής τα τρία σου αδέλφια να "γουργουρίζουνε" στο αίμα, χάμω στα μάτια σου».

Για χάρη λοιπόν των αδελφών της, εκούσιο «θύμα», ή Όλγα. Για χάρη της κοινωνίας, ζωντανό, καθημερινό, διδαχτικό παράδειγμα, ή Όλγα, πού τη ζωή της, τα λόγια της και τα καμώματα του «εχθρού», τα παρακολούθησαν χιλιάδες συνανθρώπων μας, πού σωφρονίζονταν.

Μα τα πιο κωμικοτραγικά, γίνηκαν τα 2-3 τελευταία χρόνια, πριν την ίαση της, ανάμεσα «εχθρού» και συγγενών, πού σα ξεφανερώθηκαν όλα, τη φύλαγαν με βάρδιες, να μη την παίρνει ο «εχθρός». και πάλι την έχαναν! Φύλακες γι' αυτό ακοίμητοι, ήταν στις πόρτες, στα παράθυρα, στο κρεβάτι τη νύχτα. Όσοι κοιμόντουσαν μαζί της, ένοιωθαν ανυπόφορη «βρώμα», στην αναπνοή της, για να τους δίωξη ή έβλεπαν «μακάριο ύπνο», για να τους ξεγελάσει. Αμέτρητα τα τεχνάσματα των σατανάδων. Δραματική ή άμυνα των παρόντων. Ύβρεις και ανυποχώρητη έμμονη, κάθε παράταξης, κάθε μιανής για το δικό της το σκοπό. και όλα αυτά σε ΤΟΥΤΗ τη ζωή, πού δεν «καθίζει μύγα στο σπαθί μας». Σκεφτείτε τι μας περιμένει, σαν ψυχομαχήσομε και πεθάνομε και πέσομε για πάντα στα χέρια του!! "Ας ακούσουμε γι' αυτό, την πατρική προσταγή: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11, 28).

Θα πάμε καμία φορά; Θα πέσομε φανατικά με το Θεό μας; Θα μας ωφελήσει, αν φιλοσοφήσομε τούτο:

—«Λαγός τη φτέρη τρίβει, κακό της κεφαλής του».

Ή αρχή του τέλους του κακού

Φαίνεται ξάστερα, πώς έφτασε πια ή ώρα, πού τώρα και 80 χρόνια περίμεναν οι «ανεύθυνοι» Κεραμιανοί.Πολλά ήταν τα εθνικά γεγονότα, πού γέμιζαν από καιρού σε καιρό, με άνεκλάτητη χαρά, τον κρητικό λαό. Επαναστάσεις, πόλεμοι, νίκες, Βενιζέλος, Θέρισσο, Ακρωτήρι. 1864-1905-1912-13.

Μα ένας αριθμός βουνήσιων παλληκαριών, δεν έχει τη δύναμη να συμμετάσχη, όσο θάθελε, απερίσπαστα, μέσα στις εκδηλώσεις αυτές. Ήταν οι Κεραμιανοί.

Αυτοί είχαν τη δικιά τους επιπρόσθετη σκλαβιά, την τραγική, την απαίσια! Είχαν τη «δεινότερη» κατοχή των αιώνων.

Μ' αυτή πάλευαν απεγνωσμένα και δε φαινόταν ο «βοηθών».

Ή ανθρώπινη συμμετοχή, στον άνισο αγώνα τους, ήταν ανύπαρκτη.

Ακόμα: Απαιδευσιά, αγραμματοσύνη, μαυρίλα, φρούτα της τούρκικης σκλαβιάς, στο κατάμαυρο πέπλο, σκέπαζαν τους πάντες και ο φόβος τώρα, ο διαβολικός, διάχυτος, επιδείνωσε το μεγάλο «κακό».

Δεινή ή θέση όλων, σαν κάποτε και του Προφητάνακτα Δαβίδ, πού σε παρόμοια κρίση του ομολογούσε:

«Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης ο Θεός, βοήθησαν μοι. Βοηθός μου και ρύστης μου ει συ Κύριε, μη χρονίσης» (Ψαλμ. 69, στιχ. 6).

Μη αμφιβάλλετε, πώς με το δικό τους τρόπο, αυτά ξεστόμιζαν ασταμάτητα και οι πολύπαθοι Κεραμιανοί επιζητώντας σ' ατέλειωτες προσευχές, το «έλεος» του Θεού. και ο Θεός πού βλέπει, παρακολουθεί, λυπάται, ακούει, αργεί, μα δε λησμονεί. Δες τε πώς προετοιμάζει και τώρα τη συντόμευση του τέλους του «κακού», γι' ανακούφιση των παιδιών Του! Για 400 χρόνια, ήταν ή διαταγή των καλόγερων, «των αντιπροσώπων του Θεού», να εκδικήται την «κλεψιά» ο εχθρός!!! Υπ ευθύνη τους, έκαμαν τον «αφορισμό». Άλλο πού δεν ήθελε ο εχθρός και άρχισε το χορό του, με κέφι. Πέρασαν 80 χρόνια μαρτυρικά, για τους Κεραμιανούς, μα τόσα χρόνια, ήταν στιγμές δευτερολέπτων, για τον Αιώνιο, πού χίλια έτη για Κείνων, είναι «ως ή ήμερα ή εχθές ήτις διήλθε» (Ψαλμ. 90, στιχ. 4) να έπέμβη!

Στο χωριό Όρος 'Ρεθύμνου, ζούσε τότε ή ευσεβής οικογένεια, του Αντωνίου και της Αιμιλίας Κοτζαμπασάκη. Έχουν ένα πεντάχρονο κοριτσάκι την Κατίνα. Είναι ή αείμνηστη μάννα των συμπολιτών μας συνταξιούχων, Μανώλη Βασιλάκη αυτοκινητιστού, και Νίκου Βασιλάκη, αξιωματικού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χανίων.

Αυτό το 5χρονο κοριτσάκι, ή Κατίνα, παίζει ανύποπτο στον κήπο τους, με συνομήλικο της κορίτσι. Εκεί στα χώματα, βρήκε ή Κατίνα ένα «χρυσό σταυρό». Τον τρέχει στη μάννα της την Αιμιλία, για να μάθουν στον ύπνο τους, το ίδιο βράδυ, πώς ο σταυρός αυτός είναι «κτήμα» της Κατίνας πού θα της τον μεταβιβάσουν μόλις γίνει 7 χρονών. Ακολούθησαν οδηγίες για «προσοχή». Προσευχές, νηστείες, ακοίμητο καντήλι, εκκλησιασμός κ.λπ., θρησκευτικές εκδηλώσεις ολόκληρης της θεοφοβούμενης οικογένειας.

Όλα γινόντουσαν απαράβατα και ή οικογένεια βρίσκονταν, υπό την σκέπη και την καθοδήγηση του Χριστού, δι' ονείρων, στην κάθε περίπτωση της ζωής, όλων των μελών της. Στα 18 της χρόνια ή Κατίνα, παίρνει την αδεία να παντρευτεί. Έκαμε 12 παιδιά πού έζησαν χριστιανικά, με φόβο Θεού και την ευλογία Του. Άπ' αυτά είναι, ο Μανώλης και ο Νίκος στα Χανιά, πού προανάφερα. Ή Γαλάτεια, ή Μαρία, ή Σταυρούλα στο Ρέθυμνο και ο Αντώνης στην Αθήνα. Τα αλλά πέθαναν. Πενήντα τεσσάρων χρονών είναι τώρα ή αείμνηστη Κατίνα και παίρνει την τελευταία διαταγή:

-Αντε, Κατίνα, παιδί μου, να πάμε στα Κεραμιά, πού έχουμε δουλειά!!

Και ή Κατίνα με τον «Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό» της και με συνοδό τον Χριστό καταφθάνει στα «χειμαζόμενα» Κεραμιά! Είναι τούτο, «ή αρχή του τέλους του Κάκου!» Τρία χρόνια ή Κατίνα, «δυναμικά» πλειά, παλεύει με εκατομμύρια δαίμονες! Γίνεται ο φόβος και ο τρόμος τους! Ακούει σ' αντίδραση βρισιές, απειλές, ανακοινώσεις. αντί του ονόματος της, δίνουν και παίρνουν από τους δαίμονες τα κοσμητικά επίθετα:

-«Χοντρή, Χοντρέλα, Ξυδοβάρελο, Σκύλα», ήταν τα συνηθισμένα.

Μπροστά στη «θωριά», του Τιμίου Σταυρού, οι δαίμονες εξαφανίζονται. Φάνηκε πλειά ολοφάνερα ή Δύναμη, πού τους εξολόθρευσε και οι άνθρωποι, πιάστηκαν άπ' Αυτή, σα σανίδα σωτηρίας! Αυτά τα τρία τελευταία χρόνια, ήταν το «ξεψύχημα» του Εχθρού! Αμύνονταν απεγνωσμένα οι σκοτεινοί δαίμονες και πιεζόμενοι ομολογούσαν, απίθανες περιπτώσεις, κλεψιές, «κρυφοκαμώματα» πού δε τολμούσε κανένας

«ένοχος», τώρα πια, να παρουσιαστή μπροστά τους. και ένα σημαντικό: Ποτέ, μα ποτέ, τώρα τελευταία, δεν έλεγαν «κάτι» πού μπορούσε να φέρει διχόνοια ή σκοτωμό ανάμεσα στους χωριανούς. Σε ορθολογιστή αμερικανό χωριανό, είπαν «-πλυμένα κι άπλυτα», μ' ονόματα και χρονολογίες, πού τον έκαμαν άναυδο και σταυροκοπούμενο, να λαδωθή και να φυγή. Σε παπά περίεργο, πού βρέθηκε κοντά τους και πού τον υποδέχτηκαν θριαμβευτικά, το ρώτησαν, «αν ήταν καλό το λαδάκι της εκκλησίας, πού έκλεβε με τον αδελφό του!»

Ό Μητροπολίτης Χανίων στα Κεραμιά

Είναι ο πρώτος χρόνος, πού έγινε Μητροπολίτης στα Χανιά, ο αείμνηστος Άγαθάγγελος Ξηρουχάκης. Μια ολόκληρη περιφέρεια, χειμάζεται αποδεδειγμένα, από χρόνια από τον αόρατο εχθρό! Έχουν πολλές φορές εξαποστείλει, το «σήμα κινδύνου», προς την πόλη, προς την εκκλησία, οι Κεραμιανοί, άλλ' ή φωνή τους «πνίγεται», στη σκλαβιά, στην ανεμοζάλη, στην καταιγίδα, στην αμφιβολία, στην ενοχή, στο φόβο, στη χλιαρότητα, στην απιστία. «Τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21), διαδηλώνει ο Θεάνθρωπος.

Ίσως να μην είχε έλθει ακόμα και ή «ώρα του Θεού». Στ' αλήθεια, «ανεξιχνίαστοι αί βουλαί του Υψίστου». Όσο και ολοφάνερη ή έλλειψη αγιότητας, ή απουσία «ακράδαντης πίστης», από τους πιστούς και από τους «υπεύθυνους». Όταν ο Κύριος ελέγχει αυστηρά τους Αποστόλους Του, δια την «απιστία» τους και τους βεβαιώνει, πώς θα κάνανε απίθανα «θαύματα», μέχρι να μετακινούν και όρη, αν είχαν πίστη ως «κόκκον σινάπεως» (Ματ. 17, 20), τι να λένε όλοι οι άλλοι, όσοι δε διακριθήκανε για αφοσίωση και αγιότητα, οι πολλοί. και σήμερα, οι χλιαροί, οι ανίκανοι, οι αρνητές, οι συμμετέχοντες «εις τα έργα και τις διδαχές των Νικολαιτών» (Άποκ. 2, 6), της εποχής, οι κρατούντες αδιαμαρτύρητα, τις σημερινές «διδαχές Βαλαάμ» (Άποκ. 2, 14) και όλοι πού μοιάζουν με τον «Άγγελον» της Εκκλησίας της Λαοδικείας πού έλεγε:

«Ότι πλούσιος ειμί και πεπλούτηκα και ουδενός χρείαν έχω», για να ακούσει αυστηρά: «Ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός» (Άποκ. 3, 17).

τι να λένε οι «αντιπρόσωποι του Θεού», σαν αντικρίζουν τις στρατιές του εχθρού, πού κατακλύζουν γη και αέρα, σα «ταύροι κατάμαυροι», σα σκυλιά εξαγριωμένα, σα δράκοντες αποκρουστικοί, σα μπουμπούροι επιθετικοί..., και αυτοί άοπλοι, απαράσκευοι, αμφιρρέποντες, χωρίς την «πανοπλία του Θεού», προσκαλούνται να βοηθήσουν αδελφούς, κατατραυματιζομένους, από τους αναρίθμητους «εχθρούς;» Σε ποια δύναμη, σε ποιες «πλάτες», θα στηριζόντουσαν, για να εκτοξεύσουν, δι' «αγίου στόματος», τις ατομοβόμβες τους, με τις πυρακτωμένες διαλυτικές λέξεις:

«Φοβήθητι, φύγε, δραπεύτεσον, αναχώρησον, δαιμόνιον ακάθαρτο και εναγές, καταχθόνιο, βύθιο, απατηλό, άμορφον!!...» (Έξορκ. Μ. Βασιλείου).

Βρισκόμαστε όμως στο Σεπτέμβριο του 1936, πού τώρα και 2-3 χρόνια ή αείμνηστη Κατίνα, με το ζείδωρο δώρο της, τον ΤΙΜΙΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ, και τη χάρη του Θεού, παλεύει απεγνωσμένα, νύχτα - μέρα και ... νικά. Όμως την οριστική νίκη, πρέπει να τη «φέρουν», οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι, οι αντιπρόσωποι του Θεού, οι κληρικοί μας. και καθ' υπόδειξη «Ανωτέρα» προσκαλούνται και τώρα πλειά, «αποδέχονται την πρόσκληση». Ό πολέμαρχος Άγαθάγγελος Ξηρουχάκης, πού μόλις ήλθε από την ήρεμη και πολιτισμένη τότε Ευρώπη, σα πρώτος πνευματικός πατέρας της περιφερείας Κυδωνιάς και Άποκορώνου, αποτολμά το «δίλημμα» και αποδέχεται να πάει στα «Κεραμιά». Μπροστά όμως στα γεγονότα, θέλει να «οπλιστεί»! Καταλαβαίνει από τις απίθανες περιγραφές, τι πρόκειται ν' αντικρίσει και φρικιά. Είναι Τούτο ένα διδακτικώτατο αναβάπτισμά του, στην «Πίστη» μας και στην εμπειρία του, στην Δύναμη του Παντοδύναμου, πού είχε κληθή, υπεύθυνα πλειά, να υπηρέτηση. Προετοιμάζεται λοιπόν. Προσεύχεται και νηστεύει και «αγνίζει εαυτόν» (Α' Ίωάν. 3, 3), επί 15θήμερον. Το ίδιο απαραίτητα, ζητά και από τους καλογήρους της Αγίας Τριάδος, πού προσκαλεί να τον ακολουθήσουν, «σα διάδοχοι», των προ 200 ετών «παρεκτραπέντων». Είναι οι αείμνηστοι: Ίλαρίων Κατσαφράκης Ηγούμενος, Ιερεμίας Βαρουξάκης, Δαμασκηνός Λιονάκης, Άνανίας Ψαρουδάκης, Αθανάσιος Άτσαλάκης, Ιερόθεος Κονταράκης και ο επιζών Αρχιμανδρίτης, εφημέριος του ιερού ναού, Άγιας Βαρβάρας Ψυχικού Αθηνών, π. Μελέτιος Καζακος. Πήγαν και από το Γουβερνέτο, οι επιζώντες πατέρες, Ίωαννίκιος Μπασκάκης και Διονύσιος Βεκάκης και μαζί τους και πολλοί άλλοι παπάδες. Σάββατο πρωί, στις 3 Οκτωβρίου 1936, έφθασαν όλοι στην Παναγιά Κεραμιών και μ' αυτούς, αρχές και λαός, πού τον ανέβασαν σε επτά χιλιάδες (αριθμός 7.000) ψυχές.

Το πρόγραμμα ήταν να γίνει αγιασμός, ευθύς ο εξαφορισμός και τέλος ή Θεία Λειτουργία. Ανάλογα με τις ενέργειες αυτές του επισκόπου Χανίων, δρα και ή υπεύθυνη στα Κεραμιά, πνευματική τους μητέρα, ή αείμνηστη Κατίνα Βασιλάκη. Μαζεύει και εκείνη όλους τους αρρώστους της, κείνης της ημέρας 42 τον αριθμόν και τους ξαπλώνει χάμω, στον ιερό ναό της Μεταμορφώσεως, στο χωριό Παναγιά. Τους έχει δέσει ανά τρεις, με την Αγία Ζώνη και τους παλεύει.

Οι «δαίμονες» τη φοβερίζουν, πώς θα της πάρει ο Επίσκοπος τον Τίμιο Σταυρό και την προτρέπουν να «φυγή!» Κάποτε έφθασε ο Επίσκοπος με τη συνοδεία του. Τώρα σύμφωνα με το λεγόμενο: «Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω», ή κ. Κατίνα μαζεύει τα δικά της «αγιοτικά» και σταματά, πίσω άπ' τη πόρτα του ναού, προσευχόμενη.

Ή κ. Κατίνα τώρα νικήτρια μετά τα 19 μερόνυχτα πού πάλευε και πού έτρωγε μόνο αντίδωρο το πρωί και αν έπινε λίγο νερό, αισθάνθηκε την ανάγκην αναπαύσεως! Πήγε λοιπόν και πλάγιασε, για να κοιμάται συνεχώς, τρία 24ωρα.

Άμα ξύπνησε, βρέθηκε σε μεγάλο «γλέντι» όλων των κατοίκων της περιφέρειας! Το συνέστησε ο επίσκοπος, αείμνηστος Άγαθάγγελος Ξηρουχάκης. Είπε, πρέπει κάθε χρόνο στις 3 του Οκτωβρίου, να γιορτάζουν όλα τα Χανιά. Το κάνετε σήμερα, αγαπητοί μου, Κεραμιανοί;

Μ' αφού τα ξεχάσατε σχεδόν όλα ή βαριέστε να τα λέτε; Πάντως εγώ σας τα θύμισα και σεις φροντίσετε να τα λέτε, σε κάθε ευκαιρία. Γράψετε και ο,τι άλλο στο τετράδιο της «Λαογραφίας» σας, για να μαθαίνουν, ξένοι και δικοί, τι θα πει «διάβολος - ξορκισμένος» και ποια είναι ή Δύναμη του Θεού, πού μας προσκαλεί, να την αγκαλιάσομε με το φόβο του Θεού για να μας σκεπάζει αιώνια.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Aπίστευτο και όμως αληθινό το μεγαλύτερο θαύμα του αιώνα έγινε στην Ρουμανία.




Σε ένα χωριό της Ρουμανίας δεν υπήρχε ιερέας, και οι κάτοικοι πήγαιναν συχνά στον Πατριάρχη με το αίτημα, την πλήρωση της κενής θέσης.

Όμως ο Πατριάρχης δεν είχε την δυνατότητα να ικανοποιήσει το αίτημα των ανθρώπων.

Πήγαιναν και ξαναπήγαιναν οι κάτοικοι, αλλά, τίποτε ο Πατριάρχης τους έλεγε τα ίδια λόγια, ότι δεν έχω ιερέα να σας στείλω στο χωριό.

Εντωμεταξύ άλλοι πέθαιναν αδιάβαστοι, άλλοι είχαν γυναίκες και παιδιά χωρίς γάμο, τα παιδιά και οι μεγάλοι ήταν αβάπτιστοι.

Μια μέρα σταμάτησε έξω από τον Ναό ένα αυτοκίνητο και κατέβηκε ένας ιερέας όλο το χωριό ανάστατο ήρθε παπάς φώναζαν.

Πήγαν εκεί οι κάτοικοι, τον καλωσόρισαν και του είπαν: πως ήρθες στο χωρίο αφού ο πατριάρχης μας είχε πει ότι δεν έχει παπά να μας στείλει;

Τότε ο ιερέας τους είπε αυτό δεν θέλατε; δεν θέλατε ιερέα; Να ήρθα.

Όλο το χωριό χάρηκε στην παρουσία του νέου ιερέα.

Ο Ιερέας άρχισε αμέσως δουλειά πήγε σε όλους τους τάφους και διάβαζε την εξόδιο ακολουθία, βάπτισε και πάντρεψε όλους στο χωριό λειτουργούσε τους κοινωνούσε.

Μια μέρα καλεί του χωρικούς και τους λέγει ότι: θα φύγω τελείωσε η αποστολή μου.

Τότε το χωριό αναστατώθηκε, τώρα που ήρθε θα φύγεις;

Όμως ο ιερέας δεν άκουγε τους κατοίκους και ενέμενε στην απόφασή του.

Αφού οι χωρικοί κατάλαβαν ότι δεν γινόταν τίποτε τον ευχαρίστησαν για την προσφορά του και τον κατεβόδωσαν.

Μετά από μέρες πήγαν στον Πατριάρχη να τον ευχαριστήσουν που τους έστειλε παπά και να του πουν όταν μπορέσει να τους ξαναστείλει κάποιον ιερέα, αλλά ο πατριάρχης δεν ήξερε τίποτε. Τους είπε ότι εγώ δεν έστειλα κανέναν παπά γιατί δεν έχω, όμως περιμένετε μήπως ο πρωτοσύγκελος, σας έστειλε κάποιον για να σας εξυπηρετήσει.

Πήρε τηλέφωνο τον πρωτοσύγκελο αλλά ούτε αυτός είχε στείλει κανέναν.

Ο πατριάρχης τους είπε τι έκανε αυτός ο ιερέας στην ενορία;

οι χωρικοί είπαν μας πάντρεψε, μας βάπτισε, μας έκανε τις κηδείες των γονέων, μας έκανε ότι κάνει ένας παπάς.

Καλά είπε ο πατριάρχης δεν σας έδινε χαρτιά δεν έγραφε τα μυστήρια;

-βεβαίως είπαν οι χωρικοί μας έδινε χαρτιά και τα καταχώρισε στα βιβλία του Ναού.

- δεν είδατε τι έγραφε; και πως υπέγραφε με τι όνομα;

-όλα τα στοιχεία δέσποτα τα έγραφε στα ρουμανικά πολλά γράμματα δεν ξέρουμε γιατί την υπογραφή την έβαζε σε άλλη γλώσσα που δεν έχουμε ξαναδεί.

Ο πατριάρχης παρακάλεσε να πάνε να φέρουν τα βιβλία για να δει ποιος ήταν αυτός ο κληρικός.

Όταν του πήγαν τα βιβλία ο πατριάρχης έμεινε έκθαμβος δεν πίστευε στα μάτια του όντως όλα τα στοιχεία ήταν γραμμένα στα ρουμανικά ενώ το όνομα του ήταν γραμμένο στα Ελληνικά με το όνομα της υπογραφής

Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως.


πηγή: Δημήτριος Βελαώρας

http://ierosnaosagandreou.blogspot.com/2009/10/blog-post_1466.html

ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ - ΠΑΤΜΟΣ - ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις!

Κάποιος ιερεύς, προ του 1940, καθώς μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό, πού ήταν γιορτή, στην Εκκλησία, για να λειτουργήσει. Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, γιατί από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας. Τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το ακοίμητο καντήλι.
Στενοχωρήθηκε ο παππούλης, γιατί ήταν ευλαβής. Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε. Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει; δεν βρίσκει τίποτα. Του 'ρθαν δάκρυα στα μάτια, γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι. Ήταν όμως χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος βοριάς, επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία...
Ξαφνικά λοιπόν, γυρίζει πίσω του, κοιτάζει...το θυμιατό ήταν αναμμένο! ' Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα!
(Την παλαιά εποχή είχαν κάρβουνα. Τα πρόλαβα κι εγώ βέβαια. Είχαμε ένα μικρό μαγκάλι, άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε έπειτα με τη μασιά, βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σ' αυτό ρίχναμε το θυμίαμα.)
Αφού είδε λοιπόν το θυμιατό αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, το άναψε, μ' αυτό άναψε ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και υστέρα όλα τ άλλα καντήλια.
Κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το θυμιατό. και έλεγε:
— Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει, κάνει θαύματα!... τι θαύμα ήταν πάλι τούτο!
Ήρθε κατοπινό ψάλτης, άρχισε ο Όρθρος, το θυμιατό παρέμενε ολοκόκκινο! Στην ένάτη ωδή, την" Τιμιωτέραν", το παίρνει για να θυμίαση και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν ευώδεις στήλες καπνού, σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα!
-- Μα, εγώ, λέει, δεν έβαλα θυμίαμα! Κύριε, ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, και, γυρνώντας προς την Αγία Τράπεζα, πρόσθεσε:
·- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις!
Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.
- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Άφησε το έτσι, γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, ό,τι θέλει κάνει!...
— Καλά, παππού, είπε το παιδάκι.
Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει από την Πρόθεσι μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ήταν ολοκόκκινο, με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα- έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες! Μόλις το έπαιρνε, έβγαιναν ευωδέστατοι καπνοί μυρίων αρωμάτων, οι όποιοι απλώνονταν σε ολόκληρο τον Ναό. Όλος ο Ναός ευωδίαζε!
Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και, όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία, του έλεγαν:
-- "Ε, παπα μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα;
Στον εγγονό του είπε τα εξής:
-- Μην το πεις πουθενά, μόνο όταν πεθάνω. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει!...
Αυτά έλεγε ο παπα Γιάννης από τον Τσεσμέ.
ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Π.ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΒΟΗΘΑ ΤΟΝ ΝΕΩΚΟΡΟ.


Κάποτε, ζούσε ένας νεωκόρος, ο όποιος είχε πολύ σεβασμό, πολλή ευλάβεια, πολύ φόβο Θεού. Ήταν από εκείνους τους νεωκόρους, πού τους ζητάμε και τους θέλουμε ως υπηρέτες και βοηθούς στον Ναό.
Ό Ναός ήταν κτισμένος προς τιμήν του Τιμίου Προδρόμου. Χτυπούσε λοιπόν ο νεωκόρος τις καμπάνες του Ναού - ήταν τρεις, τέσσερις οι καμπάνες - Και τις χτυπούσε με τα δυο του χέρια,
Έπεσε όμως Και τραυματίστηκε στο αριστερό του χέρι Και δεν μπορούσε να χτυπήσει τις καμπάνες με το ένα χέρι μονάχα. Και ήταν γι' αυτό πολύ στενοχωρημένος. Ερχόταν μεγάλη γιορτή Και δεν θα χτυπούσε γλυκά, ρυθμικά, όπως συνήθως, πότε τη μία, πότε την άλλη, πότε δυο δυο, πότε τρεις Και μία, όπως κάνουν στο Αγιον Όρος.
Λοιπόν, τίνα κάνη, πηγαίνει στον Τίμιο Πρόδρομο Και του λέει:
- Άκουσε με, Άγιε! Ό Ναός σου είναι αυτός, το χέρι μου το είδες, δεν μπορώ με το ένα χέρι. Για έλα δω. (Τον παίρνε λοιπόν από το χέρι - κατέβηκε ο Τίμιος Πρόδρομος από την εικόνα του! - Και τον πηγαίνει έξω στο καμπαναριό,) Για δείξε μου τώρα πώς θα χτυπάω τις καμπάνες!
Παίρνει ο Τίμιος Πρόδρομος, κάνει θηλιές τα σχοινιά, βάζει τη μια θηλιά στο ένα πόδι, την άλλη θηλιά στο άλλο πόδι Και τις άλλες δυο, τη μια στο χέρι Και την άλλη στον αγκώνα, Και του έδειξε με ποιόν θερμό τρόπο θα χτυπάει τις καμπάνες.
-- Ευχαριστώ πολύ, είπε ο νεωκόρος στον Άγιο!
Και χτυπούσε τις καμπάνες όπως του έδειξε ο Τίμιος Πρόδρομος!

ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Π.ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΤΙΜΩΡΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ!!


Κάποτε ένας ιεροκήρυκας έκανε μια περιοδεία Και περνώντας έξω από μία αγροικία, μια στάνη, λέει: "Δεν σταματάω και σ' αυτόν εδώ
τον χριστιανό; Κάτι θα βρω να του πω."
Μπήκε λοιπόν Και άρχισε να του μιλάει για τον Κύριο. Πρόσεξε όμως ότι μέσα στο σπίτι δεν υπήρχαν εικόνες. Του μίλησε λοιπόν για τις εικόνες.
-Τι είναι αυτό; ρώτησε ο χωρικός.
Έβγαλε μία ο ιεροκήρυκας από την τσεπούλα του, του την έδωσε. Του είπε να ανάβει το καντηλάκι, να κάνη προσευχή...Τον δίδαξε αρκετά.
Ενθουσιάστηκε ο χωρικός. Με την πρώτη ευκαιρία κατεβαίνει στην πόλη, παίρνει μια εικόνα της Παναγίας. Του άρεσε, έτσι όπως κρατούσε το Βρέφος Ιησού. Βλέπει Και τον Άγιο Δημήτριο, καβαλάρη, με το ακόντιο. Θα τον πάρω, να χτυπάει τον εχθρό, σκέφθηκε. "Ας πάρω Και αυτόν τον μακρύ γένη "Άγιο...", ήταν ο Άγιος Νικόλαος.
Τους έβαλε μέσα στο σπιτάκι του Και άρχισε να κάνη την προσευχούλα του στην Παναγία, στον Άγιο Δημήτριο, στον Άγιο Νικόλαο.
Δεν πέρασαν πολλές ημέρες Και κάποια φορά πού έλειψε, μπήκαν μέσα στο σπίτι του κλέφτες Και του τα πήραν όλα. Δεν του άφησαν τίποτα. Έμειναν μόνο οι τρεις εικόνες.
Μπαίνει μέσα έκπληκτος, βλέπει ότι όλα του τα είχαν κλέψει. Πηγαίνει λοιπόν στην εικόνα της Παναγίας:
-Καλά, εσύ είχες να φροντίσεις το μωρό, να το πλάνης, να το ταΐσεις, δεν προλάβαινες. Τι να πρωτοκάνης; Το μωρό να κοιτάξεις ή τους
κλέφτες...
Πάει στον Άγιο Δημήτριο.
- Κι εσύ, καβαλάρης, ώσπου να βγάλεις το άλογο από το σταύλο, να το σελώσεις, να το ετοιμάσεις, φύγανε οι κλέφτες.
-- Αμ, εσύ, (απευθύνεται στον Άγιο Νικόλαο), Τι έκανες; Τίποτα δεν έκανες! Γιατί δεν φύλαγες τα πράγματα; Λοιπόν, για τιμωρία σε βγάζω έξω!
Παίρνει την εικόνα του Αγίου Νικόλαου Και την κρεμάει έξω.
-- Εδώ θα καθίσεις, μέχρι πού να έρθουν τα πράγματα πίσω!
Την άλλη μέρα το πρωί καταφθάνουν οι κλέφτες, φορτωμένοι μετά πράγματα.
- Πάρ' τα γρήγορα, γιατί ένας γέρος μας τρέλανε στο ξύλο...
Ό Άγιος Νικόλαος επέστρεψε τα πράγματα πίσω κάνοντας το θαύμα!

ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Π.ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Οι ιερές εικόνες είναι τα βιβλία του λαού μας. Ο άνθρωπος που δεν ξέρει γράμματα βλέπει και διδάσκεται από αυτές.


Η Ιστορία αναφέρει ότι ή αρχή της μετανοίας και της επιστροφής του Βουλγάρικου λαού στο Χριστιανισμό, οφείλεται σε μια
εικόνα. Ήταν ή εικόνα που παρίστανε τη Μέλλουσα Κρίσι. Την έδειξε τότε στο βασιλιά Βόρι ο ιεραπόστολος Άγιος Μεθόδιος, του την εξήγησε και την ανέλυσε. Του έκανε τόση εντύπωση, ώστε ο Βόρις αμέσως
πίστεψε στο Χριστό και μαζί του και όλος ο Βουλγαρικός λαός.

Γι 'αυτό και οι δυο Άγιοι, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, είναι οι με­γάλοι φωτιστές Και ιεραπόστολοι των Σλάβων.


ΒΙΒΛ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Π.ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 3


- Μερικοί ξέρουν
να μιλούν
και είναι
αξιοθαύμαστοι.
- Και άλλοι να σιωπούν
και είναι
αξιομίμητοι.




----------------------


- Και ποιοί δούλοι
ελευθερία δεν ποθούνε;
- Οι "δούλοι του Θεού"
γιατί τη ζούνε.





- Χωρίς Θεό
τα πάντα
επιτρέπονται.
- Με το Θεό
τα πάντα
"ανατρέπονται"



----------------------


- Μου αρέσουν
οι πνευματώδεις άνθρωποι
σε κάνουν να γελάς.
- Εμένα οι πνευματικοί
σε κάνουν...να κλαίς.



-------------------------


- Αγαπά τη ζωή
λέει ο αρχάριος.
- Ζήσε την αγάπη
λέει ο μακάριος.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 2


-Ο άνθρωπος πρέπει να πιστεύει

στη δύναμη της λογικής του.

Μ` αυτήν αγκαλιάζει

όλο τον κόσμο.

-Και στη δύναμη της πίστης του.

Μ` αυτήν

τον αγκαλιάζει ο Θεός.




-Μπορεί κανείς

να γίνει

άγιος;

- Αν παύσει

να`ναι

πλ-άγιος!




-Πολλοί ακούνε το λόγο του Θεού,

άλλα δε βγαίνουνε

το ίδιο ωφελημένοι.

-Γιατί

άλλοι τον ακούν κουμπωμένοι

και άλλοι ανασκουμπωμένοι.




- Οι καρποί του Αγ. Πνεύματος

μόνο στους ταπεινούς χαρίζονται.

-Γιατί δεν τους σφετερίζονται.




- Ασπροι και μαύροι σταυροί

στου Θεού τα τεφτέρια.

- Γιατί άλλοι σταυρώνουν τα πάθη

και άλλοι........τα χέρια.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

ΔΥΟ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ - Minunea Maicii Domnului de la Schitul Huta



Δύο θαυμαστά γεγονότα σημειωθηκαν με διαφορά 24 ημερών στη Ρουμανία και στη Ρωσία.Δύο εικόνες της Παναγίας του Καζάν(Καζάνσκαια)δάκρυσαν!

Το πρώτο συνέβη στη σκήτη Χούτα της Ρουμανιας στις 29 Αυγούστου 2009



Το δευτερο συνέβη στις γυναικείες φυλακές του Αλατιρ-Ρωσία στις 22 Σεπτεμβριου 2009 όταν δάκρυσε μια εικόνα της Παναγίας του Καζάν όπου είχε αγιογραφήσει πριν 15 χρόνια μία κρατούμενη.






http://proskynitis.blogspot.com/

Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ - Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας. ... Αναστάσιος Γιαννουλάτος,


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ- ΠΑΤΗΡ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ

Ο ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΕ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ.

Πώς μπορεί να προσευχηθεί κάποιος για τους κεκοιμημένους;


ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ανάπαυσον τους προκεκοιμημένους δούλου σου και λέμε τα ονόματα......

Από Αδάμ μέχρι το νυν

Από αρχής μέχρι εσχάτων.

μηδενός εξαιρουμένων.

αξιωμένη ψυχή Θεέ μου σώσε την

βοήθησε την

δρόσισε την

ελάφρωσε την

κάνε το έλεός σου.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΡΙΖΟΝΑΣ...St. Anthony's Monastery

Γένοιτο Κύριε το έλεος Σου εφ' ημάς κάθ' άπερ ηλπίσαμεν επί Σε. ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ Γ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ


Κατά την 18η του μηνός Ιουλίου 1963 ανέβηκα στην αγία Κορυφή των Αγίων Πάντων της Πάρου. Την δε 20η του Ιδίου μηνός τελέσαμε, μαζί με τον αδελφό Ιερόθεο Παραμανή την εορτή του προφήτου Ηλία.
Στην θεία Λειτουργία παρευρέθηκε και ο αγαπητός Πάριος θεολόγος Νικόλαος Αρκάς, ο όποιος και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Μετά την Ιερή Λειτουργία όλοι οι εορτασταί επέστρεψαν στα σπίτια τους και παρέμεινα μόνος με μόνον τον Θεό, με σκοπό όπως στην ησυχία συνέλθω, γνωρίσω τον εσωτερικό μου άνθρωπο και ζητήσω από τον Θεό, το μέγα και πλούσιο έλεος για τον εαυτό μου, την Μονή μου, τους αδελφούς μου, τα πνευματικά μου τέκνα και όλους τους ανθρώπους.
Συναισθανθείς τα πλήθη των πεπραγμένων μου δεινών, αλλά και την αθλιεστάτη, ελεεινοτάτη, αξιοκατάκριτο και αξιοδάκρυτο κατάστασι των ανθρώπων της τωρινής πονηράς, διεστραμμένης, διεφθαρμένης, απίστου και αχαλίνωτου γενεάς, ή οποία τρέχει ολοταχώς προς την αμαρτία και την απώλεια, παρακαλούσα τον Πανάγαθο και πολυεύσπλαχνον Ουράνιο Πατέρα να μην ανταποδώση και σε εμένα και σε όλους τους ομοίους μου αμαρτωλούς κατά τα έργα μας, ούτε να μας ελέγξει με τον θυμό Του, ούτε να μας παίδευση με την δικαία Του οργή, αλλά, κατά το άπειρο αυτού έλεος, την πολλή Του ευσπλαχνία και το αμέτρητο πλήθος των οικτιρμών Του, μας ελεήση και σώση.
Πολυέλεε Κύριε, έλεγα με δάκρυα, επειδή γνωρίζω και πιστεύω ότι κάθε παράβασις και παρακοή έλαβε ένδικο μισθαποδοσία, πώς είναι δυνατόν και εγώ και όλοι οι ομοιοί μου αμαρτωλοί και παραβάται να μπορέσουμε να εκφύγουμε την επερχόμενη σε εμάς πρέπουσα και δικαία τιμωρία;
Επειδή δε βλέπω τον εαυτό μου να εξακολουθή να αμαρτάνη, να παροργίζη και λυπή τον Θεό, Σε παρακαλώ να με πάρης μαζί σου, πλησίον Σου.
Ομολογώ ότι έχω αμαρτήσει ως ο άσωτος υιός. Σε εγκατέλειψα, αλλά Συ σαν Εύσπλαχνος και Φιλάνθρωπος πατέρας μη με εγκατάλειψης.
Ομολογώ ότι όλους έχω ξεπεράσει στην αμαρτία, αλλά γνωρίζω ότι δεν ήλθες να σώσης δικαίους, αλλά αμαρτωλούς να οδήγησης σε μετάνοια. Εάν και αμαρτωλός δεν κατέφυγα σε άλλον Θεόν, αλλά εις Σε τον αληθινό Θεό, τον ποιμένα τον καλό ζήτησε με τον πλανηθέντα ο Θεός και ελέησε με.
Παράλαβε σε παρακαλώ το πνεύμα μου, διότι δεν θέλω πλέον να ζω στον πολυαμάρτητον αυτό κόσμο. Δεν θέλω να βλέπω τις ασχήμιες του κόσμου, τις φαυλότητες, τις αισχρότητες, τις γύμνιες των αφρόνων και αναίσχυντων γυναικών, οι όποιες αφού απέβαλαν κάθε σεμνότητα, κάθε αγνότητα, κάθε ευσχημοσύνη, αιδημοσύνη, χρηστότητα, αγαθοσύνη και κάθε ανθρωπισμό, σαν ένσαρκοι και ορατοί δαίμονες, περιέρχονται, με ασυνειδησία και αναισχυντία, τις πλατείες, τους δρόμους, τις αγορές, τις πόλεις, τις λουτροπόλεις, τα νησιά. Ακόμη τολμούν και εισέρχονται και στις εκκλησίες και μονές «ξετσιπωμένες», βαμμένες, με τα τσιγάρα στα χέρια και στα στόματα τους, από τα όποια σαν από καπνοδόχους εξέρχεται καπνός και βρώμα, επιδεικνύοντας προκλητικώτατα την γύμνωσι του σώματος των για να αγρεύσουν ψυχές αθώες και καθαρές, ανδρών και γυναικών, και να τις οδηγήσουν στον βόρβορο της ακολασίας και απώλειας, φανερώνοντας συγχρόνως και την γύμνωσι της ψυχής των, γυμνήν από κάθε χριστιανική αρετή και ευπραγία.
Σε αυτή την αθλιεστάτη κατάστασι των περισσοτέρων γυναικών ένοχοι και υπεύθυνοι είναι πολλοί από τους γονείς και τους συζύγους, οι όποιοι αντί να αποτρέψουν, ελέγξουν και τιμωρήσουν τις θυγατέρες, τις γυναίκες και τις αδελφές τους, τις προτρέπουν μάλλον στην αναισχυντία' τις καμαρώνουν, τις θαυμάζουν και χαίρονται να τις βλέπουν ξετσιπωμένες, βαμμένες και ξετραχηλισμένες.
Ένοχοι επίσης είναι ο βασιλεύς, οι άρχοντες, ή κυβέρνησις, ή εξουσία, ή ασφάλεια και όλοι οι τεταγμένοι από τον Θεό προς περιφρούρησι και φύλαξι της κοινωνίας από όλα τα κακοποιό στοιχεία πού προξενούν βλάβη και ζημία στην πατρίδα και την Εκκλησία και περισσότερο ένοχος είναι ή Εκκλησία, ή οποία τις γυναίκες αυτές ώφειλε να τις άποβάλη από την Εκκλησία με επιτίμια και να μην τις επιτρέπει να μπαίνουν με άσεμνη ενδυμασία και με βαμμένα χείλη να ασπάζονται τις άγιες εικόνες, και να μεταλαμβάνουν των αχράντων Μυστηρίων.
Δεν θέλω, Θεέ μου, να βλέπω των ανθρώπων, λαϊκών και κληρικών (εκτός ολίγων εξαιρέσεων) την υπερηφάνεια, τον φθόνο την αλαζονεία, την ασέβεια, την απιστία, τις ασέλγειες, ακολασίες, αρπαγές, πλεονεξίες, ψεύδη, δόλους, επιορκίες. Δεν θέλω να ακούω τις δυσεβείς βλασφημίες, καταλαλιές, κατακρίσεις, συκοφαντίες, και φοβούμενος μήπως, ως αδύνατος και ασθενής, συμπαρασυρθώ από την κακία των πολλών, σε παρακαλώ να με πάρεις δια να μην αμαρτάνω, σε παροργίζω και σε λυπώ.
Εάν πάλι δεν θέλεις να με πάρεις, δός μου αληθινή μετάνοια, δός μου φώτισι και δύναμι να αντισταθώ κατά της αμαρτίας μέχρις αίματος και να σε δουλεύω με προθυμία τις υπόλοιπες ολίγες ήμερες της ζωής μου. Δός μετάνοια και επιστροφή εις όλους τους ομοίους μου αμαρτωλούς της γης, λαϊκούς και κληρικούς, άνδρες και γυναίκες, πλουσίους και πτωχούς, μεγάλους και μικρούς. Βάζω μεσίτας, δια την μετάνοια και σωτηρία και εμού και όλων, την Παναγία Εύσπλαγχνικωτάτη Μητέρα Σου, τις Ταξιαρχίες των Ασωμάτων αύλων Αγγέλων, και τις χορείες όλων των Αγίων Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων και Όσιων.
Αυτά προσευχόμενος έλεγα, Ιστάμενος μπροστά στις Άγιες Εικόνες του Χριστού και των Αγίων Πάντων, Ιδίως την νύκτα.
Κάποια νύκτα, μόλις κοιμήθηκα, είδα φοβερό και τρομακτικό ενύπνιο. Είδα ότι βρέθηκα έξω από τον Ιερό Ναό του προφήτου Ηλία σε απόσταση 40 μέτρα, και 40 μέτρα από τον Ιερό ναό των Αγίων Πάντων. Άκουσα φοβερό κρότο και ήχο από τον ουρανό πού κατέβαινε, σαν να κρημνίζονταν μεγάλο κάστρο.
Έντρομος έστρεψα τα μάτια μου προς τον ναό των Αγίων Πάντων, διότι νόμισα ότι θα έχη κρημνισθή ο ναός, αφού όμως είδα ότι ο ναός ήταν σώος, υπέθεσα ότι θα έπεσε το τείχος της αυλής. Παρατήρησα όμως και είδα ότι ούτε και το τείχος της αυλής έπαθε τίποτα. Ευρισκόμενος σε απορία από που προήλθε ο κρότος και περιστρέφοντας ερευνητικά τα μάτια μου είδα φοβερό και φρικτό θέαμα. Είδα υπεράνω του ναού των Αγίων Πάντων, σε ύψος μέχρις εκατό (100) μέτρων, να στέκονται πέτρες πολύ μεγάλες, έτοιμες να καταπέσουν στη γη, να συντρίψουν τα πάντα και λεπτύνουν σαν σκόνη.
Στο φοβερό αυτό θέαμα τόσος φόβος με κατέλαβε, ώστε παραλίγο να πεθάνω και αγωνιών σκεπτόμουν που να πάω για να κρυφθώ από την οργή Κυρίου. Προς στιγμή σκέφθηκα να τρέξω να μπω στον εκεί κοντά ιερό ναό του προφήτου Ηλία, αλλά βλέποντας τις μεγάλες πέτρες υπεράνω και έτοιμες να καταπέσουν, είπα. Τι κάμνω; Ό τρούλος του ναού είναι αδύνατο να βαστάξη τόσο βάρος, θα συντριβή και θα βρω θάνατο Οδυνηρότατο. Επάνω στην φοβερή αγωνία του θανάτου ξύπνησα τρομαγμένος και φοβισμένος.
Αυτό είναι το φοβερό ενύπνιο.
Στα όνειρα οι Άγιοι Πατέρες, οι νηπτικοί, μας παραγγέλλουν να μη δίδουμε προσοχή και να μην πιστεύουμε, διότι πολλούς πολλές φορές πλάνησαν τα όνειρα. 'Αλλά είναι και ενύπνια πολλές φορές από τον Θεό, τα όποια αποκαλύπτει ο Κύριος στους δούλους του, για να φοβηθούν και επιστρέψουν σε μετάνοια οι άνθρωποι.
Τέτοια όνειρα είδαν πολλοί από τους πατριάρχας, προφήτας, αποστόλους και τους θείους και οσίους πατέρας, για άρρώστειες, σεισμούς, πολέμους και συμφορές. Άλλοτε πάλι, όπως διαβάζουμε στις εκκλησιαστικές Ιστορίες, ο πολυεύσπλαχνος Θεός, ο θέλων να σωθούν όλοι και να έλθουν σε μετάνοια, και σε μερικούς αμαρτωλούς φανέρωσε τέτοια ενύπνια, για να τους επιστρέψει
σε μετάνοια, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τις συμφορές, πού προέρχονταν από τις αμαρτίες.
Εγώ ομολογώ ότι ούτε προφήτης ούτε άγιος είμαι" είμαι ένας από τους πολλούς αμαρτωλούς, ο αμαρτωλότερος και επειδή δεν μετανόησα ούτε μετανοώ όπως πρέπει, για να φέρη ο Κύριος και εμένα και τους ομοίους μου αμαρτωλούς σε μετάνοια, μου απεκάλυψε τον κίνδυνο, τον όποιο διατρέχουμε από τις πολλές μας αμαρτίες, και τον όποιον ο Κύριος μας έχει αποκαλύψει στις άγιες Γραφές, δια των αγίων Προφητών, Αποστόλων και Αγίων Πατέρων.
Άλλα και ο ίδιος φανερά και καθαρά μας παραγγέλει: «Εάν μη μετανοήτε, πάντες ομοίως απολείσθε» οι παμμεγέθεις λίθοι, οι υπεράνω των κεφαλών μας ευρισκόμενοι και μη καταπίπτοντες, οι άνωθεν των Αγίων Πάντων ιστάμενοι, φανερώνουν την επερχόμενη για τις αμαρτίες μας μεγάλη οργή του Κυρίου, την οποία δεν αφήνουν να πέσει για να μας σύντριψη και απολέση, με τις προς Θεόν υπέρ ημών δεήσεις και Ικεσίες τους, ή προστάτις, ή μεσίτρια, ή σκέπη και ή βοήθεια των ανθρώπων Ύπεραγία (Παναγία) Παρθένος, ή Μητέρα του Θεού και πνευματική ημών Μητέρα, καθώς και οι φίλοι του Θεού, οι Άγιοι Πάντες.
Επειδή, αγαπητοί μου αδελφοί, το τέλος εγγίζει και ή μεγάλη οργή Κυρίου έφθασε επάνω στα κεφάλια μας, «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Ας προσέξουμε, μην πλανούμε ή απατούμε τους εαυτούς μας λέγοντες, ότι ο Θεός είναι μόνον μακρόθυμος και πολυεύσπλαχνος και δεν μας τιμωρεί, όταν αμαρτάνουμε και παραβαίνουμε τις εντολές Του:
Μη μας άπατα ο εχθρός ο παμπόνηρος, καθώς ηπάτησε τους προπάτορας ημών και τους κατέστησε παραβάτας και παρηκόους της εντολής του Θεού και εξόριστους του Παραδείσου. Μη πλανώμεθα, «πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς έκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;», λέγει ο θεοκήρυξ απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού.
Ό Θεός είναι μακρόθυμος και πολυέλεος, αλλά είναι και δίκαιος. Ως μακρόθυμος και πολυέλεος μακροθυμεί, ελεεί, υπομένει τους αμαρτωλούς, άλλ' ως δίκαιος παιδεύει και τιμωρεί τους παραβάτας των θείων του εντολών.
Είναι αδύνατο ενώ αμαρτάνουμε να αποφύγουμε την οργή του Θεού. Έπρεπε τα παθήματα να μας γίνονταν μαθήματα. Πόσα παθήματα δοκιμάσαμε με τους πολέμους, τους λοιμούς, τους καταποντισμούς, τους σεισμούς, τους διωγμούς των Ελλήνων από την Θράκη και την Μ. Ασία, τους φόβους, τους κινδύνους, τις συμφορές, τις θλίψεις, τις στενοχώριες, καθώς ο ίδιος Απόστολος λέγει' «θλίψις και στενοχώρια παντί τω εργαζομένω το κακόν, Ιουδαίω τε και Ελληνι». Άλλα και ο ίδιος ο Θεός λέγει, δια του μεγαλοφωνοτάτου των Προφητών Ήσαΐου. «Εάν θέλητε και είσακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε, εάν δε μη θέλητε μηδέ εισακούστε μου, μάχαιρα ήμας κατέδεται" το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα».
Έπρεπε όλα αυτά να μας γίνονταν μαθήματα και να σταματούσαμε να παροργίζουμε τον Θεό με τις αμαρτίες μας.
Ό Φαραώ για την προς τον Θεό παρακοή του έλαβε παρά Θεού δέκα πληγές σε κάθε δε πληγή μετανοούσε, αλλά ή μετάνοια του δεν ήταν αληθινή, ήταν στιγμιαία. Εμείς οι Έλληνες δια την παρακοή μας προς τον Θεό και την έλλειψη της αγάπης λάβαμε δέκα πληγές, αλλά σε κάθε πληγή καθόλου δεν μετανοήσαμε, γίναμε χειρότερη. Έρχεται Μεγάλη οργή από Κυρίου Παντοκράτορας, την οποία αδύνατον να αποφύγουμε. Τότε μόνον θα αποφύγουμε, όταν μετανοήσουμε. Ας μετανοήσουμε, λοιπόν, ας επιστρέψουμε προς τον Εύσπλαχνο μας Πατέρα, τον Ουράνιο, από τον οποίο απομακρυνθήκαμε και με συντετριμμένη καρδιά και με δάκρυα, ας τον παρακαλέσουμε θερμά να παράβλεψη τις πολλές μας αμαρτίες, συγχώρηση, ελεήσει και μας σώση κατά το μέγα και πλούσιο αυτού έλεος. όταν ειλικρινά μετανοήσουμε, θα μας δεχθεί με ανοιχτές αγκάλες, θα μας συγχώρηση όπως τους Νινευίτες και θα μας ελεήση, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.
Γένοιτο Κύριε το έλεος Σου εφ' ημάς κάθ' άπερ ηλπίσαμεν επί Σε.
Ό εν Ίερομονάχοις ελάχιστος και Πνευματικός Πατήρ Αρχιμανδρίτης ΦΙΛΟΘΕΟΣ

Σηκωθείτε, Μακαριότατε, λυπηθείτε το ποίμνιο σας, τους χριστιανούς, πού, κλαίοντες και οδυρόμενοι, αναμένουν να ξυπνήσετε. Γ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ


Κάποια νύκτα είδα σε όνειρο ότι ευρέθηκα στην Κωνσταντινούπολη μέσα στον Ιερό Ναό της του Θεού Αγίας Σοφίας, ευρισκόμενος μόνος στο αριστερό κλίτος του Ναού. Στο δεξιό κλίτος ευρίσκονταν άνδρες και γυναίκες ολοφυρόμενοι και κλαίοντες γοερώς. Μερικοί ήλθαν προς εμένα και κλαίοντες μου είπαν ο πατριάρχης και ο βασιλεύς έχουν κοιμηθεί και δεν σηκώνονται σε παρακαλούμε έλα να τους σήκωσης. Έτρεξα και είδα τον πατριάρχη ενδεδυμένο με την πατριαρχική στολή, να ευρίσκεται εξαπλωμένος, σαν νεκρός, στο έδαφος του Ναού. Στην αρχή τον φώναξε μεγαλόφωνα" Σηκωθείτε, Μακαριότατε, λυπηθείτε το ποίμνιο σας, τους χριστιανούς, πού, κλαίοντες και οδυρόμενοι, αναμένουν να ξυπνήσετε. Άλλ' επειδή ο πατριάρχης έμενε νεκρός, ακίνητος, πλησίασα, έθεσα την δεξιά μου επί τον νώτον αυτού και προσπαθούσα να τον σηκώσω. Με πολύ κόπο τον σήκωσα μέχρι δύο πιθαμές, αλλά ήταν τόσο βαρύς, ώστε το χέρι μου από το βάρος αισθανόμουν ότι κινδύνευε να εξαρθρωθεί, και, μη δυνάμενος να τον κρατήσω, έπεσε πάλι, σαν νεκρός.
Μετά από λίγο, το χέρι μου το δεξί, το οποίο έτρεμε και πονούσε, έπαυσε να πονά και να τρέμει, και, τότε, έτρεξα στον βασιλέα, ο οποίος επίσης κοιμόταν, σαν νεκρός, ευρισκόμενος 6-7 μέτρα μακρύτερα του πατριάρχου. Προσπάθησα, κατέβαλα όλες τις σωματικές μου δυνάμεις να τον σηκώσω, αλλά στάθηκε αδύνατο. Επάνω στην μεγάλη μου αγωνία και την θλίψη μου, την οποία είχα, διότι δεν μπόρεσα να ξυπνήσω τον πατριάρχη και τον βασιλέα ξύπνησα.
Ό μεν πατριάρχης εικονίζει την Εκκλησία, την οποία αντιπροσωπεύει, ο δε βασιλεύς εικονίζει την πολιτεία. και ή Εκκλησία και ή Πολιτεία και οι άρχοντες αυτών, στις πονηρές ήμερες μας κοιμούνται τον βαρύτατο ύπνο της αμελείας και της ραθυμίας. Εάν δεν ξυπνήσουν και σηκωθούν, εάν δεν ξυπνήσουν και τον κλήρο και τον λαό σε μετάνοια, σε εργασία των εντολών του Θεού, των αρετών και των καλών έργων, θα δώσουν λόγο κατά την ήμερα της Κρίσεως, και θα τιμωρηθούν.
ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ 2001

«Δεν μας διώκεις εσύ, αλλά αυτός τον όποιον επικαλείσαι» . Ο Γ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ.


Στις αρχές του Β' Ευρωπαϊκού παγκοσμίου πολέμου είδα, ότι βρέθηκα στην Αθήνα, στην οδό Αθηνάς, κοντά στην πλατεία Μοναστηρακίου ξαφνικά, όμως, και ενώ ήταν ήμερα αίθρια και ο ουρανός καθαρός, φάνηκε νέφος ολόμαυρο, το όποιο σκέπασε τον αιθέρα του ουρανού και μετέβαλε την λαμπρά ήμερα σε μαύρη νύκτα. Έντρομος και εγώ καθώς και όλοι οι άνθρωποι, όσοι ευρέθηκαν στην οδό Αθηνάς και σε άλλους δρόμους, παρόδους και πλατείες, τρέχαμε να μπούμε σε καταστήματα και σπίτια, νομίζοντες ότι θα γίνονταν κατακλυσμός ή θα έπεφτε τόση βροχή, πού θα έκαμνε μεγάλες ζημιές και καταστροφές. Άλλα αντί να πέση βροχή ερίφθησαν από το νέφος εκείνο το σκοτεινό, το μαύρο, σαν αλεξιπτωτισταί, πλήθος δαιμόνων μαύρων, απαίσιων και αγρίων, με κέρατα, ουρές, όπως οι ζωγράφοι τους παριστάνουν στις άγιες εικόνες, οι όποιοι, πεσόντες ως αστραπή στην γη, επέπεσαν σαν λυσσασμένα θηρία εναντίον των ανθρώπων, τους οποίους κτυπούσαν άσπλαχνα, τραυμάτιζαν και σκότωναν. Έτρεξαν δε και εναντίον μου πολλοί, με θυμό και λύσσα, έτοιμοι να με κατασπαράξουν. Φόβος και τρόμος με κατέλαβε και αγωνία θανάτου, διότι δεν είχα κάποιο βοηθό.
Όλοι οι άνθρωποι, άλλοι μεν θανατώθηκαν και πληγώθηκαν στον δρόμο, άλλοι δε έτρεχαν να κρυφθούν. Στην απελπισία μου, κρατώντας ραβδί στα χέρια μου, άρχισα να τους κτυπώ μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά (διότι από παντού μου επετέθησαν) επικαλούμενος σε βοήθεια τον Χριστό. Με πολύ κόπο και αγώνα και πάλη Ισχυρά μπόρεσα να υπερισχύσω, με την βοήθεια του Χριστού και να τους εκδιώξω, οι όποιοι φεύγοντας και τρίζοντας τα δόντια τους, μου έλεγαν" «Δεν μας διώκεις εσύ, αλλά αυτός τον όποιον επικαλείσαι» .

«ΦΥΛΑΧΘΗΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΘΑΡΣΙΑ», ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ Γ. ΦΙΛΟΘΕΟ


Το επόμενο έτος 1923 είδα ότι ευρέθηκα μαζί με μερικούς άλλους έξω από το Αμαρούσιο προς το μέρος της Πεντέλης και άκουσα φωνή δυνατή πού έλεγε «Φυλαχθήτε από την ακαθαρσία», και μαζί με την φωνή ακούω βοή ηχηρά, σαν Χείμαρρο ορμητικό, να κατεβαίνη από την Μονή της Πεντέλης, και, ενώ στεκόμασταν παρατηρούντες, ξαφνικά πλημμύρισε ο τόπος όπου είμεθα από βρωμερές ακαθαρσίες. Τρέχοντες και έντρομοι αποσυρθήκαμε σε ένα υψηλό μέρος για να μη ρυπανθούμε από τις ακαθαρσίες και να βλέπουμε άλλον χείμαρρο με ακαθαρσίες να κατεβαίνη από το μέρος της Κηφισιάς. Ενώθηκαν στην συνέχεια και οι δύο χείμαρροι και έγιναν σαν μελανό ποτάμι και βρώμικο κατερχόμενο προς την πόλη των Αθηνών. Τότε είπα προς τους παρευρισκομένους. Από που οι ακαθαρσίες αυτές και όπου θα πάνε, θα προξενήσουν μεγάλη ζημιά! και πάλι ακούσθηκε φωνή πού έλεγε: Αυτές οι ακαθαρσίες προέρχονται ένα μέρος από τους εντοπίους και άλλο μέρος από τους πρόσφυγες, θα ενωθούν δε με άλλες ακαθαρσίες από τα περίχωρα των Αθηνών και θα εισβάλουν στην Αθήνα, όπου υπάρχουν και άλλες πολλές ακαθαρσίες, και θα ακολουθήσει πολύ μεγάλη βλάβη και ζημία .

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ Γ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ


Μετά από λίγες ήμερες μου φάνηκε ότι ευρέθηκα στην πόλη Σύρο, στο άκρο της πλατείας μαζί με δύο άλλους άρχοντας της πόλεως να συζητούμε για την αποκατάσταση των προσφυγών. Κατά την ώρα πού συζητούσαμε σήμανε ή ώρα δώδεκα μεσημέρι και, αφού διακόψαμε την συζήτηση, ωρίσαμε να συνεχίσουμε στις 3 το απόγευμα. Οι μεν άρχοντες πήγαν στα σπίτια τους να γευματίσουν, εγώ δε μπήκα σε ένα ξενοδοχείο και αφού μπήκα κατέβηκα κάποια μικρή σκάλα και προχωρώντας σε ένα στενό διάδρομο είδα διάφορα δωμάτια με κλεισμένες πόρτες. Άνοιξα μια πόρτα για να μπω σε ένα δωμάτιο και βλέπω αυτό γεμάτο από βόρβορο και ακαθαρσία. Βγήκε δε τόση δυσωδία, ώστε αναγκάσθηκα να κλείσω αμέσως την πόρτα. Ανοίγω δεύτερο, τρίτο και άλλα δωμάτια από εδώ και απ' εκεί του διαδρόμου, αλλά όλα ήσαν γεμάτα από ακαθαρσία και δυσωδία. Αδημονώντας και λυπούμενος στάθηκα στην άκρη του διαδρόμου συμμαζεύοντας τα ράσα μου για να μη λερωθούν, διότι από τα κλειστά δωμάτια έβγαινε ακαθαρσία και έτρεχε στον διάδρομο.
Ενώ δε ετοιμαζόμουν να εξέλθω, βλέπω ξαφνικά πλήθος ανδρών και γυναικών, κατά κανόνα νέους οι όποιοι κατεβαίνοντας την μικρή εκείνη σκάλα, με βιασύνη άνοιγαν τα δωμάτια εκείνα τα γεμάτα βόρβορο και ακράτητοι έπεφταν μέσα στο βόρβορο και βυθίζονταν χωρίς να φαίνονται πλέον. Έντρομος γενόμενος και αφού ήλθα στον εαυτό μου αναφώνησα. Άλλοίμονο! Άλλοίμονο στους ανθρώπους αυτούς! Πώς «εν τιμή όντες ου συνήκαν, παρασυνεβλήθησαν δε τοις κτήνεσι (τοις ακαθάρτοις χοίροις) και ωμοιώθησαν αυτοίς!» Πού είσαι θρηνητικώτατε Ιερεμία, να κλαύσης και πενθήσης την γενεά αυτή την μοιχαλίδα και αμαρτωλό; Δώσε, Κύριε, ύδωρ εις την κεφαλή μου και πηγάς δακρύων εις τους οφθαλμούς μου, για να κλαύσω και πενθήσω τόσο, ώστε να μη απομείνει δύναμις εις εμένα αλλά να πεθάνω κλαίοντας και οδυρόμενος και για τις ιδικές μου αμαρτίες και δια την αξιοδάκρυτη και αξιοθρήνητη κατάστασι των ανθρώπων της παρούσης πονηρας και διεφθαρμένης γενεάς.

1. Ή οπτασία αυτή ήταν σαφέστερη προδήλωσις της οργής του Θεού για τις αμαρτίες των ανθρώπων ή οποία εκδηλώθηκε με τους πολέμους, τις συμφορές και θλίψεις των εθνών, πού ακολούθησαν μετά την οπτασία, την οποία είδα. (Ή σημείωση είναι του π. Φιλόθεου).

ΑΛΛΙΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ- ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ

Λίγες ήμερες μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας κατά το έτος 1922 κάποια νύκτα είδα ότι ευρέθηκα με μερικούς άλλους όχι μακριά από την Μονή μου στο άκρο της κοιλάδας και θεωρώ (βλέπω) υψηλά στον αιθέρα κάποιο νέφος μι­κρό, σκοτεινό, μαύρο το όποιο άρχισε λίγο-λίγο να διαλύεται και όταν διαλύθηκε φάνηκε καθαρά το θηρίο της Αποκαλύψεως με τα επτά κεφάλια και δέκα κέρατα. Στην αρχή πετούσε σαν αεροπλάνο υψηλά, μετά κατέβηκε χαμηλά και κοντά μου μέχρι 15 μέτρα. και είδα να κάθονται επάνω στα κεφάλια και τα κέρατα του πολλούς από τους άρχοντας της γης, αυτο­κράτορας, βασιλείς, ηγεμόνας, πρωθυπουργούς και από τους άρχοντας της Εκκλησίας" πάπας, πατριάρχας, αρχιερείς, ενδεδυμένους τις στολές τους οι μεν άρχοντες της πολιτείας τα διαδήματα και τα σκήπτρα, οι δε της Εκκλησίας τις Ιερατικές στολές τους, τιάρες, μίτρες, πατερίτσες κ.λπ. Φόβος και τρό­μος με κατέλαβε και αφού στέναξα από την καρδιά μου, είπα. Αλλίμονο στον κόσμο! Πόση θλίψις πρόκειται να έλθει στους κατοικούντας την γη, όταν οι άρχοντες τους είναι υπη­ρέτες και δούλοι του Αντίχριστου!

ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ 2001

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 1


-Είμαι πολύ αμαρτωλός
νιώθω βαθιά το κρίμα.
-Χαρά που τ` ανακάλυψες.
Είναι το πρώτο βήμα.

- Οι αμαρτίες μου
είναι ωκεανός.
Πνίγομαι!
- Είναι σταγόνα
μες στον ωκεανό
της αγάπης του Θεού.
Κολύμπα!

- Και τι χρειάζεται,
για να μάθουμε
πόσα είδη αμαρτιών
υπάρχουν;
- Ενα πιστό
φωτοαντίγραφο
της καρδίας μας.

-Διαβάζω την Αγία Γραφή
μα δεν την καταλαβαίνω.
Βρίσκω ότι μερικά σημεία
είναι "ήξεις, αφήξεις".
-Προσευχήθηκες ποτέ,
πριν την ανοίξεις;

-Βλέπουμε τα πάθη του Χριστού
και γοερά θρηνούμε.
-Θρηνεί κι Εκείνος στο Σταυρό
για τα δικά μας πάθη
που αγνοούμε.

- Η φιλαυτία μας ωθεί
να μάθουμε πολλά
για το Χριστό
να μορφωθούμε!
-Κι η Εκκλησία μας καλεί
να πάθουμε πολλά
με το Χριστό
να σταυρωθούμε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ- ΓΕΡΟΝΤΙΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ



Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΝΟΣ ΦΟΝΙΑ ΣΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ



Ό κατάδικος αυτός ήταν Μολδαβός. Ήταν ένας τύπος θηριώδης και άγριος, ο όποιος όμως στη συνέχεια μετανόησε. "Ήταν μέσης ηλικίας, σωματώδης, αλλά όχι ψηλός. Να τι μου διηγήθηκε αυτός για την ζωή του Ήδη από τα παιδικά μου χρόνια προσπαθούσα να αποφύγω την εργασία, μου άρεσε να ζω χωρίς να κάνω τίποτα. Ή τεμπελιά αυτή με έμαθε να κλέβω από τους κήπους, τα αμπέλια και τα μελίσσια των άλλων. Συχνά πήγαινα σε φίλους και σχεδόν κάθε μέρα έπινα. Ό πα τέρας μου με μάλωνε και με καταριόταν. Εγώ oχι μόνο δεν τον άκουγα, αλλά και τον έβριζα. Όταν μου μιλού σε για τον Θεό, του απαντούσα με βλασφημίες... Μέρα με τη μέρα γινόμουν oλο και χειρότερος και πιο ακόλαστος.
Έφτασα σε τέτοιο σημείο, πού άρχισα να κτηνοβατώ να κλέβω και να παραδίδομαι στη μέθη. Τα πάθη μου με βασάνιζαν. Δεν χαιρόμουν καθόλου τη ζωή μου. Μια μέρα αποφάσισα να πάω στον ιερέα της ενορίας μας για να εξομολογηθώ, ήμουν αποφασισμένος να αλ λάξω τη ζωή μου. Είχα πάρα πολύ καλή διάθεση, αλ λά, όταν πλησίασα το σπίτι του είδα ότι μόλις εκείνη τη στιγμή κάποιοι τον έφερναν από κάπου και ήταν πάρα πολύ μεθυσμένος. Όταν τον είδα σε τέτοια κατάσταση, έφυγα αμέσως, βρίζοντας τον, και πήγα κατευθείαν στην
ταβέρνα. Από τη θλίψη, πού με κατέλαβε, όλη τη νύχτα έπινα. Λυπόμουν πάρα πολύ τον εαυτό μου, ειλι κρινά ήθελα να διορθωθώ. Όταν πήγα στον ιερέα είχα την αίσθηση ότι ή ζωή μου είναι διεφθαρμένη, στο δρό μο σκεπτόμουν: όχι, φτάνει πια, δεν είναι καλό να ζω.
Μία τέτοια ζωή, πρέπει να μετανοήσω και να αλλάξω, να αλλάξω ριζικά. και έτυχε να γίνει αυτό το πράγμα! Όχι, σκεφτόμουν, τώρα είμαι χαμένος για πάντα, δεν υπάρχει πια για μένα ή επιστροφή. Χάθηκε ή ψυχή μου. Έπινα το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Όταν το πρωί με πολλή δυσκολία έφτασα στο σπίτι, ο γέρος πατέρας μου άρχισε να με μαλώνει. Εγώ τον έπιασα

και άρχισα να του σφίγγω το λαιμό. Μετά από πέντε λεπτά αυτός παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Έφυγα από την πόλη μου. Μετά από τρεις μέρες έφτασα στο Κισινιόφ... Από εκεί πήγα στην Αυστρία. Στην Αυστρία δεν μπόρεσα να μείνω για πολύ καιρό, νοσταλγούσα την πατρίδα μου, γύρισα στη Ρωσία... εκεί με έπιασαν και μετά από δί κη καταδικάστηκα σε καταναγκαστική εργασία. Ξέρε τε, παππούλη, με βασανίζουν πολύ οι σαρκικές επιθυμίες. Όταν αυτά λίγο με αφήνουν, τότε από τα βάθη της ψυχής μου, σαν λάβα από ηφαίστειο, βγαίνει μία φοβερή απελπισία, μισώ τον εαυτό μου, ταυτόχρονα όμως έχω μεγάλη επιθυμία να ελευθερωθώ απ’ αυτό το πάθος. τι πρέπει να κάνω; Δεν μπορώ άλλο.
- Χαρά μου, πρέπει να έχεις τόση απέχθεια για τον εαυτό σου και τόση ταπείνωση, ώστε να αισθάνεσαι ότι είσαι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός σε όλο τον κόσμο. Έχοντας αυτό το αίσθημα της αυτοκαταδίκης, να εξομολογηθείς και να μην αποκρύψεις ούτε μία από τις αμαρτίες σου. Αν και αυτό δεν θα σε βοηθήσει, τότε το πιο άμεσο και ριζικό μέσο είναι το εξής: αν θέλεις να ελευθερωθείς τελείως από τις χρόνιες αμαρτωλές σου συνήθειες, τότε πρέπει να εξομολογηθείς δημοσίως μπροστά σε όλους τους φυλακισμένους. Αυτό θα για σένα το πιο ριζικό και το πιο σωστό μέσο. Ό κατάδικος βυθίστηκε σε σκέψη.
- Αυτό είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο.
- Άλλο πιο δραστικό φάρμακο για τις παλιές σου αμαρτίες δεν υπάρχει.
- Πιστέψτε με, παππούλη, αυτό μου είναι πολύ δύσκολο.
- Άλλο φάρμακο για τέτοιες αμαρτίες δεν υπάρχει πάνω στη γη. Τέτοιες συνήθειες ξεριζώνονται από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής μόνο με την σκαπάνη της μεγάλης ταπείνωσης ενώπιον του Θεού.
- Όχι, δεν μπορώ να το κάνω. Σ' αυτό δεν μπορώ να σας αναγκάσω, αλλά ένα πράγμα πρέπει να σας πω, ότι άλλο μέσο για να ελευθερωθείτε τελείως από αυτό το χρόνιο κακό δεν υπάρχει.
Σκεφτείτε, τι θα γίνει αργότερα; Έτσι ή αλλιώς θα - πρέπει να πιείτε μέχρι την τελευταία σταγόνα το πικρό ποτήρι της ζωής σας.
- Το καταλαβαίνω, αλλά δεν έχω θάρρος να το κάνω.
- Κάντε το εξής: αύριο ειδικά για σας θα κάνω μία κοινή εξομολόγηση κατά τη διάρκεια της οποίας θα μπορέσετε να κάνετε αυτήν την γενναία πράξη.
Την επόμενη μέρα πριν αρχίσω τη θεία λειτουργία έκανα την κοινή εξομολόγηση. Δεν είδα εκεί τον κατάδικό αυτό και αυτό μου προκάλεσε μεγάλη αγανάκτη ση. Άρχισα τη θεία λειτουργία. Μετά το κοινωνικό έκανα κήρυγμα. Πρόσεξα ότι οι φυλακισμένοι με πολλή προσοχή άκουγαν τον λόγο του Θεού. Τελειώνοντας, τους είπα να γονατίσουν. Γονάτισα και εγώ, και όπως το είχα συνηθίσει, τελείωσα το κήρυγμα μου με την εξής προσευχή:
«Κύριε, Βασιλεύ! Ρίξε το βλέμμα Σου σ' αυτούς τους καημένους κατάδικους και την ώρα της θερμής τους με τάνοιας, άνοιξε γι' αυτούς, Εύσπλαχνε Κύριε, τις πύλες τη αγάπης Σου, πού τα πάντα συγχωρεί. Ποιος, Κύριε, από τους θνητούς ανθρώπους είναι καθαρός ενώπιον Σου; Εσύ, Δέσποτα του ουρανού και της γης, κάνε να λειτουργήσει γι' αυτούς αντί της δικαιοσύνης Σου ή θεία Σου αγάπη, ή οποία λιώνει την ψυχή και την καρδιά του αμαρτωλού».
Δεν πρόλαβα καν να σηκωθώ στα πόδια μου, όταν αυτός ο κατάδικος ανέβηκε στον σολέα και άρχισε μπροστά σε όλους να εξομολογείται τις αμαρτίες του. Όταν τις έλεγε όλοι οι κατάδικοι έκλαιγαν.
Όταν τελείωσε την εξομολόγηση του απευθύνθηκα σ' αυτόν με ένα λόγο και του είπα:(Υιέ μου, υιέ μου αγαπητέ! Την ώρα της δημόσιας εξομολόγησης σου, με την οποία οδήγησες και τους άλλους φυλακισμένους στην οδό της μετάνοιας, ο Χριστός, ο Φίλος και Σωτήρας των αμαρτωλών πού μετανοούν, έσβησε από τον χάρτη της Θείας του Δικαιοσύνης τις αμαρτίες και τις ανομίες σου. Αυτός, στα αμαρτωλά μου χείλη βάζει τον λόγο, τον όποιο και ο ίδιος σε τέτοιες εξαιρετικές στιγμές της γήινης ζωής Του έλεγε, Σου αφήνονται οι αμαρτίες σου οι πολλές γιατί τώρα Τον αγάπησες πολύ».
Ό φυλακισμένος έκλαιγε με λυγμούς. Όταν ησύχασε ήρθε να κοινωνήσει. Την δεύτερη μέρα μου είπε, ότι αισθάνεται σαν να γεννήθηκε ξανά. ότι έχει χαρά στην ψυχή του και ότι αυτή είναι τώρα ή γενέθλια ήμε ρα του, κατά την όποια ήρθε στον κόσμο, όχι τον κόσμο τον όποιο γνώριζε μέχρι χθες, αλλά έναν άλλο κόσμο, έναν ανακαινισμένο και μεταμορφωμένο κόσμο.
Ευχαρίστησα τον Χριστό για το ότι πραγματικά είναι τόσο κοντά στους αμαρτωλούς.
- Στη Ρωσία ή εξομολόγηση γίνεται πριν από κάθε θεία λει τουργία. Ό ιερέας διαβάζει στον λαό τις σχετικές ευχές και ενθυμί ζει, τα βασικότερα παραπτώματα και αμαρτήματα. Αυτό λέγεται κοινή εξομολόγηση. Μετά ο καθένας περνάει στον ιερέα, εξομολο γείται, προσωπικώς και λαμβάνει την συγχώρηση.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΠΟ ΟΣΑ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΕΖΗΣΑ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗΣ ΣΚΗΤΗΣ ΠΡΟΦ. ΗΛΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ




ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΟΘΕΡΜΗ ΕΥΧΗ ΝΑ ΤΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΕΝΘΕΟ ΖΗΛΟ ΤΟΥ ΠΡ. ΗΛΙΑ.





Σαν πρόλογος

Ήμουνα στον κόσμο μια φορά κι έναν καιρό, απ’ τον άμβωνα απευθυνόμουν στον πιστό λαό. Τον Απόστολο Παύλο είχα οδηγό πνευματικό, ένοιωθα όπως εκείνος την ανάγκη να μιλώ για το Θεό.

Συνεργάτες μου ηχογραφούσαν κάθε λόγο μου φτωχό, έτσι αποταμιεύτηκε σε κασέτες όλο αυτό το υλικό. Οι ακροατές του Θείου λόγου όμως τον ζήτησαν γραπτό, και να, ήρθε ή ώρα ή ευλογημένη για το βιβλίο αυτό.

Πρόκειται για κηρύγματα απροετοίμαστα κι απλά, πού εκφωνήθηκαν επίκαιρα, αλλά και περιστασιακά. Όταν το καλούσε ή ώρα και για του Κυρίου τα παιδιά, ω στιγμές ωραίες και εμπνεύσεις, πού δονούσαν την καρδιά.

Το πρωί, το απόγευμα και μέσα στη βαθειά νυχτιά,

στον Εσπερινό, στη Λειτουργία, στην Αγρυπνία ξαφνικά.

Ό Θεός μου άνοιγε το στόμα για λόγια εποικοδομητικά,

να παρηγορήσω, να στηρίξω, τα πρόβατα του Χριστού τα λογικά.

Έχω βέβαια την ελπίδα ότι οι σελίδες πού ακολουθούν, από τον διψασμένο κόσμο με χαρά πολλή θα διαβαστούν. και μακάρι οι ψυχές οι πονεμένες να γλυκοαναπαυθούν, και για μένα τον ελάχιστο Αγιορείτη να προσευχηθούν.


Το ζητώ από τον Θεό σαν χάρη, το ίδιο και σεις αγαπητοί, ένα να ζητάτε, ένα να ποθείτε κάθε ώρα και στιγμή. Στην Πατρίδα μας να είναι άφθονη ή πνευματική τροφή, ν' ακούνε οι Έλληνες πρόθυμα και πάντα του Κυρίου τη φωνή.

Οι εργάτες του Ευαγγελίου να είναι και πολλοί και εκλεκτοί, να σπέρνουν τον θείο λόγο πάντα ακούραστοι και δυνατοί. να δίνουνε τη μαρτυρία με δύναμη, με αγάπη και υπομονή, και θα έρθει, να την προσδοκάτε, ή ημέρα ή ποθητή.

Θα βλαστήσει, θα καρποφορήσει ο Θειος σπόρος θεαματικά, θα αλλάξει ή κοινωνία, θα πάει ή χώρα μας μπροστά. Πρωτοπόροι όμως ποιοι θα είναι στα έργα τα πνευματικά; Εμείς, αγαπητοί μου, ναι. Σας το λέγω, το τονίζω αδελφικά.

Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Καραχρήστος.

ΦΟΒΕΡΗ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ

Φοβερά οπτασία

Ί. Μονή Λογγοβάρδας 1925

Υ.Γ. Δεν θέλω αγαπητέ μοι, να σας υστερήσω oπτασία φοβερά, ην είδον εις τάς αρχάς του Βαλκανικού πολέμου. Νύκτα τινά, μοί εφάνη, ότι εσκοτίσθη ο ορί­ζων, εσείετο ή γη και εφευγον οι άνθρωποι να κρυφθούν εις οπάς και εις σπήλαια ετρεμον δε και επιπτον εις την γήν ως φύλλα και απέθνησκον πολλοί εκ της φοβέρας ε­κείνης οργής. Ιστάμενος κάγώ εις τι μέρος, και φεύγων από προσώπου της οργής Κυρίου, είδον αίφνης τείχος πολύ υψηλόν από την γήν και επί του τείχουν έξέδραν. Ήταν ηνοίχθησαν οι ουρανοί και κατέβη φοβερός νεανίας κρατών σπάθην μεγάλη εις την δεξιάν (ως εικάζω ο Αρχων Μιχαήλ θα ήτο ή έτερος Άγγελος). Κατήρχετο δε με απειλή και θυμό. εις την θέα του νεανίου έπεσον πρηνής και παρ' ολίγον να εκπνεύσω εκ του φό­βου και τρόμου. Σταθείς δε επί της εξέδρας με πρόσωπον θυμωμένο και με φωνή ώσπερ μεγάλη βροντή ηπείλει το ανθρώπινο γένος ότι θα το εξολόθρευση δια την απείθεια, δια την αχαριστία προς τον Πλάστη και Ευεργέτη του, δια τάς ασεβείας, ασέλγειας και παρανο­μίας. Δεν ενθυμούμαι καλώς τους λόγους, διότι με τον ήχο της βροντώδους και ηχηράς εκείνης φωνής ή ψυχή μου παρ' ολίγον εχωρίζετο του σώματος. Αφ' ου ήλεγξε τους ανθρώπους ήρχισεν ολίγον κατ' ολίγον να μαλακώνη ο θυμός του, Αφ' ου δε ηνόησα ότι παρήλθεν ο θυμός του, ενώ εκειτόμην πρηνής, ύψωσα την κεφαλήν μου ο­λίγον, αλλά με φόβο, και είδον το πρόσωπον αυτού όχι άγριον ως πρότερον, αλλά ήμερον και ιλαρόν, το δε σκότος εκείνο το φοβερό απηλάθη' λαβών εκ τούτου θάρρος, και ατενίσας εις το φαινόμενον τω έδειξα με την χείρα μου τον Ουρανό και με τρέμουσα φωνή τω είπον. Θα έλθω και εγώ επάνω εις τους Ουρανούς; Ναι, μοί είπεν, θα έλθης, εάν κάμνης καλά έργα και φυλάτης τάς έντολάς του Κυρίου και πάντες οι φυλάττοντες τάς έντολάς του Κυρίου θα γίνουν μέτοχοι της ουρανών Βασιλείας, ης γένοιτο ημάς επιτυχείν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.

(Από ύποσημείωσιν επιστολής του πατρός Φιλόθεου).
ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ 20003

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕ ΔΙΕΣΩΣΕ - ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ


Ό φύλαξ Άγγελος με διέσωσε

30-1-1954

...Ενθυμούμαι όταν ήμουν μικρός, επιστρέφων πότε μόνος μου από τι πατρικό κτήμα εις το χωρίον, περί την δύσιν του ηλίου, εξεπήδησεν από μίαν έλαίαν, η οποία είχε μεγάλη κουβάλα, ένας δαίμων άγριος την ό­ψιν, χαλκοπράσινος, με ξεσχισμένα ιμάτια, με κέρατα εις την κεφαλήν και, πλησιάσας έως 5-6 μέτρα, έρριπτε εναντίον μου βροχή λίθων, οι όποιοι έπιπτον άλλοι έμπροσθεν των ποδών μου, άλλοι περνούσαν ως σφαίρα δεξιά και αριστερά της κεφαλής μου και όλου του σώματός μου, άλλ' ο Θεός με διεφύλαξε χωρίς να μου εγγίση κανείς λίθος. Ό Ουράνιος Πατήρ με διεφύλαξε και εντεταλμένος Άγγελος, ο φύλαξ εκάστου άνθρωπου χριστιανού, με διέσωσε. Μόνον ένας σκύλος πού ήτο μαζί μας στην οικία μας, εκείνον κτύπησε ένας λί­θος εις τον πόδα και έμεινε χωλός. Τόση είναι ή κακία, ή μανία και ή λύσσα του παγκακίστου εχθρού, δι' ο και ανθρωποκτόνος λέγεται, αλλά και ή φιλανθρωπία και ή αγάπη του αγαθού και καλού μας Ουρανίου Πατρός εί­ναι ασυγκρίτως μεγαλύτερα και δεν μας εγκαταλείπει... Έχετε θάρρος, ελπίδα και αγάπη προς τον Σωτήρα και Θεόν ημών. Μεταδώσατε και μεταλαμπαδεύσατε ταύτας τάς αρετάς και εις το τέκνον σας και μη φοβηθήτε, μη δειλιάσετε από φόβου νυκτερινού και από συμπτώματος δαιμονίου μεσημβρινού και πάσης άλλης παγίδος του εχθρού. Προσεύχεσθε δε μετά πίστεως και συντριβής καρδίας και ταπεινώσεως, και λέγετε την Κυριακήν προσευχήν, το «... μη είσενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τον πονηρού». Ή προσευχή μετά της τα­πεινοφροσύνης καθίστα αχρήστους τάς καθ' ημών παγί­δας του εχθρού, τον όποιον ο Κύριος να κατάργηση και αξίωση ημάς και πάντας της ουρανίου και ατελεύτητου Αυτού ζωής και Βασιλείας. Αμήν. Ή καθαρά προσευχή, κατά τον θείον Χρυσόστομο, είναι φυγαδευτήριον των δαιμόνων, θησαυροφυλάκιον των χαρισμάτων του Άγιου Πνεύματος....

... Μετά την ανάγνωσιν της επιστολής σας επετάσθην υπό των πτερύγων της πατρικής αγάπης και ήλθον εις Θεσσαλονίκην και σας είδον, είτε εν σώματι, είτε ε­κτός σώματος ήλθον ουκ είδον. Ό Θεός όστις είναι όλος αγάπη οίδεν. Εγώ εν μόνον οίδα ότι ειμί θνητός και μετ' ολίγον θα αναχωρήσω εκ της πρόσκαιρου ζωής και πατρίδος και θα μεταβώ εις την ατελεύτητον και ουράνιον, και, επειδή σας αγαπώ, επιθυμώ να έλθετε εκεί όπου θα υπάγω να είμεθα μαζί.

Σας δίδω την τελευταίαν μου πατρικήν συμβουλήν ή οποία είναι συμβουλή του Ουρανίου Πατρός ημών:

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι κάγώ αναπαύσω υμάς», λέγει ο Κύριος... Εγώ λοιπόν, μόλις λάβω την πρόσκλησιν, θα αναχωρήσω. Υμείς, α­γαπητά μου πνευματικά τέκνα... φροντίσατε να γίνετε πράοι και ταπεινοί τη καρδία δια να εύρητε ανάπαυσιν αιώνιον....

Μετά πατρικής αγάπης και ευχών εγκαρδίων ο πνευματικός σας πατήρ Άρχιμ. Φιλόθεος