Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012
ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΤΟΥ Π. ΤΥΧΩΝ ΣΕΒΚΟΥΝΩΦ
«Να
θυμάσαι το κήρυγμα του πανοσιολογιότατου Ιωσήφ Βολότσκι: η μέρα για εργασία, η
νύχτα για προσευχή».
Η
νυχτερινή προσευχή, λένε, είναι η ιδιαίτερη δύναμη τού μοναχού. Κάποτε ο π.
Ιωάννης, θέλοντας πιστεύω να με ενισχύσει στο δρόμο που διάλεξα αλλά και να
βοηθήσει λιγάκι να δω τι είναι αυτός ο πνευματικός κόσμος, μου έβαλε έναν
ιδιαίτερο κανόνα προσευχής. Για τη νύχτα βασικά. 0 π. Ιωάννης διάλεξε ακριβώς
αυτή την ώρα, που η επικοινωνία μου με τον εξωτερικο κόσμο φαινόταν να είναι η
ελάχιστη δυνατή. Από τις δύο το πρωί ως τις δέκα το βράδυ έκανα την διακόνημά
μου στο βουστάσιο, και κατόπιν αυτών όλη την νύχτα ως το πρωι είχα υπηρεσία
στην πλατεία τού ναού της Κοίμησης. 0 π. Ιωάννης με ευλύγησε να εκτελέσω τον
ιδιαίτερο κανονα τής Προσευχής τού Ιησού να προσπαθήσω να τη μελετήσω με το
μυαλό και την καρδιά και να αποδεσμευτώ από όλες τις ξένες σκέψεις, ακόμα και
τις πραγματικά σωστές και επαινετές.
Είναι
εκπληκτικό! Όταν ο άνθρωπος επικεντρώνεται στην προσευχή και περιορίζει κατά το
δυνατόν την τροφή του, τον ύπνο και την επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους,
όταν δεν επιτρέπει στο μυαλό του μάταιες σκέψεις ή στην καρδιά του εμπαθή
συναισθήματα, τότε πολύ σύντομα ανακαλύπτει ότι στον κόσμο, εκτός του ιδίου και
των άλλων ανθρώπων, υπάρχει και κάποιος Άλλος. Και αυτός ο Άλλος περιμένει
υπομονετικά, μήπως στρέψουμε την προσοχή μας σ' Αυτόν, μέσα στην ατέλειωτη
βιάση τής ζωής μας. Ναι. υπομονετικά περιμένει. Διότι ο Θεός δεν επιβάλλει την
κοινωνία του ποτέ και σε κανένα. Και αν ο άνθρωπος συνεχίσει να προσεύχεται
σωστά (εδώ πρέπει οπωσδήποτε να υπογραμμίσουμε ότι «σωστά» σημαίνει όχι
αυθαίρετα, αλλά με την καθοδήγηση κάποιου έμπειρου πνευματικού πατέρα), τότε
μπροστά στα πνευματικά του μάτια ξεδιπλώνονται μαγευτικά φαινόμενα και εικόνες.
Η
νύχτα περνούσε γρήγορα με την καθορισμένη από τον π. Ιωάννη προσευχή και την
ανάγνωση του Ψαλτηρίου. Όταν όμως το μυαλό άρχιζε να κουράζεται και να αποσπάται,
καταπιανόμουν με μετάνοιες στην είσοδο του σπηλαίου. Συνάμα όσο μπορούσα,
προσπαθούσα να νηστεύω. Ήθελα όμως τόσο πολύ να φάω! Γΐ' αυτό αποφάσισα να επινοήσω
ένα γεύμα που δε θα ανοίγει τόσο πολύ την όρεξη. Μετά από σκέψη κατέληξα: πρόσφορο
μουσκεμμένο σε αγιασμό. Ήταν δική μου ασκητική επινόηση. Το πιάτο αποδείχτηκε
πολύ ευσεβές, αλλά φοβερά άγευστο - γλιστερό και άνοστο. Ήταν όμως ότι πρέπει
για μένα. Μετά από ένα μικρό πιατάκι δεν ήθελα πλέον να φάω άλλο από αυτό το
έδεσμα. 0 π. Ιωάννης γέλασε με το τέχνασμα μου, αλλά δε διαφώνησε.
Μόνο είχε
δώσει αυστηρή εντολή να πηγαίνω συχνότερα για εξομολόγηση και να λέω όλα όσα
είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της μέρας.
Και
πραγματικά ξεκίνησαν να συμβαίνουν διάφορα. Από τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα,
ένιωσα ότι σχεδόν δε θέλω να κοιμάμαι. Ακριβέστερα, μου αρκούσαν τέσσερις ώρες
ύπνος. Ο συνήθης κοινωνικός μου χαρακτήρας είχε κάπου εξαφανιστεί. Ήθελα όλο
και περισσότερο να μένω μόνος. Μετά. άρχισαν να έρχονται λίγο-λίγο στη μνήμη
μου αμαρτίες και περιστατικά τής ζωής ξεχασμένα από καιρό. Όταν τελείωνα το
διακόνημα, έτρεχα για εξομολόγηση. Ήταν εκπληκτικό: από αυτά τα δύσκολα
ανοίγματα τού βάθους τής καρδιάς, ένιωθα συνάμα και θλίψη και απερίγραπτη
γαλήνη και ανάπαυση.
Μετά
από μια βδομάδα τέτοιας ζωής, συνέβη κάτι ακόμα πιο περίεργο. Όταν την νύχτα,
κουρασμένος
από τις πολλές προσευχές, έκανα τις μετάνοιες στην είσοδο τού σπηλαίου,
αντήχησε ξαφνικά πίσω μου τέτοιος γδούπος, λες και έπεφταν χίλιες τενεκεδένιες
λαμαρίνες. Πάγωσα από τον φόβο μου. Όταν αποφάσισα να κοιτάξω πίσω, είδα ότι
όλα ήταν ήσυχα' το φεγγαρόφως έλουζε την πλατεία του μοναστηριού.
Μέχρι
το πρωί δεν απομακρύνθηκα από τα σπήλαιο και προσευχόμουν στους αγίους,
περιμένοντας κάθε λεπτό ότι ο φοβερός θόρυβος θα επαναληφθεί.
Το
χάραμα, στις τέσσερις το πρωί. βγήκε ως συνήθως από το κελί του ο π. Σεραφείμ.
Του απευθύνθηκα και, κομπιάζοντας από την ταραχή, του εκμυστηρεύθηκα όσα μού
είχαν συμβεί.
0
π. Σεραφείμ δεν εντυπωσιάστηκε: «Μην δίνεις σημασία, είναι δαίμονες». Και αφού
έλεγξε τακτικά το μοναστήρι, γύρισε στο κελί του.
Απίστευτο:
«μην δίνεις σημασία»! Όλο το υπόλοιπο τού διακονήματος το πέρασα τρέμοντας σαν
το φύλλο.
Αλλά
την επόμενη μέρα συνέβη κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Το απόγευμα πήγα για
υπηρεσία στην αυλή τού ναού τής Κοιμήσεως και κατά τη συνήθεια μου άρχισα να
λέω την Προσευχή τού Ιησού. Σύντομα, είδα ότι ερχόταν προς το μέρος μου ένας
δόκιμος, ο Παύλος απύ τη Τσουβάσια, διάσημος τραμπούκος - οι γονείς του, μετά
τον στρατό, τον έστειλαν στο μοναστήρι για να διαπαιδαγωγηθεί ξανά. Έχασα το
κέφι μου: ο Παύλος κατευθυνόταν σε μένα με προφανή επιθυμία για κουβέντα. Κι
εγώ δεν είχα καμία όρεξη.
Και
ξαφνικά, κάπου μέσα μου άκουσα καθαρά τη φωνήτου Παύλου. Μου έκανε μια ερώτηση
για κάποιο πολύ σημαντικό θέμα. Είχε έρθει ακριβώς για να με ρωτήσει. Και
αμέσως πάλι μέσα μου άκουσα την απάντηση στην ερώτηση του, και κατάλαβα ότι
έπρεπε εγώ συγκεκριμένα να του την εξηγήσω. Η φωνή τού Παύλου δε συμφωνούσε και
έφερνε αντίρρηση. Η άλλη φωνή προσπαθούσε υπομονετικά να του αλλάξει γνώμη,
υποδεικνύοντας το σωστό. Με αυτό τον τρόπο, ένας μεγάλος διάλογος, τουλάχιστον
μερικών λεπτών, μου πέρασε απ' το κεφάλι μέσα σε μία στιγμή.
0
Παύλος πλησίασε και σχεδόν δεν ένιωσα έκπληξη, όταν μου έκανε την ερώτηση που
είχα ήδη ακούσει. Του απάντησα με τα λογια, που μου είχαν έρθει στο μυαλό ένα
λεπτό πριν. Ο διάλογος μας εξελίχθηκε όπως είχε ακουστεί μέσα μου αυτολεξεί.
Ήταν
συνταρακτικό! Το πρωί πήγα στον π. Ιωάννη και τον ρώτησα τι συνέβαινε με μένα.
0 π. Ιωάννης απάντησε ότι ο Κύριος με τη χάρη Του, μου επέτρεψε να ρίξω μια
ματιά στον πνευματικό κόσμο, που είναι κρυφός για μάς τους ανθρώπους. Ήταν
ξεκάθαρο για μένα ότι αυτό είχε γίνει με τις προσευχές τού π. Ιωάννη. Και ο
γέροντας έδωσε αυστηρή εντολή να μην το πάρω πάνω μου ενώ με προειδοποίησε
συνάμα ότι αυτή η νέα κατάσταση θα περάσει σύντομα.
Μου εξήγησε ότι για να
παραμείνω σ' αυτή την κατάσταση, απαιτούνται πραγματικά πνευματικά κατορθώματα.
Με την κυριολεκτική σημασία τής λέξης. Με ποιό τρόπο; 0 καθένας με τον δικό του
τρόπο - όπως μπορεί προσπαθεί ο καθένας, κατά την γνώμη του να διαφυλάξει αυτή
τη μυστηριώδη σχέση με τον Θεό. Στα μάτια τού κοσμου οι ασκητές τού πνεύματος
φαίνονται ανόητοι, παράλογοι, αληθινά αστείοι, έτσι που ανεβαίνουν σε στύλους,
απομακρύνονται από τους ανθρώπους μέσα από αδιάβατα μονοπάτια, γίνονται σαλοί,
μένουν για χρόνια γονατιστοί πάνω σε πέτρες, ακοίμητοι, νηστικοί, αφυδατωμένοι,
«γυρίζουν και το άλλο μάγουλο» απέναντι στις προσβολές, αγαπούν τους εχθρούς και
καταλογίζουν στον εαυτό τους την ευθύνη για τα πάντα. «0 κόσμος δεν ήταν άξιος
να έχει τέτοιους ανθρώπους», λέει ο απόστολος Παύλος, «ανθρώπους που πλανήθηκαν
σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες τής γης»22.
Σαν
συμπέρασμα, ο π. Ιωάννης επανέλαβε ακόμα μία φορά, για να μην λυπηθώ, ότι πολύ
σύντομα θα περάσει αυτή η κατάσταση, αλλά πάντα θα θυμάμαι ύσα συνέβησαν.
Για
την ειλικρίνεια των λύγων του π. Ιωάννη πείστηκα την επόμενη κιόλας ημέρα. Παρά
την τεράστια εντύπωση εκείνης τής κατάστασης, που δεν καταλάγιασε μετά την
περίεργη συζήτηση που είχα με τον Παύλο, σύντομα κάπως ξεχάστηκα με λογισμούς,
έφαγα κάτι παραπάνω στο γεύμα, κουβέντιασα λιγάκι με κάποιον, κάτι ακάθαρτο
εισχώρησε στην καρδιά μου, και να που εκείνο το συναίσθημα ότι βρίσκομαι κοντά
στον Θεό. το ασύγκριτο με οτιδήποτε άλλο, εξαφανίστηκε αδιόρατα.
Έμεινα
με αυτά που είχε διαλέξει η φιλήδονη κι αμαρτωλή καρδιά μου: με τα αγαπημένα
μου ρεβύθια, τη συναρπαστική φλυαρία με τους απίθανους φίλους μου. τις διάφορες
ενδιαφέρουσες σκέψεις και τα ονειροπολήματά μου. Με όλα αυτά. Χωρίς όμως
Εκείνον. Ήταν τέτοια η πικρία στην ψυχή μου, που σχηματίστηκαν στον νου μου οι
στίχοι:
Είμαι
περίλυπος με θλίψη ελαφριά, η θλίψη μου φωτεινή, η θλίψη μου ολόγιομη με Σένα,
με Σένα, μόνο με Σένα...23
Μετά
θυμήθηκα αίφνης πως κάποιος άλλος πρέπει να είχε γράψει αυτές τις καταπληκτικές
γραμμές.
0
φαλακρός Παύλος απο τη Τσουβάσια εγκατέλειψε το μοναστήρι μετά από μερικά
χρόνια. Τον σκότωσαν κάπου στο Τσεμποκσάρι. Θεός σχωρέσ' τον! Από τους
υπόλοιπους φίλους μου, τους τότε δόκιμους της Μονής των Σπηλαίων, δεν έμειναν
και πολλοί στο δρόμο τού μοναχισμού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ. π Τύχων Σεβκούνωφ
Ο όσιος Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοφ) γράφει:
«Χρησιμοποίησε δυνάμεις και χρόνο για
την κατάκτηση της προσευχής, που πραγματώνεται στον πιο βαθύ σου εαυτό. Εκεί,
στο ίδιο σου το "είναι", θα αποκαλύψει η προσευχή το θέαμα, που θα
τραβήξει πάνω του όλη σου την προσοχή: αυτή θα σου παραδώσει γνώσεις, που ο
κόσμος δεν μπορεί να χωρέσει και που την ύπαρξη τους ούτε καν μπορεί να
αντιληφθεί.
Εκεί, στα βάθη της καρδιάς, θα δεις
την πτώση της ανθρωπότητας, θα δεις την ψυχή σου συντετριμμένη από την αμαρτία.
.. θα δεις πολλά άλλα μυστήρια, κρυφά από τον κόσμο και απ' τους ανθρώπους.
'Οταν αποκαλυφθεί αυτό το θέαμα, θα καρφωθούν τα μάτια σου σ' αυτό' θα
αποκαθηλώσεις ότι φθαρτό και προσωρινό συμπαθούσες μέχρι σήμερα».
Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012
ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.
Τι να απαντήσεις σ’
έναν ξένο φίλο, που σου ζητά να περιγράψεις τη χώρα σου με μερικές λέξεις;
Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος φίλος επισκέπτεται την Ελλάδα εν τω μέσω της
χειρότερης πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικής κρίσης της νεώτερης ιστορίας της και
η ερώτησή του είναι ειλικρινής, στερείται σκοπιμοτήτων και προέρχεται από αγνή
διάθεση κατανόησης.
Σίγουρα το στερεότυπο
μεσογειακό πακέτο του ήλιου, της θάλασσας, της ταβέρνας και των εξυπηρετικών
ντόπιων δεν επαρκεί, ακόμη και για κάποιον που περνά την πλειοψηφία του χρόνου
του κάτω από γκρίζους ουρανούς, σε μια πόλη μισοθαμμένη στο χιόνι. Μάλλον
θολώνει την εικόνα, αν, όπως είπαμε, ο φίλος μας έχει τη διάθεση να καταλάβει
πραγματικά. Η περίσταση προφανώς και απαιτεί τη χρήση του βαρέως πυροβολικού
της ελληνικής παράδοσης, μιας έννοιας που αρχίζει να γίνεται άγνωστη σε πολλούς
συμπατριώτες μας, πόσο μάλλον στους περιστασιακούς επισκέπτες της χώρας. Μιας
έννοιας που δε χωρά στα διαφημιστικά φυλλάδια των τουριστικών γραφείων και τα
πακέτα προσφορών των ξενοδοχείων. Παρ’ όλα αυτά, μιας έννοιας πραγματικής που
βρίσκεται κάπου εκεί έξω, πέρα από την πεπατημένη, και χρειάζεται μια κάποια
δόση αληθινής διάθεσης για γνώση και περιπέτεια για να την ανακαλύψει κανείς.
Έτσι, μια και όπως
λένε, «τα πολλά λόγια είναι φτώχεια», ο δρόμος έβγαλε τον αλλοδαπό φίλο κι
εμένα στο μονοπάτι για τη σκήτη της Αγίας Άννας στους πρόποδες του Άθωνα, προς
αναζήτηση μιας λεκτικής ή μη απάντησης στο ερώτημα. Το τριήμερο που θα
ακολουθούσε θα ήταν ένα ταξίδι στη βαθιά ελληνική παράδοση και μια αποκάλυψη
της ασύλληπτης δυναμικής που αυτή κρύβει. Κάπου εκεί θα βρισκόταν και η
απάντηση.
Το απόγευμα στην
τράπεζα του Κυριακού της σκήτης, με το κοινό δείπνο και τις πρώτες κουβέντες με
τους μοναχούς, μάθαμε ότι την ίδια νύχτα θα τελούνταν αγρυπνία στο εκκλησάκι
της μεταμορφώσεως του Σωτήρα στην κορυφή του Άθωνα, σε υψόμετρο 2033 μ. Μια
ομάδα πατέρων και προσκυνητών θα έκαναν νυχτερινή ανάβαση στο βουνό για να
βρίσκονται στην κορυφή τα μεσάνυχτα και αποφασίσαμε να ενωθούμε μαζί τους. Οι
μέρες εκείνες ήταν οι πιο θερμές του καλοκαιριού και σίγουρα ο αέρας θα ήταν
δροσερότερος στα ψηλώματα. Σημειωτέον ότι ο Άθωνας είναι ένα αλπικό βουνό στην
άκρη μιας μακριάς χερσονήσου, συνδυασμός με παγκόσμια μοναδικότητα, και η θέα
των νησιών του βορείου Αιγαίου από την κορυφή είναι μαγευτική.
Τελικά, μαζευτήκαμε
πάνω από είκοσι άτομα στο τελευταίο κελί της σκήτης κι αρχίσαμε την ανάβαση
κατά τις οκτώ. Το μονοπάτι περνούσε αρχικά μέσα από πυκνό δάσος από οξιές με
αραιά και πού κανένα μικρό ξέφωτο. Το δάσος ήταν σιωπηλό και το ίδιο ήμασταν κι
εμείς, λες και άνθρωποι και φύση σεβόμασταν από κοινού την ιερότητα της
στιγμής. Με το που έπεσε το σκοτάδι για τα καλά είχαμε βγει σ’ ένα μεγάλο
ξέφωτο και το φεγγάρι του Αυγούστου έλουζε ολόκληρο το βουνό με το φως του.
Έβλεπες καθαρά πού να πατήσεις κι έτσι κανείς δεν άναψε φακό ή φαναράκι. Η
θάλασσα άστραφτε στον ορίζοντα κι ένα παράξενο σύννεφο φαινόταν να κρέμεται από
πάνω μας στην άκρη του δάσους.
Με το που ζυγώσαμε το συννεφάκι σαν να πήρε
φωτιά. Λάμψεις διαδέχονταν η μία την άλλη σ’ έναν τρελό εναέριο χορό. Είχαμε
πέσει σ’ ένα τεράστιο σμήνος από πυγολαμπίδες, που πετούσαν ανάμεσά μας
φωσφορίζοντας και βάφοντας τα πάντα πράσινα. Τα έντομα, τρελαμένα από το
νυχτερινό τους ζευγάρωμα, έπεφταν πάνω μας, χτυπούσαν στα φύλλα των δέντρων
αλλά δεν σταματούσαν την πτήση τους.
Σε λίγο ήμασταν μερικές δεκάδες μέτρα
ψηλότερα απ’ αυτά και οι χιλιάδες μικρές λάμψεις έμοιαζαν με χαοτικά ηλεκτρόνια
γύρω απ’ το σκοτεινό πυρήνα του βουνού. Είχαμε φτάσει στη βάση της ορθοπλαγιάς
της τριπλής κορυφής του Άθωνα. Κάποιος απ’ τους καλόγερους έπιασε ένα τροπάριο
για λίγο αλλά ήδη μπορούσαμε να ακούσουμε την ψαλμωδία από την κορυφή. Ομάδες
ανθρώπων ανέβαιναν στο βουνό από τα Καυσοκαλύβια, την Κερασιά, και το κιγκαλωτό
μονοπάτι ήταν γεμάτο από σκοτεινές φιγούρες με αναμμένα κεριά, που σκαρφάλωναν
στην κορυφή ψάλλοντας. Η στιγμή ήταν κατανυκτική. Όταν φτάσαμε κι εμείς στην
κορυφή, ένας παππούλης μας κέρασε τσίπουρο, λουκούμι και παγωμένο νερό. Ήταν
λίγο πριν τα μεσάνυχτα και η αγρυπνία είχε ήδη αρχίσει εδώ και ώρα. Το φεγγάρι
φώτιζε ολόκληρο το Αιγαίο από ψηλά και η Θάσος, η Λήμνος και η Σαμοθράκη
αχνοφαίνονταν στα ανατολικά. Πιάσαμε μια γωνιά με το φίλο μου και αφεθήκαμε στη
μυσταγωγία της νυχτερινής λειτουργίας. Δε ζεις συχνά τέτοιες στιγμές.
Η αυγή ήρθε
αναπάντεχα γρήγορα, με τις διάφορες ομάδες προσκυνητών να αναχωρούν για τα μέρη
απ’ όπου είχαν ανέβει στο βουνό. Εμείς μείναμε αρκετή ώρα στην κορυφή συζητώντας
με κάποιους καλόγερους που συμμάζευαν το εκκλησάκι. Η κουβέντα έφτασε και στην
κρίση. Ο γηραιότερος απ’ αυτούς, προς το τέλος μας είπε «Εμείς οι Έλληνες
κάποτε ζούσαμε με ότι βγάζαμε, ήμασταν ικανοποιημένοι με τα λίγα κι όταν είχαμε
ανάγκη μπορούσαμε να βασιστούμε στη βοήθεια του διπλανού μας, υπήρχε πόνος κι
αγάπη για το συνάνθρωπο και μέσα μας νιώθαμε πλούσιοι. Τώρα, πάνε όλα αυτά,
χάθηκαν…
Είτε είσαι μέσα (Άγιο Όρος), είτε έξω, μ’ αυτό πρέπει να ζεις. Αυτό
είχαμε πάντα, σ’ αυτό πρέπει να ξαναγυρίσουμε. Όλα τ’ άλλα είναι ξένα,
δανεικά…». Μετέφρασα τα απλά αυτά λόγια και κοίταξα το φίλο μου. Μπορούσα ήδη
να το δω στο βλέμμα του. Η απάντηση ήταν, όντως, κάπου εκεί.
Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012
Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΕΝΟΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΣΣΔ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΙΒΑΝΟΒΙΤΣ Ο ΌΠΟΙΟΣ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΟΥ
Θα αναφερθώ κατόπιν στη συγκλονιστική
εξομολόγηση ενός διάσημου, λαϊκού καλλιτέχνη της ΕΣΣΔ, του Αριστοκλή Ιβάνοβιτς,
ο οποίος μετανόησε, πριν το θάνατο του, δημοσίως για τις αμαρτίες του. «Λέγει ο
Αριστοκλής:
- Εγώ.
πάτερ Φλαβιανέ, εδώ και τρεις μήνες έχω ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας
μου από τον παλιό μου φίλο και χειρουργό . Ηδη έχω προετοιμαστεί για το τέλος
της ζωής μου. Η διαθήκη μου έχει συνταχθεί και έχουν δοθεί οι απαραίτητες
οδηγίες στο δικηγόρο. Απέμεινε να τακτοποιήσω μόνο την ψυχή μου, να συμφιλιωθώ
με το Θεό, αν φυσικά η Χάρη Του κατέβει σε μένα, τον αδιόρθωτο αμαρτωλό!
- Ήδη
κατέβηκε, είπε ο πατήρ Φλαβιανός, κάνοντας το σταυρό του και ακουμπώντας το
αρτοφόριο στο στήθος. 0 Κύριος, Αριστοκλή Ιβάνοβιτς, σας έστειλε τον υπηρέτη
Του και ο Ίδιος εμφανίστηκε μέσω των αχράντων Μυστηρίων!
- Το
βλέπω, παππούλη μου, και πιστέψτε με τρέμω από δέος.
Το τελευταίο διάστημα διάβασα μερικά,
θρησκευτικά βιβλία, είπε, δείχνοντας με νεύμα της ωραίας, ασπρομάλλης κεφαλής
του προς το σκαλιστό τραπεζάκι, στο προσκέφαλο του καναπέ, όπου βρισκόταν μία
ντουζίνα βιβλίων.
Ανάμεσα σε αυτά (αναφέρει ο
συγγραφεύς της ιστορίας) αμέσως αναγνώρισα το Ευαγγέλιο, τα «Θρησκευτικά» του
πρωθιερέως Σλομπόντσκι, το βιβλίο «Η εν Χριστώ ζωή μου» του αγίου πατρός Ιωάννη
της Κρονστάνδης και την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναίτου. Μου φαίνεται,
επίσης, ότι υπήρχε και «Ο βίος του οσίου Σεραφείμ της Βίριτσα», καθώς και άλλες
εκκλησιαστικές εκδόσεις.
- Διάβασα,
συνέχισε ο Αριστοκλής και για πρώτη φορά στη ζωή μου ανακάλυψα και κατανόησα
πολλά, καινούργια πράγματα. Το κυριότερο όμως είναι ότι κατανόησα. Κατανόησα
και τρόμαξα... Αργότερα συγκινήθηκα με την αγάπη του Θεού και με κατέλαβε η ελπίδα
της πλήρους συγχώρεσης των αμαρτιών μου από Αυτόν. Για το λόγο αυτό σας κάλεσα,
πάτερ Φλαβιανέ. Θέλω να εξομολογηθώ ενώπιον σας όλη μου τη ζωή.
Σηκώθηκα να φύγω (λέγει ο
συγγραφεύς), όμως ο Αριστοκλής Ιβάνοβιτς μας σταμάτησε:
- Παραμείνετε,
νεαρέ κι εσύ, Αννούλα, μείνε (λέγει προς τη γυναίκα του). Πρωτίστως θα ήθελα να
εξομολογηθώ ενώπιον όλων σας. Κάποτε υπήρχε, παππούλη μου, μία τέτοια παράδοση
δημόσιας εξομολόγησης. Μου φαίνεται ότι αναφέρεται στην «Κλίμακα».
Ο Φλαβιανός με νεύμα του το
επιβεβαίωσε.
- Όλη
μου τη ζωή αμάρτησα ενώπιον του κοινού. Ενώπιον του κοινού, μου φαίνεται, είναι
σωστό να μετανοήσω.
Σιώπησε, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις
του και, με βαθιά ανάσα, προσπάθησε να επικεντρωθεί σε κάτι πολύ βασικό.
- Η
κυριότερη αμαρτία μου, πατέρα Φλαβιανέ, δεν είναι το κρασί και οι γυναίκες, αν και σ' αυτά αμέτρητες
φορές αμάρτησα. Η βασικότερη αμαρτία μου βρίσκεται στη φύση του επαγγέλματος
μου και είναι η ματαιοδοξία! Αγαπούσα τη δόξα, όπως ο Σατανάς. Αναζητούσα την
αθάνατη δόξα, την αδιάλειπτη και σε όλα τα επίπεδα δόξα. Στα χειροκροτήματα,
στις επιβραβεύσεις, στις αφίσες, στα άρθρα, στα πορτραίτα, στις εκστατικές
γυναικείες ματιές... Να!
Ένα μεγάλο τάχα «εικονοστάσι» ομορφαίνει τους τοίχους
του σπιτιού μου... Τρία συρτάρια με βιβλία, άρθρα, άλμπουμ και ντοσιέ με αποκόμματα
από εφημερίδες που συγκέντρωνα. Όλα τα αγαπημένα μου. Ξαπλωμένος τώρα σε αυτήν
τη νεκρική κλίνη, κατάλαβα ότι σε όλη τη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν εκτός από
τον εαυτό μου. Ούτε τις γυναίκες. Συγχώρεσε με, Αννούλα. Ούτε τα παιδιά, ούτε
τους μακαρίτες τους γονείς μου.
Τους εγκατέλειψα χωρίς οίκτο. Δεν εκτίμησα ότι
στη ζωή μου, το πιο πολύτιμο δώρο που μου έδωσε ο Κύριος ήταν η αγάπη των
οικείων μου. Όλη η ικανότητα της φιλαυτίας μου δόθηκε στη θεατρική τέχνη και
μόνο σ' αυτή, διότι ικανοποιούσε τη δίψα μου για φήμη και δόξα. Τα πάντα με
υποδούλωναν σα ναρκωτικό. Ένιωθα δημιουργός! Ήμουν ο θεός της σκηνής! Γι' αυτόν
ακριβώς το λόγο κάποιοι θαυμαστές με αποκαλούσαν: θεό! Κι εγώ... Εγώ, σαν ασήμαντο
σκουλήκι, απολάμβανα αυτή την ιεροσυλία...
-Όλοι εμείς οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι
της τέχνης, είμαστε εξαρτημένοι από αυτό το πάθος. Έχουμε όλοι «μανία με τη
δόξα». Πιστέψτε έναν ετοιμοθάνατο, ηλικιωμένο ηθοποιό. Αυτό το γνωρίζω πολύ
καλά και. μπροστά στο θάνατο, δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τη συνείδηση μου.
- Όλοι
οι μεγάλοι συλλογισμοί για το ναό της Τέχνης και η αφιέρωση σε αυτόν είναι
ανοησίες! Ναός είναι ο εαυτός μας και θεός σε αυτόν το «ναό» είναι ο ίδιος ο
καλλιτέχνης, ο οποίος διψά για θαυμασμό και δόξα! Φτωχός και δυστυχής! 0
Πραγματικός Ναός, ο Πραγματικός Θεός και η Πραγματική, Αιώνια Δόξα παραμένουν
εκτός, ασύλληπτες έννοιες για την υπερπληρωμένη από το πάθος της ματαιοδοξίας
καλλιτεχνική καρδιά. Σπάνια κάποιος αδελφός - καλλιτέχνης ειλικρινά βαδίζει με
την πίστη στο Χριστό και την εκκλησία Του. Ελάχιστοι καλλιτέχνες. Και αυτοί ή
σταματούν την υποκριτική αμετάκλητα ή βασανίζονται, υπηρετώντας δύο κυρίους.
Αυτό είναι πίκρα και όχι ζωή! Και τι πόλεμος υπάρχει πίσω από τα παρασκήνια,
για χάρη αυτής της δόξας, τι ατιμίες, τι ίντριγκες, τι βδελυγμία!
- Κύριε,
ούτε ένα παιδί δεν ανέθρεψα. Μόνο καθιστούσα κάποια γυναίκα έγκυο και
καυχιόμουν. Και στα σαράντα ήμουν δυνατός... Και στα πενηνταέξι έγινα
πατέρας... Και στα εβδομήντα τέσσερα έγινα πάλι πατέρας! Και πάντα από
νεώτερες... Και πάντα η επόμενη γυναίκα νεώτερη της προηγουμένης! Ήμουν ένας
παλαιός, έκλυτος γελωτοποιός. Ποιος, λοιπόν τώρα, ως πατέρας θα μεγαλώσει το τελευταίο
μου παιδί; Και τι γυναίκες... Φοιτητριούλες-αριστοκράτισσες, μελλοντικά αστέρια
με το επίθετο μου! Μόνο η Άννα, η γυναίκα μου, σίγουρα με αγάπησε αληθινά...
- Κύριε! Αναθεματίζω αυτό το σατανικό
πάθος για τη δόξα και αποποιούμαι όλη τη φιλοφρονητική, υποκριτική ζωή, όλη τη
σκληρή αναλγησία και την παράφορη ματαιοδοξία, που παραμόρφωσε όλη την
προσωπική μου ζωή και των οικείων μου! Θεέ μου! Δέξου την αποποίηση μου, και
συγχώρεσε με, εάν μπορείς! Άννα! Συγχώρεσε με, για όλους όσους με αγάπησαν και
για τα παιδιά μου. Συγχώρεσε με για χάρη του Χριστού!
Σιώπησε κι εξαντλημένος έγειρε στο
μαξιλάρι».
Από όλα τα παραπάνω είναι ολοφάνερο
ότι οι δαίμονες της υπερηφάνειας, της ματαιοδοξίας, του εγωισμού και της
ακολασίας καταλαμβάνουν την ψυχή του ηθοποιού. Να λοιπόν, γιατί οι παλαιοί
κανόνες της Εκκλησίας απαγόρευαν σε κάποιον που ετοιμαζόταν να γίνει ιερέας να
παντρευτεί κοπέλα, η οποία ασχολείτο με την υποκριτική. Και αυτό διότι το
πνεύμα που θα την κατείχε, θα διέφθειρε την αγνότητα αυτού, ο οποίος,
αφιερωμένος στο Θεό, εκαλείτο να τελέσει την αναίμακτη Λατρεία με αγνότητα και
καθαρότητα. Αργότερα θα επιστρέψουμε πάλι σε αυτό το σημαντικό θέμα.
Η εξομολόγηση είναι από το βιβλίο του
πρωθιερέα Αλέξανδρου Τόρικ: «Φλαβιανός. Η ζωή συνεχίζεται.». Εκδόσεις
Σιμπίρσκαγια Μπλαγκοσβόνιτσα, Μόσχα (2009).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ. ΑΡΧΙΜΑΝ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΓΚΑΝ.
Η ΆΝΝΑ KAI NINA OI ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΡΙΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑΝ ΤΟΝ ΑΔΗ.
Κάποιες φορές δεν είχα που να κοιμηθώ
και ο φίλος μου ο Βλαδίμηρος, ο ψάλτης στο μοναστήρι Νοβοντέβιτσυι, με καλούσε
αργά το βράδυ να πηγαίνω σε αυτόν, στο ναό του αγίου Νικολάου, στην περιοχή
Χαμόβνικι, όπου τότε εργαζόταν ως φύλακας. Εκεί, συχνά ερχόταν μία θαυμάσια
προσκυνήτρια, η Άννα που τις νύχτες διάβαζε το ψαλτήρι για την ανάπαυση των
νεκρών. «Είσθε εκλεκτός του Θεού», της άρεσε να μου λέει, όταν συναντιόμασταν.
Άγνωστο γιατί, κάθε φορά μετά τις τακτικές, βραδινές συναντήσεις μας επαναλάμβανε
τα ίδια λόγια. Ζούσε με ελεημοσύνη και προσευχή. Ήταν πολύ αγαθοεργή και
διακρινόταν, ιδιαίτερα, για τη ζεστή, τρυφερή ματιά της. Η όψη της και τα
συγκλονιστικά, καθαρά, γαλάζια μάτια της, μαρτυρούσαν ότι δεν ήταν άνθρωπος από
αυτό τον κόσμο και γι' αυτό η εμπειρία της ήταν για μένα ιδιαιτέρως πολύτιμη.
Μου εκμυστηρεύτηκε το λόγο για τον οποίο αποφάσισε να ζει σαν ξένη σε αυτήν τη
γη και ερχόταν να διαβάζει το Ψαλτήρι για τους νεκρούς. Ιδού, τι μου αφηγήθηκε.
Στην Ουκρανία ζούσε μία οικογένεια. Η
μητέρα ήταν πολύ πιστή γυναίκα και ήθελε να αναθρέψει την κόρη της με τιμιότητα
και αληθινή πίστη στο Θεό. Αλλά η επίδραση του σχολείου και του γενικού
πνεύματος της σοβιετικής διαπαιδαγώγησης σταδιακά διέφθειραν την κοπέλα. Ήταν
είκοσι χρονών και είχε μεγαλώσει ως άθεη, αρνούμενη την Αιώνια Ζωή και τη
μελλοντική ανταμοιβή. Όσο κι αν η μητέρα της προσευχόταν για να της αλλάξει
γνώμη και ν' αφήσει την αμαρτωλή ζωή, η κόρη μόνο γελούσε, γύριζε την πλάτη της
και έβριζε. Η καρδιά της μητέρας αρρώστησε και, για πολλά χρόνια, πήγαινε σε
διάφορες άγιες τοποθεσίες, προσευχόμενη στον Κύριο να νουθετήσει την ανυπάκουη
κόρη της για να μην πεθάνει στην αμαρτία. Όμως η κόρη της συνέχιζε να αγαπά την
ελεύθερη ζωή, της άρεσαν οι βόλτες και όταν έγινε τριάντα χρονών παντρεύτηκε με
πολιτικό γάμο και χωρίς την ευχή της μητέρας της. Εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο
και στο σπίτι της επέστρεφε το βράδυ με το λεωφορείο. Κάποιο βράδυ υπήρχε πολύς
κόσμος στο λεωφορείο και γι' αυτό στάθηκε κοντά στην πόρτα. Σε κάποια από τις
στάσεις μπήκε στο λεωφορείο ένας περίεργος άνθρωπος, χαμηλού ύψους, στάθηκε
δίπλα της και της ψιθύρισε:
- Εσύ,
Νίνα, να ετοιμάσεις το μνημόσυνο του συζύγου σου. Δυστυχία για σένα, ωχ,
δυστυχία!
Ο σύζυγος της, τρεις ημέρες πριν,
είχε φύγει με αποστολή σε κάποια πόλη της Σιβηρίας και ύστερα από μία εβδομάδα
έπρεπε να επιστρέψει. Συγχυσμένη και χωρίς να έχει κατανοήσει τα λόγια αυτά,
ήθελε να ρωτήσει αυτό τον άνθρωπο τι σήμαιναν. Όμως ο παράξενος άνδρας, με
ανεξήγητο τρόπο, κρύφτηκε και κατέβηκε από την ανοιχτή πόρτα του λεωφορείου.
Έκπληκτη η Νίνα, με όσα συνέβησαν, κατέβηκε στη στάση της και πήγε στο σπίτι.
Εκεί, την περίμενε ένα επείγον τηλεγράφημα, το οποίο της γνωστοποιούσε τον
ξαφνικό θάνατο του συζύγου της. Συγκλονισμένη από την είδηση αυτή, με κλάματα,
έτρεξε στην παλιά εκκλησία, που κάποτε την βάπτισαν, και η μητέρα της την είχε
πάει για να μεταλάβει. Ο ιερέας κατοικούσε κοντά στο ναό. Τον φώναξε και του
διηγήθηκε όλα όσα συνέβησαν. Ύστερα του ζήτησε να ψάλλει το μνημόσυνο για τον
αποθανόντα σύζυγο της. Ο ασπρομάλλης παππούλης, μετά από την παράκληση της,
διάβασε τις απαιτούμενες προσευχές και της είπε :
- Πίστεψε
με, παιδάκι μου, ο Θεός δε σου έστειλε απλά τον άγνωστο άνθρωπο για να σε
προειδοποιήσει για το θάνατο του συζύγου σου. Είναι φανερό ότι Αυτός θέλει να
σε σώσει. Προσευχήσου, μικρούλα μου, προσευχήσου.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, δεν μπορούσε
να ησυχάσει. Όλη η ζωή της πέρασε μπροστά από τα μάτια της και με πίκρα και
απαρηγόρητη θλίψη έβαλε τα κλάματα. «Τι θα κάνω τώρα, τι θα κάνω;» θρηνούσε η
Νίνα.
Ύστερα από λίγες μέρες, έφεραν το
σώμα του συζύγου της από τη Σιβηρία και το έθαψαν στο νεκροταφείο. Πέρασε,
ίσως, μία εβδομάδα μετά από όλα αυτά τα γεγονότα, όταν κάποιο βράδυ, καθήμενη
στον καναπέ της, ξαφνικά άκουσε μια φωνή :
- Πιάσου
από το χερούλι!
Μπροστά στα μάτια της εμφανίστηκε
κάποιο χερούλι, από το οποίο κρατήθηκε, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί. Εκείνη
τη στιγμή ήταν σα να άνοιξε η γη και κάποια αόρατη δύναμη την έσπρωξε στη
τρομερή άβυσσο. Το φοβερό κρύο και το σκοτάδι την αγκάλιασαν και με τρόμο φώναξε:
«Σώστε με!».
«Ωχ, τι θέλει; Εδώ, δεν υπάρχει
σωτηρία!» ακούστηκαν χιλιάδες φωνές.
Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβε ότι είχε
βρεθεί στον Άδη και στην κραυγή της απήντησαν οι ψυχές των νεκρών. Αυτό της
φάνηκε αιώνιος εφιάλτης και πάλι αναφώνησε:
- Σώστε
με! Σώστε με!
Όμως οι κραυγές των νεκρών και το
άγριο γέλιο τους έπνιγαν φρικτή κραυγή της. Και ξαφνικά άκουσε μία άλλη φωνή:
- Πιάσου
από το χερούλι!
Κρατήθηκε και στη στιγμή βρέθηκε πάλι
στο δωμάτιο της. Το όραμα της κολάσεως και η τρομερή εμπειρία των φοβερών
βασάνων που πραγματικά υπάρχουν, άλλαξαν ριζικά όλη της τη ζωή και πήρε τη
μεγάλη απόφαση. Άφησε την εργασία της και όλα τα επίγεια κ γύριζε από χωριό σε
χωριό και από ναό σε ναό, μιλώντας στους ανθρώπους για τα αιώνια βάσανα του
Άδη. Μαθαίνοντας να λέει Ψαλτήρι, το διάβαζε στους νεκρούς, ζητώντας γι' αυτούς
χάρη, χωρίς να παίρνει ούτε μία δραχμή γι' αυτήν τη δουλειά. Τρεφόταν μόνο από
ελεημοσύνη και το μόνο που ζητούσε από το Θεό ήταν να συγχωρήσει για την
απερίσκεπτη ζωή της.
Ακούγοντας από την ίδια τη Νίνα αυτή
την ιστορία, η άλλη κοπέλα, η Άννα, αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα
της. Περίπου 45 χρόνια, περιόδευε στους
ναούς και όταν μάθαινε πως κοιμήθηκε κάποιος χριστιανός, προσευχόταν στο Φιλεύσπλαχνο
Σωτήρα για την ανάπαυση του, διαβάζοντας του το Ψαλτήρι στην εκκλησία, πριν την
εξόδιο ακολουθία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ. ΑΡΧΙΜΑΝ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΓΚΑΝ.
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012
ΕΝΑ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ ΒΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ. Τι είδε εκεί απ' όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;
Η
ιστορία έχει ως εξής. Ο π. Μελχισεδέκ πριν πάρει το μεγάλο σχήμα, λεγόταν
ηγούμενος Μιχαήλ και όπως όλοι οι ιερείς λειτουργούσε στο μοναστήρι. Ήταν
ξυλουργός, ικανός και επιμελής. Στους ναούς και στα κελιά των αδελφών υπάρχουν
μπαούλα, αναλόγια, σκαλιστά προσκυνητάρια. καθίσματα, ντουλάπες και πολλά άλλα
χρηστικά έπιπλα βγαλμένα από τα χέρια του. Δούλευε μάλιστα από νωρίς το πρωί
μέχρι την νύχτα, προς μεγάλη χαρά τής διοίκησης της μονής.
Κάποτε,
τού έδωσαν ευλογία να εκτελέσει για τη μονή μια μεγάλη ξυλουργική εργασία.
Δούλευε αρκετούς μήνες, χωρίς σχεδόν να βγαίνει από το ξυλουργείο. Κι όταν
τελείωσε, ένιωσε τόσο άσχημα που, όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες, σωριάστηκε
και έμεινε στον τόπο. Από τις φωνές των ανθρώπων που ήταν μπροστά έτρεξαν
αρκετοί μοναχοί, ανάμεσα τους και ο π. Ιωάννης (Κρεστιάνκιν). 0 π. Μιχαήλ δεν
έδινε κανένα σημείο ζωής. Όλοι ήταν σκυμμένοι από πάνω του περίλυποι. Ξαφνικά ο
π. Ιωάννης είπε:
«Όχι,
δεν είναι μακαρίτης. Θα ζήσει ακόμα!». Και άρχισε να προσεύχεται. Ακίνητος, ο
ξαπλωμένος μοναχύς, άνοιξε τα μάτια του και ζωντάνεψε. Όλοι αμέσως σκέφτηκαν
ότι κάτι τον είχε συνταράξει βαθιά. Αφού σύντομα συνήλθε, ο π. Μιχαήλ άρχισε να
εκλιπαρεί να του φωνάξουν τον προεστώτα. Όταν εν τέλει ήρθε ο προεστώς. ο
άρρωστος άρχισε με δάκρυα να ζητεί να του δώσουν το μεγάλο σχήμα.
Λένε
ότι μόλις άκουσε αυτή την αυθαίρετη επιθυμία τού μοναχού, ο προεστώς τον νουθέτησε
με τον δικό του ιδιαίτερο, τραχύ τρόπο, να σοβαρευτεί και να αναρρώσει σύντομα
για να επιστρέψει στη δουλειά του, μια και δεν μπόρεσε να πεθάνει στ` αλήθεια.
Το επόμενο πρωί όμως. όπως λέει η ίδια μοναστική παράδοση, ο ίδιος ο προεστώς
εμφανίστηκε στο κελί του π. Μιχαήλ απρόσκλητος και τού ανακοίνωσε, εμφανώς
συγκλονισμένος, ότι θα λάβει σύντομα το μεγάλο σχήμα.
Αυτή
η συμπεριφορά δεν ήταν καθoλου
συνηθισμένη για τον τρομερό π. Γαβριήλ και προκάλεσε στην αδελφότητα ίδια
έκπληξη με την ανάσταση του κεκοιμημένου. Στο μοναστήρι κυκλοφορούσε η φήμη ότι
είχε εμφανιστεί το βράδυ στον προεστώτα ο άγιος προστάτης της Μονής των Σπηλαίων
του Πσκωφ, Ιερομάρτυρας Ηγούμενος Κορνήλιος (τον οποίο είχε αποκεφαλίσει με το
ίδιο του το χέρι ο Ιβάν ο Τρομερός τον 16° αιώνα) και διέταξε αυστηρά τον
προεστώτα να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση την παράκληση του μοναχού που είχε
επιστρέψει από τον άλλο κόσμο.
Αυτό
όμως. ξαναλέω, ήταν μια φήμη που κυκλοφορούσε. Όπως και να χει πάντως, σύντομα
ο π. Μιχαήλ πήρε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Μελχισεδέκ.
Ο
γέροντας προεστώς έδωσε στο νέο μεγαλόσχημο το πολύ σπάνιο αυτό όνομα, προς
τιμήν ενός αρχαίου και μυστηριώδους βιβλικού προφήτη. Για ποιο λόγο ο προεστώς
τον ονόμασε ειδικά έτσι, παραμένει επίσης ένα μεγάλο μυστήριο, δεδομένου ότι ο
ίδιος ο π. Γαβριήλ, τόσο κατά την κουρά, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν,
δεν μπόρεσε ούτε μία φορά να προφέρει σωστά το πανάρχαιο όνομα -όσο κι αν
πάλευε, το διαστρέβλωνε ανηλεώς. Και εξαιτίας αυτού, μάλιστα, του χάλαγε κάθε
φορά η διάθεση, τόσο που εμείς οι δόκιμοι φοβόμασταν μη μας έρθει καμιά
αδέσποτη...
Στο
μοναστήρι ήξεραν ότι όση ώρα ήταν ο π. Μελχισεδέκ νεκρός, έζησε κάποια εμπειρία
που τον επανέφερε στη ζωή άλλον άνθρωπο. Σε μερικούς κοντινούς του συνασκητές
και πνευματικά παιδιά είχε διηγηθεί τι έζησε τότε. Αλλά ακόμα και οι απηχήσεις
αυτής της διήγησης ήταν υπερβολικά ασυνήθιστες. Γι' αυτό και, τόσο εγώ, όσο και
οι φίλοι μου, θέλαμε να μάθουμε το μυστικό από τον ίδιο τον π. Μελχισεδέκ.
Και
να που εκείνη τη νύχτα στο ναό του Αγίου Λαζάρου, πήρα το θάρρος πρώτη φορά να
απευθυνθώ στον μεγαλόσχημο ηγούμενο και να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό: τι είδε
εκεί απ' όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;
0 π.
Μελχισεδέκ άκουσε την ερώτηση μου κι έσκυψε το κεφάλι μπροστά στην Ωραία Πύλη
σιωπηλός για πολλή ώρα. Εγώ κοκάλωσα. Μετάνιωνα που το θράσος μου με έσπρωξε να
κάνω κάτι τόσο ασυγχώρητο. Στο τέλος όμως. ο μεγαλόσχημος μοναχός, με την
αδύναμη από την αχρησία φωνή του, άρχισε να μιλάει.
Διηγήθηκε
ότι είδε τον εαυτό του στη μέση ενός τεράστιου πράσινου χωραφιού.
Περπάτησε στο
χωράφι χωρίς να ξέρει για πού, μέχρι που του έκλεισε τον δρόμο ένα τεράστιο
χαντάκι. Εκεί. μέσα σε λάσπες και χώματα, είδε πλήθος μπαούλα, αναλόγια,
προσκυνητάρια. Και υπήρχαν και χαλασμένα τραπέζια, σπασμένες καρέκλες,
ντουλάπια. 0 μοναχός έριξε μια ματιά και διαπίστωσε έντρομος ότι ήταν τα
αντικείμενα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Στεκόταν με δέος μπροστά
στους καρπούς της μοναστικής του ζωής. Και ξαφνικά, ένιωσε κάποιον δίπλα του.
Σήκωσε τα μάτια και είδε την Παναγία. Κοίταζε κι αυτή μελαγχολικά τις πολυετείς
εργασίες του καλόγερου.
Μετά του είπε:
«Εσύ
είσαι μοναχός. Περιμέναμε από σένα τα σημαντικότερα: μετάνοια και προσευχή. Και
εσύ έφερες μόνο αυτό...».
Το
όραμα εξαφανίστηκε. 0 πεθαμένος ξύπνησε πάλι στο μοναστήρι.
Μετά
από αυτό το περιστατικό, ο π. Μελχισεδέκ μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Κύριος
σκοπός τής ζωής του έγινε αυτό που του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος: μετάνοια και
προσευχή. Και οι καρποί των πνευματικών του εργασιών δεν άργησαν να φανερωθούν
στη βαθιά του ταπεινοφροσύνη, στα δάκρυα για τις αμαρτίες του. στην ειλικρινή
αγάπη του για όλους, στην πλήρη αυταπάρνηση και στα ασκητικά κατορθώματα του,
που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Και κατόπιν, στη σπουδαία του διορατικότητα
και στην ενεργή βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους με την προσευχή του.
Εμείς
οι δόκιμοι, βλέποντας πώς ασκούνταν, πλήρως αποξενωμένος από τον κόσμο σε
αόρατες και ασύλληπτες για μας πνευματικές μάχες, τολμούσαμε να του απευθυνόμαστε
μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Κι επιπλέον τον φοβόμασταν και λιγάκι:
στο μοναστήρι ήξεραν ότι ο π. Μελχισεδέκ ήταν πολύ αυστηρός ως πνευματικός. Και
είχε αυτό το δικαίωμα. Η σθεναρή απαιτητικότητά του για καθαρότητα της ψυχής
του κάθε χριστιανού τρεφόταν μόνο από τη μεγάλη του αγάπη για τους ανθρώπους,
τη βαθιά γνώση των κανόνων τού πνευματικού κόσμου και τη συνειδητοποίηση τού
πόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο είναι η αδιάλλακτη πάλη με τις αμαρτίες.
Αυτός
ο μεγαλόσχημος μοναχός ζούσε στον δικό του ύψιστο κόσμο, όπου δεν ανέχονται
τους συμβιβασμούς. Και όταν ύμως ο π. Μελχισεδέκ έδινε απαντήσεις, τότε αυτές
ήταν εντελώς ασυνήθιστες και σαν γεννημένες από κάποια ιδιαίτερη, πηγαία
δύναμη.
Κάποτε,
στο μοναστήρι, έπεσε πάνω μου μια χιονοστιβάδα άδικων και σκληρών, όπως μου
φαίνονταν, δοκιμασιών. Και αποφάσισα τότε να πάω να συμβουλευτώ τον πιο αυστηρό
μοναχό της μονής, τον μεγαλόσχημο ηγούμενο Μελχισεδέκ.
Χτύπησα
την πόρτα κι έπειτα από το καθιερωμένο «δι' ευχών», βγήκε στο κατώφλι τού
κελιού ο π. Μελχισεδέκ. Ήταν με τον μοναχικό του μανδύα και το μεγάλο σχήμα
-τον πέτυχα ενώ έκανε τον κανύνα τού μεγάλου σχήματος.
Του
ανακοίνωσα τις δυσκολίες και τα άλυτα προβλήματα μου. Ο π. Μελχισεδέκ στεκόταν
μπροστά μου ακίνητος και άκουγε προσεκτικά τα πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι ως
συνήθως. Κατόπιν, σήκωσε το βλέμμα του κι έβαλε έξαφνα τα κλάματα...
«Αδερφέ!»,
είπε με ανείπωτο πόνο και πικρία. «Τι με ρωτάς; Εγώ ο ίδιος χάνομαι!».
0
μεγαλόσχημος γέροντας, εκείνος ο μεγαλειώδης ασκητής με την άγια ζωή, στεκόταν
μπροστά μου και έκλαιγε με ειλικρινή θλίψη, ως ο χειρότερος και αμαρτωλότερος
άνθρωπος πάνω στη γη! Κι άρχισα να καταλαβαίνω με όλο και περισσότερη σαφήνεια
και χαρά ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων μου. μαζί με τις δυσκολίες μου, δεν
άξιζαν μία!
Και όχι
μόνο αυτό, αλλά και τα ίδια τα προβληματα εξορίστηκαν την ίδια στιγμή από την
ψυχή μου με τρόπο χειροπιαστό. Δεν είχα πλέον ανάγκη να ρωτήσω ή να ζητήσω
κάτι
από τον γέροντα. Έκανε για μένα ότι μπορούσε. Χαιρέτισα με ευγνωμοσύνη και
έφυγα.
Όλα
όσα μάς τυχαίνουν -τα απλά και τα σύνθετα, τα μικρά ανθρώπινα προβλήματα και το
ταξίδι προς τον Θεό τα μυστικά τού τωρινοί) και του μελλοντικού αιώνα- όλα
επιλύονται μόνο με ανεξήγητη, ακατανόητα υπέροχη και ισχυρή ταπεινοφροσύνη. Και
ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε την αλήθεια και το νόημα της. ακόμα κι αν αποδεικνυόμαστε
ανίκανοι γι` αυτή τη μυστηριώδη και παντοδύναμη αρετή, αυτή μάς αποκαλύπτεται
απύ μόνη της ταπεινά, μέσα από τέτοιους καταπληκτικούς ανθρώπους, που μπορούν
να τη δεξιώνονται.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ. π Τύχων Σεβκούνωφ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ- Η ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ.
Την καταγγελία για τον π. Ιωάννη
Κρεστιάνκιν την είχαν κάνει το 1950 τρεις άνθρωποι: ο υπεύθυνος για τη διοίκηση
του μοσχοβίτικου ναού όπου υπηρετούσε ο π. Ιωάννης, ο χοράρχης του ίδιου ναού
και ο πρωτοδιάκονος. Κατηγόρησαν τον ιερέα ότι μαζεύει γύρω του νέους, δεν τους
δίνει
ευλογία να ενταχθούν στην Ένωση
Κομμουνιστικής Νεολαίας και κάνει αντισοβιετική προπαγάνδα.
Ο π. Ιωάννης συνελήφθη. Στην
εσωτερική φυλακή της Λουμπιάνκα πέρασε σχεδόν ένα χρόνο σε κελί προφυλάκισης.
Στη διάρκεια των ανακρίσεων τον βασάνιζαν σκληρά.
Την περίοδο διεξαγωγής της ανάκρισης,
ο υπό έρευνα Κρεστιάνκιν ομολόγησε ότι γύρω του πραγματικά μαζεύονταν αρκετοί
νέοι. Αλλά ως ποιμένας της Εκκλησίας, δεν μπορούσε να τους διώξει και να
σταματήσει να τους δίνει την αμέριστη προσοχή του. Στην ερώτηση για την Ένωση
Κομμουνιστικής Νεολαίας, ο Κρεστιάνκιν επίσης παραδέχτηκε ότι δεν έδινε την
ευλογία του για ένταξη στους κύκλους της. δεδομένου ότι ήταν αθεϊστική. Τέτοιες
οργανώσεις δε γίνεται να αποτελούνται από χριστιανούς. Και όσον αφορά στην
αντισοβιετική προπαγάνδα, ο κρατούμενος αρνήθηκε την ενοχή του λέγοντας ότι η
δραστηριότητα αυτού τού είδους δεν τον ενδιέφερε ως ιερέα. Επί έναν ολόκληρο
χρόνο ο Κρεστιάνκιν δεν πρόφερε στις ανακρίσεις ούτε ένα όνομα, εκτός απ' αυτά
που ο ανακριτής ήδη ήξερε και ανέφερε. Γνώριζε ότι κάθε άνθρωπος που θα κατονόμαζε,
θα συλλαμβανόταν.
Για τον ανακριτή του μας είχε
διηγηθεί ο ίδιος ο γέροντας. Ήταν συνομήλικοι. Το 1950 είχαν και οι δύο κλείσει
τα σαράντα τους χρόνια. Τον έλεγαν κι εκείνον Ιωάννη. Ακόμα και το πατρώνυμο
τους ήταν ίδιο: Μιχαήλοβιτς. Ο π. Ιωάννης έλεγε ότι κάθε μέρα τον μνημονεύει
στις προσευχές του. Μα και δεν μπορεί να τον ξεχάσει.
«Μου έσπασε όλα μου τα δάχτυλα!»,
έλεγε με κάποια έκπληξη ο γέροντας, φέρνοντας τα σακατεμένα του χέρια στα μάτια
του που είχαν αρχίσει να χάνουν το φως τους.
«Ναι», σκεφτήκαμε τότε, «η προσευχή
του π. Ιωάννη για μια ολόκληρη ζωή, δεν είναι αστείο! Θα ήταν ενδιαφέρον να
μάθουμε την μοίρα του ανακριτή Ιβάν Μιχαήλοβιτς, για τον οποίο τόσο προσευχόταν
ο πρώην κρατούμενος του Ιβάν Μιχαήλοβιτς Κρεστιάνκιν».
Με σκοπό την πλήρη αποκάλυψη των
εγκλημάτων τού κατηγορουμένου, ο ανακριτής όρισε κατ` αντιπαράσταση εξέταση με
τον ίδιο τον υπεύθυνο του ναού. Ο π. Ιωάννης ήξερε ήδη ότι εκείνος ο άνθρωπος
ήταν η αιτία της σύλληψης και των βασανιστηρίων του. Αλλά όταν ο υπεύθυνος
μπήκε στο γραφείο, ο π. Ιωάννης τον σφιχταγκάλιασε! Τόσο πολύ χάρηκε που είδε
τον αδελφό-ιερέα. με τον οποίο είχε συλλειτουργήσει στον ναό τόσες φορές!
Στην αγκαλιά του π. Ιωάννη, ο
υπεύθυνος του ναού κατέρρευσε και έχασε τις αισθήσεις του. Η κατ' αντιπαράσταση
εξέταση δεν έγινε, αλλά και χωρίς αυτή καταδίκασαν τον γέροντα σε οκτώ χρόνια
εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Για έναν από τους παλαιούς πατέρες
έχει γραφτεί ότι από την υπερβολική αγάπη του είχε ξεχάσει τι θα πει κακό.
Εμείς -δόκιμοι εκείνα τα χρόνια- συλλογιζόμασταν συχνά: για ποιο λόγο, για ποια
κατορθώματα, για ποιες ιδιότητες της ψυχής κάνει ο Κύριος συνεργούς Του στα
Μυστήρια Του τους ασκητές, δίνοντας τους το χάρισμα της διορατικότητας, το χάρισμα
να κάνουν θαύματα; Πράγματι, είναι αδύνατο ακόμα και να φανταστείς ότι ένας τέτοιος
άνθρωπος, που του αποκαλύπτονται οι πιο μύχιες σκέψεις και τα λάθη των
ανθρώπων, θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο εκτός από απέραντα ελεήμων προς τον
καθένα ανεξαιρέτως! Αδύνατο να φανταστείς ότι η καρδιά του δε θα ήταν γεμάτη
από κείνη την αγάπη που έφερε στον κόσμο μας ο Εσταυρωμένος - αγάπη δυνατή,
μυστηριακή, αγάπη που να συγχωρεί τα πάντα.
Και όσον αφορά στην ιστορία της
φυλάκισης τού π. Ιωάννη, αυτό που με μάγευε πάντα ήταν το πώς μνημόνευε εκεί-να
τα χρόνια του εγκλεισμού του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης: έλεγε πως ήταν τα πιο
ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του!
«Ο Θεός ήταν δίπλα μου!», εξηγούσε με
ενθουσιασμό, αν και σίγουρα αντιλαμβανόταν ολότελα ότι εμείς δεν μπορούσαμε να
τον καταλάβουμε.
«Για κάποιο λόγο δε θυμάμαι κάτι
άσχημο», έλεγε για το στρατόπεδο. «Μόνο αυτό θυμάμαι: ο ουρανός ανοιχτός και οι
Άγγελοι να ψέλνουν στους ουρανούς! Τώρα τέτοια προσευχή δεν έχω...».
Στο κελί που ο γέροντας δεχόταν τους
πολυάριθμους επισκέπτες του, εμφανιζόταν πάντα πολύ θορυβωδώς. Έμπαινε μέσα
κυριολεκτικά πετώντας - ακόμα κι όταν ήταν 70, 80 ή και 90 χρονών. Τρίκλιζε
λιγάκι από την αδυναμία της ηλικίας, έτρεχε στην εικόνα και για ένα λεπτό έμενε
κοκαλωμένος μπροστά της πλήρως απορροφημένος από την προσευχή για τους
ανθρώπους που είχαν έρθει να τον δουν.
Αφού τελείωνε αυτή τη σημαντική
δουλειά, στρεφόταν προς τους επισκέπτες και τους αγκάλιαζε όλους με ένα
χαρούμενο βλέμμα. Κι αμέσως έσπευδε να ευλογήσει τον καθένα χωριστά. Σε κάποιον
κάτι ψιθύριζε. Αναστατωνόταν, εξηγούσε. Παρηγορούσε, παραπονιόταν, αναθαρρούσε.
Αναστέναζε και βογκούσε. Έπιανε το κεφάλι του με απόγνωση. Εκείνες τις στιγμές
θύμιζε κλώσα που πηγαινοέρχεται στα κλωσσόπουλα της. Και μόλις τελείωνε με όλα
αυτά, σωριαζόταν σχεδόν στο παλιό καναπεδάκι κι έφερνε δίπλα του τον πρώτο
επισκέπτη. Ο καθένας είχε τα προ-βλήματα του. Δε θα πω για άλλους, αλλά θυμάμαι
πολύ καλά με τι πρόβλημα είχα πάει εγώ στον γέροντα.
Ο π. Ιωάννης για εννέα χρόνια δεν μου
έδινε ευλογία να καρώ μοναχός. Μου είχε θέσει τον όρο να περιμένω την ευλογία της
μητέρας μου. Αλλά η δική μου μητέρα -ο Θεός να την αναπαύσει- αν και μου είχε
δώσει ευλογία να υπηρετήσω την Εκκλησία με ιερατικό αξίωμα, δεν ήθελε να
ακολουθήσω τον δρόμο τού μοναχισμού. Ο γέροντας επέμενε σταθερά στον όρο της
μητρικής συγκατάθεσης. Έλεγε: αν σοβαρά θες να γίνεις μοναχός, ζήτα το από τον
Θεό και Αυτός θα τα τακτοποιήσει όλα την κατάλληλη στιγμή.
Τον εμπιστεύτηκα βαθιά και περίμενα
με ηρεμία. Τoσο στην αρχή που ήμουν δόκιμος στη Μονή των Σπηλαίων, όσο και μετά, στο
Τμήμα Εκδόσεων του μητροπολίτη Πιτιρίμ. Και κάποια στιγμή, σε μια επίσκεψη μου
στον γέροντα, του διηγήθηκα μεταξύ άλλων ότι σύντομα θα ανοίξουν το μοναστήρι
τού Ντονσκόι. που οι Μοσχοβίτες αγαπούσαν ιδιαίτερα. Και τότε ο π. Ιωάννης
είπε:
«Να που ήρθε η ώρα σου. Πήγαινε ζήτα
από τη μητέρα σου την ευλογία της. Πιστεύω ότι τώρα δε θα σου την αρνηθεί. Κι
επειδή έκανες υπομονή για δέκα χρόνια και δεν αυθαιρέτησες, θα δεις ότι ο
Κύριος δε θα σε αφήσει χωρίς τη χάρη Του. Θα ναι για σένα δώρο».
Κατόπιν, ο γέροντας άρχισε να
διηγείται για το μοναστήρι τού Ντονσκόι την εποχή της δικής του νεότητας' για
τον άγιο πατριάρχη Τύχωνα, που ο γέροντας αγαπούσε και εκτιμούσε απεριόριστα,
και ο οποίος ζούσε εκεί κατά τη σύλληψη του. Μου είπε επίσης ότι το 1990, του
είχε εμφανιστεί σ' αυτό το κελί όπου εκείνη την ώρα συζητούσαμε, ο άγιος
πατριάρχης Τύχων, και τον προειδοποίησε για το σχίσμα που ερχόταν στη Ρωσική
Εκκλησία (έτσι έγινε στην Ουκρανία).
Τελειώνοντας, ο π. Ιωάννης
προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου «Η των απολωλότων ζήτησης»
και μου υπέδειξε να βιαστώ να γυρίσω σπίτι. Κι αφού πάρω τη μητρική ευλογία, να
πάω να ζητήσω την κουρά μου από τον μακαριότατο πατριάρχη.
Με τις προσευχές τού π. Ιωάννη, αυτή
τη φορά η μητέρα μου συμφώνησε απρόσμενα με την επιθυμία μου και μου έδωσε
ευλογία μια εικόνα της Θεοτόκου. Ο μακαριότατος πατριάρχης Αλέξιος Β' με
τοποθέτησε στην ολιγομελή τότε αδελφότητα της μονής Ντονσκόι.
Βγήκαν αληθινά τα λόγια τού π. Ιωάννη
για το «δώρο». Ο προεστός της μονής Ντονσκόι αρχιμανδρίτης Αγαθόδωρος. ανέβαλε
δύο φορές την μοναχική μου κουρά εξαιτίας επειγουσών υποχρεώσεων του για θέματα
της μονής. Τελικά, τέλεσε τη μοναχική κουρά ανήμερα των γενεθλίων μου, όταν
έκλεινα τα 33 μου χρόνια, δίνοντας μου το όνομα Τύχων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ. π
Τύχων Σεβκούνωφ
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012
Ό τυφλός οδοιπόρος του Θεού.
«Στις οδοιπορίες μου με καθοδηγούσε και
με βοηθούσε ό Θεός. Μου έστειλε ένα "θερμό πνεύμα". Εμπιστεύθηκα σ'
αυτό. Ήταν σαν φως στους οφθαλμούς μου. Προχωρούσε μπροστά μου και είχε πολλή
θερμότητα. Το χειμώνα μέσα στην παγωνιά ερχόταν απ' αυτό ασυνήθιστη ζέστη. Κι εγώ
ακολουθούσα αύτη τη θερμότητα και βάδιζα, βάδιζα, βάδιζα...
»Το πνεύμα αυτό ήταν ό οδηγός μου. Στα
χέρια είχα δύο μπαστουνάκια. Με το ένα ερευνούσα το δρόμο. Το άλλο ήταν το
στήριγμα μου. Όπου με οδηγούσε αυτό το πνεύμα, εκεί και πήγαινα».
Σ' όλες τις οδοιπορίες του ό π.
Αλέξιος προσευχόταν στον Κύριο και στον άγιο Νικόλαο και τους παρακαλούσε να τον
βοηθούν και να τον προστατεύουν.
Κάποτε περπατούσε πάνω στα βουνά. Βρέθηκε
κοντά στο γκρεμό, αλλά ή χάρη τού Θεού τον προφύλαξε και δεν έκανε το μοιραίο
βήμα. Άλλοτε πάλι γλίστρησε και κύλησε σε μια πλαγιά τού βουνού, αλλά ένιωσε
κάποιο χέρι να τον συγκρατεί. «Ποιος είσαι;» ρώτησε ό τυφλός διάκος, και
προσπαθούσε μάταια να ψάξει με τα χέρια γύρω του. «Βαρβάρα», άκουσε μια φωνή. Ό
π. Αλέξιος θεωρούσε ότι εκείνη τη φορά τον έσωσε ή αγία Βαρβάρα.
Στις οδοιπορίες του ό π. Αλέξιος
συναντούσε διάφορους ανθρώπους. Μερικοί τον θεράπευαν, τον τάιζαν, τον πήγαιναν
όπου ήθελε. Άλλοι, αντίθετα, δεν τού έδιναν ούτε μία μπουκιά ψωμί, τον
λιθοβολούσαν, τον χτυπούσαν, τον κορόιδευαν. Κάποια στιγμή τον βρήκαν κλέφτες και
κακούργοι, οι όποιοι τού επιτέθηκαν, τον χτύπησαν, τού αφαίρεσαν τα ρούχα, τον
άφησαν γυμνό και έφυγαν. Με ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη θυμόταν μια χωρική από τα
Ουράλια βουνά, τη Βαρβάρα, τον άντρα της Δημήτριο και τα παιδιά τους Ιβάν και
Βλαδίμηρο. Είχε πέσει τότε σε κακοκαιρία. Τον πήραν σπίτι τους, τον
φιλοξένησαν, τον τάισαν, τον έπλυναν κιόλας. Έμεινε μαζί τους τρεις μέρες μέχρι
να τελειώσει ή χιονοθύελλα.
Σαν οδοιπόρος ό π. Αλέξιος, έφτασε
μέχρι την πόλη Μπουζουλούκ στα Ουράλια, όπου φοβόταν στην αρχή τα τραμ. Έλεγε
μάλιστα: «Δεν έζησα ποτέ στον κόσμο και δεν μπορούσα
να καταλάβω γιατί τόσες φωνές, τόσος
θόρυβος, τόση φασαρία».
Στο Μπουζουλούκ τον συνέλαβαν ως άστεγο.
Τον έστειλαν στο νοσοκομείο της πόλης. Εκεί βρέθηκε μια πιστή χριστιανή νοσηλεύτρια,
ή όποια τον βοήθησε. Όταν τελείωσε ή θεραπεία του και τον άφησαν ελεύθερο, τον
έβγαλε έξω από την πόλη και ό π. Αλέξιος συνέχισε την οδοιπορία του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΤΑΡΕΤΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΗ.
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012
ΣΤΟΝ Π. ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ ΠΑΒΛΟΒΝΑ ΚΟΝΟΒΑΛΟΒΑ.
Εκείνη
την εποχή, ζούσε στη Μόσχα μια ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα και ιδιόμορφη γυναίκα, η
Βαλεντίνα Πάβλοβνα Κονοβάλοβα. Φαινόταν σαν να βγήκε από πίνακα του
Κουστόντιεφ, πραγματική μοσχοβίτισσα έμπορος. Ήταν χήρα 60 ετών και διευθύντρια
μιας μεγάλης μονάδας τροφίμων στη λεωφόρο Μίρ. Η εύσωμη, κοντόχοντρη Βαλεντίνα
Πάβλοβνα ήταν συνήθως θρονιασμένη αναπαυτικά πίσω από το μεγάλο τραπέζι τού
γραφείου της. Παντού στους τοίχους, ακόμα και στους πιο δύσκολους καιρούς (επί
Σοβιετικής Ένωσης), κρέμονταν καδραρισμένα χάρτινα αντίγραφα εικόνων με
επιβλητικές διαστάσεις, ενώ στο πάτωμα κάτω από το γραφείο ήταν ακουμπισμένο
ένα μεγαλούτσικο νάιλον σακούλι γεμάτο λεφτά. Αυτά η Βαλεντίνα τα διέθετε κατά
την κρίση της, είτε στέλνοντας τους υφισταμένους της να αγοράσουν φρέσκα
λαχανικά για τους ίδιους, είτε χαρίζοντας τα στα πλήθη των φτωχών και των
ζητιάνων που περνούσαν από τη μονάδα τροφίμων της.
Οι
υφιστάμενοι της τη φοβόντουσαν, αλλά και την αγαπούσαν. Τη Σαρακοστή κανόνιζε
πάντοτε ευχέλαιο στο γραφείο της. Σ' αυτό παρευρίσκονταν πάντα με σεβασμό και
οι Τάταροι που εργάζονταν στη μονάδα της. Συχνότατα, εκείνα τα χρόνια της
έλλειψης, την επισκέπτονταν στα πεταχτά μοσχοβίτες εφημέριοι, αλλά και
αρχιερείς. Με κάποιους απ' αυτούς ήταν συγκρατημένα ευσεβής, ενώ με άλλους,
τους οποίους δεν ενέκρινε για τον «οικουμενισμό» τους, ήταν απότομη, ακόμα και
αγενής.
Ενόψει
Πάσχα και Χριστουγέννων, η μονή με έστελνε στην πρωτεύουσα με το μεγάλο φορτηγό
για τρόφιμα και προμήθειες. Η Βαλεντίνα Πάβλοβνα ήταν πάντα ιδιαίτερα ζεστή και
δεχόταν με μητρική στοργή εμάς τους νέους δόκιμους - πήγαιναν πολλά χρόνια που
η ίδια είχε θάψει το μοναχογιό της. Γίναμε φίλοι. Πόσο μάλλον που είχαμε μονίμως
θέμα συζήτησης: τον κοινό μας πνευματικό π. Ιωάννη.
Ο
πνευματικός μας πατέρας ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που η Βαλεντίνα
Πάβλοβνα ντρεπόταν, αλλά και αγαπούσε απέραντα και σεβόταν. Δύο φορές τον χρόνο
με τους πιο κοντινούς της συνεργάτες ερχόταν στην Μονή των Σπηλαίων, και εκεί
νήστευε και εξομολογείτο. Εκείνες τις μέρες ήταν αγνώριστη: ήσυχη, πράα,
συνεσταλμένη - σε τίποτα δε θύμιζε την «μοσχοβίτισσα δέσποινα-κυρά».
Το
φθινόπωρο του 1993 συνέβησαν αλλαγές στη ζωή μου. Διορίστηκα ηγούμενος στο
μετόχι της Μονής των Σπηλαίων στην Μόσχα. Αυτό έπρεπε να βρίσκεται στο αρχαίο
μοναστήρι του Σρέτένσκι. Για τη συμπλήρωση πληθώρας εγγράφων τύχαινε συχνά να
πηγαίνω στη μονή των Σπηλαίων.
Η
Βαλεντίνα Πάβλοβνα είχε άρρωστα μάτια. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο - καταρράκτης
λόγω ηλικίας. Κάποια στιγμή με παρακάλεσε να ζητήσω την ευλογία του π. Ιωάννη
για να κάνει μια εγχείρηση ρουτίνας στο σπουδαίο Ινστιτούτο Φιόντοροφ. Η
απάντηση του π. Ιωάννη, ομολογουμένως, με εξέπληξε: «Όχι, όχι, σε καμία
περίπτωση. Όχι τώρα, ας περάσει λίγος καιρός», είπε πειστικά. Αφού επέστρεψα
στη Μόσχα, διαβίβασα τα λόγια του στη Βαλεντίνα Πάβλοβνα.
Στενοχωρήθηκε
πολύ. Στο Ινστιτούτο Φιόντοροφ ήταν όλα ήδη συμφωνημένα. Η Βαλεντίνα Πάβλοβνα
έγραψε στον π. Ιωάννη ένα λεπτομερές γράμμα, ζητώντας εκ νέου την ευλογία του
για την εγχείρηση και διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ρουτίνας, που
δεν άξιζε καν προσοχής.
Φυσικά
ο π. Ιωάννης δεν ήξερε λιγότερο από εκείνη πόσο ακίνδυνη είναι η εγχείρηση
καταρράκτη. Όταν όμως διάβασε την απάντηση που είχα φέρει μαζί μου.
αναστατώθηκε πάρα πολύ. Καθίσαμε πολλή ώρα με τον γέροντα και προσπαθούσε
ταραγμένος να μου πει πως ότι και να γίνει πρέπει να πείσουμε την Βαλεντίνα
Πάβλοβνα να αρνηθεί ακόμα και τώρα την εγχείρηση. Ξανάγραψε ένα εκτενές μήνυμα,
με το οποίο την ικέτευε και της έδινε ευλογία, με την εξουσία του ως
πνευματικού, να αναβάλει την εγχείρηση για λίγο
διάστημα.
Εκείνη
την εποχή ήρθαν έτσι τα πράγματα, που μου προέκυψαν δύο ελεύθερες εβδομάδες.
Δεν είχα πάρει άδεια για περισσότερο από δέκα χρόνια κι έτσι ο π. Ιωάννης μού
έδωσε ευλογία να πάω για ξεκούραση στην Κριμαία, σε ένα κρατικό θέρετρο. Και
μου ζήτησε να πάρω οπωσδήποτε μαζί μου την Βαλεντίνα Πάβλοβνα. Της είχε ήδη
γράψει γι' αυτό στο γράμμα του, προσθέτοντας ότι την εγχείρηση θα πρέπει να την
κάνει αργότερα, ένα μήνα μετά την άδεια.
«Αν
κάνει τώρα την εγχείρηση, θα πεθάνει», είπε λυπημένα ο γέροντας όταν αποχαιρετιστήκαμε.
Στη
Μόσχα όμως έπεσα σε τοίχο. Η Βαλεντίνα Πάβλοβνα, για πρώτη φορά στη ζωή
της,
επαναστάτησε απέναντι στον πνευματικό της πατέρα. Η τελευταία φορά που είχε
πάρει άδεια ήταν στα νιάτα της. και τώρα έλεγε
με θυμό:
«Άδεια;!...
Μα καλά, τι άλλο θα σκαρφιστεί ο γέροντας; Και ποιον θ' αφήσω στο πόδι μου
εδώ;».
Ήταν
πραγματικά αγανακτισμένη που ο π. Ιωάννης έκανε ολόκληρο ζήτημα για μια ήσσονος
σημασίας εγχείρηση. Εγώ όμως ήμουν αποφασισμένος. Δεν άκουγα τίποτα. Της
ανακοίνωσα ότι ξεκινάω αιτήσεις για την εισαγωγή μας στο κρατικό θέρετρο, και
ότι σύντομα θα είμαστε στην Κριμαία. Στο τέλος, η Βαλεντίνα Πάβλοβνα έδειξε να
υποχωρεί.
Πέρασαν
μερικές μέρες. Πήρα ευλογία από τον Αγιότατο για την άδεια, εξασφάλισα την
εισαγωγή μας στο θέρετρο (δεν ήταν δύσκολο κάτι τέτοιο, διότι ήταν περασμένο
Φθινόπωρο), και τηλεφώνησα στη δουλειά της Βαλεντίνας Πάβλοβνα, για να της ανακοινώσω
την ημερομηνία της αναχώρησης.
«Η
Βαλεντίνα Πάβλοβνα είναι στο νοσοκομείο», με πληροφόρησε ο βοηθός της. «Σήμερα
θα κάνει εγχείρηση».
«Πώς;»,
φώναξα. «Μα ο π. Ιωάννης το απαγόρευσε!».
Αποδείχτηκε
ότι δύο μέρες πριν. είχε εμφανιστεί στο γραφείο της Πάβλοβνα μία μοναχή, που
ήταν κατά κόσμο γιατρός, και που μόλις έμαθε την ιστορία με τον καταρράκτη,
διαφώνησε επίσης με την πρόταση του π. Ιωάννη. Τάχθηκε στο πλάι της Βαλεντίνας
Πάβλοβνα και ανέλαβε να ζητήσει την ευλογία για την εγχείρηση από έναν
πνευματικό πατέρα της Λαύρας τού Αγίου Σεργίου, ο οποίος μάλιστα της την έδωσε
την ίδια κιόλας ημέρα. Η Βαλεντίνα Πάβλοβνα. ικανοποιημένη, πήγε στο Ινστιτούτο
Φιόντοροφ. σχεδιάζοντας μετά τη σύντομη και απλή εγχείρηση να έρθει μαζί μου σε
δυο-τρεις μέρες στην Κριμαία. Αλλά κατά τη διάρκεια της εγχείρησης έπαθε
εγκεφαλικό επεισόδιο και πλήρη παράλυση.
Όταν
το έμαθα, έτρεξα και τηλεφώνησα στον π. Φιλάρετο, τον διακονητή τού π. Ιωάννη.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο γέροντας ερχόταν στον π. Φιλάρετο και χρησιμοποιούσε
το τηλέφωνο του.
«Τώρα
τι θέλετε; Γιατί δε με ακούτε;», έκλαιγε σχεδόν ο γέροντας, ακούγοντας την
μπερδεμένη και θλιβερή μου ιστορία. «Μα αν επιμένω σε κάτι. σημαίνει ότι ξέρω
τι κάνω!».
Τι
μπορούσα να του απαντήσω; Ρώτησα μόνο πώς μπορούμε να βοηθήσουμε - η Βαλεντίνα
Πάλοβνα μέχρι τότε ήταν αναίσθητη. 0 π. Ιωάννης έδωσε εντολή να πάρω από τον
ναό στο κελί μου τα προηγιασμένα Άγια Δώρα, ώστε με το που θα συνέλθει η
Βαλεντίνα Πάβλοβνα, είτε μέρα είτε νύχτα, χωρίς καθυστέρηση, να πάω να την
εξομολογήσω και να την κοινωνήσω.
Με
τις προσευχές τού π. Ιωάννη, η Βαλεντίνα Πάβλοβνα συνήλθε την επόμενη μέρα.
Οι
συγγενείς της με ενημέρωσαν άμεσα και μέσα σε μισή ώρα ήμουν στην κλινική.
Τη
μετέφεραν στον προθάλαμο ανάνηψης πάνω σε ένα τεράστιο μεταλλικό φορείο. Κάτω
από το άσπρο σεντονόπανο φαινόταν μικροσκοπική και αδύναμη. Μόλις με είδε,
έκλεισε τα μάτια και έκλαψε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Αλλά και χωρίς λόγια, η
εξομολόγηση της ήταν κατανοητή. Της διάβασα τη συγχωρητική ευχή και την
κοινώνησα. Αποχαιρετιστήκαμε.
Την
επόμενη μέρα την κοινώνησε ακόμη μία φορά ο π. Βλαντίμιρ Τσουβίκιν. Το ίδιο
βράδυ πέθανε. Κηδέψαμε την Βαλεντίνα με αίσθημα φωτός και ειρήνης. Σύμφωνα με
μία παλιά εκκλησιαστική παράδοση, η ψυχή τού ανθρώπου, που κατάφερε να
κοινωνήσει την ημέρα τού θανάτου του, ανεβαίνει αμέσως στον θρόνο τού Θεού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ.
ΣΤΟΝ Π. ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.
Ο ίδιος ο π. Ιωάννης ποτέ δεν αποκαλούσε
τον εαυτό του «γέροντα». Και όταν του έλεγαν κάτι παρόμοιο, μόνο τα χέρια του
χτυπούσε με φρίκη: «Ποιοί γέροντες; Εμείς στην καλύτερη περίπτωση είμαστε
έμπειρα γερόντια». Ως το τέλος της ζωής του έμεινε απολύτως σίγουρος γι' αυτό.
λόγω της βαθιάς ταπείνωσης του. Εξάλλου, και οι περισσότεροι που γνώριζαν τον
π. Ιωάννη είχαν πειστεί ότι στο πρόσωπο του ο Θεός τούς είχε στείλει έναν
πραγματικό γέροντα με επίγνωση του θείου θελήματος.
Ναι. αυτό ήταν το κυριότερο: στον π.
Ιωάννη αποκαλυπτόταν το θέλημα του Θεού για τους ανθρώπους. Κι εμείς αργήσαμε
να το καταλάβουμε. Στην αρχή φαινόταν ότι ο μοναχός αυτός ήταν απλώς ένας
ηλικιωμένος και σοφός άνθρωπος. Αλλά ακριβώς γι' αυτή την περιβόητη «σοφία» του
κατέφθαναν οι πιστοί απ' όλη την Ρωσία. Και μόνο αργότερα ανακαλύψαμε και μόνοι
μας με έκπληξη ότι όλες αυτές οι χιλιάδες των ανθρώπων δεν περίμεναν από τον π.
Ιωάννη μόνο μια σοφή συμβουλή.
Συμβουλάτορες με πείρα υπάρχουν
πολλοί στον κόσμο. Οι άνθρωποι όμως που κατέφευγαν στον π. Ιωάννη, στις πιο
τραγικές συνήθως στιγμές της ζωής τους, σε κομβικά σημεία της μοίρας τους, δεν
ήθελαν να ακούσουν απ' αυτόν κάτι που να μοιάζει ιδιαίτερα σοφό, αλλά κάτι που
να είναι μοναδικά αληθές. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, αυτή η γνώση τού
θελήματος του Θεού ήταν που διαφοροποιούσε τον γέροντα απ' όλους τους
υπόλοιπους ανθρώπους - ακόμα κι από τους δοξασμένους σοφούς, τους «διανοούμενους»,
ακόμα και από τους πιο σπουδαίους και έμπειρους θεολόγους-ιερείς.
Θυμάμαι, όταν ήμουν ακόμα νέος
δόκιμος, με πλησίασε ένας από τους μοσχοβίτες προσκυνητές και μου είπε κάτι που
μόλις προ ολίγου είχε δει: καθώς ο π. Ιωάννης διέσχιζε την αυλή για να μπει
στον ναό. πετάχτηκε αίφνης από το πλήθος μια γυναίκα με ένα αγοράκι τριών ετών
στην αγκαλιά της και με δάκρυα στα μάτια.
«Γέροντα, ευλογήστε το παιδί για την
εγχείρηση! Οι γιατροί απαιτούν να πάει επειγόντως στη Μόσχα...», του είπε.
Ο π. Ιωάννης κοντοστάθηκε, την
κοίταξε και της είπε, προς μεγάλη έκπληξη του αυτήκοου μάρτυρα της σκηνής, που
μου τη διηγήθηκε:
«Σε καμία περίπτωση! Θα πεθάνει στο
χειρουργικό τραπέζι. Προσευχήσου, νοσήλευσε τον, αλλά την εγχείρηση μην
επιτρέψεις επ' ουδενί να την κάνει. Θα αναρρώσει». Και σταύρωσε το αγόρι.
Καθίσαμε με τον προσκυνητή και
σκιαζόμασταν κι οι ίδιοι από τις σκέψεις μας: Και αν ο γέροντας κάνει λάθος; Τι
θα γίνει, αν το παιδί πεθάνει; Τι θα κάνει η μητέρα με τον π. Ιωάννη αν συμβεί
κάτι τέτοιο;
Φυσικά δεν μπορούσαμε να
κατηγορήσουμε τον π. Ιωάννη για κοντόφθαλμη εναντίωση στην ιατρική (κάτι που
απαντάται, αν και όχι συχνά, στους πνευματικούς κύκλους), διότι είχε
επανειλημμένως ευλογήσει χειρουργικές επεμβάσεις και είχε επιμείνει για την
αναγκαιότητα τους. Ανάμεσα στα πνευματικά του τέκνα υπήρχαν και αρκετοί διάσημοι
γιατροί.
Περιμέναμε με φόβο ότι το περιστατικό
θα έχει και συνέχεια. Θα εμφανιζόταν άραγε στο μοναστήρι η μητέρα, περίλυπη,
και θα προκαλούσε σκάνδαλο; Ή θα γίνονταν όλα όπως τα προέβλεψε ο π. Ιωάννης;
Όση ώρα ο γέροντας έκανε το συνηθισμένο του καθημερινό δρομολόγιο από τον ναό
προς τα κελιά, εμείς συζητούσαμε και εν τέλει καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι για
να δώσει τόσο αποφασιστική συμβουλή, θα πρέπει να ήξερε για τι μιλούσε.
Η εμπιστοσύνη και η υπακοή είναι ο βασικός
κανόνας επικοινωνίας ανάμεσα στον ορθόδοξο χριστιανό και τον πνευματικό του
πατέρα. Φυσικά, απέναντι στον οποιονδήποτε πνευματικό δε γίνεται να επιδείξει
κανείς πλήρη υπακοή, αλλά τέτοιοι πνευματικοί ουσιαστικά είναι μεμονωμένες
περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν είναι απλό. Συμβαίνουν
τραγωδίες, όταν κάποιοι παράλογοι ιερείς αυτοπροβάλλονται ως «γέροντες» κι
αρχίζουν να δίνουν επηρμένες προσταγές, καταπνίγοντας τελικά την ελευθερία των
πνευματικών τους τέκνων, πράγμα ολότελα ανεπίτρεπτο για την πνευματική ζωή.
0 π. Ιωάννης ποτέ δεν υπαγόρευε και
δεν επέβαλλε την θέληση του. Εκτιμούσε απέραντα την ανθρώπινη ελευθερία και την
αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη ευλάβεια. 0 γέροντας ήταν έτοιμος να προτρέψει, να
νουθετήσει, ακόμα και να ικετεύσει για την εκπλήρωση αυτού, που ήξερε ότι είναι
απαραίτητο για το πρόσωπο, που είχε απέναντι του. Αλλά αν ο τελευταίος επέμενε
πεισματικά στη δική του γνώμη, ο γέροντας συνήθως αναστέναζε και έλεγε:
«Λοιπόν, δοκιμάστε. Κάντε ότι
νομίζετε...».
Και πάντα, απ' όσο γνωρίζω, αυτοί που
δεν ακολουθούσαν τις συμβουλές του, στο τέλος το μετάνιωναν πικρά. Επέστρεφαν
συνήθως σ' εκείνον με τη σκληρή απόφαση να κάνουν ότι τους έλεγε. Και αυτός με
αμέριστη συμπόνια και αγάπη δεχόταν αυτούς τους ανθρώπους, χωρίς να φείδεται
χρόνου και δυνάμεων, προσπαθώντας κάθε φορά να διορθώσει τα λάθη τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΙΟΙ- Π. ΤΥΧΩΝ ΣΕΒΚΟΥΝΩΦ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








