Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015
ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. ΠΕΡΙ ΘΥΜΟΥ.
Ο πάτερ Μάξιμος είπα, «στην ομιλία σου το βράδυ
ανέφερες μια στιγμή ότι μπορεί κάποιος να θυμώσει χωρίς να διαπράξει αμαρτία.
Τι ακριβώς εννοούσες; Πώς είναι δυνατόν να
συμβεί αυτό; Πάντα πίστευα ότι μια γνήσια πνευματική ζωή σημαίνει εσωτερική
γαλήνη και απαλλαγή από το θυμό».
Έχεις δίκιο, φυσικά. Αλλά όταν μίλησα για θυμό
χωρίς αμαρτία είχα υπόψη μου ένα στίχο από τον τέταρτο Ψαλμό, όπου ο Δαβίδ μιλά εξ
ονόματος του Θεού και ζητά να απαλλάξουμε τον θυμό μας από την
αμαρτία».
Δεν είναι παράδοξο αυτό; Μοιάζει με αντίφαση;»
Ακούγεται διφορούμενο», είπε ο Αντώνης.
Όχι ακριβώς,
απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. «Κοιτάξτε. Οι ,άγιοι πατέρες είναι πολύ ξεκάθαροι σ’ αυτό το θέμα. Ο θυμός
Είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης- ένα
δώρο από το Θεό.
« Δώρο από τον Θεό;» είπε απορημένη η Μαρία.
«Νόμιζα ότι ο θυμός μάς
δημιουργεί προβλήματα».
Θα σας εξηγήσω τι
εννοώ. Ο Θεός μάς έδωσε την ικανότητα να
οργιζόμαστε- σωστά; Είναι μία από τις δυνάμεις της ψυχής.
Όπως η δικαιοσύνη, η ανδρεία και η σωφροσύνη. Όμως,
εμείς τις περισσότερες φορές κάνουμε κακή χρήση
αυτών των θεόσταλτων δυνάμεων. Δεν Λειτουργούν μέσα μας με τον τρόπο που θα
ήθελε ο Θεός να Λειτουργούν».
«Μα πώς κάνουμε κακή χρήση του θυμού;» ρώτησα.
«Είναι απλό. Κάνουμε κακή χρήση του θυμού όταν τον στρέφουμε
ενάντια στους συνανθρώπους μας• όταν, για παράδειγμα, κατακλυζόμαστε από
μνησικακία κάθε φορά που θεωρούμε ότι μας φέρθηκαν άδικα• όταν αναλώνουμε την
ικμάδα της ψυχή μας και τη μεταλλάσσουμε σε πίκρα απόρριψης, η οποία μας κάνει
να στρεφόμαστε ενάντια στους ανθρώπους γύρω μας- όταν τον επιστρατεύουμε για να
διασφαλίσουμε αυτά που θεωρούμε ότι είναι δικαιώματά μας, με την εγκόσμια
έννοια του όρου».
«Κάποιοι μπορεί να υποστήριζαν ότι θεωρείς δέουσα
μία παθητική στάση, η οποία επιφέρει και την κακομεταχείριση από τους άλλους»,
είπα. «Οι σύγχρονοι ψυχοθεραπευτές μαθαίνουν στους πελάτες τους να υπερασπίζονται τα δικαιώματά
τους».
«Μη βιάζεσαι, Κυριάκο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος,
κάνοντάς μου νόημα να κάνω υπομονή. «Ο θυμός δεν λειτουργεί σωστά μέσα μας όταν
είναι αναμειγμένος με τον εγωισμό μας Αυτό είναι όλο. Οι άγιοι πατέρες
διδάσκουν ότι, αν θέλεις να καταλάβεις κατά πόσον κυριαρχείσαι από τον εγωισμό,
πρέπει να ρωτήσεις τον εαυτό σου αν θυμώνεις ή όχι, και γιατί. Αν θέσεις αυτή
την ερώτηση, δεν χρειάζεται να αναρωτιέσαι αν είσαι εγωιστής ή όχι. Η παρουσία
του θυμού στην καρδιά σου είναι ένδειξη ότι δεν έχεις ταπεινοφροσύνη».
«Αυτή είναι η συνηθισμένη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε
όλοι», είπα. «Όταν εμποδίζονται οι επιθυμίες μας, θυμώνουμε. Θα μπορούσες να πεις
ότι είναι φυσικό».
«Δεν είναι φυσικό», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος.
«Είναι φυσικό στην έκπτωτη κατάστασή μας, ναι. Αλλά δεν είναι φυσικό στην ουσία
μας. Η φυσική, ουσιώδης κατάστασή μας είναι εκεί νη στην οποία φθάνουν οι
άγιοι».
«Είναι η κατάσταση πέρα από επιθυμίες και εγκόσμιες
ενασχολήσεις», είπε ο Αντώνης. ο οποίος είχε διαβάσει πολύ τις διδασκαλίες των
αγίων πατέρων και πολύ συχνά μου έδινε βιβλία να διαβάσω.
«Ακριβώς. Ο οξύθυμος και εριστικός άνθρωπος, που
χάνει την εσωτερική γαλήνη του γι' αυτόν ή εκείνον το λόγο, αυτή ή εκείνη την
αιτία, είναι άνθρωπος πνευματικά ατελής. Είναι κυριευμένος από ένα καταστροφικό
πάθος που μπορούμε να το ονομάσουμε εγωισμό, εγωκεντρισμό, αυταρέσκεια ή
υπερηφάνεια.
Λοιπόν ας μη
βρίσκουμε προσωπικές δικαιολογίες. Θυμώνουμε επειδή νιώθουμε ότι κάποιος
διέπραξε μια αδικία σε βάρος μας, η προσπάθησε να μας ξεγελάσει, ή είπε κάτι
κακό για μας, ή μας συκοφάντησε, ή προσπάθησε να μας
κλέψει, ή οτιδήποτε άλλο».
Ο πατήρ Μάξιμος χαμογέλασε αινιγματικά και
πρόσθεσε:
θα
υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα διαπράττουν αδικίες σι βάρος μας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε μόνιμα οργισμένοι; ότι δεν πρέπει να βρούμε ποτέ
γαλήνη μέσα μας, αλλά να κατηγορούμε τους άλλους για το θυμό μας;»
«Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε
πολλοί από μας. Έχετε πάει ποτέ στην Αθήνα;» ρώτησα ρητορικά, αναφερόμενος στον
παροιμιώδη ανυπόμονο και οξύθυμο Αθηναίο πεζό.
Τότε τι πρέπει να κάνουμε;» ρώτησε η Ελένη, στην
πρώτη προσωπική συνάντηση και συζήτηση
με τον πατέρα Μάξιμο.
Πρέπει να αντληθούμε ότι μπορούμε να αντιμετωπίσου όλα αυτά τα προβλήματα με μια κατάσταση εσωτερικής γαληνής. Ο άνθρωπος που
οργίζεται υποφέρει από εγωισμό, όποιο κι αν είναι το αίτιο του θυμού του.
-Αυτή η συζήτηση μου θυμίζει μια ιστορία από το
Βιβλίο Γεροντικό συνέχισε ο πατήρ Μάξιμος μετά από μία σύντομη διακοπή, γιατί
ήρθε να καθίσει κοντά μας άλλος ένας προσκυνητής. «Ήταν ένας μοναχός που ήταν
συνέχεια θυμωμένος, επέκρινε τους άλλους και τους κατηγορούσε για τα δικά του ελαττώματα
και προβλήματα. Απέδιδε το θυμό του στον κοινοβιακό τρόπο ζωής. Πίστευε ότι στο
μοναστήρι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι με διαφορετικά ενδιαφέροντα και
διαφορετικούς χαρακτήρες. Βασισμένος σ’ αυτή την πεποίθηση, αποφάσισε να αποσυρθεί
στην έρημο και να ζήσει σαν ερημίτης. Τις πρώτες αυτές μέρες εκεί ήταν ήρεμος
και γαλήνιος. Την τέταρτη μέρα, σε μια στιγμή που πήγε να γεμίσει το κύπελλό
του με νερό (πολύτιμο αγαθό στην έρημο), του χύθηκε κατά λάθος στο χώμα.
Δοκίμασε για δεύτερη φορά, και πάλι ίου έπεσε το
κύπελλο. Το τε εξοργίστηκε και άρχισε να κλοτσάει και να χτυπάει το σκαμνί στο
οποίο καθόταν. Εκείνη τη στιγμή είδε μπροστά του το διάβολο να γελάει. Τότε
κατάλαβε άτι το πρόβλημα ήταν μέσα τον και μόνο ο ίδιος έφταιγε για τα
ξεσπάσματα του θυμού του. Έτσι συνειδητοποίησε ότι πρέπει να δουλέψει πάνω στον
εαυτό τον. να καταπολεμήσει το πάθος του θυμού που τον κυβερνούσε και να πάψει
να κατηγορεί τους άλλους για τα δικά του ελαττώματα Η έρημος δεν θα τον
βοηθούσε».
ΒΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ.
Τρίτη 4 Αυγούστου 2015
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015
ΟΤΑΝ Ο ALAIN DUREL ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΑΜΒΡΟΣΙΟ.
Ο
Βασίλειος ανέθεσε τη μοναστική μου διαπαιδαγώγηση σ’ ένα μοναχό της Μονής
Σταυρονικήτα στον όποιον είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ό πατήρ Αμβρόσιος ήταν πρώην
Βενεδικτίνος μοναχός, ειδικός στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, ό όποιος
είχε μεταστραφεί στην ορθοδοξία και είχε γίνει πνευματικός. Τον υπολόγιζα
σαραντάρη• ήταν λεπτός, όχι πολύ ψηλός, φίνος χιουμορίστας. Παρ’ όλο πού ήταν
μεγάλος ασκητής, ποτέ δε γέλασα τόσο πολύ όσο όταν ήμουν κοντά του. Επί ένα
χρόνο, ως υπεύθυνος για την περίοδο της δοκιμής μου, με δίδαξε την τέχνη της αγιορείτικης
προσευχής.
«Αν
το επιθυμείς», έλεγε, «μπορείς να προσθέσεις προσευχές και μετάνοιες στον κανόνα
πού κάνεις στο κελί, αλλά αυτό πού θα προσθέσεις, προπάντων μην το μετράς!
Να
σκέπτεσαι το στόχο και να μη μένεις στα μέσα. Δεν είμαστε μισθοφόροι. ’Αν έρθει
ή ώρα της προσευχής και είσαι εξαντλημένος ή άρρωστος, μη φυλακίσεις τη συνείδησή
σου σε μια νομικίστικη λογική, κάθισε και επικαλέσου το Θεό μέσα στην καρδιά
σου. Κι αν δεν μπορείς ούτε αυτό, μείνε σιωπηλός μπροστά στις εικόνες. ’Αν
όμως, αντίθετα, έχεις δυνάμεις, μη διστάσεις να υπερβείς το μέτρο, επειδή ή ζωή
μας δε διέπεται από τη λογική τού κόσμου.
Στον
πατέρα Αμβρόσιο οφείλω μια από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές και πνευματικές
ανακαλύψεις της ζωής μου: τον Γρηγόριο Νύσσης. Ή ανακάλυψη αυτή έμελλε να μέ
οδηγήσει στη συγγραφή τού βιβλίου μου EROS
TRANS FIGURE CERF 2007
Αυτό
πρέπει να έγινε προς το τέλος Σεπτεμβρίου, λίγο μετά τον εσπερινό. Ό καιρός
ήταν ακόμα πολύ γλυκός και συζητούσαμε στη μέση της αυλής του μοναστηριού, όταν
άρχισε να μου μιλά για τον άγιο αυτόν πατέρα πού έχει ονομαστεί «Διδάσκαλος της
Οικουμένης» (Άγιος Μάξιμος ό Ομολογητής, Ελληνική Πατρολογία, 91, 161).
Μού
εξέθεσε την πνευματική του διδασκαλία, ένα χα-χαρακτηριστικό της οποίας είναι ή
θέση του περί τού άπειρου χαρακτήρα της επιθυμίας τού ανθρώπου ως εικόνας τού
Θεού, και μού μίλησε για την αποφατική του προσέγγιση στην πνευματική ζωή.
«Το
ζωντανό Θεό δε θα τον συναντήσετε συσσωρεύοντας γνώσεις, αλλά αντιθέτως,
αποβάλλοντας κάθε παράσταση σχετική με Αυτόν. Κάθε έννοια περί Θεού είναι ένα
είδωλο πού σάς κόβει το δρόμο της πνευματικής εμπειρίας. Δεν συναντιόμαστε με το
Θεό παρά μόνο μέσα στο σκότος της αγνωσίας, εκεί όπου μόνον ή αγάπη μπορεί να
γίνει οδηγός μας».
Ό
Αμβρόσιος μού εξήγησε ότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, δε χρειάζεται να αναζητήσουμε
το Θεό έξω από μάς, αλλά αντιθέτως πρέπει να καθαρίσουμε τον καθρέφτη της ψυχής
μας για να δούμε εκεί να λάμπει ολοφώτεινο το πρόσωπό Του.
Ή διδασκαλία τού
πατρός Αμβροσίου επί της μυστικής θεολογίας τού Γρηγορίου Νύσση υπήρξε
ένα σημαντικό βήμα στην πορεία μου προς το χριστιανισμό.
«Ό
μοναχός, κατά τη μυστική του ανάβαση», λέει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «προχωρεί
“συνεχώς προς τα ενδότερα”» (Ελληνική Πατρολογία, 44, 1036 Α). Ή επιστροφή στον
εαυτό του είναι ή κατάσταση πού αρμόζει στο πνεύμα. Με αυτή την έννοια, ή
πνευματική κίνηση τείνει κατ’ αρχήν, εξαλείφοντας σταδιακά αυτά πού έχουμε, να ανασυστήσει
αυτό πού είμαστε. Ή ψυχή καθαρίζεται αφαιρώντας ένα ένα τα πουκάμισά της και ή
υπέρτατη στιγμή είναι εκείνη κατά την όποια, έχοντας ξεφορτωθεί όλα της τα
καλύμματα, παρουσιάζεται γυμνή ενώπιον τού Θεού. Φαίνεται ότι ή παρουσία της
αυτή είναι ή αντανάκλαση τού εσώτατου βάθους της ψυχής όπου λάμπει ή θεία
φλόγα..
.
— Μα, έδώ δεν έχουμε τη μυστική ινδική
διδασκαλία, ότι επιστρέφουμε στον εαυτό μας και πραγματοποιούμε αυτό πού ήδη
είμαστε; πετάχτηκα εγώ.
— Έδώ θέλει προσοχή, λέει χαμογελώντας ό
πατήρ Αμβρόσιος. Ό Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί ελεύθερα τη φιλοσοφία τού
Πλωτίνου, ή οποία, με την έννοια αυτή, είναι πολύ κοντά στον ινδουιστικό
μυστικισμό, τελικά όμως δίνει έμφαση σε μια πολύ ουσιαστική διαφορά μεταξύ της
φιλοσοφίας αυτής και της δικής του: ή ομοίωση με το Θεό δεν είναι έργο τού ανθρώπου
αλλά δωρεά. Αυτή και μόνη ή διαφορά αρκεί για να αλλάξει τις έννοιες των
διατυπώσεων πού ό Γρηγόριος δανείζεται από τον Πλωτίνο: «Ού γάρ ήμέτερον έργον
ουδέ δυνάμεως ανθρώπινης εστί κατόρθωμα ή προς το θείον ομοίωσης, αλλά της του
Θεού μεγαλοδωρεάς εστίν...» (Ελληνική Πατρολογία, 46, 372 Ο.
Ή
ομοίωση με το Θεό δεν είναι μια ιδιότητα πού ή ψυχή θα μπορούσε να αποκτήσει
απλά επειδή καθαρίστηκε. Είναι χάρις πού δίδεται στην ψυχή ή οποία στρέφεται προς
το Θεό. «Μόνη συ γέγονας της ύπερεχούσης πάντα νουν φύσεως απεικόνισμα, του άφθαρτου
κάλλους, της αληθινής θεότητος αποτύπωμα, της μακαρίας ζωής δοχείον, του αληθινού
φωτός εκμαγείων, προς ό βλέπουσα, εκείνο γίνη. όπερ εκείνος εστί, μιμούμενη τον
εν σοί λάμποντα διά της άντιλαμπούσης αυγής εκ της σης καθαρότητος» (Ελληνική
Πατρολογία, 44, 805 Ό).
Έδώ
λοιπόν, δεν είμαστε μπροστά σε μια θεότητα εγγενή στην ψυχή, όπως στην
ίνδουιστική θρησκεία, αλλά ενώπιον ενός ελευθέρου προσώπου πού μπορεί να
στραφεί προς το Θεό και στο όποιο ένας προσωπικός Θεός μετα12δίδει ελεύθερα τη
ζωή. Έτσι, ή ψυχή δεν είναι εκ φύσεως όμοια με το Θεό αλλά γίνεται όμοια, όταν
στρέφεται προς Αυτόν. Αυτό πού πρέπει να ξαναβρούμε μέσα μας είναι ή χάρις.
— Δεν καταλαβαίνω, είπα εγώ. Ή ψυχή αποτελείται
από την ουσία τού Θεού, ναι ή όχι;
— Ή ψυχή δεν είναι εκ φύσεως θεϊκή, απάντησε
ό πατήρ Αμβρόσιος, ή μάλλον κατέχει μια αντανάκλαση του Θεού που ονομάζεται Ελευθερία,
χωρίς να έχει μέσα της το θείο κάλλος των αρετών. Τη χάρη αυτή τη δέχεται από
Εκείνον. Για να καθαρθει, πρέπει να στραφεί προς την πηγή της καθαρότητας. Όταν
μεταμορφωθεί από το 'Άγιο Πνεύμα, δε θα χρειάζεται πια παρά να κοιτάξει τον εαυτό
της για να δει να λάμπει μέσα της ό Θεός όπως σ’ έναν καθρέφτη.
Μερικές
μέρες μετά από την εποικοδομητική αυτή συζήτηση, συνειδητοποίησα την ίδια μου την
αναπνοή. Ένα ωραίο πρωί, κατάλαβα ότι ή αναπνοή μου δεν ήταν προαιρετική, αλλά υποκινούμενη
από κάτι το εσωτερικό, ότι «άνέπνεα για να με ζήσω», όπως μια μητέρα θηλάζει το
παιδί της. Οι αρχαίοι Έλληνες -έχω στο νου μου τούς δασκάλους των ελληνιστικών
σχολών- είχαν αντιληφτεί τη χαρά της καθαρότητας, όταν τα πάθη σχολάζουν. Στον
’Άθωνα, γύριζα πίσω στην πηγή του είναι, μέχρι τη δωρεά και, πέρα από τη δωρεά,
στο Δωρεοδότη. Ή αποκάλυψη αυτή μακράν του να με κάνει να αναδιπλωθώ στον εαυτό
μου, με άνοιξε προς μια ριζική ετερότητα, με συνέδεσε προς ένα υποκείμενο, προς
Κάποιον.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ALAIN DUREL. Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΑΤΕΡΜΟΝΟΝ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ALAIN DUREL. Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΑΤΕΡΜΟΝΟΝ
ΟΤΑΝ Ο ALAIN DUREL ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ.
Όταν
έφτασα στον ’Άθωνα, χωρίς γνώση ελληνικών ούτε ρωσικών, έπρεπε να βρω κάποιον
που να μιλάει τη γλώσσα μου. Ό Βασίλειος,
ηγούμενος
της Μονής Σταυρονικήτα, ήταν ακριβώς ό οδηγός πού χρειαζόμουν. Εγκαταστάθηκα
λοιπόν στη Σταυρονικήτα, σ’ ένα κελί πού έβλεπε προς τη θάλασσα. Όταν ό καιρός
ήταν καθαρός, ξεπρόβαλε και ή Θάσος σαν φάντασμα στην επιφάνεια τού νερού.
Ό
Βασίλειος ήταν άνθρωπος μεγαλόσωμος και δυνατός με μεγάλη «κρητική» μύτη. Πίσω
από την επαρχιώτικη εμφάνισή του, κρυβόταν μία απ’ τις πιο εκλεπτυσμένες ψυχές,
ήταν πολύ μορφωμένος, είχε σπουδάσει στο Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας τού
Αγίου Σέργιου στο Παρίσι και μιλούσε τα ρωσικά εξίσου καλά με τα γαλλικά. Σ’
αυτόν χρωστάω το γεγονός ότι παθιάστηκα με τον Ντοστογιέφσκι και με τον άγιο
Ισαάκ τον Σύρο, πού τούς αγαπούσε όσο και τη Σιμόν Βέιλ και τον Άλμπέρ Καμύ. Θα
θυμάμαι πάντα την πρώτη μας συζήτηση, στον κήπο της Σταυρονικήτα, όπου τού εξέφρασα
τη δυσκολία μου να αντέξω τις μακρές ακολουθίες, πού έφταναν τις οκτώ
συνεχόμενες ώρες. Από τότε λοιπόν βαστάει ή συνήθειά μου να σημειώνω τούς
λόγους ζωής πού άκουγα από τούς
μοναχούς
σ’ ένα μικρό μπλοκάκι με κουτάκια. «Ό μοναχός, μέσα στη λειτουργία», μου έλεγε,
«μοιάζει με το παιδί στην κοιλιά της μάνας του: δεν κάνει τίποτε και όμως, από το
γεγονός και μόνο ότι βρίσκεται στην εκκλησία, αυξάνεται, αυξάνεται αδιάκοπα,
μέχρι να έρθει ή στιγμή της γέννας».
Όταν
του εκμυστηρεύτηκα πόσο πολύ ήμουνα κουρασμένος, εκείνος με ενθάρρυνε με τον
εξής παράξενο τρόπο: «’Άν πηγαίνεις στο διακόνημά σου και νιώθεις καλά, εντάξει.
’Αν όμως πηγαίνεις τρομερά απελπισμένος από την κούραση, τότε είναι ακόμα
καλύτερα! Διότι ό Κύριος μάς είπε: «Όποιος χάσει τη ζωή του για μένα εκείνος θα
βρει τη σωτηρία». Διασχίσαμε το λαχανόκηπο και, φθάνοντας στην πεζούλα πάνω από
τη θάλασσα, ό Βασίλειος με κοίταξε μέσα στα μάτια.
- Νιώθω άχρηστος, του είπα μ’ έναν
αναστεναγμό.
- Ό μοναχός είναι σαν τον νεκρό, απάντησε,
επειδή δεν κάνει τίποτε και τα κάνει όλα. Το Άγιο Όρος είναι ένας τόπος
αληθινής «άνθρωποφάνειας».
Με
αυτό το νεολογισμό, ό Βασίλειος εννοούσε ότι το όρος Άθως ήταν το μυστικό
θέατρο όπου μπορούσε να αποκαλυφθεί ό άνθρωπος με τον πιο αυθεντικό τρόπο. Όπως
μια στάμνα, όταν σπάσει, αποκαλύπτει την ουσία της λειτουργίας της, από το
γεγονός και μόνο ότι δεν μπορεί πια να ξαναγεμίσει, έτσι και ό μοναχός,
τσακισμένος από την άσκηση, φανερώνει το βάθος της ανθρώπινης φύσης πού είναι
πλασμένη για να υποδέχεται πέρα ως πέρα το θεό.
Μελετώντας
τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, στον όποιο με μύησε ό Βασίλειος, άρχισα να ονειρεύομαι
τη ζωή της ερημιάς. Κι επειδή ή ιδέα αυτή με κατέτρυχε, τη μοιράστηκα μαζί του.
—
Ό ορθόδοξος μοναχός δεν είναι ποτέ μόνος, μου είπε. Ό ασκητής πού ζει
απομονωμένος στο 'Άγιο Όρος, στο βαθμό πού έχει απομακρυνθεί από τον κόσμο,
έχει όλο και καλύτερη συντροφιά. Ή χάρις της μονώσεως οδηγεί τη ζωή στους
κόλπους της κοινωνίας των αγίων. Θέλεις ένα μικρό ερημητήριο με όμορφα
κουρτινάκια στα παράθυρα; πρόσθεσε υπό τύπον ειρωνείας. Το ερημητήριο πού θα
έχουμε όλοι είναι ό τάφος μας! Θέλεις να είσαι μόνος; Μόνον ό διάβολος είναι
μόνος!
Ό
Βασίλειος ήταν μεγάλος θεολόγος, όχι επειδή έχει γράψει θαυμάσια βιβλία
μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες αλλά επειδή έχει αποκτήσει, με τίμημα τα δάκρυα και
τη χαρά του, το βλέμμα τού παιδιού και μια υπέροχη αίσθηση χιούμορ: «Ή αποστολή
τού αθωνίτη μοναχού δεν είναι να κάνει κάτι με εργαλείο τη σκέψη του ή να
οργανώσει κάτι με τις ικανότητες του, αλλά, με τη ζωή του, να δίνει τη μαρτυρία
ότι ό θάνατος έχει νικηθεί. Κι αυτό το κάνει θάβοντας τον εαυτό του, σαν ένα
κόκκο, μέσα στη γη. Αληθής μοναχός είναι αυτός πού έχει αναστηθεί εκ νεκρών, ως
απαρχή της γενικής ανάστασης, εικόνα τού άναστάντος Χριστού. Αποκαλύπτει ότι το
μη υλικό δεν είναι κατ’ ανάγκην πνευματικό και ότι το σωματικό δεν είναι κατ’ ανάγκην
σαρκικό. Έτσι, ό μοναχός φανερώνει την πνευματική αποστολή του κτιστού και του
σωματικού, δείχνοντας την απτή ύπαρξη του άκτιστου και άυλου».
Όποιος
πηγαίνει στον ’Άθωνα δεν ψάχνει κατ’ αρχάς ένα μοναστήρι ή ένα κελί, αλλά
κάποιον ικανό να του διδάξει την τέχνη τού θανάτου και την τέχνη της ανάστασης.
Αναζητά ένα Γέροντα, τον στάρετς για τον όποιο μιλά ό Ντοστογιέφσκι στους
«Αδελφούς Καραμαζώφ», τον πνευματικό πατέρα. Στην Ανατολή αυτό είναι εκ των ων ουκ
άνευ. Σ’ αυτόν ανοίγει την καρδιά του. Γίνεται ό φίλος, ο πατέρας του, εκείνος από
τον όποιον κοινωνεί την ύπαρξη και ό όποιος γνωρίζει από δική του πείρα πώς ξεκολλά
ή καρδιά από τα πράγματα, μέσα στην ομορφιά της αγρυπνίας, μέσα στη λαμπρότητα
των βυζαντινών άκολουθιών, μέσα απ’ τον αγώνα της νηστείας, τη φυλακή του νοός,
την εκμηδένιση της απόγνωσης και το θρίαμβο του φωτισμού. Σ’ αυτόν έχει πλήρη υπακοή,
αυτόν εμπιστεύεται απόλυτα. αφού πρώτα νεκρώσει το προσωπικό του θέλω, αφού
ξεριζώσει τον εαυτό του για να τον έπανευρει καλύτερο.
Ό
άνθρωπος θέλει να κρίνει, να σταθμίσει μόνος του, και πρέπει να πεθάνει, να
διασχίσει τη νύχτα, τον τρόμο, να δει ποιος πραγματικά είναι, να ανακαλύψει το κατακάθι
της ύπαρξής του, το ψέμα πού υπήρξε ή ζωή του. Ό Άθως σε διδάσκει να μαθαίνεις τον
εαυτό σου, να κατεβαίνεις στη γέεννα του πυράς, επειδή ή Κόλαση δεν είναι οι
άλλοι, όπως έλεγε ό Σάρτρ άλλα το εγώ μου! Κι έπειτα, ό άνθρωπος καταλαβαίνει ότι
το κακό δεν είναι κακό, αν δεν το πάρει ως κακό, αρχίζει να διακρίνει τις τομές
απ’ το νυστέρι του θείου χειρουργού και.
σιγά σιγά, πίσω από τη μάσκα του εγώ αναδύεται το πρόσωπό του, ένα
πρόσωπο εν κοινωνία με τον κόσμο και με το Θεό, ένα ον εκκλησιαστικό. Μαζί με τον
άγιο Ισαάκ τον Σύρο, νιώθει την καρδιά του να καίγεται για όλα τα κτίσματα και
όμως θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο κι απ’ τα άλογα ζώα. Βλέπει μια εικόνα
ιστορημένη από τον Θεοφάνη, βλέπει το πρόσωπο ενός αδελφού του μοναχού, τον
ήλιο να δύει πίσω απ' τη Θάσο και κλαίει μπροστά στην τόση ομορφιά.
Ό
πατήρ Βασίλειος έδινε σε κάθε μοναχό τον κανόνα της ατομικής του προσευχής, την
οποία έκανε τη νύχτα, συνήθως πριν από την πρώτη ακολουθία. Κατά τις τρεις το
πρωί, σήμαινε το τάλαντο και χαλούσε για την ακολουθία, αν και οι περισσότεροι
μοναχοί είχαν από ώρες σηκωθεί. Είχαν ξεκουκίσει τουλάχιστον δώδεκα φορές το εκατοστάρι
κομποσκοίνι τους. Σε κάθε κόμπο αντιστοιχεί μια σύντομη προσευχή, ή μονολόγιστη
ευχή του άγιου ονόματος του Κυρίου. Αρχικά προφορική, μετά νοερή και αργότερα,
όταν ό νους έχει κατεβεί στην καρδιά, ή ευχή γίνεται αύτενέργητη και μόνιμη,
προσευχή καθαρή. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται πια για προσευχή αλλά για έναν
καινούριο τρόπο ζωής, έναν καινούριο τρόπο να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο και να
υπάρχεις. Κάθε νύχτα, οι μοναχοί κάνουν τουλάχιστον εκατό μετάνοιες, ακουμπώντας
το μέτωπο καταγής μπροστά στην εικόνα του Κυρίου ή της Θεοτόκου. Ή λέξη
μετάνοια εξάλλου σημαίνει «μετά το νου», πέρα
απ’ τη διάνοια, μια ριζική δηλαδή αλλαγή τού τρόπου με τον οποίον
αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Οι
μοναχοί είναι έτοιμοι τώρα να εισέρθουν στο ναό, πού φωτίζεται αμυδρά από τα
καντήλια. Στην τετράωρη ακολουθία, θα στέκονται όρθιοι ή ακουμπισμένοι στο στασίδι
τους. Τις μέρες των μεγάλων εορτών, πού στον Άθωνα είναι πολλές, ή ακολουθία
διαρκεί από οκτώ έως δεκαπέντε ώρες. Μέσα σ’ ένα όργιο φωτός και κάλλους, ή επιβλητική
ψαλμωδία και ή εικονογραφία του ναού σε ανεβάζουν ως τον ουρανό, θα τολμούσα να
πω, κι ακόμα πιο πάνω. Μετά, αρχίζει ή κάθοδος. Πρέπει να κατεβαίνεις όλο και πιο
χαμηλά, με την ελπίδα να βρεις τον πολύτιμο, τον πιο σπάνιο μαργαρίτη, αυτόν
πού κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει, μια και προσφέρεται στις ειλικρινείς μόνο
ψυχές: είναι ή ταπείνωση. Ή ακολουθία τελειώνει με τη Θεία Λειτουργία.
Ό άνθρωπος
δέχεται μέσα του το Σαρκωθέντα Θεό. Ή ώρα της Θείας Κοινωνίας, στις όμορφες
αναστάσιμες μέρες συμπίπτει με την ανατολή τού ήλιου, οι ακτίνες του οποίου
πλημμυρίζουν τα 'Άγια των Αγίων, σιμώνουν την Ωραία Πύλη και το τέμπλο, λούζουν
τις εικόνες στο φως.
Στη
συνέχεια, οι μοναχοί θα έχουν ένα δίωρο για ανάπαυση. Ακολουθεί το κοινό γεύμα στην
τράπεζα, ενώ ό αναγνώστης διαβάζει με μονότονη φωνή ένα πνευματικό κείμενο.
Μετά το γεύμα, οι μοναχοί κατευθύνονται στα διακονήματά τους: ό ένας στον κήπο,
ό άλλος στη βιβλιοθήκη ή στο ξυλουργείο. Στο τέλος τού απογεύματος, τελούν τον
εσπερινό, ακολουθεί το δείπνο και ή ακολουθία τού Αποδείπνου.
Ό
πατήρ Βασίλειος δεν ήθελε να βλέπει περισσότερους από τρεις να βαδίζουν στην
ίδια κατεύθυνση. «’Άν θέλεις να ζήσεις ως πεζοπόρος, θα απογοητευθείς», μου
έλεγε, «επειδή εδώ δεν περπατάμε, χορεύουμε! Έδώ το πρόσωπο, ή άνθισή του, ή
πραγμάτωσή του είναι ότι μετρά περισσότερο».
Ό Βασίλειος έλαμπε ολόκληρος,
ακτινοβολούσε το μυστήριο της εκκλησίας. Από ολόκληρη την ύπαρξη του ανέβλυζε
αγάπη πού άφηνε στον άλλον χώρο ελευθερίας, του πρόσφερε τις δυνατότητες να
ολοκληρώσει τον εαυτό του. Τον αγκάλιαζε. αφήνοντας τον ελεύθερο να είναι αυτό
πού είναι. Μάς γνώριζε, μάς καταλάβαινε, μάς άφηνε να κινηθούμε ελεύθερα, να
γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τις αντιστάσεις μας. τη φύση των ζωντανών πλασμάτων
και την ομορφιά τους.
Οι
μοναχοί με ρωτούσαν πώς είχα μπει στην ορθόδοξη εκκλησία. Όταν τούς εξήγησα ότι
είχα βαπτιστεί στην καθολική εκκλησία χωρίς χρίσμα, δεν πίστευαν στ’ αφτιά
τους. Πράγματι, οι ορθόδοξοι δεν διαχωρίζουν ποτέ τα δύο αυτά μυστήρια. ’Έπρεπε
λοιπόν να προχωρήσω στο χρίσμα. Ωστόσο επέμεναν ότι καλό θα ήταν να τελεσθούν και
τα τρία Μυστήρια μαζί -Βάπτισμα. Χρίσμα και Θεία Ευχαριστία- στην ίδια τελετή.
’Έλαβα λοιπόν και τα τρία την ημέρα των Θεοφανείων. Για τους ορθοδόξους, ή βάπτιση
τού Κυρίου δεν είναι μόνον ή Επιφάνεια Του, ή φανέρωση Του στον κόσμο ως
κεχρισμένου από το Θεό. αλλά και Θεοφάνεια, φανέρωση τού Θεού ως Τριάδος.
"Όταν όΙησούς
βγήκε από τα νερά τού Ιορδάνη, ό Ιωάννης ό Βαπτιστής είδε το Πνεύμα το Άγιον
κατερχόμενο επ' αυτού με τη μορφή περιστεράς και ακούσε τη φωνή τού Πατρός να τον
αποκαλεί «Υιόν Του αγαπητόν». Είναι ή πρώτη σαφής φανέρωση της Τριάδος στην
ιστορία της ανθρωπότητας, όπως το ψάλλει ωραία το τροπάριο της εορτής:
«Εν
Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, ή της Τριάδος έφανερώθη προσκύνησις• τού γάρ
Γεννήτορος ή φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν όνομάζουσα• και το Πνεύμα
εν είδει περιστεράς έβεβαίου τού λόγου το ασφαλές. Ό έπιφανείς. Χριστέ ό Θεός, και
τον κόσμον φωτέσας δόξα σοι»!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ALAIN DUREL. Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΑΤΕΡΜΟΝΟΝ
Κυριακή 2 Αυγούστου 2015
Σάββατο 1 Αυγούστου 2015
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







