Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΖΉΤΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΑΡΚΙΔΗ. ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ.






«Σε σχέση με την καθημερινή ζωή μας, ποια είναι τα άμεσα, απτά αποτελέσματα από την εφαρμογή της ευχής;» ρώτησε η' Εμιλι. «Δεν εννοώ τα μεγάλα επιτεύγματα των αγίων και των ασκητών, αλλά μάλλον τι αντίκτυπο έχει η προσευχή για εμάς τους απλούς ανθρώπους».
«Πρώτα και κύρια, ο άνθρωπος που εφαρμόζει την Ευχή γεύεται την αγάπη του Χριστού. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε αληθινά όλοι μας και αυτός πρέπει να είναι ο υπέρτατος στόχος μας. Αυτό είναι που μας λείπει. Όταν η ευχή ενεργοποιείται μες στην καρδιά μας, αφυπνίζει μέσα μας την αίσθηση του θείου ζήλου που μας ωθεί προς γενναίες πνευματικές προσπάθειες. Η Ευχή, μαζί με τα μυστήρια, μπορεί να ανάψει μες στην καρδιά μας τη φλόγα της αγάπης του Χριστού».

«Μήπως είναι αυτό το νόημα εκείνης της φράσης του Ευαγγελίου όπου ο Χριστός είπε ότι ήρθε στον κόσμο για να διαδώσει τη φωτιά;» ρώτησε η Ολυμπία.
«Φυσικά! Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Είναι η φωτιά της αγάπης του Θεού για την ανθρωπότητα. Πού αλλού μπορεί να ανάψει φωτιά αν όχι μες στις καρδιές των ανθρώπων; Όταν συμβεί αυτό, καίγεται ότι άχρηστο και επιβλαβές υπάρχει μέσα μας. Εξαγνιζόμαστε, εξευγενιζόμαστε. Τότε ανακαλύπτουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και αντιλαμβανόμαστε την ομορφιά της ψυχής και της ύπαρξής μας. Μαθαίνουμε πώς μας έφτιαξε ο Θεός, ώστε να γίνουμε αρμονικά, ισορροπημένα και όμορφα πλάσματα. Σε αυτό το στάδιο της πνευματικής μας ανάπτυξης γινόμαστε  πραγματικά φίλοι με τον εαυτό μας, με τους αδερφούς και τις αδερφές μας, με το περιβάλλον μας και με τον Θεό».
«Δηλαδή, η προσευχή εξαλείφει τη μοναξιά, το πρόβλημα που (Αντιμετωπίζουν τόσο πολλοί άνθρωποι σήμερα στις, συνωστισμένες πόλεις», είπα.

«Σαφώς. Εκείνοι που ξέρουν να προσεύχονται δεν είναι ποτέ μόνοι, ακόμα και αν δεν τους γνωρίζει κανείς, ακόμα και αν δεν τους μιλά κανείς, ακόμα και αν δεν τους δίνει προσοχή κανείς. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός είναι ενεργά παρών μες στην ψυχή τους. Αν ένας άνθρωπος προσεύχεται, δεν είναι πρόβλημα γι’ αυτόν να είναι μόνος. Αντίθετα, “ευφραίνεται στην απομόνωση”, όπως λένε οι Πατέρες. Είναι ευτυχισμένος και νιώθει ιδιαίτερα μακάριος και χαρούμενος όταν είναι μόνος, όπως συμβαίνει με ερημίτες όπως ο πατήρ Σεραφείμ».
«Μοιάζει με παράδοξο», παρατήρησε ο Λαύρος. «Είναι μόνοι, αλλά δεν νιώθουν μοναξιά».

«Μπορεί να μοιάζει με παράδοξο, αλλά οι ερημίτες σαν τον Σεραφείμ νιώθουν με μεγαλύτερη ένταση την παρουσία του Θεού στην απομόνωσή τους. Και είναι χαρούμενοι μέσα σε αυτή την απομόνωση λόγω της Παρουσίας του Θεού. Όταν τέτοιοι ερημίτες δέχονται επισκέπτες, τους καλωσορίζουν και επικοινωνούν μαζί τους με αγάπη. Και όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή τους, αυτό δεν τους δημιουργεί πρόβλημα, γιατί η ενέργεια της Ευχής διατηρεί την παρουσία του Θεού μες στην καρδιά τους. Αν δεν είχαν επικοινωνία με τον Θεό, οι ερημίτες θα τρελαίνονταν. Αυτός είναι και ο λόγος που ελάχιστοι μοναχοί παίρνουν άδεια να ζήσουν σαν ερημίτες.

«Εκτός από την υπερνίκηση της μοναξιάς», συνέχισε ο πατήρ Μάξιμος, «οι άνθρωποι που προσεύχονται, νικούν επίσης το άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας, το άγχος. Είναι αδύνατον να έχεις άγχος αν προσεύχεσαι συστηματικά. Μέσα από την προσευχή, οι άνθρωποι μπορούν να ξεπεράσουν όλα τα άγχη τους για τα εγκόσμια. Όταν είναι παρών ο Θεός, τα συναισθήματα όπως το άγχος και η κατάθλιψη απουσιάζουν. Γι’ αυτό ψέλνουμε στην εκκλησία ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε όλη τη ζωή μας στα χέρια του Θεού. Τέτοιοι άνθρωποι είναι εκατό τοις εκατό σίγουροι, το βλέπουν, το νιώθουν, το γνωρίζουν ότι ο Θεός νοιάζεται αληθινά γι’ αυτούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατον να αισθανθούν κατάθλιψη ακόμα κι αν προσπαθήσουν. Έχουν παραδώσει τα πάντα στον Θεό. Γι’ αυτόν το λόγο, όσοι προσεύχονται, νιώθουν μια έντονη μορφή γαλήνης, μια εσωτερική αταραξία».

«Αυτό ακριβώς νιώσαμε όταν ήμαστε με τον πατέρα Σεραφείμ», είπε η'Εμιλι.
«Δεν με εκπλήσσει», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. «Αυτό νιώθει κανείς όταν είναι κοντά σε έναν αυθεντικό άγιο γέροντα. Τουλάχιστον αυτό έχω βιώσει κι εγώ στα χρόνια μου στο Άγιο Όρος.
Ένα άλλο πρόβλημα της εποχής μας είναι ο φόβος. Πώς μπορεί κάποιος που προσεύχεται να φοβάται; Είναι αδύνατον. Μέσα από την προσευχή, όλοι οι φόβοι ξεπερνιούνται. Τίποτα το εγκόσμιο δεν μπορεί να τον τρομάξει ή να τον κάνει να νιώσει μοναξιά, άγχος ή φόβο. Ό κόσμος υπάρχει επειδή υπάρχουν άνθρωποι σαν τον πατέρα Σεραφείμ που προσεύχονται ακατάπαυστα».

Κατόπιν, ο πατήρ Μάξιμος επεσήμανε ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζουν μες στον κόσμο, αλλά προσεύχονται σαν ερημίτες. Πρόκειται για άτομα που δεν είναι γνωστά. «Σας βεβαιώνω, με βάση την περιορισμένη εμπειρία μου ως
πνευματικού εξομολογητή και καθοδηγητή όλα αυτά τα χρόνια, ότι έχω γνωρίσει απλούς ανθρώπους, μη κληρικούς, νέους και γέρους, άντρες και γυναίκες, πλούσιους και φτωχούς, υγιείς και αρρώστους, που έχουν την ικανότητα της φλογερής προσευχής στις καθημερινές τους δραστηριότητες και στη δουλειά τους. Αυτοί έχουν φτάσει σε εκπληκτικά επίπεδα αγιότητας τα οποία δεν τα αναγνωρίζει κανείς».
«Είναι αόρατοι και ανώνυμοι άγιοι», είπε ο Αντώνης.
«Ναι. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που, με τις προσευχές τους, στηρίζουν τον κόσμο. Αν έπαυαν να προσεύχονται, ο κόσμος θα διαλυόταν, και δεν το λέω αυτό μεταφορικά», πρόσθεσε ο πατήρ Μάξιμος.

«Έχουμε έναν εκπληκτικό πλούτο από παραδοσιακές προσευχές που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας μας στο καθημερινό πνευματικό μας έργο. Η Προσευχή του Ιησού είναι η κορωνίδα αυτής της παράδοσης. Μας γεμίζει με τη μεγαλύτερη αγαλλίαση και ανοίγει την καρδιά μας στην πιο υπέρτατη αγάπη που μπορούμε να φανταστούμε, την παρουσία του Χριστού στα βάθη του είναι μας».


Με αυτό το τελευταίο σχόλιο, ο πατήρ Μάξιμος κοίταξε το ρολόι του και μας είπε ότι ήταν ώρα να επιστρέφει στην επισκοπή. Ήταν δέκα το βράδυ και τον περίμεναν αρκετοί πιστοί για εξομολόγηση. Δεν θα έπεφτε για ύπνο παρά μόνο αρκετή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, μια καθημερινή ρου τίνα αυταπάρνησης που δεν τη χωρούσε ο δικός μας νους. Η 'Εμιλι κι εγώ τον αποχαιρετήσαμε, γιατί θα φεύγαμε σι δύο μέρες για το Μέιν. Υποσχεθήκαμε να επιστρέφουμε το επόμενο καλοκαίρι, ελπίζοντας να έχουμε νέες ευκαιρίες για πνευματικές συναντήσεις και συζητήσεις σαν αυτή. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ Ο ΜΕΣΑ ΠΟΤΑΜΟΣ/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΖΉΤΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΑΡΚΙΔΗ. ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ.





«Ένας ψυχολόγος θα έλεγε ότι αυτό είναι μια μορφή ψευδαίσθησης, μια πρακτική αυθυποβολής και αυτοδημιούργητη εξαρτημένων ανακλαστικών», είπε η'Εμιλι.

«Κοίτα, καθώς λέμε επανειλημμένα την Ευχή, όντως εθιζόμαστε και επηρεαζόμαστε από αυτή. Σίγουρα θα μπορούσε κανείς να προβάλει αυτό το επιχείρημα. Προσκολλάμε θα στα λόγια της προσευχής, τα οποία εκτοπίζουν όλους τους άλλους λογισμούς και τις σκέψεις που μας αποσπούν την προσοχή. Πιστέψτε με, η Προσευχή του Ιησού έχει τεράστια πνευματική δύναμη γιατί είναι εμποτισμένη με θεϊκή ενέργεια. Σαν τέτοια, καθαγιάζει την ύπαρξή μας. Καθαγιάζει την καρδιά και το νου μας και όλο μας το είναι. Βαθμιαία η ψυχή μας κολλάει στην Ευχή και γίνεται υπάκουη στο νόημά της».



«Πάτερ Μάξιμε, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι στην αρχή της προσπάθειάς μας ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι όσα μας αποσπούν την προσοχή», επεσήμανε ο Στέφανος. «Είναι δύσκολο να παραμείνουμε εστιασμένοι στην Ευχή». Ο Στέφανος και η Ερατώ εφάρμοζαν την Ευχή για πολλά χρόνια και είχαν γίνει πνευματικοί οδηγοί οι ίδιοι.

«Ακριβώς. Ο νους, όπως λέει ο Αβάς Ισαάκ, είναι ένα “ατίθασο αρπακτικό” που πετάει παντού, ιδιαίτερα σε μέρη όπου υπάρχουν πτώματα και βρομιά. Μοιάζει αδύνατον να τον ελέγξεις».

«Λόγω αυτής της τάσης, πολλοί αρχάριοι αποθαρρύνονται και τελικά εγκαταλείπουν», σημείωσε ο Στέφανος.



«Ναι, αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα», συμφώνησε ο πατήρ Μάξιμος. «Πολλοί μου λένε “Προσεύχομαι ξανά και ξανά, αλλά ο νους μου τρέχει εδώ κι εκεί. Δεν μπορώ να τον ηρεμήσω. Τη στιγμή που αρχίζω να απαγγέλλω την Ευχή, ο χρόνος φεύγει αμέσως και νιώθω χαμένος. Τελικά, δεν θυμάμαι καν αν προσευχόμουν ή όχι”.

Τους καθησυχάζω ότι στην αρχή αυτή η κατάσταση είναι αναπόφευκτη. Δεν πρέπει να απογοητευόμαστε ή να αποθαρρυνόμαστε. Αυτό που μας συμβαίνει δεν συμβαίνει μόνο σε εμάς. Είναι σημαντικό να επιμείνουμε και να μην τα παρατήσουμε ποτέ. Εκείνο που έχει σημασία είναι να βρισκόμαστε σε κατάσταση συνεχούς προσπάθειας. Πρέπει να λέμε συνέχεια την Ευχή και όταν αντιληφθούμε ότι ο νους μας περιπλανιέται, να τον επαναφέρουμε μαλακά στην Ευχή. Αναπόφευκτα θα αρχίσει να περιπλανιέται πάλι. Και πάλι θα τον επαναφέρουμε σε αυτό που κάνουμε. Με αυτό τον τρόπο ο νους μας δυναμώνει βαθμιαία και θα μπορεί να παραμείνει εστιασμένος στην Ευχή.




Δεν είναι εύκολη προσπάθεια, αλλά είναι πραγματική αγαλλίαση. Ένας άνθρωπος σαν το γέροντα Σεραφείμ, τον οποίο γνώρισαν η’Εμιλι και ο Κυριάκος, έχει αφιερώσει όλη 

τη ζωή του σε αυτή τη δραστηριότητα και είναι σαν ένα., αετός που άνοιξε τα φτερά του και πέταξε προς τον ορίζοντα. Έχει δει τα μυστήρια του Θεού και έχει γευτεί τη γλυκύτητα της αγάπης του Χριστού».

«Τι είναι προτιμότερο, να προσευχόμαστε σιωπηλά ή να λέμε την Ευχή μεγαλόφωνα;» ρώτησε η Έμιλι.

«Οι Πατέρες συμβουλεύουν ότι, στο αρχικό στάδιο, θα μας βοηθήσει περισσότερο αν τη λέμε μεγαλόφωνα», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος.

«Αυτό είναι δύσκολο», επενέβη ο Αντώνης. «Ζούμε και εργαζόμαστε μαζί με άλλους. 

Θα ήταν δύσκολο να απαγγέλλουμε μεγαλόφωνα προσευχές. Φαντάσου να είσαι σε μια επαγγελματική σύσκεψη και να αρχίσεις να προσεύχεσαι μεγαλόφωνα». Ακολούθησε ένα ξέσπασμα γέλιου.

Ο πατήρ Μάξιμος κατένευσε. «Αντιλαμβάνομαι αυτή τη δυσκολία. Σε τέτοιες καταστάσεις μπορούμε να λέμε την Ευχή σιωπηλά, χωρίς να το προσέξει κανείς. Ο νους μας εξακολουθεί να είναι συνεχώς απασχολημένος με τον Θεό. Σε τελική ανάλυση, αυτό έχει σημασία. Όταν, όμως, το επιτρέπουν οι συνθήκες, είναι προτιμότερο να τη λέμε δυνατά».

«Γιατί;» ρώτησε η Γιασεμίνα.



«Γιατί έτσι είναι πιο εύκολο να εστιάσουμε το νου μας στην Ευχή στα αρχικά στάδια», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. Και συνέχισε: «Θα πρέπει να προσθέσω πως, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να εστιάζουμε επακριβώς στα λόγια της Ευχής, ώστε ο νους μας να ξεπεράσει την τάση να περιπλανιέται. Δεν πρέπει καν να φανταζόμαστε εικόνες και επεισόδια από τη ζωή του Χριστού. Αυτά τα πράγματα και οι φαντασιώσεις μπορεί, μάλιστα, να είναι αντιπαραγωγικά ή και επιβλαβή για την πνευματική μας ζωή. Αντί γι’ αυτό, θα πρέπει με μεγάλη ταπεινοφροσύνη να εστιάσουμε στο νόημα των ίδιων των λέξεων και να απαγγείλουμε την Ευχή όσο πιο πολλές φορές μπορούμε.



Σας βεβαιώνω ότι ο άνθρωπος που ασκεί αυτή τη μορφή προσευχής και καθοδηγεί τη συνείδησή του τηρώντας τις εντολές του Θεού μπορεί να γίνει μαραθωνοδρόμος της πνευματικής ζωής. Τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει».

«Είναι η προσευχή μόνο αρκετή για την πνευματική ζωή;» ρώτησε η Γιασεμίνα.

«Παίζει κεντρικό ρόλο, φυσικά. Όμως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η προσευχή μας θα είναι ανώφελη αν ταυτόχρονα δεν έχουμε φιλευσπλαχνία και έλεος. Η προσευχή μας θα είναι άχρηστη αν ταυτόχρονα κατηγορούμε και επικρίνουμε συνέχεια τους άλλους. Δεν γίνεται να προσευχόμαστε και ταυτόχρονα να παραδινόμαστε στα πάθη που υπονομεύουν τα πνευματικά θεμέλια της ζωής μας».

«Έτσι, παράλληλα με την προσευχή πρέπει να δουλεύουμε για να ξεπεράσουμε τον εγωισμό μας μέσα από διάφορες δραστηριότητες και πνευματικές ασκήσεις», είπε η Γιασεμίνα.



«Φυσικά! Το έχουμε συζητήσει αυτό πολλές φορές. Πρέπει να δουλέψουμε το στάδιο της Κάθαρσης για να απελευθερώσουμε την ψυχή μας από τα εγωιστικά πάθη. Αυτό είναι απαραίτητο πριν μπορέσουμε να γευτούμε τους καρπούς του Πνεύματος που θα μας οδηγήσουν στη Φώτιση και μετά στη Θέωση, την τελική μας ένωση με τον Θεό».

Ο πατήρ Μάξιμος συνέχισε επισημαίνοντας ότι, για την ορθοδοξία, τα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως η εξομολόγηση και η Θεία Κοινωνία, είναι πάντα διαθέσιμα για να βοηθήσουν τον άνθρωπο που αγωνίζεται πνευματικά.

«Μπορεί κάποιος να πει, τι γίνεται αν δεν μπορώ να εκπληρώσω αυτές τις τόσο υψηλές πνευματικές προσδοκίες;» είπε ο Λαύρος. «Δυστυχώς, υποκύπτουμε στους πειρασμούς συνεχώς».

«Αυτό είναι δεδομένο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος «Όμως, αυτό που μας επανασυνδέει με την ενέργεια της Ευχής είναι η μετάνοια. Ο άνθρωπος μαθαίνει πώς να μετανοεί και με αυτό τον τρόπο ζητά από τον Θεό έλεος και συγχώρηση. Τότε, η Θεία Χάρη επιστρέφει στην καρδιά του μέσα από την πρακτική της Ευχής».



«Για άλλη μια φορά, όμως», είπε ο Λαύρος, «πολλοί γνωστοί μου αναρωτιούνται πώς μπορείς να το κάνεις αυτό αποτελεσματικά ενώ ζεις στον κόσμο. Δεν είμαστε ούτε ερημίτες ούτε καλόγριες».


«Αν το θέλουμε πραγματικά, μπορούμε να βρούμε πολλές ευκαιρίες για να εφαρμόσουμε την Ευχή ενώ ζούμε τη ζωή ενός απλού ανθρώπου. Ασχολούμαστε καθημερινά με κάθε είδους δραστηριότητες που δεν απαιτούν ειδική αυτοσυγκέντρωση, όπως όταν πηγαίνουμε στη δουλειά ή μαγειρεύουμε ή καθαρίζουμε το σπίτι ή κάνουμε έναν περίπατο. Γιατί να μη γεμίσουμε αυτό το χρόνο με την επίκληση του Αγίου Ονόματος; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένας άνθρωπος που το κάνει αυτό σε τακτική βάση, δεν χρειάζεται άλλη μορφή προσευχής. Αυτή η συνήθεια μπορεί να είναι αρκετή για να κάνει την καρδιά να λειτουργήσει με τον τρόπο της αδιάλειπτης προσευχής».

«Είναι όμως πραγματικά αρκετό;» ρώτησε η Έλενα.



«Κοίτα, υπάρχουν δύο συνθήκες που μπορούν να βοηθήσουν σε τεράστιο βαθμό για να ενεργοποιηθεί η Ευχή στην καρδιά του ανθρώπου που προσεύχεται. Πρώτον, καλό είναι να εφαρμόζεις ένα σύντομο πνευματικό πρόγραμμα. Μπορεί κάποιος να αφιερώσει μερικά λεπτά σε ένα ήσυχο μέρος κάθε πρωί και κάθε βράδυ για να εστιάσει αποκλειστικά στην Ευχή. Στην αρχή δεν χρειάζονται πολλές ώρες γι’ αυτή την πρακτική. Μερικά λεπτά κάθε μέρα για την Ευχή θα είναι αρκετά. Δεύτερον, για να βοηθήσουμε την Ευχή να διεισδύσει στην καρδιά και να μείνει εκεί στη διάρκεια της μέρας, είναι σημαντικό να κάνουμε αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν “πρωτόνοια”. Αυτό σημαίνει ότι μόλις ξυπνήσουμε και μέσα σε δευτερόλεπτα αφού ανοίξουμε τα μάτια μας, κάνουμε το σημείο του σταυρού και αρχίζουμε να επικαλούμαστε το Άγιο Όνομα. Είναι σαν να γεμίζουμε το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου μας για να μας φτάσει για τη διαδρομή της μέρας».




Ο πατήρ Μάξιμος συνέχισε λέγοντας ότι είναι σημαντικό να αρχίζεις την Ευχή αμέσως μόλις ξυπνήσεις, για να μην μπαίνουν στο νου άλλοι λογισμοί. Με αυτό τον τρόπο ο νους προσκολλάται στην επίκληση του Αγίου Ονόματος από την αρχή της μέρας σου.

«Όταν λέμε την Προσευχή του Ιησού», συνέχισε ο πατήρ Μάξιμος, «είναι επίσης σημαντικό να μην αφήνουμε να περνά χρόνος ανάμεσα στη μια προσευχή και την επόμενη. Η μια επίκληση πρέπει να ακολουθεί αμέσως την άλλη, ώστε να μη βρίσκουν είσοδο οι αρνητικοί λογισμοί για να εισέλθουν στο νου μας ανάμεσα στις δύο προσευχές. Με αυτό τον τρόπο, ο κύκλος της προσευχής δεν διακόπτεται.

Περιττό να πούμε ότι σε αυτό το έργο είναι πάντα παρών ο Θεός για να μας δώσει ένα χέρι.

 Επιπλέον, ως μέλη της Εκκλησίας, μπορούμε να ωφεληθούμε από τα μυστήριό της: οι πλούσιες προσευχές, οι ψαλμοί και όλες οι άλλες πνευματικές πρακτικές της λειτουργούν σε συνέργεια και μας βοηθούν στη συνεχή μας προσπάθεια να μάθουμε την υπέρτατη επιστήμη της πνευματικής ζωής. Με τέτοια συστηματική προσπάθεια από μέρους μας, μπορεί τότε να ευλογηθούμε από τη φώτιση της ψυχής μας μέσα από την εμπειρία του Άκτιστου Φωτός, όπως συμβαίνει ανά τους αιώνες στους βίους των αγίων και των γερόντων όπως ο Παίσιος και ο Σεραφείμ».

«Φαντάζομαι ότι με μια τέτοια φώτιση η ύπαρξή μας δεν θα είναι πια πρόβλημα», σχολίασε ο Λαύρος.



«Ακριβώς! Η Ευχή μπορεί να ξεκλειδώσει το μυστήριο της ζωής μας σε αυτό τον κόσμο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. «Είναι σαν ένα κλειδί που θα μας οδηγήσει πίσω στον Παράδεισο, το μέρος όπου πρέπει να είμαστε. Όλοι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να επιστρέφουν εκεί. Αυτή είναι η επιθυμία του Θεού για όλους μας.

Ενεργοποιώντας το νου μέσα από την επανάληψη της Ευχής, εμφανίζεται βαθμιαία η Θεία Χάρη και ωθεί τον άνθρωπο από το πρώτο στάδιο της λεκτικής προσευχής στη λεγάμενη “Καρδιακή Προσευχή”, όπως την ονομάζουν οι Πατέρες. Δηλαδή, η Ευχή γίνεται μια αυτοενεργοποιούμενη, αβίαστη και φυσική δραστηριότητα του νου και της ψυχής μας, όπως η αναπνοή».



«Φαντάζομαι», είπα, «ότι είναι σαν να μαθαίνεις να κολυμπάς ή να κάνεις ποδήλατο ή να οδηγείς αυτοκίνητο. Στην αρχή είναι πολύ δύσκολο, αλλά αφού το μάθεις, γίνεται κάτι αυτόματο και αβίαστο».



«Νομίζω ότι μπορεί να ισχύει μια τέτοια αναλογία», είπε ο πατήρ Μάξιμος. «Ο άνθρωπος προσεύχεται αρμονικά με όλες τις δυνάμεις του. Δεν υπάρχει τίποτα που να αποσπά την προσοχή του και την καρδιά του. Αυτή η δραστηριότητα δεν είναι πια κουραστική γι’ αυτόν που προσεύχεται. Η προσευχή γίνεται φυσική για την ψυχή, την τρέφει με κατάγλυκο μέλι. Η προσευχή δεν σταματά ποτέ, είτε ο άνθρωπος κοιμάται είτε είναι ξύπνιος».

«Θα πρέπει κανείς να λέει την Ευχή στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας;» ρώτησε ο Αντώνης.

«Σίγουρα. Είναι ένας χώρος ιδιαίτερα κατάλληλος για την Ευχή».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ Ο ΜΕΣΑ ΠΟΤΑΜΟΣ/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΖΉΤΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΜΑΡΚΙΔΗ. ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ.






Ήθελα να συζητήσω για τον πατέρα Σεραφείμ με τον πατέρα Μάξιμο πριν φύγω για το Μέιν στις 4 Ιουλίου του 2010. Πιο συγκεκριμένα, αν και ο πατήρ Μάξιμος είχε μιλήσει σε αρκετές περιπτώσεις για τη σημασία της προσευχής για την πνευματική ζωή μας, ήθελα να διερευνήσω περαιτέρω αυτό το θέμα. Ήθελα να ακούσω περισσότερα για το ρόλο της αδιάλειπτης προσευχής στη ζωή του πατρός Σεραφείμ ή και στη ζωή οποιοσδήποτε άλλου.


 Ο πατήρ Σεραφείμ όχι μόνο δεν έδειχνε να κουράζεται ή να βαριέται από αυτή τη μορφή της εντατικής και συνεχούς προσευχής, αλλά, αντίθετα, όπως μας διαβεβαίωσε επανειλημμένα, του έδινε εκπληκτική ενέργεια και χαρά. Αυτός ο ενενηντάχρονος ερημίτης, που έμοιαζε με χαρακτήρα από μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, ήταν ένας από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους που είχαμε γνωρίσει ποτέ. Ήταν ένας άνθρωπος μεθυσμένος από τον Θεό. Βρισκόταν ήδη στον Παράδεισο. Ο πατήρ Σεραφείμ μου θύμιζε τις διδαχές του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, ο οποίος υποστήριζε ότι ο άνθρωπος που έχει φτάσει στη Θέωση κυριεύεται από «Έρωτα Μανιακό», μια «μανιακή» μορφή αγάπης που είναι απείρως ισχυρότερη από οποιοδήποτε εγκόσμιο ερωτικό πάθος. Οι μεταφορές που χρησιμοποιούσε για να εκφράσει αυτές τις καταστάσεις μέθης με τον Θεό συχνά σκανδάλιζαν τους πουριτανούς χριστιανούς.



Τρεις μέρες πριν φύγουμε από την Κύπρο, ο Λαύρος διοργάνωσε μια συγκέντρωση για να συζητήσουμε την επίσκεψη μας στο ερημητήριο του πατρός Σεραφείμ και για να μας αποχαιρετήσουν. Κάλεσε τους στενούς μας φίλους  από τη Λεμεσό, ανθρώπους που συμμετείχαν για πολλά χρόνια στην προσπάθειά μου να εξερευνήσω την πνευματική παράδοση του ανατολικού χριστιανισμού. Ήμαστε εκεί ο Στέφανος και η Ερατώ, ο Αντώνης και η Φροσούλα, ο Λαύρος και η φίλη του η Γιασεμίνα, μια νεόφυτη μαθήτρια του πατρός Μαξίμου, η Ολυμπία, η φίλη μας που είχε διοργανώσει το προσκύνημα στην Αγία Αικατερίνη, η 'Εμιλι κι εγώ. Ο πατήρ Μάξιμος μας επεφύλαξε μια ευχάριστη έκπληξη όταν δέχθηκε την πρόσκλησή μας για τη συγκέντρωση στον μικρό αλλά υπέροχο κήπο περμακουλτούρας του Λαύρου, τον οποίο δημιούργησε με δουλειά ετών γύρω από το ταπεινό και παραδοσιακό σπίτι του.


«Για να καταλάβουμε ερημίτες όπως ο γέροντας Παΐσιος και ο γέροντας Σεραφείμ», είπε ο πατήρ Μάξιμος αφού φάγαμε, «πρέπει να κατανοήσουμε τη φύση της ακατάπαυστης προσευχής και τη σημασία της για την πνευματική ζωή μας. Οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποιούν διάφορα ονόματα γι’ αυτή την πρακτική, όπως “Προσευχή του Ιησού”, “Νοερά Προσευχή”, “Καρδιακή Προσευχή” ή απλώς “Ευχή”, και με όλα αυτά τα ονόματα αναφέρονται στη γνωστή προσευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησον με”. Οι άγιοι θεωρούσαν αυτή τη μορφή προσευχής ως τον βασιλικό δρόμο προς τη σωτηρία και το μέσο με το οποίο αποκαλύπτονται τα μυστήρια του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά».



Ο πατήρ Μάξιμος μας υπενθύμισε τις κύριες αρχές της χριστιανικής εσχατολογίας ως ένα προοίμιο που θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε τον ριζικό μετασχηματισμό που υφίσταται ένας ερημίτης όπως ο πατήρ Σεραφείμ. «Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας», συνέχισε, «η θεραπεία της έκπτωτης ανθρωπότητας προϋποθέτει μια επιστροφή στη φυσική μας κατάσταση, τη μορφή στην οποία δημιουργηθήκαμε αρχικά από τον Θεό.




 Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο βρίσκονταν σε κατάσταση συνεχούς ενατένισης του Θεού. Αυτή ήταν η μοναδική δραστηριότητα της καρδιάς και του νου τους. Ζούσαν σε μια κατάσταση αδιάλειπτης μνήμης και αντίληψης του Δημιουργού τους. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα πριν από την πτώση είχε μια συνεχή επικοινωνία με τη Θεία Χάρη. Ως συνέπεια αυτής της αδιάλειπτης ενατένισης του Θεού», συνέχισε ο πατήρ Μάξιμος, «οι άνθρωποι έγιναν οι αποδέκτες της αγάπης του Θεού και όλων των άλλων χαρισμάτων που συνεπάγεται αυτή η κατάσταση. Έτσι ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι στον Κήπο της Εδέμ. Αυτή είναι η θεϊκή κληρονομιά μας, η οποία υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση στα βάθη του είναι μας. Καλούμαστε να αποκαταστήσουμε στην καρδιά και το νου μας τη φυσική μας κατάσταση, δηλαδή να έχουμε συνειδητή ενατένιση του Θεού.
Η Πτώση διέκοψε αυτή τη σύνδεση με τον Δημιουργό μας. Ο νους μας, ο πυρήνας και το κέντρο της συνειδητότητα μας, διασκορπίστηκε στα πράγματα αυτού του κόσμου, μακριά από τη συνεχή θεία ενατένιση. Η εικόνα του Θεού μέσα μας κατακερματίστηκε.


Όμως, ο Θεός, ως μεγάλος Ιατρός, μας έδωσε το φάρμακο που χρειαζόμαστε για να επιστρέφουμε στην αρχική υγιή μας κατάσταση. Μας έδωσε την κυριότερη εντολή του: “Άγαπήσης Κύριον τον Θεόν σου έξ όλης τής καρδίας σου και έξ ολης της ψυχής σου και εξ ‘’όλης της διανοίας σου”. Δηλαδή, όλη σου η ύπαρξη και η εστίαση πρέπει να ανακατευθυνθούν προς την αγάπη του Θεού, του Μεγάλου Αγαπημένου.


Αυτή είναι η μόνη εντολή του Θεού. Δεν υπάρχουν άλλες. Οι υπόλοιπες εντολές που μας έδωσε ο Θεός είναι απόρροιες της πρώτης. Οι εντολές “Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”, Ου κλέψεις”, “Ού φονεύσεις” και ούτω κάθεξής είναι παράγωγα της πρώτης εντολής, ενώ ταυτόχρονα είναι επίσης τα μέσα με τα οποία μπορεί να εφαρμοστεί η κύρια εντολή.
Όμως, για να αγαπάμε εμείς οι άνθρωποι τον Θεό με όλη μας την καρδιά και όλη μας τη διάνοια, πρέπει να επιστρέφουμε στον τρόπο που λειτουργούσαμε πριν από την Πτώση.

 Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός πρέπει να γίνει πάλι η μόνιμη και αδιάλειπτη εστίαση και ενασχόλησή μας. Ο νους μας και το κέντρο της συνειδητότητάς μας πρέπει να προσκολληθούν στην αγάπη και την ενατένιση του Θεού. Αυτή πρέπει να γίνει η κύρια δραστηριότητα του νου μας, όπως ήταν στην αρχή, πριν από την Πτώση.

Ίσως μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την κατάσταση γιατί υπάρχει και στην κανονική, εγκόσμια ζωή. Τι συμβαίνει στη ζωή μας όταν είμαστε βαθιά ερωτευμένοι με έναν άλλον άνθρωπο; Έχουμε αυτό το αγαπημένο πρόσωπο στο νου μας συνεχώς, ότι και να κάνουμε, όπου και να είμαστε. Ο νους μας βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με αυτό τον άνθρωπο. Πραγματικά, είμαστε ολοκληρωτικά απορροφημένοι από αυτόν ακόμα και όταν κοιμόμαστε. Είναι συνεχώς μαζί μας, στα όνειρά μας, στον ξύπνιο μας, στην καρδιά μας και στο νου μας. Βρισκόμαστε συνεχώς σε συζήτηση μαζί του, ακόμα και αν δεν είμαστε σωματικά μαζί. Επιπλέον, συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο που αρμόζει στο βάθος της αγάπης μας».
«Σε τι είδους συμπεριφορά αναφέρεστε;» ρώτησε η Γιασεμίνα.
«Είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε ακόμα και τη ζωή μας για το αγαπημένο μας πρόσωπο», συνέχισε ο πατήρ Μάξιμος. «Έτσι, αν αυτή η νοητική κατάσταση δημιουργείται μέσα μας από τις εγκόσμιες σχέσεις μας, φανταστείτε πόσο πιο έντονη θα είναι όταν συμβαίνει στη σχέση μας με τον Θεό, όταν κυριολεκτικά ερωτευόμαστε τον Θεό».


«Αυτή είναι η κατάσταση του “Μανιακού Έρωτα” που χαρακτηρίζει ερημίτες όπως τον πατέρα Σεραφείμ», είπα.
«Αυτό λένε οι άγιοι Πατέρες», συμφώνησε ο πατήρ Μάξιμος. «Ο πατήρ Σεραφείμ είχε την ευλογία να φτάσει σε αυτή την κατάσταση του έρωτα για τον Θεό εντελώς ξαφνικά. Κανονικά, για να επιστρέφει ο νους μας στον αρχικό τρόπο λειτουργίας του, την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού, το κύριο μέσο στη σημερινή έκπτωτη κατάστασή μας είναι η αδιάλειπτη προσευχή».
«Αυτό μας παρακινεί να κάνουμε ο Απόστολος Παύλος», είπε ο Στέφανος.
«Ναι. Το έχουμε συζητήσει αυτό πολλές φορές ως τώρα».
«Αυτό σημαίνει ότι μόνο ερημίτες μπορούν να φτάσουν σε αυτή την κατάσταση της συνεχούς ενατένισης του Θεού;» ρώτησε η Ολυμπία.
«Καθόλου. 

Η ερώτησή σου μου θυμίζει μια συζήτηση που είχε ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με έναν ασκητή, στην οποία εξέτασαν αυτό ακριβώς το θέμα σε ένα διάλογο που καταγράφηκε από τους παρόντες. Ο ασκητής επέμεινε ότι η αδιάλειπτη προσευχή είναι μια δραστηριότητα που πρέπει να εφαρμόζεται από μοναχούς και ερημίτες αλλά όχι από απλούς ανθρώπους. Ο Άγιος Γρηγόριος, από την άλλη μεριά, υποστήριζε ότι η Καρδιακή Προσευχή είναι για όλους τους ανθρώπους, γιατί όλοι καλούνται να ανακτήσουν την πνευματική τους υγεία και να γίνουν παιδιά του Θεού. Υποστήριξε κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει ένα Ευαγγέλιο για τους απλούς ανθρώπους και ένα άλλο για τους μοναχούς ούτε υπάρχει μια ειδική αγιότητα για τους μοναχούς και μια άλλη για τους απλούς ανθρώπους.


Ο ασκητής δεν πείσθηκε, παρόλο που ήταν ενάρετος και ευσεβής άνθρωπος. Λέγεται ότι ο Άγιος Γρηγόριος προσευχήθηκε θερμά στον Θεό να φωτίσει το νου του ασκητή. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Θεός του έστειλε έναν άγγελο που του εξήγησε ότι η πρακτική της αδιάλειπτης προσευχής είναι όντως κατάλληλη όχι μόνο για μοναχούς αλλά και για όλους τους ανθρώπους. Σε τελική ανάλυση, όλοι οι άνθρωποι καλούνται να γίνουν εραστές και παιδιά του Θεού».

«Στην πράξη, όμως», είπε ο Λαύρος, «αναρωτιέται κανείς πώς ένας απλός άνθρωπος που ζει στον κόσμο, σαν εμάς, θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο κατόρθωμα. Δεν έχουμε καλά-καλά το χρόνο να σκεφτούμε την ύπαρξή μας και πολύ περισσότερο να προσευχόμαστε αδιάλειπτα. Πώς θα το κάνουμε αυτό;»

«Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, βασισμένοι στις προσωπικές εμπειρίες τους, ανακάλυψαν ότι ο πιο πρακτικός τρόπος για να έχεις το νου σου εστιασμένο στον Θεό είναι να αποκτήσεις τη συνήθεια να επαναλαμβάνεις συνεχώς το όνομα του Θεού μέσα από την προσευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησον με”.

Αυτή είναι η κατ’ εξοχήν θεολογική προσευχή. Επικαλούμενοι το ιερό όνομα του Θεού και λέγοντας “ελέησον με”, ζητάμε να μας εκπληρώσει τη βαθύτερη ανάγκη μας, είτε αυτή είναι η πνευματική δύναμη είτε η παρηγοριά είτε η φώτιση. Αυτή η συνεχής επανάληψη της Προσευχής του Ιησού  ενεργοποιεί βαθμιαία την καρδιά και το νου μας και αντικαθιστά όλες τις άλλες σκέψεις ή τους άλλους λογισμούς.

Βλέπετε, ο νους μας είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να μην παύει ποτέ να λειτουργεί. Οι Πατέρες υποστήριζαν ότι ο νους είναι σαν ένα μύλο που δεν παύει ποτέ να γυρίζει. Αν σε αυτόν το μύλο ρίχνουμε καλό, υγιές σιτάρι, θα μας δώσει καλό, υγιές αλεύρι, με το οποίο θα μπορούμε να ψήσουμε θρεπτικό ψωμί».

«Δυστυχώς», είπε ο Στέφανος, «όλοι ξέρουμε από προσωπική πείρα ότι ο νους μας μπορεί να παραγάγει όχι μόνο τις πιο ανόητες και ανώφελες σκέψεις, αλλά ακόμα και τις πιο διαβολικές και εγκληματικές».
«Σωστά. Ο νους παράγει συνεχώς κάθε είδους λογισμούς. Δεν σταματούν ποτέ. Ο στόχος μας, επομένως, πρέπει να είναι να εισαγάγουμε σε αυτόν το νου που λειτουργεί ακατάπαυστα την Προσευχή του Ιησού, την οποία, σύμφωνα με τους Πατέρες, πρέπει να απαγγέλλουμε συνέχεια, όπου κι αν είμαστε. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό στην αρχή της πρακτικής μας να θυμόμαστε να απασχολούμε το νου μας όσο το δυνατόν περισσότερο με την Ευχή».
«Πόσο χρόνο πρέπει να αφιερώνουμε στην προσευχή;» ρώτησε η Γιασεμίνα.

«Στην αρχή, η ποιότητα της προσευχής δεν είναι τόσο σημαντική όσο ο χρόνος που αφιερώνουμε σε αυτή. Μάλιστα, στην αρχή δεν πρέπει να μας απασχολεί η ποιότητα. Εκείνο που έχει σημασία είναι η χρονική διάρκεια της ενασχόλησής μας».

«Αυτό ισχύει στην αρχή για όλα όσα κάνουμε», επεσήμανα, «είτε παίζουμε πιάνο είτε μαθαίνουμε να γράφουμε. Όσο πιο πολύ επιδιδόμαστε σε κάτι, τόσο καλύτερα τα καταφέρνουμε. Αλλά αυτό λειτουργεί και αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορεί να κάνουμε επανειλημμένα κάποιο λάθος, όπως να έχουμε αυτοεπικριτικές σκέψεις, και ως αποτέλεσμα να μάθουμε να φερόμαστε άσχημα στον εαυτό μας. Δημιουργού με μια αυτόματη συμπεριφορά».

«Ακριβώς. Σε σχέση με την Προσευχή του Ιησού, είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι, επειδή αυτή η συγκεκριμένη προσευχή είναι τόσο μικρή, μπορούμε να την απαγγέλουμε παντού και πάντα. Δεν χρειαζόμαστε βιβλία και δεν είναι απαραίτητο να είμαστε μορφωμένοι. Μπορεί να βρίσκεσαι οπουδήποτε στον κόσμο και μες στην καρδιά και το νου σου να επαναλαμβάνεις την Ευχή ξανά και ξανά. Δεν υπάρχουν εξωτερικές συνθήκες που να μπορούν να την εξουδετερώσουν και είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε εύκολα».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΜΕΣΑ ΠΟΤΑΜΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΛΟΥΚΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.


ΠΑΤΗΡ ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗΣ ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΚΟΛΑ .


Ο ΑΓΙΟΤΑΦΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΑΝΑΒΕΙ ΤΑ ΚΑΝΔΗΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ.


ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΙΝΑΣ.