Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
EΓΩ, ΚΥΡΙΕ, ΠΟΤΕ;
EΓΩ, ΚΥΡΙΕ, ΠΟΤΕ;
-Ημουν πεινασμένος γιά αγάπη. Μέ χόρτασες ολοπρόθυμα. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν διψασμένος γιά κατανόηση. Μού τήν πρόσφερες αφειδώλευτα. Εγώ, Κύριε, πότε:
- Ημουν κατάμονος στήν ερημιά τού κόσμου. Μού χάριζες τήν αδελφική σου συντροφιά. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν γυμνός στό σώμα, μά καί στήν ψυχή. Μέ έντυσες διακριτικά. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν έγκλειστος στή φυλακή τών παθών μου. Δέν μέ σιχάθηκες. Μού άπλωσες τό χέρι γιά νά βγώ. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν κατάκοιτος από βαρειά αρρώστια. Μέ ανακάλυψες, δέν μέ αποστράφηκες, αλάφρωσες τόν πόνο μου. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν ένα κουρέλι καταφρονημένο. Ενα τίποτε! Εκλαψες μαζί μου, δίχως νά μέ πληγώσεις. Εγώ, Κύριε, πότε;
- Ημουν...Καί τί δέν ήμουν. Ο,τι κι άν ήμουν, γιά ό,τι ήμουν, δέν δίστασες αδέλφι σου νέ μέ κράζεις, αγάπη άδολη νά μέ κερνάς...Εγώ, Κύριε, πότε;
-Εσύ! Εσύ!
Γιά θυμήσου πώς συνάντησες:
- Εκείνον τόν κουρελή τόν βρώμικο...
- Εκείνον τόν απελπισμένο...
- Εκείνον τόν ξεγραμμένο από τή ζωή...
- Εκείνον τόν καραφρονημένο, τόν χωρίς μοίρα κάτω από τόν ήλιο...
- Εκείνο τό χαμένο κορμί, πού τού άπλωσες αδελφικά καί χέρι καί ψυχή.
- Εκείνον...
Ξέρεις ποιός ήταν εκείνος; Οχι, Κύριε! Εσύ, Κύριε; Ναί, Εγώ!
Μά πώς τό ξέχασες:
πώς "εφ΄όσον ταύτα εποίησας ενί τούτων τών αδελφών μου τών ελαχίστων ΕΜΟΙ εποίησας". (Ματθ.κε΄ 40)
( Από τό βιβλίο τού πατρός Ευσεβίου, "ΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ")
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου