Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΡΩΣΙΑ (Χθες-Σήμερα) Το άρθρο αυτό αποτελεί κατάθεση ψυχής του γέροντος Ιωακείμ Άγιαννανίτου, πού έχει στενούς δεσμούς με την Ρωσία.




Αναφέρεται στην ζοφερά περίοδο, κατά την οποία στην ομόδοξο ΡΩΣΙΑ βασίλευε το άθεο
κομμουνιστικό καθεστώς, αλλά και στην σημερινή ανάσταση της ρωσικής ευσέβειας. Είναι γραμμένο με αγάπη και πόνο για την Ρωσία.

Στο πρώτο μέρος του, πού δημοσιεύεται κατωτέρω, περιγράφει τήνέπί70 έτη συστηματική και λυσσώδη προσπάθεια του καθεστώτος να εξάλειψη κάθε τι το εκκλησιαστικό από τις ψυχές των ευλαβών Ορθοδόξων Ρώσων και να διάλυση το κύτταρο της παραδοσιακής Ορθόδοξου ρωσικής κοινωνίας, που είναι η εν τη Εκκλησία συγκροτούμενη οικογένεια.

Στο δεύτερο μέρος του, πού θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, αναφέρεται στην σημερινή γεμάτη ελπίδες για το μέλλον της Ρωσίας Ανατολή του Ηλίου της δικαιοσύνης στις ψυχές των συγχρόνων Ρώσων.
Είναι βέβαια ακόμη εμφανείς οι πικροί καρποί της άθεου προπαγάνδας και του απηνούς διωγμού της Εκκλησίας στην Ρωσία, αλλά και ξεκάθαρα πλέον τα σημεία της Ανοίξεως, πού ζει σήμερα η ρωσική κοινωνία μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος.

Είναι πολύ επίκαιρο το παρόν άρθρο, διότι ο αρχαίος Όφις, ο εμπνευστής του άθεου συστήματος της Ρωσίας, εμφανίζεται και σήμερα με «νέα» μορφή στις σύγχρονες κοινωνίες μας. Ό "νέος άνθρωπος", τον οποίο επεδίωξε να κατασκευάσει ο κομμουνισμός, δεν διαφέρει καθόλου από τον τύπο τον άνθρωπου της πολυδιαφημιζόμενης από πολλά στόματα «Νέας Εποχής», ό οποίος ήδη με τα μέσα μαζικής ψυχικής καταστροφής προβάλλεται σήμερα ως το πρότυπο του ιδανικού ανθρώπου. Όμως την τελική λέξι στην ιστορία δεν θα την πει ο παλαιός δράκων αλλά Εκείνος πού με την ανάσταση Του «εποίησε τα πάντα καινά» και «εξήλθε νικών και ίνα νικήσει» (Άποκ. στ" 2), ό Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ή σημερινή ανάστασης της ευσέβειας στην Ρωσία αποτελεί αμυδρά εικόνα της προσδοκώμενης εις τα τέλη των αιώνων μεγάλης Αναστάσεως και Δόξης της Εκκλησίας του Χριστού κατά την μεγάλη ημέρα της ενδόξου Δευτέρας Παρουσίας Του: «Λέγει ό μαρτύρων ταύτα ναι έρχομαι ταχύ. Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Άποκ. κβ' 20).
ΜΕΡΟΣ Α

Ξεκινώ να γράφω και κάποιος αδιόρατος δισταγμός με συνέχει. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να πρόσθεση σ' αυτό το θέμα ένα απλοϊκό σημείωμα, όταν τέτοιος πακτωλός πληροφόρησης μας κατακλύζει με βιβλία (κυρίως βιβλία), με άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, με το
διαδίκτιο και τελευταία με παρηγορεί όμως ο λογισμός ότι τέτοια θέματα όπως ή Ορθοδοξία στην Ρωσία δεν εξαντλούνται ποτέ.
Κάποτε καταλαγιάζει ή συζήτηση και το ενδιαφέρον γύρω άπ' αυτά, και μοιάζει να έχουν πια λησμονηθεί. Μα και πάλι επανέρχονται στην επικαιρότητα, όταν κάποια νέα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια και συμπληρώνουν κάποια κενά η ανασκευάζουν κάποιες προηγούμενες απόψεις γύρω από αυτή την ιστορία. Κι όσα μυριάκουστα και χιλιοδιαβασμένα έχουν καταχωρηθεί στην μνήμη μας ή συμπληρώνονται από το «καινούργιο» ή χρειάζεται να ανασκευασθούν.
Έτσι παραμερίζω τον αρχικό μου δισταγμό και γράφω για πράγματα πο
ύ είδα η μου μίλησαν γι' αυτά και έχουν έμμεση η άμεση σχέση με το θέμα, όταν αρκετές φορές χρειάσθηκε τα τελευταία χρόνια να μεταβώ σ' αύτη τη χώρα.
Παρακαλώ τον σεβαστό αναγνώστη να διάβαση καλοπροαίρετα αυτό το κείμενο, ξε
χνώντας προκαταλήψεις και αγκυλώσεις του παρελθόντος. Μόνο έτσι θα μπόρεση πίσω από όσα αναφέρονται στο κείμενο αυτό να διακρίνει και να κατανόηση τα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα ή Ορθοδοξία στην Ρωσία, αλλά και να πλησίαση την ψυχή αυτού του αξιαγάπητου Ορθόδοξου λαού.
και ή κατανόηση των προβλημάτων αυτών είναι και αναγκαία και επείγουσα. και όχι μόνο των προβλημάτων της ρωσικής Ορθοδοξίας, αλλά και των οπού γης Ορθοδόξων αδελφών, γιατί τελικά τα προβλήματα των είναι και δικά μας προβλήματα, αφού είμασ
τε μέλη του ιδίου σώματος, της Εκκλησίας, δηλαδή του Χριστού.

ΧΩΡΑ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Nαι! Γη ομολογητών και μαρτύρων της Ορθόδοξου πίστεως είναι ή ρωσική Γη. Είναι απίστευτα και μοιάζουν τελείως εξωπραγματικά όσα βγαίνουν στην επιφάνεια.
Κατά τον έβδομηντάχρονο ρωσικό Αρμαγεδώνα, οι νεκροί των φοβερών στρατοπέδων και των τόπων εκτελέσεων ξεπερνούν τα τριάντα εκατομμύρια (30.000.000), ενώ οι νεκροί που είχε ή χώρα αυτή κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο ήσαν μόνο δεκαεπτά εκατομμύρια (17.000.000)! και άπ' αυτά τα τριάντα εκατομμύρια νεκρών, τα περισσότερα προέρχονται από το χώρο της Εκκλησίας.
Γιατί δεν είναι μόνο ό κλήρος, οι μοναχοί και οι μοναχές που κυνηγήθηκαν από το σατανικό καθεστώς μέχρι εξοντώσεως. Στρατιές απλών ανθρώπων πλήρωσαν με τη ζωή τους την πίστη στο Χριστό.
Κάθε μέρα έρχονται στο φως της δημοσιότητας τέτοιες ιστορίες, που θα μπορούσαν εύκολα να χαρακτηρισθούν προϊόντα κακόβουλης «αντισοβιετικής» προπαγάνδας ή αποκυήματα νοσηρής φαντασίας, αν δεν επιβεβαιώνονταν με αδιαμφισβήτητο τρόπο από τα σημειώματα που δίδει κάθε τόσο το διαδύκτιο μαζί με τις φωτογραφίες. Τα περίφημα αυτά σημειώματα, που επιγράφονται «Απόσπασμα πρωτοκόλλου», βρίσκονται κάτω από τη φωτογραφία του καταδίκου και αναφέρουν την κατηγορία, το είδος της ποινής και όταν πρόκειται για θανατική καταδίκη την ημερομηνία εκτελέσεως.
Έχει μπορεί αμέσως να διακρίνει καθένας που προστρέχει σ' αυτήν την πηγή πληροφόρησης το έγκλημα του εκτελεσθέντος. Και το «έγκλημα» αυτό είναι ή αταλάντευτη πίστη στο Χριστό και την Ορθοδοξία.
και κλείνει αυτό το κεφάλαιο με τη φράση που' άρχισε: Ναι. Γη ομολογητών και
μαρτύρων της Ορθόδοξου πίστεως είναι ή ρωσική Γη.

ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Επηρεάζει τη ζωή του σημερινού Ρώσου πολίτη (και πόσο;) το πρόσφατο παρελθόν;
και βέβαια επηρεάζει και μάλιστα καθοριστικά. Αν παρατήρησης τον τρόπο με τον όποιο σκέπτεται ό σημερινός Ρώσος πολίτης, τον τρόπο με τον όποιο εκφράζεται και ενεργεί, τον γεμάτο καχυποψία τρόπο με τον όποιο αντιμετωπίζει το «ξένο» και το «νέο», θα αντιλήφθης εύκολα ότι οι συμπεριφορές αυτές παραπέμπουν σε τύπο άνθρωπου που επέβαλε το αλήστου μνήμης προηγούμενο καθεστώς της χώρας αυτής.
και για να γίνει κατανοητό αυτό, ελάτε μαζί να ψάξουμε σε έργα κορυφαίων τ
ης ρωσικής λογοτεχνίας, στα όποια περιγράφονται ανθρώπινοι χαρακτήρες. Μόνο σαν εξαίρεση και απόκλιση άπ' το φυσιολογικό θα βρούμε τύπους Ρώσων διαφορετικούς από τον τύπο τον όποιο καθιέρωσαν στην κοινή συνείδηση οι αιώνες. και ποιος είναι αυτός ό τύπος; Είναι ό τύπος του γεμάτου απλότητα, ντομπροσύνη και αγάπη Ρώσου.
Είναι πάνω άπ' όλα ό βαθύτατα πιστός. Είναι αυτός που και σε στιγμές του πιο αθλίου ξεπεσμού του (μέθης, ακολασίας, χαρτοπαιξίας) συναισθανόμενος το χάλι του, με συγκινητική βεβαιότητα και φυσικότητα σηκώνει τα μάτια του ψηλά και με απλοϊκά λόγια προσευχής ζητά το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού. Είναι αυτός πού πολλοί Ρώσοι συγγραφείς ονόμασαν περιεκτικά «ρωσική ψυχή».
Σήμερα, στις ψυχές της πλειοψηφίας των νέων Ρώσων, σχεδόν τίποτε δεν έμεινε άπ' όλα αυτά. Έκτος βέβαια από την πατροπαράδοτη ροπή «προς οινοποσίαν».
και αυτή ή πνευματικού χαρακτήρα εσωστρέφεια πού χαρακτήριζε τη ρωσική ψυχή, μεταστράφηκε σε εσωστρέφεια την όποια προκαλεί ή καχυποψία και ό φόβος. Σε εσωστρέφεια, πού σημαίνει κλειστό χαρακτήρα άνθρωπου.
Ένα παράδειγμα. και σήμερα, πού υπάρχει πλήρης ελευθερία στη Ρωσία, αν θέλησης να κάνης συζήτηση για κάπως σοβαρά θέματα με γνωστούς ή και με δικούς σου ανθρώ
πους, ακόμη κι αν είναι πιστοί, θα τους βρεις απρόθυμους να συζητήσουν.
Είχα πέντε μέρες κενό σε θεραπεία πού έκανα σε νοσοκομείο και σκέφθηκα να πάω στην Όπτινα.
Προθυμοποιήθηκε να με μεταφέρει με το αυτοκίνητο του ένας γιατρός. Μαζί μας ήρθε και ο εξάδελφος του, νεαρός καθηγητής ιστορίας σε κρατικό πανεπιστήμιο. Πιστοί και σοβαροί άνθρωποι και οι δύο. Αφορμή ν' άνοιξη συζήτηση ήταν το όνομα μιας κεντρικής λεωφόρου άπ' την οποία περνούσαμε.
Ρώτησα τον καθηγητή: «Αφού κάνατε τόσες αλλαγές σε ονόματα πόλεων και δρόμων, τί σας χρειάζεται αυτό το Όνομα και το κρατάτε, όπως κρατάτε ακόμη άταφη και την μούμια αυτού του άνθρωπου;».
Προσπάθησε να κλείση τη συζήτηση με λακωνική απάντηση. Έκανα τότε την παρατήρηση λέγοντας πώς, με όσους έκανα προσπάθεια να συζητήσω τέτοια θέματα, φάνηκαν απρόθυμοι. Τον παρακάλεσα να μου εξήγηση αυτή τη στάση των ανθρώπων.
Ήταν αποκαλυπτικός: «Προσωπικά πιστεύω ότι δύο είναι οι λόγοι πού υπαγορεύουν αυτή τη συμπεριφορά. Ό πρώτος είναι ότι τέτοια θέματα στο πρόσφατο παρελθόν ήσαν θέματα «ταμπού» και νομίζω πώς δεν υπήρξε Ρώσος σ' όλα αυτά τα χρόνια πού να θέληση να παίξει με την ύπαρξη του συζητώντας τέτοια θέματα. Έτσι αυτή ή συμπεριφορά έφτασε να γίνει επίκτητο γνώρισμα του ρωσικού χαρακτήρα, το όποιο μάλιστα «μεταβιβάζεται» και στους νεωτέρους, κι ας φωνάζει ή επιστήμη ότι επίκτητα γνωρίσματα δεν μεταβιβάζονται.
Ό τρόμος όλα τα κατορθώνει. και ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι συζητήσεις αυτές με ξένους (εδώ ζήτησε ευγενικά συγγνώμη ό καθηγητής, επειδή με χαρακτήρισε ξένο, λέγοντας πώς όσοι αποξενώθηκαν από τη ρωσική πραγματικότητα μετά την επανάσταση, στη σκέψη και στη νοοτροπία είναι ξένοι) καταλήγουν πάντα στο ίδιο αμείλικτο ερώτημα: "Μα καλά, εσείς τί κάνατε; πώς ανεχθήκατε όλη αυτή τη φρίκη;" και αυτό ακριβώς το ερώτημα κανείς από μας δεν θέλει να του το απευθύνουν, γιατί πονάει αυτό το ερώτημα, Αφού υπενθυμίζει στον καθένα την μερίδα της δικής του ευθύνης για όσα έπρεπε να πράξη και
δεν έπραξε.
Αλλά και αν κάποιος δεν αισθάνεται ένοχες και ευθύνες για όσα συνέβησαν, δεν του είναι καθόλου ευχάριστο με τέτοιες συζητήσεις να θυμάται μια ιστορία που στοίχισε τη ζωή σε τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) ανθρώπους, μάρτυρες των στρατοπέδων, των διαφόρων κολαστηρίων και τόπων εκτελέσεων και να αναλογίζεται (ό Ρώσος) ότι ό αριθμός αυτός των νεκρών ξεπερνά κατά πολύ τον αριθμό των νεκρών που είχε ή Ρωσία κατά τον Β παγκόσμιο πόλεμο.
Γιατί λοιπόν θα πρέπει οι Ρώσοι να θυμούνται αυτή την Ιστορία, κάθε φορά που κάποιος ξένος προκαλεί αυτή τη συζήτηση;».
Να και πάλι ή εσωστρέφεια, για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως. Ή εκ καχυποψίας εσωστρέφεια.
Θυμήθηκα εδώ τον π. Ή., πρώην πνευματικό στη μονή Αγ. Παντελεήμονος, που μου έλεγε πριν από τριάντα χρόνια: «Το σατανικό αυτό καθεστώς (δηλ. το Σοβιετικό) δεν
κατέστρεψε τη χώρα. Τη Ρωσική ψυχή είχε σαν στόχο και αυτήν κατέστρεψε, και να δούμε πότε και πώς θα μπόρεση αυτή ή ψυχή να ξαναγίνει όπως ήταν πριν».

Νέο καθεστώς - Πατροπαράδοτες αρχές και αξίες

Δοκιμασμένες άπ' το χρόνο αρχές και άξιες, που όχι απλά επέζησαν αλλά αποτέλεσαν το θεμέλιο της ρωσικής κοινωνίας για αιώνες, λοιδορήθηκαν άπ' το νέο καθεστώς και καταδιώχθηκαν με πρωτόγνωρη αγριότητα. Να δούμε δυο άπ' αυτές, για τις όποιες το Σοβιετικό καθεστώς επεφύλαξε άγριους διωγμούς.

α) Θρησκεία - Εκκλησία
Ή επαναστατική αρχή, πριν πάρη ακόμη την εξουσία από τον Κερένσκυ, με συνθήματα και «τσιτάτα» αλλά και με ανακοινώσεις πού περισσότερο μοιάζανε με διακηρύξεις, έδειξε απερίφραστα τις προθέσεις της έναντι της Εκκλησίας. Έδειξε ότι ήταν αποφασισμένη να τελειώνει με την Εκκλησία. Ή θρησκεία, έλεγε, που κράτησε τόσους αιώνες καθηλωμένο τον ρωσικό λαό στην δουλοπαροικία και την αθλιότητα, έπρεπε να έκλειψη από προσώπου γης με κάθε μέσον, για να θεμελιωθεί ένας «νέος κόσμος». και οι μπολσεβίκοι φάνηκαν απόλυτα συνεπείς προς αυτές τις διακηρύξεις των.
Το πρώτο μέλημα των μόλις ανέλαβαν την εξουσία ήταν να οργανώσουν τρομακτικά πογκρόμ εναντίον των Εκκλησιών. Ξεκίνησαν βασικά από την πρωτεύουσα. Συγκρότησαν ομάδες φανατισμένων οπαδών και περιθωριακών στοιχείων, οι οποίες (ομάδες) οπλισμένες με σιδερολοστούς και βαριούς έσπαζαν πόρτες ναών και κατέστρεφαν ότι εύρισκαν μπροστά τους. Ιερά σκεύη μοναδικής τέχνης και ανεκτίμητης αξίας, σπάνια χειρόγραφα βιβλία σε περγαμηνές και παπύρους λαφυραγωγήθηκαν αγρία.
Πολλά άπ' αυτά τα αντικείμενα κοσμούν διάφορα ευρωπαϊκά Μουσεία σήμερα. Άγιες τράπεζες βεβηλώθηκαν και μοναδικά μνημεία αρχιτεκτονικής ξεθεμελιώθηκαν, με πρόσχημα ότι οι πέτρες χρειάζονταν για να κτισθεί κάποιο νοσοκομείο ή κάποιο κυβερνητικό κτίριο.
Αύτη τη μοίρα είχε και ο Ναός του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα, που αποτελούσε αρχιτεκτονικό κόσμημα.
Εδώ είναι απαραίτητο να αναφερθούν όσα επακολουθήσαν σχετικά με το Ναό, γιατί είναι αποκαλυπτικά αυτά τα στοιχεία και θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να αντιληφθεί τι γινόταν, γιατί γινόταν και -κυρίως- από ποιους γινόταν. Στο χώρο λοιπόν που ήταν κτισμένος ό Ναός, αργότερα οι αρχές ανήγειραν γνωστή και πολυδιαφημισμένη πισίνα, της οποίας οι τουαλέτες "συμπτωματικά" τοποθετήθηκαν από τους μελετητές του έργου ακριβώς εκεί πού ήταν το Άγιο Βήμα του Ναού. και οι μηχανικοί που εκπόνησαν τη μελέτη της πισίνας "συμπτωματικά" όλοι πλην ενός άνηκαν στην ίδια αμετανόητη και αχάριστη φυλή.
Ναοί μετατράπηκαν σε αποθήκες δομικών υλικών, σε γκαράζ, σε συνεργεία επισκευής οχημάτων, σε φυλακές, σε φρενοκομεία, σε ρεστοράν. Ένας τέτοιος Ναός, από τους τρούλους του οποίου έχουν αφαιρεθεί οι σταυροί, λειτουργεί μέχρι σήμερα σαν ρεστοράν στην καρδιά της Μόσχας και μεταξύ της μονής του Όσίου Δανιήλ (οπού είναι και ή έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας) και της μονής του Αγίου Δημητρίου Ντονσκόι. Μέσα σε' λίγα μόνο χρόνια τίποτε δεν έμεινε από τη λαμπρότητα των ρωσικών ναών.
Μοναχοί και παπάδες ετυφεκίζοντο η εθάπτοντο ζωντανοί. Αμέτρητες και οι μοναχές που έτυφεκίσθησαν. Στην γυναικεία μονή του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης (Αγία Πετρούπολις) όσες μοναχές αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη Μονή, εκτελέσθηκαν επί τόπου. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και σε πολλά αλλά γυναικεία μοναστήρια.
Λειτουργίες δεν εγίνοντο σχεδόν πουθενά, και αν κάπου άφησαν ανοικτούς κάποιους ναούς έτσι για τα μάτια και υπήρχε και κάποιος παππούλης ιερέας που θα αψηφούσε τις προειδοποιήσεις των "αρμοδίων" και θα λειτουργούσε, οι μόνοι πιστοί πού θα παρακολουθούσαν τη λειτουργία θα ήσαν 10-15 γριούλες. Ή θρυλική «μπάμπουσκα». Αυτή ή ανεπανάληπτη και πολυαγαπημένη μορφή της Ρωσίας.
Αυτή πού χωρίς να λογαριάζει κανένα κίνδυνο, κρυφά κι άπ' τους γονείς, θα συνέχιζε να βαπτίζει τα εγγονάκια της και να τα μαθαίνει, κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν, να λένε το «Πάτερ ημών». Αυτή έμεινε και ή μόνη σπίθα ελπίδας μέσα σ' αυτό το έρεβος. «Κρυφό σχολειό» μας θυμίζουν όλ’ αυτά πού συνέβαιναν, μεσούντος του 20ου αιώνος.
οι νεκροί εθάπτοντο χωρίς τις στερνές ευχές της Εκκλησίας και φανερές βαπτίσεις δεν έγίνοντο φυσικά. Φανατικοί μπολσεβίκοι έδιναν στα παιδιά των ονόματα πού όταν δίνονται σε ανθρώπους ηχούν απάνθρωπα (Τράκτωρ π.χ., αντί για Βίκτωρ). και να σκεφθείς ότι το όνομα αυτό έχει και το θηλυκό του. Μέχρι σήμερα ακόμη υπάρχουν γριούλες κυρίως σε χωριά της Ουκρανίας, οι όποιες ακούν στο όνομα «Τρακτορίνα».

β) Οικογένεια

Ό αμέσως επόμενος στόχος ήταν ή οικογένεια. οι επιδιώξεις του νέου καθεστώτος θα έμεναν ατελέσφορες, όσο ή ρωσική οικογένεια θα εξακολουθούσε να λειτουργεί στηριζόμενη σε χριστιανικές αρχές και θα έμενε αμετακίνητα πατροπαράδοτη. Ή οικογένεια αύτη λοιδορήθηκε με μίσος και αντιμετωπίσθηκε περίπου σαν «ταξικός εχθρός». Χαρακτηρίσθηκε σαν το πιο σοβαρό στήριγμα του παλιού συντηρητικού καθεστώτος στη Ρωσία. Σύμφωνα με τις πρώτες διακηρύξεις του νέου καθεστώτος, «ή ρωσική οικογένεια με τις αναχρονιστικές αρχές που λειτουργούσε, αναπαρήγαγε την ιδεολογία της άρχουσας τάξης». Για αυτό έπρεπε να χτυπηθεί αδυσώπητα και χωρίς καθυστέρηση. Έτσι και έγινε. και τα αποτελέσματα ήσαν άμεσα και θεαματικά.
Άπ' τη στιγμή που ουσιαστικά παύει να λειτουργεί και στη συνέχεια να υφίσταται το πρωταρχικό κύτταρο του κοινωνικού ιστού ( δηλαδή ή οικογένεια), το κοινωνικό σύνολο μεταβάλλεται σε άμορφη μάζα, και από κει και πέρα είναι πάρα πολύ εύκολο πια να δώσεις σ' αύτη τη μάζα τη φόρμα που εσύ θέλεις.
Μέσα στα μέτρα που έλαβε το σύστημα για τη δομή της νέας οικογένειας ήταν και μια διακήρυξη που έλεγε ότι ψηφίσθηκε νόμος, συμφωνά με τον όποιο το κράτος ανελάμβανε εξ ολοκλήρου την ευθύνη διαπαιδαγώγησης των παιδιών.
Εδώ όμως, στο σημείο αυτό, ν' αφήσουμε για λίγο τη Ρωσία και να δούμε πώς βλέπει ή Ευρώπη αύτη την περίοδο τα ρωσικά πράγματα. Άπλα δεν τα βλέπει.
Μια πλαδαρή και αδιάφορη Δύση, με νυσταλέα ματιά, αδιαφορεί πλήρως για όσα συμβαίνουν στη Ρωσία. Έξουθενημένη από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, πού μόλις έληξε, έχει να λύση τα δικά της προβλήματα. Στο χώρο της συντελούνται κοσμογονικές αλλαγές, οικονομικοπολιτικές και πολιτειακές ανακατατάξεις. Θρόνοι εξαφανίζονται, αυτοκρατορίες διαλύονται, νέα σύνορα οριοθετούνται.
Την κρίσιμη αυτή στιγμή για την νεοπαγή σοβιετική εξουσία, ή έλλειψη βούλησης και συντονισμένης ευρωπαϊκής πολιτικής για τα ρωσικά πολιτικά πράγματα λύνει τα χέρια των μπολσεβίκων, οι όποιοι έχουν την άνεση να κινούνται στο χώρο της Ευρώπης (αρχικά) τελείως ανεμπόδιστα.
Με απίστευτη ευκολία αναπτύσσει ή Σοβιετική Ένωση μια πρωτόγνωρη σε έκταση αλλά και πειστικότητα προπαγάνδα, πού γίνεται αμέσως αποδεκτή άπ' τις φτωχές μάζες σ' όλο τον κόσμο.
Ή Σοβιετική Ένωση, όπως την εμφάνιζε ή προπαγάνδα της, ήταν ή χώρα με το τελειότερο σύστημα διακυβέρνησης πού επινόησε ποτέ ανθρώπινος νους. Ήταν ή μόνη ελπίδα για τους «κολασμένους της γης». Ήταν «ή νέα δύναμη πού θα έσωζε την παγκόσμια εργατική τάξη άπ' τη μιζέρια και την εκμετάλλευση». και φώναζε προς τους απανταχού προλετάριους: «Ξεσηκωθείτε. Τίποτε δεν έχετε να χάσετε εκτός από τις αλυσίδες σας». Ήταν ή ρωμαλέα φωνή πού τραγουδούσε: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι. Της πείνας σκλάβοι εμπρός! Εμπρός!». Ήταν ή οργισμένη κραυγή πού καλούσε: «Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους, γυναίκες και άνδρες με όπλα στους ώμους».
Ήταν τελικά ή χώρα πού ή αφηνιασμένη προπαγάνδα της, την οποία ή αδιαφορία της Ευρώπης άφηνε να γίνεται πιστευτή, τη στόλισε με ένα σωρό διθυραμβικά κοσμητικά, όπως εκείνο το τερατώδες: «ή χώρα όπου διαμορφώνεται ό νέος άνθρωπος».
Τερατώδες αλλά δυστυχώς πραγματικό, διότι το είδος αυτού του νέου ανθρώπου είναι πλέον μια τραγική πραγματικότητα, και αμέσως θάχουμε γνωριμία μ' αυτό το είδος ανθρώπου.
Επιστροφή λοιπόν στη Ρωσία και στη ρωσική οικογένεια.
Σε μια πρόσφατη συζήτηση με θέμα τη σύγχρονη ρωσική οικογένεια, μια ευγενική ψυχή που έζησε τη σκληρή πραγματικότητα της νέας ρωσικής οικογένειας στα παιδικά της χρόνια, σε ερώτηση μου: «τί βλέπεις τώρα εσύ να αλλάζει στη ρωσική οικογένεια;» απάντησε: «Τίποτε διαφορετικό δε βλέπω. Βλέπω ό,τι έβλεπα πάντα. Μόνο τέλματα. Εκτεταμένα τέλματα γύρω-γύρω και φοβούμαι».
Έχει απόλυτο δίκαιο και είναι απόλυτα δικαιολογημένος ό φόβος της. και κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος δικαιολογημένα φοβάται άπ' την εικόνα που παρουσιάζει ή ρωσική οικογένεια. Το κακό, το θεσμοθετημένο κακό από το προηγούμενο καθεστώς, αναπαράγεται και το καλό προχωρεί με απελπιστικά βραδείς ρυθμούς.
Στο διάστημα που χρειάσθηκε να νοσηλευθώ σε νοσοκομείο της Μόσχας, με επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά ό ιερέας του νοσοκομείου. Ένας αρκετά νέος, έγγαμος ιερέας και πατέρας πέντε παιδιών, που άοκνα ασκεί τα καθήκοντα του στο νοσοκομείο από το πρωί ως το βράδυ κι αν χρειασθεί κάτι, πού συχνά συμβαίνει, από το βράδυ μέχρι το πρωί. Κι όλα αυτά όχι πάντοτε με ανθρώπους που έχουν φιλικές διαθέσεις.
Πολλοί είναι οι ασθενείς που του ζητούν να μη ξαναπατήσει στο δωμάτιο τους, όσο αυτοί θα νοσηλεύονται εκεί. Κι αυτός με την αγάπη να λάμπει στα μάτια του, χωρίς καν ίχνος δυσαρέσκειας, να πηγαίνη στο πλαϊνό δωμάτιο κι έπειτα στο παραπέρα, μέχρι να βρή αυτούς που τον θέλουν, γιατί χρειάζονται τη βοήθεια του.
Παρηγορεί, δίδει τη Θ. Κοινωνία στους πιστούς που' του το ζητούν. Κάποιοι ζητούν να εξομολογηθούν, κάποιους αβάπτιστους τους συμβουλεύει να βαπτισθούν και όλους τους παρακαλεί να κάνουν εκκλησιαστικό γάμο. Δεν πειράζει που πέρασαν τα χρόνια, τους λέει, και δεν είναι πια νέοι.
Ένας λόγος παραπάνω. Φτάνει όσο έζησαν μακριά άπ' τον Χριστό. Είναι καιρός πια να συμφιλιωθούν μαζί Του. Αυτός ήταν ό Ιερέας που με επισκεπτόταν, και μόνιμο θέμα συζήτησης ήταν ή σημερινή ρωσική οικογένεια.
Με έκδηλη λύπη μιλούσε πάντα για την οικτρή εικόνα που παρουσιάζει ή σημερινή ρωσική οικογένεια και υποστήριζε ότι αυτό το πρόβλημα είναι το πλέον σοβαρό άπ' όσα ταλαιπωρούν τη ρωσική κοινωνία σήμερα. Ισχυριζόταν δε ότι αυτό το πρόβλημα δηλητηριάζει τη ζωή ολόκληρης της χώρας.
Κάποια φορά που θεώρησα υπερβολικές τις απόψεις του, τον ρώτησα: «Μα καλά, ό γάμος δεν έχει καμιά αξία για τους Ρώσους;». Ή απάντηση ήρθε αμέσως και ήταν ξερή: «Καμιά. Αυτοί που σκαρφίστηκαν αυτό το είδος του γάμου, τον έκαναν έτσι πού να μην έχει καμία αξία. Για αυτό και χωρίζουν οι άνθρωποι χωρίς να υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος, για να ξαναπαντρευτούν και να ξαναχωρίσουν». Του είπα ότι θεωρώ υπερβολικές τις απόψεις του, και με προέτρεψε τότε ν' αρχίσω να ρωτώ τους άνδρες πού με επισκέπτονταν στο νοσοκομείο και στο σπίτι πού έμενα, αν είναι παντρεμένοι και πόσες φορές παντρεύτηκαν. Εξωπραγματικά μοιάζουν αυτά πού προέκυψαν.
Ρώτησα δεκαεννέα (19) άνδρες. Μόνο ένας νεαρός γιατρός ήταν ανύπαντρος. Δύο έκαναν από τρεις πολιτικούς γάμους, οκτώ έκαναν από δύο πολιτικούς γάμους, τέσσαρες έκαναν από έναν, τρεις (με δύο πολιτικούς γάμους ό καθένας τους) ήσαν χωρισμένοι, εκ των οποίων ό ένας ζούσε μόνος και οι δύο συζούσαν με χωρισμένες γυναίκες και προστάτευαν και τα παιδιά πού είχαν αυτές από προηγούμενους γάμους. και ένας, ό τελευταίος από τους 19, έκανε εκκλησιαστικό γάμο, χωρίς να έχει ξαναπαντρευτεί προηγουμένως. Εννέα από αυτούς ήσαν και αβάπτιστοι.
Απ' όλους αυτούς μόνο ένας νεαρός (δικηγόρος το επάγγελμα) είχε κάποιες επαφές με την κόρη του από προηγούμενο γάμο. Τί επαφές δηλαδή; Πάσχα και Χριστούγεννα συναντούσε ή κοπελίτσα αύτη (μαθήτρια Β' Γυμνασίου) τον μπαμπά της. Της έκανε το τραπέζι σε κάποιο ρεστοράν, της έκανε και κάποιο μικρό δωράκι κι αυτό ήταν όλο.
Οι υπόλοιποι με παγερή αδιαφορία μου είπαν ότι δεν ξέρουν τί απέγιναν τα παιδιά των και όλοι τους επέρριψαν την ευθύνη στη μητέρα, ότι αυτή δηλαδή δηλητηρίασε την ψυχή των παιδιών και τα αποξένωσε από τον πατέρα...
Από όλ' αυτά πού άκουσα, όταν επέστρεψα, παρακινήθηκα να ξεφυλλίσω ένα παλιό τετράδιο-ημερολόγιο, στο όποιο είχα καταγράψει διηγήσεις Ρώσων σχετικά με τα παιδικά των χρόνια και τις οικογένειες των.
Αυτές τις σημειώσεις του τετραδίου τις είχα γράψει κατά την διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της μοναχικής μου ζωής. Ακουστέ, παρακαλώ, κάποιες άπ' αυτές τις σύντομες ιστορίες και βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματα σας.

α) Ό πατέρας μου μας αγαπούσε πολύ. Ξαφνικά κάτι κατάλαβε άπ' τη συμπεριφορά της μητέρας και όλα άλλαξαν στο σπίτι μας. Οι σκηνές μεταξύ πατέρα και μητέρας έγιναν καθημερινή ιστορία. Ό πατέρας άρχισε να πίνει, και κάποιο βράδυ που είχε -48°Ο παγωνιά, έτσι πώς ήταν μεθυσμένος, δεν κατάφερε να φθάσει στο σπίτι και το πρωί τον βρήκαν ξεπαγιασμένο. Την επόμενη μέρα, αμέσως μετά την κηδεία του πατέρα, ή μητέρα μας έβαλε στο τραίνο (εμένα και την αδελφή μου) και μας έστειλε στο χωριό στη γιαγιά μας, τη μητέρα δηλαδή του πατέρα μας. Μετά μάθαμε ότι αύτη, την ίδια εκείνη εβδομάδα, έφυγε άπ' τη μικρή πόλη στην οποία ζούσαμε. Από τότε πέρασαν 26 χρόνια.
Ούτε την είδαμε ξανά κι ούτε μάθαμε ποτέ κάτι γι' αυτήν. Εγώ δεν της κράτησα κακία γι' αυτό πού μας έκανε. Θα ήθελα να την ξαναδώ, γιατί την επιθύμησα πολύ. Ή γιαγιά μας ήταν άγια γυναίκα. Μας έλεγε να προσευχόμαστε κάθε μέρα για τη μητέρα μας και να ζητούμε από τον Κύριο να τη συγχώρηση γι' αυτό πού μας έκανε, για να μη χάση την ψυχή της. Έτσι μας έλεγε.
β) Ό πατέρας μας, μας άφησε (τη μητέρα, εμένα και τις δύο αδελφές μου) κι έφυγε με κάποια άλλη γυναίκα, Ή μητέρα μας σε μερικούς μήνες, έτσι πού είχε πάθει και ή καρδιά της, πέθανε άπ' το πολύ αλκοόλ. Εμάς κάποιοι συγγενείς κατάφεραν και μας έβαλαν σε ορφανοτροφεία. Δεν ξέρω τί απέγιναν οι αδελφές μου. Το ορφανοτροφείο στο όποιο ήσαν, όταν τους έγραψα γράμμα και ρώτησα γι' αυτές, μου απήντησαν, ότι εκεί τελείωσαν σχολείο και στη συνέχεια ή μία έγινε ράπτρια και ή άλλη έμαθε κέντημα και, όταν ενηλικιώθηκαν και απέκτησαν διαβατήριο, έφυγαν από το ορφανοτροφείο. Κάποιος μου είπε ότι ίσως έφυγαν στην Ευρώπη να βρουν δουλειά. Εγώ δεν τις ξαναείδα.
γ) Ή μητέρα μου μας άφησε κι έφυγε με κάποιον άλλο άνδρα. Ό πατέρας μας έφερε τότε στο σπίτι μας τη φιλενάδα του με τις δυο μικρές κόρες της. Τώρα στο σπίτι μας είναι αυτή ή γυναίκα. Ό αδελφός μου κι εγώ (17 χρονών ό αδελφός και 15 το παιδί που μου μιλούσε) αναγκασθήκαμε να φύγουμε άπ' το σπίτι μας. Ό αδελφός μου δεν ξέρω τί απέγινε. •"Ίσως πήγε στο στρατό. Εγώ βρήκα δουλειά σ' ένα ξυλουργικό εργοστάσιο, αλλά τα χρήματα που κερδίζω είναι πολύ λίγα (74 δολάρια το μήνα). Ευτυχώς πού κοιμούμαι στο εργοστάσιο και κάθε μεσημέρι μου δίνουν και φαγητό...
Υπάρχουν κι άλλες παρόμοιες ιστορίες καταχωρημένες σ' εκείνο το τετράδιο, και στο τέλος γράφω: «Κι αν έχεις κουράγιο και γερό στομάχι, μπορείς να γέμισης τόμους από πανομοιότυπες ιστορίες των 10 λέξεων, πού στάζουν πίκρα και απόγνωση. Πόσος πόνος Θεέ μου!...». Κι αυτές οι περιπτώσεις πού παρατέθηκαν είναι άπ' τις πιο καλές, γιατί βρέθηκε κάποια γιαγιά η ένα ορφανοτροφείο ή κάποιο ξυλουργικό εργοστάσιο.

Δείτε όμως και κάποια άλλη πλευρά του ιδίου προβλήματος.

Σήμερα τρία εκατομμύρια (3.000.000) παιδιά (ναι! τρία εκατομμύρια πα ιδία), και κατ' άλλους τα πα ίδια αυτά ξεπερνούν τα τέσσερα εκατομμύρια, γυρίζουν αδέσποτα στους δρόμους των πόλεων της χώρας αυτής, χωρίς να ξέρουν που θα περάσουν τη νύχτα και αν βρουν κάτι να φανέ. Καθένας αναρωτιέται, πώς βρέθηκαν στους δρόμους τόσα αθώα πλάσματα. Άπλα. οι γονείς των χώρισαν.
Η ακολουθώντας νόμιμες διαδικασίες (εύκολη δουλειά, πολιτικός γάμος είν5 αυτός) ή αδιαφορώντας ακόμη και γι' αυτές τις απλές διαδικασίες, χώρισαν κι έφυγαν. Ό ένας προς τη μια κατεύθυνση του δρόμου και ο άλλος προς την αντίθετη, με καταφανή την πρόθεση ό ένας να φόρτωση στον άλλο τα παιδιά.
Έτσι αυτά -έρμα και σαστισμένα- πήραν τους πέντε δρόμους και σκόρπισαν σαν τα παιδιά του λαγού. Αυτή είναι ή μοίρα των τριών -κατ' άλλους τεσσάρων- εκατομμυρίων παιδιών πού γεννήθηκαν.
Ελάτε τώρα να δούμε και κάποια άλλα εκατομμύρια παιδιών, πού δεν γεννήθηκαν ποτέ, διότι δεν τα επέτρεψαν να γεννηθούν. Πάντα σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, πού δίδει στη δημοσιότητα το αρμόδιο ρωσικό Υπουργείο, το έτος 2002 (σημαδιακή χρονιά) σε νοσοκομεία και κλινικές της Ρωσίας έγιναν και είναι καταγεγραμμένες τεσσεράμισι εκατομμύρια (4.500.000) εκτρώσεις. και σ' αυτό το τεράστιας ηθικής ευθύνης θέμα, ή διαδικασία είναι απλή. Πηγαίνει ή "κυρία" σε νοσοκομείο της αρεσκείας της και δηλώνει ότι θέλει να κάνη διακοπή κυήσεως.
Τη ρωτούν οι γιατροί σε ποιο μήνα βρίσκεται αυτή ή ιστορία, της ορίζουν ήμερα και ώρα, και όλα πια είναι τακτοποιημένα νόμιμα και χωρίς ή "κυρία" να χρειασθεί να πλήρωση ούτε ένα καπίκι. Κάποιος μου είπε ότι ή "κυρία" δεν είναι υποχρεωμένη ούτε τους λόγους αυτής της ενεργείας να αναφέρει στο γιατρό.
Είδατε ευκολίες ό "νέος άνθρωπος"; Είδατε αντιλήψεις και πρακτικές περί οικογενείας, για να πάψη αυτή να αποτελεί «στήριγμα του παλιού συντηρητικού καθεστώτος και μέσον αναπαραγωγής της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης»;
Σκληρά όσα παρατέθηκαν, και ζητώ να με συγχώρεση ό σεβαστός αναγνώστης, ήσαν όμως απαραίτητα όλ’' αυτά, για να κατανόηση σε τί πεδίο σπαρμένο με αγκάθια και τριβόλια, σε ποια πνευματική έρημο καλείται σήμερα ή καθημαγμένη Ορθοδοξία στη Ρωσία να δώσει το δικό της «παρών».
Κι επειδή ξέρω καλά ότι σ' αυτό το σημείο του κειμένου, που τέθηκε το θέμα της παρουσίας της Ορθοδοξίας στη ζωή της σημερινής Ρωσίας, σ' αυτό το σημείο γεννιέται και το ερώτημα στον αναγνώστη: «μα είναι έτοιμη ή Εκκλησία να δώσει το δικό της παρών, έχει τη δύναμη μέσα σ' έναν τέτοιο κυκεώνα προβλημάτων που ταλανίζουν τη σημερινή Ρωσία να σήκωση τέτοιο βάρος;».
Για να μη μένη μετέωρο το ερώτημα στη σκέψη του αναγνώστη, τώρα, αν και πιο σωστό θα ήταν επιλέγοντας, πρέπει να δοθεί ή απάντηση: «Ναι. Μπορεί».
Ή Ορθόδοξη Εκκλησία μας ποτέ δεν ενεργεί μόνη της. «Ή θεία Χάρις ή τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» θα δώσει τη δύναμη που χρειάζεται ή ρωσική Εκκλησία, για να φέρει σε πέρας το τεράστιο έργο της ανόρθωσης της Ορθόδοξης Πίστης μας στη χώρα αύτη, και ο ρωσικός λαός, πού από χαρακτήρα είναι ευσεβής λαός, υστέρα άπ' την έβδομηντάχρονη δοκιμασία που έζησε με το σατανικό καθεστώς, θα ξαναβρεί το φυσικό του δρόμο, που είναι και δρόμος όλων των Ορθοδόξων.
Είναι και μονόδρομος. Είναι ό δρόμος επιστροφής στο Χριστό. Είναι ό δρόμος της σωτηρίας της ψυχής Αν πριν από 20-25 χρόνια έλεγε κανείς στη Δύση ότι σύντομα ή Ρωσία θα ξαναγίνει Ορθόδοξη χώρα, οι μεν Δυτικοί θα χαρακτήριζαν τις απόψεις αυτές ανεδαφικές και στερούμενες σοβαρότητας, τα δε φερέφωνα των Σοβιετικών στη Δύση θα εξαπέλυαν μύδρους και οχετούς ύβρεων εναντίον των εκφραστών τέτοιων απόψεων. Όμως «αλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει».
Μετά την αύτοκατάρρευση του άθεου συστήματος, οι μισοκατεστραμμένοι και βεβηλωμένοι ενοριακοί ναοί και τα ερειπωμένα μοναστήρια, το ένα μετά το άλλο, παραδίδονται από το κράτος στην Εκκλησία. Ή κατάσταση των κτισμάτων αυτών θα μπορούσε να περιγραφή μόνο με τη λέξη «τραγική». Το θέαμα πού παρουσίαζαν οι ναοί πού παραδίδονται στην Εκκλησία είναι οικτρό.
Τα πρώτα χρόνια οι ιερείς ήσαν ελάχιστοι. Λειτουργικά βιβλία δεν υπήρχαν. Ή ανατύπωση τέτοιων βιβλίων απαιτούσε τόσο πολύπλοκες διαδικασίες, πού πρακτικά κάτι τέτοιο ήταν τελείως αδύνατο. Ιερά λατρευτικά σκεύη δεν υπήρχαν. Πόρτες-παράθυρα δεν υπήρχαν. οι ναοί ήσαν πρόχειρα κλεισμένοι με σανίδες. Κυκλοφορούν στη Ρωσία άλμπουμ φωτογραφιών, πού μαρτυρούν την εφιαλτική αυτή κατάσταση. οι εικόνες ή είχαν τσακιστή την εποχή των πογκρόμ ή αν ήσαν εικόνες αξίας είχαν λεηλατηθεί και τα περίτεχνα τέμπλα των ναών, κενά από εικόνες, έχασκαν ξεχαρβαλωμένα.
Σχετικά με τις λεηλατημένες εικόνες και τη χρήση πού τις επιφυλάχθηκε, δεν μπορώ ν' αποφύγω τον πειρασμό και να μην αναφέρω ένα χαρακτηριστικό περιστατικό.
Σε γνωστή μεγαλούπολη της Ρωσίας, την εποχή πού γινόταν τα πογκρόμ εναντίον των Εκκλησιών, ένα πρωτοκλασάτο στέλεχος των μπολσεβίκων γιόρταζε τα γενέθλια του και πήγαν να του ευχηθούν τα κομματικά στελέχη της πόλεως στο σπίτι του. Κάποια στιγμή ό εορτάζων πρότεινε στους επισκέπτες του να τους δείξει τη νέα τουαλέτα του σπιτιού του. Ή τουαλέτα ήταν ή ίδια. Μόνο ή οροφή της άλλαξε.
Ή νέα οροφή αποτελείτο από μία μεγάλη εικόνα του Κυρίου, άπ' αυτές πού λεηλατήθηκαν. Ή εικόνα κοίταζε προς τα κάτω και έδειχνε τον Κύριο να εύλογη... Όμως έχει και συνέχεια αύτη ή ιστορία. Τριάντα κατ' ευθείαν απόγονοι αυτής της οικογενείας από τότε μέχρι σήμερα είναι δαιμονισμένοι. Μόλις δουν στο δρόμο ρασοφόρο, γαυγίζουν, συνάντησα χι εγώ σ' αύτη την πόλη. Τη στιγμή αύτη με συνόδευε πνευματικός αδελφός, ό όποιος και μου διηγήθηκε όλη αυτή την ιστορία.
Αύτη ήταν ή κατάσταση και τα προβλήματα πού έπρεπε ν' αντιμετώπιση άμεσα ή ρωσική Εκκλησία μετά την αυτοκατάρρευση του σατανικού καθεστώτος. Έπρεπε όλα να ξαναγίνουν άπ' την αρχή. Πολύς όμως ό ζήλος, πολλά και τα βουρκωμένα μάτια. Κι οπού υπάρχουν μάτια βουρκωμένα, οι προσευχές εισακούονται. και οι πρώτοι πνευματικοί καρποί δεν άργησαν να φάνουν.
Μερικά παραδείγματα τέτοιων καρπών θα παρατεθούν, έτσι όπως έρχονται στη μνήμη. Παραδείγματα ασύνδετα μεταξύ των, πού ακριβώς για αυτό μας δίνουν ένα πανόραμα της σημερινής κατάστασης στο χώρο της ρωσικής Εκκλησίας:

α) Τίποτε δε γίνεται πρόχειρα και αυθαίρετα στην αποκατάσταση των ιερών ναών και μονών. Αποκατάσταση και επαναφορά στο αρχικό. Παράδειγμα ό Ναός του Σωτήρος Χριστού. Οι σχετικοί φάκελοι με τα σχέδια του Ναού εφυλάσσοντο επιμελώς και, όταν αποδόθηκε ό χώρος στην Εκκλησία, "ξηλώθηκε" ή πισίνα πού βεβήλωνε αυτό το χώρο και άνηγέρθη ακριβώς ό ίδιος Ναός. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και ένα μοναδικό ρεκόρ, δείγμα του ένθεου ζήλου πού υπάρχει. Στην ανέγερση του Ναού εργάσθηκαν δέκα χιλιάδες εργάτες, μάστορες, μηχανικοί. Εργασία επί εικοσιτετραώρου βάσεως, και σ' ένα χρόνο ακριβώς ό Ναός του Σωτήρος Χρίστου παρεδόθη έτοιμος στην εκκλησιαστική Αρχή. Ακόμη να αναφερθεί ότι χιλιάδες πολλές ήσαν τα ημερομίσθια πού προσέφεραν φτωχοί εργάτες με εθελοντική εργασία. Ή ρωσική ευλάβεια και ή ρωσική ψυχή ζουν.

β) πριν από 20-30 χρόνια το κατωτέρω αναφερόμενο θέαμα θα ήταν αδιανόητο. Κυριακές και γιορτές νέοι γονείς, κρατώντας τα παιδιά των από το χέρι ή στην αγκαλιά, γεμίζουν τις Εκκλησίες. Όχι μόνο παρήγορο θέαμα αλλά και συγκινητικό. και την ώρα της θείας Κοινωνίας, όσα περπατούν πια, πηγαίνουν μόνα τους στη σειρά με σταυρωμένα τα χεράκια στο στήθος, παίρνουν τη θεία Κοινωνία και, με σταυρωμένα ακόμη τα χεράκια στο στήθος, επιστρέφουν εκεί όπου στέκουν οι γονείς των. και τα κοριτσάκια, έχοντας καλυμμένο το κεφάλι με μανδήλι, όπως και ή μητέρα τους, Ακολουθούν μετά και οι γονείς με τα μωρά στην αγκαλιά. και τι θαυμαστό! Ούτε ένα δεν κλαίει την ώρα της θείας Κοινωνίας.
γ) Κυριακή σε ενοριακό ναό της Μόσχας, στην περιοχή πού εμένα. Ό μικρός ξύλινος Ναός και ο συνεχόμενος πρόναος, ξύλινος κι αυτός, έχουν γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο. Με πλησιάζει μέσα στο Ιερό, στη γωνιά πού καθόμουν, ένας παππούλης ιερέας και μου λέει: «Ή Εκκλησία μας γέμισε σήμερα από νέους γονείς με τα παιδάκια των». Στράφηκε προς τον Εσταυρωμένο, πού βρίσκεται πίσω άπ' την Αγία Τράπεζα, και κάνοντας τον σταυρό του με φωνή που έπαλλε από συγκίνηση είπε: «Δόξα σοι ό Θεός ημών, δόξα σοι», και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Μόλις τελείωσε ή θεία Κοινωνία, ένας υποδιάκονος μπήκε στο ιερό και ανήγγειλε χαρούμενος: «Εκατόν είκοσι έξι παιδάκια κοινώνησαν σήμερα».
Ό παππούλης κρατώντας με από το χέρι με πήρε και, περνώντας ανάμεσα άπ' τον κόσμο που περίμενε να πάρη αντίδωρο, βγήκαμε άπ' την Εκκλησία και κατευθυνθήκαμε σε άλλο κτίσμα, κι αυτό μέσα στον περιφραγμένο αυλόγυρο της Εκκλησίας.
Πλήθος από νεαρές μητέρες, μόλις τον είδαν, έτρεξαν, άλλη κρατώντας το παιδί της από το χέρι και άλλη με το μωρό στην αγκαλιά, και του πρότειναν τα κεφαλάκια των. Ό παππούλης τα σταύρωνε μουρμουρίζοντας κάποια ευχή και τα μάτια του λάμπανε.
Όταν έφυγε ό γέροντας, ρώτησα τον προϊστάμενο του Ναού να μάθω για αυτόν. Ό π. Σ. μου είπε: «Ό π. Β. είναι ή ζωντανή ιστορία της ενορίας μας.
Είναι ή περηφάνια μας. Όταν ήρθαν οι μπουλντόζες να κατεδαφίσουν το ναό μας, που υπήρχε στον ίδιο αυτό χώρο και που από χρόνια οι αρχές τον είχαν κλείσει, ό π. Β., νεαρός τότε ιερέας και προϊστάμενος του Ναού, αντιστάθηκε.
Πέρασε τότε από δίκες με βαρύτατες κατηγορίες, όπως: θρησκευτική προπαγάνδα, αντίσταση κατά της αρχής, εξύβριση λόγω (αποκάλεσε τους αστυνομικούς σατανάδες, γιατί μπήκαν στο ναό και πετούσαν άπ' τα παράθυρα ό,τι εύρισκαν μπροστά τους), αντικαθεστωτική δραστηριότητα και σχέσεις με αντικαθεστωτικά στοιχεία. Όλα αυτά του στοίχισαν 23 χρόνια φυλακές και εξορίες. Γλύτωσε τα χειρότερα (εκτέλεση ή εγκλεισμό σε στρατόπεδο) χάρη στην παρέμβαση συγγενικού προσώπου της πρεσβυτέρας του, που κατείχε τότε πολύ υψηλή θέση σε κομματικό όργανο της Μόσχας.
Εδώ και 17 περίπου χρόνια σαββατίζει πια, αλλά τακτικά μας επισκέπτεται και είναι ή ψυχή της προσπάθειας να ξαναχτιστεί ο Ναός μας όπως ήταν πρώτα. Ό κόσμος της ενορίας τον σέβεται και τον αγαπά. Οι μητέρες λένε πώς, όταν σταυρώνει τα κεφαλάκια των παιδιών των, αυτά όλη τη μέρα είναι καλόβολα και όσα άπ' αυτά είναι άρρωστα, θεραπεύονται».
δ) Σε μοναστήρι της περιοχής της Μόσχας, Σάββατο βράδυ. Μετά τον Εσπερινό της ημέρας, τα Σάββατα διαβάζεται ό Όρθρος της Κυριακής. Ή ακολουθία αυτή, αν και διαρκεί δυόμισι μόνο ώρες, συνηθίστηκε να ονομάζεται «Ολονυκτία».
Πλήθη πιστών γεμίζουν τις Εκκλησίες και, όσοι πρόκειται να κοινωνήσουν την Κυριακή, εξομολογούνται. Σε διάφορες απόμερες γωνιές του Ναού, συνήθως μπροστά από προσκυνητάρια, ιερομόναχοι πνευματικοί κατά τη διάρκεια της ακολουθίας εξομολογούν τους πιστούς. Ένας άπ' αυτούς, που ειδικά εξομολογεί μικρά παιδιά, έφερε ένα χαμηλό σκαμνάκι και κάθισε μπροστά από ένα προσκυνητάρι της Παναγίας του Τίχβιν.
Ακριβώς δίπλα καθόμουν εγώ. Αμέσως πλησίασε ένας πατέρας με δυο μικρά παιδιά. Άφησε το μεγαλύτερο στον πνευματικό κι ό ίδιος με το μικρότερο στάθηκε λίγο παράμερα. Ό πνευματικός με ρώτησε αν με εμποδίζουν και, όταν του είπα: «όχι βέβαια», μειδίασε.
Άθελα λοιπόν, αλλά με πολύ ενδιαφέρον, έγινα "ωτακουστής". και όχι μόνο. Παρακολουθούσα με λοξές ματιές μέσα στο μισοσκόταδο την έκφραση του προσώπου του μικρού. Ή εξομολόγηση άρχισε:
«Λοιπόν, Βλαδίμηρε, έμαθα από τον μπαμπά ότι ήσουν άρρωστος. Τώρα είσαι καλά βέβαια». «ναι. Μόνο έχω βήχα». «Καλά θα πέραση. Να μη παίζεις όμως πολλή ώρα στο χιόνι, γιατί θα αρρωστήσεις πάλι, Τί έχεις λοιπόν να μου πεις;» ... (σιωπή). «Να ρωτήσω τότε εγώ. Στενοχωρείς ακόμη τη μαμά;» ... (καταφατική κίνηση της κεφαλής). «Την τυραννάς πότε-πότε, ε;». «ναι, όταν δεν τρώγω ή όταν μαλώνω με τον Ίβάν». (Κι ό μικρός κατέβασε το κεφάλι κι έφερε αμήχανα το δείκτη του δεξιού του χεριού στα χείλη του). «Κοίταξε τώρα. Γιατί δεν τρως το φαγητό; Επειδή δεν σου αρέσει;». «ναι!...». «Μα δεν είπαμε την άλλη φορά ότι αυτό είναι αμαρτία; Είπαμε ότι πρέπει να τρώμε ότι ετοιμάζει ή μητέρα. Γιατί αυτό που ετοιμάζει ή μητέρα, μας το δίνει ό Θεός. και εμείς δηλαδή το περιφρονούμε;
Να, γιατί είναι αμαρτία. και με τον Ίβάν, Βλαδίμηρε, δεν πρέπει να μαλώνεις, γιατί εσύ τώρα είσαι μεγάλος που πρέπει να τον αγαπάς. Θυμάσαι που έκανες προσευχή στην Παναγία, να σας χαρίσει ένα αδελφάκι για να παίζεις μαζί του; και τώρα που ή Παναγία άκουσε την προσευχή σου και σας έστειλε τον Ίβάν, εσύ μαλώνεις μαζί του; και δε ντρέπεσαι που κάνεις τον άγγελο σου να κρύβει τα μάτια του, για να μη βλέπει που μαλώνεις με τον Ίβάν και λυπάται;». «Ντρέπομαι». «"Έλα τότε να τα ξεχάσουμε όλα αυτά πάλι και να κάνουμε μια νέα αρχή. Να μη στενοχωρούμε τη μαμά κι ούτε να μαλώνουμε με τον Ίβάν. Αυτός είναι μικρούτσικος και σ' αγαπά». (Ό πνευματικός γονάτισε κι ό μικρός Βλαδίμηρος γονάτισε αμέσως κι αυτός πλάι του).
«Να παρακαλέσουμε τώρα τον Κύριο να μας συγχώρεση καινά υποσχεθούμε στον άγγελο μας ότι δεν θα τον κάνουμε να ξαναλυπηθή».
Ό πνευματικός σκέπασε τον μικρό Βλαδίμηρο με το πετραχήλι του κι εγώ έπαψα να κρυφοκοιτώ. Μόνο κρυφάκουγα. και καθόλου δεν ντρέπομαι να πω, πώς έκλαψα, ακούγοντας τη γεμάτη παιδική αφέλεια και προφανώς αυτοσχέδια συγχωρητική ευχή. Ό πνευματικός μάζεψε το σκαμνάκι του κι αποχώρησε.
Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και εμφανίσθηκε ο νεαρός πατέρας κρατώντας άπ' το χέρι τον μικρό Ίβάν. Πλησίασε το προσκυνητάρι, αγνοώντας την παρουσία μου, και είπε στον μικρό: Έλα Ίβάν να παρακαλέσομε τη μητέρα του Θεού του Τιχβίν να γίνει καλά ή γιαγιά ή Ξένια που είναι άρρωστη. Ας κάνουμε από τρεις μετάνοιες.
Κι ό μικρός Ίβάν με προθυμία και απίστευτη δεξιότητα έκανε τις μετάνοιες του. Ένα τόσο δα μικρό κουβαράκι γινόταν κάθε φορά ό μικρός Ίβάν.
Έτσι ποτίζονται τα φιντανάκια στα Ορθόδοξα φυτώρια της Ρωσίας. Οι Ρώσοι αρέσκονται να τα αποκαλούν: «νέο αίμα της Ορθοδοξίας στη Ρωσία». Εγώ, αν μου έπεφτε λόγος, θα έλεγα: «ή μόνη βάσιμη ελπίδα για μια Ορθόδοξη Ρωσία του αύριο».

ε) Μπροστά στο τραγικό φαινόμενο των απροστάτευτων παιδιών που γυρίζουν στους δρόμους, πολλά μοναστήρια ανασκουμπώθηκαν και δημιούργησαν η στην περιοχή του μοναστηρίου η έξω άπ' αυτήν «παιδικά σπίτια». Τα ανδρικά μοναστήρια μάζεψαν απροστάτευτα αγόρια και τα γυναικεία απροστάτευτα κοριτσάκια. Τα «παιδικά σπίτια» λειτουργούν υπό την άμεση ευθύνη της μονής.
Έχουν οργανωθεί και λειτουργούν σ' αυτά σχολικές τάξεις, στις όποιες φοιτούν τα παιδιά και διδάσκουν μοναχοί και μοναχές, που έτυχε να είναι εκπαιδευτικοί ή πιστοί κοσμικοί εκπαιδευτικοί που προσφέρουν υπηρεσία. Τα σχολεία αυτά λειτουργούν συμφωνά με τα αναλυτικά προγράμματα του ρωσικού Υπουργείου Παιδείας.
Τα μεγαλύτερα αγόρια σε ανδρικά μοναστήρια, όπου καθένα άπ' αυτά και ανάλογα με την κλίση του μαθαίνει αγιογραφία, ξυλουργική τέχνη, που έχει σήμερα μεγάλη πέραση αυτή ή εργασία, την τέχνη του οικοδόμου, του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου.
Φοιτούν σε ανάλογα εργαστήρια. Τα μεγαλύτερα κορίτσια σε γυναικεία μοναστήρια μαθαίνουν κι αυτά ανάλογα με την κλίση του το καθένα αγιογραφία, κέντημα, ραπτική.
Επισκέφθηκα ένα τέτοιο «παιδικό σπίτι» για κορίτσια σε γυναικείο μοναστήρι σε πόλη της Σιβηρίας κι έμαθα έκπληκτος ότι στο μοναστήρι αυτό λειτουργεί σχολείο τυροκομίας, στο όποιο φοιτούν πολλά από τα μεγαλύτερα κορίτσια. Παρασκευάζουν λοιπόν τα κορίτσια αυτά θαυμάσια τυριά από το γάλα των αγελάδων της μονής.

στ) Βρέθηκα σε ανδρικό μοναστήρι. Όταν πλησίασε την πύλη της μονής το αυτοκίνητο μας, το όποιο οδηγούσε ιερομόναχος της μονής, ό πορτάρης, ένας ηλικιωμένος και καλοβαλμένος κύριος, μας άνοιξε και μας χαιρέτησε με ελαφρά υπόκλιση της κεφαλής. Ήταν ή ώρα του Εσπερινού και αρκετός κόσμος ερχόταν στο μοναστήρι.
Μετά το παρκάρισμα του αυτοκινήτου και όπως προχωρούσαμε προς το εσωτερικό της μονής, γύρισα και κοίταξα πίσω, Ό πορτάρης άνοιγε στους προσερχόμενους τη μικρή σιδερόπορτα κάνοντας σε όλους ελαφρά υπόκλιση με το κεφάλι.
Ό συνοδός μου είπε ότι είναι συνταξιούχος στρατηγός της Κά Γκέ-Μπέ και ότι έρχεται πατά καιρούς να προσφέρει υπηρεσία για μερικές βδομάδες και πάντα στο διακόνημα του πορτάρη. Νωρίς το πρωί έρχεται και το βράδυ επιστρέφει στο σπίτι του.
Έμεινα σκεπτικός και δεν είπα τίποτε. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα λόγια δεν χρειάζονται. Ανοίγει δηλαδή την πόρτα, που κάποτε είχε κλείσει προς τους πιστούς.
Σκέφθηκα ακόμη πώς ή κλίση της κεφαλής, όταν χαιρετούσε τους προσερχόμενους, θα μπορούσε να είναι και κάποια αίτηση συγγνώμης. Ποιος ξέρει;
Αυτή κι αν είναι μετάνοια...

ζ) Σε κάποια περιοχή της Αγίας Πετρούπολης υπηρετεί σαν εφημέριος ό π. Ί., πού είναι και τακτικός επισκέπτης του Αγίου Όρους. Πρώην καθηγητής πολυτεχνείου της Αγίας Πετρούπολης και νυν ιερέας. στις εγκαταστάσεις του ενοριακού Ναού, στον οποίο υπηρετεί, λειτουργεί αδελφότητα είκοσι γυναικών Αδελφών του Ελέους, την οποία οργάνωσε ό π. Ί. Οι αδελφές αυτές προσφέρουν υπηρεσία σε ογκολογικό νοσοκομείο της Αγίας Πετρούπολης. Παράλληλα με το έργο της αδελφής νοσοκόμου, προσφέρουν και πνευματικό έργο.

η) Το προσκύνημα, το όποιο πραγματοποίησε ό π. Θ. Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Όσίου Αρσενίου του Καππαδόκου, σε αγιασμένα μέρη της Ρωσίας τον περασμένο Ιούλιο με πνευματικά του τέκνα, έχει ολοκληρωθεί και οι προσκυνείται κατευθύνονται με πούλμαν στο αεροδρόμιο Ντομοντέτοβο για το ταξίδι της επιστροφής. Καθ' όδόν μια απροσδόκητη έκπληξη περιμένει τους προσκυνητές. Συνόδευα το πούλμαν και εγώ.
Με ένα τηλεφώνημα μου ζητούν να σταματήσει το πούλμαν σε συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Εκεί περιμένει μικρό επιβατηγό (κούρσα), από το όποιο μόλις πλησιάζουμε κατεβαίνει και έρχεται προς εμάς ό π. Σ., πνευματικός γυναικείας μονής Σιβηριανής πόλεως. Τη μονή αυτή είχαν επισκεφθεί οι Έλληνες προσκυνείται και είχαν τύχει θερμής υποδοχής και φιλοξενίας.
Ό π. Σ. είναι ιερομόναχος γεμάτος ζωντάνια, αυθορμητισμό και αγάπη. Ανεβαίνει ανάλαφρα στο πούλμαν και οι προσκυνείται τον υποδέχονται με επιφωνήματα χαράς και έκπληξης.
Υψώνει τον ιερατικό σταυρό, πού κρέμεται στο στήθος του, ευλογεί μ' αυτόν τους προσκυνητές λέγοντας με δυνατή φωνή: «Χριστός Ανέστη!» και συνεχίζει: «Σας μεταφέρω την αγάπη, το σεβασμό και τις άπειρες ευχαριστίες των αδελφών της Μονής και της ηγουμένης μοναχής Β. Σάς εύχονται καλή επιστροφή με φύλακα άγγελο στην αγαπημένη μας Ορθόδοξη Ελλάδα». Κατεβαίνει από το πούλμαν ανάλαφρα, όπως ανέβηκε, μα συγκινημένος αύτη τη φορά και ανταλλάσσει μαζί μας ευχές και ασπασμούς. Την ώρα εκείνη ό π. Θ. αφαιρεί από το λαιμό του το ορθοπεδικό κολάρο, διότι τον ταλαιπωρεί κάποιο αυχενικό πρόβλημα. Ό π. Σ. τον αγκαλιάζει και φιλί τον τράχηλο του λέγοντας: «Άφησε αδελφέ να πάρω λίγο από τον πόνο σου».
Ό π. Θ. του άπαντα: «Δε με συμφέρει, θα χάσω το μισθό μου». Κι ό π. Σ. επιμένει λέγοντας του: «Άφησε αδελφέ από την ευλογία αυτοί του μισθού να στάξει και σε μένα μία σταγόνα. Την έχω απόλυτη ανάγκη».
Σκηνές ευαισθησίας και γνήσιας αγάπης Χριστού.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
οι καμπάνες των ιερών ναών της μαρτυρικής ρωσικής Γης, που έμειναν βουβές για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια, ξαναχτυπούν και πάλι, διαλαλώντας στα πέρατα της αχανούς αυτής χώρας ότι ή Ορθοδοξία είναι ζωντανή και καλεί τα παιδιά της να επιστρέψουν στην πίστη των πατέρων τους.
Θα την ακούσουν;
Ό χρόνος θα δείξει.
Εμείς ας ευχηθούμε ολόψυχα να είναι πειστικό αυτό το κάλεσμα και ο ρωσικός λαός να επιστρέψει στα πάτρια ήθη.
Όλα είναι ευοίωνα.
Ή μικρή ζύμη υπάρχει. Ή ελπίδα είναι ζωντανή. Ό Θεός είναι μαζί μας. και «ει ο Θεός μεθ' ημών, τις καθ' ημών;».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡ 35

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Ή ανωτέρω ομιλία έξεφωνήθη υπό του Γέροντος Σπυρίδωνος εις τον Ιερόν Ναόν Αγίου Ελευθερίου Αθηνών, τη δ' Κυριακή των Νηστειών, σωτηρίου έτους 2005.
Ευλαβέστατο ιερατείο, ευσεβέστατη ομήγυρης, χαίρετε και ενδυναμούσθε εν τη χάριτι του Κυρίου.


Η προτρεπτική και συνάμα παρακλητική πρόσκληση του σεβαστού προϊσταμένου του Ιερού τούτου Ναού με φέρνουν σήμερα κοντά σας, σ' αυτόν τον ιερό και ευλογημένο χώρο, στην ευλογημένη σύναξη. Ή Εκκλησία, κατά την ιερά περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προβάλλει ασκητικές μορφές της Ορθοδοξίας για δύναμη και καταρτι­σμό των Μοναχών και των Ορθοδόξων, όπως σήμερον τον άγιων Ιωάννη της Κλίμακος, ηγούμενο της Μονής Σινά, μέγα ασκητή και πολυγραφότατων συγγραφέα.
Με κάλεσε να μιλήσω. Να μιλήσω για ποιόν; Τον Γέροντά μου, τον γέρο-Γεράσιμο, τον Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας- τον πολυγραφότατο και ολιγομίλητο· τον κοινωνικότατο και ακοινώνητο τον χαρίεντα και σοβαρό· τον γλυκύτατο και στυφό τον πολυμαθέστατο και απλούστατο τον τραχύ και άκακο τον αυστηρό και συμπα­θητικό· τον εύκολο και δύσκολο.
Θα μου πείτε, τί περίεργος άνθρωπος, σκέτος οξύμωρος, Έτσι είναι, αδελφοί μου, οι άγιοι και ά­γριοι συνάμα ασκητές- άλλοι στον εαυτόν τους, άλλοι στους άλλους· άλλοι στους μαλακούς, άλλοι στους σκληρούς· άλ­λοι στους πεπαιδευμένους, άλλοι στους απαίδευτους· άλ­λοι στους εργατικούς, άλλοι στους οκνηρούς· άλλοι στους ανευλαβείς, και άλλο ι στους ευλαβείς. Και εν ολίγοις, διαφοροποιούνται κατ' άτομο με γνώμονα την αγάπη του Θεού.
Σύμφωνα με τον συνομιλητή κινείται και μιλεί. Δεν παίζει θέατρο. Δεν γνωρίζει από υποκρισία. «Σχηματίζεται την αρετή ούχ όπως απατήση, άλλ' όπως ωφελήση» κατά τον Πέτρο Δαμασκηνό. Προσεκτικός και διακριτικός δάσκαλος· ακουστής και του πλέον αδαούς και διορθωτής ταπεινός· ε­πιδεκτικός κάθε νέου ορθού ακούσματος, τιμητής αυστηρός πάσης παρεκκλίσεως πίστεως και παραδόσεως· κρυφός ερ­γάτης της προσευχής, αλλά και διακριτικός εκφραστής των όσων ζει και έζησε. Ουδέποτε προβάλλει τον εαυτόν του· τις επιδόσεις του τις προσάπτει σε άλλον. Αγωνίζεται να απο­φυγή την υπερηφάνεια και συνεχώς επιτιμά και υποτιμά τον εαυτόν του. Ανεβαίνει την κλίμακα των αρετών, κατεβάζον­τας την υπόσταση του έως 'Άδου.
Έτσι σκιαγραφείται ό άγιος και άγριος ασκητής. Αυτός ήταν ό γέρο-Γεράσιμος γι' αυτόν θα πούμε λίγα λόγια. Λίγα, λέω, γιατί, ενώ γνωρίζουμε πολλά απ' αυτά πού βλέπαμε και ακούγαμε, εν τούτοις ή εν Χριστώ κρυφή ζωή του ελάχι­στα, σχεδόν καθόλου, μας αποκαλύφθηκε.
Στον νουν του κυριαρχούσε πάντα το γνωμικό· «αρετή αποκαλυπτόμενη, μοιχεία παρά τω Θεώ γνωρίζεται»· και το άλλο· «ουαί εάν περισσεύση το όνομα ημών πλείων των έρ­γων ημών».
Γνωρίζω επίσης ότι παραβαίνω κάποια εντολή μιλώντας γι' αυτόν, αλλά θα μιλήσω, γιατί δεν θα σας τον παρουσι­άσω ουρανοκατέβατο άγγελο, άγιο, αλλά άνθρωπο απλό, αγωνιζόμενο για την σωτηρία του, προσδοκώντα δι' αυτής την Βασιλεία των Ουρανών. Θα σας τον παρουσιάσω, όπως τον γνώρισα στα δεκαεπτά μου χρόνια, πρώτα στην Θεσσα­λονίκη, την πατρίδα μου, και έπειτα στο Άγιο ν Όρος, στην Μικραγιάννα, μαζί με τους αείμνηστους ιερομόναχους Διονύσιο και Μητροφάνη, τους ανθρώπους που απετέλεσαν ορόσημα στη ζωή μου.
Από μικρός ήμουν τακτικός στην Εκκλησία της Ενορίας μου, τον Άγιο ν Θεράποντα Θεσσαλονίκης, και αγαπώντας τις ακολουθίες, με την βοήθεια του τότε προϊσταμένου του Ναού, αειμνήστου πρεσβυτέρου-οίκονόμου Παναγιώτου Καρατάσιου, μυήθηκα στην εκκλησιαστική ζωή. Έβλεπα στην ακολουθία του Αγίου Θεράποντος ότι «εποιήθη υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου, Υμνογράφου της Μεγάλης του Χρίστου Εκκλησίας» και θαύμαζα και απορούσα, πώς μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γράψει τέτοια πράγματα. Ό παπα-Παναγιώτης μου τον παρουσίαζε όπως έπρεπε, και εγώ τον έπλαθα όπως ήθελα. Το Άγιο ν Όρος ήταν για μένα ένα γνωστό-άγνωστο μυστήριο, γεμάτο έκ­σταση και θαυμασμό. Ό παπα-Παναγιώτης ήταν τακτικός επισκέπτης του και είχε γνωριμίες με πολλούς και σπουδαί­ους ανθρώπους, που τους συμβουλευόταν για πολλά και ποικίλα θέματα. Ένας απ' αυτούς ήταν και ό μακαριστός γέροντας μου Γεράσιμος.
Αλλ' ας έπανέλθωμεν «επί το προκείμενον», κατά την ό­μορφη φράση που λέγουν οι εγκωμιαστικοί λόγοι.
Ό αείμνηστος Γέροντας μου γεννήθηκε στην Βόρειο Ήπειρο, στο χωριό Δρόβιανη. Χωριό των μορφωμένων και των δασκάλων το λέγανε. Οι κάτοικοι του αγαπούσαν τα γράμματα και γι' αυτό από παλιά είχαν πλούσια βιβλιοθή­κη, ανώτερη και από του Αργυροκάστρου, την οποία έκα­ψαν οι Γερμανοί με την οπισθοχώρηση τους.
Σ' αυτό το χωριό, λοιπόν, είδε το φως ό Αθανάσιος (Ανα­στάσιος Γραίκας του Ιωάννου και της Αθηνάς). Σ' αυτό το χωριό φάνηκε ή κλίση του και ή αγάπη του για τα γράμμα­τα, όταν κατόρθωνε με την εξυπνάδα του να περνά δύο-δύο τις τάξεις.
Αλλ' έλα πού ή ζωή στο σκληροτράχηλο και άγονο χωριό ήταν δύσκολη και ανάγκαζε τους περισσοτέρους Δροβιανίτες να ξενιτεύουν, άλλοι στον ελλαδικό χώρο, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στην Αμερική, αποβλέποντας ένα καλύτερο αύριο, ένα μέλλον πιο λαμπρό γι' αυτούς, για τους άλλους, για το χωριό. Ίδιον των αποδήμων να αγαπούν και να ενδι­αφέρονται για την γη πού τους γέννησε.
Έτσι λοιπόν και ό μικρός Αθανάσιος (Αναστάσιος) παίρ­νει τον δρόμο της ξενιτιάς πίσω περπατώντας, για να βλέπει και να χόρταση όσο μπορεί πιο πολύ το χωριό του, να το τύπωση στη μνήμη του. Βλέπει το σχολείο του, τις εκκλησίες, το σπίτι του. Μάλλον καταλάβαινε ότι δεν θα τα ξανάβλεπε. Έφυγε μια και καλή, αλλά κουβαλούσε όλες αυτές τις εικό­νες και την ζωή μέσα στο έξυπνο μυαλό του και στην απαλή καρδιά του μέχρι τέλους και ξύπναγαν όλα αυτά και εμφα­νίζονταν έντονα, όταν αργότερα εμείς σαν μικροί, σαν νέοι καλόγεροι ζητούσαμε να μάθουμε για την ζωή του.
Έρχεται στην Αθήνα. Μια Αθήνα, ένα κράτος ταλαιπω­ρημένο από πολέμους και διχόνοιες δολερές. Ευτυχώς, σπίτι, σχολείο, εκκλησία συνθέτουν το τρίστρατο της ζωής του.
Δεν ξεφεύγει απ' αυτό, και αποφεύγει έτσι τις αναμίξεις σε πολιτικά πάθη. Αιτία ό πόθος για σπουδή, για γράμμα­τα, γι' αυτό και ό ξενιτεμός του.
Μένοντας στο σπίτι της θείας του, στο τότε απλό και άση­μο Κολωνάκι, και μάλιστα στην Πατριάρχου Ιωακείμ, βρί­σκει τον Άγιο Γεώργιο Ριζάρη, αναπαυτήριο της ψυχής του. Όαση πνευματική στην αθηναϊκή Σαχάρα των πολιτικών δολοπλοκιών και άλλαξοκυβερνήσεων. Πώς να μη ξεκουρά­ζεται ή σφριγηλή ψυχή του, εκείνη την στιγμή πού ένας μεγά­λος Δεσπότης λειτουργεί εκεί; Άραγε ποιος να είναι;
Είναι ό άγιος Νεκτάριος, ό πράος και γλυκύς, ό ειρηνικός και ειρηνοποιός, ό ταπεινόφρων και ησύχιος. Το κήρυγμα του βγαίνει απ' την ζωή του. Και ή εργάτιδα μέλισσα ρουφά το νέκταρ από το όμορφο και ευωδιαστό λουλούδι και το βάζει στην κηρύθρα της. Που να φανταζόντουσαν και οι δυο, ότι ό ένας θα αγίαζε και ό άλλος θα τον υμνούσε;
Κυλά ή ζωή και το Βορειοηπειρωτάκι γίνεται έφηβος με καλές επιδόσεις στα γράμματα και πολλές μαθησιακές εφέ­σεις.
Ή δίψα του για τα γράμματα δεν σβήνει. Και πώς να σβήση, όταν γι'αυτά και μόνο ξενιτεύτηκε και έφυγε από το χωριό των δασκάλων για την πόλη των σοφών και φιλοσό­φων; Από το πετρώδες χωριό, στην πλατειά Αθήνα, από το ξερό και άνυδρο, στην καταπράσινη Αττική, από την ήρεμη και ήσυχη ζωή, στον θόρυβο.
Αλλά όμως' «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, αλλά δε Θεός κελεύει». Ό Άγιος Θεός του επεφύλασσε αλλά, καλύτερα και μεγαλύτερα. «Ους και προώρισε, τούτους και κάλεσε, ους δε κάλεσε, τούτους και δόξασε», κατά τον άγιο από­στολο Παύλο. Το θεϊκό κτύπημα στην πόρτα της καρδιάς του το άκουσε αμέσως. Το άκουσε και άνοιξε.
Ένας καλόγερος στο νεανικό του διάβα, μια απλή για την σωτηρία της ψυχής κουβέντα, αρκούσαν για να βάλουν φωτιά στον νεαρό Δροβιανίτη και να δώση φλεγόμενος μια υπόσχεση. Και έτσι ό ζηλωτής των γραμμάτων «ζηλεί τα κρείττονα», τα πνευματικά, και κρυφά από τους δικούς του έρχεται στο Περιβόλι της Παναγίας, για να φυτευθη εκεί. Και που; Στη Μικραγιάννα. Φθάνει στην Δάφνη με το καράβι.
Ή θέα από μακριά του Άθω τον συναρπάζει, τον ενθουσιάζει, του ανοίγει πρόωρα το στόμα σε δοξολογία και αίνο του Θεού.
Φθάνει σε ένα χώρο πού λίγο-πολύ έμοιαζε με το χωριό του. «Εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω», όπως αργότερα θα διαβάζη στο Ψαλτήρι. Βέβαια πιο δύσβατη, πιο έρημη, πιο άνυδρη ή Μικραγιάννα. Ή βροχή γέμιζε την πελεκημέ­νη στο βράχο μέσα στερνούλα. Δεν τον ένοιαζε όμως! «Πυρ πνέων», παραμέριζε την ενθύμηση των Αθηνών και τα τό­τε καλά της, και έλεγε: «Ως ωραίος ούτος ό τόπος. Αυτή ή κατάπαυσης μου εις αιώνα αιώνος. Ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν». Αγαπούσε την ησυχία, την μητέρα της φιλοσοφίας, τα γράμματα, την μοναξιά, και την βρήκε. Βρέ­θηκε σε πέλαγος μαθήσεως. Έψαχνε για πνευματικό οδηγό και βρήκε απλό, άγιο και ανεπιτήδευτο άνθρωπο, πού γνώ­ριζε Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον. Τί άλλο μπορούσε να θέλει; Ή σωτηρία του εξαρτώνταν πλέον από τον ίδιο με την υπομονή, την υπακοή και την επιμονή στα δύο πρώτα.
Έτσι μ' ένα θεϊκό καυστήρα διαρκώς φλογιζόμενο αρχί­ζει ό αγώνας. Ή αρετή της ξενιτείας πρώτη-πρώτη τον επι­σκέπτεται, και απαρνείται σύντομα την έξω ζωή πού τον έφερε στην Αθήνα με τις ανέσεις της. Λησμονεί με αγώνα τους γονείς, τους συγγενείς, το όμορφο και άγριο χωριό με τα πουλάκια να κελαηδούν την ακατάπαυστη δοξολογία, και προσεύχεται θερμά για όλους, ακόμα και γι' αυτούς πού πολέμησαν την φυγή του.
Εδώ, την Αθήνα της ανέσεως την διαδέχεται ή κακοτράχαλη Μικραγιάννα· τα ρούχα τα κα­λά, τα φτωχά και μπαλωμένα- τα παπούτσια, τα τσαρούχια τα φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού. Τα γράμματα προς το παρόν στο περιθώριο (ήλθα να σώσω την ψυχήν μου). Μα­θητεύει στην εκκοπή του θελήματος- γράμματα, ή υπακοή-βιβλίο, το εργόχειρο- μολύβια, τα εργαλεία του εργόχειρου. Εργόχειρο, σφραγίδες προσφορών και κουτάλια- σκληρό εργόχειρο. Τα μαλακά χέρια γίνονται σκληρά. Κόβεται από τα μαχαίρια του εργόχειρου, αλλά εκεί δεν το βάζει κάτω. Το θέλημα κομμένο. Πτωχεία κατά Θεόν. Επιμέλεια στο ερ­γόχειρο, πού γίνεται απαρχή της επιμελημένης και προσεκτι­κής στο μέλλον ζωής του. «Ή αμέλεια του μονάχου στο εργό­χειρο του ανατρέπει την πνευματική του ζωή», λέγει ό άγιος Έφραίμ ό Σύρος και ό δόκιμος το τυπώνει μέσα του.
Αργό­τερα ή ευταξία του και ή τυπικότητα του από την τάξη του στο εργόχειρο διακρίνονται πιο εύκολα και στην μετέπειτα καλογερική του ζωή.
Έτσι κυλούν τα δύο χρόνια με επιδόσεις στην υπομονή, στην υπακοή και στην επιμονή. Ας μη λησμονούμε ότι υπο­τάχθηκε εθελουσίως ό πανέξυπνος σε απλό και ολιγογράμ­ματο άνθρωπο με απλή καρδιά, χωρίς καν να το διακρίνει. Είναι μαρτύριο, αδελφοί μου, αυτό και «ό υπομείνας εις τέ­λος σωθήσεται», κατά τον λόγο του Χριστού. Ή προθυμία του και ό ζήλος θα επαινεθούν και θα βραβευθούν με την κούρα του. «Πρόσδεξαι τον δούλον σου Γεράσιμον μοναχόν εις την πνευματικήν σου ποίμνην». «Ναι, του Θεού συνεργούντός μοι, Τίμιε Πάτερ». Ή αποδοχή φέρνει τις υποσχέ­σεις. Υποσχέσεις πού τήρησε μέχρι τέλους.
Ή δοκιμή τελείωσε, ή δοκιμασία αρχίζει, ατέλειωτη. Πρώ­τη και καλύτερη και χειρότερη, ή φυγή του Γέροντα του. Δεν μας νοιάζει γιατί.
Μας ενδιαφέρει πού μένει μόνος, νέ­ος, άγουρος, άπειρος. Έμεινε χωρίς πνευματικό μπαστούνι, ανάπηρος, ορφανός. Γιατί από τώρα ή δοκιμασία; Τι είδε ό Θεός και το επέτρεψε; Τον βρήκε έτοιμο; Τον βρήκε δυνατό; Τώρα πού χρειαζόταν παράκληση, παρηγοριά, βρέθηκε απαράκλητος. Κύριος γινώσκει. Ή δοκιμασία αυτή τον βρήκε δόκιμο εργάτη της μοναχικής ζωής. Δεν πτοήθηκε από τον πειρασμό της μονώσεως. Δεν λιγοψύχησε στους ποικίλους πειρασμούς. Έμεινε όρθιος στο μετερίζι του, στην καλύβι του Τιμίου Προδρόμου, με άγιο πείσμα, με ζήλο φωτιά. Εί­πε τότε, θα πεθάνω εδώ, άλλ' από τον Τίμιο Πρόδρομο δεν φεύγω. Και ό Τίμιος Πρόδρομος δεν έφυγε από κοντά του. Απομακρυνόταν, αλλά δεν έφευγε. Τον είδε ό γέρο-Έφραίμ ό Ταλαίπωρος, έξω από την καλύβα στον Τίμιο Πρόδρομο, και με απορία τον ρώτησε τί θέλει εκεί, και του απάντησε ότι προσέχει το καλογέρι του, πού ασκητεύει μόνο του στο κελί μέσα.
Και ό Γεράσιμος έμενε πιστός στην κλήση του, στα πα­ραγγέλματα της καλογερικής, στις υποσχέσεις του.
Αλλά όλα βραβεύονταν, και ή χάρις του Θεού επισκίαζε σιγά-σιγά. Στα πρώτα του βήματα γνωρίζεται με τον πρώτο του πνευματικό, τον περίφημο παπά-Ίγνάτιο στα Κατουνάκια, άνθρωπο απλούστατο, άγιο, λιμάνι μετανοίας, σωτηρία ψυχής, οδηγό πρακτικής αρετής, φίλο και συνασκητή των μεγά­λων πνευματικών της Μικραγιάννας και του Αγίου Όρους, Γρηγορίου και Σάββα. Εκεί «εξαγγέλλει τα της καρδίας του κρυπτά», τα αγαθά σκιρτήματα της καρδίας του και τα σκουπίδια των λογισμών. Και αυτός, γιατρός καλός, πράος και μειλίχιος «επιχέει έλαιον και οίνον» στην ψυχή του μικρού, κατά την καλογερική ζωή, Γερασίμου, και τον παρη­γορεί στις θλίψεις του και τον γιατρεύει και τον σηκώνει «από κλίνης οδυνηράς και στρωμνής κακώσεως»· Και ή ζωή συνεχίζεται γλυκιά και πικρή, απαλή και σκληρή.
Ή πρώτη του παρηγοριά μετά την φυγή του γέροντα του.
Αλλά και ό παπά-Ίγνάτιος μεθίσταται εκ των πρόσκαι­ρων. Πάλιν ό Γεράσιμος ορφανός, πάλιν μόνος. Πάλιν λο­γισμοί. «Αλλά ό πάντα προς το του πλάσματος συμφέρον οικονόμων» Θεός, τον ανταμείβει και του χαρίζει νέο πνευ­ματικό θησαυρό, θεωρητικό μεγάλο της νοεράς προσευχής, διορατικό άνθρωπο, έγκλειστο, διακριτικό καθοδηγητή, τον Καλλίνικο τον Ησυχαστή. Σε καλό μέτρο ηλικίας που βρίσκεται και με την πρακτική αρετή ζυμωμένος βρίσκει τον εαυτό του στερημένο της θεωρίας και γίνεται μαθητής και φοιτητής του Καλλινίκου και σαν έξυπνος ό Γερασιμάκης, χαϊδευτικό διότι ήτο μικρόσωμος και αδύνατος, σιωπά και ακούει.
Τυπώνει μέσα του με ανεξίτηλο μελάνι «ά βλέπει και ακούει» και σαν σφουγγάρι ρουφά και την τελευταία σταγόνα των λόγων του Καλλινίκου και τον κρατά θησαυ­ρό διπλοκλειδωμένο. Αναλογίζεσθε τί πράξη θα έκανε ό καλός μαθητής τα λόγια του δασκάλου του; Γίνεται μύστης των απορρήτων, μπαίνει στα άδυτα. Γνωρίζει τα άγνωστα. Εργάζεται για να γεωργήσει την ζωή του, και έτσι τα θεωρη­τικά του Καλλινίκου συμπληρώνουν τα πρακτικά του παπά-Ιγνατίου Και ό Γεράσιμος μεγαλώνει στην ηλικία και στα πνευματικά. Στην καλογερική του νεότητα δεν στερεί­ται και της συναναστροφής και ενός άλλου σπουδαίου και σοφού γείτονα, του γέρο-Δανιήλ Σμυρναίου, του ιδρυτή της γνωστής αδελφότητας των Δανιηλαίων. Τα λόγια του, ζείδωρη αύρα, δροσίζουν παντοιοτρόπως την φλεγόμενη από θείο ερωτά καρδία του καλογεριού. Τί ευλογημένη γειτονιά! Μικραγιάννα, Καρούλια, Κατουνάκια. Τί περιβόλι όμορφο και ευωδιαστό! Οι αλάλητοι στεναγμοί αγιάζουν τον αέρα και οι ασκητικοί αγώνες ποτίζουν την έρημη γη και βγάζει καρπούς, σωσμένους ανθρώπους, καλούς καλογήρους.
Ουράνιοι άνθρωποι, επίγειοι Άγγελοι. Περίοδος αναγεν­νήσεως του μοναχικού φρονήματος μετά τις εθνικές περιπέ­τειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Οκτωβριανής Επαναστάσεως. «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα». Άγιος Βασίλειος, Κερασιά, Καυσοκαλύβια, Βίγλα, Αγ. Πέτρος, Αγ. Άννα, Νέα Σκήτη, όλες έχουν να επιδείξουν αγίους ανθρώ­πους, άξιους καλόγερους, αφανείς ήρωες της σκληρής ασκη­τικής ζωής. Έτσι ή ορφάνια του Γερασιμάκη ήταν πρόσκαι­ρη. Αυτά τα πνευματικά αναστήματα πού υπήρχαν και άλλα πού δειλά-δειλά αναφαίνονταν τον βοηθούσαν, τον συγκρατούσαν. Και ή ανάβασης συνεχίζεται. Ή κορυφή του Άθω είναι ψηλά και όποιος ανεβεί εκεί βλέπει και θαυμάζει
«α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
Στο εργόχειρο του το πτωχό και ταπεινό έχει συνεργάτη την ευχή· την σωτήριο ευχή. Συμπορεύεται με την προσοχή για το φτιάξιμο του σφραγιδιού, του κουταλιού. Εργάζεται και για τα δυο, εργάτης του πνευματικού και του υλικού.
Ή διαρκής ευχή θαυματουργεί, μπαίνει μέσα του και γι' αυτό τα χέρια του δουλεύουν ασταμάτητα και ευθυγραμμισμένα, Βραβείο του αγώνα του τα καλά και επιμελημένα σφραγίδια και κουτάλια. Άλλος βέβαια τα κινεί τα χέρια του, όπως αργότερα θα ειπεί και για τα υμνογραφήματά του. Βλέπει όμως συγχρόνως ότι «ουκ έπ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρω­πος» και αρχίζει και μειώνει, λιγοστεύει την επίδοση του στο εργόχειρο και λίγο-λίγο εργάζεται για τα προς το ζην και ασχολείται πλέον με το διάβασμα και το γράψιμο· «σώ­μα εργάζου ίνα τραφής, ψυχή νήφε ίνα σωθής», και ή νήψις ολίγον κατ' ολίγον κατοικεί μέσα του. Παίρνοντας ευλο­γημένη ορμή από την ανάγνωση των πατερικών κειμένων, δεν του αρκούν πλέον οι αναγνώσεις της ακολουθίας στην Εκκλησία. Ασχολείται με την σωτήριο ευχή και διαβάζει από τους Πατέρας ότι πρέπει, ότι, μπορεί, συμφωνά με τις πνευματικές του δυνάμεις.
Αυτό αργότερα μας το μεταφέρει πατρικά και πρακτικά. «Όταν πηγαίνουμε στο Δημοτικό σχολείο, δεν διαβάζουμε μαθήματα του Πανεπιστημίου. Κίν­δυνος παρανοήσεως και παρεξηγήσεως, παιδιά μου».
Λόγια μεστά διακριτικής σοφίας. Οι «εν Αθήναις» γνώσεις του τον βοηθούν, διότι ωφελή­θηκε εξ ελληνικών λόγων στο να καταλαβαίνει τους Πατέ­ρας.
Διαβάζει ασταμάτητα. Αποταμιεύει όσα μπορεί νοήμα­τα, που με την βοήθεια της αγίας ευχής του «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με» τυπώνονται μέσα του, και ή ανάβασης συνεχίζεται. Βραβεύεται ή εργατικότητα του και ή σωστή καλογερική με τάλαντο. Δεν το κρύβει, αλλά εργάζεται μ' όλη του την δύναμη να το παρουσίαση αυξημένο. Ό Δωρεοδότης δίδει και ό δωρεοδόχος παίρνει, για να ανταποδώση ευχαριστώντας «όλη ψυχή και διανοία». «Ή του θείου Πνεύ­ματος επιδημήσασα δύναμις» έρχεται και στον πατέρα Γε­ράσιμο «ως ήχος φερομένης βιαίας πνοής» και πληροί τον οίκον της ψυχής του και τον σπρώχνει στην βουλή του Θεού. Τον θέλει Υμνογράφο των μεγαλείων Του, των ευαρεστησάντων Αυτόν Αγίων Του. Τον εκλέγει. Τον χαριτώνει. Του επιτρέπει πειρασμούς, αλλά και δύναμη να τους σηκώνει και να τους αντιμετωπίζει. Τον ταπεινώνει, για να μη χάση. Τον φωτίζει να γραφή, αλλά και να ζητεί: «Φώτισόν μου το σκό­τος», όπως ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς. Τον θέλει «υιόν του κατά χάριν». Και ό Γεράσιμος υπακούει και ή κάθοδος της φλογός αρχίζει και συνεχίζεται. «Λαλεί Κύριε και ό δούλος Σου ακούει».
Αρχίζει ή συγγραφή. Πρώτο υμνογραφικό έργο στην Παναγία, σημάδι της αγάπης του γι' αυτή, αναγνώριση της κυριότητος του τόπου Της, παράκληση για την πρεσβεία Της, σιγουριά για την κατάληξη του. Και γράφει. Γράφει τα πρώτα, τα δεύτερα, τα τρίτα. Δεν μένει μόνο στα γραπτά, στον άγουρο του λόγο. Ταπεινώνεται. Αναγνωρίζει ότι εί­ναι νέος και άπειρος και τα δείχνει στους τότε σοφούς και γνώστες του είδους, όπως ό Εύλόγιος Κουρίλας, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζητεί παρατηρήσεις, διορθώσεις, προτάσεις. Ή ταπείνωση του βραβεύεται με τις προτροπές και τους επαίνους. Κάθε αρχή και δύσκολη, αλλά και λό­γος καλός για την συνέχιση.
Και συνεχίζει να γραφή. Υμνεί τα μεγαλεία του Θεού, της Κυρίας Θεοτόκου, των εκλεκτών του Θεού Αγίων. Πώς άραγε γράφει; Έτσι; Απλά; Αβίαστα; Χωρίς τίποτε; Χωρίς επίκληση; Όχι αδελφοί μου. Όλη του ή ζωή ήταν προσευχή. Ή ευχή ήταν ή αναπνοή του και το «ελθέ και σκήνωσον εν ημίν» ή ολοήμερος επίκληση του. Το ζητούσε με μεγάλη ταπείνωση, γιατί γι' αυτό ξενιτεύθηκε, και ό Θεός «έτεινε ευήκοον ους» και του έλεγε: «Πατήρ σου και Μήτηρ σου και αδελφός σου ειμί», μη φοβάσαι, «έτι σου λαλούντος, εγώ πάρειμι». Και αυτό το είχε πιστέψει, το είχε χωνέψει, ότι τίποτε δεν είναι δικό του στη ζωή του, πολύ μάλλον αυτό το χάρισμα.
Γι' αυτό και πάντοτε διεκήρυττε ότι «Θεού το δώρον, ούκ έξήμών». «Ό Θεός χρησιμοποιεί το χέρι μου σ' αυτά. Δεν είναι δικά μου. Μόνα τους βγαίνουν. Άλλος μου τα λέει», και άλλα παρόμοια. Τα έλεγε και τα πίστευε. Δεν ταπεινολογούσε κενολογώντας ψευδόμενος, δι­ότι «το Πνεύμα το άγιον ην εν αυτώ» και στα γραπτά του. Και ή ηλικία περνάει και ό χρόνος τρέχει, χωρίς να γυρίζει πίσω. Μαζί με την πνευματική ισχυροποίηση και ενδυνάμωση, αυξάνει και ό πόλεμος. Ό πειρασμός μεγαλύτερος, αλλά και ή αντίσταση σιδερένια. Ή χάρις δεν τον εγκαταλείπει. Οι καρποί της μυστικής ζωής του φαίνονται στο δένδρο, μιας και τα λουλούδια παραχώρησαν την θέση τους στους καρπούς, και ό Γεράσιμος, γνώστης της αναξιότητας του, τους μαζεύει και τους φυλάγει, μη χαλάσουν και μείνει νηστι­κός πνευματικής τροφής.
Κατ' αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζει τον Σατανά, πού οφθαλμοφανώς πλέον του παρουσιάζεται σαν σκυλί σε μια φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή και με το τεμπελόξυλο Ακο­λουθία, το όποιο, όταν ό απλούς και απονήρευτος Γερά­σιμος πλησιάζει να χαϊδέψει, εξαφανίζεται με θόρυβο και δυσοσμία. Του εμφανίζεται σαν άσπρος τράγος με κόκκινα μάτια και βλέμμα τρομερό σε μέρος πού δεν υπήρχε ζωή στα βράχια της Αγίας Αννης. Του εμφανίζεται σε σύννεφο πού βγάζει γυναικείες φωνές και γέλια στη θέση «Κρύα Νερά» της Λαύρας. Αλλά πώς να τον πειράξουν τον αγωνιστή; Ού­τε καν επιτρέπει ό Θεός να τον αγγίξουν. Μόνον έμπειρο τον κάνουν. Αυξάνουν οι πνευματικές εμπειρίες και αυτό του δίδει δύναμη για την συνέχιση του έργου του, του τα­λάντου του.
Και ή καταξίωση συνεχίζεται με την αποδοχή και αγάπη των πατέρων, Όταν ό Γερασιμάκης θεραπεύει την ευλάβεια τους προς κάθε τι πού θέλει υμνολογία, αλλά σταδιακά και από την Εκκλησία της Ελλάδος, σε σημείο μάλιστα πού κα­τά καιρούς λαμβάνει εύφημους μνείας και επαίνους από τους Αρχιεπισκόπους Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Σπυρίδωνα Βλάχο, Θεόκλητο και Χρυσόστομο και από άλλους κατ' ιδί­αν Αρχιερείς. Στα δαυϊτικά του χρόνια αναφέρεται από τον Γρηγόριο Παπαμιχαηλ στην Ακαδημία Αθηνών και τιμάται αργότερα απ' αυτήν με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημί­ας Αθηνών. Όλα αυτά όμως δεν τον συγκινούν. Δέχεται α­πλά την καταξίωση και «σκύβαλα πάντα ηγείται, ίνα Χριστόν κερδήση». Αν και βλέπει και αισθάνεται ότι με μεγάλη ευχέρεια «ύμνους υφαίνει συντόνως τεθηγμένους», αν και αναγνωρίζει ότι «εργώδες εστί», εν τούτοις δεν υπερηφανεύ­εται, δεν φουσκώνει που τα κατορθώνει.
Και ή κάθοδος της φλογός συνεχίζεται- μια ατελείωτη Πεντηκοστή, πλούσια και δαψιλής. Όντως ή υπόσχεσης ότι «ποταμοί ρεύσουσιν εκ της κοιλίας αυτού» λαμβάνει σάρ­κα και οστά. Και γράφει, γράφει. Τί γράφει; Ύμνους και δοξολογίες. Δεν διακρίνει κανέναν. Τους ικανοποιεί και τους ευχαριστεί όλους. Γιατί όλοι θέλουν να προσφέρουν, στον Θεό, στην Παναγία, στους Αγίους που ευλαβούνται, κάτι, και αυτό με την πέννα του Γερασιμάκη. Κατ' αυτόν τον τρόπο «ομολογούν την χάριν, κηρύττουν τον ελεον, ου κρύπτουσι την ευεργεσία». Και καταξιώνεται ή ταπείνω­ση του. Τώρα την έχει συγκάτοικο του. Τον κάνει αγαπητό. Τον διατηρεί καταδεχτικό. Ζει όσο του επιτρέπει ό Θεός κρυ­φά και μυστικά. Αγωνίζεται να βίωση το «ή ζωή ημών κέκρυπται» και το πετυχαίνει.
Ή αγωνία της σωτηρίας του, ό λόγος «δι' ον εξήλθε» δεν του επιτρέπει να ευχαριστιέται στους επαίνους, στις τιμές, στις δόξες. Χαιρόταν για ότι του λέγανε, άλλα όχι για το πρόσωπο του, αλλά γιατί το έργο του καταξιωνόταν ανα­γνωριζόμενο από τους πνευματικούς ανθρώπους. Τα τιμητικά διπλώματα, τα μετάλλια και τις οποιεσδή­ποτε επί χάρτου διακρίσεις, τα έβλεπε μια και μόνο φορά.
Δεν έπαιζε μ' αυτά. Δεν ευχαριστιόταν στην επανάληψη της ανάγνωσης τους. Δεν περιεργαζόταν τα μετάλλια. Τα έκρυβε επιμελώς και τα έδινε και τα έκρυβα κατόπιν εγώ. Δεν ή­θελε να τα εμφανίζουμε. Μου έλεγε χαρακτηριστικά: «Έλα πάρ' τα, φτάνει, τα είδα παιδάκι μου. Ό Θεός να με φύλαξη απ' αυτά. Ουαί εάν περισσεύση το όνομα μου πλείον των έρ­γων μου. Μπορώ να πάρω βραβείο εκεί; Αυτό θα μου μείνει. Κρυφό τα τώρα. Δεν μου χρειάζονται.
Νάναι καλά οι άνθρω­ποι, αλλά αλλοίμονο μου».
Ποτέ δεν πρόβαλε τον εαυτό του. Όπου πήγαινε, όπου τον καλούσαν, αν και τον τιμούσαν οι πατέρες, περίμενε πότε θα του μιλήσουν και που θα τον βάλουν. Ζητούσε την αφάνεια και επεδίωκε αυτήν την αφάνεια, αλλά μέχρι πότε; Το θεοφιλές έργο του τον έκανε σεβαστό και αγαπητό και υπολογίσιμο. Αλλά ό αείμνηστος άλλου είχε τον νουν του. Όταν έπαιρνε το κομποσκοίνι χανόταν σε άλλους κόσμους. Κάποτε του ξέφευγαν φράσεις, λέξεις που προσπαθούσαμε να αντιληφθούμε, αλλά μάταια. Ή προσευχή του ήταν αίτη­ση ελέους και φωτισμού, και τα έπαιρνε. Έβλεπε το έργο του όντως δώρο Θεού, πνευματοκίνητο και όχι ανθρωποκίνητο, όχι δικό του, ποτέ. Ούτε το πίστευε ποτέ, ούτε το δια­κήρυξε.
Τότε έρχεται πλέον μια αναγνώριση πού ούτε την περίμε­νε. Ό Πατριάρχης Αθηναγόρας με την Ιερά Σύνοδο τον ανα­γορεύει «Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησία του προς την καθόλου Εκκλησία. Αυτό του δίδει μεγάλη χαρά, χαρά που προέρ­χεται από την υπερβολική του αγάπη και προσήλωση στον Οικουμενικό Θρόνο, στην Κωνσταντινούπολη. Ή αγάπη του και ή πολυμάθεια του για την Πόλη των ονείρων ήταν κάτι μεγάλο, ξακουστό. Ήταν γι' αυτόν ή πηγή όλων των καλών, σε όλους τους τομείς. Ή παράκληση του: να την δη ελεύθερη.
Έτσι λοιπόν, προσευχόμενος, γράφοντας και τιμώμενος φθάνει στη δύση του. Μεστωμένος, παραγωγικότατος, πολυγραφότατος, εκφραστικότατος, θεολογικώτατος πάνω από όλα και ασκητικότατος στο έπακρο. Οι πνευματικές του δυ­νάμεις δεν τον εγκατέλειψαν. Οι σωματικές για την ηλικία του ήταν πολύ καλές και δεν άφηνε τόσο την νοερά όσο και την αισθητή προσευχή.
Διάβαζε και προσευχόταν. Τερπνά του αναγνώσματα: ό άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, Όμιλίαι Πνευματικοί Μακαρίου του Αιγυπτίου, Φιλοκαλία. Διαβάζοντας, πετούσε άλλου ό νους του, σε άλλες θεωρίες. Όταν δε έγραφε και έβγαινε μετά το τέλος κάποιας ακολουθίας, ήτο άλλος, άλλ' ουκ αλλιώς, έ­φεγγε λουσμένος από την θεία χάρη και το καταλαβαίναμε και εμείς «οι μη έχοντες τι».
Ή φυσική αιτία της φυγής του από τον κόσμο, τον βρήκε γράφοντας στο γραφείο του. Άφησε ατελείωτη την ακολου­θία του οσίου Στεφάνου του Ομολογητού, γιατί τον κάλεσε ό Θεός. Την άφησε στους Αίνους και την συνεπλήρωσε με την κοίμηση του στους Ουρανούς, για να μη τον αφήσει παραπονεμένο.
Έφυγε «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος» μέσα στην αγκαλιά μας. Την προηγουμένη τον μεταλάβαμε και ήτο πολύ συντετριμμένος, γιατί μετέλαβε στο δωμάτιο του, και έκλαιγε για την συγκατάβαση Του, να έλθει στο δω­μάτιο του ό Χριστός. Ποτέ δεν το διανοήθηκε. Και επετάσθη επί πτερύγων ανέμων, εις την αίδιον μακαριότητα, α­ναμένοντας την Δευτέρα Παρουσία, κοιτάζοντας με και εκπνέοντας σαν πουλάκι. Οι τελευταίες του φράσεις ήταν επικλήσεις στους αγίους πατέρας Διονύσιο και Μητροφάνη και στον άγιο Νεκτάριο, Αγίους που ιδιαιτέρως τίμησε, και προπάντων στην Παναγία, την οποία «Κύριος οίδε» πόσες φορές θα ένοιωσε δίπλα του.
Ή όλη του ζωή χαρακτηριζόταν από την κατά Θεόν πτώ­χεια, την σωματική ταλαιπωρία (στο κρεβατάκι του δεν χωρούσε, ποτέ δεν άπλωνε τα πόδια του). Ευχαριστιόταν στα δυόμισι τετραγωνικά, το θεωρούσε παλάτι· χαρακτηριστικό το λιτοδίαιτο του. «Παχεία γαστήρ λεπτόν ου τίκτει νόα», έλεγε μεταχειριζόμενος το αρχαίο γνωμικό. Φιλακόλουθος στο έπακρο, παράδειγμα για μας.
Διορθωτής τέλειος στα λε­κτικά σφάλματα μας. Πρώτος έμπαινε στην Εκκλησία, τε­λευταίος έβγαινε. Θεωρούσε την Ακολουθία προοίμιο της καρδιακής προσευχής, και πάντα ανέφερε το παράδειγμα του αγίου Παλαμά, πού τον προέτρεψε ό άγιος Αντώνιος να πάη να προσευχηθεί με τους άλλους Πατέρας, όταν ήθελε να προσευχηθεί με κομποσκοίνι και μόνος. Θεωρούσε την νοερά προσευχή βραβείο υπακοής και χάρισμα όχι για όλους. Ή αποφυγή κοσμικών φροντίδων φέρνει τον νουν σε θεωρία πάντα με υπακοή· «υπακοή ζωή, παρακοή θάνατος».
Συγκινούμαι που τον ενθυμούμαι. Όταν τον γνώρισα στην Θεσσαλονίκη μέσω του σεβαστού και πολυφίλητου νυν Μητροπολίτου Βέροιας, Ναούσης και Καμπανιάς, μου φάνταζε μυθικός γίγαντας με αρχοντική ιεροπρέπεια. Μάτια σπινθηροβόλα, γέλιο μικρού παιδιού, συμπεριφορά αριστοκράτου και λόγος «αλάτι ηρτυμένος». Όταν δέθηκα στο άρ­μα του, τότε τον γνώρισα καλύτερα. Βρήκα στοργικό πάτερα με αυστηρότητα και γλυκύτητα. Βρήκα τον αδελφό, τον φίλο, το στήριγμα, την παρηγοριά, τον μεσίτη στον Θεό.
Επανέρχομαι, όμως, στην αξέχαστη μακαριά απλότητα του, που πίστευε τα πάντα και τους παντας, αυτός ό τόσο ευφυής. Απλότης μικρού παιδιού, αφέλεια μικρού παιδιού. Ή απλότης είναι μισή αγιότης, έλεγε αγιορείτης γέροντας. «Ανήρ αγαθός πιστεύει παντί ρήματι», μας έλεγε όταν τον πειράζαμε. Αλλά ό Θεός αναπαύεται σ' αυτούς, όπως και στους ταπεινούς. Αμίμητη ή υπακοή του και ή προσήλωση του στους λόγους του αειμνήστου γέροντος Διονυσίου. Αρχιερεύς της Ελλαδικής Εκκλησίας εξεπλάγη, όταν τον παρέπεμψε στον π. Διονύσιο για κάποιο ζήτημα.
Όταν σαν άνθρωποι λέγαμε καμιά κουβέντα παραπάνω, πρώτος ση­κωνόταν και έβαζε μετάνοια, παρακαλώντας να τον συγχω­ρέσουμε, επειδή πίστευε ότι ήταν ή αιτία του πειρασμού. Ξεχνιούνται αυτά; Στερούμενος στα ταξίδια Ακολουθίας, έκαμε αυτήν με το κομποσκοίνι. Δεν άφηνε χαμένο καιρό. Ή ευχή ήταν στο στόμα του. Όλο μας προέτρεπε. «Ονόματι Χριστού μάστιζε πολεμίους. Μη μετεωρίζεστε από εδώ και από εκεί. Να αιχμαλωτίζετε τον νουν σας εις το όνομα του Χριστού».
Ή ελεημοσύνη του παροιμιώδης. Φιλοξενούσε και περιέθαλπε φίλους και γνωστούς, καλογήρους και λαϊκούς. Στην ομιλία του ήταν προτρεπτικός για μετάνοια και εξομολόγη­ση και επιπλέον στους μοναχούς τόνιζε την υπακοή. Την υ­πακοή, πού γεύθηκε τους καρπούς της. Αγαπούσε το φυσικό περιβάλλον και το πρόσεχε.
Το λίγο χώμα πού είχε το αξιο­ποιούσε, και πάντα είχε και λίγα λουλούδια για τον Τίμιο Πρόδρομο. Ευχαριστιόταν πολύ στη φύση και ασχολείτο με αυτήν στο σκάψιμο, στο φύτεμα, στο κλάδεμα. Ή ζωή στη Μικραγιάννα αναγκαστικά σε' μαθαίνει πολλά πού πρέπει να κάνης μόνος σου.
Ή αγάπη του και ή ευσπλαχνία του επεκτεινόταν και στα κατοικίδια, και τα περιποιείτο το κατά δύναμιν. «Δί­καιος οικτείρει ψυχάς κτηνών αυτού», έλεγε. Εδώ αναγκά­ζομαι να αναφέρω ότι τα διάφορα ζώα πού έχουμε -εν φόβο Θεού το λέγω- όταν τα φώναζε, ερχόντουσαν κοντά του, τα χάιδευε, τα τάιζε, κάτι πού πολλές φορές αδυνατούσαμε να κάνουμε εμείς.
Τον πείραζα και τον έλεγα Γεράσιμο Ιορδανίτη και γελούσε σαν μικρό παιδί.
Φιλάσθενος στην κράση του και φιλάδελφος ήταν. Δύο γεροντάκια περιέθαλψε φυματικά με' κίνδυνο της ζωής του. Αλλά ό Θεός ήταν κοντά του και δεν τον άγγιξε ή αρρώστια. Αγαπούσε την ειρήνη και την επεδίωκε σαν μέσο α­ναβάσεως.
Υπηρέτησε με αυταπάρνηση την Σκήτη μας σαν Βιβλιοθηκάριος και Τυπικάρης. Στο διακόνημά του τυπικός και προσεκτικός, δεν φοβήθηκε καιρικές συνθήκες, χιόνι, βροχή, αέρα, διότι έπρεπε να πηγαίνει μακριά.
Ήξερε ότι υπηρετεί την Αγία Άννα. Κολλάει το μυαλό μου και όχι ή γλωσσά μου στο να σας μεταφέρω αυτά τα εξωτερικά του που γνώρισα.
Αυτά όλα που προανέφερα, αυτά που ένοιωσα, αυτά που είδα, αυτά που άκουσα «δια πολλών μαρτύρων, ταύτα παραθέτω πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και έ­τερους διδάξαι». Είναι, επαναλαμβάνω, τα εξωτερικά. Για την υπομονή του επαινέθηκε, για την υπακοή του τον ευλαβήθηκαν, για την επιμονή του τον ύψωσαν, για την αγάπη του τον αγάπησαν, για το έργο του τον τίμησαν, για την ζωή του τον προέβαλαν ως παράδειγμα. Θυμάμαι χαρακτηριστι­κά τον γέρο-Γερόντιο των Δανιηλαίων να μου λέει: «Άκου πάτερ, ό Γεράσιμος είναι ήρωας, γιατί κάθισε μόνος στην ε­ρημιά και για αυτό τον ευλόγησε ό Θεός. Αν δεν έχεις κότσια, δεν κάθεσαι.
Λοιπόν να τον σέβεσαι και να τον ακούς». Πώς να ξεχαστούν αυτά; Πώς να ξεχάσω την ώρα της Μεταλήψεως, πού έκλαιγε και έλεγε λόγια που μόνος αυτός τα καταλά­βαινε; Πώς να ξεχάσω τα δάκρυα στο κελλάκι του, που τα δικαιολογούσε με την στερεότυπη φράση, «κλαίω τις αμαρ­τίες μου»; Άραγε αυτή ήταν ή αίτια ή κάτι άλλο; Ουκ οίδα, ό Κύριος οίδε. Εγώ μόνον εξωτερικά γνωρίσματα αντιλαμ­βανόμουν.
Δυστυχώς για εμάς, ευτυχώς για εκείνον, κρατούσε μυστι­κότητα ζωής. Μετά δυσκολίας θα του έβγαζες λόγο για τον εαυτόν του, και αυτόν θα τον κάλυπτε τεχνικά να μη φανεί ότι προέρχεται από αυτόν. Εάν ενίοτε παραχωρούσε ό Θεός για να στηριχθούμε εμείς, τότε ως εκ θαύματος, έστω και μετρημένες φορές, μαθαίναμε κάτι για την ζωή του. Της χάριτος όμως τα σημεία, ουδέποτε απεκάλυψε. Ιδιοτροπία, παραξενιά, φόβος μη χάση απ' αυτά που κέρδισε; Πάντως νομίζω ότι μας αρκούσαν. Εδώ δεν κρύβω ότι στα γεράμα­τα του, ευδοκία Θεού, μας αποκάλυψε μια και μοναδική πε­ρίπτωση Θεοφανίας. Ποιος ξέρει, πώς και από που πιέστη­κε; Το μεταφέρω στην αγάπη σας.
Στα πρώτα χρόνια της εγκαταλείψεως από τον Γέροντα του, πειράχθηκε δυνατά. Λογισμοί διάφοροι και ποικίλοι τον «εκύκλωσαν ώσπερ μέλισσαι κηρίον». Ή μοναξιά συνέ­τεινε στην όλη κατάσταση και ό ίδιος ήταν μια φουρτουνια­σμένη θάλασσα. Δεν τον χωρούσε ούτε το κελλάκι του, ού­τε το εργαστήριο του. Φαγητό και νερό δεν κατέβαιναν. Ό ύπνος κόπηκε, ή διάθεση άλλαξε.
Ό πειρασμός δεν έφευγε. Μόνο καταφύγιο ή προσευχή. Μόνη ανάπαυση ό ναός του Τιμίου Προδρόμου. Μπαίνει στον ναό, γονατίζει, και με το κεφάλι κάτω κλαίει ασταμάτητα και παρακαλεί. Παρακα­λεί για το έλεος του, για την ενίσχυση του, για την παραμο­νή του, για την υπομονή του. Το ξύλινο πάτωμα μούσκευε και ή καρδιά του επιζητούσε δροσιά. Ποιος ξέρει πόσην ώρα μένει γονατιστός, κλαίγοντας. Ξαφνικά στα κλειστά δα­κρυσμένα μάτια του κάποια λάμψη περνάει, σαν αστραπή. Μια ανταύγεια. Τολμά και ανοίγει τα μάτια του και, ώ των θαυμάσιων Σου Χριστέ μου, χωρίς να σηκωθεί, αισθάνεται απέναντι του ότι υπάρχει κάτι το φωτεινό, το ηλιόλουστο, το χιονοφεγγές. Συγκεντρώνει τον εαυτό του και παρατηρεί δειλά-δειλά δυο πόδια γυμνά, ένας ολόλευκος χιτώνας.
Τα πόδια έχουν πληγές, άλλ' ό χιτώνας καθαρός. Λίγο ακόμα και αντικρίζει δύο παλάμες, δυο παλάμες με πληγές. Δεν προχωρά στο ανασήκωμα. Φτάνει έως εδώ. «Ό Κύριος μου και ό Θεός μου!» Είδον οι οφθαλμοί μου τον Σωτήρα μου. Είδα τους τύπους των ήλων, το φως της Μεταμορφώσεως με τα στίγματα της σωτηρίας μας. Τί άλλο ήθελε; Γέμισε ή ψυχή του, «ηγαλλιάσατο το πνεύμα του επί τω Θεώ τω Σωτήρι του». Ή απερίγραπτη δύναμη του σ' αυτό οφείλεται. Ή όλη του ζωή εξαρτήθηκε απ' αύτη την Θεοφάνεια. Τον αγάπησε ό Θεός και δεν τον εγκατέλειψε. Απομακρύνθηκε για δοκιμή και πάλι επέστρεψε και τον στερέωσε. Τον ήθελε, τον ήθελε Υμνογράφο Του, υπηρέτη Του και υμνητή των Αγίων Του.
Προσευχή πριν γράψει, προσευχή στο γράψιμο, προσευ­χή και μετά το γράψιμο. Βρισκόταν σε συνεχή προσευχή. Αυτή τον ανέβαζε και του κατέβαιναν νοήματα τόσα πολ­λά, πού απορούσε ποιο να πρωτοχρησιμοποιήση.
Ή χάρις του Παναγίου Πνεύματος φαινόταν, καθώς «επί τίνα επιβλέψω, άλλ' ή επί τον πραον και ησύχιον και τρέμον­τα μου τους λόγους», κατά τον Προφήτην, δια τούτο και αλλοιωνόταν ή μορφή του. Και δεν ήμουν ό μόνος πού το καταλάβαινα, ήταν και οι άλλοι, και όλοι το ομολογούσαν.
Προσηλωμένος στην καλογερική αδιάλειπτα, έκανε τον ατομικό του κανόνα· πάντα κρατούσε περίσσευμα για ώρες ανάγκης. Ό κανόνας στον μοναχό είναι ό αποταμιευόμενος θησαυρός με το μεγάλο επιτόκιο και τους ανάλογους τό­κους. Σταματά ό νους μου για άλλα. Ίσως επειδή επιμελώς απέφευγε να μιλά ό ίδιος και δεν δεχόταν να μιλούν οι άλλοι για κείνον.
Εφοβείτο πολύ το κριτήριον, λόγω του ότι ένοιωθε ότι δεν έκανε τίποτε. «Τί απολογήσομαι;» έλεγε και ξανάλεγε.
Την ώρα του κοινωνικού, πριν μεταλάβει, πάντα με δά­κρυα κατανύξεως προσευχόταν και εμείς μικροί τότε αργή­σαμε να καταλάβουμε ότι ή στιγμή της ενώσεως αυτής με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ήταν τόσο μεγάλη και φρικτή, γι' αυτό πού κοπίασε ώστε να φέρει τα ευλογημέ­να δάκρυα. Με τέτοια δάκρυα αρκετές φορές τον συναντώ στο κελλάκι του, αλλά πάντοτε με την στερεότυπη φράση, «κλαίω τις αμαρτίες μου». Άραγε αυτό ήταν; Μήπως ήταν κάτι άλλο; Μήπως έβλεπε ή άκουγε ή οσφραινόταν κάτι; Ουκ οίδα, ό Κύριος οίδε. Δυστυχώς για μας, ευτυχώς για κείνον, ήταν πολύ μυστικός. Ελαχιστότατα έβγαζε από το στό­μα του κάτι για τον εαυτόν του. Τυχαία, ίσως κατά παραχώρησιν Θεού, όπως γίνεται συνήθως, για να ενισχυθούμε.
Τους οφθαλμοφανείς πειρασμούς του τους έλεγε για δικό μας καταρτισμό. Τους μάθαμε και μας τους φύτευσε για να προσέχουμε. Αλλά της χάριτος τα σημεία, ουδέποτε τα απε­κάλυπτε. Είχε στο νου του το πατερικό πού ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, «αρετή αποκαλυπτόμενη, μοιχεία πα­ρά τω Θεώ γνωρίζεται».
Δεν γνωρίζω άλλα να πω αδελφοί μου για τον Γέροντα μου, γιατί ήταν για τον εαυτό του. Δεν έκανε όμως κακό.
Καλό προξένησε στην ψυχή του. Κέρδισε, δεν έχασε. Σε τί θα τον ωφελούσε να εξωτερικεύει τα βιώματα του; Τα ση­μεία της χάριτος είναι χειροπιαστά για λίγους και σε λίγους κατανοητά. Ήταν εσωτερικός, δεν ήταν εξωτερικός. Το πα­ράδειγμα του στην συναναστροφή μας, μας αρκούσε.
Έτσι σκεφτότανε, έτσι έκανε. Προσπαθούσε να είναι τύπος εν πάσι και το κατάφερε. Μας άφησε τρόπο ζωής, ζωής καλογερι­κής, ζωής αγιορείτικης, ζωής διακρίσεως.
Αυτό, αδελφοί και πατέρες, είναι το μοναδικό των όσων γνωρίζω. Τίποτε άλλο. Πάντως εμείς και αν δεν ακούσαμε, δεν χάσαμε. Τον είχαμε ζωντανό δάσκαλο με τα λόγια του και τα έργα του. Ή εν γένει συναναστροφή του ήταν ένα παράδειγμα για μίμηση.
Το χάρισμα, το τάλαντο το απέκτησε από μόνην αυτήν την γνήσια καλογερική αγιορείτικη ζωή. Ζωή πού δεν είχε παραθυράκια διαφυγής. Εν γνώσει του καλογέρεψε, εν γνώ­σει του παρέμεινε, εν γνώσει του απέφυγε δόξες και τιμές δελεαστικές για τον καθένα μας. Δεν άλλαξε το μοναχικό ράσο με τον σάκο του Επισκόπου, ούτε το ταπεινό εργα­στήρι του με το γραφείο του Καθηγητού Πανεπιστημίου και την αετοφωλιά του με θαυμάσιο σπίτι, ούτε την αγιορείτικη ορθόδοξη παράδοση του με αλλότρια και οθνεία δόγματα, πού σιγά-σιγά και δειλά-δειλά δυστυχώς μπαίνουν στο Άγι­ο ν Όρος.
Παρέμεινε πιστός στον αναδείξαντα αυτόν Χριστό μας και γενόμενος σκεύος του Παναγίου Πνεύματος φωτίστη­κε και έγραψε ότι έγραψε. Αν ό Γεράσιμος δεν είχε άγιο Πνεύμα, τότε ποιος είχε; Ήταν ταμειούχος της θείας χάριτος ή όχι; «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Αυτός ήταν, γι' αυτό και έγραψε και τέτοια έργα.
Θα μπορούσα να σας αναφέρω πάμπολλα για τον Γέροντα μου από ανθρώπους οι όποιοι και τον έζησαν ως προσκυνηταί στο κελί μας και συνομίλησαν μαζί του, αλλά και στις εξόδους του στον κόσμο.
Πριν κλείσω την πνευματική μου φλυαρία, χρέος θεωρώ να αναφέρω τα της τελευτής του. Ζήτησε από την Παναγία, όταν θα έλθη ή ώρα του, να μη μας κούραση αλλά και να έχει σώας τας φρένας του, τα μυαλά του. Έτσι και έγινε. Εί­κοσι λεπτά πριν κοιμηθή τον ύπνο των δικαίων, χτενίσθηκε, ξάπλωσε και μίλησε με τον γείτονα μας π. Δανιήλ των Δανιηλαίων και έκανε να ανασηκωθεί. Του έπιασα το χέρι και με κοίταξε· έγειρε στο μαξιλάρι του, ανέπνευσε τρεις φορές και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο, προσδοκώντας την ανάσταση και την κρίση πού με τόσο πόθο εσκέπτετο.
Επειδή δε ήτο πάντα άνθρωπος της ησυχίας, προφανώς θα ζήτησε να φυγή αθόρυβα χωρίς Ιδιαιτερότητες. Και αυτό εκπληρώθηκε. Όταν κοιμήθηκε, έπιασε φοβερή κακοκαιρία και χιονιάς πρωτοφανής, θαλασσοταραχή αναπάντεχη και δεν μπόρεσαν να έλθουν αυτοί πού επιθυμούσαν, φίλοι Αρ­χιερείς, ό εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχου, κλη­ρικοί και άπειροι γνωστοί λαϊκοί. Έτσι ή κηδεία του έγινε απλή, απλούστατη, καλογερική, με τους ανθρώπους πού συνέζησε. Όπως πάντα ήθελε να αποφυγή τις φασαρίες.
Σε φίλο κληρικό της Κορίνθου που εξέφρασε την επιθυμία να παρευρέθη στην κηδεία του, του είπε: «Παπά μου, δεν θα έλθεις, γιατί θα γίνει εν Σαββάτω και καιρώ χειμώνος». Ό­πως το είπε, έτσι και έγινε, και δεν ήλθε ό κληρικός.
Είναι πολλά, αξιόλογα, αληθινά και ανεπιτήδευτα. Προ­έρχονται και από επίσημα στόματα και από ταπεινά, από μικρούς και μεγάλους, από μορφωμένους και αμόρφωτους. Όλα έχουν την αξία τους, όλα την αλήθεια τους.
Προτίμησα, λοιπόν, να αναφερθώ σ' αυτά που άκουσα, που είδα, που ένοιωσα, και να σας τα μεταφέρω χωρίς ρητορίες και θεολογικούς σχεδιασμούς. Άλλωστε είμαι και ολιγογράμματος. Δόξα τω Θεώ, και συγχωρέστε με, αν παρέτεινα τον λόγο μου ή πάνω σ' αυτόν είπα κάτι που έβλαψε.
Ή χάρις της Κυρίας Θεοτόκου να σας σκέπη και οι πρεσβείες του Τιμίου Προδρόμου να σας ενισχύουν στον πνευ­ματικό σας αγώνα, δια ευχών του σεβαστού μου αγίου Γέροντος.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡ 34

ΤΟ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΟ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΟΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Ι.ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΙΣΣΟΣ ΠΗΛΙΟΥ.Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.
Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ

01 ΕΙΣΑΓΩΓΗ by APANTA ORTHODOXIAS

.
02 Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
03 Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
04 Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
05 Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
06 Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
07 Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
08 Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
09 Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
10 Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
11 Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
12 Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΑΥΓΟΥΣΤΑ by APANTA ORTHODOXIAS

.
13 Ο ΑΓΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ by APANTA ORTHODOXIAS

.

Ύμνοι Χριστουγέννων - ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


Καθηγητής Εκκ. Βυζαντινής Μουσικής - Μουσικός Πρωτοψάλτης
ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Χριστός γεννάται, δοξάσατε - KABARNOS Xristos genate, doxasate by Byzantine music

.
Η παρθένος σήμερον - KABARNOS H Parthenos simeron by Byzantine music

.
Agia nixta - " Holy Night " By Kabarnos Panos by Byzantine music

.

Περισσότερα εδώ
http://soundcloud.com/byzantine-music/tracks?page=1
.

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ Ι.ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΣΣΟ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΟΡΘΡΟΣ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΣΣΟ ΑΤΤΙΚΗΣ

Πατερικές σκέψεις για τα Χριστούγεννα


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Οι Αγιοι Οσιομάρτυρες οι εν τη μονή Νταού Πεντέλης μαρτυρήσαντες



Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες τῆς μονῆς Νταοῦ Πεντέλης μαρτύρησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ., κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ Ἀλγερινοὶ πειρατὲς λεηλατοῦσαν τὰ παράλια μέρη. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος μισοῦσε τοὺς μοναχούς, συνεννοήθηκε μὲ τοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἔβαλε στὴ μονὴ τὴν ὥρα ποὺ οἱ Πατέρες ἑόρταζαν τὴν Ἀνάσταση. Οἱ πειρατὲς κατέσφαξαν τοὺς Πατέρες, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ ἔφυγαν. Σώθηκε μόνο ἕνας ἱερέας τῆς μονῆς μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ποὺ εἶχε μεταβεῖ στὸ μετόχι Γεροτσακούλι, γιὰ νὰ τελέσει ἐκεῖ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴν μονὴ κατεστραμμένη καὶ σφαγμένους ὅλους τοὺς Πατέρες. Ὁ ἱερέας ἀφοῦ περισυνέλεξε τὰ τίμια λείψανα, τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια καὶ τιμή.

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ (1955-2009) «Ένας άγγελος έφυγε από ανάμεσα μας».

Με αύτη την φράση, την οποία πολλές φορές επανέ­λαβε ό σεβαστός Γέροντας μας π. Γεώργιος, εξέφρασε αυτό πού ένοιωθε όλη ή αδελφότητα μας αλλά και όλοι όσοι έζησαν τον π. Νικόδημο στο σύντομο χρονικό δι­άστημα πού ή αγάπη του Θεού τον άφησε κοντά μας.
Και όντως! Ό π. Νικόδημος ήταν μία αγγελική ύπαρξης, ολοκληρωτικά αφιερωμένη στον Θεό εξ απαλών ο­νύχων.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ως κύριο έργο τους την ακατάπαυστο δοξολογία του Θεού, έτσι και ό π. Νικό­δημος. Λάτρευε από μικράς ηλικίας τον Άγιο Θεό με όλη την ψυχή του και την καρδία του και Τον δόξαζε με έργα και λόγους.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι αγαπούν και λατρεύουν με όλη την ύπαρξη τους τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, εξ ου
«πασά δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον» για όλη την κτίσι, γι` αυτό και υπακούουν αδιακρίτως στο θέ­λημα Του, και το όνομα του Θεού αποτελεί γι' αυτούς υπόθεση απέραντου χαράς και ευφροσύνης, έτσι και ό π. Νικόδημος. Λάτρευε με όλο του το είναι τον Θεό, το όνομα Του είχε συνεχώς στο στόμα και την καρδιά του και μέχρι τελευταίας του αναπνοής ένα μόνο ζητούσε, πώς θα εκτελεί το θέλημα του Θεού εν πάση πληρότητι και τελειότητα Και επειδή γνώριζε εκ πείρας ότι εκ­φραστής του θείου θελήματος για τον υποτακτικό είναι ό Γέροντας του και ότι κάθε ευλογία του Θεού έρχεται στον υποτακτικό μέσω του Γέροντος του, υπεραγαπού­σε τον Γέροντα. Το όνομα του Γέροντος ήταν πάντοτε στην καρδιά και τα χείλη του π. Νικόδημου και το θέλη­μα του Γέροντος απαρέγκλιτος κανών για την ζωή του. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Χριστέ μου, θέλω να σε απο­λαύσω. Όμως δεν θέλω να σε απολαύσω άμεσα, επειδή δεν είμαι άξιος γι' αυτό, αλλά μέσω του Γέροντος μου. Βλέποντας τον Γέροντα, θέλω να βλέπω Εσένα. Ακούοντας την φωνή του Γέροντος, θέλω να ακούω την δική Σου φωνή. Το θέλημα του Γέροντος να είναι για μένα το θέλημα Σου». Είχε απόλυτη εφαρμογή για τον π. Νικό­δημο αυτό πού αναφέρει ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον λόγο του «περί υπακοής», όπου περιγράφει την θαυμαστή ζωή των μοναχών ενός κοινοβίου: «Εσωτερι­κά, στα βάθη της ψυχής τους ανέπνεαν σαν άκακα νή­πια τον Θεόν και τον Γέροντα» . Ή υπακοή του π. Νικόδημου στο θέλημα του Θεού ήταν μαρτυρική. Όλη ή ζωή του ήταν ένα ατελείωτο μαρτύριο, το όποιο όμως υπέμεινε αγόγγυστα, με χαρά και αισιοδοξία αξιοθαύμαστη, δοξάζοντας τον Θεό. Γι αυτό και πήρε πολλή Χάρι από τον Θεό.
Ή σχέσις του π. Νικόδημου με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν ήταν συμφεροντολογική. Δεν διάλεξε τον Χριστό, για να πέραση καλά στην παρούσα ζωή. Αγάπησε την σταυρό του Χριστού, γι αυτό και αξιώθηκε και της αναστάσεως Του. Αποδέχθηκε ολοκαρδίως τον λόγο του Χριστού: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ' 24). Γι αυτό και έλαβε την παρά του Θεού ενίσχυση στα μακρά και επίπονα αγωνίσματα της υπομονής: «Εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ίωαν. ιστ' 33).
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό, έτσι και ό π. Νικόδημος. Ή αδιάκριτος υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως του το εξέφραζε ό Γέροντας του, πού για τον π. Νικόδημο ήταν ένα συνεχές πέρασμα μέσα από τον πόνο και το μαρτύριο, αυτό απέδειξε. Την αμετακίνητη εμπιστοσύ­νη του και πίστη του στον Θεό και στον Γέροντα του, στο πρόσωπο του οποίου, όπως προείπαμε, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό. Όπως γνώρισμα των αγίων Αγγέλων είναι ή τελεία καθαρότης, ή παρθενία και ή αγιότης, έτσι και ό π. Νι­κόδημος, αν και αναγκάσθηκε να ζήση μεγάλο μέρος της ζωής του εν μέσω του κόσμου, διατήρησε το σώμα και την ψυχή του καθαρά και παρθένα έως και ψιλού λογισμού, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Πα­λαμά: «ακριβής παρθενία ή προς πάσαν κακίαν ασυνδύαστος γνώμη» (Εις τον Ευαγγελιστήν Ιωάννη ν, 3). Γι` αυτό και εξομολογείτο συνεχώς, ακόμη και τον πα­ραμικρό λογισμό πού πήγαινε να τον χωρίσει από τον Θεό, τον Γέροντα ή τους αδελφούς του. Ή συνείδησίς του ήταν λεπτότατη. Αμέσως συνελάμβανε κάθε τι το αντίθεο, το όποιο αμέσως εξομολογείτο.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. α' 14), έτσι και ό π. Νικόδη­μος κατεφλεγετο από άνείκαστο πόθο να ευεργέτη τους άλλους και να κερδίζη ψυχές προς σωτηρίαν. Έλεγε: «Χριστέ μου, θέλω με ότι συμβαίνει στην ζωή μου να δοξάζεται το Πανάγιο σου Όνομα, να ωφελούνται οι αδελφοί μου και εγώ να σώζωμαι».
Για τον π. Νικόδημο ό εαυτός του ήταν πάντοτε σε δεύτερη μοίρα. Πρώτα έπρεπε να αναπαυθούν οι άλλοι. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό την μεγάλη αγάπη με την οποία διακόνησε τους αδελφούς του, μοναχούς και λαϊ­κούς, όσο καιρό ήταν στο μοναστήρι, τακτοποιώντας με υπερβολική σχολαστικότητα τα του διακονήματός του, στο όποιο παρέμενε ατελείωτες ώρες, και υπηρετώντας όλους με αυτοθυσία, είτε ως παραηγουμενιάρης είτε ως αρχοντάρης είτε ως γηροκόμος είτε ως διακονητής οποι­ουδήποτε αλλού διακονήματός. Τίποτε δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Χαρά του ήταν να χαίρωνται και να ωφελούνται οι άλλοι. Από τα χέρια του πέρασαν πολλά υλικά αντικείμενα και χρήματα, γιατί οι άνθρωποι τον αγαπούσαν και του τα εμπιστεύονταν. Όμως όλα τα χρησιμοποιούσε για να δίνη χαρά στους άλλους. «Για να χαρούν», όπως πολύ χαρακτηριστικά έλεγε: «Έδωσα στον τάδε το τάδε αντικείμενο για να χάρη» ή «του έψαλα το τάδε τροπάριο για να χάρη».
Όμως εκεί πού δαπάνησε απλόχερα τον εαυτό του ήταν στο να παρήγορη ατελείωτες ώρες τους απελπισμέ­νους, να χαροποιοί τους λυπημένους, να γλυτώνει από τα νύχια του νοητού δράκοντος τους πλανεμένους, να οδηγεί στην πνευματική ζωή τους απομακρυσμένους από τον Χριστό και την σωτηρία, να ειρηνεύει τους ταρα­γμένους και να προσπαθεί να λυτρώνει από την σύγχυση των λογισμών και των παθών τους συγχυσμένους αν­θρώπους της εποχής μας. Ή μεγάλη κοσμοσυρροή κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, πού τελέσθηκε στην ιδιαίτε­ρη πατρίδα του, τον Πειραιά, καθώς και οι αυθόρμητες εκδηλώσεις ακόμη και αγνώστων ανθρώπων πού έτυχε να γευθούν τα γλυκύτατα και παρηγορητικά του λόγια, αποτελούν έκφραση της μεγάλης αγάπης πού ό λαός του Θεού, και μάλιστα της ιδιαιτέρας του πατρίδος, έτρεφε προς τον π. Νικόδημο, χάριν της ιδικής του αγάπης και ουσιαστικής προσφοράς του προς αυτόν.
Τί να πούμε για την θεομίμητη ταπείνωση του; Ήταν από τους αρχαιότερους μονάχους της Μονής μας. Ήταν καθαρότατος ψυχή και σώματι και υπεράξιος για την ιεροσύνη. Ό πόθος του για τον Θεό ανείκαστος και για την αγία ιεροσύνη ανείπωτος. Γι` αυτό εξ αλλού τελεί­ωσε και την Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή. Όμως όταν ό Γέροντας του ανακοίνωσε ότι δεν θα τον προώθηση στην ιεροσύνη, αποδέχθηκε αναντίρρητα την απόφαση του αυτή. Ήρχοντο νεώτεροι του στην Μονή και εγίνοντο ιερείς. Και ό π. Νικόδημος ούτε ζήλευε, ούτε φθονούσε γι' αυτό. Απεναντίας εχαίρετο με τους νέους ιερείς και εξέφραζε τον πόθο του προς την αγία ιεροσύνη με την βαθειά τιμή και τον σεβασμό που απέδιδε σε αυτούς. Μας έλεγε τελευταία ό σεβαστός Γέροντας μας: «Αναρωτιόμουν πώς ό π. Νικόδημος διατηρούσε αδιά­λειπτα την μνήμη του Θεού μέσα του». Και βρήκα την απάντηση: «Διότι είχε πάντοτε βαθειά ταπείνωση».
Οι άγιοι Άγγελοι ως ασώματοι δεν έχουν ανάγκη πραγμάτων και υπαρχόντων, αλλά και ό π. Νικόδημος δεν θησαύρισε ποτέ θησαυρούς επί της γης, «οπού σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι» (Ματθ. στ' 19), αλλά «εν ουρανώ», διαμοιράζοντας, όπως προείπαμε, όλα όσα περνούσαν από τα χέρια του στους άλλους.
Ό π. Νικόδημος -κατά κόσμον Ιωάννης Κάντζας-γεννήθηκε στον Πειραιά από απλούς, ευλαβείς και ενά­ρετους γονείς, τον Χρήστο και την Χρυσούλα, το 1955. Είχε ακόμη ένα αδελφό, νεώτερο, τον Παρασκευά, ό όποιος κρίμασιν οις οιδε Κύριος εφονεύθη σε τροχαίο δυστύχημα παραμονές του γάμου του σε ηλικία μόλις 25 ετών.
Ό π, Νικόδημος από πολύ μικρή ηλικία πόθησε την αγγελική ζωή των μοναχών. Ήταν εκ κοιλίας μητρός αφορισμένος για να αφιερωθεί στην λατρεία του Θεού. Γνώρισε τον σεβαστό Γέροντα μας στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Άρμα Χαλκίδος το 1972, όταν ό Γέ­ροντας ήταν ηγούμενος σ' αυτήν. Από νεαρής ηλικίας διεκρίνετο για την ευλάβεια του, τον Θείο του ερωτά, την αγνότητα του, την σοβαρότητα του, την πίστη του στον Θεό, την δοξολογική του στάση απέναντι Του, την ταπείνωση του, την υπομονή του στις θλίψεις, την ανυ­πόκριτη αγάπη του προς όλους.
Ευρισκόμενος ήδη στην επιθανάτιο κλίνη εκμυστηρεύθηκε σε κάποιο αδελφό: «Από μικρό παιδί πολύ α­γάπησα τον Θεό. Ζήλευα τους αγίους Μάρτυρας και τους παρακαλούσα: "Άγιοι Μάρτυρες, σας παρακαλώ, δώστε μου μία σταγονίτσα από την αγάπη σας προς τον Χριστό"». Και συνέχισε: «Αδελφέ μου, ειλικρινά σου λέω. Αυτό που τότε ζητούσα, τώρα το γεύομαι». Και μετά από λίγο πρόσθεσε: «Δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο του Αποστόλου "ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός". Ειλικρινά σου λέγω, αδελφέ μου, τώρα τον ζω». Έλεγε τα λόγια αυτά λίγο πριν την κοίμηση του, ενώ έφερε στο σώμα του τα στίγματα των παθημά­των που υπέμεινε από αγάπη προς τον Χριστό και τον πλησίον. Θα μπορούσαμε να διαβεβαιώσουμε ότι ό π. Νι­κόδημος ξεπλήρωσε με κάθε δυνατή τελειότητα την εν­τολή του Χριστού «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου... και τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Μαρκ. ιβ' 30-31). Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που αξιώθηκε να λαβή μικρή γεύση από αυτά που οι Άγιοι έζησαν, εφ' όσον και ό π. Νικόδημος ακολούθησε το παράδειγμα των.
Τον ενθυμείται ό Γέροντας μας, όταν τον πρωτογνώρισε στον Άγιο Γεώργιο της Χαλκίδος, ως ένα ευλα­βέστατο νέο, που στέκετε πλησίον κάποιου κίονος του ναού, όλον στραμμένο στον εαυτό του και προσευχόμενο μετά δακρύων και κατανύξεως, που προεδήλωνε έτσι πριν από την έναρξη των μοναχικών αγωνισμάτων του την μετέπειτα θαυμαστή βιωτή του.
Όταν συνέβη το θλιβερό γεγονός του τραγικού θα­νάτου του αδελφού του, ό π. Νικόδημος ήταν ήδη μονα­χός στο Άγιον Όρος. Πληροφορήθηκε το λυπηρό άκου­σμα με πολλή ηρεμία. Πόνεσε βαθύτατα μεν αλλά δεν άφησε τον εαυτό του να σκεφτεί, να ειπεί ή να πράξη κάτι ανάρμοστο. Έφυγε εσπευσμένα από το Άγιον Ό­ρος για να παρευρέθη στην κηδεία. Κατά την διάρκεια της νεκρώσιμου Ακολουθίας στέκετε πλησίον του νε­κρού, σύννους, εκστατικός και μετά δακρύων. Όταν αργότερα ερωτήθηκε τί σκάπτετε την ώρα εκείνη, αυ­τός απήντησε: «Μελετούσα και θαύμαζα τα μεγαλεία του Θεού». Ιδού τεκμήριο ψυχής θεοφιλούς, που ζή και αναπνέει μόνο για τον Θεό και την δόξα Του! Ευρισκό­μενος προ του κεκοιμημένου φίλτατου αδελφού του δεν λυγίζετε τα βλεπόμενα λυπηρά, αλλά κινείτο προς δοξολογία του Θεού για τα μη βλεπόμενα αγαθά της βα­σιλείας Του, στα όποια μετέβαινε ό αδελφός του.
Όμως ό απροσδόκητος θάνατος του αδελφού του βύθισε σε ανέκφραστο πένθος την οικογένεια του. Ό πατέρας του, μη υποφέροντας το τραγικό γεγονός, πολύ σύντομα εγκατέλειψε την παρούσα ζωή προσβεβλημέ­νος από βαρεία και ανίατο νόσο.
Όταν ή συνοδεία του Γέροντος μεταφυτεύθηκε από τον Άγιο Γεώργιο Άρμα Χαλκίδος στο Άγιον Όρος, το καλοκαίρι του 1974, ως ένας εξ αυτών και ό π. Νικόδη­μος ευρέθη στο Άγιον Όρος. Πιστός τηρητής των επι­ταγών των Αγίων Πατέρων σκέφθηκε ότι δεν θα μπο­ρούσε να ξαναβγεί από το Άγιον Όρος. Γι αυτό και δεν κατανοούσε πώς θα ήταν δυνατόν να βοηθή τους άλλους, με έργα και λόγους, πόθος που όπως προείπαμε κατέφλεγε από μικρας ηλικίας την ψυχή του. Όμως ό Άγιος Θεός δεν άφησε ανεκπλήρωτη ούτε την επιθυμία του αυτή.
Μετά την κοίμηση του αδελφού του και του πατέρα του έμεινε μόνη και απροστάτευτη ανθρωπίνως ή μητέ­ρα του, κ. Χρυσούλα, και μάλιστα με πολλά και σοβα­ρά προβλήματα υγείας, χωρίς κάποιον συγγενή που θα μπορούσε να την φροντίζει. Ό σεβαστός Γέροντας μας, που αγαπά όχι μόνον τα πνευματικά του τέκνα αλλά και τους γονείς των, που τα προσέφεραν στον Χριστό και την Παναγία, φροντίζοντας και για την κ. Χρυσού­λα, απέστειλε τον π, Νικόδημο στην πατρίδα του, τον Πειραιά, για να της συμπαρασταθεί. Βέβαια ό συμφυρμός του μονάχου με τον κόσμο, και μάλιστα για μακρό χρονικό διάστημα, είναι πράγμα πολύ επικίνδυνο. Στην περίπτωση όμως του π. Νικόδημου ό Γέροντας μας δεν δίστασε να τον στείλει εν μέσω των θορύβων του κό­σμου, εμπιστευόμενος βέβαια στην πανσθενουργό θεία Χάρι αλλά και στην υψηλή πνευματική κατάστασι του π. Νικόδημου, ή οποία ήταν θεμελιωμένη στην ακρά­δαντη βάσι της πίστεως στον Θεό και της εμπιστοσύνης στον Γέροντα, Και δεν αστόχησε στην απόφαση του αυ­τή. Συγχρόνως όμως και ό π. Νικόδημος έβλεπε πίσω από την απόφαση αυτή του Γέροντος το σχέδιο της α­γάπης του Θεού αλλά και την θεία νεύσι στην θεοφιλή επιθυμία του να συμπαρίσταται στους χειμαζόμενους αδελφούς του εκ του κόσμου, τους καταπονούμενους από τους ποικίλους πειρασμούς και τα βάσανα.
Επί μία δεκαετία -μέχρι την κοίμηση της- παρέμεινε ό π. Νικόδημος κοντά στην μητέρα του, υπηρετώντας
την με αυτοθυσία και αυταπάρνηση και έχοντας συνείδηση ότι ή υπακοή του αυτή είναι ή λογική συνέχεια της υπακοής του στον Γέροντα του και την αδελφότητα του, συμφώνως προς τις μοναχικές του υποσχέσεις κατά την Ακολουθία της κούρας του Μεγάλου και Αγγελι­κού Σχήματος. Διότι δεν εξήλθε αυτεξουσίους στον κό­σμο άλλ' εξ υπακοής.
Και πράγματι, ό π. Νικόδημος έζησε με κάθε ακρί­βεια, πληρότητα και τελειότητα την μοναχική ζωή εν μέσω Πειραιεί. Ξεπέρασε όλους εμάς, που κατά το δι­άστημα αυτό δεν απομακρυνθήκαμε καθόλου από την Μονή μας. Έκανε πολύ καθαρότερη και ακριβέστερη υπακοή από εμάς, πού ήμασταν συνεχώς κάτω από την σκέπη του Γέροντος. Ό π. Νικόδημος, συμφώνως και προς την μαρτυρία πολλών, λαϊκών και μοναχών, ανέπνεε, ζούσε και ενεργούσε κάθε τι έχοντας συνεχώς το όνομα και τις εντολές του Γέροντος στο στόμα και την καρδιά του. Γι αυτό και ευλογήθηκε πολύ από τον θεό. Διατήρησε καθαρότητα ψυχής πολύ ανώτερη από όλους εμάς, πού δεν αντικρίσαμε κάτι από την ματαιότητα του κόσμου ευρισκόμενοι διαρκώς μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας μας. Και αξιώθηκε πολλών χαρισμάτων από τον Θεό, της υπομονής, της καρδιακής χαράς, της ατελεύτητου δοξολογίας του Θεού, του παρηγορητικού λόγου προς τους τεθλιμμένους, της αγάπης προς όλους, λόγω της καθαρότητας του αυτής, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε' 8). Αυτά είναι τα θαυμαστά έργα πού επιτελεί ή Χάρις του Θεού, όταν βρει ανθρώ­πους άξιους Εαυτού και δεκτικούς των θείων επιλάμψεων.
Όσο καιρό παρέμεινε στον Πειραιά, δεν έπαυσε να ευεργέτη τον λαό του Θεού με το παράδειγμα του, τα έργα του και τους λόγους του. Τα λόγια του ήταν πάν­τοτε θεοφιλή. Ποτέ δεν αργολογούσε ούτε αστειευόταν. Μιλούσε ατελείωτες ώρες, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνι­κά, χωρίς όμως ποτέ να εκστομίζει πράγματα μάταια η ψυχοβλαβή. Μοναδικός σκοπός του ήταν πάντοτε ή ω­φέλεια του πλησίον. Αγαπούσε όλους ως γνησίους αδελ­φούς του. Μέχρι τα τελευταία του, αν και ή δύσπνοια τον δυσκόλευε να ομιλεί ελεύθερα, δεν σταμάτησε να διδάσκει, να παρήγορη και να ενισχύει τους άλλους.
Δεν υστέρησε όμως καθόλου και στην έμπρακτη ελε­ημοσύνη αυτών πού είχαν ανάγκη. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να επαναλάβουμε και για τον π. Νικόδημο τον ψαλμικό λόγο: «σκόρπισε, έδωκε τοις πένησιν ή δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. ρια' 9). Πέρασαν από τα χέρια του πολλά πρά­γματα αξίας αλλά και χρήματα πού του εμπιστεύονταν ευλαβείς Χριστιανοί. Την ίδια στιγμή όμως τα χάριζε απλόχερα σε όσους ή αγαπώσα καρδία του έκρινε ότι τα είχαν ανάγκη.
Όταν μετά την κοίμηση της μητέρας του ευρέθη και πάλι για λίγο στο Μοναστήρι μας, συμπεριφερόταν σαν
να μη είχε λείψει καθόλου από την Μονή, αποδεικνύον­τας έτσι ότι ουδέποτε απομακρύνθηκε από Αυτήν νοε­ρά και καρδιακά.
Ή μακρά ενασχόλησης του με τα προβλήματα της υ­γείας της μητέρας του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με κάποια προβλήματα της δικής του υγείας, των οποίων ή σοβαρότης από λάθος εκτίμηση των ιατρών δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν όμως μετά την κοίμηση της μητέ­ρας του θέλησε να ασχοληθεί πιο προσεκτικά με αυτά, διεγνώσθη βαρεία καρδιακή ανεπάρκεια τελικού στα­δίου. Ανθρωπίνως ή μόνη δυνατή θεραπεία πού υπήρχε ήταν ή μεταμόσχευσης καρδίας. Όμως παρά τις επανειλημμένες προτάσεις των ιατρών μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του, δεν δέχθηκε να μεταμοσχευθεί. Αγαπούσε και εχαίρετο την ζωή. Με πολύ μεγάλη σχολα­στικότητα τηρούσε τις οδηγίες των ιατρών, θεωρώντας την αμέλεια ως έφάμαρτη κατά τον αποστολικό λόγο: «ουκ οίδατε ότι ναός θεού έστε και το πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ό Θεός» (Α' Κορ. γ' 16). Έλεγε χαρακτηριστι­κά: «θέλω να ζήσω. Βάλτε μου την τεχνητή καρδιά ή ότι άλλο τεχνικό μέσο διαθέτει ή επιστήμη. Όμως ποτέ δεν πρόκειται να δεχθώ μία καρδιά πού θα προέρχεται από ένα "εγκεφαλικά νεκρό", ό όποιος για μένα δεν είναι νεκρός αλλά ζών και βαρύτατα πάσχων ασθενής». Την πεποίθηση του αυτή, την οποία πολλές φορές είχε υπερασπιστή στο παρελθόν, πριν ακόμη εμφανιστή το πρόβλημα της υγείας του, υπεστήριξε και τώρα με από­λυτη ειρήνη και σταθερότητα αλλά και με το παράδει­γμα του.
Ό π. Νικόδημος αισθανόταν το «Ώνάσειο Καρδιοχει­ρουργικό Κέντρο» σαν «δεύτερο μοναστήρι του», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Αγαπούσε όλους τους εργαζο­μένους στο Ίδρυμα, ιατρούς, νοσηλευτικό και υπηρε­τικό προσωπικό, αλλά και πολύ ήγαπατο από αυτούς. Βοηθήθηκε πολύ από όλους, και μάλιστα από τον κ. Γ. Α., που τον θεωρούσε κατ' εξοχήν ιατρό του, άριστο επιστήμονα, ανιδιοτελή, γεμάτο από αγάπη για όλους τους ασθενείς του και όλως ιδιαιτέρως για τον π. Νικό­δημο. Ό συγκεκριμένος ιατρός αγωνίσθηκε με όλες τις δυνάμεις του να παρατείνει την ζωή του π. Νικόδημου, ελπίζοντας και σε κάποιο νεώτερο επίτευγμα της επι­στήμης, «προκειμένου να συνέχιση την υψηλή αποστο­λή του», όπως έλεγε, επειδή έβλεπε την μεγάλη βοήθεια που ελάμβαναν όσοι τον πλησίαζαν. Παρετάθη μάλι­στα ή ζωή του π. Νικόδημου με την θεία βοήθεια και χάρις στις προσπάθειες των ιατρών πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπαν τα κατά καιρούς δημοσιευόμενα στα επιστημονικά περιοδικά πορίσματα της επιστήμης.
Όμως και ό π. Νικόδημος παραμένοντας στο «Ώνάσειο» βοήθησε πολύ με την Χάρι του Θεού και τους ασθενείς και τους συνοδούς των και το νοσηλευτικό προσωπικό του. Ή υπερβάλλουσα αγάπη του π. Νικό­δημου για τον Θεό ξεχείλιζε ως ποταμός με γλυκύρροα νάματα και αγκάλιαζε κάθε εικόνα του Θεού πού τον πλησίαζε. Δεν υπήρχε ψυχή πονεμένη, λυπημένη, ταρα­γμένη, συγχυσμένη, που να έφυγε από κοντά του χωρίς να λαβή βάλσαμο, παρηγοριά και ανάπαυση. Ήταν πολύ συνηθισμένη στα χείλη του ή φράσις: «Να χαίρεσαι! Να χαίρεσαι!» που απηύθυνε προς όλους. Αναφέρουμε σαν παράδειγμα την περίπτωση μιας ευλαβούς νοσηλεύτρι­ας, πού κάποια Μ. Παρασκευή ήταν υποχρεωμένη να μείνει στο Νοσοκομείο λόγω υπηρεσίας. Ήταν πολύ λυ­πημένη πού δεν θα μπορούσε να εκκλησιασθεί. Ό π. Νι­κόδημος, νοσηλευόμενος τότε και αυτός, κατόρθωσε με τους θεοπρεπείς του λόγους να την ενίσχυση και να την χαροποίηση, τονίζοντας της την αλήθεια ότι ό Χριστός ήταν γι` αυτήν πολύ περισσότερο εκεί στο Νοσοκομείο, στα πρόσωπα των ασθενών πού υπηρετούσε, από ότι ήταν στην Εκκλησία.
Το έργο του αυτό δεν το σταμάτησε μέχρι το τέ­λος. Ό ίδιος πέθαινε, εφ' όσον δεν εδέχετο την μεταμόσχευση, και ζωοποιούσε τους άλλους. Αν και εύρισκετο στην κλίνη της ασθενείας, δεν έπαυε να δίνη χαρά και ανακούφιση στους γύρω του. Χαρακτηριστικό πα­ράδειγμα ή ουσιαστική συμπαράσταση του με ευλογίες των ευλαβών Χριστιανών και με οικονομίες του στον αγαπητό αδελφό Ιωάννη, ευλογημένο λαϊκό αδελφό, πού με αυτοθυσία του συμπαραστάθηκε σε όλες τις δύσκολες ώρες του μέχρι τέλους.
Ή ασθένεια του π. Νικόδημου ήταν πολύ βασανιστι­κή, λόγω της μεγάλης δύσπνοιας ακόμη και εν ηρεμία, που δεν του επέτρεπε ούτε και τον ύπνο. Παρά την τα­λαιπωρία, τις αϋπνίες και την σαφή γνώσι ότι ό θάνα­τος πλησιάζει, βασίλευε μονίμως στην ψυχή του ή θεϊ­κή χαρά, της οποίας έκανε κοινωνούς όλους όσους τον προσέγγιζαν. Τον τελευταίο καιρό τραγουδούσε πολύ συχνά με πολλή χάρι ένα τραγουδάκι, εκφραστικό των βιωμάτων του: «Όμορφη μικρή βαρκούλα, για που έβα­λες πανί, έχει θάλασσα κι αγέρα, δεν φοβάσαι μοναχή; Μη με βλέπετε μικρούλα κι αραγμένη στο γιαλό, τ' όνο­μα μου είναι πίστης και τα κύματα' αψηφώ...». "Ομιλώντας τηλεφωνικώς με ένα αδελφό στην Μονή, του έψαλε με την γλυκεία φωνή του τον Αναστάσιμο Κανόνα, πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί...». "Έψαλε όλη την α' ωδή μαζί με τα τρία ακροτελεύτια «Χριστός Ανέστη» και το «Αναστάς ό Ιησούς από του τάφου». Εάν ό αδελφός δεν τον διέ­κοπτε, θα συνέχιζε και τις υπόλοιπες ωδές του Κανόνος.
Ό Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Αγαθόνικος ευρέθη στο «Ώνάσειο», για να συμπαρασταθεί στην εγχείρηση της ευλαβέστατης αδελφής του, τότε που και ό π. Νικόδημος νοσηλεύετε εκεί. Ή συνάντησης του Σεβασμιότατου με τον π. Νικόδημο ήταν αφορμή με­γάλης χαράς για τον π. Νικόδημο αλλά και για τον ά­γιο Κίτρους. Ερχόταν καθημερινώς για την αδελφή του, αλλά παρέμενε πολλή ώρα στον θάλαμο του π. Νικοδήμου ρουφώντας κυριολεκτικά τα λόγια του. Έβλεπε κανείς τότε ένα παράδοξο πράγμα: Ό Αρχιερεύς να ακούει σιωπηλός ομιλούντα ένα απλό μοναχό. Απόδειξης της αγιότητας του Σεβασμιότατου αλλά και της χαριτω­μένης ψυχής του π. Νικόδημου. Αυτό βέβαια δεν είναι αφύσικο, εφ' όσον μόνον οι άγιοι καταλαβαίνουν τους αγίους. Αργότερα έλεγε ό Αρχιερεύς προς τους παρευ­ρισκομένους: «Το πρόσωπο του -του π. Νικόδημου- εί­ναι σαν του Χριστούλη», μαρτυρία που επιβεβαίωναν και πολλοί άλλοι.
Τον π. Νικόδημο επισκέφθηκε στο «Ώνάσειο» και ό επίσκοπος της ιδιαιτέρας του πατρίδος, ό Μητροπο­λίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Πολύ χάρηκε, ενισχύθηκε και παρηγορήθηκε από την επίσκεψι αυτή. Συγχρόνως βρήκε την ευκαιρία να έκφραση την ευγνωμοσύνη του στον Σεβασμιότατο για το πολυσχιδές ποιμαντικό έργο του στην Επαρχία του και να τον ενθαρρύνει στους πεπαρρησιασμένους υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά του Οικουμενισμού αγώνας του.
Όμως πολύ σύντομα ό π. Νικόδημος καθηλώθηκε στην επιθανάτιο κλίνη με πολύ ισχυρούς πόνους και βαρεία δύσπνοια. Όμως ή θεολόγος γλώσσα του δεν έ­παυε να κελαηδή ύμνους και δοξολογίες στον Θεό. Έ­λεγε με φωνή σβησμένη και συνεχώς διακοπτόμενη από την δύσπνοια: «Με ερωτούν: "Γιατί π. Νικόδημε όλες οι συμφορές σε σένα; Θάνατος του αδελφού, του πατέρα, βαρεία ασθένεια της μητέρας, απομάκρυνσης από την αγαπημένη σου Μονή, βαρεία και ανίατη ασθένεια;" Και εγώ τους απαντώ: "Γιατί πολύ με αγαπά ό Χριστός. Και εγώ πολύ" Τον αγαπώ. Πολύ Τον αγαπώ"» και συνέχισε κλαίων με τα δάκρυα ίου θείου έρωτος. Λίγο αργότε­ρα πάλι έλεγε: «Μέσα από τον βυθό της πολυκύμαντης ζωής μου αισθάνομαι χαρά, ειρήνη, δοξολογία, ευχα­ριστία, ευγνωμοσύνη, τον Χριστό. Τώρα χαίρω εν τοις παθήμασί μου». Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του π. Νικόδημου. Μετά από λίγο ή τρισευλογημένη και χα­ριτωμένη καρδιά του π. Νικόδημου έπαυσε να πάλλη.
Ό θάλαμος του γέμισε από το προσωπικό του Νο­σοκομείου. Όλοι έτρεξαν για να διαδηλώσουν με τον τρόπο τους τον θαυμασμό και την εκτίμηση τους προς τον ταπεινό μοναχό π. Νικόδημο, τον άνθρωπο του Θεού που έθεσε ως στόχο της ζωής του όχι το ίδιον όφελος αλλά την δόξα του Θεού και την ανάπαυση του αδελφού, τον άνθρωπο που παρά τις μεγάλες δοκιμα­σίες του δεν έπαυσε ουδέ επί στιγμήν να δοξολογεί τον Θεό, τον άνθρωπο της ακράδαντου πίστεως και ελπίδος στον Θεό, που εστάλη από τον Θεό κατά τις πονηρές ήμερες μας για να μας δείξει με το παράδειγμα του την οδό του αγιασμού και της σωτηρίας. Γι` αυτό δεν είναι παράδοξο ότι ομολογήθηκε από τους θεράποντες του ότι «δεν πέρασε άλλος άρρωστος από το Ώνάσειο σαν τον Νικόδημο». Και ό αγαπητός του ιατρός, κ. Γ. Α., με­τά την Αγρυπνία-κηδεία που ετελέσθη στον Ί. Ναό της Υπαπαντής του Πειραιά εξέφρασε την θερμή επιθυμία να συγκεντρώνονται από καιρού εις καιρόν όσοι γνώρισαν τον π. Νικόδημο, για να τον θυμούνται και να α­νανεώνουν μέσα τους όλα αυτά που έζησαν κοντά του. Ό ίδιος σε άλλη στιγμή είχε πει: «Πολύ μου μιλά στην καρδιά αυτός ό άνθρωπος».
Μετά την νυκτερινή ακολουθία στον Πειραιά το σκή­νωμα του μετεφέρθη στην Ιερά Μονή μας, όπου επανελήφθη ή νεκρώσιμος Ακολουθία.
Το σκήνωμα του π. Νικόδημου εναπετέθη στο κοι­μητήριο της Μονής προσδοκώντας «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» ή δε ψυχή του χαίρε­ται και αγάλλεται «εν χώρα ζώντων» και «εν σκηναίς δικαίων», ένθα καταλάμπει το φως του Χριστού, τον όποιο θερμώς εξ όλης ψυχής και καρδίας αγάπησε.
Αιωνία σου ή μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ ημών π. Νικόδημε!
Ι. Δ. Γ.

ΒΙΒΛ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ

ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ

-Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-

Ανακοίνωση

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.

Σας ενημερώνουμε ότι με την βοήθεια του Θεού και των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΑΘΩΣ ο δεύτερος αφιερωματικός τόμος για την Θεοτόκο με τον τίτλο
-Η ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΑΣΣΑ , Μεσίτις πρός Θεόν
(Φανερώσεις και θαύματα της Θεοτόκου) των εκπαιδευτικών και Φίλων της Ιεραποστολής στην Ινδονησία: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου και της πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη (Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε πρίν δύο χρόνια και έχει τον τίτλο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ).

Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτας κ.κ.Ιγνάτιος και είναι αφιερωμένο «στην μνήμη του Ιωάννου Χρυσοστόμου Manalu ,του 14χρονου Ινδονήσιου ορθόδοξου Ιεραποστόλου,ο οποίος από την Κυριακή 17 Μαίου 2009 υπηρετεί ως διακονητής στο Ουράνιο Θυσιαστήριο και βρίσκεται στην αγκαλιά της Μητέρας Παναγίας στην Θριαμβεύουσα Εκκλησία».

Τα έσοδα από τα συγγραφικά δικαιώματα του βιβλίου θα διατεθούνν για την ενίσχυση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην Ινδονησία.

Τα θέματα που αναπτύσσονται στα τέσσερα μέρη του βιβλίου είναι.

Κεφάλαιο Α.
Πτυχές του Μεσιτευτικού έργου της Θεομήτορος

Κεφάλαιο Β'
Εμφανίσεις της Παναγίας.Διηγήσεις απο τα Συναξάρια των Αγίων

Κεφάλαιο Γ.
Άλλες εμφανίσεις της Θεοτόκου .Διηγήσεις από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Κεφάλαιο Δ.
Σύγχρονες Θαυματουργικές εμφανίσεις της Θεοτόκου.

Τό βιβλίο είναι εμπλουτισμένο καί μέ τήν γραφίδα μεγάλων Πνευματικών μορφών τῆς Ἐκκλησίας μας ,ὥστε ἄγνωστα κείμενα νά γίνουν προσιτά στό χριστεπώνυμο πλήρωμα .Ἔτσι στό βιβλίο ὑπάρχουν κείμενα των: Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως -Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου-Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού-Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου -Γέροντος Ιωσήφ Μοναχού Βατοπαιδινού καθώς και αποσπάσματα απο Παρακλητικούς Κανόνες,ποιήματα των Γερασίμου Μικρογιαννανίτη και Ιωσήφ Μοναχού του Βατοπαιδινού.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Ἐκδόσεις ΑΘΩΣ

ΑΒΕΡΩΦ 2.Τ.Κ.10433.ΑΘΗΝΑ.


ΤΗΛ.210-5238305-FAX:210-5238959
e-mail: info@stamoulis.gr

Κυκλοφορεῖ καί στά κατά τόπους ἐκκλησιαστικά βιβλιοπωλεῖα.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ -- ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΝ ΛΕΕΙ Ο Γ. ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ .ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ.


ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ -- ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΝ ΛΕΕΙ Ο Γ. ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ .ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ.

Ό απόστρατος στρατηγός Γκουό Ρέϊ Γουάν,βαπτίστηκε Ορθόδοξος.


Γράφει ο π. Ίωνας Μούρτος από την Ταϊπέϊ:


«Την 7η Ιουνίου 2009 μας αξίωσε ο Θεός να γιορτάσουμε την Πεντηκοστή, με την χαρά να έχουμε και βάπτιση. Ό απόστρατος στρατηγός Γκουό Ρέϊ Γουάν, ένας υπέροχος άνθρωπος, ήλθε στην εκκλησία μας για πρώτη φορά πριν δύο χρόνια και του άρεσε πολύ. Τον τράβηξε ή χάρη του Θεού. Του έκανε τεράστια εντύπωση ότι μιλήσαμε για τον Θεό ως αγάπη. Ήταν Προτεστάντης, τον είχαν διδάξει ότι ο Θεός είναι δικαστής, αστυνόμος, πού σε παρακολουθεί για να σε τιμωρήσει. Ερχόταν τακτικά, συνήθως μετά το φαγητό (όπως ξέρετε τρώμε όλοι μαζί μετά την λειτουργία). Τότε μένουν μερικοί και συζητάμε απορίες, εξηγούμε την Ορθοδοξία κ.τ.λ. Έμενε πάντα και μάλιστα συμμετείχε πολύ. Αργότερα συζητήσαμε πιο σοβαρά, πήγαμε στο σπίτι του να τον διδάξουμε, μετά ερχόταν στην εκκλησία και δύο φορές την εβδομάδα για κατήχηση. και θα την συνεχίσουμε την κατήχηση, δεν τελειώνει εύκολα. Το ίδιο κάνω και με τον γιατρό Μίνγκ. Συνεχίζω να τον διδάσκω, το θέλει, νοιώθει την δίψα να μάθη.
Του άφησα το όνομα του, αφού του άρεσε, είχε ιδιαίτερη σημασία γι' αυτόν, του θύμιζε την στρατιωτική του καριέρα, γεμάτη τιμιότητα και αφοσίωση στην Ταϊβάν. Του ευχήθηκα: να γίνει άγιος να γιορτάζουμε το όνομα σου στο μέλλον.
Ευχηθείτε για την Εκκλησία μας να ρίζωση στον κινεζικό χώρο, να γνωρίσει ο κινεζικοί λαοί, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, την θεολογία μας πού σήμερα την αγνοεί. Εύχεστε το Πανάγιον Πνεύμα να φώτιση τους κινέζους αδελφούς μας, για τους οποίους προκλητικά αδιαφορήσαμε επί αιώνες, να γνωρίσουν την Εκκλησία».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ http:// asian-aroma.com

Τζέν Μίνγκ. Είναι ειδικός χειρούργος. Διευθυντής σε Νοσοκομειακά τμήματα και Ιατρικά Κέντρα, καθ. στο Πανεπιστήμίο της Ταϊβάν.Βαπτίστηκε Ορθόδοξος


Βαπτίσεις στην Ταϊβάν
Γράφει ο π. Ίωνας Μούρτος από την Ταϊπέϊ:
«Έλαβα το E-MAIL κάποιου γιατρού και με συγκίνησε πολύ. Το μοιράζομαι μαζί σας: "Σας γράφω για να ρωτήσω αν μπορώ να βαπτιστώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διαβάζω πολύ τις Γραφές... Είμαι επίσης πολύ εξοικειωμένος με την Προτεσταντική Εκκλησία. Είδα την ιστοσελίδα σας και βρήκα το μήνυμα της Ορθοδοξίας να με αναπαύει. Επιθυμώ να διαλέξω μία Εκκλησία πού ταιριάζει σε μένα, στην προσωπικότητα μου και την οικογένεια μου. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ζω στην νότια Ταϊβάν... και δεν θα μπορώ να σας συναντώ τακτικά..."
Και δεν ήταν εύκολο να κατηχηθεί, όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί ή δουλειά του είναι τέτοια πού δεν έχει χρόνο ελεύθερο. Είναι ειδικός χειρούργος. Διευθυντής σε Νοσοκομειακά τμήματα και Ιατρικά Κέντρα, καθηγητής στο Πανεπιστήμίο της Ταϊβάν και ερευνητής, αλλά κυρίως είναι καλός χριστιανοί. Τρέχει οπού τον καλούν και έχει ακυρώσει πολλές φορές μαθήματα του στο Πανεπιστήμιο και ομιλίες του, λόγω έκτακτων χειρουργείων. Αν και ήταν πολύ απασχολημένος, συναντιόμαστε τακτικά κάθε Σάββατο.' Έπαιρνα το γρήγορο τραίνο και σε μία ώρα ήμουν στο σταθμό έξω από την Ταιτσούγκ. Εκεί ερχόταν και με συναντούσε. Μιλούσαμε 2-3 ώρες. Άλλοτε ερχόταν στην Ταϊπέϊ. Ξενυχτούσε τις λίγες ελεύθερες ώρες του διαβάζοντας τα κείμενα στην ιστοσελίδα μας. Ζήτησε πολύ έντονα να βαπτισθεί. Έτσι βρήκαμε ευκαιρία την ήμερα της αποδόσεως του Πάσχα (27 Μαΐου 2009). και, όπως γίνεται συνήθως πριν βαπτισθεί κανείς, εξομολογείται. Πρώτη φορά στη ζωή μου εξομολόγησα... άγγελο· Ή ζωή του ήταν αγγελική, μόνο αυτό μπορώ να πω.
Ή τελετή ήταν απλή και γαλήνια. Ό κόσμος λίγος, επειδή ήταν ήμερα εργάσιμη. Κράτησα το όνομα του, Τζέν Μίνγκ. Εύχεστε ο Κύριος να τον γέμιση με την χάρη του. Εύχεστε να γίνει άγιος καινά δώσει το όνομα του σε άλλους.
Θέλει να μαθαίνει και πηγαίνω κάθε Σάββατο στην Ταιτσούγκ, με το γρήγορο τραίνο του πήγα και την θ. Κοινωνία, να κοινωνήσει, γιατί είναι πνιγμένος στην δουλειά».

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Μουστογιάννειο Γηροκομείο

Μουστογιάννειο Γηροκομείο
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΥΠΟΪΪΑΣ Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ



Το Μουστογιάννειο Γηροκομείο βρίσκεται βορειοανατολικά της επαρχίας Γορτυνίας, στο νομό Αρκαδίας, στην Πελοπόννησο, σε μια καταπράσινη πλαγιά, σε υψόμετρο 850 μέτρων, 1,5 χιλιόμετρο έξω από τα πανέμορφα Τρόπαια με τα παραδοσιακά αμφιθεατρικά πέτρινα κτίσματα
Το οδοιπορικό της διαδρομής είναι 245 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας και πηγαίνουμε εκεί ακολουθώντας την ωραιότατη διαδρομή Αθήνα-Κόρινθος-Λεβίδι-Βυτίνα-Λαγκάδια-Τρόπαια, περνώντας ανάμεσα από ελατά, δάση και κεφαλάρια με κρύα νερά.
Ή θέση του Γηροκομείου βρίσκεται κοντά στη συμβολή των δρόμων Τρόπαια-Περδικονέρι και φράγμα του Λάδωνα πόταμου με τη γραφική και πανέμορφη λίμνη, με τα νερά της οποίας παράγεται το ηλεκτρικό ρεύμα της ΔΕΗ - το ρεύμα του Λάδωνα όπως λένε.
Το κτίσμα του γηροκομείου βρίσκεται σε περίοπτη θέση και είναι κτισμένο σε ιδιόκτητη έκταση 10 στρεμμάτων. Είναι διώροφο κτίριο με υπόγειους βοηθητικούς χώρους συνολικής επιφανείας 2.350 τ.μ. Στις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του υπάρχουν άνετοι χώροι διαμονής 40 κλινών με πλήρη πολυτελή εξοπλισμό. Διαθέτει όλους τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους με σύγχρονες προδιαγραφές, όπως και τμήματα φυσιοθεραπείας, ανάρρωσης, ψυχαγωγίας και διαλέξεων. Παράλληλα υπάρχει υποδομή για τη φιλοξενία προσώπων με ειδικές ανάγκες.
Εξωτερικά το προαύλιο με τον καταπράσινο χώρο του, τα πλακόστρωτα παραδοσιακά μονοπάτια και τα μεγάλα κεραμοσκεπή κιόσκια, είναι ιδανικός για ήρεμους περιπάτους και συζητήσεις, σε ένα φυσικό τοπίο μακριά από το θόρυβο των αστικών κέντρων.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις, και το εξειδικευμένο προσωπικό υπό τη διεύθυνση του δραστήριου, ευσεβούς και καλόκαρδου ιερέα Παναγιώτη Ρήγα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη Λειτουργία μιας «στέγης» αγάπης και ανθρωπιάς για τα άτομα της τρίτης ηλικίας.
Το Γηροκομείο δημιουργήθηκε με απόφαση του Δ.Σ. του κοινωφελούς ιδρύματος «ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΠΟΪΪΑΣ Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ» με δαπάνες του και από έσοδα τα όποια προήλθαν από την κατάλληλη εκμετάλλευση και χρηστή διοίκηση της περιουσίας πού άφησαν σε αυτό οι τρεις αδελφοί Θεόδωρος, Γεώργιος και Διονύσιος, παιδιά του Ιωάννη Μουστόγιαννη, με καταγωγή από την περιοχή των Τροπαίων.
Σκοπός της δημιουργίας του είναι ή εξυπηρέτηση των αναγκών της περιοχής, ώστε να βρίσκουν οι άνθρωποι στοργή και θαλπωρή που τόσο πολύ έχουν ανάγκη. Είναι όμως δυνατό να φιλοξενηθούν και άτομα από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο όταν υπάρχουν κλίνες.
Το έργο θεμελιώθηκε στις 24 Ιουνίου 2004 και εγκαινιάστηκε, αφού αποπερατώθηκε με την άοκνο φροντίδα του διοικητικού συμβουλίου, στις 22 Οκτωβρίου 2006 από το Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρον Χριστόδουλον και με την παρουσία των υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Δημητρίου Αβραμόπουλου, Παιδείας κ. Ανδρέα Λυκουρέντζου πολλών βουλευτών και πολιτευτών, εκπροσώπων της στρατιωτικής ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, νομαρχών, δημάρχων, πολλών ιεραρχών και πλήθους κόσμου.
Στην ομιλία του μετά από τον αγιασμό ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ανέφερε: «Το έργο είναι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα και αποτελεί την αποθέωση της αγάπης, της πίστης, της ελπίδας, της ανθρωπιάς και του πολιτισμού». Υπογράμμισε, στη συνέχεια ότι «είναι ή επιβεβαίωση ενός αλλού κόσμου για τον όποιο αγωνιούμε και αγωνιζόμαστε» συμπληρώνοντας «σύμφωνα με τις νέες θεωρίες ο άνθρωπος δεν είναι στο επίκεντρο του πολιτισμού. Στις ήμερες μας εκεί βρίσκονται τα συμφέροντα, το χρήμα, ή ιδιοτέλεια, οι απολαύσεις, οι απολαβές και όχι οι θυσίες.» Και κατέληξε: «Το έργο δείχνει τους ευρύτατους ορίζοντες που είχαν οι δωρητές και οι διάδοχοι τους».
Σήμερα το Μουστογιάννειο Γηροκομείο συμπληρώνει τριετή λειτουργία, φιλοξενεί τριάντα γέροντες και γερόντισσες από διάφορες περιοχές με μοναδική οικονομική επιβάρυνση τους την καταβολή της πενιχρής σύνταξης τους, αφού όλοι τους είναι αγρότες συνταξιούχοι και δε διαθέτουν άλλους πόρους. Το βάρος των υπολοίπων εξόδων, που είναι πολλά, αντιμετωπίζεται από τη Μ.Κ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ».
οι ανάγκες για τη λειτουργία ενός τέτοιου έργου είναι μεγάλες, ή περιοχή είναι πτωχή και το έργο δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό εκεί οπού υπάρχουν άνθρωποι με δυνατότητες να βοηθήσουν. Θα πρέπει όλοι μας να το επισκεπτόμαστε και να προσφέρουμε ότι μπορούμε και πρώτα από όλα τη στοργική αγάπη μας και μετά ότι άλλο υλικό αγαθό διαθέτουμε πού το έχουν ανάγκη (χρήμα, τρόφιμα, ρουχισμό, κ.λπ.).

ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ στους ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΜΗΝΙΑΙΑ ΈΚΔΟΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΑΣ.