Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012
THE GRANDMOTHER'S CLOCK
Author
unknown, from "THE Divine Spark. "
Grandma, why
is it that you always count each time your clock strikes, and then you look as
though you're thinking about something? The seven-year-old girl put this
question to her dear grandmother as she climbed onto her lap.
— I've
developed a habit of counting the chimes, and then I reflect on the fact that,
with each passing hour, the life still ahead of me is that much shorter and
death is that much closer. The clock begins to strike and I think to myself,
"Another hour of my life has flown into eternity; I have an hour less to
live in this world." The striking of the clock, like the tolling of a
funeral bell, reminds me that eventually the last hour of my life will strike,
and then the funeral bell will let people know that my time on earth has come
to an end.
—But why,
Grandma, do you think about this? It can't be very pleasant. Surely you don't
want to die...
—No, my
child, I don't want to die, but death does not ask us when he will be welcome.
However, I've reached the age when the thought of death is there, whether I
want it or not. And what kind of Christian would I be if I was afraid to think
about death? Our Lord teaches us to think about death and to be prepared for it
any day. And so, when the clock begins to strike, I think to myself: "Yet
another hour of my life here on earth has gone by. What good or bad have I done
in the past hour? Am I becoming a better person or not? Am I prepared to stand
before God at His judgment?" If I did or said something bad in the hour
just gone by, then I sigh to the Lord over my sin and afterwards try to refrain
from committing the same offense. The memory of death helps me to keep from
getting cross and saying angry words to the servants or you or anyone else.
Instead, I am able to respond with kindness, even love.
—From now on,
Grandma, I'm going to do the same. Every time the clock begins to strike, I'm
going to think about death, just as you do.
—It is good,
my child, for each and every Christian to do that, but at your age it's beyond
your ability. Don't promise something you cannot carry through. When you grow
up, then you can undertake to do as I do. Until then, do this. When the clock
strikes, ask yourself: "My life has grown by another hour. What have I done
in this hour, what have I learned, what have I discovered?" If there's
something you neglected or forgot to do, hurry and do it. If you offended
someone or you have taken offense, be quick to make it up with that person, and
in the next hour try not to do anything bad or to repeat the mistakes you made
in the hour gone by. In this way, with each passing hour, you will become wiser
and kinder; you will grow in body and soul. —That sounds good, Grandma. I'm
going to do just that. —And may the Lord bless you, my dear child.
Ο άγιος ιερομάρτυρας Άνθιμος, επίσκοπος Νικομηδείας – 3 Σεπτεμβρίου
Λεπτομέρεια από τις τοιχογραφίες - μηνολόγιο στο παρεκκλήσι του αγίου Δημητρίου στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Εδώ βλέπουμε (από πάνω αριστερά μέχρι κάτω δεξιά) τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη (1 Σεπτεμβρίου), το μαρτύριο του αγίου Μάμα (2 Σεπτεμβρίου), το μαρτύριο του αγίου Άνθιμου Νικομηδείας (3 Σεπτεμβρίου), το μαρτύριο του αγίου Βαβύλα και των συν αυτώ τριών παίδων (4 Σεπτεμβρίου), το μαρτύριο του προφήτη Ζαχαρία πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (5 Σεπτεμβρίου), το μαρτύριο του αγίου Σώζοντος (7 Σεπτεμβρίου), οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα (9 Σεπτεμβρίου) και η γέννηση της Παναγίας (8 Σεπτεμβρίου).
Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012
Για τους κακούς αμπελουργούς (Μτ.22,33-42)-Anthony (Bloom), Metropolitan of Sourozh
„Πολλές φορές σας έλεγα, ότι η σωτηρία κείτεται μπροστά μας, επειδή ο Θεός μας αγαπάει, αλλά το πώς την πιάνουμε, εξαρτάται από το πώς απαντάμε σ΄ αυτή την αγάπη. Αν μόνο θέλουμε να τρώμε από τους καρπούς του Σταυρού, της σταύρωσης και του πόνου του Χριστού, χωρίς να προσφέρουμε τίποτα στο Θεό, τίποτα στον πλησίον μας - για τον οποίον σταυρώθηκε ο Θεός – εκτός από μικρές στιγμές, όταν το θυμόμαστε, είμαστε μακριά από ό,τι έκανε για μας ο Θεός.“ – από μια ομιλία για τους κακούς αμπελουργούς του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούροζ (Μπλουμ)
Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής και όλων των εβδομάδων που ακολουθούνε το Πάσχα και την Πεντηκοστή, διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο για το πώς ο Κύριος φροντίζει για το ανθρώπινο είδος με το έλεός Του και την αγάπη Του και πώς το σώζει με τη δύναμή Του από τον κίνδυνο. Διαβάζουμε για το παλιό είδος, για τους ανθρώπους που ζούσανε τότε γύρω απο τον Κύριο. Σήμερα, όμως, φαίνεται σαν να διακόπτουμε αυτή τη σειρά χαρούμενων ιστοριών. Μπροστά μας έχουμε σήμερα ενα απόσπασμα που μας κάνει να τρομάζουμε. Η παραβολή για τους αμπελουργούς που αποδείχθηκαν προδότες.
Αυτή η παραβολή περιγράφει όλη την ιστορία του ανθρώπινου είδους. Σχετικά με όλα όσα διαβάσαμε τους τελευταίους μήνες, μιλάει για εκείνη τη φρικτή αχαριστία – πραγματικά φρικτή και τρομερή αχαριστία – με την οποία συμπεριφέρεται όχι μόνο το ανθρώπινο είδος γενικά, άλλα και όλοι εμείς, στο Θεό. Ενώπιον της αγάπης Του, όλων των θαυμάτων και όλων όσων έχει κάνει για μάς, απομένουμε σκληρόκαρδοι και εγωϊστές, σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, δεν σκεφτόμαστε τον πλησίον μας και ακόμα πιο σπάνια σκεφτόμαστε τον Θεό. Αχαριστία και εγωϊσμός είναι τα γενικά χαρακτηριστκά μας γιατί συνκεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας, σε ό,τι θέλουμε εμείς, σε ό,τι μας φαίνεται απαραίτητο.
Το σημερινό Ευαγγέλιο μας λέει, ότι ο Κύριος δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο – έναν θαυμάσιο, όμορφο κόσμο – που τον περιέφρασσε με την δύναμη και τη πρόβλεψή Του. Έφτιαξε τα πάντα για να είναι εκείνος ο κόσμος ο τόπος της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή της Βασιλείας της αμοιβαίας αγάπης, της Βασιλείας της χαράς. Ξέρουμε, όμως, τί κάναμε εμείς, οι άνθρωποι, από αυτό τον κόσμο, όπου είναι φρικτό να ζείς, όπου κυλάει αίμα, όπου συμβαίνουν απάνθρωπα και τρομερά πράγματα – όχι μόνο γενικά και από παγκόσμια άποψη - αλλά και μέσα στις οικογένειές μας, στις ενορίες μας και μεταξύ των δικών μας φίλων.
Ο Κύριος έστελνε από γενιά σε γενιά τους αγγελιαφόρους Του: τον Αβραάμ και άλλους παλιούς πατέρες, τους προφήτες και τους αγγέλους, τους αποστόλους και ιεροκύρηκες. Έστειλε και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τέλος πάντων ήρθε ο Ἰδιος για να μας θυμίσει ότι τον κόσμο τον δημιούργησε για την αγάπη. Και όπως το λέει η παραβολή, οι αμπελουργοί τον έπιασαν τον γιό, τον έδιωξαν έξω από το αμπέλι, και τον σκότωσαν.
Έτσι φέρθηκε και η ανθρωπότητα στον ενσαρκωμένο Υιο του Θεού. Όταν λέω „ανθρωπότητα“ δεν μιλάω για τους άλλους, αλλά για μας, γιατί στα δικά μας χέρια έδωσε ο Κύριος τη ζωή για να την κάνουμε ένα γλέντι της αγάπης, της αδελφοσύνης, της αρμονίας, της πίστης και της χαράς. Δεν το κάνουμε, όμως, γιατί σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας. Η απάντησή μας σε όλα όσα έκανε για μας ο Θεός, ότι μας δημιούργησε, μας χάρισε τη ζωή, μας αποκάλυψε τον Εαυτό Του, ξεχείλισε σε μάς όλη την αγάπη Του, μας έδωσε τον Υιό Του – τη ζωή και το θάνατό Του – είναι σχεδόν τίποτα, εκτός από μερικές στιγμές, όταν λέμε „Ευχαριστώ“ που το ξεχνάμε, όμως, αμέσως.
Γι΄αυτό μιλάει το σημερινό Ευαγγέλιο. Να θυμηθήτε όλα όσα έχουμε ακούσει κατά την διάρκεια της Σαρακοστής, όσα είδαμε τη νύχτα της Αναστάσεως του Χριστού, όσα μας έλεγαν τις επόμενες εβδομάδες το Ευαγγέλιο και οι Άγιοι – οι Άγιοι της Ρωσίας και όλου του κόσμου για την αγάπη και για την φιλανθρωπία! Να κοιτάξετε όλα αυτά και να πείτε στον εαυτό σας: δεν είμαι και εγώ ένας από εκείνους τους αμπελουργούς, δηλαδή ένας από αυτούς που κάθε φορά, όποτε ο Χριστός μπαίνει μέσα στη ζωή του, Τον διώχνει: Φύγε, φύγε από το δρόμο μου, φύγε από τη ζωή μου – Εγώ θελω να είμαι ο θεός και ο κύριος της ζωής μου. Εγώ θέλω να βασιλεύσω στο παν!
Αυτό θέλουμε όλοι, ο καθένας από μας. Μπορεί να μην το εκφράζουμε με τέτοιο θράσσος και τόση βλασφημία, αλλά η συμπεριφορά και τα σάπια λόγια μας το δείχνουν. Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε! Πολλές φορές σας έλεγα, ότι η σωτηρία κείτεται μπροστά μας, επειδή ο Θεός μας αγαπάει, αλλά το πώς την πιάνουμε, εξαρτάται από το πώς απαντάμε σ΄ αυτή την αγάπη. Αν μόνο θέλουμε να τρώμε από τους καρπούς του Σταυρού, της σταύρωσης και του πόνου του Χριστού, χωρίς να προσφέρουμε τίποτα στο Θεό, τίποτα στον πλησίον μας - για τον οποίον σταυρώθηκε ο Θεός – εκτός από μικρές στιγμές, όταν το θυμόμαστε, είμαστε μακριά από ό,τι έκανε για μας ο Θεός.
Ας σταθούμε μπροστά στο σημερινό Ευαγγέλιο – πρόσωπο με πρόσωπο – βλέποντας στα μάτια του και ακούγοντας την προειδοποίησή του! Ας αναρωτηθούμε: Πού είναι η ευγνωμοσύνη μου? Πώς την δείχνουμε? Μόνο στα λόγια – στα σπάνια λόγια – ή και στην πράξη? Ας δικάσουμε τον εαυτό μας και ας αρχίσουμε μια καινούργια ζωή. Η ευγνωμοσύνη μας στο Θεό συνίσταται στο να Του είμαστε χαρά και για τον πλησίον μας στήριγμα, σωτηρία και φως. Ας αρχίσουμε σήμερα να προσφέρουμε καρπούς από ό, τι έχουμε ακούσει σήμερα από το Θεό και το Χριστό.
Αμήν
A WORTHY EXAMPLE
By E. V.
Sarat, translated from "Voskresnoye Chteniye," 1900, Book 10,
published by the "Russian Youth Committee," Baldwin Place, NY.
On November
29th, 1899, in the village of Nadezhdin in the Serdovsk district, there took
place the burial of an elder who was distinguished for his Christian life and,
in particular, for his zeal towards the house of God. He did not come from an
illustrious family, nor was he a wealthy man; he was the church caretaker, a
retired soldier of peasant stock. His name was Ivan Alekseyevich Alyonov.
His biography
is simple and brief. Orphaned in childhood, he was raised by some distant
relatives, from whom he received neither a mother's tender caresses nor a
father's strict supervision. Nevertheless, there nestled in his heart a spark
of God, and he did not go astray. Not because he had committed some offense but
simply because he was a loner, he was sent to be a soldier, and he faithfully
served twenty-five years. The strict military school of life developed him into
a man for whom the fulfillment of one's duties was paramount. Returning from
the army already with venerable gray hairs, Ivan Alekseyevich could find no
lodgings in the village of his youth, but God did not abandon him; He called
him to serve in His house. The parish priest offered him the position of church
caretaker, and "Leksevich," as he came to be called, served
diligently in that capacity for the next thirty-five years.
In the course
of those years, Leksevich accomplished a great deal of good. By his own labors,
without any outside help, and at his personal expense, he planted saplings near
the church; around the perimeter of the cemetery he planted acacias; he lined
the entrance to the church with pine and birch trees, and he planted more trees
around the cemetery church. In time these all grew into fine, big specimens.
Leksevich could not contain his evident delight. "Look, Batiushka! Look at
the poplars, the pines, the birch trees. Can you believe their trunks? To think
that I planted them when they were only this big," he exclaimed, holding
up his little finger. Leksevich often expressed his pleasure in this manner,
while his cheeks glistened with tears of joy, the pure joy of a child.
In spite of
his age, Leksevich spent whole days digging in "his" yard, daily
watering his "children." He accustomed the peasants-the parishioners-
to stop by the churvh yard on their way back from the river when they went to
haul water and they would wait for Leksevivh to take two pails from each bucket
as a ‘TAX’for hios trees.
Leksevich
also liked to attend to the cleaning of the church, where, just as in the yard,
he kept everything in exemplary or-der. He derived great pleasure from his
work. Someone would say to him, "Leksevich, it's time to rest your old
bones. You should stop climbing up the belfry; it's too difficult for
you." But the old man looked so dejected at the mere suggestion that he
should curtail his duties, that the person regretted having said anything.
"As he says, he'll die if he has nothing to do." There is a touching
scene that I'll never forget. The parishioners had a new bell cast, three and a
half tons. Before being raised into the belfry, it hung from some trestles, so
that any passerby could ring it, testing its tone. One evening I saw Leksevich
approach the bell when it was dark and he thought no one was watching. He crept
up to the "stranger" and grabbed its tongue. But, alas! The tongue
did not respond. The next day I said to him, "Leksevich, you should try
ringing the new bell." "No, Batiushka, evidently my days of ringing
are over. I'll have to decline." And some tears rolled down his cheeks.
One would
have to be an artist to faithfully depict even an approximation of Leksevich's
love for the house of God and for the saints. Without exaggeration one can say
that he lived exclusively, body and soul, for the house of God. No matter what
time you came, he would invariably be looking - -,- :N». after the trees, or
cleaning the church vessels, or on his knees, polishing. In his childlike
simplicity and innocence, he became totally engrafted, as it were, onto the
church. More than once I overheard him talking by himself in the church. He
would be standing before the icon of Saint Nicholas, for example, and converse
with the holy hierarch as if he were present in the flesh. He would wipe the
dust from the icons, the candle stands, the vigil lamps; then he would stand
back to survey his work. "Now, that's better! Saint Nicholas, you were so
dusty. Forgive me for not having noticed this before." And these were not
casual or mechanical remarks. No, he spoke from a prayerful disposition.
Afterwards he would make a prostration and then step away.
Having such
an attachment to the church, Leksevich could not be indifferent to what he saw
to be imperfections or deficiencies. "Batiushka," he would say,
"that's a poor quality vigil lamp in front of the Iveron icon," or,
"It would be good to have an icon of the Mother of God, 'Joy of All Who
Sorrow,' hanging here." And before you knew it, Leksevich had arranged for
all this, at his expense! In the last ten years of his life, the good man
donated not less than 500 rubles to the church. This came exclusively from his
salary of three rubles a month and a pension in the same amount Sometimes one
would inadvertently mention in his presence some need of the church, and
Leksevich, deeming it his responsibility alone, would straightway say, "Hold
on, Batiushka, I'll get together the money...," and he would apply all his
energy towards accomplishing whatever was needed. Sometimes he would not say
anything, but later you would notice that whatever had been mentioned had been
taken care of—and Leksevich would be beaming. Although Leksevich's resources
were meager, he found opportunity to give alms to those who were truly
indigent, helping them to procure their daily bread. He also liked to send
donations to the poor monasteries on Mount Athos.
Leksevich led
a decidedly ascetical way of life. He slept on practically bare boards, using a
pillow of straw for his head. His food was lenten—he subsisted principally on
potatoes, bread and water. Rarely did he eat hot food, and he prepared
everything himself. He prayed often and at length. He was literate and liked to
read the life of the Mother of God, especially about her Dormition. He donated
to the church an icon of the Dormition, and every year he had a molieben with
an akathist served before it. Being himself a man of strict and holy life, Ivan
AJekseyevich could not tolerate any impropriety in the church during the
services. In such cases, he would reprove and correct, in a manner that did not
offend. There was something about his face that bore a resemblance to Saint
Nicholas: stern yet kind, introspective yet also penetrating. He would go about
the church, quietly and unobtrusively, and if he noticed that someone (usually
among the women) was standing improperly, he would pause and make a reprimand,
without, however, creating the least disturbance.
Everyone
feared Leksevich, and everyone loved him. As for Leksevich, he treated all
people equally; he exemplified the same level of respect to all persons
(excepting clergy, whether of his own or another parish): simple peasants,
wealthy men and poor, aristocrats and important "personas"—he
addressed them alike with the familiar "you." But this
"you" was exclusively his, and no one took offense; the use of the
more formal "thou" would have been altogether out of character for
him. More than once I remarked to him privately, "Leksevich, you call
everyone 'you,' and therefore why not call me 'you' likewise?" "By no
means. No, no... A priest is a noble servant of God," said the old man solemnly.
To argue with him was useless.
Although Ivan
Alekseveyevich was uneducated, his view of life and of the afterlife was
perfectly correct and in harmony with the teaching of the Holy Church. Having a
pure heart, he had no fear of death; on the contrary, he liked to talk about
death and calmly awaited it, confessing and communing frequently. Several years
before his repose, he prepared for himself a "little house" (a
coffin). He often looked at it and showed it to others, reminding them of
death. He made a number of these "little houses." He would wait and
wait, and then say, "No, it seems that my death is still a way off."
And he would give the coffin for some needy person's burial. At last the Lord
granted Leksevich to lie down peacefully in his "little house,"
without any serious or tormenting illness. Although at ninety years old, he had
exceeded the bounds of age, he was fully conscious to the end and he died O so
peacefully, like a candle that gradually melts away.
The last five
years of his life, Leksevich was unable to work, but the grateful parishioners
supported him with a pension of three rubles a month, and he continued to life
in a private corner of the caretaker's cottage. In spite of its being a
weekday, a great crowd of people gathered for the burial of this revered elder.
The local chanters chanted at the funeral, and pupils from the local parochial
school likewise desired to pay their final tribute: they also chanted at the
Liturgy and participated in the funeral. May your memory be eternal, kind, good
Leksevich. Thank you for giving us a good example of how to serve God and how
to prepare for ourselves a treasure in the heavens.
Orthodox
Heritage
Page
84
Vol.
10, Issue 07-08
THROUGH THE PRAYERS OF OUR HOLY FATHERS...
We are
pleased to announce the release of a new book of sermons by Archpriest Andrew
Lemeshonok containing examples of lives of ancient zealots of Orthodoxy. Father
Andrew has been the spiritual father of St Elisabeth Convent and the Sisterhood
in honour of the holy martyr Grand Princess Elisabeth for many years. Having
received a blessing to preach God's Word, he used to give regular (at least
once or twice a week) brief radio lectures about parables from the Gospel,
stories from ancient Patericons and sayings of the Holy Fathers.
“If you have
the chance to speak about Orthodoxy, you ought to speak regardless of who you
are. I heard His Eminence Anthony of Sourozh say that, and I made up my mind to
follow this advice. He says that if we have a chance to preach, and even if
only one person hears it – praise the Lord! We should not hide from other
people and say, “We do not need that,” because some sectarians will come and
preach to those people instead, and we will be responsible before God for doing
nothing.” That was what Fr Andrew Lemeshonok once said as he was answering a
parishioner's question.
This book
features over forty sermons said by Fr Andrew on the radio from September 2003
to February 2005. Total runtime amounts to seven and a half hours. It is the
first time that these sermons are published as a book; however, they have
already been released on CDs earlier. The Publishing House of St Elisabeth
Convent plans to publish another book featuring sermons dedicated to the Holy
Gospel. Fr Andrew said them in 2002-2003.
On Obedience
An Elder took
a dry stick, palnted it on top of a hill and ordered John to water this dry
stick daily with a bucketful of water till the stick grows fruit. The water
well was far from that place, and one had to walk all day in order to bring
water. Three years passed, and the stick grew leaves and fruit. The Elder took
a fruit, brought it to the church, showed it to the brethren and said, “Come
eat of the fruit of obedience.”
Obedience
means our attention and trust in God. It means that by obeying our neighbour,
we believe that we obey God Himself who gives us salvation.
Life is love.
This love is reflected in submitting ourselves to our neighbours for the sake
of Christ and for the sake of preserving peace. A disobedient person lost the
paradise and the saving God's grace, which had satisfied all his needs in this
world. Man chose being his own master, and this leads him to eternal
loneliness.
We read in
this story about St John the Dwarf that the novice did not sit around thinking
that the dry stick would not reap fruit, he trusted his Elder and obeyed him
without grudging. St John worked hard for three years, carrying the buckets and
watering the stick. How much love and trust towards his Elder he had! He did
not give up that seemingly useless, meaningless and hard work! He trusted his
Elder, and the Lord did not put him to shame. The dry stick brought good fruit.
It often
happens in our lives as well: when we feel that we cannot carry out our
obedience, that it is too hard to bear, that we are exhausted, if we put a
little more effort into it for God's sake, the Lord will help us to maintain
peace inside and outside.
A person
comes to confession and asks, “How can I change myself? I have got used to
living like all other people.” Christ says, “Thou shalt love thy neighbour as
thyself” (Mark 12:31). We have to renounce our self-love and our pride, we have
to force ourselves into being patient and humble instead of living according to
the laws of this world.
If we are
looking for human truth, we will not find God's love. When we do what we want
and ask others to hear and obey us, we face conflicts because our will and our
desires collide with the wills and desires of the people around us. We have to
humble ourselves down, yield, recall the humility of Christ, and then our 'old
man' will be defeated.
All
relationships in the Church are based on obedience. The Church obeys Christ
like a bride obeys her bridegroom. The life of a Christian consists of
obedience to God through his neighbour, be it in his family, or workplace, or
the place where he studies. We are obedient when we are attentive, when we
trust God and know that nothing prevents us from living with God except our
opinionatedness and pride.
This is why
we struggle with our sins and always have to force ourselves into being
obedient. There cannot be genuine love in a family where there is no obedience.
People cannot be creative at work if they condemn their boss and grudge at the
working conditions. Everything will be bad and wrong, and people will find
thousands of reasons in order to conceal their sin.
A humble and
obedient person brings peace. If we trust God and believe that it is Him who
puts us into this or that place, and that by serving our neighbour we serve
Christ, then everything we do will not only bring good results but also help us
grow in the Lord.
A poslushnik
(novice. The Russian word derives from the word 'to obey') is not just someone
who lives in a monastery and has his obedience there. Every Christian who comes
to Christ and follows Him, hearing and obeying His blessing is a poslushnik.
The purpose
of a poslushnik is to trample down on his own will, his own self and let Christ
act. Christ lives in me... I can do all things through Christ which
strengtheneth me (Gal. 2:20; Phil. 4:13). In order to achieve this, one has to
crucify his self with the passions and desires. We try to spend each day
without sin, without hurting our neighbour, without turning away from God in
the circumstances we have to face.
Without
obedience, there can be no order and no fruit because everything is thought to
belong to the person in question. A Christian who acquires, makes or builds
something inside and outside of his soul, must give all glory to God and
understand that whenever anything is a success, it is the Lord who gives him
strength and inspiration, so the result is God's gift and God's blessing.
Abba John
understood that the stick would come back to life, according to the word of the
Elder. The fruit that this tree bore was the fruit of obedience, love and trust
in God.
I would like
to wish all of those who are seeking God in this world to gather the holy fruit
of obedience. We can acquire this fruit every day by humbling down, by making
efforts to overcome our pride.
We do not
argue, we do not try to prove that we are right. We simply try to preserve
peace in our hearts and to serve God and our neighbour.
June 6, 2004
A Peaceful
Heart
Abba Isaac
said, “I have never brought into my cell an unfriendly thought about my brother
who had insulted me; likewise, I have always tried to make sure that my brother
would never bring an unfriendly thought about me into his cell.”
The holy
elders preserved the peace of Christ in their hearts. Saint Apostle Paul says,
“If it be possible, as much as lieth in you, live peaceably with all.” (Romans
12:18). This is because one thought or one word without peace distorts all the
lifestyle of a person. When someone feels indignant, angry and grudging, he
loses his connection to God and falls into sin. He goes spiritually blind and
deaf, he can no longer see God's beauty in and around himself. The devil begins
to manipulate such a person, and that person ruins both his own life and the
lives of those who surround him.
The Lord
comes to man and brings His love. It is with this love that man can heal his
weak heart and cleanse his mind. One has to make a step towards God, open his
heart for Him and let Him enter his life and his house. Then that enmity and
indignance between us and our neighbours will disappear thanks to the love of
Christ.
The Lord
teaches us, “Love your enemies, bless them that curse you” (Matthew 5:44). We
are learning the love of Christ. The world does not accept this love, the world
crucifies it because it has different values and priorities. When an individual
encounters love in his life, he often feels as if the object of his love were
his property. This is why when his feelings are left unanswered, he is jealous,
his love turns into enmity, he is hateful because he cannot reach
understanding. Sin makes attempts at justifying itself, and this is how the Old
Testament attitudes are formed, “Eye for eye, tooth for tooth” (cf. Lev.
24:20).
We live in
the era of the New Testament, though. We who have got to know Christ are
learning to love just as Christ has loved us. We learn the love that the Lord
gives us in the holy communion, the love with which the Lord sanctifies and
purifies us through the Sacrament of Repentance, the love that we always draw
in the church and thanks to which we are nurtured and grow into the measure of
truth, where there is neither 'mine' or 'yours', everything belongs to God.
Where there is no such thing as 'I want', but 'God willing'.
Therefore,
let us not seek for human truth and require everyone to love and sympathise
with us. Let us learn to love in spite of the fact that it may sometimes be
very difficult to find enough strength to do that. Jesus Christ, who came into
this world in order to teach man to love, to defeat the sin, to accept his
neighbour and to treat him just as we want others to treat us, is with us.
A life based
on the principle of love is a normal life for each Christian. If we look for
the right decisions inside ourselves, we will go away from Christ, we will get
lost in our our mental states, emotions, feelings, attitudes. Will we be able
to see our neighbour then? This is why it is very important for us to overcome
ourselves, turn to God and say, “O Lord, please take my life into Thy hands,
teach me Thy justifications, give me reason, enlighten me and strengthen me on
my way into the Heavenly Kingdom!” We do not need to run away and hide in the
mountains or forests. All we need is to live the life the Lord gives us and to
struggle for a peaceful heart.
We knock on
the door of God's mercy every single day, when we begin each day with a prayer
and end it with gratitude to God. We ask God's help for every day, for every
hour, for everything we do. It is very important to preserve this peaceful
heart, to preserve that life-giving connection with our Creator who leads us to
salvation.
June 13, 2004
An aerial view of Fort Ross, California, founded by Russian Orthodox settlers 200 years ago.
An aerial view of Fort Ross, California, founded by Russian Orthodox settlers 200 years ago. The building at the foremost corner of the fort is its Orthodox chapel. For a history of the settlement, see:http://dowoca.org/news_120807_1.html
The kingdom of heaven is like treasure hidden.......
"The kingdom of heaven is like treasure hidden in a field, which a man found and hid; and for joy over it he goes and sells all that he has and buys that field. Again, the kingdom of heaven is like a merchant seeking beautiful pearls, who, when he had found one pearl of great price, went and sold all that he had and bought it."
-- Matthew 13:44-46
(Painting: "Pearl" by Vladimir Kush)
Η ΟΣIΑ ΣΟΦIΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟYΡΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤOΝ ΣΑΛOΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘOΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣIΑ
Η οσία Σοφία της Κλεισούρας και η δια
Χριστόν σαλότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Theo
Η οσία Σοφία (Χοτοκουρίδου) καταγόταν
από τον Πόντο, από χωριό της επαρχίας Αρδάσης της Ι. Μητροπόλεως Τραπεζούντος.
Το 1914 πήραν οι Τούρκοι τον άντρα της στα τάγματα εργασίας, όπου και μάλλον
απεβίωσε. Είχε αποβιώσει και το παιδί της, κι έτσι η νεαρή χήρα κατέφυγε στα
βουνά, όπου ζούσε ασκητικά, με μεγάλη νηστεία. Εκεί της εμφανίστηκε ο άγιος
Γεώργιος και την προειδοποίησε για επικείμενη επιδρομή των Τσετών. Η Σοφία
ενημέρωσε τους συγχωριανούς της, που κρύφτηκαν και απέφυγαν τον κίνδυνο. Στην
ανταλλαγή των πληθυσμών το καράβι που μετέφερε τους συγχωριανούς της Σοφίας
στην Ελλάδα κινδύνεψε να καταποντιστεί. Αυτή έβλεπε τα κύματα γεμάτα από
Αγγέλους και την Παναγία. Ζήτησε απ᾿ αυτήν να πνιγεί η ίδια και να σωθούν οι
συγχωριανοί της. Η Παναγία τους έσωσε όλους. Ο καπετάνιος δεν το πίστευε πώς
σώθηκαν κι έλεγε: «Κάποιον άγιο έχουμε.» Οι χωριανοί του απάντησαν: «Τη Σοφία.»
Η Παναγία την έστειλε στο μοναστήρι
της στην Κλεισούρα της Καστοριάς, στην Ι. Μονή του Γενεθλίου της Υπεραγίας
Θεοτόκου, όπου έζησε ασκητικά για μισό περίπου αιώνα. Εκεί βρήκε έναν ενάρετο
ιερομόναχο, τον π. Γρηγόριο, που είχε έλθει από το Άγιο Όρος, ο οποίος την
κατάρτισε στη μοναχική ζωή. Έζησε
ασκητικά ως λαϊκή, φορώντας τα μαύρα της χηρείας και της ασκήσεως, καθισμένη
πάνω στο τζάκι και αλείφοντας το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η
ομορφιά του.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε μόνη
της, με μόνο τον Θεό, μια και το μοναστήρι έμεινε χωρίς μοναχούς. Υπέμεινε τους
δριμείς χειμώνες, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -15 βαθμούς, και την πολλή
υγρασία του τόπου. Όταν της έλεγαν ν᾿ ανάψει φωτιά, φώναζε ένα μακρὀσυρτο
«Όχι!», που ακόμα ηχεί στα αυτιά όσων την άκουσαν. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη, ενώ
τα ρούχα της ήταν πάντα κουρελιασμένα και ανεπαρκή για τις συνθήκες της
περιοχής. Της έδιναν καινούργια. Δεν τα φορούσε, αλλά τα πρόσφερε σε όσους
είχαν ανάγκη. Κοιμόταν και σ᾿ έναν άλλο χώρο, πάνω σε άχυρα, αλλά από κάτω είχε
βάλει σουβλερές πέτρες. Δεν λουζόταν ποτέ ούτε χτενιζόταν, και τα μαλλιά της είχαν
σκληρύνει πολύ. Όταν κάποτε χρειάστηκε να τα σηκώσει από τα μάτια της, για να
βλέπει καλύτερα, αναγκάστηκε να τα κόψει με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα.
Παρ᾿ όλη όμως την αλουσία, το κεφάλι της ευωδίαζε.
Το φαγητό της ήταν λιτότατο, συνήθως
με ό,τι έβρισκε στην περιοχή: μανιτάρια, μούσκλια, αγριόχορτα, φτέρη, φύλλα των
δέντρων, ή με λίγη ντομάτα τουρσί, μουχλιασμένη. Τα σαββατοκύριακα έβαζε και
μια κουταλιά λάδι στο πιάτο της. Άλλες φορές άνοιγε καμιά κονσέρβα ψάρι και το
έτρωγε όταν είχε πιάσει ένα δάχτυλο μούχλα. Έτρωγε και σε παλιά σκουριασμένα
ορειχάλκινα σκεύη, αλλά δεν πάθαινε τίποτα. Όταν κάποιοι διαμαρτύρονταν για τις
«υπερβολές» της, τους απαντούσε: «Παιδεύω το σαρκίο μου».
Κι όμως, αυτή η αυστηρή με τον εαυτό
της ασκήτρια ήταν πολύ γλυκιά και επιεικής με τους άλλους. Δεν κρατούσε δραχμή
από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να τα δώσει στους
αναγκεμένους όταν θα ερχόταν η ώρα. Τα τότε κοριτσάκια, σημερινές γερόντισσες
της Κλεισούρας, που μιλούσαν ελληνικά και βλάχικα, αγαπούσαν τη συντροφιά της,
έστω κι αν δεν καταλάβαιναν τα ποντιακά της. Νουθετούσε τις άγαμες κοπέλες που
τύχαινε να παραστρατήσουν, φρόντιζε να παντρευτούν, τις προίκιζε από τα χρήματα
που της έδιναν και ανέθετε στην Παναγία την προστασία τους. «Η Παναΐα κι θα χαντ᾿
σας» (δεν θα σας χάσει η Παναγία), τους έλεγε.
Ποτέ δεν πλήγωσε ή στενοχώρησε
κανένα. Αν καταλάβαινε ότι κάποιος είχε προβλήματα μέσα του, περνούσε από δίπλα
του, του έλεγε ένα δυο λόγια, χωρίς να την αντιληφθούν οι άλλοι, απομακρυνόταν,
κι εκείνος την ακολουθούσε. Τον παρηγορούσε, τον συμβούλευε, τον ενίσχυε με τη
χάρη του Θεού, κι αυτός έφευγε άλλος άνθρωπος. Έλεγε πολλές φορές: «Αυτοί ήρθαν
μαύροι στην Παναγία και φεύγουν άσπροι». Γνώριζε πολλά σκάνδαλα από ιερείς,
μοναχούς, λαϊκούς...
Δεν κατηγορούσε ποτέ κανέναν, αλλά έλεγε: «Να σκεπάζετε,
να σας σκεπάζει ο Θεός».
Αγαπούσε και τα ζώα. Είχε μια
αρκούδα, που ζούσε στο δάσος και την έλεγε «ρούσα». Ερχόταν κι έπαιρνε τροφή
από τα χέρια της, της έγλειφε τα χέρια και τα πόδια από ευγνωμοσύνη κι
επέστρεφε στο δάσος. Έβαζε ψίχουλα στα περβάζια των παραθύρων για τα πουλάκια,
κι αυτά, όταν η αγία προσευχόταν, φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν. Σαν να
ζούσε στον Παράδεισο, πριν από την πτώση.
Είχε κοινωνία με την Παναγία και τους
Αγίους. Κάποτε αρρώστησε βαρειά, από σκωληκοειδίτιδα ή κήλη, ώστε να διπλωθεί
στα δύο από τον πόνο. Δεν δέχτηκε γιατρό αλλά ελεγε: «Θα ᾿ρθει η Παναγία να με
πάρει από τον πόνο». Έβαζε στουπιά η φυτίλια από τις κανδήλες, ώσπου σάπισε η
πληγή κι έβγαζε κακοσμία. Τότε της εμφανίστηκε η Παναγία με τον αρχάγγελο
Γαβριήλ και τον άγιο Γεώργιο. Της είπε ο αρχάγγελος: «Θα σε κόψουμε τώρα». Αυτή
απάντησε: «Είμαι αμαρτωλή, να εξομολογηθώ, να κοινωνήσω, και να με κόψεις». Μια
«εγχείρηση θα σου κάνουμε», της απαντά. Έγινε η επέμβαση, η Σοφία έγινε καλά
και συχνά σήκωνε χωρίς ντροπή την μπλούζα ή το φόρεμά της, για να δείξει στον
κόσμο την τομή που έκλεισε μόνη της.
Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 6 Μαΐου 1974.
Η ανακομιδή των λειψάνων της έγινε το 1982, και για μέρες ευωδίαζαν βασιλικό.
Κάποιες φορές η αγία έκανε
αλλοπρόσαλλα πράγματα, για να μην αποκτήσει φήμη ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι,
πολλοί την παρεξηγούσαν και την αποκαλούσαν «παλάλα», παλαβή. Όσο ζούσε, ήταν
γνωστή μόνο στην Κλεισούρα και στη γειτονική περιοχή της Πτολεμαΐδας· δεν είχε
ενταχθεί σε κανέναν από τους εκκλησιαστικούς κύκλους που συνηθίζουν να
διαφημίζουν τα ενάρετα μέλη τους. Μετά την κοίμησή της όμως, πολλοί, ακούγοντας
άλλους να διηγούνται τα θαύματα, τη διάκριση, τις συμβουλές και τη βοήθεια της
Αγίας, κατάλαβαν ποιον θησαυρό είχαν δίπλα τους και δεν τον εκτίμησαν. Όμως οι
προσευχές της ίσως να βοήθησαν και κάποιους απ᾿ αυτούς, χωρίς να το
αντιληφθούν. Απλοί άνθρωποι διηγήθηκαν ονομαστικώς και ενυπογράφως στον τοπικό
επίσκοπο πολλές ιάσεις που έγιναν δια πρεσβειών της, πριν και μετά την οσιακή
της κοίμηση, και πώς πολλές φορές τους συμπαραστάθηκε ψυχικά. Έτσι, η Μεγάλη
Εκκλησία την ενέταξε πέρυσι στις αγιολογικές δέλτους της και φέτος, την 1η
Ιουλίου, έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην
Καστοριά.
Οι δια Χριστόν σαλοί εμφανίζονται στη
βυζαντινή περίοδο. Είναι κάποιοι, που μετά από πολλή άσκηση, με έμπνευση του
Θεού, υποκρίνονται τους τρελούς, «ὑπάγουν, ἐμπαίζουσι τῷ κόσμῳ», όπως λέει ένας
άγιος του 6ου αιώνα, ο Συμεών, ο δια Χριστόν σαλός, στον συνασκητή του άγιο
Ιωάννη. «Μὴ φοβηθῇς, ἀδελφὲ Ἰωάννη· οὐ γὰρ
ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ βούλομαι τοῦτο πράξαι ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ κελεύοντός μοι», τον
διαβεβαιώνει, όταν αυτός του εκθέτει τους κινδύνους στους οποίους θα υποβάλει
τον εαυτό του.
Ένας λόγος για την προτίμηση αυτής
της παράδοξης ζωής είναι η αποφυγή της ανθρωπαρέσκειας και του κινδύνου της
υπερηφάνειας. Όπως γράφεται στον βίο του αγίου Συμεών, «ἡ δὲ εὐχὴ πᾶσα αὐτοῦ ὑπῆρχεν
τοῦ σκεπασθῆναι αὐτοῦ τὴν ἐργασίαν μέχρι τῆς αὐτοῦ μεταστάσεως ἐκ τοῦ βίου, ἵνα
διαφύγῃ τὴν τῶν ἀνθρώπων δόξαν, δι᾿ ἧς παραγίνεται ὑπερηφανία καὶ οἴησις ἡ καὶ ἀγγέλους
ἀπολέσασα ἐξ οὐρανῶν.» Κι ο Θεός τον εισακούει. «Καὶ γὰρ τοσαύτας θαυματουργίας
αὐτοῦ ἐπιτελέσαντος καὶ τοσαῦτα παράδοξα κατεργασαμένου, [...] οὐκ ἐγένετο δήλη
ἡ τοῦ ὁσίου έργασία τοῖς ἀνθρώποις», συνεχίζει ο βιογράφος του.
Ένας δεύτερος λόγος είναι η αποφυγή
του συγχρωτισμού με τις εξουσίες του κόσμου και η απόρριψη των κοινωνικών
συμβάσεων στις οποίες είχαν εθιστεί οι χριστιανοί μετά την επικράτηση της
Ορθοδοξίας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Προσπαθούν να μιμηθούν τους πιστούς των
πρώτων αιώνων, που ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας, χαρακτηρίζονταν «μωροὶ διὰ Χριστὸν»[1] και
γίνονταν «θέατρον ... τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις»[2], όπως ο Απόστολος
Παύλος. Να μιμηθούν τους μάρτυρες και να μαρτυρήσουν με τη ζωή τους πως η
κοινωνία αυτή είναι πρόσκαιρη και πως το «πολίτευμα» των χριστιανών βρίσκεται
στους ουρανούς[3].
Γι᾿ αυτό και κάνουν σκανδαλώδη
πράγματα, διασαλεύοντας την κοινωνική και την εκκλησιαστική τάξη, καταπατώντας
επιδεικτικά τη συμβατική ηθική, προκαλώντας αμηχανία και δυσανασχέτηση στους
πολλούς, επισύροντας δαρμούς, εξευτελισμούς και την έσχατη κοινωνική απόρριψη.
Κάποιοι όμως, διακρίνουν την αγιότητα κάτω από το σχήμα της τρέλας, τους
πλησιάζουν, εκπλήσσονται από την ισάγγελη ζωή τους και δέχονται κάτι από τη
χάρη του Θεού που έχουν άφθονη. Κάτω από τα προσχήματα μιας ανορθόδοξης και
σκανδαλώδους συμπεριφοράς, οι δια Χριστόν σαλοί ευεργετούν τους συνανθρώπους με
διδασκαλίες και θαύματα, τους ελέγχουν για παρεκτροπές και τους διορθώνουν,
επιβάλλοντας όμως πάντα στους ευεργετούμενους τη σιωπή, για να μην
αποκαλυφθούν. Συνήθως, ενώ οι εκκλησιαστικές αρχές τους αγνοούν ή τους
καταφρονούν, έχουν ένα εκκλησιαστικό πρόσωπο στο οποίο «αναφέρονται» και μέσω
του οποίου διατηρούν δεσμούς και με τη στρατευομένη Εκκλησία. Στο τέλος της
ζωής τους, ο Θεός τους δοξάζει με υπερφυσικά φαινόμενα, οι ευεργετηθέντες
αποκαλύπτουν τις ευεργεσίες τους κι η Εκκλησία τους τιμά ως Αγίους.
Σε πολλά οι δια Χριστόν σαλοί μάς
θυμίζουν και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ζουν με μεγάλη εγκράτεια και
άσκηση, ελέγχουν πλούσιους και υψηλά ιστάμενους, τιμωρούν και κάποιους
σωματικά, για το καλό τους. Ενεργούν με μιαν άλλη εξουσία, μη θεσμική, αυτήν
από τον Θεό, και διασώζουν το προφητικό χάρισμα μετά Χριστόν.
Οι αυθεντικοί δια Χριστόν σαλοί είναι
ελάχιστοι (εκτός από τον άγιο Συμεών, κατά τη βυζαντινή περίοδο γνωρίζουμε την
αγία Ισιδώρα της μονής των Ταβεννησιωτών και τους οσίους Θεόδωρο, Παύλο εκ
Κορίνθου, Θωμά Αντιοχείας, Μάρκο «τον του Ίππου», Ανδρέα Κωνσταντινουπόλεως και
Σάββα τον Βατοπεδινό). Περισσότεροι είναι αυτοί που, όχι από θέλημα Θεού αλλ᾿
από εγωιστικούς λόγους, μιμούνται την ακραία συμπεριφορά τους. Η Πενθέκτη
Οικουμενική Σύνοδος (692) καταδικάζει τους «υποκρινομένους δαιμονᾶν» και
«τρόπων φαυλότητι προσποιητῶς τὰ ἐκείνων σχηματιζομένους»[4]. Η διάθεση όμως
κάποιων να υποκρίνονται σαλότητα, για ν᾿ αποκτήσουν κάποια φήμη φανερώνει μια
κοινωνία που εκτιμούσε και όσους ζούσαν στα περιθώριά της.
Μάλλον τα άκρα είναι πιο προσφιλή στη
ρωσική ψυχοσύνθεση απ᾿ ό,τι στη δική μας. Γι’ αυτό, δια Χριστόν σαλοί με
ακραίες συμπεριφορές παρουσιάζονται περισσότεροι στη Ρωσία, μέχρι πρόσφατα. Ο
Ταρκόφσκι γράφει γι᾿ αυτούς: «Οι άνθρωποι αυτοί, με την εξωτερική τους κιόλας
εμφάνιση, σαν προσκυνητές και κουρελιάρηδες ζητιάνοι, τραβούσαν την προσοχή των
«φυσιολογικών» ανθρώπων στις προφητείες, στις εξιλαστήριες θυσίες και στα
θαύματα πέρα απ’ τα όρια του «κανονικού» κόσμου. Μόνο η τέχνη διασώζει σήμερα
κάποια ίχνη αυτού του υπερφυσικού κόσμου.»[5] Όμως και στην εποχή του υπήρχαν
κάποιοι δια Χριστόν σαλοί στη χώρα του, μόνο που δεν γίνονταν ευρύτερα γνωστοί
λόγω της αυστηρής σοβιετικής λογοκρισίας.
Στα καθ᾿ ημάς, κάποιοι Άγιοι κάποιες
φορές μεταχειρίζονται σχήματα σαλότητας, για ν᾿ αποφύγουν τον έπαινο του δήμου
και τη δόξα των ανθρώπων, αλλά δεν φτάνουν σε ακραίες συμπεριφορές. Έχω υπ᾿
όψιν μου τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη (†1924), την αγία Σοφία και κάποιους
αγιορείτες του 20ού αιώνα, σαν τον γέροντα Γεώργιο τον αναχωρητή, τον Κώστα τον
Καβιώτη, τον γέροντα Ιάκωβο της Νέας Σκήτης (†1982), τον γέροντα Τιμόθεο
τηςΚαψάλας (†1989),τον γέροντα Ηρωδίωνα τον Ρουμάνο (†1990) κι έναν ανώνυμο
Ρώσο μοναχό, που είτε είχαν λάβει το μοναχικό σχήμα, είτε περιφέρονταν στο Όρος
ως λαϊκοί[6]. Δεν κάνουν εξαλλοσύνες για να προκαλέσουν αλλά υποκρίνονται
κάποιες «παραξενιές», μιαν ελαφρότητα ή μια «χαζομάρα», που η συμβατική ηθική
πολλών χριστιανών δεν τους τα συγχωρεί. Είναι μια προσπάθεια κυρίως να κρυφτούν
αλλά και να δείξουν πόσο διάτρητος είναι ο ηθικισμός που διέσπειραν οι
μισιονάριοι κι οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις στη χώρα μας.
Οι Άγιοι, κυρίως όσοι ‒όπως οι
προαναφερθέντες‒ δεν έχουν προβληθεί στη διάρκεια της ζωής τους από
εκκλησιαστικούς ή άλλους κύκλους, αρδεύουν μυστικά τις χριστιανικές ρίζες του
λαού μας, ώστε ν᾿ αντέξει στους ανέμους της εκκοσμίκευσης, της χλιαρότητας, του
μηδενισμού, της κάλπικης «προοδευτικότητας», της κυριαρχίας του ευτελούς και
κίβδηλου στον δημόσιο λόγο, κλπ. που φυσούν στην επιφάνεια. Στηρίζουν τον λαό
και μεσιτεύουν στον Θεό γι᾿ αυτόν. Είναι σαν τους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης
που δεν αφήνουν την κοινωνία να αποσυντεθεί και καταστραφεί. Είναι η μυστική
δύναμη του λαού μας. Αυτοί μας τρέφουν πνευματικά κι αποτελούν την ελπίδα μας
για το παρόν και το μέλλον.
[i] Τα περισσότερα στοιχεία για τον
βίο της οσίας Σοφίας προέρχονται από το βιβλίο «Σοφία Χοτοκουρίδου. Μια λαϊκή
ασκήτρια», Θεσσαλονίκη 2006. Κάποια βασίζονται σε άρθρα διάσπαρτα σε
εφημερίδες και περιοδικά και σε χειρόγραφες ή δακτυλόγραφες μαρτυρίες που έχω
υπ᾿ όψιν. Τα αποσπάσματα του βίου του οσίου Συμεών παρατίθενται από το βιβλίο
Λεοντίου Νεαπόλεως, Ο άγιος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός, Θεσσαλονίκη 1984, που
αναδημοσιεύει το κείμενο του Migne (PG 93, 1670-1748).
Σημειώσεις
[1] Α΄ Κορ. 4, 10.
[2] ό.π., 4, 9.
[3] βλ. Φιλ. 3, 20.
[4] Από την εισαγωγή του βιβλίου
Λεοντίου Νεαπόλεως, Ο άγιος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 8.
[5] Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία, Αθήνα
1990, σ. 186.
[6] Βλ. Μον. Παϊσίου Αγιορείτου,
Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 21993, σσ. 81-85 (γέρο
Γεώργιος) και 91-94 (Κώστας ο Καβιώτης), Από την ασκητική και ησυχαστική
αγιορείτικη παράδοση, Μεταμόρφωση Χαλκιδικής 2011, σσ. 99-109 (Κώστας ο
Καβιώτης), 254-260 (γέρο Ηρωδίων) και σσ. 406-407 (ανώνυμος Ρώσος) και
Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας, Άγιον Όρος το υψηλότερο σημείο της γης, Αθήνα 2000,
σσ. 114-117 (γέρο Ηρωδίων).
πρώτη ανάρτηση:
http://ahdoni.blogspot.gr/ 2012/07/i.html
Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ. ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΙΒΗΡΙΤΗΣ.
Η φύση μας ζητά την κοινωνία με τον
Θεό και τον συνάνθρωπο. «Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν, ὡς τὸ κοινωνεῖν
ἀλλήλοις καὶ χρήζειν ἀλλήλων καὶ ἀγαπᾷν τὸ ὁμόφυλον, γράφει ο Μ.
Βασίλειος.[1]Αυτόν τον χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής διασώζει το κοινόβιο, κατά
τον ίδιο Άγιο, ώστε ούτε το «παρὸν» να γίνεται «ἄχρηστον» ούτε το «ἐλλεῖπον
απαραμύθητον».[2]Διασώζεται «ἡ τῶν μελῶν πρὸς ἄλληλα σχέσις τε καὶ ὑπηρεσία καὶ
ὑποταγὴ πρὸς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν, ἥτίς ἐστιν ὁ Χριστὸς»[3]και η «ἐν τῷ ἑνὶ τοῦ
Πνεύματος ἐνέργεια εἰς πάντα ὁμοῦ διαβαίνει»[4]. Έτσι, το κοινόβιο είναι εικόνα
της Εκκλησίας, «στάδιον ἀθλήσεως καὶ προκοπῆς εὐοδία καὶ διηνεκὴς γυμνασία καὶ
μελέτη τῶν τοῦ Κυρίου ἐντολῶν [...] σκοπὸν μὲν ἔχουσα τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ [...]
χαρακτῆρα δὲ σώζουσα τῶν ἐν ταῖς Πράξεσιν ἱστορουμένων ἁγίων».[5]
Γίνεται κανείς μοναχός, γιατί βρίσκει
το νόημα της ζωής του στην κοινωνία με τον Θεό. Νιώθει την προσωπική του
ανεπάρκεια και ζητά το έλεός Του. Στη φιλανθρωπία της, η Εκκλησία έχει
οικονομήσει πολλούς τρόπους μοναχικής ζωής. Άλλοι, διαφορετικά ο καθένας, τους
αξιολόγησαν. Εμείς θ᾿ αρκεστούμε στα λόγια του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου:
«Ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἔργοις καὶ πράξεσιν ὁ διὰ Θεὸν βίος παμμακάριστος».[6]
Το κοινόβιο ακολουθεί μια μέση οδό,
χωρίς ακρότητες. Είναι ένας τρόπος να οικονομηθούν διάφοροι χαρακτήρες και
εφέσεις μέσα σ᾿ ένα χώρο κι έναν τύπο ζωής. Κι έχει επιτυχή αποτελέσματα, γιατί
δεν είναι ανθρώπινο έργο. Ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ίδρυσε και το
συνέχει. Αυτός δήλωσε στον άγιο Παχώμιο, τον πρώτο κοινοβιάρχη: «Θάρσει, ὅτι ἡ ῥίζα
τοῦ σπέρματός σου ἕως αἰῶνος οὐ μὴ ἐκλείπῃ· καὶ ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος
φυλαχθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐπὶ τῆς γῆς».[7]
Στο κοινόβιο υπάρχει ένα ορατό
πλαίσιο που βοηθά τον μοναχό να εγκεντρισθεί στην «καλλιέλαιον» της Εκκλησίας,
με τις ακολουθίες, τον κανόνα, τα διακονήματα, την υπακοή... Υπάρχει μια
νομοθεσία, οι αγγελικές και πατερικές «ὑποτυπώσεις», που χαράζουν την πορεία
προς την ελευθερία. Όταν ο άγιος Παχώμιος θεωρεί λίγο τον κανόνα της προσευχής,
ο Άγγελος του απαντά: «Ἱκανόν. Ταῦτά τε διετύπωσα, ὡς φθάνειν καὶ τοὺς μικροὺς ἐπιτελεῖν
τὸν κανόνα καὶ μὴ λυπεῖσθαι ὡς ἀποιήτους· οἱ δὲ τέλειοι νομοθεσίας χρείαν οὐκ ἔχουσιν,
καθ᾿ ἑαυτῶν γὰρ ἐν ταῖς κέλλαις ὅλον ἑαυτῶν τὸ ζῇν τῇ τοῦ Θεοῦ νομοθεσίᾳ
παραχωρείτωσαν».[8]
Στην Εκκλησία ικανοποιούνται οι
εφέσεις της ανθρώπινης φύσεως. Και στα πλαίσια του κοινοβίου κανείς αξιοποιεί
σωστά τις δυνατότητες και καλλιεργεί τον χαρακτήρα του. Η υπακοή, η προσπάθεια
ν᾿ ακολουθήσει κανείς το θέλημα του Θεού, τον καθαίρει και ενοποιεί τις
δυνάμεις που διέστρεψε ο εγωισμός. Έτσι, κάνει το μικρό του έργο, χωρίς να το
απολυτοποιεί εγωιστικά, αλλά με το να το εντάσσει στο κοινό σώμα της μονής, στο
κοινό σώμα της Εκκλησίας, και να δέχεται τη χάρη του Χριστού, της κεφαλής του
σώματος. Έτσι, από τη σύνολη κοινότητα του κοινοβίου είναι δυνατό να τηρηθούν
όλες οι εντολές, να μεταδοθούν τα χαρίσματα, να φανερωθούν και θεραπευτούν τα
ελαττώματα και ν᾿ αναπληρωθούν οι ελλείψεις, όπως διδάσκει ο Μέγας
Βασίλειος.[9]
Το κάθε τι βρίσκει τη θέση που του
αρμόζει. Ο κάθε μοναχός ενεργεί διαφορετικά, μέσα στα πλαίσια του κοινοβίου.
Όμως, και το παραμικρό που κάνει αποκτά σωτήρια σημασία. Είναι χαρακτηριστικοί
οι αδιάλειπτοι έπαινοι στις κατηχήσεις ενός μεγάλου κοινοβιάρχη, του αγίου
Θεοδώρου του Στουδίτου, για το κάθε ένα ‒σημαντικό ή ασήμαντο‒ διακόνημα και τα
επιγράμματα που αφιερώνει στον κάθε ένα διακονητή. Σ᾿ αυτά βλέπουμε τη γεμάτη
στοργή ποιμαντική της Εκκλησίας. Αγιάζεται κάθε υλική απασχόληση κι η
πνευματική ζωή παίρνει σάρκα.
Με την ταπεινή και αφανή ζωή του, ο
άγιος Ευφρόσυνος, άσημος μάγειρας κάποιου μοναστηριού, γεύεται τα παραδείσια
μήλα. Η αγία Ισιδώρα του κοινοβίου των Ταβεννησιωτών προσκυνείται και
ανακηρύσσεται πανηγυρικά από τον μεγάλο γέροντα της ερήμου όσιο Πιτυρούν. Έτσι,
πέρα από μια ορατή, υφίσταται και μια αόρατη ιεραρχία στο κοινόβιο που, όταν
αποκαλύπτεται σε ονομαστούς γέροντες, τους κάνει να φιλούν τα πόδια άσημων και
παραριγμένων μοναχών.
Στο μοναστήρι αξιοποιείται η
καθημερινότητα. Πράξεις απλές, όπως η συμμετοχή στη θεία λατρεία ή μια ασήμαντη
απασχόληση, δεν φέρνουν ανία αλλ᾿ εναποθηκεύουν αόρατα τη θεία χάρη στην ψυχή
‒όταν γίνονται κατά Θεόν‒, σαν σταγόνες σε δεξαμενή. Αρκεί μια φανέρωση της
Χάριτος, για να στερεωθεί μέσα στον μοναχό η «πληροφορία τῆς πίστεως».[10] Έτσι, νιώθει κανείς την αξία των λίγων και
μικρών που κάνει και βεβαιώνεται ότι βαδίζει στον σωστό δρόμο.
Βοηθούν και οι αδυναμίες των άλλων.
Με τις συγκρούσεις που προκαλούν, ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του, τις δικές
του αδυναμίες. Λειαίνονται οι αδελφοί, όπως οι πέτρες που παρασέρνει το ποτάμι
και τις τρίβει μεταξύ τους. Αλλά και οι ελλείψεις αναπληρώνονται. Το
«περίσσευμα» της προσευχής, της εργατικότητας ή της σοφίας του ενός αναπληρώνει
το υστέρημα του άλλου. Μια παροδική αδυναμία του ενός στον κοινόν αγώνα δεν
φέρνει απελπισία ή καταστροφή, προσωπική ή συλλογική. Σαν ένα σώμα, η
αδελφότητα πορεύεται τον ίδιο δρόμο, αντιμετωπίζει τον ίδιον αντίπαλο κι έχει
τη δυνατότητα να συγκρατεί ένα μέλος, όταν εκείνο ατονήσει, μέχρι να δυναμώσει
και να συμμετάσχει ξανά στον αγώνα, βοηθώντας ενδεχομένως κι άλλους με τη σειρά
του.
Δεσπόζουσα είναι η παρουσία του
ηγουμένου, που είναι ο Γέροντας, ο πατέρας των αδελφών, στον οποίον ο Κύριος
έχει εμπιστευθεί τις ψυχές τους. Με τη χάρη του Θεού, διερμηνεύει το θέλημά Του
για τον κάθε ένα μοναχό. Από υψηλή σκοπιά διακρίνει τις μεθοδείες του πονηρού
και διατηρεί ασφαλές το λογικό του ποίμνιο. Όπως ο θεόπτης Μωυσής και ο
Απόστολος Παύλος, μεσιτεύει ανάμεσα στον Θεό και στα πνευματικά του τέκνα,
προσεύχεται γι᾿ αυτά και τα οδηγεί στη σωτηρία. Κι οι αδελφοί, υπακούοντάς τον,
υπακούουν στον Θεό που τον έθεσε ως κεφαλή τους και τον φωτίζει.
Η υπακοή φέρνει τη χάρη του Θεού και
μ᾿ αυτήν οι τυφλοί πνευματικά αναβλέπουν ακόπως, κατά τον άγιο Ιωάννη της
Κλίμακος.[11]
Ελεύθεροι από το βάρος του εγωιστικού
τους θελήματος, βαδίζουν απερίσπαστα. Έτσι προχωρεί το σκάφος της αδελφότητος,
με κυβερνήτη τον ηγούμενο, που μεριμνά και για τις ποικίλες διοικητικές και
οικονομικές ανάγκες του κοινοβίου· με ναυκλήρους τους πνευματικούς ή άλλους
παλαιότερους αδελφούς, που με την πείρα τους στηρίζουν τα νεώτερα μέλη και
βοηθούν τον ηγούμενο να χαράξει την πορεία· και ναύτες τους αδελφούς, που κάθε
ένας τους συμβάλλει στη ζωή του μοναστηριού από την πλευρά του και κατά τις
δυνάμεις του.
Εκδήλωση αυτής της πορείας είναι και
οι ‒συνήθως εβδομαδιαίες‒ συνάξεις. Σ᾿ αυτές ο Γέροντας δίνει κατευθύνσεις σε
ορισμένα γενικότερα θέματα της ζωής των αδελφών και της λειτουργίας της μονής
και υπομνηματίζει τη σημασία διαφόρων εορταστικών και λειτουργικών περιόδων.
Και οι αδελφοί αναφέρονται στα καθημερινά ζητήματα, ανταλλάσσουν την πείρα τους
και συζητούν σχετικά.
Στοιχείο αναπόσπαστο της
μοναστηριακής ζωής είναι και η φιλοξενία των προσκυνητών. Τα τελευταία χρόνια
έρχονται πολλοί στο Όρος, Έλληνες και αλλοδαποί, Ορθόδοξοι και μη, διαφόρων
ηλικιών και επαγγελμάτων. Οι προσκυνητές εντάσσονται στο πρόγραμμα της μονής.
Ένας αδελφός αναλαμβάνει την υποδοχή τους, άλλοι την τακτοποίησή τους στο
«αρχονταρίκι» (ξενώνα) κι άλλοι την επαφή μαζί τους. Συμμετέχουν στην ακολουθία
και τρώνε στην κοινή τράπεζα. Ησυχάζουν για λίγο από τις εγκόσμιες μέριμνες και
συζητούν τα προβλήματα που τους απασχολούν.
Έτσι, το κοινόβιο είναι έξω από τον
κόσμο αλλά συμμετέχει στη ζωή του με τον δικό του τρόπο. Δεν εντάσσεται στις
υπάρχουσες κοινωνικές δομές, είναι όμως κοινότητα με τη δική της συγκρότηση, με
κέντρο τον Θεάνθρωπο και πνεύμα θυσίας. Γι᾿ αυτό και είναι κοινωνία ανοιχτή και
μπορεί να δεχτεί τον καθένα και να τον βοηθήσει να βρει τη χαμένη προσωπική ή
συλλογική ενότητα.
Τον χαρακτήρα του κοινοβίου
υποδηλώνει και η αρχιτεκτονική του. Στη μέση το «καθολικό» (ο κεντρικός ναός)
και γύρω τα κελλιά των αδελφών, η τράπεζα, ο ξενώνας, χώροι εργασιών και
αποθήκες. Η καρδιά της μονής πάλλει στο καθολικό. Όλες οι λειτουργίες
(διακονήματα, φαγητό, συνάξεις, ανάπαυση) έχουν κέντρο τους τη θεία Λειτουργία.
Αποτελούν την προσκομιδή: προσφορά της
κτίσεως, των ανθρωπίνων έργων, της υπάρξέως μας... στον Θεό, τα «σὰ ἐκ τῶν σῶν»,
απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της θείας Λειτουργίας.
Η θεία λατρεία επεκτείνεται σ᾿ όλη τη
ζωή του κοινοβίου. Κάθε πράξη γίνεται υπό το πρίσμα της. Κάθε τι είναι ιερό,
γιατί προσφέρεται στον Θεό. Η εργασία γίνεται για τον Θεό και τον πλησίον,
μοναχό ή προσκυνητή. Με το φαγητό και τον ύπνο, απονέμονται στη φύση τα χρειώδη
του σώματος· κι όταν γίνεται σωστή χρήση τους, δοξάζεται ο Θεός που τα
οικονόμησε έτσι. Κι ένας περίπατος, σαν τη χορδή του τόξου που χαλαρώνει, κατά
τον Μ. Αντώνιο, οικονομεί την αδυναμία της φύσεως και, με τη χάρη του Θεού,
συντελεί στην ωρίμανσή της. Όλα μπορούν να γίνουν προσφορά στον Θεό κι όλα να
συνδυαστούν με την προσευχή. Η ευχή του Ιησού είναι επίκαιρη κάθε στιγμή.
Το πρόγραμμα του κοινοβίου είναι το
πλαίσιο που, όταν αξιοποιηθεί, συντονίζει τα μέγιστα τη ζωή του μοναχού με τον
ρυθμό της Εκκλησίας. Αν και υπάρχουν διαφορές από μοναστήρι σε μοναστήρι, είναι
το ίδιο σε γενικές γραμμές. Η καθημερινή ζωή αρχίζει λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Πρώτο μέλημα και σκέψη του μοναχού, η «πρωτόνοια», ο κανόνας του: μερικά
κομποσχοίνια με την ευχή του Ιησού και με προσκυνητές ‒μικρές‒ μετάνοιες και
μια ή δυο εκατοντάδες μεγάλες, όπως έχει ορίσει ο Γέροντας για τον κάθε ένα.
Έτσι, η ενέργεια του νου, τη στιγμή που είναι καθαρός, προσφέρεται στον Θεό.
Μ᾿ αυτά τα θεία νοήματα πηγαίνει στη
συνέχεια στο καθολικό, όπου, με το Μεσονυκτικόν, αρχίζει η πρωινή ακολουθία.
Μετά τη γαληνή απαγγελία του Μεσονυκτικού, του Εξάψαλμου και των Ψαλμών του
Όρθρου, ο εγκωμιασμός και η επίκληση της βοήθειας των Αγίων και της Παναγίας,
με τους κανόνες και την «Τιμιωτέραν». Κορύφωση του Όρθρου, η αίνεση του Θεού,
με τους Αίνους και τη Δοξολογία. Μετά την ανάγνωση των Ωρών, τελείται η θεία
Λειτουργία: διάλογος με τον Κύριο· προσφορά του εαυτού μας και των έργων μας
και αντιπροσφορά του ίδιου του Κυρίου, ορατά και αόρατα, με την άκτιστη χάρη
Του στα κτιστά είδη του ψωμιού και του κρασιού που μεταβάλλονται σε σώμα και
αίμα Του. (Κατά τις μεγάλες γιορτές όλες οι ακολουθίες τελούνται λαμπρότερα,
μαζί στην αγρυπνία, που αρχίζει λίγο μετά τη δύση του ηλίου και διαρκεί από
εφτά έως δέκα ώρες.) Στη συνέχεια, στα περισσότερα μοναστήρια οι αδελφοί
αποσύρονται στα κελιά, για να διατηρήσουν τη χάρη της θείας Λειτουργίας και να
αναπαυθούν, αν είναι κουρασμένοι από την ακολουθία.
Λίγες ώρες μετά, το κοινό γεύμα.
(Στις αργίες, αμέσως μετά τη θεία Λειτουργία, με πομπή και ύμνους,
κατευθύνονται οι αδελφοί προς την τράπεζα.) Αφού ευλογηθεί το φαγητό από τον
ηγούμενο, οι αδελφοί τρώνε, ενώ ο αναγνώστης διαβάζει βίους Αγίων, πανηγυρικούς
λόγους ή πατερικά κείμενα σχετικά με τη μοναχική ζωή. Έτσι, ευλογείται ο
χορηγός της υλικής τροφής Θεός και παράλληλα τρέφεται κι ο νους με θεία
νοήματα. Η υλική πράξη αγιάζεται και γίνεται πνευματικό γεγονός.
Στη συνέχεια οι αδελφοί πηγαίνουν στα
«διακονήματα», δηλαδή στις διάφορες εργασίες για τη λειτουργία και συντήρηση
της μονής και τη φιλοξενία των προσκυνητών. Καθένας, κατά την κλίση του και
κατά τις ανάγκες της μονής, επιτελεί επί ένα και περισσότερα χρόνια ένα
ορισμένο διακόνημα. Προσφέρει κατά τις δυνάμεις του. Οι δυνατότεροι εργάζονται
περισσότερο, κάποιοι άλλοι λιγότερο, αξιοποιώντας διαφορετικά τον χρόνο τους
και βοηθώντας ανάλογα το κοινόβιο με την πνευματική μελέτη, την προσευχή, την
«ησυχία»... Τα διακονήματα, βαρύτερα ή ελαφρύτερα, δύσκολα ή εύκολα,
χειρωνακτικά ή όχι, όταν γίνονται εν Χριστώ, έχουν την ίδια αξία και προσφέρουν
εξίσου στο κοινό.
Μετά τη λήξη των εργασιών, τρεις ώρες
πριν από τη δύση του ηλίου, αρχίζει ο Εσπερινός, μια δοξολογία του Θεού για το
ιλαρό φως Του που μας χαρίζει με το τέλος της ημέρας. Την Τρίτη, Πέμπτη,
Σάββατο και Κυριακή (εκτός από την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής και της
νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, οπότε αυτό συμβαίνει μόνο τα σαββατοκύριακα)
υπάρχει δείπνο μετά τον Εσπερινό. Λίγο πριν από τη δύση του ηλίου, τελείται το
Απόδειπνο, η τελευταία ακολουθία της ημέρας, που συνδυάζεται με τους
Χαιρετισμούς.
Μετά παύει κάθε κίνηση στη μονή, η
εξωτερική πόρτα κλείνει κι οι αδελφοί αποσύρονται στα κελιά τους κατ᾿ ιδίαν, να
αναλογιστούν μπροστά στον Θεό τη μέρα που πέρασε, να μελετήσουν, προσευχηθούν
κι αναπαυθούν. Η μέρα, όπως άρχισε, έτσι και τελειώνει: με τη μνήμη του Θεού.
Κι η ζωή του μοναχού αποτελεί έναν κύκλο με κέντρο τον Θεό. Αυτός είναι η αρχή
και το τέλος της μέρας, αλλά κι η αρχή, η οδός και το τέλος της ανθρώπινης
ζωής.
Σημειώσεις
1 Όροι κατά πλάτος, γ΄.2 ό.π., ζ΄, 1.3
ό.π., ζ΄, 2.
4 ό.π.5 ό.π., ζ΄, 4.6 Κεφαλαίων γ΄
εκατοντάς, 65.7 Βίος α΄, ΒΕΠΕΣ τ. 40, σ. 206.
8 ό.π., σ. 124.9 ό.π., ζ΄, 2.10 βλ.
Εβρ. 10,22.
πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ορθόδοξη μαρτυρία", τεύχος 15 (Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1985), σσ. 45-47. Αναρτάται εδώ με ανεπαίσθητες αλλαγές.
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
Π ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
Ο Ιερομόναχος Πατέρας Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης ( Ιερά Μονή Σίμωνος πέτρας Αγίου όρους ) παραχωρεί τηλεοπτική συνέντευξη στο τηλεοπτικό κανάλι των Τρικάλων.
Ο ιππότης με την πέτρινη καρδιά. Παιδικό από την 4Ε
Παιδικό κουκλοθέατρο, μικρό αφιέρωμα. Σχετικά με την σημασία
και το νόημα της σκληροκαρδίας αλλά και των αρετών της ψυχής. Καθώς και ένα
αφιέρωμα για το πώς πρέπει να ενδιαφερόμαστε και να φροντίζουμε το περιβάλλον
που ζούμε Μία θαυμαστή προσφορά για τα παιδιά μας από τον ορθόδοξο, ελληνικό
τηλεοπτικό σταθμό της Εκκλησίας 4Ε
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΡΑΒΒΙΝΟΥ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.
Ατυχίες στη ζωή, ασθένεια ή
θάνατος αγαπητού προσώπου οδηγούν τον κόσμο συχνά στην προσευχή. Όμως αν
βελτιωθούν οι καταστάσεις όχι μόνο ο παλμός της προσευχής ελαττώνεται αλλά και
η προσευχή αυτή καθαυτή μας φαίνεται χωρίς σκοπό. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο
είδος προσευχής, η προσευχή του πνεύματος, συνδεδεμένη με την αιωνιότητα. Εδώ
καμιά εξωτερική ευτυχία δεν μπορεί να θεραπεύσει τους πόνους της ψυχής, που
υποφέρει στην αποτυχία της κατά την αναζήτηση της αιωνιότητας. Τότε η προσευχή
γίνεται φυσιολογική κατάσταση της ψυχής και η χάρη του Αγίου Πνεύματος την
επισκέπτεται ξαφνικά, ανεξερεύνητα, για να της προσφέρει μια πρόγευση της
αιωνιότητας. Γι’ αυτή την επίσκεψη ζητιέται εκ των προτέρων ακεραιότητα και
πίστη. Έχω μπροστά μου ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, ένα γράμμα κάποιου που
διετέλεσε ραββίνος.
«Γιατί εγώ, που τελευταία
διατέλεσα ραββίνος, γράφει, έγινα χριστιανός; Η ερώτηση μου φαίνεται παράξενη.
Έγινα χριστιανός κατόπιν σχεδίου, με σκοπό, και ύστερα από υπολογισμό; Όχι, η
χάρη του Θεού με έκαμε χριστιανό. Η μεταστροφή μου είναι για μένα μυστήριο,
μπρος στο οποίο κλίνω το κεφάλι μου με σεβασμό. Ήταν το Άγιο Πνεύμα και μόνο
που με μεταμόρφωσε.
Όταν δέχθηκα το Χριστό, οι διατάξεις του Δευτερονομίου
έπαψαν να με οδηγούν στο Θεό … αισθάνομαι τον εαυτό μου συνέχεια να γεμίζει όλο
και περισσότερο με θεία αγάπη. Ξαφνικά, απροσδόκητα, ανεξάρτητα από κάθε
προσπάθεια μου, ένα φως έλαμψε σε μένα, φως το οποίο πριν από χρόνια, όταν
ήμουν αφοσιωμένος Ιουδαίος, ήταν μια μακρινή αναλαμπή. Ξαφνικά είδα μέσα μου
τον μόνο Άγιο, το Μυστήριο των μυστηρίων, την καθαρότητα πέρα από κάθε
καθαρότητα …
Όσο αφορά τη θρησκευτική ηθική είναι σε πολλά η ίδια στον
Ιουδαϊσμό όπως και στον Χριστιανισμό. Οι εντολές που αφορούν την ηθική
εκφράζονται σε ιδανικούς τύπους. Στην πράξη όμως διαφέρουν ζωτικά. Η
χριστιανική ηθική όμως δίνεται εκ των άνω, από το Άγιο Πνεύμα το οποίο κατέβηκε
σε μας μόνο μετά την ανάσταση του Χριστού. Είναι το ίδιο Πνεύμα το οποίο οι
ευσεβείς Ιουδαίοι επιζητούν, το αισθάνονται, το βλέπουν αλλά μόνον από μακριά.
Όμως ο αληθινός χριστιανός ζει εν Αγίω Πνεύματι με την πίστη στον Ιησού Χριστό.
Το Άγιο Πνεύμα αιχμαλωτίζει ακόμα και το σώμα μας με την γλυκύτατη αγάπη του,
ελευθερώνοντάς το από τη δουλεία των παθών, έως ότου το ίδιο το σώμα επιζητήσει
την ανάλυσή του στο Πνεύμα. Και έτσι δεν ήμουν εγώ που έγινα από τον εαυτό μου
χριστιανός, αλλά ο Θεός έστειλε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος του και έγινα ό,τι
έγινα …
Το Πνεύμα αναπαύεται μέσα στον αληθινό χριστιανό και τον περιβάλλει από
παντού. Και τούτο συμβαίνει με την πίστη στο
Χριστό. Αυτή είναι η πορεία. Η πίστη προσελκύει το Άγιο Πνεύμα, ενώ το Άγιο
Πνεύμα ενισχύει την πίστη, φροντίζει για σένα, σε ενισχύει, ενθαρρύνει τη διακαή
επιθυμία σου για τη βασιλεία του Θεού … Σ’ αυτούς οι οποίοι δεν γεύθηκαν ακόμα
την αληθινή χάρη οι λόγοι μου θα φανούν ακατανόητοι. Η πορεία της αληθινής
μεταστροφής δεν μπορεί να ερμηνευτεί ή να περιγραφεί. Είναι κάτι που το μάτι
δεν μπορεί να δει και το αυτί να ακούσει. Γεμάτος από χριστιανικά συναισθήματα,
ακούω την ψυχή μου να συνομιλεί μαζί μου λέγοντας μου για την εν Χριστώ
αναγέννηση μου. Αλλά μιλάει τη γλώσσα της σιωπής, την οποία δεν βρίσκω λόγους
να ερμηνεύσω.
Γνωρίζω όμως πως η ψυχή μου ψάλλει ένα νέο ύμνο, ένα γλυκύ ύμνο
για την αγάπη που με λύτρωσε από την δύναμη του παρελθόντος. Και ο ύμνος αυτός
με μεταμόρφωσε και γέννησε μέσα μου μια νέα επιθυμία, νέους διακαείς πόθους.
Τώρα βρίσκομαι, λοιπόν, στην αγάπη του Χριστού και γνωρίζετε ότι ο άνθρωπος που
βρίσκεται στην αγάπη του Χριστού δεν επιθυμεί να φιλοσοφεί. Ζητά ένα και μόνο:
να αγαπά αιωνίως. Θέλετε να με καταλάβετε; Θέλετε να λάβετε πείρα της χάριτος
του Χριστού; Τότε ζητήστε αυτή τη χάρη από το Θεό που μπορεί να σας την δώσει.
Κι αν αυτό σας φαίνεται αδύνατο, αφού δεν μπορείτε να το πιστέψετε, σας
συμβουλεύω να βάλετε την καρδιά σας στην πίστη και θα μπορέσετε να πιστέψετε.
Δια της πίστεως θα φθάσετε στην πίστη.
Επιμένετε να επιζητάτε πίστη και θα σας
δοθεί. Όταν ήμουν Ιουδαίος και εγώ επίσης είχα Θεό και το γνώριζα. Αλλά ο Θεός
άλλαζε στάση ανάλογα με τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Με το Χριστό όμως, με το
Άγιο Μεσσία και Υιό του Θεού, οδηγήθηκα στη σφαίρα της απόλυτης και σταθερής
θείας αγάπης. Τούτο γίνεται αντιληπτό μόνο αν κι εσείς ζείτε πλέον στη χάρη. Ο
χριστιανισμός είναι από τους
πλουσιότερους θησαυρούς που μπορεί να ικανοποιήσει όλους και κάθε ψυχή.
Στο Χριστό βρίσκεται η
αλήθεια για την οποία μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα και όλοι όσοι πιστεύουν
ακολουθούν την μαρτυρία του».
Παρέθεσα αυτή τη θριαμβευτική
κραυγή μιας ψυχής που βρήκε το Χριστό-Θεό, γιατί, αν και πολλοί έχουν όμοιες
εμπειρίες, λίγοι βρίσκουν λέξεις να εκφράσουν το ανέκφραστο.
Το Άγιο Πνεύμα έρχεται, όταν
είμαστε δεκτικοί. Δεν βιάζει. Μας πλησιάζει με τόση διάκριση, που πιθανόν να
μην το αντιληφθούμε. Εάν θέλαμε να γνωρίσομε το Άγιο Πνεύμα, θα ‘πρεπε να
εξετάσομε τον εαυτό μας κάτω από το φως των διδαγμάτων του Ευαγγελίου, να
ερευνήσομε μήπως υπάρχει καμιά άλλη παρουσία, που μπορεί να εμποδίσει την
είσοδο του Αγίου Πνεύματος στις ψυχές μας. Δεν πρέπει να αναμένομε το Θεό να
εισέλθει βίαια στις ψυχές μας χωρίς τη συγκατάθεσή μας. Ο Θεός σέβεται και δεν
ασκεί πίεση πάνω στον άνθρωπο. Είναι καταπληκτικό πόσο ο Θεός ταπεινώνεται
μπροστά μας. Μας αγαπά με μια τρυφερή αγάπη, όχι υπεροπτικά, όχι χωρίς τη
συγκατάθεσή μας. Όταν του ανοίγουμε τις καρδιές μας, κυριαρχεί μέσα μας η
πεποίθηση, ότι αυτός είναι πράγματι ο Πατέρας μας. Τότε η ψυχή λατρεύει με
αγάπη.
Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΜΟΥ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




.jpg)









