Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ






Ιερομόναχου Σωφρόνιου Γ. Μιχαηλίδη

 Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Tόν Γενάρη του 2014 κλείνουν 35 χρόνια από τον άδικο χαμό του Αλκιβιάδη Κυριάκου από τη Λάρνακα, πού έχασε, σε ηλικία 37 χρόνων, τη ζωή του όταν το υπό κράτηση πλοιάριο στο όποιο είχε τοποθετηθεί φρουρός στο λιμάνι της Λάρνακας, απήχθηκε από τους λαθρέμπορους ναύτες του και διέφυγε στις ελληνικές θάλασσες. Ό αείμνηστος Αλκιβιάδης άφησε ανεξίτηλη τη μνήμη του στην καρδιά όλων όσοι τον γνώριζαν, γιατί ήταν μια ομολογιακή μορφή. Το ασίγαστο πάθος του για τη μυστική συνάντηση με το Θεό, ή άσβεστη φλόγα της αγάπης του για το Χριστό, ή διαρκής μέριμνα του για τη διαφύλαξη του θείου θελήματος, ή συνειδητή «σταύρωση» του για τα του κόσμου και ή διαρκής ενατένιση του προς τον κόσμο της αιωνιότητας, θα αποτελούν για μας μια διαρκή ζωντανή υπόμνηση βασικών αληθειών της πίστης μας, αλλά ταυτόχρονα κι ένα δυνατό έλεγχο για τη δική μας ραθυμία και αμέλεια Αληθινός αγιορείτης (πολύ πριν εμείς γνωρίσουμε το Αγιον Όρος) ήταν μέσα στην κοινωνία μας ή ενσάρκωση του ορθοδόξου ασκητικού ιδεώδους.


Ό Αλκιβιάδης δεν ήταν μια συνηθισμένη ψυχή κι ας ήταν το εξωτερικό του γνώρισμα μηδαμινό κι ασήμαντο. Γιατί κάτω από το ταπεινό του παρουσιαστικό κρυβόταν ένας αληθινός δούλος του ζώντος Θεού. Στο πρόσωπο του επαλήθευε για πολλοστή φορά ό λόγος της Αγίας Γραφής ότι «στην κλήση του θεού δεν ανταποκρίθηκαν πολλοί σοφοί κατά κόσμο, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγή, αλλά εκείνους πού ό κόσμος θεωρεί μωρούς διάλεξε ό Θεός για να καταισχύνει τούς σοφούς, και τούς αδυνάτους κατά κόσμο διάλεξε ό Θεός να καταισχύνει τούς δυνατούς, και ανθρώπους πού έχουν ταπεινή καταγωγή κατά κόσμο, και τούς περιφρονημένους..., ώστε να μη καυχηθεί κανείς άνθρωπος ενώπιον του Θεού» (Α' Κορ. α' 28).


Αν θα επιχειρούσε κανείς να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Αλκιβιάδη, θα τόνιζε την αληθινά Χριστιανική ψυχή του, την απλότητα και ταπείνωση του, την ασυνήθιστη για την εποχή μας αυταπάρνηση του, την συνεχή θυσία των προσωπικών του συμφερόντων για την εξυπηρέτηση των άλλων, την απόλυτη περιφρόνηση του για τα χρήματα και τα υλικά αγαθά (αληθινό «πετεινό του ουρανού, πού ούτε σπείρει, ούτε θερίζει ουδέ συνάγει εις αποθήκας και ό Πατήρ ό ουράνιος τρέφει αυτό»). Μα προ παντός θα τόνιζε τη φλογισμένη αγάπη του για τον Θεό και την με πάθος αναζήτηση της Χάριτος του, την ασυνήθιστα ασκητική για τις μέρες μας ζωή του με τις συνεχείς νηστείες, αγρυπνίες και αδιάλειπτες με το κομποσκοίνι προσευχές του. Όλα αυτά, μαζί με την από χρόνια κλονισμένη και βασανισμένη υγεία του, συνθέτουν την τραγική μορφή του: τραγική για μας τούς κοσμικούς ανθρώπους, μα αγιασμένη και ηρωική για τα μάτια του Θεού.

Πάνω στον ανθό της νιότης του, στα είκοσι του χρόνια, πήγε στο Αγιον Όρος, πυρπολημένος από θείον έρωτα, και μόνασε για 2,5 χρόνια στη Μονή Διονυσίου. Όμως ή σοβαρά κλονισμένη υγεία του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το άγιώνυμον Όρος και να επιστρέψει στο σπίτι του στη Λάρνακα, όπου ζούσε περισσότερο σαν μοναχός και ασκητής παρά σαν κοσμικός, γιατί ό καημός του μοναχισμού και της τελείας αφιερώσεως στο Θεό δεν τον είχε εγκαταλείψει ποτέ. Ή ολοένα και περισσότερο κλονισμένη υγεία του έγινε αφορμή να απολυθεί από τη δουλειά του στα Δημόσια Έργα Λάρνακος' από τότε, τον φώναζαν κάπου κάπου στο λιμάνι για να εκτελεί χρέη φρουρού σε πλοία υπό κατάσχεση, απασχόληση πού τελικά του στοίχισε το θάνατο.

Ή αληθινά χριστιανική και ταπεινή, μα συγχρόνως βασανισμένη, ζωή του πού επισφραγίστηκε μ' ένα τόσο τραγικό τέλος μέσα σε ξένες θάλασσες, αποκτά στα μάτια μας τη διάσταση του δραματισμού, κι αγγίζει τα όρια του μαρτυρίου. Κι αλήθεια! Ποιος ξέρει αν στην εν ούρανοίς «θριαμβεύουσαν Έκκλησίαν» δεν κατέλαβεν ήδη μια θέση, έστω και την ταπεινή, μεταξύ των μαρτύρων και ομολογητών της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης! Γιατί, όπως λέγει ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος, «δεν είναι μάρτυρες μόνοι εκείνοι, οίτινες έδέξαντο τον θάνατον διά την πίστιν του Χριστού, αλλά και όσοι άποθνήσκουσι τηρούντες εις την ζωήν των τάς έντολάς Αυτού».
Θα ήταν παράλειψη αν τελειώναμε χωρίς να αναφέρουμε και μερικά άλλα λόγια του αγίου Ισαάκ από τούς περίφημους Ασκητικούς Λόγους του, λόγια πού αποτελούν την πιο χαρακτηριστική περιγραφή πού θα μπορούσε κανείς να δώσει για τον Αλκιβιάδη.

«Οι αληθείς δίκαιοι, τούτο συλλογίζονται πάντοτε, ότι δεν είναι άξιοι δούλοι του θεού, και θεωρούσιν εαυτούς ταλαίπωρους και αναξίους της επιμέλειας του Θεού... Τον δέ καιρόν της αναπαύσεως αυτών έφύλαξεν ό Θεός εις τον μέλλοντα αιώνα. Και όλοι οι έχοντες τον Κύριον ένοικον, δεν έπιθυμούσι την άνάπαυσιν εις αυτήν την ζωήν, απαλλασσόμενοι έκ των θλίψεων, αν και ενίοτε δίδεται μυστικώς εις αυτούς παρηγοριά εις τούς πνευματικούς κόπους».

«Την αληθή ταπείνωσιν δύναται τις να αποκτήσει εάν αδιαλείπτως ένθυμήται τας εαυτού αμαρτίας και την πλησιάζουσαν ώραν τού θανάτου και εάν ένδύηται ευτελή ενδύματα, και εις πάσαν περίστασιν προτιμά τον έσχατον τόπον και έργάζηται τα ευτελή έργα, και εάν υπακούει προθύμως ή σιωπά πάντοτε, και θέλει πανταχού να είναι άγνωστος και άψήφιστος... Ό ταπεινόφρων δεν είναι εκ τούτου του κόσμου, επειδή ούτε εις τας Λύπας φοβείται και μεταβάλλεται, ούτε εις τας χαράς ευχαριστείται και αναπαύεται, άλλ' όλη αυτού ή ευχαρίστησης και ή χαρά συνίσταται εις την άπόλαυσιν του δεσπότου Χριστού...»
«Καταφρόνησον, λοιπόν, σεαυτόν διά την άγάπην του Θεού, και ό Θεός θέλει αύξηση την δόξαν σου καθ' ολην σου την ζωήν, χωρίς σύ να το γνωρίζεις. Έχε σεαυτόν άμαρτωλόν, ίνα δικαιωθής. Έξευτέλισον σεαυτόν, και θέλεις Ίδή την δόξαν του Θεού εις εαυτόν, διότι όπου πλημμυρεί ή ταπείνωσις, εκεί ακμάζει και ανθεί ή δόξα του Θεού. Σπούδασον να καταφρονηθής υπό των ανθρώπων, όπως χορτασθής της δόξης του Θεού. Καταφρόνησον την τιμήν του κόσμου, ίνα τιμηθής παρά του Θεού...».

Ποιος αλήθεια, από τούς φίλους και γνωστούς του Αλκιβιάδη δεν αναγνωρίζει σ' αυτόν μια εκπληκτική αληθινή και πιστήν ενσάρκωση των πιο πάνω λόγων του αγίου Ισαάκ;
Αγαπημένε μας φίλε και σύντροφε στον κοινό χριστιανικό αγώνα Όσο κι αν πονούμε για τον πρόωρο χαμό σου, τον πόνο μας τον απαλύνει ή βεβαιότητα ότι τώρα, επί τέλους, απολαμβάνεις στις «ουράνιες μονές», το κάλλος του Δεσποτικού προσώπου πού το αγαπούσες και πού με τέτοιο ασίγαστο πάθος αναζητούσες.


Ιερομόναχος ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ


Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΦΩΤΗΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ (1901-2000)







 Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΦΩΤΗΣ ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ (1901-2000)

Φώτης Άργυρίδης γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Παλαιχώρι το 1901, από ευσεβέστατους γονείς, τον Παναγιώτη και την Ειρήνη. Ήσαν πτωχοί στα υλικά αγαθά, αλλά πλούσιοι στα πνευματικά. Απέκτησαν επτά παιδιά, έκ των οποίων δύο θυγατέρες, ή Ευφροσύνη και ή Πάίσία, περιεβλήθησαν το αγγελικό σχήμα ως μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου του Αλαμανού.



Ό Φώτης από πολύ μικρός ήρθε στη Λευκωσία για αναζήτηση εργασίας. Φιλότιμος και εργατικός πρόκοψε και είχε ζαχαροπλαστείο κοντά στο ναό της Φανερωμένης. Παντρεύτηκε, αλλά δεν απέκτησε παιδιά από το γάμο του και, όταν ήταν 37 ετών ή σύζυγος του απέθανε και ό ίδιος αμέσως ασθένησε από τη φοβερή τότε νόσο της φυματίωσης και νοσηλεύτηκε στο σανατόριο, πού ίδρυσαν οι Άγγλοι το 1929 στο χώρο του σημερινού Ψυχιατρείου. Πριν την ασθένεια του μυήθηκε στη νοερά προσευχή από το φημισμένο πνευματικό του π. Λάζαρο Σταυροβουνιώτη και ή δύναμη της προσευχής ήταν το όπλο του στη μεγάλη δοκιμασία του.



Ό γιατρός Τ. Εύαγγελίδης στο βιβλίο του «Στα σύνορα της σιωπής», όπου περιγράφει τις εμπειρίες του από το σανατόριο, αναφέρει το μ. Φώτη ως ένα ασθενή πού παρηγορούσε τούς άλλους ασθενείς. «Αδελφέ, μη φοβάσαι. Εγώ την ήμερα πού με κουβάλησαν εδώ ήμουν σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Με την προσευχή όλα είναι δυνατά...». «Ζητείτε και δοθήσεται» έλεγε σε κάθε ασθενή. Κάποια μέρα έφεραν ένα φυματικό σε άσχημη κατάσταση και ή Αγγλίδα νοσοκόμα διέταξε να τον βάλουν στην παράγκα. Ό Φώτης της είπε: «Όχι, έφτυσε πολύ αίμα και εκεί κάνει πολλή ζέστη». Ή Αγγλίδα του είπε: «Δώσε του το κρεβάτι σου και πήγαινε εσύ εκεί». Ό Φώτης με γλυκό χαμόγελο έδωσε το κρεβάτι του και κοιμήθηκε ό ίδιος στην παράγκα. Ό μακαριστός Φώτης, σύμφωνα με το γιατρό Εύαγγελίδη, ήταν ή παρηγοριά όλων. Ή ασθένεια τον πείραξε όχι μόνο στους πνεύμονες, αλλά και στην άρθρωση του ποδιού και μεταφέρθηκε στο σανατόριο σε κρίσιμη κατάσταση για να πεθάνει. Ό π. Λάζαρος από το Σταυροβούνι, κατά την απλοϊκή αφήγηση των ασθενών, του δίδαξε την πίστη στο Θεό και ένα ιδιαίτερο τρόπο προσευχής, με• συγκέντρωση σε έντονο βαθμό, ώστε να αποκτά γαλήνη, δύναμη και τελικά υγεία. Ασφαλώς ή προσευχή ήταν το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησαν με ιόν άμαρτωλόν». Έγινε ένας γνήσιος «δούλος του Κυρίου» και αδελφός κάθε ασθενούς.



Μετά την αποθεραπεία του παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά, το Σταύρο, τον Παναγιώτη και το Χριστόδουλο. Ό γιατρός Εύαγγελίδης τον σύστησε στο Διευθυντή του Κυβερνητικού Τυπογραφείου πού τον προσέλαβε ως προσωπικό υπηρέτη. Ξυπνούσε τα μεσάνυχτα έφτιαχνε ψωμιά σε ένα φούρνο στην αυλή του και τα πωλούσε για να ζήσει την οικογένεια του και στις 7.00 π. μ. πήγαινε στο σπίτι τού διευθυντή, όπου έκανε τις οικιακές εργασίες και μετά στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο και ξανά το απόγευμα στο σπίτι τού διευθυντή. Ζώντας μέσα στον κόσμο άσκησε την αρετή της υπακοής και την αδιάλειπτη προσευχή. Την περίοδο 1967-1972 έζησε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζε ό γιός του Χριστόδουλος στη Γεωπονική Σχολή και γνώρισε και συνδέθηκε με πολλούς πνευματικούς.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο ζούσε με τη σύζυγο του Ευθυμία σε ένα δωμάτιο της αυλής πού εφάπτεται της σημερινής πρεσβείας τού Ισραήλ στη Λευκωσία Έζησε ως μοναχός εν τω κόσμω και επιδόθηκε σε ένα πλούσιο ιεραποστολικό έργο, κυρίως για την πνευματική τροφοδοσία των ομογενών πού μετανάστευσαν στο εξωτερικό. 


Έγραφε πνευματικά κείμενα, καρπό της μελέτης της Αγίας Γραφής και των πατερικών κειμένων, αλλά και της προσωπικής βιωματικής του εμπειρίας από την πολύχρονη άσκηση της νοεράς προσευχής. Τύπωνε τα φυλλάδια με το ψευδώνυμο «Ό Σταχυολόγος» και τα έστελλε στο εξωτερικό για πνευματική βοήθεια των ορθοδόξων πού ζούσαν σε μακρινές ετερόδοξες χώρες. Στην αυλή του είχε πάγκους πού χρησίμευαν ως καθίσματα και πολλοί χριστιανοί πήγαιναν να ακούσουν λόγο πνευματικό από τον ταπεινό, αγνό, απλό και ελεήμονα Φώτιο πού τον αναγνώριζαν ως ένα γέροντα, φορέα της ορθοδόξου παραδόσεως. Συμβούλευε και καθοδηγούσε τούς πονεμένους στα προβλήματα τους.
Ό Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος πού εξέδωσε ένα σύντομο βιογραφικό για το μ. Φώτη "Αργυρίδη με τον τίτλο «Ένας άλλος ιεραπόστολος» τονίζει την αγάπη του για τα ιερά μυστήρια της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας και τον χαρακτηρίζει χριστοφόρα ψυχή.
Είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του και πέθανε πλήρης ημερών σε ηλικία 100 ετών στις 29 Ιουλίου 2000.


ΠΗΓΕΣ:
1.         Τάκη Εύαγγελίδη: Στα σύνορα της σιωπής», Λευκωσία, 1982.
2.         Άρχ. Γερβάσιου Ραπτόπουλου: Ένας άλλος ιεραπόστολος. Θεσσαλονίκη. 2000.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ


Οικονομολόγος

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ Π. ΝΙΚΩΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗ.




Απέφυγε λοιπόν να μιλήσει ο Νίκων από ταπείνωση. Μερικά χρόνια αργότερα όμως στα "Προλεγόμενα" της Φιλοκαλίας που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Αγγλική από τους ΚADLOUBOVSKY και PALMER θα γράψει γι' αυτή την επιστήμη των επιστημών που οδηγεί τον άνθρωπο στη θέωση: «Η πιο αποτελεσματική μορφή αυτής της τέχνης των τεχνών και της επιστήμης των επιστημών παρουσιάζεται ως η πρακτική της Προσευχής του Ιησού, όπως είναι το παραδοσιακό της όνομα. Η πρωταρχική προϋπόθεση και απόλυτη αναγκαιότητα είναι το γνώθι σ' αυτόν. Για να αποκτήσει αυτή την επίγνωση ο αρχάριος ασκούμενος πρέπει να μάθει να είναι αφυπνισμένος προς τις πολύπλευρες δυνατότητες του εγωισμού- και πρέπει να υπερνικήσει όλα τα εμπόδια, τόσο προσωπικά όσο και εξωτερικά, για να αποκτήσει τις καλύτερες προϋποθέσεις για επιτυχία. Η σιωπή και η ησυχία είναι απαραίτητες για τη συγκέντρωση.


Η άσκηση της Προσευχής του Ιησού είναι η παραδοσιακή εκπλήρωση της εντολής του Αποστόλου Παύλου "αδιαλείπτως προσεύχεσθε". Δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό, ο οποίος είναι η κληρονομιά της ειδωλολατρικής αρχαιότητας. Ο τελευταίος εμφανίστηκε τους δύο πρώτους αιώνες με το κίνημα των Γνωστικών, αλλά γρήγορα απορρίφθηκε από την ξεκάθαρη ματιά των Πατέρων, και δεν είχε σημαντική περαιτέρω ανάπτυξη στο Χριστιανισμό της Ανατολής.


 Οι επιθέσεις που έγιναν εναντίον του Γρηγορίου του Παλαμά από τον Βαρλαάμ της Καλαβρίας και από άλλους, και οι επακόλουθες διαστρεβλώσεις που έχουν κερδίσει έδαφος στη Δύση, έχουν δημιουργήσει ψευδή εικόνα για το νόημα της άσκησης της Προσευχής του Ιησού. Στη Δύση, συνεπώς, δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι αυτή η πρακτική ανάγεται χρονικά στις αρχές της Χριστιανικής εποχής και έχει διατηρηθεί απαράλλαχτη ανά τους αιώνες στην Ανατολή.

Δίνει πρόσβαση ακόμα και στο μεγαλύτερο επίτευγμα, όπως θα φανεί από τα γραπτά αυτής της συλλογής. Η άσκηση της Προσευχής του Ιησού δίνει την πιο αποτελεσματική βοήθεια και υποστήριξη για την καλλιέργεια της συνείδησης σε όσους φρονούν σκόπιμο να επωμισθούν αυτή την άσκηση. Η Φιλοκαλία είναι το νήμα που δείχνει το δρόμο μέσα από τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες και την πνευματική πενία της σύγχρονης ζωής. Είναι η πιο δραστική δύναμη που δείχνει στον άνθρωπο την οδό και τον οδηγεί στην επιτυχία σε αυτό το πόνημα»



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΣΤΟ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ Π. ΝΙΚΩΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗ (1874-1964)

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ



Μιχαήλ Κουφέττα


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


Στα μέσα του πυρωμένου Κυπριακού καλοκαιριού, τον Αύγουστο του 1981, έφθασε στην Κύπρο από το Άγιον Όρος ή είδηση πώς ό πατήρ Ευστάθιος είχε κοιμηθεί τον ύπνο του     δικαίου. Ό θάνατος τον βρήκε «γρηγορούντα» στην έπαλξη του πιο ευγενικού αγώνα για την κατά Χριστόν τελείωση.
Θεολόγος, αρχιμανδρίτης και αρχιερατικός επίτροπος, δεν δίστασε, όταν ήλθε ό καιρός, να εγκαταλείψει τα αξιώματα και να πορευθεί στο Άγιον Όρος, όπου έζησε τα τελευταία τρία χρόνια της σχετικά σύντομης ζωής του, σαν ένας απλός υποτακτικός, σαν ένας από τούς τελευταίους μοναχούς, κερδίζοντας την αγάπη και το σεβασμό των Αγιορειτών πατέρων. Ήταν ό πατήρ Ευστάθιος ένα από τα πιο ευωδιαστά άνθη της σύγχρονης Κυπριακής Εκκλησίας. Με πολλή χαρά δημοσιεύουμε εδώ μια σύντομη σκιαγραφία του, γραμμένη από ένα πνευματικό του τέκνο, σαν έκφραση αγάπης και σεβασμού στη μνήμη του.
* * *

«Ευάρεστος τω Θεώ γενόμενος ήγαπήθη και ζών μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη- ήρπάγη, μη κακία άλλάξη σύνεσιν αυτού, ή δόλος άπατήση ψυχήν αυτού... Τελειωθείς εν όλίγω, πλήρωσε χρόνους μακρούς- αρεστή γάρ ην ή ψυχή αυτού...» (Σοφία Σολ. δ' 10).

Ό άρχιμ. Ευστάθιος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στο χωριό Παλαιχώρι της επαρχίας Λευκωσίας την 11/11/1922 και έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Δημοτικό Σχολείο του χωρίου του. Στη συνέχεια, επειδή οι γονείς του ήσαν φτωχοί και δεν μπορούσαν να του προσφέρουν άλλη μόρφωση, τον έστειλαν στη Λευκωσία, σε κάποιο καρεκλοποιό, να μάθει τέχνη.
Δεν αργεί όμως να φανερώσει τούς οραματισμούς του. Κάθε Κυριακή πηγαίνει στη γειτονική εκκλησία της Αρχιεπισκοπής -τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο- και, έχοντας πόθο να ψάλλει, στέκεται στο ψαλτήρι, για να γίνει στη συνέχεια μαθητής του Θεόδουλου Καλλινίκου, καθηγητού της Βυζαντινής μουσικής και πρωτοψάλτου της Αρχιεπισκοπής.

Δεν πέρασε ένας χρόνος και ό έξαρχος της Αρχιεπισκοπής Χρυσόστομος, πού βλέπει το μικρό παιδί να τρέχει κάθε Κυριακή στη εκκλησία και να ψάλλει, «όν τρόπον έπιποθει ή έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων» (Ψαλμ., 41), διαβάζει μες' απ' τα αθώα γαλανά του μάτια τούς οραματισμούς του και τον ζητά από τούς γονείς του για να του προσφέρει γυμνασιακή μόρφωση.
Τον Αύγουστο του 1949 εξασφάλισε, κατόπιν διαγωνισμού, υποτροφία των κληροδοτημάτων Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β' και άρχιμ. Φιλόθεου, για θεολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις 13 Νοεμβρίου 1949 έχειροτονήθη Διάκονος υπό του Χωρεπισκόπου Σαλαμίνος Γενναδίου στον ιερό ναό του Προφήτου Ήλιου στο Μαραθόβουνο, και αναχώρησε για την Αθήνα.

Κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του φοιτήσεως έτοποθετήθη από τον Αρχιεπίσκοπο "Αθηνών ως διάκονος στον ιερό ναό Παναγίας Χρυσοσπηλιωτίσσης Αθηνών, όπου είχε προϊστάμενο του τον π. Βαρνάβα Τζωρτζάτο, μετέπειτα Μητροπολίτη Κίτρους.

Το Σεπτέμβριο του 1954 αποπεράτωσε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και επανήλθε στην Κύπρο όπου ανέλαβε υπηρεσία ως ίεροκήρυξ της Αρχιεπισκοπής.

Στις 15 Αυγούστου 1958 έχειροτονήθη Πρεσβύτερος και προεχειρίσθη εις Αρχιμανδρίτη υπό του Μητροπολίτου Κιτίου Ανθίμου, στον ιερό ναό Αγίου Προκοπίου του εν Λευκωσία Μετοχιού Κύκκου. Το 1959 διωρίσθη ως ό κατά νόμον υπεύθυνος του περιοδικού «Απόστολος Βαρνάβας», επισήμου οργάνου της Εκκλησίας της Κύπρου.
Το 1960 τοποθετείται αρχιερατικός επίτροπος Αμμοχώστου και Πρόεδρος του εκεί Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου. Από την καίρια αυτή θέση του δίνεται ή ευκαιρία, μέσω του κηρύγματος και της εξομολογήσεως, να δείξει την ψυχική ανωτερότητα του και τις ποιμαντικές του ικανότητες.

Ο πατήρ Ευστάθιος δεν αγαπούσε τα μεγαλεία και τη δόξα των
ανθρώπων. Οι προτάσεις πού του έγίνοντο να αναδειχθεί άρχιερεύς προσέκρουσαν στην άρνηση του πάντα προέβαλλε σαν πρόχειρη δικαιολογία «λόγους υγείας», πλην Όμως, σιγά σιγά αποκαλύπτονταν οι απώτεροι οραματισμοί του. Συχνά, από τότε ακόμα πού ήταν αρχιερατικός επίτροπος στην Αμμόχωστο, εκμυστηρευόταν στη μητέρα του και το στενό συγγενικό του περιβάλλον τον πόθο του να γίνει μοναχός και αποσυρθεί στην Ιερά Μονή του Αποστόλου Βαρνάβα, όπου να διέλθει εν ειρήνη τα τελευταία χρόνια της επιγείου ζωής του.

Πράγματι, ή ταπείνωση ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του πατρός Ευσταθίου. Παρ' όλον πού, με τη σύνεση και επιμέλεια του, ανήλθε σε ανωτέρους εκκλησιαστικούς βαθμούς, ποτέ δεν υψηλοφρονούσε.
συνεχώς τον ενοχλούσαν οι τιμές πού του προσφέρονταν κατά τις διάφορες τελετές στις όποιες παρίστατο εξ ανάγκης. Προτιμούσε να απαλλαγεί σιγά σιγά από όλα τα αξιώματα πού ή χάρη του Θεού αξίωσε να
του δοθούν. Είχε από νωρίς πλήρη επίγνωση του ότι, «Κύριος ύπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δέ δίδωσι χάριν», και του ότι, «Πάς ό υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ό δέ ταπεινών εαυτόν ύψωθήσεται».

Περισσότερο, λοιπόν, απ' οτιδήποτε άλλο αγαπούσε το θεό. Και είχε πλήρη επίγνωση του πώς μπορεί κανείς να πλησιάσει καλύτερα το Θεό: «Πάς ός άφήκεν οικίαν ή αδελφούς η αδελφός ή πατέρα η μητέρα.., έκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ' 29). Έγινε όμως ή Τουρκική εισβολή του 1974 πού, έκτος από την προσφυγιά και τα άλλα δεινά πού έφερε στον τόπο, σίγησε και τις καμπάνες του Αποστόλου Βαρνάβα. Ό πατήρ Ευστάθιος, πρόσφυγας κι αυτός τώρα στη Λάρνακα, αναγκάστηκε να μεταβάλει, αλλά και να επισπεύσει το πρόγραμμα του.
Το 1977 πραγματοποιεί «ταξίδι αναγνωρίσεως» σε διάφορες Μονές της Ελλάδος και στο Αγιον Όρος διαρκείας ενός μηνός και αποφασίζει. Όταν επέστρεψε μάς ανακοίνωσε πλέον την οριστική απόφαση του, πώς τον επόμενο χρόνο θ' αναχωρούσε για το Αγιον Όρος.

Έτσι, στις αρχές Ιουνίου του 1978, άφησε τις τιμές και τις αναπαύσεις του κόσμου και παρά τη σοβαρή ασθένεια του διαβήτη από την οποία υπόφερε για είκοσι τώρα χρόνια, προτίμησε τη στενή και τεθλιμμένη οδό των ολίγων, εκείνων «ων ουκ ην άξιος ό κόσμος». Κατέφυγε στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, κι έγινε ταπεινός υποτακτικός στη συνοδεία του επίσης Κυπρίου πατρός Έλπιδίου.
Εκεί στο Αγιον Όρος, ό Κύριος πού αγαπά τούς αγαπώντας Αυτόν, τον κάλεσε σε μεγαλύτερους αγώνες για να του δώσει λαμπρότερο στεφάνι. Τον οδήγησε στο «Περιβόλι της Παναγίας» για να τον δοκιμάσει σε άλλου είδους αρετές. Να τον καθαρίσει, όπως ακριβώς καθαρίζεται και ό χρυσός μέσα στο χωνευτήρι.

Πράγματι, για ένα μοναχό (και μάλιστα πρώην αξιωματούχο της Εκκλησίας) δεν υπάρχει μεγαλύτερη δοκιμασία από την άσκηση της υπακοής και την απάρνηση του «ιδίου» θελήματος. Κι ό πατήρ Ευστάθιος έζησε τρία χρόνια σε παραδειγματική μοναχική υπακοή σε σημείο πού να κερδίσει το θαυμασμό των Αγιορειτών πού τον γνώρισαν. Τρία χρόνια μοναχικής ζωής στάθηκαν αρκετά για να αποκτήσει την πραγματική «διάκριση», πού κατά τον Μέγα Αντώνιο, είναι ό οφθαλμός και ό λύχνος της ψυχής. Τρία χρόνια ήταν αρκετά για να μυηθεί στη νοερά προσευχή, να αγαπήσει το Θεό έκ βάθους καρδίας και ν' αγαπηθεί από το Θεό. «Ό Θεός αγάπη εστί και ό μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ό Θεός εν αύτώ»...
Τελικά ή ασθένεια από την οποία υπέφερε, ό διαβήτης, πού ήταν κι αυτή μια επιπρόσθετη σκληρή δοκιμασία κοντά στους άλλους ορατούς και αόρατους πολέμους πού δοκιμάζουν και γυμνάζουν τον μοναχό, τον κατέβαλε. Ή τελευταία επιδείνωση της υγείας του τον έριξε σε υπογλυκαιμικό κώμα πού τον άφησε σε αφασία για δεκαπέντε μέρες.

Στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑΝΣ Θεσσαλονίκης, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία, οι γιατροί, παρ' όλες τις φιλότιμες και υπεράνθρωπες προσπάθειες τους, δεν κατόρθωσαν να τον επαναφέρουν στη ζωή. Ό Κύριος, ό εξουσιαστής της ζωής και του θανάτου, τον κάλεσε εις τας αιωνίους μονάς Του για να τον αναπαύσει αιωνίως στους «κόλπους Αβραάμ».
Άνεπαύθη στις 7 Αυγούστου 1981. Σύμφωνα με την επιθυμία του, ή σορός του μεταφέρθηκε πίσω στο Άγιο Όρος και τάφηκε στη Νέα Σκήτη, το τόπο της μοναστικής ασκήσεως του.
Ή μνήμη του ας είναι αιώνια.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΦΕΤΤΑΣ


Ο ΠΑΤΕΡ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ

Είναι γεγονός ότι τα γραπτά κείμενα και ιδίως οι επιστολές τις όποιες γράφει κάποιος εκφράζουν το ήθος και γενικά τον τρόπο σκέψεως του. Ό αοίδιμος π. Ευστάθιος Παπαγεωργίου, ό οφικιάλιος κληρικός πού παράτησε τα αξιώματα και βρέθηκε ως ταπεινός μοναχός στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, περιλαμβάνει στην επιστολή πού παραθέτουμε, πρώτ' απ' όλα τα βάσανα της ταλαίπωρης μας Νήσου, πού τα βλέπει με πνευματικό φακό, και το φόβο του για την αμετανοησία μας και τα νομοτελειακά της αποτελέσματα. Παρουσιάζει στους παραλήπτες της επιστολής τις εμπειρίες του από το Αγιον Όρος. Μιλά για το θαύμα της κανδήλας της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Ή αγωνία του για την πνευματική του προκοπή είναι έκδηλη, αλλά παράλληλα νοιάζεται για την πνευματική πρόοδο των παραληπτών της επιστολής του. Το βλέμμα του είναι μόνιμα στραμμένο στα άνω βασίλεια.

Αγαπητοί μου Γιάννη και Ιωάννα,
Έλαβα όλες τις κάρτες, πού μου είχατε στείλει, ως και την τελευταία σας κάρτα με τας εύχάς σας και την ειλικρινή αγάπη σας προς εμέ. Ή Κύπρος μας είναι ευλογημένη και ωραία, έστω και αν διά τις πολλές μας αμαρτίες επέτρεψε ό Κύριος κατά τρόπο παιδαγωγικό να βεβηλωθεί από τούς Τούρκους και να ευρίσκονται ακόμη σ αυτή. Προσευχόμεθα να κάμει ό Θεός το έλεος του και διά την Κύπρο μας. Άλλα, όπως και σεις λέγετε, το κακό έχει παραγίνει, οι άνθρωποι απομακρύνονται από το Θεό, είναι ή εποχή μας εποχή ηθικής κρίσεως. Ας εύχόμεθα να μη έκσπάσει ή οργή του Θεού.

Εσείς, μια και ό Θεός ηύδόκησε να σας ενώσει, να άγωνίζεσθε και να αλληλοβοηθείστε διά την ηθική τελειοποίηση σας. Να έχετε τον πνευματικό σας και να εξομολογείστε και να κοινωνείτε και να συνεχίσετε να είσθε ελεήμονες και να επισκέπτεσθε τούς εν άνάγκαις ευρισκομένους συνανθρώπους μας, διότι κατά τον Κύριο «μακάριοι οι ελεήμονες δη αυτοί έλεηθήσονται».

Εγώ, με τη βοήθεια του Κυρίου μας και της Παναγίας μας, είμαι καλά Ή Νέα Σκήτη, πού μένω, έχει κλίμα καλό, έχομε κήπο, τον οποίο καλλιεργώ και έχομε όλα τα λαχανικά της εποχής. Ό διαβήτης ευρίσκεται υπό έλεγχο.
Το Αγιον Όρος είναι αγιασμένο με την παρουσία της Παναγίας και την ευωδία πολλών αγίων λειψάνων και θαυματουργών εικόνων, ως και με την αγία και ασκητική ζωή των μοναχών. Μου έκανε πολλή έκπληξη ένα γεγονός, πού γίνεται κάθε χρόνο στην Ιερά Μονή των Ιβήρων, όπου ευρίσκεται ή θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Όταν εορτάζεται στις 15 Αυγούστου, κινείται ή κανδήλα, πού είναι μπροστά από την εικόνα της κατά τρόπο θαυμαστό. Εφέτος κατά τον εσπερινό άρχισε να κινείται ή κανδήλα, κινείτο επί μισή περίπου ώρα. Ή κίνηση αρχίζει σιγά σιγά και κινείται ύστερα κανονικά. Ή κίνηση σημαίνει την παρουσία της Παναγίας. Ή κανδήλα αυτή κινείται και όταν πρόκειται να συμβούν μεγάλα δυσάρεστα γεγονότα κινείτο ή κανδήλα, όταν επρόκειτο να εισβάλουν οι Τούρκοι στην Κύπρο.

Ή Παναγία, όπως βεβαίωσε τον Πέτρο τον 'Αθωνίτη και κατά καιρούς άλλους αγίους μοναχούς, είναι ή βοηθός και ή οικονόμος και ή ιατρός των μοναχών του Αγίου Όρους πού κάνουν όλα τους τα καθήκοντα. Είναι κοινώς λεγόμενο και το παρατήρησα, ότι οι μοναχοί μετά θάνατο δεν ξηραίνονται, αλλ' έχουν ευλυγισία
Αγωνίζομαι και εγώ όσο μπορώ να με ελεήσει ό Κύριος, γι' αυτό σας γράφω να αγωνίζεσθε και σεις και να προετοιμαζόμεθα να δώσομε καλή απολογία ενώπιον του Κυρίου εν ημέρα κρίσεως. Όλα του κόσμου τα καλά και υγεία και δόξες, και πλούτη και οποιεσδήποτε απολαύσεις είναι πρόσκαιρες και δεν μπορούν να συγκριθούν με τις αιώνιες χαρές, πού θα χαρίσει ό Κύριος σ' όσους τον αγαπούν και αγωνίζονται στα λίγα αυτά χρόνια της επιγείου ζωής και ζουν σύμφωνα με το άγιο θέλημα του.
Εύχομαι ό σαρκωθείς διά την σωτηρία του κόσμου Θεάνθρωπος Κύριος να σας ευλογεί

Με την εν Κυρίω άγάπην και εύχάς Ιερομόναχος ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.



Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΨΥΧΗΣ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ (ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΝΑΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ)



ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΨΥΧΗΣ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ


Άγγελε Άρχων φέρε ρου το όνομα το γραμμένο που έχω
 σε 'κείνο το χαρτί, καλά σημαδεμένο.
Κατέβα κάτω γρήγορα και φέρε την ψυχή του
 και μην κοιτάς αν κλάψουνε στο σπίτι οι δικοί του.
 Πάρε την συνοδεία σου και σαν αητός να φτάσεις
 και μην καθίσεις πουθενά, ούτε να ξαποστάσεις.
Κράτα εκείνο το χαρτί σιμά στα δάχτυλα σου
 και μη φοβάσαι, εμπόδια δεν έρχονται κοντά σου.
Σαν άστρο φεύγει ο άγγελος, στην Κλίνη κατεβαίνει
 και την γραμμένη την ψυχή, στα γρήγορα την παίρνει.
Κύριε είναι έτοιμη αυτή η παραγγελία βρίσκεται στον 
προθάλαμο και έχει αγωνία.
Για φέρε την εδώ κοντά να δώσει απολογία να
 δούμε αν τα έργα της είχαν για με αξία.
Ήρθε η ψυχή σαν το πουλί, το μισοπληγωμένο
 οπού το πιάνει ο κυνηγός, και τρέμει το καημένο.
Κύριε ήμαρτον ζητώ, βλέπω τα κρίματά μου 
τώρα τα μετανόησα τα αμαρτήματα μου.
 Δεν ήξερα αν ήτανε αληθινοί οι λόγοι που έκαναν 
οι ιερείς και όλοι οι θεολόγοι. Δεν ήξερα άλλη ζωή, Κύριε,
 πως υπάρχει, γι' αυτό και με ξεγέλασαν τα τρομερά μου λάθη.
Δεν το 'ξερα στον ουρανό πως τόσο πλούτο έχει και πως δεν έχει εποχές,
 κι ότι ποτέ δεν βρέχει.
Δεν το συλλογιζόμουνα, δεν ήλθε στο μυαλό μου το πως εγώ
 θα έβλεπα τον Πλάστη το Θεό μου κι εκείνοι που με δίδασκαν, 
νόμιζα είναι δικά τους νόμιζα πως τα λέγανε για το επάγγελμα τους.
 Έβλεπα που παγαίνανε πολλοί στην εκκλησία μα νόμιζα πηγαίνανε
 γιατί είχανε αιτία. Πήγαιναν πάλι στον παπά να ξομολογηθούνε 
μα 'λεγα, κάτι θα έχουνε μεγάλο να του πούνε.
 Άλλοι πάλι έκαναν στο σπίτι αγρυπνία δεν
 το 'ξερα πως φέρνουνε αυτά τα μεγαλεία.

Άλλοι έδιναν ας τους πτωχούς δεν είχα εγώ να δώσω;
Δεν ήξερα ήταν καλό μα τώρα θα πληρώσω.
Και προσευχή δεν έκανα' είχα καιρό να κάνω
Δεν το ήξερα οι άμοιρη πως δεν θα προλαμβάνω,
νόμιζα είχα τον καιρό ακόμα για να ζήσω
κι εγώ να ξομολογηθώ, μα και να κοινωνήσω.
Και αν στον κόσμο γύριζα και άλλους οδηγούσα,
εάν στον κόσμο γύριζα, θα φώναζα με πόνο-
να έλθουν όλοι οι άνθρωποι στον ιδικόν σου δρόμο.
Κύριε ως Φιλάνθρωπος, οπού πονάς τον κόσμο
δος ρου μιαν άκρη, μια γωνιά, αυτό ζητάω μόνο
μία μικρούλα σαν φωλιά Κύριε στη σκιά Σου
και πλέον έξω από εδώ να μην ξανακοιτάξω.
Μαύροι άνθρωποι ήρθανε, κοντά μου συνοδεία
σαν μ' έφερνε ο Άγγελος εδώ στη Βασιλεία.
Φιλεύσπλαχνε και Λυτρωτή, λυπήσου με κι εμένα
γιατί-δεν έχω έργο καλό να 'ρθει κοντά σε μένα.
Δεν θέλω στον προθάλαμο να πάω να καθίσω
είναι θηρία άγρια και πώς θα τ' αντικρύσω;
Έρχονται μπαίνουνε μπροστά κι ολόκληρη μαυρίζω
Κύριε σε παρακαλώ, λυπήσου με, τρομάζω
και πως θα μυώ στα σκοτεινά για πάντα, αναστενάζω
Ήμαρτον τώρα σου ζητώ, Σωτήρα Λυτρωτή μου
γιατί άρχισε και πνίγεται από τώρα η φωνή μου.'
Τώρα δεν είναι πια καιρός, το ήμαρτον σου σβήνει
 και η παρέα που 'κανες, εκείνη θα σου μείνει.
Δεν με είδες, δεν με ήξερες, δεν είδες τα χαρτιά μου που
 γράψανε οι Απόστολοι που ζήσανε κοντά μου;
Δεν άκουγες κι πνεύμα μου που ανθρώπους οδηγούσε;
 Γιατί κι εσύ το δρόμο αυτόν δεν τον ακολουθούσες;
 Γιατί κι εσύ δεν έμπαινες μέσα σ' αυτούς τους χώρους
 ν' ακούσεις πώς το πνεύμα μου, χαρίζει τόσους λόγους;
 Γιατί δεν ρε δόξασες, που 'δωσα τα καλά σου κι
 εχαίρου και καμάρωνες την οικογένεια σου;
 Γιατί δεν είπες ήμαρτον στον κόσμο όταν ζούσες
μα τους πιστούς χλεύαζες και περιγελούσες;
Γιατί δεν προσευχόσουνα τώρα γα βρεις κλωνάρι;
Ο τόπος που εζήτησες, άλλοι τον έχουν πάρει.
Πού είναι οι πέτρες που έστειλες δια να ξεχωρίσω
το μέρας για να κάθεσαι τώρα, να στο δωρίσω;
Τώρα είναι αδύνατον τόπο να αποκτήσεις
γιατί δεν έχεις υλικό το μέρος να χωρίσεις     
Λόγους καλούς δεν έλεγε το ιδικό σου στόμα
εκείνοι οι λόγοι θα έφτιαχναν το αιώνιο σου στρώμα.
Πού οι ελεημοσύνες σου, πού οι ευχαριστίες
πού οι δοξολογίες σου και πού οι λειτουργίες;
Πού τώρα τα έργα τα καλά; δεν είν' κανένα εμπρός
και πώς ζητάς να ελεηθείς από τον Κύριο σου;
Τα ψεύτικα παράσημα και τα πολλά βραβεία
κι αυτή η πρόσκαιρη ζωή σου έστησε παγίδα.
Νόμιζες τα πλούτη σου κοντά σου πως θα 'ρθούνε
δεν έχουν το δικαίωμα όμως να ακολουθούνε.
Δεν είναι δικαστήριο να πληρωθεί να δώσει
να βγάλει δίκη ψεύτικη και να σε αθωώσει.
Λεφτά δεν παίρνει ο δικαστής, μα δίκαια δικάζει
σύμφωνα με τα έργα σου απόφαση θα βγάζει.
Μέσον εδώ δεν εισχωρεί ψέματα δεν χωράνε,
μα έρχονται τα έργα σου τα ίδια και μιλάνε.
Πού οι νηστείες σου να 'ρθούν και πού οι αγρυπνίες
ήρθες σαν ορφανό πουλί με δίχως συνοδείες.
Πού τα φτερά που φόρεσες ψυχή κατατρεγμένη
ήρθες με δίχως βοηθούς τώρα Και πάς χαμένη.
Δεν το 'ξερες δεν σβήνουνε εδώ οι αμαρτίες
σαν ήσουνα στη γη, εκεί να είχες ετοιμασίες.
Όσα είπες κάτω έμειναν, ότι δεν είπες φέρνεις
κι αυτά θα σε τυφλώσουνε στα σκοτεινά να μένεις.
Δεν το 'θελα καμιά ψυχή να μείνει στο σκοτάδι
ήθελα να είναι έτοιμες και μοναχός ο Άδης
μα εσύ μονάχη διάλεξες τον μαύρο αυτό το δρόμο
πορεύου τώρα να περνάς πάντοτε με τον πόνο.
Πήγαινε τώρα για να δεις αυτούς που αγαπούσες
 θα πας εις τα παλάτια τους, θα σε ακολουθούνε 
και τόπο για ν' αναπαυθείς, «κείνοι: θα σου βρούνε.
Σε μένα δεν πρόσφερες τίποτα να σου φτιάξω και πώς 
ζητάς μου σήμερα εγώ να σε αναπαύσω;
Αυτά είπεν ο Κύριος την Άγια Ώρα εκείνη
 και έφυγε η ψυχή μακριά παντοτινά να
 μείνει περίλυπη, πικρά μετανοιωμένη...

ΤΕΛΟΣ

Και τω Τριαδικω Θεώ αίνεσις, δόξα και μεγαλοσύνη μοναχού Βασιλείου

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ .






Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ .



Βρισκόμαστε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, τη μεγαλύτερη Σκήτη τού Αγίου Όρους. Τα βήματα μας, μας έφεραν στην καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου». Γέροντας εδώ είναι ό πατήρ Άνθιμος, ό Πνευματικός. Γέρων στην ηλικία, είχε ζήσει την εποχή πού ό μοναχός Νικόδημος ό Κύπριος ασκήτευε κι αυτός στη Σκήτη της Αγίας Άννας. Πολλά θα γνώριζε να μας πει για το συμπατριώτη και μοναχό, γι' αυτό τον πλησιάζομαι και τον παρακαλούμε να ξαναφέρει στη μνήμη του εκείνες τις ευλογημένες μέρες πού έζησε, εν όσο χρόνο βρισκόταν στην επίγειο ζωή ό μακαριστός γέροντας Νικόδημος. Ό πατήρ Άνθιμος με πολλή καλοσύνη κι ευγένεια μας δέχθηκε και προθυμότατα υπάκουσε στις παρακλήσεις μας (να μας διηγηθεί ότι θυμάται από τη ζωή τού Κυπρίου μοναχού). Ή γλώσσα του απλή, σε ύφος αγιορείτικο και σε καθαρεύουσα γλώσσα προς αρχαιοπρεπή πού την αφήνουμε αυτούσια, για να μη χάσει από το χαριτωμένο της διηγήσεως.



«Ό γέρο - Νικόδημος», άρχισε να διηγείται, «καταγόταν από την Κύπρο. Εκεί στην πατρίδα του ήταν μάγειρος στον Άγγλο αρμοστή της Κύπρου. Ήταν πολύ καλός. Τον συμπαθούσε πολύ ό αρμοστής και ήταν επιθυμία τού γέρο-Νικόδημου να έλθει στο Αγιον Όρος. Τον εφοδίασε με διαβατήριο και συστατικά από τον Τούρκο διοικητή (καϊμακάμη). ' Αφού ήλθε στο Αγιον Όρος, περίπου στα 1895, περιήλθε το Αγιον Όρος, τα διάφορα μοναστήρια, σκήτες κλπ, και τού άρεσε πιο πολύ ή Σκήτη της ' Αγίας Αννης. Εκεί κοινοβίασε στην Καλύβι της θείας Αναλήψεως, κάτωθεν τού Κυριακού εις τον γέροντα Ιωάννη. Εις αυτήν την καλύβι είχε ασκηθεί και προετοιμαστεί για το μαρτύριο ό Άγιος όσιομάρτυς Νικόδημος, καταγόμενος από το Έλβασάν της Αλβανίας εις το όποιον και μαρτύρησε κατά το 1720. Ή μνήμη αυτού είναι εις τας 10 Ιουλίου όπως βλέπετε εις το συναξάρια. Γι' αυτό και προς μνήμην τού μάρτυρος ό Γέροντας του τον ονόμασε Νικόδημο.



Ήταν φύσις άκρως αγαθή, Φιλάδελφος, ελεήμων εις όλους όσους διέβαιναν διά της οδού πού διέρχεται διά της καλύβης του. Ασκητικός το έπακρον, τακτικός εις τας ιεράς ακολουθίας, κανόνας, νηστείας, αγρυπνίας, προσευχάς, όπως χαρακτηρίζεται ό αληθής, φιλόθεος μοναχός, υπήκοος εις τον γέροντα του στο έπακρον. Διά τούτο και ο θεός τον είχε χαριτώσει με πολλή χάριν, ώστε κι ή απλή ομιλία του να παρήγορη τον άκούοντα και να βοηθή τον κάθε ζητούντα λίγη παρηγοριά. Μιλούσε με τόση βεβαιότητα με την δύναμιν της πίστεως, ώστε οποίος τον άκουε, απορούσε για το σταθερό της γνώμης του. Επί παραδείγματι: Εις την Γερμανική κατοχή , όπου υπέφερε όλος ό Ελληνισμός και ιδιαιτέρως το Άγιο Όρος, επειδή δεν είχε παραγωγή, έλεγε: «Ολίγην υπομονή και ό Θεός θα βοηθήσει και θα μας φέρουν όλα τα αγαθά, ως και ζεστό ψωμί», τα όποια και ήξιώθη και τα είδε και τα απόλαυσε, «οι δέ Γερμανοί θα καταστραφούν», έλεγε.


Ή φιλοξενία προς τούς αδελφούς του ξεπέρασε και αυτήν τού Πατριάρχη Αβραάμ. Δεν υπήρχε διαβάτης πού να κτύπησε την πόρτα του και να μην ευεργετήθηκε, πεινασμένος πού να μη χόρτασε. Ήταν ό καλύτερος μάγειρος της Σκήτης και μοναδικός όλων των πανηγύρεων τού ' Αγίου Όρους. Ένα περιστατικό έκ παραδόσεως αναφέρει τα εξής: Άνωθεν της  Αγίας Αννης προς την Κερασιάν, υπάρχει κελίον με την επωνυμία «Άγιος Αρτέμιος». Γενομένης αγρυπνίας εις τον Άγιο 'Αρτέμιο, ό γέρο - Νικόδημος ήτανε ό μάγειρας στην αγρυπνία και από την υπερβολική κόπωση, ενώ μαγείρευε, τον πήρε ό ύπνος. Μόλις ξύπνησε, νομίζοντας πώς είχε καεί το φαγητό, ξαφνιασμένος καθώς ήταν, κοιτάζει και βλέπει ένα στρατιώτη ντυμένο, ν' ανακατεύει το φαγητό και_ τού λέει: «Γέρο, μη στενοχωριέσαι, εγώ είμαι εδώ», και αμέσως έγινε άφαντος. Ήτανε ό ίδιος ό Άγιος Αρτέμιος, πού διά της παρουσίας του ευλογούσε την αγρυπνία.
Μια φράση πού έλεγε συχνά καθώς φιλοξενούσε κάποιον αδελφό ήτανε: «Έλα, ψυχή μου!».



Έκαμε μοναχούς και εκοιμήθη εις βαθύ γήρας, περίπου εκατονταετής. Ή καλύβι συνεχίζει την πορεία της και είναι εκεί τώρα άλλος γέροντας, Ματθαίος λεγόμενος, και δεύτερος Νικόδημος, φέρων την επωνυμία τού μακαριστού γέροντος Νικόδημου.
Ό, τι καλόν φαντασθεί κανείς και αγαθόν έργον εποίησε. Θερμός στην πίστη. Ευλαβής και επιμελής εις όλα τα αγαθά έργα και τώρα ευρίσκεται εις τούς ουρανούς, στην θριαμβεύουσαν Εκκλησία κακείθεν να πρεσβεύει προς τον Θεόν, να εύλογη την Σκήτη και να ελευθέρωση την γενέτειρα του μεγαλόνησο Κύπρο από των κατεχόντων αυτήν δεινών και να βοηθήσει τούς υποφέροντας αδελφούς Ελληνορθόδοξους Χριστιανούς.
Ας επικαλεσθούμε τας εύχάς του, να διέλθωμεν τον δόλιχον της ζωής και να καταντήσωμεν εις την αιώνιον μακαριότητα. Αμήν».

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΔΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.


ΑΪ ΓΙΑΝΝΗΣ - Μετανοείτε, Κορωπί.












Μονόχωρος ξυλόστεγος ναΐσκος, των μεταβυζαντινών χρόνων, με κτιστό τέμπλο που διασώζει τοιχογραφικό διάκοσμο και στο οποίο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό. Πανηγυρίζει του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στις 7 Ιανουαρίου.
Γενικά Το εξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του «Μετανοείτε», βρίσκεται δίπλα ακριβώς στη νέα Λεωφόρο Κορωπίου – Βάρης, στην ιστορική περιοχή των Λαμπρικών, σε μια απόσταση 4 περίπου χλμ. από το κέντρο του Κορωπίου. Αυτή η σημερινή πολυσύχναστη λεωφόρος μπροστά από το ναΐσκο, με την ασταμάτητη βουή των αυτοκινήτων, σίγουρα αναδύει μια πολύ διαφορετική ατμόσφαιρα και διαφορετικά συναισθήματα, από αυτά που θα βίωναν οι προσκυνητές μερικές δεκάδες χρόνια πριν, όταν θα περιδιάβαιναν το εκκλησάκι, περιτριγυρισμένο από αγρούς, χωρικοί ως επί το πλείστον στην εύφορη γη των Λαμπρικών με τα νερά και το κόκκινο χώμα, όπου αφθονούσαν τα αμπέλια. Και μπροστά στη μετόπη του σύγχρονου υπόστεγου η μεγάλη χαρακτηριστική επιγραφή «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» προσπαθεί να επιστήσει την προσοχή στους χιλιάδες καθημερινούς εποχούμενους περαστικούς σε μια άλλη διάσταση του βίου, με ένα τρόπο ρητό και κραυγαλέο, αφού ο θόρυβος, η ταχύτητα, η βιασύνη, οι νεώτερες επεμβάσεις και η μεταλλαγή του τοπίου έχουν αφαιρέσει από το ναό τη δυνατότητα να απευθύνεται, όπως παλιότερα με την απέριττη παρουσία του, στον άρρητο εσωτερικό κόσμο των περαστικών. 

Έστω και έτσι όμως, δίπλα στη λεωφόρο, το εκκλησάκι και ο περίβολος με τα παγκάκια και τα δεντράκια προσκαλούν σε μια μικρή ανάπαυλα. Και όταν ανοίγουμε την πόρτα του ναού, η βοή και η κυκλοφορία της οδού δια μιας εξαφανίζονται και η αντίθεση με το εξωτερικό περιβάλλον μας κάνει περισσότερο έντονη την κατάνυξη στο εσωτερικό του ναού. Το εκκλησάκι είναι σήμερα  ανοικτό και επισκέψιμο. Δέχεται αρκετές επισκέψεις περαστικών για να προσκυνήσουν και να ανάψουν ένα κερί. Ανήκει στην ενορία της Αναλήψεως. Πανηγυρίζει την ημέρα της εορτής του Αγίου στις 7 Ιανουαρίου με πανηγυρικό εσπερινό και θεία Λειτουργία.


Περιγραφή του Ναού Μεταβυζαντινός μονόχωρος ξυλόστεγος ναΐσκος, με δίρριχτη κεραμωτή στέγη. Οι διαστάσεις του είναι 4.10 x 9.00 μ. και καταλήγει ανατολικά σε ημιεξαγωνική αψίδα ιερού με μικρό στενόμακρο παράθυρο. Εκτός από τη δυτική είσοδο υπάρχει θύρα και στη νότια πλευρά, κάτι που συνηθίζεται σε παρόμοιους ναούς. Στο εσωτερικό του ναού το τέμπλο είναι κτιστό με μία είσοδο και έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό. Στο τέμπλο βρίσκονται και οι μοναδικές τοιχογραφίες που διασώζονται. Η στέγη είναι προφανώς επισκευασμένη και στηρίζεται σε 3 νεώτερα ξύλινα ζευκτά. Ο φωτισμός γίνεται από ένα μεγάλο παράθυρο στο βόρειο τοίχο. Αναφέρεται στο βιβλίο «Εκκλησίες της Αττικής» του καθηγητή κ. Μπούρα (σ. 87), ότι από το ναό προέρχονται σπουδαία γλυπτά που βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο.


Ιστορία Ο Άγιος Ιωάννης εθεωρείτο προστάτης κατά της θέρμης (ελονοσίας) και πιθανά με την εκκλησία, όπως και με την ερειπωμένη ομώνυμή της στην περιοχή του Φιλιάτη, επιζητείτο η προστασία του Αγίου για τα προβλήματα της ελονοσίας καθόσον μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, η ύπαρξη των πηγαδιών δημιουργούσε εκτεταμένο έλος στην εγγύς περιοχή, λόγω των λιμναζόντων υδάτων, αφού εκεί ήταν το χαμηλότερο σημείο της κοιλάδας.


Το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου, με τον παραπλήσιο βυζαντινό ναό του Αγίου Λουκά, τη Μονή της Αγίας Τριάδος και το εξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου περικλείουν μια περιοχή στην οποία αναφέρεται ότι απλωνόταν ο πλούσιος αρχαίος Δήμος των Καθύπερθεν (Άνω) Λαμπτρών. Ο τόπος αυτός είχε γίνει στόχος των αρχαιοκαπήλων τα χρόνια του μεσοπολέμου, όπου τα βράδια έσκαβαν για να βρουν πολύτιμα αρχαία αντικείμενα (1). Ιδρυτής του αρχαίου Δήμου ήταν κατά μία παράδοση ο Λαμπτρεύς της Ερεχθηίδας φυλής, γαμπρός του βασιλέως των Αθηνών Κόδρου. Εδώ βρέθηκε και ο τάφος του άλλου μυθικού βασιλέως των Αθηνών Κραναού, τον οποίο αφηγείται ότι είδε ο Παυσανίας στα «Αττικά» του. Αλλά και στα μεσαιωνικά χρόνια θα πρέπει να υπήρχε ανθηρός οικισμός που η ζωή του συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ονομαζότανε Λαμπρικά όπως ονομάζεται και σήμερα η περιοχή.


http://www.panoramio.com/photo/90281966

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΒΑΡΚΙΖΑΣ.










Περιληπτικά Ἱστορικά στοιχεῖα:


Ἡ Ἐνορία Κοιμήσεως Θεοτόκου Βαρκίζης (Ἀλιάνθου), ἱδρύθη τῷ 1963 μέ ἀπόφασιν τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Χρυσοστόμου (Χατζησταύρου), ἐποχήν κατά τήν ὁποίαν ἡ Βάρκιζα ὑπήγετο ἐκκλησιαστικῶς εἰς τήν Ἱ. Ἀρχιεπισκοπήν Ἀθηνῶν, διά τάς ἀνάγκας τῶν σχετικῶς ὀλίγων τότε μονίμων κατοίκων τῆς περιοχῆς. Ἀνηγέρθη δέ ὁ Ἱερός Ναός στήν θέση παλαιοτέρου προσωρινοῦ ναΐσκου, τόν ὁποῖον εἶχον κατασκευάσει οἱ ἁλιεῖς τῆς περιοχῆς.

Μέ τήν φροντίδα τοῦ πρώτου Ἐφημερίου π. Βασιλείου Μιχαλόπουλου καί τήν δαπάνην τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας Δημητρίου Δελῆ (τῶν ὁποίων ἡ παραθεριστική κατοικία εὑρίσκεται ἔναντι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ) ἤρχισαν οἱ ἐργασίες τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ σημερινοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ κατά τό ἔτος 1964.

Ὁ περικαλλής Ἱερός Ναός (Σταυροειδής Βασιλικός μετά τρούλου) ἐκοσμήθη μετά μεγίστης προσοχῆς δι’ Ἁγιογραφιῶν τοῦ Δημ. Ῥίτσου καί διά λαμπρῶν ἔργων ἐκκλησιαστικῆς τέχνης ὡς αἱ εἰκόνες τοῦ Τέμπλου τοῦ σπουδαίου Ἁγιογράφου Πελεκάση, τό ξυλόγλυπτον τέμπλον, ὁ Ἀρχιερατικός Θρόνος, τό Προσκυνητάριον τῆς ἐφεστίου Ἱερᾶς Εἰκόνος καί τό Κουβούκλιον τοῦ ἱεροῦ Ἐπιταφίου ῥωσικῆς τεχνοτροπίας.

Οἱ ἐργασίες ἀνεργέσεως ὁλοκληρώθησαν κατά τό τέλος 1969 (καθώς μᾶς πληροφορεῖ ἡ κτητορική ἐπιγραφή ἄνωθεν τῆς κεντρικῆς εἰσόδου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ:

«Ἀνηγέρθη ἐκ βάθρων ὁ Θεῖος καί Πάνσεπτος οὗτος Ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου διά δαπάνης τοῦ εὐσεβοῦς χριστιανοῦ Δημητρίου Δελῆ, εἰς μνήμην τῶν γονέων Ἀντωνίου καί Βασιλικῆς καί τῶν αὐταδέλφων αὐτοῦ Γεωργίου καί Νικολάου ἐν ἔτει σωτηρίῳ απξθ’».

Σημείωσις: Εἰς τόν ὑπόγειον χῶρον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εὑρίσκεται Παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημήτριου, ὅπου καί οἱ τάφοι τῶν Κτητόρων.


π. Ανδρέας Κονανος: «Γιατρέ, με λένε Κώστα, είμαι 25 και έχω καρκίνο»


Trabzon Ayasofya Camii oldu.


Στη φυλακή του Αποστόλου Πέτρου στην Ιερουσαλήμ.


ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΑ ΘΑΡΕΙ ΤΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ ΔΕΝ ΧΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ. Π.ΣΥΜΕΩΝ ΣΙΝΑΙΤΗΣ.


ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ - Πανήγυρις Παρεκκλησίου Αγίων Ανάργυρων του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Περάματος 30-06-2013.