Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Σάββατο 6 Ιουλίου 2013
ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ - ΠΑΝΑΗ . ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ.
Πώς να
μαζέψεις τον ήλιο μέσα σε μια μικρή καλύβα; Αυτά πού μου είπε ό παππούς δεν
ήταν παρά μερικές σταγόνες από τον ωκεανό της ζωής του. Δεν ήταν παρά λίγοι
κουβάδες νερό από μια υπέροχη δροσοπηγή.
Κι
έπειτα μου ζητήθηκε απ' αυτές τις σταγόνες κι απ' αυτές τις ελάχιστες ακτίνες να
δώσω στους συνανθρώπους μου. Αν τότε πού άνοιγα τις πόρτες και τα παράθυρα της
ψυχής μου στον ήλιο του Θεού πού μου πρόσφερε ό παππούς δεν έγραφα ότι μου
έλεγε, ειλικρινά σήμερα ό δισταγμός μου θα κατέληγε στην άρνηση να σάς μιλήσω για
τον παππού.
Όμως,
μια αδυναμία μου προσωπική, δηλαδή πώς αν δεν γράψω κάτι πού θέλω να το
θυμούμαι για πάντα, δεν είναι σίγουρο πώς θα το κρατήσω στη μνήμη μου ζωντανό
παντοτινά, μ' έκανε να κρατώ πάντα ένα τετράδιο και συνέχεια να γράφω από την
ώρα πού πήγαινα μέχρι την ώρα πού έφευγα κι ας είχα πάντα δύο μωρά να με
περιτριγυρίζουν και να με ενοχλούν κι οπωσδήποτε μονίμως ένα στην αγκαλιά μου,
πού στην καλύτερη περίπτωση κοιμόταν.
Όταν
πήγαινα στον παππού, είχα τη συνείδηση πώς πήγαινα να μαθητεύσω σ' ένα άνθρωπο,
φορέα της Ορθόδοξης Παράδοσης και ζωής. Αυτός ήταν ό σκοπός της επίσκεψης μου.
Ήξερα ότι ό παππούς πορευόταν προς την τελειότητα όμως δεν ασχολούμουν μέχρι
πού έφτασε, αλλά ούτε είχα και έχω τις προϋποθέσεις να καταλάβω. Ενδεικτικό είναι
το εξής
Μια μέρα
όταν μπήκα στο σπίτι του παππού, διάβαζε ένα βιβλίο. Εγώ ένοιωσα στο δωμάτιο
μια υπέροχη μυρωδιά σαν ροδόσταγμα που ήταν
διάχυτη παντού, σαν να υπήρχαν τόνοι ροδόσταγμα εκεί μέσα Συνήθως μόλις έμπαινα
φιλούσα το χέρι του, αλλά εκείνη την ήμερα τόσο πολύ ενθουσιάστηκα από τη
μυρωδιά πού βγήκα αμέσως στη βεράντα του σπιτιού, όπου ή θεία ή Τρυφωνού (αδελφή
του παππού) άπλωνε ρούχα, για να τη ρωτήσω με ποιά σκόνη πλένει τα ρούχα της και
μοσχοβολούν για να πλένω κι εγώ στο σπίτι μου. Αλλά τα ρούχα δέ μύριζαν, οπότε
ξαναμπήκα μέσα και είδα τον παππού να εξακολουθεί να διαβάζει, αλλά τα μάτια
του ήταν γεμάτα δάκρυα.
Εγώ ξέχασα τη μυρωδιά κι έδωσα προσοχή να δώ τί θα μου
έλεγε ό παππούς. Όταν μιλήσαμε αρκετά κι έφυγα, κλείνοντας την πόρτα του
αυτοκινήτου και ξεκινώντας για το σπίτι μου, συνειδητοποίησα ότι εκείνη την ώρα
ή ευωδία του Αγίου Πνεύματος επισκέφθηκε τον παππού. Αυτό δέ τις τελευταίες
ήμερες προ του θανάτου του και πολύς κόσμος και ιερείς το είχαν
συνειδητοποιήσει. Μάλιστα μια ήμερα πού πήγαμε να τον δούμε με το σύζυγο μου,
μοσχοβολούσε όχι μόνο το σπίτι, μα κι απ' έξω στην είσοδο της πολυκατοικίας, μια
μυρωδιά πού θύμιζε το μύρο της Παναγίας της Μαλεβής.
Ό παππούς
εφάρμοζε το «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων». Δεν ήταν μόνο
«πλήρης πίστεως» αλλά «και δυνάμεως». Ή δε ταπείνωση του ήταν άνεκλάλητη.
Εφάρμοζε νύκτα και ήμερα το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ή δύναμη της θέλησης του
να πολεμά την αμαρτία ήταν σαν βράχος. Παρ' όλα τα γηρατειά του είχε δυνάμεις
πνευματικές και ζήλο για το θεό και για τούς αγώνες τούς πνευματικούς και
σθένος απερίγραπτο. Ό παππούς φλεγόταν, πυρπολείτο κυριολεκτικά, από το θείο
έρωτα. Αγαπούσε το Χριστό με πάθος και του είχε βάλει σφραγίδα στην καρδιά του.
Ολόκληρη ή ζωή του ήταν ύμνος προς τον Τριαδικό Θεό.
Στις
πιο κάτω γραμμές παραθέτω κατ' επιλογήν αποσπάσματα από τα λόγια της σοφίας του
γέρο - Παναγή πού κατά καιρούς κατέγραψα: Τα αποσπάσματα παρατίθενται στην κυπριακή
διάλεκτο, πού ό παππούς χρησιμοποιούσε χωρίς επιτηδεύσεις:
«Αν
θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου να μην κάμεις άνθρωπο να κολαστεί. Και αν
αγαπήσεις τον πλησίον σου, πάλιν τον εαυτό σου αγαπάς. Τον εαυτό μας αγαπούμε
όταν θέλουμε τη σωτηρία του.
* * *
Στην
πολυλογία ή έννά χουμιστεΐς ή έννά περηφανευτείς ή έννά κατακρίνεις. Ουδείς
έσίγησε σιωπών, τα λλία λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι. Αυτός πού έχει την
σιωπή, αν τον άρωτήσουν μπορεί να πει δύο λόγια προς δόξαν Θεού ή ωφέλεια
ψυχών. Οι απαντήσεις του ένα ναι ή ένα όϊ, κι αν δεν θέλει, νεύκει.
Εμέ οι
περίτου χαρές εν οι χαρές των άλλων.
Έπήαιτε στους πατέρες στο Σταυροβούνι; Έν
τούτοι πού έννά κρατήσουν την Ορθοδοξία. Μέσα - νύκτα με τις προσευχές τους.
Είμαστε φιλομόναχοι, τούτοι μας αρέσκουν Ότι και να 'ναι ή στολή τους έχει
σέβας. Είναι πατέρες μας.
Τετάρτη
και Παρασκευή να μην δίνεις γάλα στα παιδιά. Είναι σαν θεμέλιο τούτο. Από
μιτσής βάζει προζύμι. Πού είμαστε μικροί ή μάνα μας, μας έβαζε έστω και με το
ζόρι να κάνουμε τρεις μετάνοιες και να σταυρώνουμε το μαξιλάρι μας. Εκείνο πού
ήξερε. Να βάλλουν τα παιδιά το σταυρό τους μετά το φαΐ.
Τα
παιδιά άμα εύρουν έτοιμα και χαζίρικα, κι εκείνα κολάζονται πού τα βρίσκουν, και
εμείς πού τα βλέπουμε και τα έσωρέψαμε. Το μέλλον άδηλον. «Ζητείτε την
βασιλείαν τού Θεού, και πάντα ταύτα προστεθήσεται ύμίν».
Όταν
κλείσεις τα μάτια σου και αναλογιστείς τον Χριστόν μπροστά σου είναι αδύνατο να
μην κλάψης. Αν πεις για την άμαρτωλότητά σου... ήντα για ένα πλάσμα να 'ρτη
σπίτι σου, πού το αγαπάς, και να 'ρτη άξιππα.. πόση χαρά! Ήρτα πάλι Χριστέ μου,
μή με βαρεθείς, μη με διώξεις, μη με αποστραφείς αν και φτωχός και διακονιάρης,
έστω και κόμη βαρύκοος, κι ας σε πρόσβαλα, κι ας σού παράκουσα, έρχομαι
ταπεινωμένος, εκλιπαρώ το έλεος σου, ζητώ την χάριν σου, μη με αποστραφείς.
Κι αν
μου πρέπει τιμωρία, δέχουμαι, πατρικά πού ξέρεις και τιμωράς και διορθώνεις.
Στάλαξε στην καρδιά μου το έλεος της ευσπλαχνίας σου.
Ό
θείος έρωτας... ήντα ένας ερωτευμένος αραδιάζει τσιατιστά στην ερωμένη του. Ό
θείος έρωτας εν έχει; Τούτοι πού έκαμαν τα εγκώμια; Το Πνεύμα το Άγιο τούς φώτισε.
Οι Απόστολοι, μιαν έβραζαν, μιαν έκρυανίσκαν. Όταν πήραν την χάρη τού Αγίου
Πνεύματος, πλήθος από χαρίσματα θαύματα, ερμηνείες γλωσσών. Πρώτα το Άγιο
Πνεύμα και ύστερα τα χαρίσματα. Ή προσευχή, ή νηστεία, ή εγκράτεια είναι τα
μέσα να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα. Και τη χάρη πού μάς δίδει ό Θεός αν δεν την
κρατήσουμε και τη διώξουμε θα μείνει; Ό πρώτος εχθρός τού εαυτού μας είναι ό
εαυτός μας. Την καρδιά μας θα την καθαρίσουμε με τα δάκρυα
Εκείνα
πού δεν ξέρουμε είναι πολλά' παραπάνω από εκείνα πού ξέρουμε.
—
«Τούτον ήντα το έχεις;» (μού έδειξε το ρολόι μου ό παππούς). Εν το ρολόι μου,
βλέπω την ώρα. Τζιαί κάθε ώρα βλέπεις το, γιατί βιάζεσαι, καρτερούν σε... έχεις
έννοια Το ίδιο και με το θάνατο, καρτερούν μας να ενωθούμε με το Θεό, τον Πατέρα
μας. Να το καρτερούμε, να έχουν έννοια, κι όχι όταν έλθει να μάς βαρυφανεί, αλλά
να τον περιμένουμε με χαρά, διότι δακάτω εν μάς άφήννουν πολλά να ενωθούμε μαζί
Του. Να τον έχουμε σαν τη δαμόκλειο σπάθη. Ξέρεις ήντα μπού 'ναι; Ήταν ένας
παράλυτος πλούσιος πού είχε από πάνω του ένα σπαθί δεμένο πάνω σε μια τρίχα
Χα-χα-χα να πέσει. Έτσι και ό θάνατος. Έχουμε τιπόζιτα, άμα δεν έχει νερό. Κάθε
τι καλό να το κρατούμε πού μάς το γνώρισε ό Θεός. Ήντα γυρεύκουν την καλύτερη
πάγκα να βάλουν τα λεφτά τους οι άνθρωποι; Να ζούμε στη γη, αλλά ό νους μας να
είναι στον ούρανόν... ημών το πολίτευμα εν ούρανοϊς υπάρχει...».
Μακάριος
εκείνος πού κάμνει τα θελήματα τούς άλλους. Το κυριότερο είναι να κόψουμε τα
θελήματα μας. Κόμα να μεν μαραζώνεις και να χαίρεσαι, διαφορετικά έρχεται σαν ισχυρογνωμοσύνη,
ότι εσύ τα ξέρεις όλα. Ενώ τα λες εσύ: μπορεί να 'ναι εκείνου το θέλημα σωστό.
Ένας πού αγαπά πολύ τον άλλο φήννει τον να γίνει το θέλημα του.
Τζιαί
σύντομα να πολογιάζεις τούς λογισμούς. (Να τού λες) «τούτον εν δικό σου, πιάστο
και ύπαγε...» στάς πρωίας μόλις φανούν. Ειδεμή λλίολίο σε παίρνει με την πάντα
του: τσουλλώνεις, κρόνεσαι. Και πάντοτε με επιφύλαξη και αυτού τού εαυτού μας να
μην τού εμπιστευθούμε.
Προσευχές
έγραψαν οι Πατέρες και ήβραμε εμείς έτοιμες και λαλούμε πώς εν ήβρίσκουμε καιρό
να τές διαβάσουμε. Ουλη μέρα ό νους σου, σαν κάμνεις τές δουλειές σου και ουλη
νύκτα, ώσπου να σε πάρει ό ύπνος, ή τζιαί δκυό λεπτά να ξυπνήσεις προσεύχεται -
Μη κραιπάλαις και μέθαις και μερίμναις βιοτικές. Μην μπλέκεσαι λέει σε πολλές
μέριμνες. Ενώ οι πιο πολλές δουλειές πού εν εύκολες και δεν χρειάζονται προσήλωση
μπορείς να τές κάμνεις και να προσεύχεσαι κιόλα, διότι ή πολλή προσοχή δίνεται στην
προσευχή, και ένα μικρό μερτικό της προσευχής πάει σε εκείνες. Το πρωί άσσέ και
δύο λεπτά, δκυό λόγια (έκλεισε τα μάτια του και έβαλε το σταυρό του).
Ό
διάβολος μάς πειράζει με πονηριά (πλάνος - πονηρός υποκριτής, δόλιος -
χαμαιλέων τον λένε) όπως την αλεπού, πονηρός. Μια αλεπού έφαε πολλά άρνούδκια, εν
μπορούσε να περάσει πάνω από το φράκτη, έκαμε την ψοφισμένη. Έκλώτσησέ της εν
λαχτα ξανά, τίποτε. Έπιασέν την πού το νοϋρο, επέταξε την και κείνη τρέχει...
Ενόσω
έχει το καντήλι λάδι, ποντικός δεν το πειράζει. Μετά, όταν τελειώσει το λάδι, με
τον καπνό πού βκάλλει όταν σβήσει έρχεται ό ποντικός δακκάννει το φιτίλι,
μπορεί να σπάσει το καντήλι. Ενόσω έχουμε δύναμη και διαβάζουμε και προσευχή
κάνουμε. Μετά όταν σβήσει το καντήλι χωρίς φωτιά βγαίνει καπνός, δεν δουλεύει το
μυαλό, έρχεται ό ποντικός, (ό διάβολος) να πιάσει την ύπαρξη μας, σπάζει το
καντήλι. Το λάδι είναι το Άγιο Πνεύμα
Είσαι
παντρεμένος, μεν θωρείς τούς μοναχούς. Πολλές γυναίκες έ-χαμνηθήκαν θρησκεία -
θρησκεία δεν πομεινίσκουν τού ανδρός τους και εκείνοι τα αφήνουν όλα και
γίνονται ανήθικοι. Ενώ μέτρο... Έκ συμφώνου, αγαπημένοι, μονόουλα ούλλα εν
σώμα, το αυτό πνεύμα.
* * *
Όταν
είμαστε άρρωστοι συμμαχεί το σώμα με τον εναντίον (τον διάβολο) εναντίον της
ψυχής. Βάλλει τον άρρωστο να γογγύσει εις άπόγνωσιν, άπελπισίαν: «Μα εν τώρα;
έχει τόσες ήμερες πού είμαι ππέσοντα» ...πώς ήταν να πάμε εκκλησία ενώ πούμαστε
καλά εν τζιαί βοηθούμεν ή πάμε εκκλησία Θέλει να κλέψει την υπομονή μας, και να
μας φταιν και ό Θεός και εκείνοι πού μάς σάζουν. Ενώ να δοξάζουμε τον Θεόν στην
αρρώστια, μπαίνει και έπαινος και στέφανος. Λαλεί ό Θεός: Πώς δεν μπορείς να
βοηθήσεις κανενού, κάμνω το εγώ. Πώς δεν μπορείς να πάς στην εκκλησία ξέρω το.
Τούτο το αγώνισμα πού σου έβαλα θέλω.
Ρωτάς
με πώς γίνεται κάποιος Άγιος. Εγώ εν ήξέρω. Πες μου για αμαρτωλούς να^ σού πω.
Οι Άγιοι ένήστευαν, αγρυπνούσαν, είχαν κακουχίες. Δεν είδαν Αγίους να τρών, να
πίνουν, να διασκεδάζουν... νηστείες, εγκράτειες, χαμευνείες, προσευχές. Ή
ταπείνωση, πραότητα υπομονή, ευσπλαχνία αγιάζουν και τούτα.
Πώς
βοηθούμαστε να γίνουμε Άγιοι σαν σύζυγοι; 'Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη. Αλλήλων
τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσετε το νόμο τού Χριστού. Ανοχή σε
οτιδήποτε ιδιοτροπίες, θυμούς, λόγια; Πολλές γυναίκες έσωσαν και τούς άντράδες
τους. Ό σύντροφος είναι σώμα δικό μου, δεν γίνεται με γινάθκια, ψυχρότητες και
θυμούς προχωρεί το κακό. Τίνος έναντιώνουμαι; Του εαυτού μου. Αντρόγυνο,
αδέλφια και γειτόνους αγαπημένους αγαπά τους ό θεός. Έτσι δέ γεννιούνται
ζητήματα, πάσι σύμφωνα., σύμφωνα «Όπου δύο η τρεις συνηγμένοι εις το έμόν όνομα
είμαι κι εγώ». Γαλήνη, ηρεμία. Εάν δύο συμφωνήσουν σε όλα ότι μου ζητήσουν το
κάμνω, λέει ό Θεός. Άμα αρχίσεις τούτο το δρόμο, πιάστον συνέχεια Ενώ είναι
δύσκολο να σταματάς και να ξεκινάς και πάλι.
Την
καρκιάν μας θέλει ό Θεός, εμάς θέλει. Για σάς έθυσιάστηκα λέει. Όπως τα
άγγονούθκια πού τούς στέλλει ή μάνα τους να πάρουν φαγητό τού παππού. «Μα έγιώ εν
θέλω φαγιά, θέλω τη μάνα σας» λέει ό παππούς... Κάμνουμε γιορτάες, δώρα για το
Θεό. Εκείνος, όμως, λέει: εγώ εσάς θέλω».
ΓΕΩΡΓΙΑ
ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
Θεολόγος
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ. ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΠΑΝΑΗ........
Είναι
άνθρωποι, κάτι μορφές, πού αποτελούν αληθινές ροές ζωής, και μάς κοινωνούν -
αβίαστα, αυθόρμητα, φυσικά - με το δροσερό νερό πραγματικής ζωής και πίστης.
Ένας
τέτοιος άνθρωπος, τέτοια μορφή, είναι και ό αλησμόνητος Παναής τού Ίλαμιού, όπως
τον ήξερα, από το χωριό Λύση της επαρχίας Αμμοχώστου, αγαπημένο μου χωριό, πού
μένει τώρα έρημο από την πραγματική του φωνή, καθώς το πατεί, δεκαέξι σχεδόν
χρόνια συνέχεια, ό Αττίλας.
Δεν
είχα ακούσει για τον Παναή, πριν τον γνωρίσω. Και τον πρώτο-είδα ως εξής: ήταν
φθινόπωρο τού '67, είχα αποστρατευτεί εκείνες τις μέρες, και μαζί με το Λυσιώτη
φίλο μου Σπύρο Κέττηρο επισκεφτήκαμε το χωριό, να δώ γνωστούς και φίλους.
(Εκείνη τη μέρα, θυμούμαι, πήγα και στο σπίτι του Αυξεντίου, κι ανέβηκα στο
άνωούι, το δωματιάκι πού κοιμόταν ό μεγαλόψυχος και μεγαλόκαρδος - μεγάλος σε
κάθε βήμα της ζωής του - ήρωας και μάρτυρας). Τον Παναή τον συνάντησα στην
εκκλησία του χωριού. Ήταν Κυριακή, άπολείτουργα, και καθώς προσκυνούσαμε με το
Σπύρο, τη στιγμή πού βρισκόμουν στη θύρα με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ κι έκανα να
προσκυνήσω, υποχωρούσε ή θύρα, άνοιγε, και παρουσιαζόταν μια έξοχη
παπαδιαμάντεια μορφή, βρακοφόρου• ήταν ό Παναής. Μάς σύστησε ό Κέττηρος.
Μου
έκανε βαθιά εντύπωση ή μορφή και ή παρουσία του, κι αργότερα ό Σπύρος μου μίλησε
για τον Παναή τού Ίλαμιού, για την αγιότητα και την προσφορά του, από παιδί και
συνέχεια, μέσα στην εκκλησία και στο χωριό. Κι από τότε άκουσα πολλά κι από
άλλους χωριανούς του. Μέσα μου στερεωνόταν ή μορφή του σα σε ξύλινο σκαλιστό
πλαίσιο σε εικονοστάσι, και μού έδινε χαρά, υπομονή και δύναμη, να τον
σκέφτομαι συχνά.
Κι
έλεγα συχνά στους φίλους μου Λυσιώτες, όποτε στραφούμε, με το καλό, στο χωριό,
μπροστά ό Παναής με το εικόνισμα της Παναγίας και ξωπίσω όλοι.
Τον
αντάμωσα και δεύτερη, τελευταία φορά. Στον προσφυγικό συνοικισμό πού έμενε,
κοντά στη Λάρνακα. Τότε είδα και τα αδέλφια του, αδελφό και αδελφή, πού έμεναν
μαζί και ζούσαν μιαν ανάλογη ζωή. Ή φήμη του είχε ξαπλώσει στο μεταξύ. Θυμάμαι το
βλέμμα του έντονο και βαθύ, νομίζω και γαλάζιο, και τον κοφτό, αδρό, στέρεο
λόγο του πού σήμαινε τα ουσιαστικά και αναγκαία. Καθόμουν κοντά του, μα ήταν κι
άλλος κόσμος πού ερχόταν στο σπίτι. Μια στιγμή ήρθε κι ένας ιερέας. Αντιλαμβανόμουν,
έτσι, το σπίτι του σαν ένα ιερό χώρο αναψυχής.
Το
είπα αυτό μετά και στο φίλο μου Σπύρο Κέττηρο, και μου απάντησε ως εξής: στον
τόπο πού μένουν οι άνθρωποι αυτοί, είναι πάντα μια δροσιά
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ Λογοτέχνης
ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ. "ΜΑ, ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΠΑΝΑΗ
Λίγες
φορές στη ζωή μου στάθηκα με κάποιο δέος και θαυμασμό μαζί, μπροστά σε μερικούς
ανθρώπους. Σ' ανθρώπους, πού ενώ δεν είχαν, εξωτερικά τουλάχιστον, κάτι πού να
σ' εντυπωσιάζει, εν τούτοις σε γοήτευαν από μια εσωτερική δύναμη, ένιωθες πώς
ήσουν αιχμάλωτος αυτής της δυνάμεως, πού σε τελική ανάλυση δεν ήταν τίποτε
άλλο, παρά μόνο απέραντη, άδολη, κατακάθαρη κι ανυπόκριτη αγάπη. Μια αγάπη πού
ή καθαρότητα της καθρεφτίζονταν στα μάτια αυτών των ανθρώπων, μάτια πού λες κι
είχαν τη ρίζα τους σ' άλλους κόσμους και πού το βλέμμα τους αντίκριζε, πίσω από
σένα, κόσμους άυλους, αόρατους, ανέκφραστους. Και τότε μού ερχόταν στο νου ή
μεγάλη αλήθεια: «Λύχνος τού σώματος εστί ό οφθαλμός- εάν ό οφθαλμός καθαρός εστί,
όλον το σώμα φωτεινόν έσται».
Κι αυτή τη φωτεινότητα την ένιωθες, αυτή ή
φωτεινότητα σε θέρμαινε, σε φώτιζε, σε ηρεμούσε. Λίγοι, λοιπόν, ήταν οι
άνθρωποι πού καταστάλαζαν μες στην ψυχή μου, αυτό το νέκταρ της αγάπης πού σε
μεθά και πού φορές - φορές θαρρείς πώς δεν θα τ' αντέξεις. Θ' αναφέρω δύο απ'
αυτούς πού 'χα την τύχη να τούς ζήσω από πολύ κοντά για πολλά χρόνια και πού
σημάδεψαν ζωηρά τη ζωή μου: Το μακαριστό Φιλόθεο Ζερβάκο, ηγούμενο της
Λογγοβάρδας και τον Αγιορείτη Γαβριήλ Διονυσιάτη, για ν' αναφέρω μόνον αυτούς
πού τελειώθηκαν και πού χωρίς άλλο κατέχουν και στον ουρανό μας ξεχωριστή θέση,
όπως από πολλά περιστατικά το φανέρωσε ό Θεός απ' τον κόσμο ακόμα πού
βρίσκονταν σ' αύτη τη γη, επίγειοι άγγελοι. Τώρα έρχεται να προστεθεί στη ζωή
μου κι ένας τρίτος: Ό γέρο-Παναής Χατζηϊωνάς, ό Λυσιώτης. Κι όταν λέω «τώρα» δεν
εννοώ τώρα πού κοιμήθηκε, πού σωματικά δεν είναι κοντά μας. Για μένα προσωπικά το
«τώρα» άρχισε τη μέρα πού τον πρωτόδα πριν τέσσερα - πέντε χρόνια, και πού για
χάρη του κατέβαινα τρεις φορές το χρόνο στην Κύπρο και περνούσα κοντά του τις
περισσότερες ώρες μου.
Ό
γέρο-Παναής ανήκει στη χορεία εκείνη των εκλεκτών του Θεού, πού με την
αγιασμένη ζωή τους, με την καθαρή σκέψη τους, με την καθαρότητα της καρδιάς
τους και με τη θέρμη της προσευχής τους, της προσευχής τους για «όλο τον κόσμο»,
Τον ευαρέστησαν και γι' ανταμοιβή πήραν το εξαιρετικό προνόμιο, ό λόγος τους να
εισακούεται και ούτε λίγο ούτε πολύ «να επηρεάζουν τη βούληση του Θεού», όπως μου
είπε χαρακτηριστικά ένας σύγχρονος μεγάλος Αγιορείτης. Κι όταν κατέβηκε στην
Κύπρο ένας άλλος Αγιορείτης, απ' τις εξέχουσες πνευματικές μορφές της εποχής
μας και τον γνώρισε, μου 'πε αργότερα στο μοναστήρι του: «Μα, αυτός είναι Άγιος!»
Και δεν ήταν σχήμα λόγου. Κι ένας τρίτος, πάλι κορυφαίος Αγιορείτης, με ρώτησε στη
Λάρνακα πού συναντηθήκαμε: «Πες μου, εσύ πού έρχεσαι συχνά έδώ και συναναστρέφεσαι
με τους ντόπιους, κατάλαβαν αυτοί οι άνθρωποι τί θησαυρό έχουν;»
Κι όμως ό
γέρο-Παναής ένιωθε τον εαυτό του «σκύβαλο», «έσχατο», «άμαρτωλότατο» κι όταν
βρισκόμασταν μαζί, διψούσε να μάθει, ν' ακούσει, να πληροφορηθεί, όλα όσα
έλεγαν κι έκαναν οι Γέροντες του Αγίου Ορους. Κρεμόταν απ' τα χείλη μου, με κοίταζε
κατάματα και πολύ συχνά βούρκωναν τα μάτια του απ' όσα λέγαμε κι άλλοτε πάλι,
ιδιαίτερα τώρα τελευταία τα μάτια αυτά γίνονταν βρύσες αστείρευτες. Και τότε μου
'πιανε το χέρι και μου το 'σφιγγε και κουνούσε το κεφάλι σαν να μου 'λεγε
χιλιάδες ευχαριστώ, γιατί ήμουν ό ταχυδρόμος των λόγων και της ζωής ιών
σύγχρονων Αγιορειτών, γιατί τον πήγαινα κι αυτόν στο Αγιον Ορος και τον
σεργιανούσα στις σκέψεις και στις προσευχές τους. Κι αυτό το θερμό σφίξιμο του
χεριού μετέδιδε στο είναι μου κάτι απ' αυτή τη θεία αγάπη και συγκίνηση κι
άνοιγαν κι οι δικές μου οι βρύσες των ματιών, για να καθαριστώ και να ξαλαφρώσω
απ' το φορτίο της ζωής και των αμαρτιών μου. Ύστερα απ' αυτά τα πνευματικά και
ψυχικά λουτρά, πού δεν γίνονταν μέσα σε κανένα εξομολογητήριο, και πού ωστόσο
ήξερες καλά πώς σε ξέπλεναν και σε λευκαίνανε, πώς να μη νιώσεις το γέρο-Παναή σαν
έναν χαρισματούχο θνητό, σαν έναν απεσταλμένο, σαν έναν μεσίτη.
Κι αυτή την καρποφόρα
μεσιτεία την ένιωθες όταν κάθε μεσημέρι βρισκόσουν στην παράκληση πού κάναν στην
Παναγία Όταν το κατάλευκο αυτό γεροντάκι γονάτιζε, για ώρα πολλή, και
σηκώνοντας τα χέρια και τα μάτια του στον ουρανό ικέτευε με τρεμάμενη φωνή
«Θυμήσου, Κύριε, τον αρχιεπίσκοπο ημών, θυμήσου, Κύριε, την Ιερά μας Σύνοδο,
θυμήσου, Κύριε, τούς φτωχούς, τούς πονεμένους, τούς άρρωστους, τούς
αιχμαλώτους, τούς αγνοούμενους, θυμήσου, Κύριε, τούς...» κι άρχιζε μια σειρά από
εκατοντάδες ονόματα, αυτών πού είχαν εναποθέσει στη δική του προσευχή την
ελπίδα για τη λύση των προβλημάτων τους. Μια ώρα πάνω - κάτω προσευχόταν για
όλους «για τούς αγαπώντας και μισούντας ημάς» κι όταν σηκώνονταν ένιωθες πώς
είχε γυρίσει από έναν άλλον κόσμο. Και την αίσθηση αυτού του κόσμου, του άλλου
κόσμου, την καταλάβαινες μέσα σου, σ' άγγιζε, σε αλλοίωνε, σε ηρεμούσε.
Κι
αυτό ακριβώς είναι το μυστικό των αγίων ανθρώπων
. Πέρα απ' τη βοήθεια τους στα
συγκεκριμένα προβλήματα σου, σε κάνουν να φεύγεις από κοντά τους πραγματικά άλλος
άνθρωπος. Σε κάνουν να νιώθεις και να βλέπεις τα πράγματα μ' άλλο μάτι: Στις
πραγματικές τους διαστάσεις. Μα το σπουδαιότερο: Σου δυναμώνουν την ελπίδα.
Ελπίδα πρώτ' απ' όλα για τη σωτηρία σου, ελπίδα για κάθε τί πού είναι ωφέλιμο στη
ζωή σου, από τις κοινωνικές σου σχέσεις, μέχρι την επαγγελματική σου
αποκατάσταση. Γιατί βάζουν θεμέλιο της ζωής τον ίδιο το Χριστό. Μα κάπου έδώ
βρίσκεται και κάτι πού θολώνει τα νερά των ανθρώπων. Γιατί πολλοί θέλουν ένα
Χριστό στα μέτρα τους, ένα Χριστό δικό τους. Και δίνουν τη δική τους ερμηνεία στη
«χριστιανική φιλοσοφία» της ζωής. Θ' αναφέρω τελείως συμπτωματικά ένα από τα
πολλά παραδείγματα, πού έχουν σχέση με την αγία αυτή μορφή της Σκάλας. Ό
Χρήστος, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, κι απ' τούς καλούς
πνευματικούς μου φίλους, όταν τον γνώρισα στο γέρο-Παναή, έγινε απ' τούς
καθημερινούς επισκέπτες του. Τα καλοκαίρια και τις γιορτές πού κατέβαινε στη Λάρνακα
κάθε μέρα επισκεπτόταν το γέρο-Παναή. Και στις παρακλήσεις και στις συνάξεις και
στις συγκεντρώσεις και στις αγρυπνίες, ό Χρήστος ήταν απ' τούς πρώτους. Το
περασμένο καλοκαίρι το μαθαίνουν «εξωδίκως» οι δικοί του, πού άναψαν και κόρωσαν,
ποιος ξέρει τί λογισμούς τούς έβαλε ό διάβολος και πού του απαγόρευσαν να
ξαναπάει. Και για να είναι βέβαιοι γι' αυτό, δεν του ξανάδωσαν τ' αυτοκίνητο
τους.
Όμως ό Χρήστος έβρισκε τρόπο να πάει και είπε στο γέροντα Παναή τα της
οικίας. Ό γέροντας αφού τον άκουσε του είπε: «Χαίρομαι πολύ γιατί αυτό δείχνει
ότι βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο. Ξέρεις, μέχρι τώρα φοβόμουνα. 'Αφού όμως σου
δημιουργούν προβλήματα οι δικοί σου, δεν πειράζει, μην έρχεσαι. Έλα πριν φύγεις
για την Ελλάδα». Την ίδια μέρα πού έγινε αυτό, ό Χρήστος με κατατόπισε
τηλεφωνικώς στην ' Αθήνα. Κι εγώ όντας επαναστάτης από γεννησιμιού μου του λέω:
«Από αύριο θα πηγαίνεις δύο φορές την ήμερα και να πεις στο γέρο-Παναή έκ
μέρους μου να μη φέρει αντίρρηση γι' αυτό». Πράγματι ό Χρήστος πήγαινε από τότε
δύο φορές τη μέρα, με μέσον πού του ήρθε ουρανοκατέβατο, κι όταν είπε στο
γέρο-Παναή αυτά πού του διαμήνυσα, ό καλότατος γέροντας, με το χιούμορ πού τον διέκρινε
είπε: «Αϊ, κάνε ότι σου λέει ό πατήρ-Σωτήριος» (έτσι με αποκαλούσε πάντα). Στο
Χρήστο οφείλω και πολλές λεπτομέρειες απ' τις τελευταίες μέρες και στιγμές του
γέροντα, πού τις έζησε κοντά του, γιατί ήταν αγαπητός όλης της οικογένειας.
Άλλα αυτά, μαζί με κάποιο θαύμα πού έγινε στο Χρήστο, αμέσως μόλις γύρισε στην
Ελλάδα, και πού εγώ έχω λόγους να το αποδίδω στο γέρο-Παναή, ίσως, αν επιτρέψει
ό Θεός τ' αναφέρω σε κάποιο άλλο σημείωμα μου, μαζί με άλλα παρόμοια περιστατικά
πού αυτό τον καιρό ταξινομώ. Γιατί το θέμα τού γέρο-Παναη δεν τελειώνει ούτε με
ένα άρθρο, ούτε με ένα αφιέρωμα. Προσωπικά πιστεύω πώς ή περίπτωση του γερό-Παναή
δεν άρχισε ακόμη να δίνει τα αδιάσειστα στοιχεία της προσωπικότητας του. Θα
έλθει το πλήρωμα του χρόνου, πού ό γερό-Παναής θα ξεπηδήσει απ' τις καρδιές
αυτών πού ευεργετήθηκαν, αυτών πού τον αγάπησαν αληθινά, αυτών πού τον κατάλαβαν,
αυτών πού τώρα τον στερήθηκαν και πού νιώθουν ορφανοί.
Ή λαοθάλασσα των
ανθρώπων πού βρέθηκαν στην έξόδιο ακολουθία, με όλο σχεδόν το Ιερατείο της
Λάρνακος, και το αφιέρωμα αυτής της εκδόσεως, πού πιστεύω το υπαγόρευσε ή αγάπη
των υπευθύνων της «Ορθόδοξης Μαρτυρίας», στις μορφές αυτές πού στάθηκαν γνήσια
Ορθόδοξες και πού δείγματα της αγίας ζωής τους είναι καθολικώς αποδεκτά, δεν
αποτελούν παρά την αρχή μιας πορείας πού θα μας αποκαλύπτει σιγά - σιγά το
μεγαλείο αυτής της ψυχής, πού είχε το προνόμιο να ξεχωρίσει απ' τούς άλλους
ανθρώπους και πού το πνεύμα του έγινε δέκτης της χάριτος και των δωρεών του
Αγίου Πνεύματος, όπου «πανσόφους τούς αλιείς άνέδειξεν». Ψαράς και ό γερό-Παναής,
με την εν Χριστώ σοφία του, καθήλωνε «τούς σοφούς τού κόσμου τούτου», γιατί
άπεδείκνυε ότι ή έκ τού Αγίου Πνεύματος σοφία γεννούσε και τούς καρπούς της,
πού ήταν αγάπη, σωφροσύνη, μακροθυμία, ειρήνη, προ παντός ειρήνη, πού είχε
τόση, ώστε να τη μεταδίδει και στους άλλους. Ό γερό-Παναής είχε νουν και πνεύμα
γίγαντος, και καρδιά παιδιού. «Αμήν, αμήν λέγω ύμίν, εάν μη γένησθε ως τα παιδιά
ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών».
Εδώ να μου επιτρέψει ό αναγνώστης
μου να μεταφέρω αυτολεξεί, λίγες σειρές, πού μια καλή μου φίλη, μα και μια πολύ
αγαπητή της οικογένειας Χατζήίωνά, μου έστειλε σαν υστερόγραφο στην κάρτα της για
τις γιορτές των Χριστουγέννων: «ό παππούς Παναής άφησε την πολυθρόνα του! Τον
βλέπουμε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, ήρεμο και ειρηνικό σαν μωρό παιδί». Είναι μια
πολύ ζωντανή εικόνα, απ' την ιατρό Κατερίνα Παυλίδου. Αυτό ήταν και το τέλος
του, όπως και ή ζωή του: Ήρεμο και ειρηνικό. Κι ίσως κάποτε να διαβάζουν
κάποιοι ότι «την 30ην Δεκεμβρίου 1989 ό γέρο-Παναής ό Λυσιώτης, έν ειρήνη τελειούται».
Όσο για
μάς, για μένα προσωπικά, πού περνούν αλλεπάλληλες οι εικόνες απ' τις αξέχαστες
συναντήσεις μας, τούτη τη στιγμή πού ή σκέψη μου πετά κοντά σ' αυτόν πού
στάθηκε για μένα πατέρας κι αδελφός και πού τον αγκαλιάζει νοερά έτσι καθώς τον
αγκάλιασα και σωματικά στην κάμαρα της συνοικίας των Αγίων Αναργύρων, δεν μπορώ
παρά γονατίζοντας να υψώσω τα χέρια και τα μάτια μου στον ουρανό, για να
παρακαλέσω: «Θυμήσου, Κύριε, αυτόν πού ήταν για μάς βακτηρία και δύναμη, ή
παρηγοριά μας, ό πόνος κι ή χαρά μας. Θυμήσου, Κύριε, πώς έκλαιγε μαζί μας,
πονούσε μαζί μας, αγωνιζόταν μαζί μας, χαιρόταν μαζί μας. Κι ας τον, Κύριε, κι
εκεί κοντά Σου, να κάνει αυτά πού έκανε πάντα: «Να σε παρακαλεί για μάς. Το χρειαζόμαστε
τόσο. Θυμήσου, Κύριε εμάς όλους πού τον στερηθήκαμε, θυμήσου, Κύριε, τον
έκλεκτόν Σου δούλον Παναήν, πού... θυμήσου, Κύριε».
ΣΩΤΗΡΗΣ
ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ
Λογοτέχνης, Δημοσιογράφος
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013
A Visit to Zograf Monastery at Mount Athos
JULY 2, 2013
Monk at Zograf monastery (Photo: Matthew Brunwasser)
It’s hard to imagine how dark it is when morning services start on Mount Athos. You have to blindly grope the deep throne-like wooden seats in the church — or risk sitting on the lap of another worshiper.
The first bell rings at about 3 a.m. Most of the monks show up by 3:30 a.m. and the prayers last around three hours.
As a non-Orthodox visitor to the Bulgarian Orthodox Christian monastery of Zograf, I was welcomed to join the services but asked to stay in the back of the church in order to not disrupt the worshipers.
The church in the monastery courtyard was ancient and lit only by candles and oil lamps. The light cast warm shadows and reflections on the gold ornaments on the walls and iconostasis. While Catholic churches might feel lofty and grand, Orthodox churches tend to be cluttered with knick-knacks and smudged with candle smoke. They feel more like your grandmother’s living room.
The scene was a harmonious visual backdrop for listening to the monks sing, chant prayers, kiss icons and sway long chains of bells and incense holders.
The deep, mellow sounds were an audial demonstration of the monks’ spiritual commitment and their efforts to be closer to God. These men took a vow to stay in the monastery until their last breath. They spend about six hours per day in prayer, every day.
Mount Athos really is another world. In the Vatopedi Monastery for example, the clocks still tell Byzantine time – according to which midnight starts daily at sunset.
Zograf operates according to modern time but is the only one of the 20 monasteries on Athos which doesn’t recognize daylight savings time.
“Why should it?” asked Kiril, a novice monk at Zograf. “We’re a monastery.”
I didn’t have a good answer.
With only a four-day visa to stay on the Holy Mountain, I decided to visit two of the 20 monasteries: Xenophontos, one of the 17 Greek monasteries, and Zograf, the only Bulgarian one. Athos also has a Serbian monastery and a Russian one.
Most people arrive at Zograf by walking the two miles or so up the dirt road from the port. The monastery has a special reception room where visitors are greeted with coffee and water.
The monasteries are obliged to offer accommodation and food to all visitors – although people can be turned away if the beds are full, so pilgrims are asked to call in advance.
I was seeking a lot of answers in a short amount of time. My reporter’s questions became more pushy and Kiril resisted.
“It’s not common to pressure people around here,” he said.
http://www.theworld.org/2013/07/zograf-monastery/
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΑΡΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ."«Μνήμη δικαίου μετ' εγκωμίων «σοί δέ αρκέσει ή μαρτυρία» του πνευματικού σου θειε Παναγή. "
«Μνήμη δικαίου μετ' εγκωμίων «σοί δέ
αρκέσει ή μαρτυρία» του πνευματικού σου θειε Παναγή. Ανεδείχθης όντως σεβαστός
παρά πάντων.
Έδωσες φώς, από το ουράνιο φως,
φωτίζοντας το χωριό σου και πάν-τας όσους κατέφευγαν εις σε.
Όλη του ή ζωή ήταν μια αντανάκλαση της
χάρης τού Θεού πού κατοικούσε μέσα του. Εμείς, οι κατά σάρκα συγγενείς του
ζώντας καθημερινά από τα γεννοφάσκια μας την παρουσία του, Ίσως δεν εκμεταλλευτήκαμε
και δεν εκτιμήσαμε στο έπακρο τις γνώσεις και τη σοφία του. Εκμεταλλευτήκαμε
όμως τις προσευχές του, την αγάπη πού μάς χάριζε- αλλά και μόνη ή παρουσία του
ήταν τόσο σημαντική.
Γεννιέται στη Λύση το 1904 από
πολυμελή οικογένεια. Μαθαίνει πρώτα την τέχνη τού υποδηματοποιού με παράλληλη
συνεισφορά στις αγροτικές ασχολίες της οικογένειας του. Ή αφιέρωση του στο Θεό
αρχίζει από τη νεανική του ηλικία. Με συχνές επισκέψεις στο Σταυροβούνι και με τη
γνωριμία του με τον πατέρα Κυπριανό, (1955), άγιο πνευματικό ιερομόναχο,
μπάζεται στα μυστικά της ασκητικής και μοναχικής ζωής. Όμως, γεγονότα όπως ή
αλλαγή τού ημερολογίου, με τα παρατράγουδα της, και άλλες οικογενειακές
υποχρεώσεις τον άφησαν μαζί με τον αδελφό του και την αδελφή του στη Λύση
οικονόμο της Παναγίας της Χρυσολυσιώτισσας. Με ομιλίες στο σπίτι του, στους
συλλόγους της Λύσης και τελικά σε κατάλληλο οίκημα, το θρησκευτικό σύλλογο, τον
περίβολο τού ναού, ασκεί κηρυγματικό έργο. Διαβάζουν την Παλαιά Διαθήκη και την
Καινή Διαθήκη, κάθε Σάββατο το Κυριακοδρόμιο, ερμηνεύοντας τα αναγνώσματα της
Κυριακής, Συναξάρια και ότι άλλο ωφέλιμο μπορούσαν με δυσκολία να βρουν τότε.
Ασκώντας δέ και τα καθήκοντα τού
νεωκόρου, από τα βαθιά χαράματα βρίσκεται στο ναό, για το άναμμα των καντηλιών και
στη συνέχεια, για την τέλεση τού όρθρου, και τις άλλες τρέχουσες εργασίες του
ναού. Τέλος το βράδυ, ό εσπερινός, το απόδειπνο, χαιρετισμοί, παρακλήσεις, κ.
λ. π. Τα βράδια τού Σαββάτου ή νυκτερινή προσευχή μεταβαλλόταν σε αγρυπνία
μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Το 'ίδιο δέ συνέβαινε και στις μεγάλες εορτές. Σε
όλα αυτά τον ακολουθούσε αριθμός πιστών, κυρίως ελεύθερων γυναικών, και έτσι
ασκούνταν όλοι μαζί σαν σε ένα κόσμο-μονάστηρο.
Ή πνευματική δραστηριότητα αυτή δεν
περιοριζόταν στο μικρό κύκλο αυτό, αλλά επεκτεινόταν σ' όλο το χωριό, σαν
καρπός της βίωσης της εν Χριστώ ζωής, σαν αποτέλεσμα της χάρης τού Θεού. Ήταν
υπεύθυνος για το φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας τού χωριού. Σαν άνθρωπος
εμπιστοσύνης δεχόταν και έδινε. Διαχειριζόταν το φιλανθρωπικό ταμείο του ναού,
πού προερχόταν από φιλανθρωπικές αγορές, προβολές ταινιών ή άλλων εκδηλώσεων.
Πρόσφερε βοήθειες σε δυσπραγούντες τού χωρίου κατά τις μεγάλες εορτές αλλά
μερικές φορές ακόμη και μηνιαίως, πάντα δέ με κάθε διακριτικότητα και
μυστικότητα Ειρήνευε επίσης πολλά ζευγάρια, πού είχαν δυσκολίες στο γάμο,
νουθετούσε τούς νέους.
Παραμονές μεγάλων εορτών ειδοποιούσε
τούς ανήμπορους τού χωριού να ετοιμαστούν για τη Θεία Κοινωνία πού γίνονταν
κατ' οικον. Πρώτος ήταν δέ στις προτροπές για Άγια Ευχέλαια στους άσθενούντας αλλά
και στους υγιείς; Στους κεκοιμημένους διάβαζε τα σχετικά όλονυκτίς,
παρηγορώντας επίσης τούς συγγενείς του κοιμηθέντος.
Οι τακτικότατες Θείες Λειτουργίες πού
τελούνταν στη Λύση οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό σ' αυτόν, μια και προέτρεπε κάθε
ένα να έχει τη δική του γιορτή και να γιορτάζει Αγίους πού δεν συνηθιζόταν
μέχρι τότε να εορτάζονται.
Αυστηρός επίσης ήταν στην τήρηση της
τάξης και της ησυχίας στο ναό. Ή διαχείριση μέρους των οικονομικών του ναού,
κυρίως των δαπανών, ήταν παραδειγματική. Λιβάνι, καρβουνάκια, φιτιλάκια
-ίταρέδες γίνονταν από τον ίδιο, με τη βοήθεια των συναγωνιστών του.
Λόγω της έλλειψης έκδεδομένων
ακολουθιών υπήρχε ή ανάγκη αντιγραφής τους. Έτσι μια και ήταν καλλιγράφος
αντέγραψε πλήθος φυλλάδων για χρήση στο ναό.
Ή φιλοξενία ήταν μέρος της ζωής του. Το
σπίτι τους ήταν μικρό παν-δοχείο για κάθε μοναχό ή λαϊκό πού έφτανε στο χωριό.
Παράλληλα δέ ήταν και φοβερός πολέμιος των αιρετικών ούτε στο σπίτι του να
μπουν δεν επέτρεπε. Όταν κάποτε προσπάθησαν να ιδρύσουν οι «Ευαγγελικοί»
αίθουσα στο χωριό δεν μπόρεσαν, και έφυγαν γρήγορα, λόγω της δράσης του.
Ή προσωπική του ζωή ήταν υπόδειγμα.
Ασκητικότατος σε όλα του. Πράγμα πού φαινόταν από την πρώτη ματιά από το ίδιο το
κορμί του. Απείχε από κρέας και νήστευε αυστηρά όπως και οι μοναχοί, με τριμέρια
κλπ.
Κέντρο της ζωής του όπως και κάθε
Χριστιανού ήταν ή Θεία Λειτουργία. Χαρακτηριστική είναι ή μαρτυρία τού
μακαριστού Καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα, όπου, όταν επισκέφθηκε τη Λύση για να
μιλήσει, στις 2 Φεβρουαρίου το 1961, τον είδε να δακρύζει κατά την ώρα τού καθαγιασμού
των Τιμίων Δώρων. Αργότερα έλεγε στους μαθητές της Ιερατικής Σχολής ότι πρώτη
φορά είδε νεωκόρο να δακρύζει στη Θεία Λειτουργία
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια πού
έλεγε κατά τη Θεία Ευχαριστία: «Ευλαβικά σαν τον Προφήτη σου τον άνθρακα στα
χείλη παίρνω, και καθαρμού φωτιά αδαπάνητη, μέσα στην ύπαρξη μου παίρνω. Σ'
ευχαριστώ πού καταδεκτικές στη φάτνη τούτη να ξανάρθεις Ώ μείνε χρόνια
ατελεύτητα μέσα μου, αφέντης και μονάρχης...»
και στη διάρκεια της προσφυγιάς
συνεχίζει με τον ίδιο ζήλο παρά τις
ταλαιπωρίες και το χωρισμό από την
αγαπημένη του Παναγία και τη Λύση να τα δέχεται όλα σαν ευλογία Θεού. Γίνεται
επίσης ή προσφυγιά αίτια να γίνει γνωστός σε πλήθος ανθρώπων πού τον έβλεπαν και
πάλι ωφελούνταν. Έτσι τα λόγια τού Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ: «Βρες την ειρήνη του
Θεού μέσα σου και χίλιοι άνθρωποι θα αναπαυθούν κοντά σου» γίνονται
πραγματικότητα
Κλείει ή ζωή του με μια σχετική
σύντομη αλλά επώδυνη αρρώστια για να κοιμηθεί στις 30 Δεκεμβρίου.
Η ζωή του μιλά από μόνη της αλλά όλα
αυτά τα λόγια είναι κύμβαλα μπροστά στη μαρτυρία τού πνευματικού του.
Τώρα πού δεν είναι σωματικά μαζί μας
καταλαβαίνουμε ίσως καλύτερα τί είχαμε και τί χάσαμε. Όμως ελπίζουμε ό Κύριος να
τον έβαλε «αππέσω σε μια γωνιά» όπως έλεγε, για να χαίρεται μαζί με την Παναγία
και όλους τούς Αγίους και το Χριστό, πού τόσο αγάπησε και αφιέρωσε τη ζωή του.
Παρηγοριά μας ή ελπίδα και χαρά μας ότι θα έχουμε «οικείους εν Ιερουσαλήμ».
Αιωνία του ή μνήμη.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΑΡΗΣ
Θεολόγος
ΖΗΝΑ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΦIΛΟΛΟΓΟΣ " ΓΛΥΚΕ ΜΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΠΑΝΑΗ!"
Γλυκέ μου παππού Παναή! Έφυγες από
κοντά μας, και ή θύμηση σου πλανιέται ανάμεσα μας και μας γλυκαίνει την ύπαρξη,
μάς γαληνεύει την ψυχή, μάς δείχνει το δρόμο της αληθινής ευτυχίας, το δρόμο του
Θεού.
Δοξολογούμε το Θεό για τούτη την
εξαιρετική χάρη πού μας αξίωσε ναχουμε την εμπειρία της αγάπης σου. Βιώσαμε την
αύθυπέρβαση και το μεγαλείο της ψυχής σου, ερχόμενοι σε άγαπητική κοινωνία μαζί
σου.
Μπαξές, παππού Παναή, μπαξές
ολόδροσος κι ολάνθιστος ή καρδιά σου. Κι εμείς, σαν μικρά παιδιά, ερχόμασταν να
κόψουμε απ' αυτά τα λούλουδα της καρδιάς σου. Πόσο ευωδίαζαν! Τί όμορφα τα
χρώματα τους, λαμπρά σαν ήλιος, πού καταυγάζει την πλάση. Μάς μάγευαν. Μας
μεθούσαν με το άρωμα τους, το θεσπέσιο τούτο θείο δώρο. Μέσα μας αντηχούσαν
καμπάνες χαράς και αγαλλίασης. Ευτυχία ψυχής. Πληρότητα ύπαρξης. Πλέρια
μακαριότητα. Νηνεμία πνεύματος. Χαρά Θεού.
Εσύ μάς έμαθες ότι ό Χριστός είναι ή
χαρά, ή γλυκύτητα, ή καλοσύνη, ή ταπεινοφροσύνη, ή λεπτότητα και ή ευγένεια των
συναισθημάτων, ή τρυφερότητα, ή ανεκτικότητα, ή ειρήνη. Εσύ μάς έμαθες ότι μέσα
στην αγάπη Του θα βρούμε ότι ζητάμε, θα ευφραίνεται το είναι μας, θα γιορτάζει
ή ψυχή μας, θα λάμπει από την εσωτερική ακτινοβολία το πρόσωπο μας.
Θυμάμαι, κάθε φορά πού κίναγα για
νάρθω να σας δώ... πετάριζε ή καρδιά μου και άνοιγε σε μια γλυκιά προσμονή. Λαχταρούσε
να τη φιλέψουνε, να την κανακέψουνε με λόγια αγάπης, ζεστασιάς να τη
σεργιανίσουμε σε μεθυστικούς ουρανούς ανθρωπιάς και καλοσύνης. Να της
μεταλαμπαδέψουνε τη φλόγα της αληθινής χαράς, της εν Χριστώ χαράς.
Τα βήματα μας άντηχούσανε στο
πεζοδρόμιο. Βιαστικά, κυνηγημένα λες. Με κομμένη ανάσα, και τρέχαμε, να
φτάσουμε! Τί χαρά! Μια γλυκιά ανατριχίλα διαπερνά την ύπαρξη μας. Γελάμε καθώς αναλογιζόμαστε
τη σκηνή της εισόδου μας.
— «Και
τώρα», μού λέει με το γνωστό του χιούμορ ό πατήρ Ανδρέας - χάρη σ' αυτόν σας
γνώρισα - «Θα ενθουσιαστείς άμα τούς γνωρίσεις» μού 'χε πει τότε «Κυρίως με τον
παππού Παναή ταιριάζετε στο γέλιο. Τί να σού πω! Πρέπει να τούς γνωρίσεις. Θα
τούς αγαπήσεις αμέσως. Εγώ πάω κοντά τους για ψυχικό ανεφοδιασμό. Γαληνεύω,
πίνω και τον καφέ μου, τρώω και τα παξιμαδάκια μου - ξέρεις πώς μ' αρέσουν! «Και
τώρα χαρά πού θα κάνει ό παππούς ό Παναής μόλις σε δει θα γελά ολόκληρος»
κουβεντιάζουμε... Έλα, πρέπει να τούς γνωρίσεις. Θα χαρούν πολύ». Σταλμένος απ'
το Θεό ό πατήρ Ανδρέας. Τί χάρη κι αυτή! Μού 'κα-νε το ωραιότερο δώρο.
«Και τώρα χαρά πού θα κάνει ό παππούς
ό Παναής μόλις σε δει. Θα γελά ολόκληρος».
— «Άμ
εγώ!» του απαντώ, και να, εσύ, καλέ μου παππού Παναή, να προβάλλεις πίσω από το
παράθυρο, ταπεινή φιγούρα, αδύνατη, συμμαζεμένη. Ένα κάτασπρο κεφαλάκι, γλυκό
κι αγαπημένο.
Κτυπάμε το κουδούνι συνθηματικά και
γελάμε συνωμοτικά.
— «Περάστε,
περάστε...», ή φωνή τού παππού Βασίλη. «Καλώς τους, καλωσορίσετε!»
Το «μάνα μου», το ξέρω, το 'λεγες
κοροϊδευτικά για μένα, αλλά το 'λεγες τόσο γλυκά, πού σού το συγχωρούσα. Σού
άρεσε, μού λέγει, πού μ' άκουγες να διανθίζω συχνά το λόγο μου μ' αυτό το «μάνα
μου».
— «Καλωσορίσετε!
Κάτσετε», μάς λέει, καθώς μάς δείχνει να κάτσουμε δίπλα σου.
— «Είμαι
περήφανος, δέ σηκώνουμε» λες, και σού φιλάμε το χέρι. Κι εσύ, αφέντης και
βασιλιάς τού σπιτιού σου, τυλιγμένος με την κουβέρτα σου, τα κρύα χειμωνιάτικα
πρωινά, κλέβεις πλάι στο παράθυρο κάποιες ακτίνες τού ήλιου πού δειλά
ξεπροβάλλουν.
Γελάς μακάρια, πηγαία, ανόθευτα. Μάς
αγκαλιάζεις με την αγάπη σου και λούζεται το πρόσωπο σου από μια θεία έκσταση!
— «Μάνα
μου!...» Αχ, παππού Παναή, το πνεύμα σου, ή σπιρτάδα σου, ή αίσθηση τού χιούμορ
πού σε διακατείχε. Γελάμε όλοι μαζί, αδελφοί εν Χριστώ, σε πνεύμα αγάπης κι
αδελφοσύνης.
Γελάμε λυτρωτικά. Είναι ένα γέλιο
κάθαρσης της ψυχής από καθετί μικρό. Ένα γέλιο γάργαρο, καθάριο, σαν το νεράκι της
πηγής, γιατί κι εμείς σ' άλλη πηγή ήλθαμε για να ξεδιψάσουμε. Ένα γέλιο πού αναδύεται
σαν αρτεσιανό δροσερό νερό απ' τα βάθη της ψυχής μας. Σαν πίδακας πού ξεπηδά κι
είναι χάρμα οφθαλμών.
Ώς διά μαγείας, ή ψυχή μας φορτίζεται
συναισθηματικά Ντύνεται μ' ένα αραχνοΰφαντο πέπλο γαλήνης, γλυκύτητας,
πραότητας. Χαίρεται και άγαλλιάται. Πανηγυρίζει, γιατί αφουγκράζεται τούς
κραδασμούς των αδελφών ψυχών. Μοναδική κι ανεπανάληπτη ή χαρά της επικοινωνίας
μας, της ένωσης των ψυχών εν Χριστώ. Ό χρόνος λες μηδενίζεται, λες κι είμαστε
όλοι παιδιά πού χαιρόμαστε την ξεγνοιασιά μας, γιατί μόνο τα παιδιά με την
αθωότητα και την παιδικότητα τους μπορούν ν' αγαπήσουν αληθινά τον Κύριο.
Και να! χαρές ή Τρυφωνού σαν μάς
βλέπει, βγαίνοντας απ' την κουζίνα, όπου είναι ταγμένη. «Έκαστος εφ' ω ετάχθη».
Κι ή Τρυφωνού, λες χαριτολογώντας, σε είχε εσένα για σταυρό της, και σε
περιποιείται. Μαζί μ' εσένα, βέβαια, κι εμάς όλους, πού πίνουμε εκείνο το
μοναδικό καφέ, πού τον φτιάχνει με τόση αγάπη, γι' αυτό κι είναι τόσο υπέροχος.
Ό «τρυφωνίσιμος» καφές μαζί με τα σησαμένια κουλούρια, τα σπιτίσια - τα τόσο
μοσχοβολισμένα απ' τή μέχλεπη και το μαστίχι - και το χαλλούμι («φάε κι άλλο»
μού 'λεγες συνέχεια, λες κι είχα ανάγκη), αποτελούν πια για μάς μια ξεχωριστή
γαστριμαργική απόλαυση.
Θα 'λεγα ότι όλα αυτά είναι ένα είδος
επιστροφής στις ρίζες μας, ένα είδος μνημόσυνου της Λύσης πού χάσαμε, μα και της
ζωής πού χάσαμε ανεπιστρεπτί και ευτυχώς, εδώ, στο σπίτι σας, σ' αυτή την όαση
πού ξαποσταίνουν οι ψυχές μας, την ξανασταινουμε και γευόμαστε γουλιά τη γουλιά
το γλυκόποτο κρασί της.
Νιώθουμε, αλήθεια, σαν τα πουλιά πού
έρχονται στη ζεστή φωλιά τους κι έχουν την αίσθηση της οικογενειακής στοργής, της
θαλπωρής της ασφάλειας. Έδώ μόνο το καλό κατοικοεδρεύει. Είμαστε σ' ένα δικό
μας κόσμο. Σ' έναν κόσμο χαράς. Νιώθουμε συγγενείς. Συγγενείς εν Χριστώ.
Παππού μου Παναή! Θυμάσαι τις
συζητήσεις μας! Σου άρεσε να μιλάς με παραβολές, απλά και ταπεινά, σαν το
Χριστό, πού Του αφιέρωσες τη ζωή σου. Ολόγυρα μάς παρακολουθούν οι Άγιοι και
πάνωθέ μας τ' Άγιο Χέρι του Θεού μάς ευλογεί. Εσύ, συχνά μάς έλεγες ότι ό
Χριστός είναι μαζί μας, αφού ό ίδιος είπε ότι: «Όπου βρίσκονται δύο ή τρεις
μαζεμένοι στο όνομα μου εκεί βρίσκομαι κι εγώ μαζί τους».
Μας καθοδηγούσες, μάς συμβούλευες,
μάς έδωσες κουράγιο, άκουγες τη συντριβή μας, ήσουν παρών στις αγωνίες και τούς
υπαρξιακούς μας προβληματισμούς. Ήσουν ό πατέρας μας, ό παππούς μας, ό φίλος
μας κι ό δάσκαλος μας. Μάς αγαπούσες όλους μ' έναν τρόπο πού μόνο ή δική σου
καρδιά ήξερε ν' αγαπά.
Και γελούσες με μια ουράνια
μακαριότητα. Κι έλαμπαν τα μάτια σου σαν έλεγες το «έννέ;» κοιτάζοντας μας, κι
αυτό το βλέμμα σου μάς έκανε να νιώθουμε τόσο μοναδικοί, τόσο ξεχωριστοί στά
μάτια σου. Είχαμε την εντύπωση ότι γινόμαστε περισσότερο διαλλακτικοί, ότι γλιστρούσαμε
απολαυστικά μέσα σε μια μεταδοτική καλοσύνη.
Μας έμαθες, καλέ μου παππού Παναή, να
αγαπάμε τη ζωή και τούς ανθρώπους. Μεγάλο πράγμα ή πράξη της αγάπης. Κι εσύ
ενσάρκωσες αυτόν τον ηρωισμό της αγάπης. Και τις ώρες πού ψυχορραγούσες, κείνες
τις θαυμαστές ώρες πού έκανες τον ύστατο απολογισμό σου και πανέτοιμος προσευχόσουν
ακόμα στον Κύριο για όλους μας, κείνες τις ώρες μάς χάρισες πάλι το χαμόγελο
σου και γέμισες την καρδιά μας με χαρά. Τούτο το στερνό χαμόγελο σου κρατάμε
βαθιά μέσα μας για φυλακτό.
Αιωνία ή μνήμη σου, πολυαγαπημένε μας
παππού Παναή. Από τούς φωτεινούς τόπους πού βρίσκεσαι στην αιώνια κατοικία σου,
το ξέρουμε, το πιστεύουμε μ' όλη τη δύναμη της ψυχής μας ότι θα μεσιτεύεις στον
Κύριο για τη σωτηρία όλων μας. Ή αγάπη σου θα φωτίζει τη ζωή μας και θα την
ομορφαίνει, γλυκέ μας παππού Παναή.
Ο ΓΕΡΟ- ΠΑΝΑΗΣ ΕΙΧΕ ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΓΙΟΜΑΤΟ ΚΑΛΟΣΥΝΗ...........
Ένα βλέμμα γαλήνιο, γιομάτο καλοσύνη, ένα
πρόσωπο παιδικό π' όλο γελά με μια ουράνια μακαριότητα. Και τα λόγια, βγαλμένα απ'
τα βάθη της καρδιάς, χύνουν βάλσαμο στους πονεμένους, δίνουν ανατολή κι ελπίδα
Αυτοί, όμως, πού τη βρίσκουνε, από πού αντλούν το κουράγιο τους, τώρα πού ή
Λύση στέκει μακριά τους; Φύγανε κι αυτοί μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων.
Ταλαιπωρηθήκανε. Και τώρα βρίσκουν για να ξαποστάσουν ένα συνοικισμό των Αγίων
Αναργύρων.
Δύο παππούδες μαζί με την αδελφή τους,
την Τρυφωνούν, μια γλυκύτατη γυναίκα, με το μακρύ φουστάνι της Λυσιώτισσας και το
μαντήλι στο κεφάλι. Τούς γνοιάζεται, τούς πονά. Ό γέρο - Παναής ήτανε
καντηλανάφτης στην Παναγία της Λύσης. Σπίτι του κι οικογένεια του ή εκκλησία
της Παναγίας. Της αφιέρωσε τη ζωή του. Τα βράδια μάζευε άντρες και γυναίκες και
διάβαζαν το Απόδειπνο και τα συναξάρια της Εκκλησίας. Φύτευε το σπόρο του
Ευαγγελίου στις καρδιές των Λυσιωτών... κι αυτός κυοφορήθηκε και βλάστησε
ακμαίος, όλο δροσιά και μύρο.
Ολημερίς ό γέρο-Παναής κάθεται στο
μεγάλο δωμάτιο του προσφυγικού του σπιτιού, πού το ' χουνε για καθιστικό και για
τούς ξένους. Κάθεται πλάι στο παράθυρο και λιάζεται- απολαμβάνει το δώρο τούτο της
θείας μεγαλοψυχίας κι αναπολεί τον ηλιακό του στη Λύση με τις καμάρες... κείνα τα
χρόνια τα γελαστά.
Κοντά του ό αδελφός του, ό
γέρο-Βασίλης. Χαρακτηριστικός τύπος της υπαίθρου μας: γραφικότατος, με το
μουστάκι του και τη βράκα που κι οι δύο τους δεν την αποχωρίζονται. Κι οι δύο,
αποφάσισαν σαν ήταν νέοι να μείνουν άγαμοι και να υπηρετήσουν το Θεό μέσα στον
κόσμο. Ό καθένας προσφέρει από τη θέση του. Δέ θέλησαν να βάλουν Το «σχήμα».
Θέλησαν να μείνουν λαϊκοί, κοσμοκαλόγεροι. Έχουν κάνει τις υποθήκες του Κυρίου
τρόπο ζωής. Ή θυμοσοφία τους, ή πείρα τους και ή μακροχρόνια τριβή τους με τα
εκκλησιαστικά βιβλία, τούς έχει χαρίσει μια δική τους φιλοσοφική θεώρηση των
πραγμάτων.
Σαν βρεθείς μέσα στο χώρο τους, θα σε
ξενίσει ή αφειδώλευτη κι ανιδιοτελής φιλοξενία τους. Θα νιώσεις ότι τούς
ξέρεις, χρόνια. Θα καλό-κάτσεις στην καρέκλα σου και θα παρασυρθείς κι εσύ στη
μέθη του λόγου του Θεού. Και ξαφνικά νιώθεις ότι έχεις μπροστά σου δύο μικρά
παιδιά με την αθωότητα και τον αυθορμητισμό τους. Δύο ζωντανές υπάρξεις πού
γελάνε, χαίρονται και δοξολογούν το Θεό.
Αναπάντεχα νιώθεις κάτι ν'
αναταράζεται μέσα σου. Είναι ή ψυχική σου ισορροπία, πού αποκαθίσταται. Όσα
νεύρα κι αν έχεις, σαν πάς εκεί εξαφανίζονται. Σου μεταδίδουν λες, κάτι απ' τη
γαλήνη και τη φεγγοβολώ τού προσώπου τους. Σε τυλίγουν στα υφάδια της ηρεμίας
πού εκπέμπει το πρόσωπο τους. Και χαλαρώνεις. Και ντύνεται ή ψυχή σου μ' ένα
πέπλο ζεστασιάς και ιλαρότητας. Κι ευωδιάζει απ' τα λουλούδια της καλοσύνης και
της γλυκύτητας.
Μα να! Σε λίγο καταφθάνει ό δίσκος με
τούς καφέδες, μαζί με τα κουλούρια και τις φέτες τού χαλουμιού. Και τα
κουλούρια ειν' αλλιώτικα σαν τότε στη Λύση. Σαν μιλάς με τούς παππούδες χάνεις
την αίσθηση τού χρόνου. Σου μεταγγίζουν το δικό τους ρυθμό της ηρεμίας. Θέλεις να
τούς ακούς συνέχεια Μιλάνε με μια ταπείνωση και νιώθουν δέος, αυτοί οι
αγράμματοι δάσκαλοι του κόσμου, μπροστά στους μορφωμένους. Υπαρξιακά
προβλήματα, νεανικές ανησυχίες, φιλοσοφικές αναζητήσεις, φόβοι και άγχη,
καθημερινά προβλήματα: Όλα αυτά τα θέματα τούς απασχολούν και τα συζητάνε. Σου
δείχνουν το δρόμο προς τη λύση τους, μ' ένα τρόπο απλό και ταπεινό.
Σαν έλθει ή ώρα να φύγεις, λυπάσαι. Δέ
σου κάνει καρδιά να τούς αφήσεις. Εΐν' ή ψυχή σου πού λαχταρά ν' απολαύσει κι
άλλο απ' το νέκταρ της ανθρωπιάς τους. Σαν φύγεις σε συνοδεύουν οι γελαστές
τους φυσιογνωμίες και οι ζεστές, γεμάτες πίστη κι αγάπη καρδιές τους. Γιατί
μόνο άμα έχεις αγάπη μέσα σου, μπορείς να δώσεις. Γεμίζοντας τις δεξαμενές του
είναι μας με τα λόγια και την αγάπη τους, έχουμε ανεξάντλητα αποθέματα, και
τότε νιώθουμε ότι αγαπάμε όλο τον κόσμο. Αντικρίζουμε τούς ανθρώπους γύρω μας
μέσα από ένα πρίσμα αισιοδοξίας και καλοσύνης.
Ήταν μια ένεση ανθρωπιάς, ή επίσκεψη
στους παππούδες της Δύσης. Κι αυτοί αντλούν όλο τους το ηθικό μεγαλείο απ' τη
μεγαλοσύνη τού Θεού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΑΓΚΟΣ. ΑΕΙΜΝΗΣΤΕ ΠΑΝΑΓΗ..............
Με πόνο ψυχής αποχαιρετούμε σήμερα,
όλοι αλλά προπαντός όλοι εμείς οι κάτοικοι της Λύσης, το γνωστό σ' όλους μας
γέροντα Παναγή Γεωργίου Χ" Ίωνά. Με πόνο ψυχής το συνοδεύουμε στην
τελευταία του κατοικία και τον κηδεύουμε μακριά από την αγαπημένη του Λύση, αλλά
πιστεύουμε ότι σύντομα θα μπορέσουμε να μεταφέρουμε τα Ιερά λείψανα του στο
χώμα της κωμόπολης μας της Λύσης και να τα ενταφιάσουμε κοντά στην εκκλησία της
Παναγίας της Λύσης, εκεί πού έζησε και αφιέρωσε όλη του τη ζωή. Εκεί πού μέρα -
νύκτα προσευχόταν και παρακαλούσε την Παναγία να μεσιτεύει πάντοτε στο Γιό της για
άφεση των δικών μας αμαρτιών.
Με το «Ύπεραγία Θεοτόκε Σώσον ημάς»
γλυκά και με κατάνυξη έψαλλε και παρακαλούσε την Παναγία ό Γέροντας Παναγής.
Για 50 ολόκληρα χρόνια υπηρέτησε άμισθη
την εκκλησία της Λύσης ό Παναγής Χ" Ιωνάς ως βοηθός ιεροψάλτης, ως
νεωκόρος αλλά προπαντός ως βοηθός πολύτιμος του λειτουργούντος ιερέα. Γνωστός
σ' όλους τούς Λυσιώτες ό Παναγής Χ" Ίωνά (ή ό Παναγής τού Ίλαμιοϋ) δεν
έχανε ποτέ ευκαιρία στο να φανεί χρήσιμος στον καθένα μας με λόγια παρηγοριάς, με
συμβουλές, με νουθεσίες, με παραδείγματα.
Με το θάνατο του, χάνεται μια «μορφή
γνήσια χριστιανική της εποχής μας», όπως τον χαρακτήρισαν πνευματικοί πατέρες πού
τον γνώρισαν. Ό σημερινός χαμός του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό κι εμείς όλοι
νιώθουμε πιο φτωχοί χωρίς την παρουσία του. Παρηγοριά μας όμως είναι ότι ό
αείμνηστος Παναγής φεύγει για την αιώνια ζωή με τη συνείδηση ήσυχη γιατί
επιτέλεσε ως χριστιανός το καθήκον του και αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα τον καλό.
Είμαστε βέβαιοι ότι ό Πανάγαθος Θεός θα τον εντάξει εκεί όπου του αξίζει.
Ό Παναγής Χ"Ίωνά ήταν ό στυλοβάτης
κάθε θρησκευτικής κίνησης στη Λύση. Στο σπίτι του πρώτα, πού έγινε «κατ' οίκον
εκκλησία» άρχισε να διδάσκει τις χριστιανικές αλήθειες τις οποίες ό ίδιος ζούσε
κι ένιωθε χρέος και καθήκον να κάμει κοινωνούς σ' αυτές και τούς άλλους. Κόσμος
πολύς μαζευόταν για ν' ακούσει τις νουθεσίες του. Πιο ύστερα συνέχισε με τον
ίδιο ζήλο στο Θρησκευτικό Σύλλογο με τούς κύκλους Γραφής. Με τον πράο του χαρακτήρα
και την απαλή φωνή του διάβαζε στο ακροατήριο την 'Αγία Γραφή και εξηγούσε το
θείο λόγο. Ή προσφορά του συνεχιζόταν στην εκκλησία με ολονύκτιες αγρυπνίες, με
δεήσεις, με προσευχές.
Μόνος και μετά πολλών υμνούσε και δοξολογούσε τον
Κύριον. Πολλοί εύρισκαν γαλήνη και ηρεμία στην καθοδήγηση και στις νουθεσίες
του και οι Λυσιώτες του οφείλουν πολλά για τη θρησκευτική τους κατάρτιση. Ό
λαϊκός καλόγηρος Παναγής Χ"Ίωνά θρόνιασε στις καρδιές ως καθοδηγητής στου
Χριστού την πίστη την 'Αγία
πνευματική και χριστιανική δράση τού Παναγή δεν
σταματά με τον εκτοπισμό μας από τη Λύση. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του,
μετατρέπει το φτωχικό του σπίτι στους Αγίους
Αναργύρους σε κέντρο πνευματικό όπου ό καθένας μπορεί να πάρει μια σοφή
συμβουλή, θάρρος για τις δυσκολίες του εκτοπισμού, ενίσχυση, κουράγιο,
παρηγοριά Το σπίτι του γίνεται και πάλι ό τόπος από όπου ακούγεται ό λόγος του
Θεού, από όπου διαλαλούνται ή χριστιανική αγάπη και ή χριστιανική πίστη.
Μαζί με τον αποχαιρετισμό μας,
παρακαλούμε τον Κύριο να τον δεχτεί κοντά Του και να τον αμείψει κατά τα έργα
του.
Αείμνηστε Παναγή,
Είμαστε βέβαιοι ότι εσύ δεν
χρειάζεσαι τις δικές μας παρακλήσεις για την αιώνια βασιλεία του Κυρίου. Σε
παρακαλούμε όμως εμείς να μεσιτεύεις εσύ εκεί κοντά στο Θεό πού είσαι τώρα για τη
δική μας σωτηρία.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΑΓΚΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
ΠΑΤΗΡ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ. ΤΗ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΗ ΧΑΤΖΗΙΩΝΑ.
«Ταις
των δακρύων σου ροαίς, της έρημου τό άγονον έγεώργησας» Αυτά τα λόγια έρχονται στο
νου μου αυτές τις μέρες πού ό μ. Παναγής Χατζηϊωνάς μπήκε πια στην αιωνιότητα.
Ζώντας
μέσα στον κόσμο ως ερημίτης, κατανόησε πώς ή Εκκλησία του Χριστού είναι πάνω απ'
όλα ασκητική και σαν τέτοια αγωνίστηκε να τη βιώσει. Αισθάνθηκε ως απέραντη
έρημο την κοινωνία και επίμονα επεδίωξε τούτη ή έρημος «να έξανθήσει και να
ύλοχαρήσει ως κρίνον».
Τον
θυμάμαι στην περίοδο 1970-1974, όταν επισκεπτόμουν κάθε βδομάδα την κοινότητα
της Λύσης για ομιλίες. Έλαμπε κυριολεκτικά από ικανοποίηση, γιατί φρόντιζε για την
ευπρέπεια «του οίκου του Κυρίου», της εκκλησίας της Παναγίας της Λύσης. Αθόρυβα
αλλά σταθερά, χωρίς συμφέρον και ανταλλάγματα φρόντιζε το ναό, όπως και τον
εαυτό του αγωνιζόταν να τον καταστήσει ναό του Αγίου Πνεύματος, μέσα στον οποίο
να καλλιεργείται μια πράγματι οσία ψυχή.
Καμιά
ευκαιρία πνευματική δεν έμεινε από το γέρο Παναή αναξιοποίητη. Παρακολουθούσε
ανελλιπώς τις ομιλίες πού γίνονταν στο Θρησκευτικό Ορθόδοξο Ίδρυμα της Λύσης. Τον
θυμούμαι να παρακολουθεί και να συμμετέχει με το βλέμμα, με το ύφος του, με την
καρδιά του στα όσα λέγονταν. Θυμάμαι ακόμα με πόσο ζήλο και ειλικρινές
ενδιαφέρον μετείχε στη συζήτηση, ή υποβάλλοντας απορίες, ή συμπληρώνοντας το
θέμα με δικές του σκέψεις και απόψεις, πάντα καλοπροαίρετα, όχι για να κάμει το
δάσκαλο - γιατί ή ταπεινοφροσύνη ήταν ή αρετή πού ιδιαίτερα τον κοσμούσε - αλλά
για να προσφέρει, να βοηθήσει στην όλη συζήτηση. Οι θέσεις του ήταν πάντα
αποδεκτές, γιατί ήταν ξεκαθαρισμένες. Τούτο οφείλεται και στη μελέτη της Αγίας
Γραφής, των λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών βιβλίων από τα οποία αντλούσε την
κατά Θεόν σοφία, αλλά και στις προσωπικές εμπειρίες της εκκλησιαστικής του
ζωής.
Δεν θα
ξεχάσω ποτέ τη σεμνή συμπεριφορά του, πού φανέρωνε ζωή με όσιακά στοιχεία. Από
τότε μπορούσε κανείς να διακρίνει την ασκητική του βιωτή και τις προσπάθειες του
τις ακαταπόνητες να διακονήσει ορθά το ιδανικό της αγιότητας, όπως αυτό
βιώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία».
Ας
είναι αιωνία ή μνήμη του.
Πρωτοπρεσβύτερος
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ- Θεολόγος
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΤΕΥΧΟΣ 100.
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013
Ο ΓΕΡΟ – ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΥΣΗ «ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟ` ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΕΝΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΤΑΡΕΤΣ» (ΚΙΡΙΕΕΦΣΚΙ- ΡΩΣΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ)
Αυτή
την ευλογία δέχτηκα από το Θεό, γνωρίζοντας πριν από δέκα περίπου χρόνια τον
παππού-Παναή από τη Δύση.
Ένα
γεροντάκι, με την παραδοσιακή εμφάνιση της βράκας, αδύνατο, χωρίς τίποτα να δείχνει
το εσωτερικό του μεγαλείο. Ή ζωή του ολόκληρη πέρασε στην εκούσια αφάνεια, πού
όμως γίνεται «πόλις επάνω όρους κειμένη», γιατί είναι ζωή αληθινής ταπείνωσης.
Ή
αγιότητα, πού μας περιέγραφαν οι θεολόγοι μας και πού διαβάζαμε στους βίους των
Αγίων άνηκε στο χώρο το θεωρητικό, μέχρι πού συνάντησα τον παππού. Τότε
ανακάλυψα πώς το Ευαγγέλιο μπορεί να εμφανιστεί τέλεια και στη δική μας εποχή και
στο δικό μας χώρο. Ανακάλυψα την ομορφιά της αγιότητας, την αλήθεια πώς «ό
Χριστός χθες και σήμερον ό ούτος και εις τους αιώνας». Είδα «ιδίοις ομμασι» τί
σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος ερωτευμένος με το Θεό και τη Βασιλεία Του,
δηλαδή Άγιος.
Συνήθως
ή αγιότητα περιοριζόταν στο χώρο των μοναχών, μέσα στην ησυχία, την
περισυλλογή, την προσευχή και την άσκηση. Ή, αν ακούγαμε γι' αγιότητα στον
κόσμο, τη θεωρούσαμε σαν έκφραση κοινωνικού έργου και κάθε «έργου» προς
«οικοδομήν του σώματος της Εκκλησίας».
Ό
παππούς μου έδωσε να καταλάβω με τη ζωή του αυτό πού ό Γρηγόριος ό Θεολόγος
αναφέρει: «μεγίστη πράξις εστίν ή απραξία». Ήταν στον κόσμο και ζούσε ως
ερημίτης- ταυτιζόταν με τα προβλήματα του καθενός και έμενε απαθής απ' όλα
γευόταν τον ουρανό και ήταν πολύ ανθρώπινος.
Όποιος
πήγαινε για πρώτη φορά και του έλεγε τον πόνο του, για πάντα τον είχε στην
προσευχή του. Αισθανόσουν πώς σε γνώριζε χρόνια, πώς ήταν δικό σου πρόσωπο. Ένιωθες
την αγάπη του πού αντανακλούσε την αγάπη του Θεού. Κοντά του ό καθένας πίστευε
ότι είναι κάτι, ότι αξίζει, γιατί τον αγαπά ό Χριστός μέχρι θυσίας σταυρικής. Δεν
σού άφηνε περιθώριο να νιώσεις μειονεκτικά απέναντι του. Γιατί ήταν αληθινός Άγιος.
' Αγαπούσε και γινόταν ένα μαζί σου, κατεβαίνοντας - όπως ό Χριστός - στο
επίπεδο σου για να σ' ανεβάσει σιγά - σιγά στον τρόπο ζωής τού Θεού. Δεν ήξερε να
κολακεύει τις αδυναμίες, αλλά να συγκαταβαίνει στις ανθρώπινες αδυναμίες «άχρις
ου μορφωθη Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ' 19). Το φάρμακο για τη θεραπεία το έδινε
καθαρό στην κατάλληλη στιγμή.
Ήταν
ένας διδάσκαλος του λαού, χωρίς τυμπανοκρουσίες και διπλώματα. Ό λόγος του,
έκφραση εμπειρίας κι όχι θεωρίας, ήταν «λόγος ζων», γι' αυτό και όσα έλεγε
άγγιζαν την ουσία και την καρδιά των ακροατών.
Μιλούσε
συχνά με παραβολές, παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, πού έκαμναν και το πιο
αγράμματο να καταλαβαίνει, αλλά και τον μορφωμένο του αιώνος τούτου να
συνειδητοποιεί τη «μωρίαν του» και ν' αναζητά την «άνωθεν σοφίαν», πού 'ναι «αγνή,
ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτος και
ανυπόκριτος» (Ίακ. γ' 17). Μιλούσε στην κυπριακή διάλεκτο, απλά, στη γλώσσα του
λαού, χωρίς ρητορείες και σοφίσματα. Ή «διδασκαλία» του δεν είχε το στοιχείο
της προπαγάνδας, της νεύρωσης πού προσπαθεί να πείσει για να κατατροπώσει τον
αντίπαλο και να νιώσει υπεροχή. Ήταν έκφραση αγάπης προς τον αδελφό πού διψά «του
άκούσαι λόγον Κυρίου» (Άμώς η' 11) ή πού βρίσκεται στην άγνοια κι άρα στον
πνευματικό θάνατο.
Πολύ
εκτιμούσε το κηρυκτικό έργο των θεολόγων, χωρίς να ξεχωρίζει τις «σχολές» και τις
«θεολογικές αποκλίσεις». Όταν κάποτε τον ρώτησα αν «βγαίνει τίποτα» από τα
κηρύγματα, κι αν θα πρέπει να μιλήσουν τα έργα μας μάλλον παρά τα λόγια μας, μου
είπε: «Τα` άλλα λόγια να τα λιοστέψουμεν. Πού τούτα ν' ακούμε ν οΰλλη μέρα, εν
καλά
Πρέπει ν' ακούσουν. Το κήρυγμα επιδρά παραπάνω. Εν τζ' ή Χάρις του Θεού
πού ενεργεί. Έλειψαν τα ψάρκα πού τη θάλασσα, ώστε να σταματήσουμε να ρίχνουμεν
τα δίκτυα; Πώς θα πιστέψουν αν δεν ακούσουν; Πώς θ' ακούσουν χωρίς κηρύσσοντος;
Πώς θα κηρύξουν εάν δεν άποσταλώσιν»;
Τούς
κληρικούς τούς σεβόταν ιδιαίτερα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Οι, εν ανέχομαι να δώ
κληρικούς ή μοναχούς στην κόλαση. Εν πολλά ζόρι. Συνέχεια με τούς παππούδες
είμαστε. Τόσα χρόνια... ν' αξιωθούμε τζιαί στην άλλη ζωή να ' μαστέ μαζί». Γι'
αρκετά χρόνια ήταν νεωκόρος στην Παναγία της Λύσης. Αγρυπνίες, προσευχές,
παρακλήσεις ήταν η ασχολία του. Καθημερινά σηκωνόταν νωρίς κι έκαμνεν κανονικά
τις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ένα μήνα περίπου πριν την κοίμηση του έλεγε σε
καμιά δεκαριά πού βρισκόμασταν κοντά του: «Πράγματι, ούλλα τούτα, εχόρτασά τα».
— Το Θεό τον εχόρτασες; τον ρώτησα. Έμεινε
λίγο σιωπηλός κι απάντησε:
— Άραγε έγεύτηκά Τον;
Αυτή
ή συναίσθηση ότι «ουδέν ειμί», κυριαρχούσε την όλη ζωή του.
Αλλά
είχε χαρά κι ελπίδα. Ψηλαφούσε, θα λέγαμε, την αγάπη του Θεού. Όποτε μιλούσε για
την ευσπλαχνία και το έλεος Του, γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα ζούσε μέσα στο Θεό
κι ό Θεός μέσα του. Μου έλεγε κάποτε: «Να θυμάσαι: ό Θεός έννεν άνθρωπος πού εν
συγχωρά. Τούς δικούς Του τούς αγαπά. Ξεχνά τα σφάλματα μας εύκολα Ό κόσμος,
τζιαί να μετανοήσει κάποιος, εν να τον κρίνει σύμφωνα με το παρελθόν του».
Από τις
3 Δεκεμβρίου, πού αρρώστησε βαριά και βρισκόταν στο κρεβάτι συνεχώς, κοινωνούσε
καθημερινά. Ή Θεία Κοινωνία ήταν ή «όντως τροφή» του. Πάντα μεταλάβαινε συχνά
κι αυτό του έδινε μεγάλη χαρά
Τέσσερις
ώρες πριν την κοίμηση του διαβάσαμε κοντά του τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας,
πού αγαπούσε ιδιαίτερα, και τις «ευχές εις ψυχορραγούντας». Μόλις παρέδωσε το
πνεύμα του στο Χριστό, πού αγάπησε έκ νεότητας του, και τον τακτοποίησαν,
κάναμε το πρώτο τρισάγιο και αρχίσαμε την ανάγνωση του Ψαλτηρίου.
Ή «εξόδιος
ακολουθία» έγινε στο ναό της Αγίας Θέκλης, στο συνοικισμό των Αγίων Αναργύρων στη
Λάρνακα Ήμαστε 23 ιερείς και 2 διάκονοι. Μοναχές, «μαθήτριες» του παππού, και
πολύς κόσμος. Προΐστατο της ακολουθίας ό ηγούμενος του Σταυροβουνιού
Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος, πού ήταν ό πνευματικός του. Νιώθαμε όλοι πώς τα λόγια
της κηδείας δεν «ταίριαζαν» στον παππού. Κηδεύαμε ένα Άγιο: Κοινή εμπειρία της
σύναξης. Ένας - ένας πλησίαζε το σκήνωμα του και ασπαζόταν το χέρι του. Μικροί και
μεγάλοι.
Ό
παππούς έφυγε. Δεν μπορούμε να τον συμβουλευόμαστε πια κι ούτε ν' ακούμε τις
διδαχές του. Ορφάνια και πόνος. Γιατί, όπως θα γραφτεί για το στάρετς Αμβρόσιο της
Όπτινα στη Ρωσία, «ό θάνατος ενός στάρετς βυθίζει τις ψυχές σε βαρεία θλίψη.
Είναι σαν να χάνουν τα πρόβατα το βοσκό και οι ναύτες τον κυβερνήτη. Πόση είναι
ή αξία ενός στάρετς; Απροσμέτρητη. Γι' αυτό απροσμέτρητη είναι και ή θλίψη...
Γιατί συναντώντας ένα στάρετς, πού έφθασε ήδη στη θέωση, συναντάς στο πρόσωπο
του τον Ίδιο τον Θεό».
Αυτά
μπορούν άνετα να γραφτούν και για τον παππού-Παναή από τη Λύση, τον κοσμικό
ερημίτη, πού 'ταν για μένα σημείο της ζωντανής παρουσίας του Ζώντος Κυρίου.
Πρεσβύτερος
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
Θεολόγος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








