Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 5. ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ ΗΣΥΧΙΟ
ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΗΜΙΤΗ ΗΣΥΧΙΟ
Όταν τά άκουσαν αυτά οι συνοδοιπόροι
μου εκείνοι μοναχοί, φοβήθηκαν να συνεχίσουν τον δρόμο. Εγκαταλείποντας την απόφαση
τους να πάνε στη Μολδαβία, κατέβηκαν παρακάτω, στα ορθόδοξα μοναστήρια πού βρίσκονται
κοντά στον Δνείπερο, από τά όποια δύο είναι υπό τη δικαιοδοσία τού ιερότατου
μητροπολίτη Κίεβου και δύο τού ιερότατου μητροπολίτη Περεγιασλάβ. Πήγα και εγώ
μαζί τους λυπούμενος διότι, για τούς λόγους πού είπα, δεν μπόρεσα να πάω στη Μολδαβία.
Όταν πλησιάσαμε στα βουνά Μσένσκι, στα όποια βρίσκεται και ένα από τά
προαναφερθέντα μοναστήρια , εκεί σ’ ένα χωριό κοντά στα βουνά εκείνα, συνάντησα
έναν ιερομόναχο με τον όποιο και παρέμεινα, ενώ οι σύντροφοί μου συνέχισαν τον
δρόμο τους. Αφού ξεκουράστηκα σ’ εκείνο το χωριό μερικές ήμερες, αυτός ό
ιερομόναχος άρχισε να μου μιλάει για κάποιον ενάρετο ερημίτη πού λεγόταν
Ησύχιος, ό όποιος, κατοικώντας σ’ ένα νησάκι πού υπήρχε στο ποτάμι πού έτρεχε από
τά βουνά, ασκείτο για τη σωτηρία της ψυχής του. Μόλις το άκουσα αυτό, μου
γεννήθηκε ή ολόψυχη επιθυμία όχι μόνο να τον δώ αλλά, αν ήταν δυνατό, και να
ζήσω μαζί του. ’Άρχισα λοιπόν επίμονα να τον παρακαλώ να με οδηγήσει σ’ αυτόν.
Πραγματικά
ανταποκρίθηκε στην παράκλησή μου και πήγαμε μαζί στον ερημίτη εκείνον, ό όποιος
μάς δέχθηκε με πολλή αγάπη και, αφού μάς έβαλε να αναπαυτούμε από τον δρόμο, ό
ιερομόναχος με άφησε εκεί και ό ’ίδιος έφυγε.
Παρέμεινα εκεί μερικές ημέρες και
ωφελήθηκε πολύ ή ψυχή μου, διότι ό αληθινός αυτός δούλος τού Θεού και ένθερμος
εργάτης τών εντολών Του είχε μια ανείπωτη αγάπη και ζήλο για τον λόγο τού Θεού
και τις διδαχές τών θεοφόρων πατέρων μας, επιδιδόταν μάλιστα και στην επιμελή
αντιγραφή πατερικών βιβλίων, για την ωφέλεια της ψυχής του. Το είδος του ζήλου
πού είχε γι’ αυτά τά βιβλία μπορεί να φανεί από το εξής: Κάποτε άκουσε για
κάποιο δυσεύρετο ψυχωφελέστατα πατερικό βιβλίο, ότι υπήρχε σέ ένα μοναστήρι της
επαρχίας τού Τσερνίγοβ, το όποιο βρισκόταν μακριά από αυτή την πόλη, επάνω στο
βουνό.
Πήγε λοιπόν εκεί με σπουδή, και με πολλές και επίμονες παρακλήσεις
ζήτησε από τον ηγούμενο και τη σύναξη της μονής να τού δώσουν το βιβλίο εκείνο
για να το αντιγράψει, το όποιο χάριν της σφοδρής του επιθυμίας και με τη
συνέργεια τού Θεού τού δόθηκε. Το πήρε λοιπόν και το έφερε στο κελί του και, αφού
το αντέγραψε με όλη του την προσοχή, το επέστρεψε στο μοναστήρι, και
ευχαρίστησε τον ηγούμενο και τη σύναξη της ιερής εκείνης μονής για αυτή την
ευεργεσία πού τού έκαναν. Ύστερα επέστρεψε στο κελί του, χαίροντας και ευχαριστώντας
τον Θεό, διότι τον αξίωσε να αποκτήσει τέτοιον ψυχωφελή θησαυρό. Δεν υπολόγιζε
καθόλου τον μακρύ δρόμο πού έκανε για να πάρει και να επιστρέψει το βιβλίο, ό
όποιος συνολικά ήταν γύρω στις δύο χιλιάδες βέρστια. Τόσος ήταν ό ζήλος του για
τον λόγο τού Θεού!
Ή βλάβη όμως στην όρασή του από την αντιγραφή τών πατερικών
βιβλίων ήταν τόση, πού ακόμη και τά μεγάλα γράμματα με δυσκολία τά έβλεπε για να
τά αντιγράψει.
Βλέποντας λοιπόν ότι έχει τέτοιο ζήλο για
τον λόγο τού Θεού και για τη διδασκαλία τών θεοφόρων πατέρων μας, έκρινα ότι, αν
παρέδιδα τον εαυτό μου σέ παρόμοιο δούλο τού Θεού, με αληθινή πνευματική και σωματική
υπακοή, θα μπορούσε, εφόσον φωτιζόμουν από τη θεία χάρη, να με οδηγήσει στον αληθινό
δρόμο της σωτηρίας. Άρχισα λοιπόν να τον παρακαλώ επίμονα να με δεχτεί στην
ιερή υπακοή, υποσχόμενος να τον υπακούω στα πάντα αυτός όμως με κανέναν τρόπο δεν
ήθελε να με δεχθεί, και άρχισε να μού λέει: «Εγώ, τέκνο μου, είμαι άνθρωπος αμαρτωλός,
εμπαθής και ανάξιος. Αν τη δική μου ελεεινή ψυχή δεν μπορώ να οδηγήσω στον δρόμο
τού Θεού, πώς θα τολμήσω να δεχθώ εσένα; Το έργο αυτό δεν είναι στα δικά μου
μέτρα, γι’ αυτό, σέ παρακαλώ, μην με πιέζεις». Εγώ ό δύστυχος, σκεπτόμενος ότι
λόγω ταπεινώσεως δεν θέλει να με δεχθεί στην υπακοή του, ακόμη πιο επίμονα τον παρακαλούσα,
πέφτοντας στα ιερά του πόδια με δάκρυα πολλά, ώστε να με δεχθεί, άλλ’ αυτός δεν
ήθελε να το κάνει.
Τότε, βλέποντας αυτό, και μη θέλοντας να τον πιέσω υπέρ το
δέον, πήγα στο χωριό από όπου είχα έρθει και, μή βρίσκοντας εκείνον τον
ιερομόναχο, διανυχτέρευσα στο σπίτι κάποιου χριστοφιλούς, ό όποιος με πολλή
χαρά με δέχτηκε. Ύστερα από μερικές ημέρες πήγα και πάλι στον άγιο εκείνο γέροντα,
ό όποιος με δεχόταν με αγάπη ώς φιλοξενούμενο να μείνω κοντά του για λίγες μόνο
ημέρες. Όταν έβρισκα κατάλληλη τη στιγμή, με μεγάλη και πάλι συστολή, μή
τολμώντας ακόμη και στο πρόσωπο να τον κοιτάξω, πέφτοντας στα πόδια του και
φιλώντας τά ιερά αυτά πόδια, με πολλά δάκρυα τον παρακαλούσα να με δεχθεί,
λέγοντάς του: «Πάτερ άγιε, δέ- ξου με χάρη τού Κυρίου και θα σέ υπακούω σέ όλα,
όπως τον ίδιο τον Κύριο. Αν πάλι δεν σέ υπακούω σέ όλα, τότε απόπεμψε με όπως
ένα βρωμόσκυλο».
Όταν έβλεπα ότι με κανέναν τρόπο δεν θέλει να με δεχθεί, έβγαινα
για λίγο από το κελί του, και τόσο πολύ έκλαιγα και θρηνούσα, γιατί εξαιτίας της
αναξιότητας μου δεν έγινε δεκτό το αίτημά μου, ώστε από το πολύ κλάμα και τά
δάκρυα πρηζόταν το πρόσωπό μου και, όταν γυρνούσα σ’ αυτόν, καταλάβαινε ότι το
πρόσωπό μου πρήστηκε από τά δάκρυα και, συμπάσχοντας στην ψυχή του για μένα,
μού έλεγε: «Σέ παρακαλώ, χάριν τού Κυρίου, αδελφέ μου, μην λυπάσαι πού δεν σέ
δέχομαι, διότι δεν το κάνω περιφρονώντας τη σωτηρία σου — αυτό το γνωρίζει ό
καρδιογνώστης Κύριος — αλλά εξαιτίας της αδυναμίας της ψυχής μου δεν σέ
δέχομαι. Απόθεσε λοιπόν κάθε ελπίδα σου στην παντοδύναμη πρόνοια τού Θεού,
διότι αν ζητάς με όλη σου την ψυχή τη σωτηρία, δεν θα σέ αφήσει, αλλά επιβλέποντας
με τη χάρη Του στα δάκρυά σου, θα σέ οδηγήσει στον δρόμο του».
Λέγοντάς μου τέτοια και άλλα παρόμοια
λόγια και παρηγορώντας την ψυχή μου, με απόλυσε εν ειρήνη. Εγώ έφυγα από κοντά
του κλαίοντας και θρηνώντας, και ήρθα στο σπίτι εκείνου τού χριστοφιλούς ανθρώπου,
όπου έμεινα, μή γνωρίζοντας πια τί να κάνω.
Για εκείνον τον ιερομόναχο δεν
ήξερα πού πήγε, εγώ δέ, όντας από τη φύση μου δειλός, δεν τολμούσα μόνος μου να
πάω πουθενά, κυρίως από τον φόβο τών εχθρών της αγίας πίστης, διότι ή χώρα εκείνη
κυβερνάτο από αυτούς. Σκέφτηκα για μια στιγμή να πάω και πάλι σ’ εκείνον τον
άγιο γέροντα.
Βέβαια δεν τολμούσα πια να τον πιέσω περισσότερο με
την παράκλησή μου να με δεχθεί, αλλά μόνο να αξιωθώ να πάρω οδηγίες για το πού
και πώς να πάω. Το τι είδους ήταν ό δρόμος πού οδηγούσε στον άγιο εκείνο
γέροντα φοβάμαι ακόμα και να το σκέπτομαι. Έπρεπε να περάσει κάνεις από πολλά
μέρη με νερά, πάνω από τά όποια είχαν τοποθετηθεί πολύ στενές σανίδες. Με
μεγάλο λοιπόν φόβο και τρόμο, στηριζόμενος σέ ένα μακρύ ραβδί, περνούσα μέσα από
αυτά τά νερά, βλέποντας έτοιμο τον θάνατο μπροστά στα μάτια μου.
Όταν πήγα για τελευταία φορά στον άγιο εκείνο
γέροντα, περνώντας όλα εκείνα τά νερά, άρχισα να περνάω το τελευταίο επάνω στη
σανίδα, ήταν δέ αυτό το ρυάκι φαρδύτερο και βαθύτερο. Δεν είχα φθάσει ακόμη στα
μισά, και γλίστρησαν τά πόδια μου στη σανίδα, ή οποία ήταν πολύ γλιστερή, και
έπεσαν στο νερό, το ένα από τη μια πλευρά της σανίδας και το άλλο από την άλλη.
Και κάθισα επάνω στη σανίδα με μεγάλο φόβο και τρόμο, πιστεύοντας ότι αμέσως θα
πέσω στο νερό και θα πνιγώ. Αλλά, ώ της άφάτου για έμενα πρόνοιας τού Θεού, πού
δεν επέτρεψε να πεθάνω από αδόκητο θάνατο, παρά οικονόμησε να μην γλιστρήσω και
με τά δύο πόδια από τη μια πλευρά γιατί αν γλιστρούσα από τη μία πλευρά, θα
πνιγόμουν σ’ εκείνο το ρυάκι. Κατά θεία όμως οικονομία και το ραβδί έμεινε στα
χέρια μου και δεν έπεσε στο νερό, διότι, αν μού είχε ξεφύγει, νομίζω ότι και
έτσι θα μπορούσα να πνιγώ, αφού καθισμένος στη σανίδα δεν θα είχα πού να
στηριχτώ. Επίσης χωρίς αυτό δεν θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου ούτε επάνω στη
σανίδα. Δόξα λοιπόν τώ Θεώ πού τά οικονόμησε έτσι, ώστε ενισχυμένος με τη χάρη
Του, έστω και με μεγάλο φόβο, στηριγμένος στο ραβδί, με βία κατόρθωσα να σταθώ στα
πόδια μου επάνω σέ εκείνη τη σανίδα και να περάσω ασφαλώς στην αντίπερα όχθη.
Έφτασα στον γέροντα και με δάκρυα τον
παρακάλεσα να μού δώσει ευλογία να μείνω μερικές ημέρες μαζί του, ώσπου ό
Κύριος να με οικονομήσει κατά το θέλημά Του. Μού έδωσε την ευλογία του και
έμεινα μαζί του, μή τολμώντας να τον πιέσω να με δεχτεί ώς υποτακτικό του, αφού
ήταν πράγμα αδύνατο, αλλά με συστολή στεκόμουν μπροστά του, προσευχόμενος στον
Κύριο να μου δείξει τις οδούς Του. Κάθε φορά πού ερχόμουν κοντά του για λίγες
ήμερες, έκανα κατά δύναμη υπακοή σ’ αυτόν.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ. ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ (1722-1794) ΜΕΡΟΣ 4. ΕΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ
ΕΝΑΣ
ΝΕΑΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ
Βγαίνοντας
από τη σκήτη πήραμε τον δρόμο προς τά επάνω, όπου υπήρχε μία τεράστια επίπεδη
πεδιάδα, και ό αέρας ήταν πολύ ευχάριστος. Αμέσως λοιπόν άρχισα να αισθάνομαι
καλυτέρευση της αρρώστιας μου, σιγά σιγά να δυναμώνω στο σώμα και να περπατάω ευκολότερα
και ανετότερα και από όλη μου την ψυχή ανέπεμπα ευχαριστίες στην καλοσύνη τού
Θεού γιατί δεν με εγκατέλειψε έως το τέλος. Ενώ λοιπόν βάδιζα πανευτυχής με
τούς μοναχούς εκείνους, από το μεσημέρι ντύθηκε ό ουρανός με πολύ σκοτεινά και
βαριά σύννεφα, πού μόλις τά είδαν οι σύντροφοί μου άρχισαν να περπατούν πολύ
γρήγορα για να αποφύγουν τη βροχή. Εγώ όμως, μή μπορώντας να πηγαίνω μαζί τους
τόσο γρήγορα, απόμεινα μόνος, οπότε ξαφνικά άρχισε να έρχεται μεγάλη καταιγίδα με
τρομερό θόρυβο χαλαζιού, ξέσπασε δέ μεγάλη βροχή με τρομερές αστραπές και
βροντές.
Έπεφτε χαλάζι σέ μέγεθος μικρού καρυδιού και κάλυψε ολόκληρο το λιβάδι
σέ πάχος σχεδόν δέκα εκατοστών. Βράχηκα ολόκληρος, τόσο πού έτρεχε το νερό από τά ρούχα μου. Έτσι πού
νύχτωσε με μεγάλη δυσκολία μπορούσα να περπατώ μέσα σ’ εκείνο το χαλάζι, και μόνο
πολύ αργά έφτασα στο χωριό όπου ήταν και οι συνοδοιπόροι μου. Διανυκτέρευσα στο
σπίτι κάποιου χωριανού και το πρωί τούς βρήκα στο σχολείο. Είχαν διανυκτερεύσει
στο σπίτι τού ψάλτη και χάρηκαν πολύ πού με είδαν. Άρχισαν να ρωτούν τον ψάλτη για
τον δρόμο πού οδηγεί στη Μολδαβία, κάνοντάς του γνωστή την πρόθεσή τους να πάνε
εκεί.
Αυτός άρχισε να τούς λέει: «!Ω πατέρες άγιοι, εγώ δεν σάς συμβουλεύω να
πάτε εκεί στους τωρινούς καιρούς, διότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος στον δρόμο. Εξαιτίας
τού φόβου τών ληστών, κυκλοφορεί μεγάλος αριθμός στρατιωτών και φοβάμαι μήπως
πέσετε στα χέρια αυτών τών στρατιωτών, οι όποιοι, αν όχι για κάποια άλλη αιτία,
για μόνο το μίσος τους προς την ορθόδοξη πίστη μπορούν να σάς κάνουν τελικώς
κακό, διότι στο χωριό μας πριν από λίγο καιρό συνέβη το εξής: Πριν από εμένα υπήρχε
στην εκκλησία αυτή ένας μακαρίτης ψάλτης, ό όποιος φοβόταν την επιβουλή τών
διωκτών της ορθόδοξης πίστης όταν στη Λειτουργία διάβαζε το Σύμβολο της
Πίστεως, δηλαδή το “Πιστεύω εις ένα Θεόν”, και το άρθρο “Και εις το Πνεύμα το
"Αγιον” το διάβαζε ώς εξής: “Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το κύριον, το
ζωοποιόν, το έκ τού αληθούς Πατρός έκπορευόμενον”. Διαβάζοντας λοιπόν έτσι το
Σύμβολο σωζόταν από την επιβουλή τών εχθρών της ορθόδοξης πίστης.
Με τον καιρό
κατηγορήθηκε στον διοικητή τού χωριού αυτού από τούς υβριστές της αγίας πίστης
ότι δεν διαβάζει το Σύμβολο σύμφωνα με τη θεομάχο βλασφημία τους “το Πνεύμα το
άγιον το έκ τού Πατρός και τού Υιού έκπορευόμενον” παρά μόνο “έκ τού αληθούς
Πατρός έκπορευόμενον”. ’Ακούοντας αυτό ό διοικητής εξοργίστηκε και, παίρνοντας
μαζί του μερικούς στρατιώτες, ήρθε στην εκκλησία λίγο πριν από την ανάγνωση τού
Συμβόλου. Όταν λοιπόν ό μακάριος εκείνος ψάλτης άρχισε την ανάγνωση τού
Συμβόλου της Πίστεως, αμέσως αυτός τον πλησίασε ακούοντας προσεκτικά πώς θα το
διαβάσει. Ό ψάλτης, έχοντας καταλάβει γιατί τον πλησίασε, διάβαζε με παρρησία,
μεγαλοφώνως και εύδιάκριτα.
Όταν έφτασε στο “Και εις το Πνεύμα το άγιον”,
γέμισε από Πνεύμα άγιο και διάβασε έκφώνως: “Και εις το Πνεύμα το άγιον, το
κύριον, το ζωοποίον, το έκ του Πατρός έκπορευόμενον”, παραλείποντας εκείνη την
προσθήκη “του αληθούς”, την οποία πρόσθετε λόγω του φόβου του. Μόλις το άκουσε αυτό
ό διοικητής, κραυγάζοντας σαν θηρίο ανήμερο, έπεσε επάνω του, τον άρπαξε από τά
μαλλιά, τον έριζε καταγής και τον κτυπούσε ανελέητα με τά πόδια του. Στη
συνέχεια διέταξε να τον βγάλουν από την εκκλησία, και να τον κτυπήσουν χωρίς
οίκτο με βέργες. Ενώ συνέβαιναν αυτά, κάποιος έτρεξε και ειδοποίησε τη μητέρα
του, εξηγώντας της και την αιτία για την οποία κτυπούσαν τον γιό της.
Αυτή
έτρεξε αμέσως και με δάκρυα τον ενθάρρυνε να μην πτοηθεί στον άθλο του, άλλα, επικαλούμενος
σέ βοήθεια τον Θεό, να μην λυπηθεί να παραδώσει τη ζωή του στον θάνατο για την
ορθόδοξη πίστη. Τον φιλούσε στο κεφάλι, λέγοντάς του: “Παιδί μου πολυαγαπημένο,
μην φοβηθείς να υποστείς αυτό το πρόσκαιρο μαρτύριο χάριν της ορθόδοξης
ομολογίας αλλά, σαν καλός στρατιώτης τού Χριστού, υπόμεινε γι’ Αυτόν και τον ίδιο
τον θάνατο, για να αξιωθείς στην επουράνια βασιλεία Του να λάβεις από Αυτόν το
στεφάνι τού μάρτυρα”. Αυτός απάντησε στη μητέρα του: “Ω, υπεραγαπημένη μου
μάνα, μην αμφιβάλλεις καθόλου για μένα, γιατί εγώ, με την ενίσχυση τού Θεού,
όχι μόνο αυτό τον δαρμό παρά και τά σκοτάδια του σκληρότερου θανάτου είμαι
έτοιμος να υποστώ για χάρη της ορθόδοξης πίστης.
Γιατί όπως ό εν Τριάδι
δοξαζόμενος και προσκυνούμενος Θεός είναι ένας και έκτος από αυτόν δεν υπάρχει
Θεός, έτσι και ή αγία πίστη της Ορθοδόξου Καθολικής Ανατολικής Εκκλησίας, μέσα στην
οποία μία και μόνη ελπίδα σωτηρίας γνωρίζουμε διά τών καλών έργων, είναι και αυτή
μία, και έκτος από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. Πώς λοιπόν να μην προτίθεμαι να υποστώ
για αυτήν και τον πιο πικρό θάνατο.»Μόλις τα άκουσε αυτά η μητέρα του χάρηκε
χαρά ανέκφραστη, και υψώνοντας τά χέρια της προς τον ουρανό ευχαριστούσε τον
Χριστό Θεό, διότι την αξίωσε να γεννήσει τέτοιον αθλητή της πίστης. Ό
βασανιστής, όσο άκουε αυτά, τόσο περισσότερο άναβε και φώναζε στους στρατιώτες να
χτυπούν δυνατότερα, ενώ ό αθλητής τού Χριστού, υπομένοντας χαρμόσυνα αυτά τά
κτυπήματα, στηλιτεύοντας την κακοδοξία τών Δυτικών και δοξάζοντας και
ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια τού Θεού».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
ASCENT TO THE SUMMIT
Description
In the words of Tertullian, “The blood of the martyrs is the seed of the Church.” In 2001, another martyr for the Orthodox Christian Faith took his place among that cloud of witnesses: Priest Igor Rozin of Russia’s predominantly Muslim Kabardino-Balkar Republic, located in the northern Caucasus Mountains. An alpine rescuer who saved those lost in the mountains, he was baptized at the age of 36, ordained to the priesthood at 42, and martyred by a Muslim extremist at 44. During his brief life as a pastor, he attained his true calling: the rescue of souls lost in the moral wastelands of modern society. His life was one of total self-sacrifice for the sake of those around him, whether Christian or Muslim.
Translated from Russian sources, this is the touching story of a man who lived to the fullest the Gospel teaching: Greater love hath no man than this, that a man lay down his life for his friends (John 15:13). Despite frequent threats to his life by those who wanted to silence the preaching of Christ’s Gospel of peace, Fr. Igor remained heedless of his own personal safety in order to minister to those thirsting for words of life. Although he was a strong man, able to defend himself, he did not strike down his murderer, but meekly accepted his fate, thus witnessing to his flock and to the world that the Christian Faith is precious, even more than one’s own earthly life. Confirming that his sacrifice was pleasing to God, Fr. Igor met his martyric end on the commemoration day of a saint he greatly revered—St. Ignatius Brianchaninov, in whose diocese he lived and served.
This book contains the complete biography of Fr. Igor published in The Orthodox Word no. 291, plus several more photographs and additional material on the new Fr. Igor—Fr. Igor Rozin’s former altar attendant—who was ordained as a priest to serve in the parish of his martyred spiritual father
Τρίτη 5 Αυγούστου 2014
Πύραυλος- βόμβα -Σήμερα στο χωριό των Ποιμένων!!!! ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ!!!!!!!!!!!! Λίγο μακρυά από την μονή μας. ΠΑΤΗΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ.
Eνώ λειτουργούσαμε στο σπήλαιο των Ποιμένων ,και ήμασταν καμιά 30αριά
άτομα......έπεσε,λένε ,κατά λάθος, πύραυλος-βόμβα στα 300-400 μέτρα από το
μοναστήρι μας!
Δεν είχε θύματα αλλά η αναστάτωση ήταν μεγάλη!
Νομίσαμε ότι μας χτύπησαν! Ωστόσο
ανενόχλητοι συνεχίσαμε τη Θεία Λιετουργία ,και όλοι μας λέγαμε......"Δόξα
τω Θεώ"! Και να φεύγαμε για την άλλη ζωή θα μας έκρινε ,πιστεύω , ο Κύριός
μας από τον χώρο και μόνον που βρισκόμασταν,αλλά και από την προσευχή που
κάναμε,δηλαδή από τον χώρο και τον τρόπο-κατάσταση της χρονικής εκείνης
στιγμής. Μην ρωτήσετε ποιός έριξε την οβίδα!
Φαντάσου ...τι γίνεται αλλού!
Φαντάσου τι γίνεται στο κέντρο του πολέμου, όπου υπάρχει πόλεμος.............
Δεν γίνεται να τα λέμε και όλα από δω
μέσα!
Να λέτε ....δόξα σοι Κύριε,δόξα σοι!
Δεν είναι ακόμα να φύγουμε....
Μην ανησυχείτε. Ολοι τηλεφωνούν να
δουν αν ζούμε.
Ολα καλά.......ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ!!!
Εύχεσθε.
Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014
Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΩΝ ΌΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥΣ. ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΤΟΥ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ.
Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ ΓΙΑ
ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΩΝ ΌΡΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥΣ.
ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΘΕΟΔΟΣΙΟ ΤΟΥ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ
ΡΩΣΙΑ.
Όταν
ακόμη βρισκόμουν στο Αγιον Όρος με μικρό αριθμό αδελφών, γνώριζα καλά από τη
διδασκαλία και τις εντολές τών θεοφόρων πατέρων μας oτι αυτός ό όποιος έχει υπό την
καθοδήγησή του αδελφούς, δεν πρέπει να τούς διδάσκει και να τούς νουθετεί κατά το
δικό του φρόνημα και την κρίση. Αυτό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το αληθινό και
ορθό πνεύμα της 'Αγίας Γραφής, όπως διδάσκουν οι θείοι πατέρες και οικουμενικοί
διδάσκαλοι, καθώς επίσης διδάσκουν και οι φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα
διδάσκαλοι και οδηγοί τού μοναχικού βίου. Επίσης φοβόμουν και έτρεμα και τη
μικρόνοιά μου, μήπως δηλαδή ένεκα της απειρίας μου, κατά τούς λόγους τού Κυρίου
, σαν τυφλός και ό ίδιος πέσω στον λάκκο της απώλειας, παρασύρω δέ και αυτούς
πού με άκολουθούν.
Γι’ αυτό λοιπόν, σαν θεμέλιο ακλόνητο στην ορθή, αλάνθαστη
και χωρίς απόκλιση από τον σωστό δρόμο τού Θεού οδηγία και της δικής μου
ταλαίπωρης ψυχής αλλά και τών Αγίων αδελφών, έθεσα την Αγία Γραφή της Παλαιάς
και Καινής Διαθήκης. Επίσης δέ, με τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος, την ορθή τους ερμηνεία,
δηλαδή τη διδασκαλία τών θεοφόρων πατέρων μας οικουμενικών διδασκάλων και τών Αγίων
πατέρων διδασκάλων και οδηγών τού μοναχικού βίου, τών Αγίων Συνόδων, και όλων
τών Κανόνων τών Αγίων πατέρων, τών ’Αποστολικών και τών Συνοδικών, τούς οποίους
διαφυλάσσει ή Αγία Καθολική και ’Αποστολική Εκκλησία, καθώς και τών εντολών και
τυπικών αυτής. "Όπως είπα, όλα αυτά τά δέχθηκα ώς διδαχή για εμένα τον
ίδιο και για τούς άγιους αδελφούς, έτσι ώστε τόσο εγώ όσο και οι αδελφοί πού
ζουν μαζί μου, με τη συνέργεια τού Θεού και με την επίνευση της θείας Χάριτος,
να διδασκόμαστε από αυτά, αλλά και να μην αποκλίνουμε από το ορθό
φρόνημα της 'Αγίας Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αρχικώς,
με τη βοήθεια του Θεού, ξεκίνησα φιλοπόνως με πολύ κόπο και όχι λίγη δαπάνη, να
αποκτώ πατερικά βιβλία, τά οποία διδάσκουν περί υπακοής και προσοχής, νίψεως
και προσευχής. Αυτά, είτε τά αντέγραφα ό ίδιος ιδιογράφων, είτε τά αγόραζα με
χρήματα, μολονότι τά απαραίτητα για τη διατροφή μας τά αποκτούσαμε από το έργο
τών χεριών μας. Περιορίζοντας πολλές φορές την τροφή μας και υπομένοντας τη φτώχεια
στην ένδυσή μας, αγοράζαμε εκείνα τά μνημονευθέντα βιβλία σέ σλαβική, δηλαδή
βουλγαρική γλώσσα γραμμένα , και τά θεωρούσαμε σαν ουράνιο θησαυρό, χαρισμένο
σέ εμάς από τον Θεό. Όταν στη διάρκεια μερικών ετών τά διάβασα αυτά με προσοχή,
σέ πάρα πολλά σημεία διαπίστωσα απερίγραπτη ασάφεια, σέ πολλά άλλα δέ σημεία δεν
βρήκα καθόλου νόημα, σύμφωνο με τη Γραμματική.
Μολονότι τά διάβασα επανειλημμένως,
με απερίγραπτο κόπο και έρευνα, και πάλι δεν μπόρεσα να βγάλω νόημα. Μόνο ό
Θεός γνωρίζει με πόση θλίψη γέμισε ή ψυχή μου, επειδή δεν ήξερα τί να κάνω.
Νόμιζα ότι τά σλαβικά βιβλία θα μπορούσα, έστω και μερικώς, να τά διορθώσω από
άλλα σλαβικά βιβλία. Άρχισα λοιπόν με τά βιβλία τού Αγίου Ησυχίου του
Πρεσβυτέρου τών Ιεροσολύμων, τού Αγίου Φιλοθέου τού Σιναΐτου και του Αγίου
Θεοδώρου του Εδέσσης, να τά αντιγράφω με το χέρι μου από τέσσερα χειρόγραφα,
μήπως και επιλέγοντας κάποιο από τά τέσσερα αυτά, θα αξιωνόμουν να βρω σ’ αυτά
νόημα γραμματικώς σωστό. Όλη ή εργασία μου όμως έγινε ματαίως, διότι σέ κανένα
από τά τέσσερα βιβλία πού συνέκρινα δεν μπόρεσα να βρω το τέλειο εκείνο νόημα.
Όταν
βασανίστηκα τόσες φορές, τότε κατάλαβα ότι ματαίως κουράζομαι να διορθώσω υποθετικώς
σλαβικά βιβλία από σλαβικά. Άρχισα λοιπόν επιμόνως να εξετάζω από που υπάρχει στα
σλαβικά βιβλία μία τέτοια ανεξήγητη ασάφεια και φτώχεια στην ορθότητα της Γραμματικής.
Και σύμφωνα με τις δυνατότητες τού αδύναμου νου μου βρήκα ότι δύο είναι οι
αιτίες αυτής της πραγματικότητας: Ή πρώτη είναι ή αδεξιότητα τών αρχαίων
μεταφραστών στη μετάφραση από την έλληνογραικική στη σλαβική γλώσσα, δεύτερη δέ
ή αδεξιότητα και ή ραθυμία τών άπειρων αντιγραφέων. Και τότε απογοητεύθηκα
τελείως, βλέποντας στα σλαβικά πατερικά βιβλία πώς αποδίδεται το αληθινό και
σωστό νόημα πού υπάρχει στα ίδια έλληνογραικικά βιβλία.
Όταν
κατά την πολυετή παραμονή μου στο Αγιον Όρος έμαθα να μιλώ σε κάποιο βαθμό στην
ελληνική γλώσσα, έλαβα την απόφαση ακόμη περισσότερο, με πόνο καρδιάς, να αναζητήσω
τά έλληνογραικικά πατερικά βιβλία, με την ελπίδα με αυτά να διορθώσω τά
σλαβικά. Και ενώ ρωτούσα επανειλημμένως σε πολλά μέρη, δεν μπορούσα να τά βρω.
Έτσι πήγα στη μεγάλη Σκήτη της Αγίας ’Άννης της Μονής της Λαύρας, στα
Καυσοκαλύβια, στη Σκήτη τού Αγίου Δημητρίου της Μονής Βατοπεδίου και στις υπόλοιπες
σκήτες και μοναστήρια, παντού όμως, όπου ρωτούσα διακεκριμένα άτομα και
έμπειρους πνευματικούς γέροντες και συνεπείς μοναχούς για τά πατερικά βιβλία με
το όνομά τους, πουθενά δεν μπόρεσα βρω τέτοια, αλλά από όλους λάμβανα την
ομόφωνη απάντηση: «Εμείς έως και σήμερα όχι μόνο δεν γνωρίζουμε τέτοια βιβλία, αλλά
ούτε και ακούσαμε το όνομα αυτών τών Αγίων». Λαμβάνοντας τέτοια απάντηση, ό
Θεός μόνο γνωρίζει σέ τι θλίψη βυθίστηκα, σκεπτόμενος ότι από μοναχούς πού επιλέχτηκαν
από τον Θεό για να ζήσουν σέ τέτοιον άγιο τόπο, όπου έζησαν πολλοί μεγάλοι και
τέλειοι άγιοι, δεν αξιώθηκα όχι μόνο να βρω τά τόσο επιθυμητά από εμένα ιερά εκείνα
βιβλία, αλλά ούτε και το όνομα τών Αγίων εκείνων από κανέναν δεν άκουσα. Αυτός
ήταν ό λόγος πού έπεσα σέ όχι μικρή θλίψη.
Όλη μου την ελπίδα όμως για την ανεύρεση
τέτοιων βιβλίων την εναπόθεσα στον Θεό και παρακαλούσα την ανέκφραστη
φιλανθρωπία Του, με τούς τρόπους πού Αυτός γνωρίζει, ώς παντοδύναμος και
πανίσχυρος, να με αξιώσει να βρω τέτοια βιβλία. Ό Θεός λοιπόν, ό πανεύσπλαχνος,
δεν παρέβλεψε τη διακαή μου επιθυμία για την απόκτηση πατερικών βιβλίων στην
έλληνογραικική γλώσσα και με αξίωσε, με την απερίγραπτη πρόνοιά Του, να βρω
τέτοια βιβλία και να αποκτήσω έναν αριθμό από αυτά με τον ακόλουθο τρόπο.
Κάποια
φορά πού πήγαινα μαζί με δύο αδελφούς από την Ιερά και Μεγάλη Λαύρα τού Αγίου
Αθανασίου στη Σκήτη της Αγίας Άννης, φθάσαμε στην κορυφή τού βουνού τού Αγίου
Προφήτου Ήλιού, ή οποία είναι το ένα τρίτο στο ύψος τού μεγάλου, υψηλότατου Αγίου
Άθω. Κάτω από το βουνό αυτό, σέ υψηλότατη θέση, από τη μεριά πού είναι προς τη
θάλασσα, βρίσκεται μία σκήτη τού Αγίου Βασιλείου τού Μεγάλου, ή οποία ιδρύθηκε πριν
από λίγο καιρό από μοναχούς πού ήρθαν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας σέ
μέρος πολύ άγριο, το όποιο δεν έχει νερό ούτε και πηγή . Εξαιτίας αυτού ή σκήτη
δεν έχει ούτε αμπέλια, ούτε ελαιόδεντρα, ούτε σύκα, ούτε κήπους, ούτε και κανένα
άλλο εφόδιο για την επιβίωση, παρά μόνο το νερό της βροχής πού καλύπτει τις ανάγκες
της αδελφότητας.
Μάς δημιουργήθηκε λοιπόν ή επιθυμία να πάμε στη σκήτη αυτή,
χάρη και προσκύνησης, αλλά και για να επισκεφτούμε αυτόν τον τόπο, στον όποιο δεν
είχαμε πάει έως τότε. Φθάσαμε λοιπόν στη σκήτη και καθίσαμε κοντά στον ιερό
ναό, οπότε μάς είδε ένας ευλαβής μοναχός, ό όποιος μάς άνοιξε τον ναό, και μετά
την προσκύνηση τού ναού και τών ιερών εικόνων, βγήκαμε έξω, οπότε μάς κάλεσε με
αγάπη στο κελί του και βγήκε να πάει να μάς ετοιμάσει γεύμα και να μάς
ξεκουράσει από την οδοιπορία.
Καθώς
κοίταζα το τραπεζάκι πού ήταν κοντά στο παράθυρο, είδα να βρίσκεται εκεί ανοικτό
ένα βιβλίο από το όποιο αντέγραφαν ένα άλλο. Ό αντιγραφέας ήταν τεχνίτης
καλλιγράφος, καθώς δέ κοίταζα το βιβλίο είδα ότι ήταν τού Αγίου Πέτρου τού
Δαμασκηνού. "Όταν το κοίταξα καλά, δεν μπορώ να πω πόση γέμισα ανέκφραστη
πνευματική χαρά, αισθανόμενος ότι αξιώθηκα να αντικρίσω στη γη ουράνιο θησαυρό. Όταν επέστρεψε ό μοναχός στο κελί, άρχισα με μεγάλη χαρά και απερίγραπτη
έκπληξη να τον ρωτώ, από πού, πέρα από κάθε προσδοκία μου, βρήκε ή οσιότητα του
ένα τέτοιο βιβλίο. Αυτός μου είπε ότι υπάρχει και άλλο βιβλίο του ίδιου Αγίου, το
όποιο έχει είκοσι τέσσερα κεφάλαια σέ αλφαβητική σειρά. Όταν τον ρώτησα αν
έχουν και άλλα παρόμοια βιβλία, μου είπε ότι υπάρχουν τά ακόλουθα: τού Αγίου
Αντωνίου του Μεγάλου, του Αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, όχι όμως όλα, του Αγίου
Φιλοθέου, του Αγίου Ησυχίου, τού Αγίου Διαδόχου, τού Αγίου Θαλασσίου, τού Αγίου
Συμεών τού Νέου Θεολόγου, Λόγος περί προσευχής, τού Αγίου Νικηφόρου του
Μοναχού, Λόγος περί προσευχής, το βιβλίο του Αγίου Ησαΐα, και άλλα παρόμοια
βιβλία. Του Αγίου Νικήτα τού Στηθάτου, «σέ εμάς», είπε, «υπάρχουν μόνο είκοσι
δύο κεφάλαια, αλλά ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει μόνο στις βιβλιοθήκες τών μεγάλων
μοναστηριών». Όταν τον ρώτησα γιατί εγώ, ενώ με πόνο καρδιάς αναζητούσα αυτά τά
βιβλία, δεν τά βρήκα και, ενώ ρωτούσα πολλά αξιόλογα πρόσωπα, δεν αξιώθηκα ούτε
να ακούσω καν γι’ αυτά, αυτός μου απάντησε: «Ή αιτία, κατά τη γνώμη μου, είναι
ότι αυτά τά βιβλία είναι γραμμένα στην πιο καθαρή έλληνογραικική γλώσσα, την
οποία στην εποχή μας έκτος από τούς μορφωμένους ανθρώπους ελάχιστοι την
καταλαβαίνουν, οι περισσότεροι δέ δεν την καταλαβαίνουν καθόλου. Αυτός είναι ό
λόγος πού τά βιβλία αυτά περιήλθαν σχεδόν σέ τέλεια λήθη, γι’ αυτό και εσύ, ενώ
ρωτούσες γι’ αυτά, δεν αξιώθηκες ούτε να ακούσεις κάτι σχετικό».
Οι
μοναχοί της σκήτης αυτής, ενόσω ακόμη ζούσαν στη χώρα τους, στην Καισάρεια της
Καππαδοκίας, είχαν ακούσει αρκετά γι’ αυτά τά βιβλία, όταν δέ ήρθαν στο Άγιον
Όρος, με πολύ κόπο και χρόνο και με δαπάνη όχι μικρή, από όσα εισέπρατταν από το
εργόχειρο τους, πληρώνοντας μορφωμένα πρόσωπα, έμαθαν όχι μόνο την απλή αλλά και
αυτή την αρχαία ελληνική γλώσσα, με τη βοήθεια δέ του Θεού βρήκαν σέ κάποια
μοναστήρια τέτοια βιβλία, τά όποια αντιγράφουν και διαβάζουν και, το κατά
δύναμη, ωφελούνται και στην πράξη από τη διδασκαλία τους. Όταν τά άκουσα αυτά
χάρηκα πολύ με χαρά ανέκφραστη, διότι βρήκα στη γη ουράνιο θησαυρό. Άρχισα
λοιπόν να τον ικετεύω θερμά, χάρη της αγάπης του Θεού, να αντιγράψει και για
μένα παρόμοια βιβλία, υποσχόμενος να τού πληρώσω ότι τιμή θελήσει για τον κόπο
του.
Αυτός όμως, έχοντας ό ίδιος πολλά να αντιγράψει, με παρέπεμψε σέ άλλον
καλλιγράφο, ό όποιος ζούσε στην ίδια σκήτη. Τον ικέτευσα και αυτόν εγκαρδίως να
μου αντιγράψει πατερικά βιβλία, υποσχόμενος να τον πληρώσω στο τριπλάσιο. Αυτός,
χάρη της αγάπης του Θεού, και βλέποντας τη θερμή μου επιθυμία για την απόκτηση
τέτοιων βιβλίων, δεν δέχθηκε να πληρωθεί στο τριπλάσιο, αλλά υποσχέθηκε μόνο στην
κανονική τιμή, μολονότι δέ είχε πολλά να αντιγράψει, εντούτοις θα έκανε ότι
μπορούσε για να αντιγράψει έστω και μέρος αυτών τών βιβλίων. Έτσι δύο χρόνια και
κάτι πριν να εγκαταλείψουμε το
Αγιον Όρος, ό καλλιγράφος εκείνος άρχισε να αντιγράφει με όση δύναμη είχε το
χέρι του και αντέγραψε ένα μέρος τών τόσο επιθυμητών σέ εμένα βιβλίων, τά όποια
δεχθήκαμε σαν δώρο τού Θεού, σταλμένο σέ εμάς από τον ουρανό, και βγήκαμε από το
Άγιον Όρος Άθω, χάρη εύκολότερης εξυπηρέτησης στις έδώ χώρες τών απαραίτητων αναγκών
μας για τη διατροφή της αδελφότητας μας.
Όταν εγκατασταθήκαμε λοιπόν στην
Ιερά Μονή της Ντραγκομίρνα, άρχισα να σκέπτομαι έντονα και να φροντίζω με ποιο
τρόπο θα μπορούσα ή να προβώ σέ διόρθωση τών σλαβικών πατερικών βιβλίων ή να αρχίσω
να κάνω από την αρχή μεταφράσεις από την αρχαία ελληνική γλώσσα. Και άρχισα το
έργο κατά τον εξής τρόπο: 'Ως οδηγό μου έθεσα τη μετάφραση τών πατερικών έργων
στη μολδαβική γλώσσα. Ήταν αυτά πού είχαν μεταφράσει στη μητρική τους μολδοβλαχική
γλώσσα, από τά ελληνικά πού είχα εγώ παραγγείλει στο Άγιον Όρος, οι αγαπημένοι
μας αδελφοί, ιερομόναχοι Μακάριος και Ιλαρίων ό Διδάσκαλος , οι όποιοι ήταν
μορφωμένοι άνθρωποι και έμπειροι μεταφραστές. "Ένα μέρος αυτών τών έργων
είχε μεταφράσει ό αδελφός Μακάριος, ενόσω ήταν ακόμη στο Άγιον Όρος Άθω, ένα δέ
μέρος όταν ήρθαμε στην Ντραγκομίρνα. Επίσης και ό αξιότιμος διδάσκαλος Ιλαρίων
μετέφρασε ένα μέρος αυτών στο μοναστήρι μας στην Ντραγκομίρνα. Μολονότι έκρινα
ότι, χωρίς καμία αμφιβολία, αυτή ή μετάφρασή τους έπρεπε να είναι κατά πάντα
ακριβής, ωστόσο άρχισα να διορθώνω τις παλιές μεταφράσεις από τά Αρχαιοελληνικά
στη σλαβική γλώσσα και άλλα να τά μεταφράζω εξ υπαρχής, λαμβάνοντας προσεκτικά
υπόψη και τά Αρχαιοελληνικά πού είχαν αντιγραφεί για εμένα στο Άγιον Όρος. Έτσι
μετέφρασα έκ νέου τά εξής βιβλία : Τού Αγίου Αντωνίου τού Μεγάλου, τού Αγίου
Ιωάννου της Κλίμακος, τού Αγίου Ησυχίου, τού Αγίου Φιλοθέου,
του Αγίου
Νείλου του Σιναΐτου, Περί προσευχής, του Αγίου Ήσαΐου του Άναχωρητού,
Κεφάλαια
περί προσευχής, και του Αγίου Θαλασσίου. Από αυτά, τά όποια είχαν μεταφρασθεί
στο παρελθόν, διόρθωσα τά έξης: Του Αγίου Διαδόχου, του Αγίου Μακαρίου το
δεύτερο, του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου Γρηγορίου τού Σιναΐτου, του Αγίου Συμεών του
Νέου Θεολόγου τον Λόγο περί προσευχής και προσοχής, του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου,
Περί λογισμών, και τον Λόγο περί διακρίσεως και τά λοιπά.
Το
έτος 1774 ήρθε από το Άγιον Όρος στην Ντραγκομίρνα (ενώ ακόμη βρισκόμασταν
εκεί) ένας Έλληνας μοναχός, ονομαζόμενος Κωνστάντιος. Αυτός έφερε μαζί του ένα
ελληνικό βιβλίο, το όποιο είχε αντιγράψει ό ίδιος με το χέρι του και
περιλάμβανε μεγάλο αριθμό πατερικών έργων . Περιλαμβάνονταν σ’ αυτό μερικά έργα
τά όποια έως τότε δεν είχα δει σέ σλαβική γλώσσα, τά όποια αυτός, μετά από επίμονο
αίτημά μου τά αντέγραψε με το χέρι του.
Επειδή όμως δεν είχε καθόλου διδαχθεί τη
γραμματική, γι’ αυτόν τον λόγο, όπως στο δικό του βιβλίο έτσι και σ’ αυτό πού αντέγραψε
για εμάς, εξαιτίας της απειρίας στην ορθογραφία, έκανε πάμπολλα, αναρίθμητα
λάθη. Πραγματικός έτσι ανακάλυψα τον χρυσό τών λόγων τών πατέρων, βουτηγμένο
μέσα στο έλος της ανορθογραφίας, τον όποιο όμως, ακόμη και από τά καλώς
καταρτισμένα άτομα, ποιό μπορεί να τον καθαρίσει, χωρίς να έχει αξιόπιστα
αρχαιοελληνικά πρωτότυπα; Από τά έργα λοιπόν, πού με λάθη αντέγραψε εκείνος ό
Κωνστάντιος, μετέφρασα τά έξης: Του Αγίου Μάρκου του Νηστευτού, του Αγίου
Θεοδώρου του Εδέσσης και του Αγίου Νικήτα του Στηθάτου τά Τριακόσια κεφάλαια,
τά όποια έργα, περισσότερο από όλα πού αναφέρθηκαν, δεν προσφέρονται τώρα όχι
μόνο για εκτύπωση, άλλ’ ούτε και για να αντιγράφουν σέ άλλο μοναστήρι, εάν
προηγουμένως δεν διορθωθούν με βάση αξιόπιστα έντυπα ή χειρόγραφα πρωτότυπα.
Έτσι,
ύστερα από πολύ καιρό, όταν ήδη με τη χάρη τού Θεού άρχισα σ’ αυτή την
προσπάθεια να φθάνω σέ κάποια μεγαλύτερη βελτίωση,
βρήκα
και στα μεταφρασμένα από εμάς (δηλαδή σέ συνεργασία με τούς αδελφούς πού προανέφερα)
πολλά λάθη και τότε κάποια από αυτά τά μετέφρασα και για δεύτερη φορά. Αλλά και
πάλι βρίσκονται μακριά από μία
σωστή
διόρθωση. "Όπως επίσης βρίσκονται και τα ίδια εκείνα αρχαιοελληνικά πού αντιγράφηκαν
για εμένα στο Άγιον Όρος, διότι εξαιτίας της
τότε
απειρίας μου νόμιζα ότι δεν είχαν καθόλου λάθη. Σέ πολλά σημεία ανακαλύφθηκε
πλήθος ορθογραφικών λαθών, τά όποια όμως, όπως είπα, χωρίς αξιόπιστα
Αρχαιοελληνικά ήταν αδύνατο να διορθωθούν.
Παρουσίασα
λοιπόν ολοκάθαρα στην οσιότητα σου ποιά ήταν ή προσπάθειά μου για τη διόρθωση
τών σλαβικών πατερικών έργων από τά Αρχαιοελληνικά, ή και για την έκ νέου μετάφρασή
τους στη σλαβική γλώσσα. Το έργο αυτό ήταν υπεράνω τών δυνάμεών μου, λόγω δέ της
προαναφερθείσας αιτίας δεν έχει ακόμη περατωθεί. Γι’ αυτό λοιπόν τώρα, όχι μόνο
για εκτύπωση, άλλ’ ούτε και για αντιγραφή σέ άλλο μοναστήρι δεν επιτρέπεται να
δοθούν, προτού διορθωθούν τελείως με βάση τά αρχαίο- ελληνικά πρωτότυπα. Αυτός είναι
ό λόγος για τον όποιο δεν μπόρεσα με κανέναν τρόπο να αποστείλω τέτοια έργα στην
οσιότητα σου, για να τυπωθούν ή να αντιγραφούν. Φοβούμαι μήπως παραβιάσω τη
χριστιανική και μοναχική μου συνείδηση εάν, για ένα έργο ατελές, την ή μέρα της
φοβεράς κρίσεως του Θεού ή ψυχή μου καταδικαστεί. Εάν ή όσιότης σας, κατά την
εντολή του Χριστού, έχει έστω και σταγόνα αληθινής, άσβεστης έως τώρα αγάπης,
τότε δεν θα πρέπει να εκλάβετε τη μή αποστολή από μέρους μου πατερικών έργων ώς
σημείο εχθρότητας ή έλλειψης φιλίας, ή ότι εγώ από φθόνο δεν θέλω το γενικό
καλό όσων επιθυμούν να σωθούν και να ωφεληθούν από αυτά τά βιβλία. Να μην μου
δώσει ό σωτήρας Χριστός τέτοια αφροσύνη!
Με τη χάρη τού Θεού, εκτός από τον
λόγο πού περιέγραψα, δεν βλέπω στην ψυχή μου άλλο λόγο για τη μή αποστολή προς εσάς
τών πατερικών έργων.
Ό
πανιερώτατος κυρ Μακάριος, πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου, από τη νεανική του
ακόμη ηλικία, Θεού συνεργούντος, είχε τόση απερίγραπτη αγάπη για τά πατερικά
συγγράμματα, τά αναφερόμενα στη νίψη και την προσοχή τού νοός, την ησυχία και
τη νοερά προσευχή, ήτοι τη διά του νοός τελούμενη στην καρδιά τών εργαζόμενων
αυτήν, ώστε όλη του τη ζωή να την αφιερώσει στην αναζήτηση τους και με το
φίλεργο χέρι του, ώς εμπειρότατος στη θύραθεν παιδεία και χωρίς φειδώ σέ έξοδα,
παράγγειλε την αντιγραφή τους.
Όταν ήρθε λοιπόν στο Αγιον Όρος, και με ανεκτίμητο
ζήλο και μεγάλη επιμέλεια ερεύνησε τις βιβλιοθήκες των μεγάλων μοναστηριών,
βρήκε τέτοια συγγράμματα πού προηγουμένως δεν τά είχε αποκτήσει. Προπάντων όμως
στη βιβλιοθήκη της πανένδοξης και μεγίστης Μονής Βατοπεδίου ανακάλυψε ανεκτίμητο
θησαυρό, δηλαδή βιβλίο περί ενώσεως τού νοός μετά τού Θεού, συλλογή από όλους
τούς άγιους, πού είχε γίνει σέ αρχαίους χρόνους από μεγάλους ζηλωτές, και άλλα
περί προσευχής συγγράμματα, για τά όποια εμείς ακόμη μέχρι και σήμερα δεν
είχαμε ακούσει . Αυτά, με τη βοήθεια εμπειροτάτων αντιγραφέων και με μεγάλη
δαπάνη, μέσα σέ λίγα χρόνια τά αντέγραψε και με μέγιστη επιμέλεια τά διάβασε ό ίδιος
από το πρωτότυπο και τά διόρθωσε εγκύρως. Στην αρχή δέ τού κάθε συγγράμματος
έγραψε και τούς βίους όλων τών Αγίων συγγραφέων τών έργων αυτών. Τότε αναχώρησε
από το Αγιον Όρος με ανείπωτη χαρά, σαν να είχε βρει στη γη ουράνιο θησαυρό,
και, αφού ήρθε στην ένδοξη μικρασιατική πόλη Σμύρνη, τά απέστειλε στη Βενετία με
πολλά χρήματα, τά όποια συνέλεξε από ελεημοσύνες χριστιανών. Έστειλε τριάντα
έξι πατερικά έργα, με αυτά δέ συναριθμείται και το έργο τού Αγίου Καλλίστου τού
δευτέρου, περί του όποιου μαρτυρεί ό άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.
Έκτος δέ από αυτά
έστειλε και το μεγάλο Πατερικόν της Σκήτης της Αιγύπτου, ώστε όλα να εκδοθούν από
τυπογραφείο. Όπως δέ προσφάτως με πληροφόρησε κάποιο πρόσωπο με επιστολή, έχει
κατά νου, με τη βοήθεια τού Θεού, τά βιβλία αυτά να έρθουν στο φώς τυπωμένα. Συντόμως
σκέπτεται να παραδώσει στο τυπογραφείο και το μεγάλο βιβλίο του Αγίου Συμεών
τού Νέου Θεολόγου, το όποιο είναι έτοιμο γι’ αυτόν τον σκοπό. Είναι αλήθεια ότι
ή απόφαση αυτή του Μητροπολίτου κυρ Μακαρίου, για την εκτύπωση τέτοιου είδους συγγραμμάτων,
είχε ληφθεί προ μακρού χρόνου, προκειμένου να μην περιπέσουν σέ οριστική λήθη
τά ιερά αυτά συγγράμματα και εξαφανιστούν από προσώπου της γης, κάτι πού παρά
λίγο να συμβεί. Πράγματι ό ίδιος κατάλαβε τί έργο είχε αναλάβει και σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του την εξάντλησε στην
εντατική αναζήτηση αυτών τών συγγραμμάτων παντού, προπάντων όμως στο Άγιον Όρος
Άθω, όπου, αναζητώντας τα με κάθε τρόπο, τελικώς ανακάλυψε αυτόν τον πνευματικό
θησαυρό, σαν να ήταν από πολλά χρόνια θαμμένος στη γη και στην παντελή λήθη.
Στον πνευματικό αγώνα τών αθλητών του μοναχικού βίου με τά αόρατα πνεύματα τολμώ
να πω ότι είναι αυτά τά συγγράμματα πιο απαραίτητα και από την ίδια την αναπνοή.
Οι ζηλωτές θα μπορούν πια, ευκολότερα και με λιγότερα έξοδα από ότι με τά χειρόγραφα,
να αποκτούν τά έντυπα αυτά βιβλία για την οικοδομή τους.
Όλα αυτά
τά πληροφόρησα στην οσιότητα σας, αρχίζοντας σιγά σιγά να σάς μεταβιβάζω τη
συμβουλή μου για το με ποιόν τρόπο θα μπορούσε ή οσιότητα σας με την αδελφότητα
και εμείς, με το δικό μας κοινόβιο, να αξιωθούμε να αποκτήσουμε τά πραγματικά,
τά χωρίς κανένα λάθος, σλαβικά πατερικά βιβλία.
Γνωρίζετε ή οσιότητα σας ότι με
την ανέκφραστη του Θεού φιλανθρωπία, κατά τούς έσχατους καιρούς, ή πάσης Ρωσίας
Εκκλησία μας αξιώθηκε να λάβει την αγία ορθόδοξη πίστη και το ορθόδοξο βάπτισμα
από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Με την αγία πίστη έλαβε και την Αγία Γραφή και
όλα τά ιερά βιβλία, τά εκκλησιαστικά και τών Αγίων διδασκάλων και τά πατερικά,
τά μεταφρασμένα από τά Έλληνογραικικά. Αυτά είναι οι πηγές τών σλαβικών
βιβλίων, διότι αλλιώς δεν θα προέκυπταν σλαβικά βιβλία. Με τον καιρό λοιπόν ή
Αγία Γραφή και όλα τά εκκλησιαστικά βιβλία, με τη χάρη τού Θεού, αξιώθηκαν να
δεχθούν διόρθωση με βάση τά Έλληνογραικικά, πού ήταν οι πηγές τους, ενώ τά
πατερικά απέμειναν στην παλαιά τους μετάφραση, και έως και τώρα δεν αξιώθηκαν να
διορθωθούν με βάση τις πηγές τους, τά έλληνογραικικά βιβλία. Επιπλέον από τούς αδέξιους
αντιγραφείς δέχθηκαν άπειρα λάθη, και παρίσταται επιτακτική ανάγκη να
διορθωθούν και αυτά με βάση τις πηγές τους.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ –ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ
Κυριακή 3 Αυγούστου 2014
ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΖΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΙΓΝΑΤΙΟ.
Ολα
καλά,είμαι καλά, και έφτασα σώος και ασφαλής στην Αγία Γη.
Μην
ανησυχείτε.
Σας
ευχαριστώ πολύ πολύ.
Ημουν
στη Λαύρα του Αγίου Σάββα,τώρα γύρισα.
Εχει
γαλήνη εδώ στην περιοχή μας.
Φυσικά
στη Γάζα συνεχίζεται το κακό,όπως πληροφορούμαι.
Ολοι
μας, όλα τα μοναστήρια, μαζεύουμε από το υστέρημα ή από το περίσσευμα που
έχουμε σε χρήμα ,για να στείλουμε στον Δεσπότη Αλέξιο στη Γάζα ,για να ταίσει
όλο αυτό το πλήθος που φιλοξενεί στη μονή του εκεί.
Μίλησα
μαζί του τηλεφωνικά και μου είπε ότι έχει 2.500-με 2.600 άτομα περίπου ,που
τους έχει δώσει άσυλο και περίθαλψη στο μοναστήρι.
Εχει
ανάγκη από χρήματα για να αγοράζει νερό και τρόφιμα.
Ο
Θεός δεν θα τον αφήσει φυσικά.
Είναι
ήρωας αυτός και ο ιερομόναχος Αμφιλόχιος που διαβιούν εκεί..
Να
τους ενδυναμώνει ο Θεός.
Εύχεσθε
Labels:
Αφηγήσεις,
Αφιέρωμα στα παιδιά,
Επίκαιρα,
Κείμενα,
Κοινωνικά
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























