Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.
Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ

01 ΕΙΣΑΓΩΓΗ by APANTA ORTHODOXIAS

.
02 Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
03 Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
04 Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
05 Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
06 Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
07 Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
08 Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
09 Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
10 Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
11 Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ by APANTA ORTHODOXIAS

.
12 Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΑΥΓΟΥΣΤΑ by APANTA ORTHODOXIAS

.
13 Ο ΑΓΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ by APANTA ORTHODOXIAS

.

Ύμνοι Χριστουγέννων - ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


Καθηγητής Εκκ. Βυζαντινής Μουσικής - Μουσικός Πρωτοψάλτης
ΚΑΒΑΡΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Χριστός γεννάται, δοξάσατε - KABARNOS Xristos genate, doxasate by Byzantine music

.
Η παρθένος σήμερον - KABARNOS H Parthenos simeron by Byzantine music

.
Agia nixta - " Holy Night " By Kabarnos Panos by Byzantine music

.

Περισσότερα εδώ
http://soundcloud.com/byzantine-music/tracks?page=1
.

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟΝ Ι.ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΣΣΟ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΟΡΘΡΟΣ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΣΣΟ ΑΤΤΙΚΗΣ

Πατερικές σκέψεις για τα Χριστούγεννα


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Οι Αγιοι Οσιομάρτυρες οι εν τη μονή Νταού Πεντέλης μαρτυρήσαντες



Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες τῆς μονῆς Νταοῦ Πεντέλης μαρτύρησαν περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ., κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ Ἀλγερινοὶ πειρατὲς λεηλατοῦσαν τὰ παράλια μέρη. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος μισοῦσε τοὺς μοναχούς, συνεννοήθηκε μὲ τοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἔβαλε στὴ μονὴ τὴν ὥρα ποὺ οἱ Πατέρες ἑόρταζαν τὴν Ἀνάσταση. Οἱ πειρατὲς κατέσφαξαν τοὺς Πατέρες, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ ἔφυγαν. Σώθηκε μόνο ἕνας ἱερέας τῆς μονῆς μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ποὺ εἶχε μεταβεῖ στὸ μετόχι Γεροτσακούλι, γιὰ νὰ τελέσει ἐκεῖ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴν μονὴ κατεστραμμένη καὶ σφαγμένους ὅλους τοὺς Πατέρες. Ὁ ἱερέας ἀφοῦ περισυνέλεξε τὰ τίμια λείψανα, τὰ ἐνταφίασε μὲ εὐλάβεια καὶ τιμή.

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ (1955-2009) «Ένας άγγελος έφυγε από ανάμεσα μας».

Με αύτη την φράση, την οποία πολλές φορές επανέ­λαβε ό σεβαστός Γέροντας μας π. Γεώργιος, εξέφρασε αυτό πού ένοιωθε όλη ή αδελφότητα μας αλλά και όλοι όσοι έζησαν τον π. Νικόδημο στο σύντομο χρονικό δι­άστημα πού ή αγάπη του Θεού τον άφησε κοντά μας.
Και όντως! Ό π. Νικόδημος ήταν μία αγγελική ύπαρξης, ολοκληρωτικά αφιερωμένη στον Θεό εξ απαλών ο­νύχων.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ως κύριο έργο τους την ακατάπαυστο δοξολογία του Θεού, έτσι και ό π. Νικό­δημος. Λάτρευε από μικράς ηλικίας τον Άγιο Θεό με όλη την ψυχή του και την καρδία του και Τον δόξαζε με έργα και λόγους.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι αγαπούν και λατρεύουν με όλη την ύπαρξη τους τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, εξ ου
«πασά δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον» για όλη την κτίσι, γι` αυτό και υπακούουν αδιακρίτως στο θέ­λημα Του, και το όνομα του Θεού αποτελεί γι' αυτούς υπόθεση απέραντου χαράς και ευφροσύνης, έτσι και ό π. Νικόδημος. Λάτρευε με όλο του το είναι τον Θεό, το όνομα Του είχε συνεχώς στο στόμα και την καρδιά του και μέχρι τελευταίας του αναπνοής ένα μόνο ζητούσε, πώς θα εκτελεί το θέλημα του Θεού εν πάση πληρότητι και τελειότητα Και επειδή γνώριζε εκ πείρας ότι εκ­φραστής του θείου θελήματος για τον υποτακτικό είναι ό Γέροντας του και ότι κάθε ευλογία του Θεού έρχεται στον υποτακτικό μέσω του Γέροντος του, υπεραγαπού­σε τον Γέροντα. Το όνομα του Γέροντος ήταν πάντοτε στην καρδιά και τα χείλη του π. Νικόδημου και το θέλη­μα του Γέροντος απαρέγκλιτος κανών για την ζωή του. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Χριστέ μου, θέλω να σε απο­λαύσω. Όμως δεν θέλω να σε απολαύσω άμεσα, επειδή δεν είμαι άξιος γι' αυτό, αλλά μέσω του Γέροντος μου. Βλέποντας τον Γέροντα, θέλω να βλέπω Εσένα. Ακούοντας την φωνή του Γέροντος, θέλω να ακούω την δική Σου φωνή. Το θέλημα του Γέροντος να είναι για μένα το θέλημα Σου». Είχε απόλυτη εφαρμογή για τον π. Νικό­δημο αυτό πού αναφέρει ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στον λόγο του «περί υπακοής», όπου περιγράφει την θαυμαστή ζωή των μοναχών ενός κοινοβίου: «Εσωτερι­κά, στα βάθη της ψυχής τους ανέπνεαν σαν άκακα νή­πια τον Θεόν και τον Γέροντα» . Ή υπακοή του π. Νικόδημου στο θέλημα του Θεού ήταν μαρτυρική. Όλη ή ζωή του ήταν ένα ατελείωτο μαρτύριο, το όποιο όμως υπέμεινε αγόγγυστα, με χαρά και αισιοδοξία αξιοθαύμαστη, δοξάζοντας τον Θεό. Γι αυτό και πήρε πολλή Χάρι από τον Θεό.
Ή σχέσις του π. Νικόδημου με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν ήταν συμφεροντολογική. Δεν διάλεξε τον Χριστό, για να πέραση καλά στην παρούσα ζωή. Αγάπησε την σταυρό του Χριστού, γι αυτό και αξιώθηκε και της αναστάσεως Του. Αποδέχθηκε ολοκαρδίως τον λόγο του Χριστού: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ' 24). Γι αυτό και έλαβε την παρά του Θεού ενίσχυση στα μακρά και επίπονα αγωνίσματα της υπομονής: «Εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ίωαν. ιστ' 33).
Όπως οι άγιοι Άγγελοι έχουν ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό, έτσι και ό π. Νικόδημος. Ή αδιάκριτος υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως του το εξέφραζε ό Γέροντας του, πού για τον π. Νικόδημο ήταν ένα συνεχές πέρασμα μέσα από τον πόνο και το μαρτύριο, αυτό απέδειξε. Την αμετακίνητη εμπιστοσύ­νη του και πίστη του στον Θεό και στον Γέροντα του, στο πρόσωπο του οποίου, όπως προείπαμε, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό. Όπως γνώρισμα των αγίων Αγγέλων είναι ή τελεία καθαρότης, ή παρθενία και ή αγιότης, έτσι και ό π. Νι­κόδημος, αν και αναγκάσθηκε να ζήση μεγάλο μέρος της ζωής του εν μέσω του κόσμου, διατήρησε το σώμα και την ψυχή του καθαρά και παρθένα έως και ψιλού λογισμού, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Πα­λαμά: «ακριβής παρθενία ή προς πάσαν κακίαν ασυνδύαστος γνώμη» (Εις τον Ευαγγελιστήν Ιωάννη ν, 3). Γι` αυτό και εξομολογείτο συνεχώς, ακόμη και τον πα­ραμικρό λογισμό πού πήγαινε να τον χωρίσει από τον Θεό, τον Γέροντα ή τους αδελφούς του. Ή συνείδησίς του ήταν λεπτότατη. Αμέσως συνελάμβανε κάθε τι το αντίθεο, το όποιο αμέσως εξομολογείτο.
Όπως οι άγιοι Άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. α' 14), έτσι και ό π. Νικόδη­μος κατεφλεγετο από άνείκαστο πόθο να ευεργέτη τους άλλους και να κερδίζη ψυχές προς σωτηρίαν. Έλεγε: «Χριστέ μου, θέλω με ότι συμβαίνει στην ζωή μου να δοξάζεται το Πανάγιο σου Όνομα, να ωφελούνται οι αδελφοί μου και εγώ να σώζωμαι».
Για τον π. Νικόδημο ό εαυτός του ήταν πάντοτε σε δεύτερη μοίρα. Πρώτα έπρεπε να αναπαυθούν οι άλλοι. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό την μεγάλη αγάπη με την οποία διακόνησε τους αδελφούς του, μοναχούς και λαϊ­κούς, όσο καιρό ήταν στο μοναστήρι, τακτοποιώντας με υπερβολική σχολαστικότητα τα του διακονήματός του, στο όποιο παρέμενε ατελείωτες ώρες, και υπηρετώντας όλους με αυτοθυσία, είτε ως παραηγουμενιάρης είτε ως αρχοντάρης είτε ως γηροκόμος είτε ως διακονητής οποι­ουδήποτε αλλού διακονήματός. Τίποτε δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Χαρά του ήταν να χαίρωνται και να ωφελούνται οι άλλοι. Από τα χέρια του πέρασαν πολλά υλικά αντικείμενα και χρήματα, γιατί οι άνθρωποι τον αγαπούσαν και του τα εμπιστεύονταν. Όμως όλα τα χρησιμοποιούσε για να δίνη χαρά στους άλλους. «Για να χαρούν», όπως πολύ χαρακτηριστικά έλεγε: «Έδωσα στον τάδε το τάδε αντικείμενο για να χάρη» ή «του έψαλα το τάδε τροπάριο για να χάρη».
Όμως εκεί πού δαπάνησε απλόχερα τον εαυτό του ήταν στο να παρήγορη ατελείωτες ώρες τους απελπισμέ­νους, να χαροποιοί τους λυπημένους, να γλυτώνει από τα νύχια του νοητού δράκοντος τους πλανεμένους, να οδηγεί στην πνευματική ζωή τους απομακρυσμένους από τον Χριστό και την σωτηρία, να ειρηνεύει τους ταρα­γμένους και να προσπαθεί να λυτρώνει από την σύγχυση των λογισμών και των παθών τους συγχυσμένους αν­θρώπους της εποχής μας. Ή μεγάλη κοσμοσυρροή κατά την νεκρώσιμη ακολουθία, πού τελέσθηκε στην ιδιαίτε­ρη πατρίδα του, τον Πειραιά, καθώς και οι αυθόρμητες εκδηλώσεις ακόμη και αγνώστων ανθρώπων πού έτυχε να γευθούν τα γλυκύτατα και παρηγορητικά του λόγια, αποτελούν έκφραση της μεγάλης αγάπης πού ό λαός του Θεού, και μάλιστα της ιδιαιτέρας του πατρίδος, έτρεφε προς τον π. Νικόδημο, χάριν της ιδικής του αγάπης και ουσιαστικής προσφοράς του προς αυτόν.
Τί να πούμε για την θεομίμητη ταπείνωση του; Ήταν από τους αρχαιότερους μονάχους της Μονής μας. Ήταν καθαρότατος ψυχή και σώματι και υπεράξιος για την ιεροσύνη. Ό πόθος του για τον Θεό ανείκαστος και για την αγία ιεροσύνη ανείπωτος. Γι` αυτό εξ αλλού τελεί­ωσε και την Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή. Όμως όταν ό Γέροντας του ανακοίνωσε ότι δεν θα τον προώθηση στην ιεροσύνη, αποδέχθηκε αναντίρρητα την απόφαση του αυτή. Ήρχοντο νεώτεροι του στην Μονή και εγίνοντο ιερείς. Και ό π. Νικόδημος ούτε ζήλευε, ούτε φθονούσε γι' αυτό. Απεναντίας εχαίρετο με τους νέους ιερείς και εξέφραζε τον πόθο του προς την αγία ιεροσύνη με την βαθειά τιμή και τον σεβασμό που απέδιδε σε αυτούς. Μας έλεγε τελευταία ό σεβαστός Γέροντας μας: «Αναρωτιόμουν πώς ό π. Νικόδημος διατηρούσε αδιά­λειπτα την μνήμη του Θεού μέσα του». Και βρήκα την απάντηση: «Διότι είχε πάντοτε βαθειά ταπείνωση».
Οι άγιοι Άγγελοι ως ασώματοι δεν έχουν ανάγκη πραγμάτων και υπαρχόντων, αλλά και ό π. Νικόδημος δεν θησαύρισε ποτέ θησαυρούς επί της γης, «οπού σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι» (Ματθ. στ' 19), αλλά «εν ουρανώ», διαμοιράζοντας, όπως προείπαμε, όλα όσα περνούσαν από τα χέρια του στους άλλους.
Ό π. Νικόδημος -κατά κόσμον Ιωάννης Κάντζας-γεννήθηκε στον Πειραιά από απλούς, ευλαβείς και ενά­ρετους γονείς, τον Χρήστο και την Χρυσούλα, το 1955. Είχε ακόμη ένα αδελφό, νεώτερο, τον Παρασκευά, ό όποιος κρίμασιν οις οιδε Κύριος εφονεύθη σε τροχαίο δυστύχημα παραμονές του γάμου του σε ηλικία μόλις 25 ετών.
Ό π, Νικόδημος από πολύ μικρή ηλικία πόθησε την αγγελική ζωή των μοναχών. Ήταν εκ κοιλίας μητρός αφορισμένος για να αφιερωθεί στην λατρεία του Θεού. Γνώρισε τον σεβαστό Γέροντα μας στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Άρμα Χαλκίδος το 1972, όταν ό Γέ­ροντας ήταν ηγούμενος σ' αυτήν. Από νεαρής ηλικίας διεκρίνετο για την ευλάβεια του, τον Θείο του ερωτά, την αγνότητα του, την σοβαρότητα του, την πίστη του στον Θεό, την δοξολογική του στάση απέναντι Του, την ταπείνωση του, την υπομονή του στις θλίψεις, την ανυ­πόκριτη αγάπη του προς όλους.
Ευρισκόμενος ήδη στην επιθανάτιο κλίνη εκμυστηρεύθηκε σε κάποιο αδελφό: «Από μικρό παιδί πολύ α­γάπησα τον Θεό. Ζήλευα τους αγίους Μάρτυρας και τους παρακαλούσα: "Άγιοι Μάρτυρες, σας παρακαλώ, δώστε μου μία σταγονίτσα από την αγάπη σας προς τον Χριστό"». Και συνέχισε: «Αδελφέ μου, ειλικρινά σου λέω. Αυτό που τότε ζητούσα, τώρα το γεύομαι». Και μετά από λίγο πρόσθεσε: «Δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο του Αποστόλου "ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός". Ειλικρινά σου λέγω, αδελφέ μου, τώρα τον ζω». Έλεγε τα λόγια αυτά λίγο πριν την κοίμηση του, ενώ έφερε στο σώμα του τα στίγματα των παθημά­των που υπέμεινε από αγάπη προς τον Χριστό και τον πλησίον. Θα μπορούσαμε να διαβεβαιώσουμε ότι ό π. Νι­κόδημος ξεπλήρωσε με κάθε δυνατή τελειότητα την εν­τολή του Χριστού «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου... και τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Μαρκ. ιβ' 30-31). Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που αξιώθηκε να λαβή μικρή γεύση από αυτά που οι Άγιοι έζησαν, εφ' όσον και ό π. Νικόδημος ακολούθησε το παράδειγμα των.
Τον ενθυμείται ό Γέροντας μας, όταν τον πρωτογνώρισε στον Άγιο Γεώργιο της Χαλκίδος, ως ένα ευλα­βέστατο νέο, που στέκετε πλησίον κάποιου κίονος του ναού, όλον στραμμένο στον εαυτό του και προσευχόμενο μετά δακρύων και κατανύξεως, που προεδήλωνε έτσι πριν από την έναρξη των μοναχικών αγωνισμάτων του την μετέπειτα θαυμαστή βιωτή του.
Όταν συνέβη το θλιβερό γεγονός του τραγικού θα­νάτου του αδελφού του, ό π. Νικόδημος ήταν ήδη μονα­χός στο Άγιον Όρος. Πληροφορήθηκε το λυπηρό άκου­σμα με πολλή ηρεμία. Πόνεσε βαθύτατα μεν αλλά δεν άφησε τον εαυτό του να σκεφτεί, να ειπεί ή να πράξη κάτι ανάρμοστο. Έφυγε εσπευσμένα από το Άγιον Ό­ρος για να παρευρέθη στην κηδεία. Κατά την διάρκεια της νεκρώσιμου Ακολουθίας στέκετε πλησίον του νε­κρού, σύννους, εκστατικός και μετά δακρύων. Όταν αργότερα ερωτήθηκε τί σκάπτετε την ώρα εκείνη, αυ­τός απήντησε: «Μελετούσα και θαύμαζα τα μεγαλεία του Θεού». Ιδού τεκμήριο ψυχής θεοφιλούς, που ζή και αναπνέει μόνο για τον Θεό και την δόξα Του! Ευρισκό­μενος προ του κεκοιμημένου φίλτατου αδελφού του δεν λυγίζετε τα βλεπόμενα λυπηρά, αλλά κινείτο προς δοξολογία του Θεού για τα μη βλεπόμενα αγαθά της βα­σιλείας Του, στα όποια μετέβαινε ό αδελφός του.
Όμως ό απροσδόκητος θάνατος του αδελφού του βύθισε σε ανέκφραστο πένθος την οικογένεια του. Ό πατέρας του, μη υποφέροντας το τραγικό γεγονός, πολύ σύντομα εγκατέλειψε την παρούσα ζωή προσβεβλημέ­νος από βαρεία και ανίατο νόσο.
Όταν ή συνοδεία του Γέροντος μεταφυτεύθηκε από τον Άγιο Γεώργιο Άρμα Χαλκίδος στο Άγιον Όρος, το καλοκαίρι του 1974, ως ένας εξ αυτών και ό π. Νικόδη­μος ευρέθη στο Άγιον Όρος. Πιστός τηρητής των επι­ταγών των Αγίων Πατέρων σκέφθηκε ότι δεν θα μπο­ρούσε να ξαναβγεί από το Άγιον Όρος. Γι αυτό και δεν κατανοούσε πώς θα ήταν δυνατόν να βοηθή τους άλλους, με έργα και λόγους, πόθος που όπως προείπαμε κατέφλεγε από μικρας ηλικίας την ψυχή του. Όμως ό Άγιος Θεός δεν άφησε ανεκπλήρωτη ούτε την επιθυμία του αυτή.
Μετά την κοίμηση του αδελφού του και του πατέρα του έμεινε μόνη και απροστάτευτη ανθρωπίνως ή μητέ­ρα του, κ. Χρυσούλα, και μάλιστα με πολλά και σοβα­ρά προβλήματα υγείας, χωρίς κάποιον συγγενή που θα μπορούσε να την φροντίζει. Ό σεβαστός Γέροντας μας, που αγαπά όχι μόνον τα πνευματικά του τέκνα αλλά και τους γονείς των, που τα προσέφεραν στον Χριστό και την Παναγία, φροντίζοντας και για την κ. Χρυσού­λα, απέστειλε τον π, Νικόδημο στην πατρίδα του, τον Πειραιά, για να της συμπαρασταθεί. Βέβαια ό συμφυρμός του μονάχου με τον κόσμο, και μάλιστα για μακρό χρονικό διάστημα, είναι πράγμα πολύ επικίνδυνο. Στην περίπτωση όμως του π. Νικόδημου ό Γέροντας μας δεν δίστασε να τον στείλει εν μέσω των θορύβων του κό­σμου, εμπιστευόμενος βέβαια στην πανσθενουργό θεία Χάρι αλλά και στην υψηλή πνευματική κατάστασι του π. Νικόδημου, ή οποία ήταν θεμελιωμένη στην ακρά­δαντη βάσι της πίστεως στον Θεό και της εμπιστοσύνης στον Γέροντα, Και δεν αστόχησε στην απόφαση του αυ­τή. Συγχρόνως όμως και ό π. Νικόδημος έβλεπε πίσω από την απόφαση αυτή του Γέροντος το σχέδιο της α­γάπης του Θεού αλλά και την θεία νεύσι στην θεοφιλή επιθυμία του να συμπαρίσταται στους χειμαζόμενους αδελφούς του εκ του κόσμου, τους καταπονούμενους από τους ποικίλους πειρασμούς και τα βάσανα.
Επί μία δεκαετία -μέχρι την κοίμηση της- παρέμεινε ό π. Νικόδημος κοντά στην μητέρα του, υπηρετώντας
την με αυτοθυσία και αυταπάρνηση και έχοντας συνείδηση ότι ή υπακοή του αυτή είναι ή λογική συνέχεια της υπακοής του στον Γέροντα του και την αδελφότητα του, συμφώνως προς τις μοναχικές του υποσχέσεις κατά την Ακολουθία της κούρας του Μεγάλου και Αγγελι­κού Σχήματος. Διότι δεν εξήλθε αυτεξουσίους στον κό­σμο άλλ' εξ υπακοής.
Και πράγματι, ό π. Νικόδημος έζησε με κάθε ακρί­βεια, πληρότητα και τελειότητα την μοναχική ζωή εν μέσω Πειραιεί. Ξεπέρασε όλους εμάς, που κατά το δι­άστημα αυτό δεν απομακρυνθήκαμε καθόλου από την Μονή μας. Έκανε πολύ καθαρότερη και ακριβέστερη υπακοή από εμάς, πού ήμασταν συνεχώς κάτω από την σκέπη του Γέροντος. Ό π. Νικόδημος, συμφώνως και προς την μαρτυρία πολλών, λαϊκών και μοναχών, ανέπνεε, ζούσε και ενεργούσε κάθε τι έχοντας συνεχώς το όνομα και τις εντολές του Γέροντος στο στόμα και την καρδιά του. Γι αυτό και ευλογήθηκε πολύ από τον θεό. Διατήρησε καθαρότητα ψυχής πολύ ανώτερη από όλους εμάς, πού δεν αντικρίσαμε κάτι από την ματαιότητα του κόσμου ευρισκόμενοι διαρκώς μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας μας. Και αξιώθηκε πολλών χαρισμάτων από τον Θεό, της υπομονής, της καρδιακής χαράς, της ατελεύτητου δοξολογίας του Θεού, του παρηγορητικού λόγου προς τους τεθλιμμένους, της αγάπης προς όλους, λόγω της καθαρότητας του αυτής, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε' 8). Αυτά είναι τα θαυμαστά έργα πού επιτελεί ή Χάρις του Θεού, όταν βρει ανθρώ­πους άξιους Εαυτού και δεκτικούς των θείων επιλάμψεων.
Όσο καιρό παρέμεινε στον Πειραιά, δεν έπαυσε να ευεργέτη τον λαό του Θεού με το παράδειγμα του, τα έργα του και τους λόγους του. Τα λόγια του ήταν πάν­τοτε θεοφιλή. Ποτέ δεν αργολογούσε ούτε αστειευόταν. Μιλούσε ατελείωτες ώρες, είτε δια ζώσης είτε τηλεφωνι­κά, χωρίς όμως ποτέ να εκστομίζει πράγματα μάταια η ψυχοβλαβή. Μοναδικός σκοπός του ήταν πάντοτε ή ω­φέλεια του πλησίον. Αγαπούσε όλους ως γνησίους αδελ­φούς του. Μέχρι τα τελευταία του, αν και ή δύσπνοια τον δυσκόλευε να ομιλεί ελεύθερα, δεν σταμάτησε να διδάσκει, να παρήγορη και να ενισχύει τους άλλους.
Δεν υστέρησε όμως καθόλου και στην έμπρακτη ελε­ημοσύνη αυτών πού είχαν ανάγκη. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να επαναλάβουμε και για τον π. Νικόδημο τον ψαλμικό λόγο: «σκόρπισε, έδωκε τοις πένησιν ή δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. ρια' 9). Πέρασαν από τα χέρια του πολλά πρά­γματα αξίας αλλά και χρήματα πού του εμπιστεύονταν ευλαβείς Χριστιανοί. Την ίδια στιγμή όμως τα χάριζε απλόχερα σε όσους ή αγαπώσα καρδία του έκρινε ότι τα είχαν ανάγκη.
Όταν μετά την κοίμηση της μητέρας του ευρέθη και πάλι για λίγο στο Μοναστήρι μας, συμπεριφερόταν σαν
να μη είχε λείψει καθόλου από την Μονή, αποδεικνύον­τας έτσι ότι ουδέποτε απομακρύνθηκε από Αυτήν νοε­ρά και καρδιακά.
Ή μακρά ενασχόλησης του με τα προβλήματα της υ­γείας της μητέρας του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με κάποια προβλήματα της δικής του υγείας, των οποίων ή σοβαρότης από λάθος εκτίμηση των ιατρών δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν όμως μετά την κοίμηση της μητέ­ρας του θέλησε να ασχοληθεί πιο προσεκτικά με αυτά, διεγνώσθη βαρεία καρδιακή ανεπάρκεια τελικού στα­δίου. Ανθρωπίνως ή μόνη δυνατή θεραπεία πού υπήρχε ήταν ή μεταμόσχευσης καρδίας. Όμως παρά τις επανειλημμένες προτάσεις των ιατρών μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του, δεν δέχθηκε να μεταμοσχευθεί. Αγαπούσε και εχαίρετο την ζωή. Με πολύ μεγάλη σχολα­στικότητα τηρούσε τις οδηγίες των ιατρών, θεωρώντας την αμέλεια ως έφάμαρτη κατά τον αποστολικό λόγο: «ουκ οίδατε ότι ναός θεού έστε και το πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ό Θεός» (Α' Κορ. γ' 16). Έλεγε χαρακτηριστι­κά: «θέλω να ζήσω. Βάλτε μου την τεχνητή καρδιά ή ότι άλλο τεχνικό μέσο διαθέτει ή επιστήμη. Όμως ποτέ δεν πρόκειται να δεχθώ μία καρδιά πού θα προέρχεται από ένα "εγκεφαλικά νεκρό", ό όποιος για μένα δεν είναι νεκρός αλλά ζών και βαρύτατα πάσχων ασθενής». Την πεποίθηση του αυτή, την οποία πολλές φορές είχε υπερασπιστή στο παρελθόν, πριν ακόμη εμφανιστή το πρόβλημα της υγείας του, υπεστήριξε και τώρα με από­λυτη ειρήνη και σταθερότητα αλλά και με το παράδει­γμα του.
Ό π. Νικόδημος αισθανόταν το «Ώνάσειο Καρδιοχει­ρουργικό Κέντρο» σαν «δεύτερο μοναστήρι του», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Αγαπούσε όλους τους εργαζο­μένους στο Ίδρυμα, ιατρούς, νοσηλευτικό και υπηρε­τικό προσωπικό, αλλά και πολύ ήγαπατο από αυτούς. Βοηθήθηκε πολύ από όλους, και μάλιστα από τον κ. Γ. Α., που τον θεωρούσε κατ' εξοχήν ιατρό του, άριστο επιστήμονα, ανιδιοτελή, γεμάτο από αγάπη για όλους τους ασθενείς του και όλως ιδιαιτέρως για τον π. Νικό­δημο. Ό συγκεκριμένος ιατρός αγωνίσθηκε με όλες τις δυνάμεις του να παρατείνει την ζωή του π. Νικόδημου, ελπίζοντας και σε κάποιο νεώτερο επίτευγμα της επι­στήμης, «προκειμένου να συνέχιση την υψηλή αποστο­λή του», όπως έλεγε, επειδή έβλεπε την μεγάλη βοήθεια που ελάμβαναν όσοι τον πλησίαζαν. Παρετάθη μάλι­στα ή ζωή του π. Νικόδημου με την θεία βοήθεια και χάρις στις προσπάθειες των ιατρών πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπαν τα κατά καιρούς δημοσιευόμενα στα επιστημονικά περιοδικά πορίσματα της επιστήμης.
Όμως και ό π. Νικόδημος παραμένοντας στο «Ώνάσειο» βοήθησε πολύ με την Χάρι του Θεού και τους ασθενείς και τους συνοδούς των και το νοσηλευτικό προσωπικό του. Ή υπερβάλλουσα αγάπη του π. Νικό­δημου για τον Θεό ξεχείλιζε ως ποταμός με γλυκύρροα νάματα και αγκάλιαζε κάθε εικόνα του Θεού πού τον πλησίαζε. Δεν υπήρχε ψυχή πονεμένη, λυπημένη, ταρα­γμένη, συγχυσμένη, που να έφυγε από κοντά του χωρίς να λαβή βάλσαμο, παρηγοριά και ανάπαυση. Ήταν πολύ συνηθισμένη στα χείλη του ή φράσις: «Να χαίρεσαι! Να χαίρεσαι!» που απηύθυνε προς όλους. Αναφέρουμε σαν παράδειγμα την περίπτωση μιας ευλαβούς νοσηλεύτρι­ας, πού κάποια Μ. Παρασκευή ήταν υποχρεωμένη να μείνει στο Νοσοκομείο λόγω υπηρεσίας. Ήταν πολύ λυ­πημένη πού δεν θα μπορούσε να εκκλησιασθεί. Ό π. Νι­κόδημος, νοσηλευόμενος τότε και αυτός, κατόρθωσε με τους θεοπρεπείς του λόγους να την ενίσχυση και να την χαροποίηση, τονίζοντας της την αλήθεια ότι ό Χριστός ήταν γι` αυτήν πολύ περισσότερο εκεί στο Νοσοκομείο, στα πρόσωπα των ασθενών πού υπηρετούσε, από ότι ήταν στην Εκκλησία.
Το έργο του αυτό δεν το σταμάτησε μέχρι το τέ­λος. Ό ίδιος πέθαινε, εφ' όσον δεν εδέχετο την μεταμόσχευση, και ζωοποιούσε τους άλλους. Αν και εύρισκετο στην κλίνη της ασθενείας, δεν έπαυε να δίνη χαρά και ανακούφιση στους γύρω του. Χαρακτηριστικό πα­ράδειγμα ή ουσιαστική συμπαράσταση του με ευλογίες των ευλαβών Χριστιανών και με οικονομίες του στον αγαπητό αδελφό Ιωάννη, ευλογημένο λαϊκό αδελφό, πού με αυτοθυσία του συμπαραστάθηκε σε όλες τις δύσκολες ώρες του μέχρι τέλους.
Ή ασθένεια του π. Νικόδημου ήταν πολύ βασανιστι­κή, λόγω της μεγάλης δύσπνοιας ακόμη και εν ηρεμία, που δεν του επέτρεπε ούτε και τον ύπνο. Παρά την τα­λαιπωρία, τις αϋπνίες και την σαφή γνώσι ότι ό θάνα­τος πλησιάζει, βασίλευε μονίμως στην ψυχή του ή θεϊ­κή χαρά, της οποίας έκανε κοινωνούς όλους όσους τον προσέγγιζαν. Τον τελευταίο καιρό τραγουδούσε πολύ συχνά με πολλή χάρι ένα τραγουδάκι, εκφραστικό των βιωμάτων του: «Όμορφη μικρή βαρκούλα, για που έβα­λες πανί, έχει θάλασσα κι αγέρα, δεν φοβάσαι μοναχή; Μη με βλέπετε μικρούλα κι αραγμένη στο γιαλό, τ' όνο­μα μου είναι πίστης και τα κύματα' αψηφώ...». "Ομιλώντας τηλεφωνικώς με ένα αδελφό στην Μονή, του έψαλε με την γλυκεία φωνή του τον Αναστάσιμο Κανόνα, πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί...». "Έψαλε όλη την α' ωδή μαζί με τα τρία ακροτελεύτια «Χριστός Ανέστη» και το «Αναστάς ό Ιησούς από του τάφου». Εάν ό αδελφός δεν τον διέ­κοπτε, θα συνέχιζε και τις υπόλοιπες ωδές του Κανόνος.
Ό Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Αγαθόνικος ευρέθη στο «Ώνάσειο», για να συμπαρασταθεί στην εγχείρηση της ευλαβέστατης αδελφής του, τότε που και ό π. Νικόδημος νοσηλεύετε εκεί. Ή συνάντησης του Σεβασμιότατου με τον π. Νικόδημο ήταν αφορμή με­γάλης χαράς για τον π. Νικόδημο αλλά και για τον ά­γιο Κίτρους. Ερχόταν καθημερινώς για την αδελφή του, αλλά παρέμενε πολλή ώρα στον θάλαμο του π. Νικοδήμου ρουφώντας κυριολεκτικά τα λόγια του. Έβλεπε κανείς τότε ένα παράδοξο πράγμα: Ό Αρχιερεύς να ακούει σιωπηλός ομιλούντα ένα απλό μοναχό. Απόδειξης της αγιότητας του Σεβασμιότατου αλλά και της χαριτω­μένης ψυχής του π. Νικόδημου. Αυτό βέβαια δεν είναι αφύσικο, εφ' όσον μόνον οι άγιοι καταλαβαίνουν τους αγίους. Αργότερα έλεγε ό Αρχιερεύς προς τους παρευ­ρισκομένους: «Το πρόσωπο του -του π. Νικόδημου- εί­ναι σαν του Χριστούλη», μαρτυρία που επιβεβαίωναν και πολλοί άλλοι.
Τον π. Νικόδημο επισκέφθηκε στο «Ώνάσειο» και ό επίσκοπος της ιδιαιτέρας του πατρίδος, ό Μητροπο­λίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Πολύ χάρηκε, ενισχύθηκε και παρηγορήθηκε από την επίσκεψι αυτή. Συγχρόνως βρήκε την ευκαιρία να έκφραση την ευγνωμοσύνη του στον Σεβασμιότατο για το πολυσχιδές ποιμαντικό έργο του στην Επαρχία του και να τον ενθαρρύνει στους πεπαρρησιασμένους υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά του Οικουμενισμού αγώνας του.
Όμως πολύ σύντομα ό π. Νικόδημος καθηλώθηκε στην επιθανάτιο κλίνη με πολύ ισχυρούς πόνους και βαρεία δύσπνοια. Όμως ή θεολόγος γλώσσα του δεν έ­παυε να κελαηδή ύμνους και δοξολογίες στον Θεό. Έ­λεγε με φωνή σβησμένη και συνεχώς διακοπτόμενη από την δύσπνοια: «Με ερωτούν: "Γιατί π. Νικόδημε όλες οι συμφορές σε σένα; Θάνατος του αδελφού, του πατέρα, βαρεία ασθένεια της μητέρας, απομάκρυνσης από την αγαπημένη σου Μονή, βαρεία και ανίατη ασθένεια;" Και εγώ τους απαντώ: "Γιατί πολύ με αγαπά ό Χριστός. Και εγώ πολύ" Τον αγαπώ. Πολύ Τον αγαπώ"» και συνέχισε κλαίων με τα δάκρυα ίου θείου έρωτος. Λίγο αργότε­ρα πάλι έλεγε: «Μέσα από τον βυθό της πολυκύμαντης ζωής μου αισθάνομαι χαρά, ειρήνη, δοξολογία, ευχα­ριστία, ευγνωμοσύνη, τον Χριστό. Τώρα χαίρω εν τοις παθήμασί μου». Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του π. Νικόδημου. Μετά από λίγο ή τρισευλογημένη και χα­ριτωμένη καρδιά του π. Νικόδημου έπαυσε να πάλλη.
Ό θάλαμος του γέμισε από το προσωπικό του Νο­σοκομείου. Όλοι έτρεξαν για να διαδηλώσουν με τον τρόπο τους τον θαυμασμό και την εκτίμηση τους προς τον ταπεινό μοναχό π. Νικόδημο, τον άνθρωπο του Θεού που έθεσε ως στόχο της ζωής του όχι το ίδιον όφελος αλλά την δόξα του Θεού και την ανάπαυση του αδελφού, τον άνθρωπο που παρά τις μεγάλες δοκιμα­σίες του δεν έπαυσε ουδέ επί στιγμήν να δοξολογεί τον Θεό, τον άνθρωπο της ακράδαντου πίστεως και ελπίδος στον Θεό, που εστάλη από τον Θεό κατά τις πονηρές ήμερες μας για να μας δείξει με το παράδειγμα του την οδό του αγιασμού και της σωτηρίας. Γι` αυτό δεν είναι παράδοξο ότι ομολογήθηκε από τους θεράποντες του ότι «δεν πέρασε άλλος άρρωστος από το Ώνάσειο σαν τον Νικόδημο». Και ό αγαπητός του ιατρός, κ. Γ. Α., με­τά την Αγρυπνία-κηδεία που ετελέσθη στον Ί. Ναό της Υπαπαντής του Πειραιά εξέφρασε την θερμή επιθυμία να συγκεντρώνονται από καιρού εις καιρόν όσοι γνώρισαν τον π. Νικόδημο, για να τον θυμούνται και να α­νανεώνουν μέσα τους όλα αυτά που έζησαν κοντά του. Ό ίδιος σε άλλη στιγμή είχε πει: «Πολύ μου μιλά στην καρδιά αυτός ό άνθρωπος».
Μετά την νυκτερινή ακολουθία στον Πειραιά το σκή­νωμα του μετεφέρθη στην Ιερά Μονή μας, όπου επανελήφθη ή νεκρώσιμος Ακολουθία.
Το σκήνωμα του π. Νικόδημου εναπετέθη στο κοι­μητήριο της Μονής προσδοκώντας «ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» ή δε ψυχή του χαίρε­ται και αγάλλεται «εν χώρα ζώντων» και «εν σκηναίς δικαίων», ένθα καταλάμπει το φως του Χριστού, τον όποιο θερμώς εξ όλης ψυχής και καρδίας αγάπησε.
Αιωνία σου ή μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ ημών π. Νικόδημε!
Ι. Δ. Γ.

ΒΙΒΛ.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ

ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ

-Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-

Ανακοίνωση

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.

Σας ενημερώνουμε ότι με την βοήθεια του Θεού και των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΑΘΩΣ ο δεύτερος αφιερωματικός τόμος για την Θεοτόκο με τον τίτλο
-Η ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΑΣΣΑ , Μεσίτις πρός Θεόν
(Φανερώσεις και θαύματα της Θεοτόκου) των εκπαιδευτικών και Φίλων της Ιεραποστολής στην Ινδονησία: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου και της πρεσβυτέρας Χαρούλας Τσουλιάη (Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε πρίν δύο χρόνια και έχει τον τίτλο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ).

Το βιβλίο προλογίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτας κ.κ.Ιγνάτιος και είναι αφιερωμένο «στην μνήμη του Ιωάννου Χρυσοστόμου Manalu ,του 14χρονου Ινδονήσιου ορθόδοξου Ιεραποστόλου,ο οποίος από την Κυριακή 17 Μαίου 2009 υπηρετεί ως διακονητής στο Ουράνιο Θυσιαστήριο και βρίσκεται στην αγκαλιά της Μητέρας Παναγίας στην Θριαμβεύουσα Εκκλησία».

Τα έσοδα από τα συγγραφικά δικαιώματα του βιβλίου θα διατεθούνν για την ενίσχυση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην Ινδονησία.

Τα θέματα που αναπτύσσονται στα τέσσερα μέρη του βιβλίου είναι.

Κεφάλαιο Α.
Πτυχές του Μεσιτευτικού έργου της Θεομήτορος

Κεφάλαιο Β'
Εμφανίσεις της Παναγίας.Διηγήσεις απο τα Συναξάρια των Αγίων

Κεφάλαιο Γ.
Άλλες εμφανίσεις της Θεοτόκου .Διηγήσεις από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Κεφάλαιο Δ.
Σύγχρονες Θαυματουργικές εμφανίσεις της Θεοτόκου.

Τό βιβλίο είναι εμπλουτισμένο καί μέ τήν γραφίδα μεγάλων Πνευματικών μορφών τῆς Ἐκκλησίας μας ,ὥστε ἄγνωστα κείμενα νά γίνουν προσιτά στό χριστεπώνυμο πλήρωμα .Ἔτσι στό βιβλίο ὑπάρχουν κείμενα των: Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως -Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου-Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού-Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου -Γέροντος Ιωσήφ Μοναχού Βατοπαιδινού καθώς και αποσπάσματα απο Παρακλητικούς Κανόνες,ποιήματα των Γερασίμου Μικρογιαννανίτη και Ιωσήφ Μοναχού του Βατοπαιδινού.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Ἐκδόσεις ΑΘΩΣ

ΑΒΕΡΩΦ 2.Τ.Κ.10433.ΑΘΗΝΑ.


ΤΗΛ.210-5238305-FAX:210-5238959
e-mail: info@stamoulis.gr

Κυκλοφορεῖ καί στά κατά τόπους ἐκκλησιαστικά βιβλιοπωλεῖα.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ -- ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΝ ΛΕΕΙ Ο Γ. ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ .ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ.


ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ -- ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΗΝ ΛΕΕΙ Ο Γ. ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ .ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ.

Ό απόστρατος στρατηγός Γκουό Ρέϊ Γουάν,βαπτίστηκε Ορθόδοξος.


Γράφει ο π. Ίωνας Μούρτος από την Ταϊπέϊ:


«Την 7η Ιουνίου 2009 μας αξίωσε ο Θεός να γιορτάσουμε την Πεντηκοστή, με την χαρά να έχουμε και βάπτιση. Ό απόστρατος στρατηγός Γκουό Ρέϊ Γουάν, ένας υπέροχος άνθρωπος, ήλθε στην εκκλησία μας για πρώτη φορά πριν δύο χρόνια και του άρεσε πολύ. Τον τράβηξε ή χάρη του Θεού. Του έκανε τεράστια εντύπωση ότι μιλήσαμε για τον Θεό ως αγάπη. Ήταν Προτεστάντης, τον είχαν διδάξει ότι ο Θεός είναι δικαστής, αστυνόμος, πού σε παρακολουθεί για να σε τιμωρήσει. Ερχόταν τακτικά, συνήθως μετά το φαγητό (όπως ξέρετε τρώμε όλοι μαζί μετά την λειτουργία). Τότε μένουν μερικοί και συζητάμε απορίες, εξηγούμε την Ορθοδοξία κ.τ.λ. Έμενε πάντα και μάλιστα συμμετείχε πολύ. Αργότερα συζητήσαμε πιο σοβαρά, πήγαμε στο σπίτι του να τον διδάξουμε, μετά ερχόταν στην εκκλησία και δύο φορές την εβδομάδα για κατήχηση. και θα την συνεχίσουμε την κατήχηση, δεν τελειώνει εύκολα. Το ίδιο κάνω και με τον γιατρό Μίνγκ. Συνεχίζω να τον διδάσκω, το θέλει, νοιώθει την δίψα να μάθη.
Του άφησα το όνομα του, αφού του άρεσε, είχε ιδιαίτερη σημασία γι' αυτόν, του θύμιζε την στρατιωτική του καριέρα, γεμάτη τιμιότητα και αφοσίωση στην Ταϊβάν. Του ευχήθηκα: να γίνει άγιος να γιορτάζουμε το όνομα σου στο μέλλον.
Ευχηθείτε για την Εκκλησία μας να ρίζωση στον κινεζικό χώρο, να γνωρίσει ο κινεζικοί λαοί, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, την θεολογία μας πού σήμερα την αγνοεί. Εύχεστε το Πανάγιον Πνεύμα να φώτιση τους κινέζους αδελφούς μας, για τους οποίους προκλητικά αδιαφορήσαμε επί αιώνες, να γνωρίσουν την Εκκλησία».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ http:// asian-aroma.com

Τζέν Μίνγκ. Είναι ειδικός χειρούργος. Διευθυντής σε Νοσοκομειακά τμήματα και Ιατρικά Κέντρα, καθ. στο Πανεπιστήμίο της Ταϊβάν.Βαπτίστηκε Ορθόδοξος


Βαπτίσεις στην Ταϊβάν
Γράφει ο π. Ίωνας Μούρτος από την Ταϊπέϊ:
«Έλαβα το E-MAIL κάποιου γιατρού και με συγκίνησε πολύ. Το μοιράζομαι μαζί σας: "Σας γράφω για να ρωτήσω αν μπορώ να βαπτιστώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Διαβάζω πολύ τις Γραφές... Είμαι επίσης πολύ εξοικειωμένος με την Προτεσταντική Εκκλησία. Είδα την ιστοσελίδα σας και βρήκα το μήνυμα της Ορθοδοξίας να με αναπαύει. Επιθυμώ να διαλέξω μία Εκκλησία πού ταιριάζει σε μένα, στην προσωπικότητα μου και την οικογένεια μου. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ζω στην νότια Ταϊβάν... και δεν θα μπορώ να σας συναντώ τακτικά..."
Και δεν ήταν εύκολο να κατηχηθεί, όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί ή δουλειά του είναι τέτοια πού δεν έχει χρόνο ελεύθερο. Είναι ειδικός χειρούργος. Διευθυντής σε Νοσοκομειακά τμήματα και Ιατρικά Κέντρα, καθηγητής στο Πανεπιστήμίο της Ταϊβάν και ερευνητής, αλλά κυρίως είναι καλός χριστιανοί. Τρέχει οπού τον καλούν και έχει ακυρώσει πολλές φορές μαθήματα του στο Πανεπιστήμιο και ομιλίες του, λόγω έκτακτων χειρουργείων. Αν και ήταν πολύ απασχολημένος, συναντιόμαστε τακτικά κάθε Σάββατο.' Έπαιρνα το γρήγορο τραίνο και σε μία ώρα ήμουν στο σταθμό έξω από την Ταιτσούγκ. Εκεί ερχόταν και με συναντούσε. Μιλούσαμε 2-3 ώρες. Άλλοτε ερχόταν στην Ταϊπέϊ. Ξενυχτούσε τις λίγες ελεύθερες ώρες του διαβάζοντας τα κείμενα στην ιστοσελίδα μας. Ζήτησε πολύ έντονα να βαπτισθεί. Έτσι βρήκαμε ευκαιρία την ήμερα της αποδόσεως του Πάσχα (27 Μαΐου 2009). και, όπως γίνεται συνήθως πριν βαπτισθεί κανείς, εξομολογείται. Πρώτη φορά στη ζωή μου εξομολόγησα... άγγελο· Ή ζωή του ήταν αγγελική, μόνο αυτό μπορώ να πω.
Ή τελετή ήταν απλή και γαλήνια. Ό κόσμος λίγος, επειδή ήταν ήμερα εργάσιμη. Κράτησα το όνομα του, Τζέν Μίνγκ. Εύχεστε ο Κύριος να τον γέμιση με την χάρη του. Εύχεστε να γίνει άγιος καινά δώσει το όνομα του σε άλλους.
Θέλει να μαθαίνει και πηγαίνω κάθε Σάββατο στην Ταιτσούγκ, με το γρήγορο τραίνο του πήγα και την θ. Κοινωνία, να κοινωνήσει, γιατί είναι πνιγμένος στην δουλειά».

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Μουστογιάννειο Γηροκομείο

Μουστογιάννειο Γηροκομείο
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΥΠΟΪΪΑΣ Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ



Το Μουστογιάννειο Γηροκομείο βρίσκεται βορειοανατολικά της επαρχίας Γορτυνίας, στο νομό Αρκαδίας, στην Πελοπόννησο, σε μια καταπράσινη πλαγιά, σε υψόμετρο 850 μέτρων, 1,5 χιλιόμετρο έξω από τα πανέμορφα Τρόπαια με τα παραδοσιακά αμφιθεατρικά πέτρινα κτίσματα
Το οδοιπορικό της διαδρομής είναι 245 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας και πηγαίνουμε εκεί ακολουθώντας την ωραιότατη διαδρομή Αθήνα-Κόρινθος-Λεβίδι-Βυτίνα-Λαγκάδια-Τρόπαια, περνώντας ανάμεσα από ελατά, δάση και κεφαλάρια με κρύα νερά.
Ή θέση του Γηροκομείου βρίσκεται κοντά στη συμβολή των δρόμων Τρόπαια-Περδικονέρι και φράγμα του Λάδωνα πόταμου με τη γραφική και πανέμορφη λίμνη, με τα νερά της οποίας παράγεται το ηλεκτρικό ρεύμα της ΔΕΗ - το ρεύμα του Λάδωνα όπως λένε.
Το κτίσμα του γηροκομείου βρίσκεται σε περίοπτη θέση και είναι κτισμένο σε ιδιόκτητη έκταση 10 στρεμμάτων. Είναι διώροφο κτίριο με υπόγειους βοηθητικούς χώρους συνολικής επιφανείας 2.350 τ.μ. Στις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του υπάρχουν άνετοι χώροι διαμονής 40 κλινών με πλήρη πολυτελή εξοπλισμό. Διαθέτει όλους τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους με σύγχρονες προδιαγραφές, όπως και τμήματα φυσιοθεραπείας, ανάρρωσης, ψυχαγωγίας και διαλέξεων. Παράλληλα υπάρχει υποδομή για τη φιλοξενία προσώπων με ειδικές ανάγκες.
Εξωτερικά το προαύλιο με τον καταπράσινο χώρο του, τα πλακόστρωτα παραδοσιακά μονοπάτια και τα μεγάλα κεραμοσκεπή κιόσκια, είναι ιδανικός για ήρεμους περιπάτους και συζητήσεις, σε ένα φυσικό τοπίο μακριά από το θόρυβο των αστικών κέντρων.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις, και το εξειδικευμένο προσωπικό υπό τη διεύθυνση του δραστήριου, ευσεβούς και καλόκαρδου ιερέα Παναγιώτη Ρήγα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη Λειτουργία μιας «στέγης» αγάπης και ανθρωπιάς για τα άτομα της τρίτης ηλικίας.
Το Γηροκομείο δημιουργήθηκε με απόφαση του Δ.Σ. του κοινωφελούς ιδρύματος «ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΠΟΪΪΑΣ Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ» με δαπάνες του και από έσοδα τα όποια προήλθαν από την κατάλληλη εκμετάλλευση και χρηστή διοίκηση της περιουσίας πού άφησαν σε αυτό οι τρεις αδελφοί Θεόδωρος, Γεώργιος και Διονύσιος, παιδιά του Ιωάννη Μουστόγιαννη, με καταγωγή από την περιοχή των Τροπαίων.
Σκοπός της δημιουργίας του είναι ή εξυπηρέτηση των αναγκών της περιοχής, ώστε να βρίσκουν οι άνθρωποι στοργή και θαλπωρή που τόσο πολύ έχουν ανάγκη. Είναι όμως δυνατό να φιλοξενηθούν και άτομα από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο όταν υπάρχουν κλίνες.
Το έργο θεμελιώθηκε στις 24 Ιουνίου 2004 και εγκαινιάστηκε, αφού αποπερατώθηκε με την άοκνο φροντίδα του διοικητικού συμβουλίου, στις 22 Οκτωβρίου 2006 από το Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρον Χριστόδουλον και με την παρουσία των υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Δημητρίου Αβραμόπουλου, Παιδείας κ. Ανδρέα Λυκουρέντζου πολλών βουλευτών και πολιτευτών, εκπροσώπων της στρατιωτικής ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, νομαρχών, δημάρχων, πολλών ιεραρχών και πλήθους κόσμου.
Στην ομιλία του μετά από τον αγιασμό ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ανέφερε: «Το έργο είναι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα και αποτελεί την αποθέωση της αγάπης, της πίστης, της ελπίδας, της ανθρωπιάς και του πολιτισμού». Υπογράμμισε, στη συνέχεια ότι «είναι ή επιβεβαίωση ενός αλλού κόσμου για τον όποιο αγωνιούμε και αγωνιζόμαστε» συμπληρώνοντας «σύμφωνα με τις νέες θεωρίες ο άνθρωπος δεν είναι στο επίκεντρο του πολιτισμού. Στις ήμερες μας εκεί βρίσκονται τα συμφέροντα, το χρήμα, ή ιδιοτέλεια, οι απολαύσεις, οι απολαβές και όχι οι θυσίες.» Και κατέληξε: «Το έργο δείχνει τους ευρύτατους ορίζοντες που είχαν οι δωρητές και οι διάδοχοι τους».
Σήμερα το Μουστογιάννειο Γηροκομείο συμπληρώνει τριετή λειτουργία, φιλοξενεί τριάντα γέροντες και γερόντισσες από διάφορες περιοχές με μοναδική οικονομική επιβάρυνση τους την καταβολή της πενιχρής σύνταξης τους, αφού όλοι τους είναι αγρότες συνταξιούχοι και δε διαθέτουν άλλους πόρους. Το βάρος των υπολοίπων εξόδων, που είναι πολλά, αντιμετωπίζεται από τη Μ.Κ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ».
οι ανάγκες για τη λειτουργία ενός τέτοιου έργου είναι μεγάλες, ή περιοχή είναι πτωχή και το έργο δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό εκεί οπού υπάρχουν άνθρωποι με δυνατότητες να βοηθήσουν. Θα πρέπει όλοι μας να το επισκεπτόμαστε και να προσφέρουμε ότι μπορούμε και πρώτα από όλα τη στοργική αγάπη μας και μετά ότι άλλο υλικό αγαθό διαθέτουμε πού το έχουν ανάγκη (χρήμα, τρόφιμα, ρουχισμό, κ.λπ.).

ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ στους ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΜΗΝΙΑΙΑ ΈΚΔΟΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΑΣ.

Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΘΩΜΑΔΩΝ (1935-2007) Μοναστική Συνοδεία των Θωμάδων


Το να μιλήσουμε για τον Γέροντα μας είναι πράγμα πολύ δύσκολο. Για άλλους γράφεις πιο εύκολα, για τον Γέροντα σου όμως πολύ δύσκολα.

Ας πούμε όμως ότι θυμόμαστε.

Ό Γέροντας καταγόταν από τον Πειραιά. Γεννήθηκε το 1935. Ό πατέρας του ελέγετο Αθανάσιος και ή μητέ­ρα του Αθανασία. Στο Άγιον Όρος ήλθε σε ηλικία 14 ετών.

Στο άγιο βάπτισμα του έδωσαν το όνομα Νικόλα­ος, γιατί γεννήθηκε ανήμερα του αγίου Νικολάου. Ό μικρός Νικολάκης ήταν πολύ καλό παιδί. Ήταν υπά­κουος και ήρεμος, όπως και σε όλη του την ζωή. Άλλα και όλοι της οικογενείας του ήσαν ειρηνικοί άνθρωποι.

Ό Νικόλαος βοηθούσε την μητέρα του στην ετοιμασία του φαγητού. Γι' αυτό και ήξερε να μαγειρεύει πολύ κα­λά. Την βοηθούσε ακόμη και στο πλέξιμο και στις άλλες δουλειές, γιατί ήταν πολλά αδελφάκια. Πήγαινε και το φαγητό στις αδελφές του που δούλευαν στο εργοστάσιο «Κεράνης».

Μετά τον πόλεμο του '40 ένας ιερομόναχος από την καλύβι του αγίου Αποστόλου Θωμά, ονόματι Φίλιπ­πος, βγήκε στον κόσμο και έκτισε στον Πειραιά μία Εκ­κλησία, τον Άγιο Φανούριο, και αργότερα ακόμη μία στην Γλυφάδα, την Αγία Τριάδα. Στον Άγιο Φανούριο γνωρίστηκε με την οικογένεια του Νικολάκη. Ό μικρός Νικόλαος είχε ωραία φωνή, έψαλλε και έλεγε τον Α­πόστολο στην Εκκλησία. Όταν κάποτε κατέβηκε στον Πειραιά ο γερο-Θωμάς, ο Γέροντας της συνοδείας των Θωμάδων, ρώτησε ο π. Φίλιππος τον μικρό Νικολάκη: «Μήπως θέλεις να πας με τον Γέροντα στο Άγιον Όρος; Να γίνεις ψάλτης; Να γίνεις χρυσοχόος; Να γίνεις παπάς μεθαύριο; Σου αρέσει;». και εκείνος είπε: «Θέλω». και πράγματι τον πήρε ο γερο-Θωμάς μαζί του και τον έφε­ρε στο Άγιον Όρος, στην αδελφότητα των Θωμάδων. Ή αδελφότητα μας λέγεται των Θωμάδων από την Εκ­κλησία της καλύβης μας, που είναι αφιερωμένη στον ά­γιο Απόστολο Θωμά.

Το 1949, όταν πρωτοήλθε ο Νικόλαος στην συνοδεία των Θωμάδων, εκτός από τον Γέροντα Θωμά βρήκε και τον γέροντα Παύλο από την Δημητσάνα, άνθρωπο ευλαβέστατο και πολύ ασκητικό, που δεν είχε βγει ποτέ από το Άγιον Όρος. Ό γερο-Παύλος ήταν της νοεράς προσευχής και είχε πολύ καλές σχέσεις με όλους τους ασκητές και ησυχαστές της εποχής του. Κάποιοι Γρηγοριάτες, όπως ο π. Ανδρέας, ήταν φίλοι του. Τον επισκε­πτόταν τακτικά και τον ευλαβούντο πολύ. Ό γερο-Παύλος είχε πολύ καλές σχέσεις και με τον Καθηγουμενο της Μονής Γρηγορίου, τον π. Αθανάσιο.

Το 1952 ήλθε στην συνοδεία των Θωμάδων και ο νυν Γέροντας, ο παπα-Θωμάς, που ελέγετο τότε Αντώνιος, σε ηλικία 11 ετών. Έτσι ο Νικόλαος και ο Αντώνιος έ­ζησαν από μικρά παιδιά μαζί. Βρήκαν όμως κατάλληλο πνευματικό κλίμα την στοργική προστασία του σεβα­σμίου Γέροντος Θωμά.

Τον Γέροντα Θωμά είχε γνωρίσει και ο π. Γεώργιος, ο νυν Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, όταν ακόμη ήταν ηγούμενος στην Μονή του Αγίου Γεωργίου Αρμά της Χαλκίδος. Μάλιστα ο γερο-Θωμάς, βλέπον­τας τον πόθο και το ενδιαφέρον του π. Γεωργίου για τα Πατερικά, του είχε πει τότε: «Εσένα σε βλέπω στο Άγιον Όρος». Δυο-τρία χρόνια μετά την εκλογή του ως ηγουμένου στην Μονή Γρηγορίου, ο π. Γεώργιος ήλθε στην πανηγύρι μας και λειτούργησε εδώ. Έτσι εκπλη­ρώθηκε αυτό που τότε είχε εμπνευστή ο γερο-Θωμάς.

Κάτω λοιπόν από την πνευματική σκέπη του Γέρον­τος Θωμά και του π. Παύλου στην κατάλληλη ηλικία ο Νικόλαος και ο Αντώνιος έγιναν μοναχοί. Ονομάστηκε ο πρώτος Κυπριανός και ο δεύτερος Θωμάς. Έμαθαν μαζί την τέχνη της αργυροχοίας από τους Γεροντάδες και την βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική από τον ο­νομαστό δάσκαλο π. Δοσίθεο τον Κατουνακιώτη τον αόμματο. Τα πρώτα μαθήματα της μουσικής τα πήραν από τον π. Παύλο. Όμως τελειοποιήθηκαν κοντά στον π. Δοσίθεο που ήταν άριστος μουσικός. Γι αυτό και οι δυο τους έτρεφαν μεγάλη ευγνωμοσύνη προς αυτόν.

Ό π. Κυπριανός χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μιλητουπόλεως Ναθαναήλ και στην συνέχεια ιερεύς. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι επί πολλά χρόνια οι Θωμάδες δεν είχαν ιερέα. και ο Γέρων Θωμάς και ο π. Παύλος ήταν απλοί μοναχοί. Γι αυτό και τις εορτές και Κυριακές πήγαιναν ή στα γειτονικά κελιά που είχαν ιερέα ή στο Κυριάκο της Αγίας Άννης που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση. Πηγαινοέρχονταν πολ­λές φορές, και μέσα στην νύχτα και με βροχές και με κρύα πολύ συχνά. Αφ' ότου όμως έγινε ιερέας ο π. Κυ­πριανός, όταν έφθασε στην νόμιμη ηλικία των 30 ετών, ελειτουργούντο πλέον στην Εκκλησία της καλύβης μας.

Για πρώτη φορά βγήκε από το Άγιον Όρος μετά από είκοσι χρόνια. Τότε πήγε να δη και την μητέρα του. Ήταν ήδη παπάς. Μάλιστα τότε επισκέφθηκαν και τον μακαριστό μητροπολίτη Κορίνθου κυρό Παντελεήμονα, που ήταν Αγιορείτης -Λαυριώτης- και με τον όποιο εί­χαν πολύ καλές σχέσεις, και τον διάβασε πνευματικό.

Ό Γέροντας π. Κυπριανός ήταν από τους πιο αγαπη­τούς μοναχούς στο Άγιον Όρος. Όλοι θαύμαζαν το ήρεμο και ησύχιο του χαρακτήρας του και πώς έψαλλε τόσο ήρεμα.

Αυτό όμως πού κυρίως τον έκανε πολύ αγαπητό ήταν ότι ποτέ δεν κατέκρινε. Δεν ήθελε να σχολιάζονται και να πικραίνονται οι άλλοι.

Μια φορά κάποιος είχε κάνει ένα σοβαρό σφάλμα και όλοι του έκαναν αυστηρή παρατήρηση. Τότε ο Γέ­ροντας ρώτησε: «Δρυός πεσούσης, πάς ανήρ ξυλεύεται;». Δεν παρασυρόταν εύκολα από τα γεγονότα να γίνει σκληρός. Ήταν πολύ επιεικής με τους άλλους. Ό­ταν άκουγε δογματισμούς ή φανατικά πράγματα, έλε­γε: «Ό δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση» ή «συνήθως πονηρός βίος γεννά πονηρά δόγματα». Όταν κάποιος μοναχός παρατηρούσε κάποιον κοσμικό, λαϊκό ή ιερέα εκ του κόσμου, δημοσίως, όπως π.χ.: «Γιατί κουρεύεσαι; ή γιατί καπνίζεις;», στον Γέροντα δεν άρεσε αυτό. Στενοχωριόταν πολύ. Μας έλεγε μετά ιδιαιτέρως: «Κοίτα, δεν είναι καλό πράγμα αυτό. Ελεγξον μεταξύ σου και αυτού μόνου». Κι αν άκουγε για κάποιον κάτι, θα εύ­ρισκε τον τρόπο να δικαιολόγηση το πράγμα, για να μη βγει από το στόμα του κατάκρισις και κατηγορία. Αυτό απεδείκνυε ότι ήταν άνθρωπος αρετής. Μάλιστα ο παπα-Έφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε: «Ό Κυπρια­νός, βάθος, πλάτος, ύψος». Αποδεικνύει ότι έχει αρετή ο ερημίτης πού είναι αυστηρός με τον εαυτό του και επιεικής με τους άλλους, διότι το απαράκλητο των ερημι­κών τόπων και ή μονοτονία της ζωής κάνει ενίοτε τους ερημίτες σκληρούς.

Ή αρετή του όμως αυτή ώφείλετο στο ότι έζησε επί πολλά χρόνια ως υποτακτικός. Δεν θέλησε να ζήση μό­νος του στην έρημο αλλά ως υποτακτικός. Όποτε ή μο­νοτονία και ή ησυχία της ερήμου ήταν πολύ βοηθητικά στοιχεία για την πνευματική του προκοπή. Έκανε υπα­κοή «εν επιγνώσει».

Είχε βέβαια και πολύ καλούς και σοβαρούς γεροντάδες. Διότι και ο γερο-Θωμάς ήταν άνθρωπος αρετής. Απέφευγε και αυτός να κατακρίνει. Συνήθιζε να λέγει για όλους: «Καλός άνθρωπος». Θυμόμαστε ότι και στην Μονή Γρηγορίου έλεγαν: «Τι κάνει ο γερο-Θωμάς, κα­λός άνθρωπος;». Σπανιότατα έλεγε για κάποιον: «Άγιος άνθρωπος». «Άγιο» έλεγε τον γέροντα Καλλίνικο τον Ησυχαστή. Όμως την φράση «καλός άνθρωπος» την έ­λεγε για όλους.

Ή υπακοή και ο σεβασμός του Γέροντα Κυπριανού ε­πεκτεινόταν και στους υπολοίπους Γεροντάδες της Σκήτης μας. Γιατί εδώ στην Σκήτη είμαστε μία οικογένεια. και μπορεί να σου είπη μία συμβουλή και ο γείτονας. Έζησε μαζί με τον π. Γεράσιμο τον Υμνογράφο, τον Γέροντα Γερόντιο των Δανιηλαίων, τον παπα-Έφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον γερο-Χριστόδουλο από τα Κατουνάκια. Μάλιστα ο γερο-Χριστόδουλος μετά την θεία Λειτουργία δίδασκε. Να πούμε στο σημείο αυτό ότι ο παπα-Έφραίμ και ο γερο-Χριστόδουλος ήταν οι πρώτοι κτήτορες του ησυχαστηρίου μας. Μας αγαπούσαν πά­ρα πολύ. Αυτοί μας έδωσαν τα πρώτα χρήματα για να κτίσουμε το ησυχαστήριο μας.

Αυτό που συνετέλεσε ακόμη στην κατά Θεόν προκο­πή του ήταν ή σκληραγωγία και ή ανέχεια. Ό π. Κυπρι­ανός κουβαλούσε το αλεύρι και το σιτάρι και το νερό από την θάλασσα στον ώμο. Διότι, όταν ήλθε το 1949, δεν υπήρχαν ούτε νερό ούτε μουλάρια στην Μικρά Α­γία Άννα. Το νερό ήλθε το 1972 και μουλάρια εμφανί­στηκαν το 1973. Όλα αυτά τα χρόνια όλα τα πράγματα και ο γερο-Θωμάς και ο π. Κυπριανός, ως νέο καλογέρι τότε, τα κουβαλούσαν στον ώμο από τα Καρούλια και τον αρσανά της Αγίας Άννης. Αλλά και ή «εν επιγνώ­σει» ανέχεια βοήθησε πολύ. Γιατί θα μπορούσαν να φύ­γουν. Τον π. Κυπριανό τον κάλεσαν να γίνει ηγούμενος στην Μονή Ξενοφώντος και στην Μονή Παντοκράτορος. Μας κάλεσαν επίσης και στην Μονή Βατοπεδίου. Ό Γέροντας μας είχε πει τότε: «Αν θέλετε, πάτε». Σ' αυ­τόν άρεσε πάρα πολύ αυτός εδώ ο τόπος. Ό κόπος αυ­τός. Τον έκανε με την θέληση του.

στις Αγρυπνίες ουδέποτε κοιμήθηκε. Ούτε και στην τελευταία του αγρυπνία στους Δανιηλαίους, προτού φυγή στον Θεό, κοιμήθηκε. Ποτέ δεν ανέβηκε σε μου­λάρι, γιατί λυπόταν τα ζώα. Το έκανε όμως και για άσκηση. Περπατούσε πάρα πολύ στους δρόμους εδώ. Την νύχτα κατέβαινε στα Κατουνάκια για να λειτουργεί στον γερο-Χριστόδουλο, οπού ήταν ο Καλλίνικος ο Ησυχαστής. Από μεγάλο σεβασμό στον γέροντα Καλλίνι­κο τον ησυχαστή κατέβαινε κάθε Σάββατο σχεδόν και λειτουργούσε στα γεροντάκια, στον γερο-Χριστόδουλο και στον γερο-Καλλίνικο, τον υποτακτικό του.

Στην μετάνοια του παρέμεινε μέχρι τέλους με την θέληση του. και αυτό λοιπόν, το να παραμείνης μέχρι τέλους «εν επίγνωση» σε ένα μέρος, σε κάνει να το αγαπήσεις. Αυτό βοηθάει πολύ στην κατά Θεόν προκοπή σου. Λέει το ρητό: «Ούχ ο τόπος αλλά ο τρόπος». Όμως έπαιξε ρόλο και το ησυχαστικό και το ασκητικό του τό­που αυτού.

Την μετάνοια την είχε σε μεγάλη περιωπή, όπως δι­δάχθηκε και από τον Γέροντα του, τον γερο-Θωμά. Έλεγε μάλιστα ο γερο-Θωμάς: «Προτιμώ να σφαχτώ, πα­ρά να· φύγω από την μετάνοια μου». και για πολλούς μονάχους που περνούσαν από δω και είχαν λογισμούς να πάνε κάπου άλλου, ο μεν γερο-Θωμάς, ως γνήσιος Μανιάτης, έλεγε: «Δεν είναι δυνατόν να πω σε κάποιον που έφυγε από την μετάνοια του ότι καλά έκανες», ο δε παπα-Κυπριανός δεν έλεγε τίποτε, ως ολιγόλογος που ήταν, αλλά εξέφραζε το ίδιο πράγμα με το παράδειγμα του. Θεωρούσαν την μετάνοια ιερό μυστήριο. Γι αυτό και αξιώθηκε ο Γέροντας Κυπριανός να συμπαρασταθεί μέχρι τέλους στον Γέροντα του και να πάρη την ευχή του.

Είναι μεγάλη τιμή για κάποιον μοναχό το να είναι πα­ρών στην κοίμηση του Γέροντα του και σημείο ότι είναι καλός μοναχός. Ό πρώτος Κυπριανός της συνοδείας μας χαιρέτησε την ημέρα της εορτής του αποστόλου Θωμά και μετά πέθανε. Τον δεύτερο Κυπριανό τον σήκωσαν στα χέρια τους ο γερο-Θωμάς και ο γερο-Παύλος, και στα χέρια του τρίτου Κυπριανού -αυτού για τον όποιο αναφερόμαστε τώρα- πέθανε ο γερο-Θωμάς, ο Γέροντας του. Όταν αρρώστησε ο γερο-Θωμάς καθόμασταν κάθε βράδυ και από ένας εκ περιτροπής δίπλα του. Το τελευ­ταίο όμως εικοσαήμερο, που ο γερο-Θωμάς βάρυνε πε­ρισσότερο και περνούσε πολύ δύσκολα, έμενε συνέχεια μαζί του ο π. Κυπριανός. Ήμασταν βέβαια και εμείς μα­ζί του, αλλά την μεγαλύτερη υπομονή την έκανε ο π. Κυ­πριανός. Ή αγάπη του παπα-Κυπριανού αλλά και του παπα-Θωμά στον Γέροντα τους ήταν τόσο μεγάλη, που στην κηδεία του δεν μπόρεσαν να κάνουν Τρισάγιο από την συγκίνησι. Ήταν ο πατέρας τους.

Λένε εδώ στο Αγιον Όρος ότι, αν δεν θάψεις γέρον­τα, είσαι άχρηστος. Δηλαδή είναι δείγμα αρετής να υ­πηρέτησης τα γεροντάκια και τους άρρωστους. και ο π. Κυπριανός αγαπούσε πολύ τα γεροντάκια εδώ στην γειτονιά μας. Μόλις ζύμωνε, τους πήγαινε αμέσως ψωμί. Γι αυτό και αυτά τον αγαπούσαν.

στις δύσκολες περιστάσεις ο Γέροντας δεν έχανε την πίστη του στον Θεό ούτε την ψυχραιμία του. Κάποτε τον ρώτησε ένας ταξιτζής σχετικά με μία διένεξη πού υπήρχε τότε μεταξύ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Κυβερνήσεως και αυτός απήντη­σε: «Άκουσε αγαπητέ. Αυτοί δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα στην Βουλή και θα το λύσουμε εμείς μέσα στο ταξί;». Όταν συνέβαιναν τα γεγονότα του Πολυτεχνεί­ου, ο Γέροντας βρισκόταν στον Πειραιά. Έγραψε τότε ένα λακωνικό γράμμα στον παπα-Θωμά: «Εν Πειραιά 17 Νοεμβρίου 1973. Διάκο-Θωμά, ή κατάστασης εδώ είναι ας 'τα». Αυτό ήταν όλο το γράμμα. Ήταν πάντα ήρεμος. Δεν ταρασσόταν εύκολα. Απόρροια και αυτό της ζωής που έζησε. Συνέπεια της πίστεως και εμπιστοσύνης του στον Θεό. Διότι ο Γέροντας έζησε σε δύσκολα χρό­νια. Χωρίς νερό, χωρίς τίποτε. Με μεγάλη άσκηση και κακουχία και υπομονή. και αν δεν είχε πίστη και εμπι­στοσύνη στον Θεό, δεν θα έμενε εδώ.

Μάλιστα κατά τα πρώτα χρόνια του εδώ στην Μι­κρά Αγία Άννα άκουγαν ο π. Κυπριανός, ως νεαρός μο­ναχός τότε, και ο Γέροντας του γέρο-Θωμάς τις νύχτες απέναντι από τα κελιά τους φωνές δαιμονικές πού έ­λεγαν: «Να φύγετε, να φύγετε. Δεν μπορείτε να ζήσετε εδώ στην έρημο. Το μέρος είναι απαρηγόρητο. Δεν θα τα βγάλετε πέρα». και μετά από λίγο: «Όχι, καλά είναι εδώ, καλά είναι». Άκουγαν δηλαδή φωνές και έτσι και έτσι. Μας διηγείτο αργότερα ο Γέροντας Κυπριανός Τι αγώνα έκαναν τότε.

Ή εν υπακοή στους Γεροντάδες του παραμονή του στην ασκητική και ησυχαστική περιοχή της Μικράς Αγίας Άννης με πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό του χά­ρισε την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Δεν υπήρχε στιγμή πού να μη προσεύχεται, και με το κομποσκοινάκι βεβαί­ως, πού πάντοτε συνήθιζε να έχει στα χέρια του, αλλά και χωρίς αυτό. Ό νους του δεν ξέφευγε από τον Θεό. Την προσευχή του όμως ποτέ δεν την έκανε για επίδειξη. Την περιφρουρούσε. Ποτέ κανείς δεν το καταλάβαι­νε. Όμως εμείς πού ζούσαμε κοντά του καταλαβαίναμε ότι, και άρρωστος πού ήταν αλλά και τις άλλες ώρες, είχε συνέχεια την σκέψη του και την καρδιά του στην προσευχή. Είχε πολύ καλές σχέσεις και με τους ησυχαστές, τους ανθρώπους της προσευχής. Επισκεπτόταν από μικρό παιδί με τον γερο-Παύλο τον γερο-Ιωσήφ τον ησυχαστή, πού ήταν εδώ δίπλα. Είχε πολύ καλές σχέσεις με τον γερο-Άνθιμο τον ησυχαστή στον Ευαγγε­λισμό, τον παπα-Έφραίμ στα Κατουνάκια και τον παπα-Μόδεστο στην Κερασιά.

Το να μη ομιλεί κανείς πολύ είναι ασκητική αρετή. Οι ησυχαστές και οι ασκητές αποφεύγουν τις πολλές δι­δασκαλίες. Διδάσκουν όμως με το παράδειγμα τους. Ό Γέροντας εκ φύσεως δεν ήταν των πολλών λόγων. Ήταν ακουστικός τύπος. Στο τραπέζι πού καθόμασταν να φά­με, όταν μιλούσαμε με τους επισκέπτες, αυτός παρέμενε σιωπηλός. Του λέγαμε: «Γέροντα, θα νομίζει ο κόσμος ότι σε έχουμε απαγορευμένο». Τον παρακαλούσαμε να πει κάτι, αλλά αυτός απέφευγε.

Όταν αρχίζαμε μία φράση με το «εγώ», μας κοίταζε λίγο αυστηρά, γιατί δεν του άρεσε αυτό. Όταν βρισκό­ταν ανάμεσα σε πολλούς, όπως για παράδειγμα στην Σύναξη της Αγίας Άννης, και λεγόταν κάτι με το όποιο δεν συμφωνούσε, κατέβαζε το κεφάλι του και κοίταζε κάτω. Αυτός ήταν ο τρόπος για να δείξει την διαφωνία του και το καταλάβαινες μόνον αν το ήξερες. και, επαναλαμβάνομε, απέφευγε να παρατηρεί κάποιον δημοσί­ως.

Μέσα στο ιερό δεν μιλούσε ποτέ. Ότι και να γινόταν, ακόμη και αν τον ρωτούσες κάτι, απέφευγε να απάντη­ση. Από μεγάλο σεβασμό προς την Θεία Λειτουργία.

και όταν εξομολογούσε, δεν μιλούσε. Περισσότερο άκουγε. Μπορούσε να σε ακούει. και αυτό πολλούς χρι­στιανούς και πολλούς μοναχούς τους ανέπαυε. Μεγάλο χάρισμα του Γέροντα ήταν ότι ουδέποτε του ξέφυγε κά­τι από αυτά που άκουγε στις εξομολογήσεις. Του ήταν αδιανόητο. Από πολύ μεγάλο σεβασμό προς τον άνθρω­πο που του εμπιστευόταν κάτι.

Ένα σπουδαίο γνώρισμα του ήταν ή μετριοπάθεια. Έρχονταν να εξομολογηθούν άνθρωποι που τον είχαν σε μεγάλη εκτιμήσει και αυτός τους έστελνε στους Δανιηλαίους και τους Γερασιμαίους. Απέφευγε να εξομολογεί. Όχι επειδή βαριόταν, αλλά από ταπείνωση, επειδή δεν του άρεσε να προβάλλει τον εαυτό του. Έλεγε: «Αφού έχει πνευματικούς, γιατί να τους εξομολογήσω εγώ;». Εννοούσε τον παπα-Μόδεστο των Δανιηλαίων και τον παπα-Διονύσιο των Γερασιμαίων. Άρχισε να εξομολογεί, όταν εκοιμήθησαν οι Πατέρες αυτοί.

Κάποτε, προς το τέλος της ζωής του, τον ρωτήσαμε: «Γέροντα, Τι θα κάνουμε τώρα με αυτά που γίνονται με τον Οικουμενισμό;». και απήντησε: «Ό,τι θέλετε, κάντε». Δεν πήρε κάποια θέση. Δεν είπε: «Κόψτε το μνημόσυνο ή κάντε αυτό». Αύτη ή μετριοπάθεια εξέφραζε και μεγάλη ελευθερία. Για το θέμα του μνημόσυνου ακολουθούσε τα μοναστήρια. Για τον Οικουμενισμό, επειδή απέφευ­γε γενικά τα λόγια, δεν είπε κάτι συγκεκριμένο. Όμως δεν του άρεσαν οι μοντερνισμοί ούτε οι συμπροσευχές. Δεν συμφωνούσε με τον Οικουμενισμό, την τοποθετήσει του όμως αυτή δεν την διατύπωνε με λόγια αλλά με τον τρόπο του και το παράδειγμα του,

Ό σεβασμός του Γέροντα στους Αγίους ήταν απέ­ραντος. Έλεγε μάλιστα: «Τα τροπάρια των Ακολουθι­ών δεν τα έγραψαν άνθρωποι. Τα έγραψαν Άγιοι». Είχε απέραντο σεβασμό και στα παραμικρά πράγματα πού είχαν πει οι Άγιοι. Όχι μόνον στα δόγματα αλλά και στα παραμικρά πράγματα πού είχαν πει.

Γι αυτό και έψαλλε πάντοτε με ευλάβεια και αγάπη προς τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους. Έψαλλε προς δόξα Θεού και όχι για να προβάλλει τον εαυτό του. Μάλιστα, κάποτε είχε έλθει εδώ ένας μεγάλος μου­σικολόγος για να τον ηχογράφηση. Τον ρωτήσαμε γιατί έκανε τόσο κόπο και αυτός μας απήντησε: «Διότι θέλω να καταγράψω το αγιορείτικο ύφος». Όταν τον ξαναρωτήσαμε να μας πει ποιο είναι αυτό, αυτός απήντησε: «Αγιορείτικο ύφος είναι το προσευχητικό ύφος, ή προσευχητική ψαλμωδία. Όταν ψάλλει ο π. Κυπριανός ή ο π. Θωμάς, οι Αγιορείτες, προσεύχονται. και αυτό φαίνε­ται. Διακρίνεται αυτός που προσεύχεται, όταν ψάλλει, από αυτόν που ψάλλει για επίδειξη».

Το 1991 είχε πάθει σοβαρό εγκεφαλικό. Την ώρα που τον μεταφέραμε με ελικόπτερο στο Νοσοκομείο, περ­νούσαμε πάνω από τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, στις Πανηγύρεις των οποίων είχε ψάλει επανειλημμένα ο Γέροντας. Γνωρίζοντας την ευλάβεια του προς τους Αγίους, είχαμε την βεβαιότητα ότι οι Άγιοι των Μονών θα τον έκαναν σύντομα καλά, όπως και έγινε.

Ως προς τον τρόπο που έψαλλε, πρέπει να πούμε ότι ο Γέροντας έψαλλε με τον κλασσικό τρόπο. Είχε πάντο­τε το ίδιο ύφος. Δεν άλλαζε ύφος. Είχε και ορθοφωνία. Όταν ,έψαλλε, ήταν ακίνητος. Ήταν απόλαυσης να τον ακούς να ψάλλει την νύκτα στο Κυριάκο της Αγίας Αννης μόνος του. Ή φωνή του ήταν εγκεφαλική. Του άρε­σαν πολύ τα ειρμολογικά -δηλαδή τα σύντομα- μέλη. Όπως ο παπα-Θωμάς είναι πολύ καλός στα αργά μέλη, έτσι και ο παπα-Κυπριανός ήταν πολύ καλός στα ειρμο­λογικά.

Ό Γέροντας ήταν και πολύ αφιλάργυρος. Όταν κά­ποιοι του έδιναν χρήματα, τα έδινε αμέσως στον παπα-Θωμά, που ήταν ταμίας. Του έλεγε ο παπα-Θωμάς: «Κράτησε, Γέροντα, κάτι να έχεις μαζί σου». Αυτός όμως δεν ήθελε τίποτα. Αν καμιά φορά ερχόταν κάποι­ος πλούσιος και κάποιοι τον προσεγγίζανε από πολύ κοντά, ο Γέροντας στενοχωριόταν γι' αυτό. Έλεγε: «Ό άνθρωπος ήλθε στο Άγιον Όρος για να προσκύνηση. Δεν ήλθε για να τον βλέπουμε ως πλούσιο».

Επίσης δεν είχε πολλά πράγματα στο κελλί του. Είχε τρία παντελόνια, τα όποια έπλυνε, και δύο-τρία ζευγά­ρια κάλτσες. Ήταν πάντα καθαρός και περιποιημένος, αλλά δεν του άρεσε να μαζεύει πράγματα, αν και ζούσε σε συνοδεία, όπου θα μπορούσε να έχει πολλά πράγμα­τα. Από το 1986 μέχρι το 2006 τρεις παπάδες λειτουρ­γούσαμε με μία στολή. Ό Γέροντας σ' όλη την ζωή του δεν έραψε στολή στο μπόι του. Οι στολές που είχαμε ήταν αυτές που μας έδιναν φίλοι ιερείς. Από το 1984 είχε μία στολή, βεβαίως πάντα πλυμένη και σιδερωμένη. Όταν έγινε Ιερέας ο παπα-Φίλιππος, μας έδωσαν μία στολή, με την οποία λειτουργούσαμε και οι τρεις μέχρι το 2006.

Αν και ήταν ιερέας της εποχής μας, και μάλιστα πολύ καλός και χαρισματούχος με ορθοφωνία, δεν επηρεά­στηκε ούτε από την μανία της καριέρας ούτε από την μανία της επιδείξεως. Είδε πολλούς συνομηλίκους του κληρικούς Αγιορείτες να φεύγουν από το Αγιον Όρος για να αναδειχθούν. Να γίνονται π.χ. Αρχιμανδρίτες σε ενορίες. Αυτός όμως δεν επηρεάστηκε. Παρέμεινε στην έρημο της Μικρας Αγίας Αννης διατηρώντας την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του.

Ό Γέροντας ότι έκανε, το έκανε με μεγάλη επιμέλεια. Μάλιστα έλεγε: «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» και «επικατάρατος πάς ο ποιών το έργον αυτού αμελώς» Κάθε τι που έκανε ήταν ολόκληρη ιεροτε­λεστία.

Μαγείρευε πάρα πολύ ωραία. Ξεκίναγε το πρωί και μάζευε χορταράκια και διάφορα άλλα πραγματάκια, για να κάνη το φαγητό. Το φαγητό δεν ήταν πάρεργο για τον Γέροντα. Το έκανε πολύ καλό, επιμελημένο. και περίμενε να 6η, αν θα ευχαριστηθούν οι άνθρωποι. Ό­μως αυτός έτρωγε το φαγητό της προηγουμένης ημέρας.

Με την ίδια επίσης επιμέλεια ασχολείτο και με το ερ­γόχειρο του, την αργυροχοία. Όπως γράφουμε εμείς με το μολυβί, έτσι σκάλιζε ο Γέροντας το ασήμι. 'Ένα από τα έργα της συνοδείας μας είναι και ή λειψανοθήκη της κάρας του αγίου Ραφαήλ στην Μυτιλήνη. στις παρα­στάσεις που είναι χαραγμένες πάνω στην λειψανοθήκη το σχέδιο το έκανε ο παπα-Θωμάς και το σκάλισμα ο Γέροντας Κυπριανός. Ή ηρεμία και ή γαλήνη που είχε πάντοτε στην ψυχή του αντικατοπτριζόταν και στο ερ­γόχειρο του. Σκάλιζε το ασήμι προσευχόμενος. και λό­γω της εσωτερικής ηρεμίας του και της προσευχητικής καταστάσεως του έκανε έργα πάρα πολύ ωραία.

Προτού εκοιμήθη ο Γέροντας, τον επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο ο παπα-Γρηγόριος, ο Γέροντας των Δανιηλαίων, και μας είπε: «Πενήντα οκτώ χρόνια δεν αλ­λάξαμε μία λέξη με τον Κυπριανό». Ό λόγος αυτός του Γέροντα των Δανιηλαίων είναι πολύ σημαντικός. Γιατί ένας άνθρωπος κρίνεται από τους κοντινούς του ανθρώπους, όχι από αυτούς που ζουν μακριά του, στα Καυσοκαλύβια για παράδειγμα. Διότι όλοι με τους γείτονες έχουν πρόβλημα, για τον φράχτη ή για τον κήπο κ.λπ. Ό λόγος επομένως αυτός του παπα-Γρηγορίου αποδει­κνύει την αρετή του Γέροντα Κυπριανού.

Όταν ο Γέροντας ήταν στο Νοσοκομείο, έτυχε και ή πανήγυρης του αγίου Αθανασίου του Άθωνίτου. Έμαθαν οι πατέρες της Λαύρας ότι ο Γέροντας είναι άρρω­στος. Τότε ένας προϊστάμενος, ο Γέρων Βαρθολομαίος, μας είπε: «Σας παρακαλώ, μη στενοχωριέστε για τον Κυπριανό. Αυτός είναι του Παραδείσου άνθρωπος». Αυ­τήν την αίσθηση είχαν οι Πατέρες στην Μεγίστη Λαύρα, στο Μοναστήρι μας.

Ή αγάπη και ή εκτίμησης και ο σεβασμός των Αγιο­ρειτών φάνηκε πολύ έντονα στα γράμματα που έστει­λαν μετά την κοίμηση του. Τα γράμματα που εγράφη­σαν από τους Αγιορείτες, δεν έχουν γραφή για πολλούς άλλους. Σκεπτόμαστε μετά την ανακομιδή των λειψά­νων του, που θα γίνει συμφωνά με την ταξί της Σκήτης μας σε τρία-τέσσερα χρόνια, να καταγράψουμε τα γεγο­νότα αυτά προς ωφέλεια των ανθρώπων.

Άλλα και οι ζηλωτές της περιοχής τον αγαπούσαν πολύ. Είχαμε εντολή από τον Γέροντα Θωμά να μην ανοίγουμε εδώ συζητήσεις για δογματικά θέματα, όταν έρχονταν ζηλωταί. Μόνο να τους δείχνουμε αγάπη και εξυπηρέτηση. Γι` αυτό και ή συνηθισμένη στάση του Κυ­πριανού ήταν με ένα δίσκο στα χέρια.

Έλεγε ο μητροπολίτης Καστοριάς Σεραφείμ, που εί­χε επισκεφθεί τον Γέροντα στο Νοσοκομείο: «Επειδή, πατέρες, ο Κυπριανός δεν είχε μια ταμπέλα να διαφημί­ζεται, πάει να πει ότι δεν ήταν άγιος άνθρωπος;».

Ας πούμε και ένα σημείο. Κάποτε είχε πάει σε ένα σπίτι και λέγει της οικοδέσποινας του σπιτιού: «Το σπίτι σου καίγεται». Αυτή ερώτησε: «Γιατί Γέροντα;». Αυτός επέμενε: «Το σπίτι σου καίγεται». Μετά από λίγο, κα­τά την συζήτηση που ακολούθησε, αποκαλύφθηκε ότι το παιδί της έπαιρνε ναρκωτικά. Οι γονείς του δεν το ήξεραν. Κατά την συζήτηση όμως το αποκάλυψε στους γονείς του.

Όμως ο Γέροντας, αν και τον ευλαβούντο και τον αγαπούσαν πολύ και τον εσέβοντο οι άνθρωποι, ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την αγάπη αυτή και τον σεβασμό πού του έτρεφαν οι άλλοι ούτε παρίστανε τον άγιο ού­τε είχε κάποια ιδέα για τον εαυτό του. Απέφευγε τους επαίνους. Αυτό είναι αληθινή αρετή. Διότι αρετή πού διαφημίζεται δεν είναι αρετή.

Είχαμε την μεγάλη ευλογία επί των ήμερων του να γίνει και ή ανακαίνισης του ησυχαστηρίου μας. Τον α­ξίωσε ο Θεός, προτού φυγή στον ουρανό, να ίδη την Εκκλησία μας τελειωμένη και να λειτουργήσει σ' αυτήν.

Ας πούμε όμως και για το τέλος του.

Διαπιστώθηκε κάποια στιγμή ότι είχε σοβαρό πρό­βλημα στο παχύ έντερο και το συκώτι. Ίσως να ήταν κληρονομικό, γιατί και τα αδέλφια του είχαν περίπου το ίδιο πρόβλημα. Στο Νοσοκομείο, το «Παπαγεωργίου», οπού τον είχαμε, είχε μία πολύ καλή ιατρική περίθαλψη από τους ιατρούς. Τον είχαν σε μονόκλινο δωμάτιο από μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του. Του συμπαραστάθηκαν πολύ οι άνθρωποι και τα πνευματι­κά παιδιά του πού είχαν έλθει από παντού. Ακόμη και από την Αμερική ήλθαν να τον δουν το τελευταίο εξά­μηνο της ζωής του.

Στο Νοσοκομείο είχε και μια ουράνια παρηγοριά. Ένα βράδυ μας λέγει: «Εδώ δεν είμαστε στο "Παπαγεωργίου"; Εδώ δεν είναι το κρεβάτι μου και οι γιατροί; Πώς όμως εγώ βρίσκομαι στην Αγία Άννα; Είμαστε στην Αγία Άννα και έχουμε Αγρυπνία απόψε και βρισκόμαστε στην θ' ωδή». Τότε τον ρωτήσαμε: «Ποιοι άλ­λοι είναι εδώ;». και απήντησε: «Είναι και άλλοι πατέρες εδώ, τους οποίους δεν γνωρίζω. Οι δικοί μας πατέρες, ο παπα-Θωμάς και ο παπα-Παύλος είναι στο κελλί μας, στους Θωμάδες, και λειτουργούν εκεί. Εδώ είναι ξένοι μοναχοί. Εσύ δεν ακούς την ψαλμωδία;», λέγει σε ένα από μας. «Όχι, δεν ακούω», του απαντάει εκείνος. Λέ­γει πάλι: «Γιατί δεν ακούς; Κουφός είσαι;». Στο δωμάτιο του στο Νοσοκομείο είχε απέναντι του μια εικόνα της Παναγίας. και συνέχισε να λέγει: «Δεν βλέπεις την Πα­ναγία πού μιλάει;». Άλλες φορές πάλι έκανε, όπως κάνουμε οι ιερείς όταν κοινωνούμε. Τον ρωτούσαν τότε οι νοσοκόμες: «Γέροντα, Τι κάνετε;» και αυτός απαντούσε: «Εμείς έτσι κοινωνούμε στο Άγιον Όρος».

Φαίνεται επομένως ότι στο Νοσοκομείο ζούσε κάποι­ες ουράνιες καταστάσεις, με τις όποιες τον παρηγορού­σε ο Θεός τόσο πολύ που βρισκόταν σε άλλο κόσμο. Γι` αυτό και δεν ακούσαμε καθόλου γογγυσμό και αγανάκτηση από τον Γέροντα μέχρι το τέλος, αν και στο τέλος είχε μία πληγή που δεν έκλεινε. Έκανε υπομονή μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.

Μέχρι την παραμονή της κοιμήσεως του, που τον ε­πισκέφθηκε ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας π. Ελισαίος, ήταν πάρα πολύ καλά. Του είπε μάλιστα: «Σάς ευχαριστώ πάρα πολύ που με επισκε­φθήκατε». Ήταν πολύ ευγνώμων σε όλους.

Μετά από λίγο μας λέει μεταξύ σοβαρού και αστεί­ου: «Μου φαίνεται, θα πάμε στον Παράδεισο». Τότε του λέγω εγώ: «και εμείς Γέροντα;». και είπε: «Ελατέ και σεις». Μετά λέει ιδιαιτέρως σε κάποιον από μας, για να μην ακούσουν οι άλλοι και στενοχωρηθούν: «Μου φαί­νεται ότι θα πάω εν τόπο αναψύξεως». Κατάλαβε ότι θα φυγή. Όμως μέχρι την τελευταία ημέρα κάναμε Ε­σπερινό μαζί. Τρεις ημέρες προ της κοιμήσεως του έλεγε το «Φως ιλαρόν». Ψάλλοντας έφυγε ο Γέροντας.

Αφ' ότου επιστρέψαμε στην καλύβι μας από το Νο­σοκομείο, λειτουργούσαμε κάθε μέρα επί ένα μήνα. Ό Γέροντας κοινωνούσε κάθε μέρα. Μόνο την τελευταία μέρα δεν κοινώνησε, γιατί έβγαζε κάποια υγρά από το στόμα του. Την ημέρα εκείνη είχε τα μάτια του κλει­στά. Είχε πέσει σε λήθαργο και δεν είχε αίσθηση. Όμως κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του έντονα και κοίταξε προς τον ουρανό. Το πρόσωπο του φωτίσθηκε και ή­ταν πολύ χαρούμενο. Ένα έντονο συναίσθημα χαράς φάνηκε να ζωγραφίζεται επάνω του. Γύρισε το βλέμμα του και μας κοίταξε όλους με την σειρά. Σήκωσε το χέρι του και πήγε να το σπάσει, όπως όταν εύλογη ο ιερεύς. Φάνηκε δηλαδή να μας εύλογη. Μετά κατέβασε το χέρι, έκλεισε τα μάτια και έφυγε.

Στο Νοσοκομείο ήταν και ένα πνευματικό του παιδί, ο π. Ευθύμιος. Αυτός παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να είναι κοντά του την ώρα πού θα πέθαινε. Και πράγματι, μία ήμερα πριν την κοίμηση του, στις 29 Νοεμ­βρίου -ο Γέροντας εκοιμήθη ανήμερα του αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου- τον ειδοποιήσαμε να έλθει. Μόλις έφθασε στην καλύβι μας, προσκύνησε στην Εκκλησία τον άγιο Θωμά και πήρε την ευχή του Γέροντα. Μετά πήγε να τακτοποιηθεί λίγο. Στο διάστημα αυτό -20 λε­πτά με μισή ώρα- ο Γέροντας παρέδωσε το πνεύμα.

Την ημέρα της κηδείας του μας έκανε εντύπωση ότι έριχνε ένα χιονάκι, όπως και στην κηδεία του γείτονα μας, του π. Γερασίμου του υμνογράφου. Είχε έρθει ο ά­γιος Νεαπόλεως, ο Σεβασμιώτατος Βαρνάβας, και ο ά­γιος Καθηγούμενος της Λαύρας, ο π. Πρόδρομος. Όταν όμως τον κατεβάζαμε στον τάφο βγήκε για λίγο ο ήλιος.


Μας έκανε όλους εντύπωση αυτό. Στην κηδεία του μί­λησε ιδιαίτερα ο Καθηγούμενος της Λαύρας, ο όποιος είπε δύο-τρία λόγια μόνο, αλλά όλοι συγκλονιστήκαμε. Εκείνη την ώρα κλάψαμε όλοι. Ζήσαμε με τον Γέρον­τα Κυπριανό πολλά χρόνια. Ήταν ένας σεβάσμιος άν­θρωπος, ένας σοβαρός άνθρωπος, ο όποιος όμως έδειχνε συγχρόνως και πολλή αγάπη.

Μετά την κοίμηση του Γέροντα είχαμε και κάποιες μεγάλες ευλογίες. Επέστρεψε ο παπα-Παύλος μετά από 30 χρόνια στην μετάνοια του. Δυο αδελφοί που υπηρε­τούσαν τον Γέροντα στο Νοσοκομείο, ο Ευθύμιος και ο Χρυσόστομος, έγιναν κληρικοί και δύο νέοι μοναχοί προστέθηκαν στην συνοδεία μας, ο π. Φώτιος και ο π. Νεκτάριος. Έφυγε δηλαδή ο Γέροντας στον ουρανό, αλλά ήλθε μεγάλη παρηγοριά στους Θωμάδες.

ΒΙΒΛ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΑΡΙΘ. 34