Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ, ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΙ
Του Πρωτοπρεσβυτέρου
Διονυσίου Τάτση
ΣΤΗ ΧΩΡΑ μας
υπάρχουν πολλά εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα
μέχρι τον 19ο περισσότερα. Υπάρχουν όμως
και παλαιότερα, από τον 13ο ακόμα. Όλα αυτά είναι μονές, ενοριακοί ναοί και εξωκκλήσια
κα είναι χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα μνημεία, πού σημαίνει ότι κάθε προσπάθεια
συντήρησης τους προϋποθέτει ειδική άδεια από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί τριβές μεταξύ κληρικών και αρχαιολόγων. Ή συνεννόηση-συνήθως
είναι αδύνατη, γιατί οι αρχαιολόγοι μιλούν εντελώς διαφορετική γλώσσα από
εκείνη των κληρικών. Είναι ψυχροί άνθρωποι, πού με τη δύναμη των νόμων
«προστατεύουν» τα μνημεία, χωρίς όμως να διαθέτουν τα αναγκαία ποσά.
Παρεμβαίνουν ως αρμόδιοι, απειλούν ως ισχυροί και εμποδίζουν ασεβώς τις ανακαινιστικές
εργασίες των κληρικών.
Οι αρχαιολόγοι δεν
κατανοούν ότι τα εκκλησιαστικά μνημείο συντηρούνται, για να λατρεύεται σε αυτά
ό Θεός και όχι για να είναι τουριστικά αξιοθέατα. Είναι τόποι λατρείας του Θεού
και όχι λατρείας της λαξευμένης πέτρας και των διαφόρων έργων τέχνης, πού υπάρχουν
εκεί. Αυτό σημαίνει ότι ή συντήρηση τους δεν πρέπει να γίνεται εμπόδιο στη
λατρευτική τους χρήση. Οι άσχετοι με τη λατρεία του Θεού αρχαιολόγοι δεν
καταλαβαίνουν τί θα πει λειτουργικότητα, γιατί δεν εκκλησιάζονται ποτέ και δεν
αισθάνονται την ανάγκη ένας ναός να έχει φώς, να αερίζεται, να έχει θέρμανση,
να είναι καθαρός, να έχει στασίδια κ.λπ. Την ασχετοσύνη τους τη βλέπει κανείς,
όταν επισκέπτονται τα μνημεία, για να συντάξουν τις σχετικές μελέτες τους.
Ξεχνούν να κάνουν το σταυρό τους, να προσκυνήσουν τις εικόνες, να ανάψουν το
κεράκι τους, αλλά και να σβήσουν το τσιγάρο τους! Θεωρούν καθετί παλαιό
διατηρητέο και ας είναι εντελώς κακότεχνο και προκλητικά πρόχειρο. Για πολλές
φορές θαυμάζουν το τίποτα και εμποδίζουν τη διόρθωση ή συμπλήρωση ενός χώρου.
Προτιμούν επίσης τα ερείπια και λιθοσωρια από την ευπρέπεια και τη
νοικοκυροσύνη. Εκτελούν νωχελώς τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και ποτέ δεν
κουνούν το δακτυλάκι τους δωρεάν.
Ακριβώς το αντίθετο
συμβαίνει με τούς κληρικούς, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκουν τα
εκκλησιαστικά μνημεία. Εκδηλώνουν έμπρακτα την Αγάπη τους προς τα μνημεία.
Κοπιάζουν γι' αυτά, τρέχουν και ξανατρέχουν, τρίβουν τα ράσα τους με την προσωπική
τους εργασία, αγωνιούν πώς θα πληρώσουν τούς τεχνίτες, τούς εργάτες και πώς θα
εξοφλήσουν τα χρέη, πού προκύπτουν από την αγορά και μεταφορά των οικοδομικών
υλικών. Και το πιο σημαντικό: Οι κληρικοί θεωρούν τα εκκλησιαστικά μνημεία δικά
τους. Είναι τα αφεντικά και δεν επιτρέπουν σε άλλους να κάνουν κουμάντο. Ίσως να
μη έχουν ειδικές γνώσεις, έχουν όμως αγάπη και ιερό ζήλο και αυτά είναι πού
τούς διατηρούν ακμαίους, προκειμένου να διασώσουν τα μνημεία.
Ένα ακόμα αρνητικό από
τη συμπεριφορά των αρχαιολόγων
Διαφωνούν συνεχώς
μεταξύ, τους, και θέλει ο ένας να επιβληθεί
στον άλλο, να επικρατήσει
ή γνώμη του. Έτσι παρατηρείτε το
φαινόμενο άλλα να
λέει ό εντεταλμένος υπάλληλος αλλά να
εγκρίνει ό
διευθυντής της Εφορείας και τελικά αλλά να υλοποιούνται. „
Εάν οι κληρικοί
ακολουθούσαν πιστά τις υποδείξεις των αρχαιολόγων, πολλά από τα εκκλησιαστικά μνημεία,
θα είχαν καταρρεύσει :Η κοπιώδης προσπάθεια τους να τα κρατήσουν όρθια είναι αξιέπαινη
παρά τις αντιδράσεις και τις απειλές των αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων. Συνήθως,
όταν γίνεται κάποια καταγγελία
η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτάτων στέλνει ένα έγγραφο,
για να σταματήσουν αμέσως οι εργασίες, αφού δεν υπάρχει εγκεκριμένη μελέτη,
χωρίς να έχει διαπιστώσει τι ακριβώς γίνεται.
Μετά από αρκετό
γονικό διάστημα κάποιος υπάλληλος της επισκέπτεται το μνημείο τυπικές και κλείνει
την υπόθεση χωρίς καμία περαιτέρω ενεργεία. Έτσι «προστατεύεται» το μνημείο από
την Εφορεία!
Ευτυχώς οι κληρικοί δεν
πτοούνται. Συνεχίζουν το σπουδαίο έργο τους και ενθουσιάζουν τον απλό λαό, ο
οποίος σέβεται τα εκκλησιαστικά
μνημεία και
συμβάλλει, με τον όβολο του στη συντήρηση τους.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012
Όσο σε ένα λαό ή ψυχή είναι ζωντανή και δυνατή, τίποτε δεν χάνεται.
Να παραδοθεί, με τη δύναμη του Κυρίου
μας Ιησού, ό άνθρωπος αυτός στο σατανά για το σωματικό του αφανισμό, έτσι ώστε να
σωθεί το πνεύμα του την ήμερα του Κυρίου (Α' Κορινθ. 5, 5).
Τι είναι ακριβό και τί είναι φθηνό;
Οι άνθρωποι μιλάνε και τσακώνονται
ασταμάτητα, για την αξία και για την τιμή κάθε πράγματος.
Τί είναι φθηνό; Τί είναι ακριβό, όσον
άφορα τον άνθρωπο;
Ή περιουσία είναι λιγότερο ακριβή από
το σώμα, το σώμα είναι πιο ακριβό από την περιουσία, και ή ψυχή είναι πιο
ακριβή και από τα δύο. Όταν ό άνθρωπος γεννιέται, ή περιουσία του έχει την
τρίτη θέση, γιατί, όταν πεθαίνει, ή περιουσία τον εγκαταλείπει. Δηλαδή την ώρα του
θανάτου ό άνθρωπος ξεκολλάει πρώτα από την περιουσία και μετά από την σάρκα.
Ό
άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς περιουσία και χωρίς σάρκα, δεν μπορεί να ζήσει
όμως χωρίς ψυχή. Όταν ό άνθρωπος μπαίνει από τον άυλο κόσμο σ' αυτό τον ορατό
κόσμο, μπαίνει με σώμα, αλλά χωρίς περιουσία. Όταν βγαίνει από τον ορατό κόσμο,
βγαίνει χωρίς σώμα και χωρίς περιουσία. Τον άνθρωπο μπορούμε να φανταστούμε και
χωρίς περιουσία και χωρίς σάρκα, αλλά δεν μπορούμε να τον φανταστούμε χωρίς
ψυχή, επειδή ή ψυχή είναι ή ουσία του άνθρωπου. Οι άγιοι του Θεού και όλοι οι
συγγενείς μας, πού πέρασαν από αυτόν τον κόσμο, στον όποιο εμείς τώρα βρισκόμαστε,
είναι μόνο ζώσες ψυχές στον άλλο τον κόσμο, χωρίς σώμα και χωρίς περιουσία. Θα
μείνουν έτσι μέχρι το τέλος της ανθρωπότητας, μέχρι το τέλος των αιώνων, και μέχρι
την Ανάσταση του σώματος από το θάνατο.
Το σώμα και την περιουσία τη δίνει ό
Θεός στους ανθρώπους σαν μία μορφή ζυγαριάς, στην οποία ή ψυχή κάθε μέρα
αποδεικνύει την αξία της.
Με την ελεημοσύνη και με την υπομονή
ή ψυχή εξαγοράζεται κάθε μέρα και κάθε στιγμή, επειδή με την ελεημοσύνη αφαιρούμε
από την περιουσία και με την υπομονή κερδίζουμε τον αγώνα με το σώμα.
Όταν δίνεις στους ανθρώπους, όταν
δείχνεις ανοχή, υπομονή, τότε αυτά τα δύο βάρη έχουν οριζόντια θέση στη ζυγαριά
και ή ψυχή σου γράφεται στο βιβλίο των μεγαλόψυχων και αγίων ανθρώπων. Όταν
μιλάμε όχι για ένα άτομο αλλά για ένα ολόκληρο λαό, τότε την περιουσία του λαού
την αντιπροσωπεύει το κράτος. Όταν μετράμε το χρόνο ενός λαού, πρώτον
εξετάζουμε το κράτος και στη συνέχεια εξετάζουμε έναν, έναν τους πολίτες.
Ό δίκαιος Ιώβ είχε μεγάλη περιουσία,
όπως κανένας. Ήταν σωματικά υγιής, με ωραία κορμοστασιά και με παρουσιαστικό
πού ενέπνεε σ' όλους σεβασμό Αυτό όμως πού είναι πιο σημαντικό στην περίπτωση του
Ιώβ είναι πώς ήταν πολύ ευλαβής, και κάθε μέρα έκανε θυσία στο Θεό, για τον
εαυτό του, για τα παιδιά του, για τούς επτά γιους του και τις τρεις κόρες του.
Δύο φορές επέτρεψε ό Θεός να
δοκιμαστεί ή πίστη και ή αγάπη του Ιώβ στον Θεό. Πρώτη φορά επέτρεψε ό Θεός στο
σατανά να βλάψει μόνο την περιουσία του Ιώβ. Ό σατανάς γρήγορα έδειξε την επιδεξιότητα
του να γκρεμίζει και να καταστρέφει.
Ή περιουσία του Ιώβ καταστράφηκε,
κλάπηκαν τα ζώα του, γκρεμίστηκαν τα σπίτια του, οι γιοί και οι κόρες του
σκοτώθηκαν. Μονομιάς ό πλούσιος Ιώβ έμεινε χωρίς την περιουσία του. Ό
ευτυχισμένος Ιώβ έμεινε χωρίς τα χαρούμενα παιδιά του.
Ή ψυχή του, όμως, δεν βλαστήμησε το
Θεό: Ό Κύριος έδωσε... ό Κύριος πήρε, είπε, ας είναι ευλογημένο το όνομα του
Κυρίου!
Έμεινε δηλαδή ό δίκαιος Ιώβ πιστός στον
Κύριο Του χωρίς καμία περιουσία, με γυμνό αλλά υγιές σώμα. Και ό σατανάς
ντροπιάστηκε.
Τότε ό σατανάς ζήτησε από το Θεό, να
δοκιμάσει το σώμα του Ιώβ, και ό Θεός επέτρεψε στο σατανά να δοκιμάσει το σώμα του,
απαγορεύοντας όμως να αγγίξει την ψυχή του.
Είπε ό Θεός: Τον παραδίδω στα χέρια
σου, πρόσεχε όμως την ψυχή του!
Ό σατανάς γέμισε το σώμα του Ιώβ, με
σπυριά με πυώδεις πληγές από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Κάθισε τότε ό Ιώβ μέσα στη
στάχτη, πήρε ένα κεραμίδι και έξυνε το πύον από τις πληγές του. Μέσα σ' όλα
αυτά τα βάσανα παρέμεινε ή ψυχή του Ιώβ καθαρή, υγιής και πιστή στο Θεό. Και
πάλι ντροπιάστηκε ό σατανάς και έφυγε στον Αδη, στον τόπο του. Ό Θεός επέστρεψε
στον Ιώβ, την υγεία του, την περιουσία, τον ευλόγησε μάλιστα να έχει
περισσότερα από πριν. Ό Ιώβ απέκτησε πάλι επτά γιους και τρεις κόρες, έγινε
πάλι υγιής σωματικά και χαρούμενος και έζησε για πολλά χρόνια. Πέθανε, όταν
ήταν πλέον χορτασμένος από ζωή.
Και ό δικός μας λαός χτυπήθηκε πολλές
φορές. Έπληξαν την περιουσία του και το σώμα του. Ό Θεός όμως πρόσεξε την ψυχή
του. Ή περιουσία του λαού μας, το κράτος, πολλές φορές έπεσε και κατέρρευσε.
Μετά από κάθε κρατική καταστροφή ό λαός μας σκοτώνονταν. Ό Θεός όμως φύλαξε τη
ψυχή του λαού μας, πού έμεινε πιστός πάλι στο Χριστό. Πραγματικά, όταν ό
άνθρωπος μελετήσει την ιστορία του κράτους μας, καταλαβαίνει πόσους πολλούς
ανθρώπους σκότωσαν από το λαό μας, πόσο πολλούς ανθρώπους βασάνισαν και
αιχμαλώτισαν. Είναι μεγάλο θαύμα του Θεού, ότι στον κόσμο αυτό ακόμη υπάρχει ό
λαός μας και ακόμα ακούγεται ή γλώσσα μας.
Πώς να εξηγήσουμε αυτό το θαύμα στην
ιστορία μας; Μπορεί να εξηγηθεί με τον ίδιο τρόπο πού εξηγείται ή ζωή του Ιώβ. Δεν
επέτρεψε ό Θεός, αδελφοί μου, δεν επέτρεψε παιδιά μου, να αγγίξει ό σατανάς την
ψυχή του λαού μας. Επέτρεψε ό Θεός στον σατανά να χτυπήσει το κράτος, την
περιουσία και το σώμα, αλλά του απαγόρευσε να αγγίξει την μεγάλη χριστιανική
ψυχή του λαού μας. Και όσο σ' ένα λαό η ψυχή είναι ζωντανή και δυνατή μέχρι
τότε τίποτε δεν χάνεται.
Παρ' όλο πού κάποια στιγμή φαίνονταν όλα χαμένα, δύο
πράγματα δεν χάθηκαν ποτέ: Ή εκκλησία και το τραγούδι. Ή εκκλησία με την πίστη
της και το τραγούδι με την Ιστορία. Αυτό έμεινε και αυτό μας έσωσε. Γι' αυτό το
λόγο, αδελφοί μου, καλό είναι να σεβόμαστε την εκκλησία και καλό είναι να
διατηρήσουμε τα τραγούδια μας. Ας δοξάζουμε τον Κύριο μας διά μέσου της
εκκλησίας, ας τον δοξάζουμε διά μέσου του τραγουδιού του λαού. Μαζί με την
ελπίδα, αυτά τα δύο ήταν τα φτερά μας. Ή εκκλησία είναι πιο παλιά από το
τραγούδι μας και από την ιστορία μας. Από την εκκλησία, πού είναι σαν πηγή,
πήγασε το ποτάμι της ιστορίας μας, και άλλοτε το ποτάμι αυτό ήταν διαυγές και
άλλοτε ήταν γεμάτο αίμα. Πάντοτε όμως ήταν βαθύ.
Γι' αυτό το λόγο ας μαζευτούμε γύρω από
την εκκλησία μας όπως τα παιδιά γύρω από τη μάνα. Ό Χριστός είναι ανίκητος και
ακαταμάχητος. Δόξα και ευχαριστία στο Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, εις τούς
αιώνας των αιώνων. 'Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ!!
Η αναγνώριση των προσώπων
στο πλήθος.
Η αναγνώριση των προσώπων
μέσα στο πλήθος....
Εδώ είναι ένα πλήθος πριν
από την εξέγερση στο Βανκούβερ.
Τοποθετήστε το δρομέα
οπουδήποτε μέσα στο πλήθος και κάντε διπλό κλικ μερικές φορές και στη συνέχεια
χρησιμοποιήστε τη ρόδα του ποντικιού για μεγέθυνση.
Αυτή η φωτογραφία
τραβήχτηκε από Port Moody και δημοσιεύεται στην Tri-City News 24, Ιουνίου.
Μπορείτε να βρητε το κεφάλι και το πρόσωπο με εκπληκτική
σαφήνεια κι ευκρίνεια .
Είναι τρομακτικό. Μπορείτε
να δείτε - και τα χαρακτηριστικά του
κάθε προσώπου - και υπήρξαν χιλιάδες! Προστασία προσωπικών δεδομένων?
Προσπαθήστε να φανταστείτε
η αστυνομία και ο στρατός τι έχουν στη διάθεσή τους. Όχι μόνοι στον Καναδά,
παντού ...
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ
ΑΔΕΛΦΟΣ!!
ΠΑΤΑ !
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ.
Έκλεισε την πόρτα με
βία και κατέβηκε τις σκάλες για να πάει στο αυτοκίνητο. Όταν ό Παύλος άκουσε τη
μηχανή του αυτοκινήτου να βάζει μπρος και να ξεκινάει, ήταν βέβαιος ότι ή
Αναστασία θα ξαναγύριζε. «Θα ξανάρθει σε μισή ώρα», είπε στον εαυτό του και μετά
κάθισε υπομονετικά στο σαλόνι και περίμενε. Τρεις ώρες αργότερα, όταν δεν είχε
επιστρέψει, αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην τροχαία, για να μάθει αν το
αυτοκίνητο είχε πάθει κανένα δυστύχημα. Ήταν φθινόπωρο και είχαν αρχίσει τα
πρωτοβρόχια. Δεν υπήρχε καμιά είδηση ούτε για δυστύχημα, ούτε για την
Αναστασία. «Τώρα τα έκανα θάλασσα», αναστέναξε ό Παύλος.
Ό Παύλος και ή
Αναστασία ήταν παντρεμένοι δώδεκα χρόνια, αλλά τα δύο τελευταία χρόνια όλα
είχαν πάει στραβά. Μάλωναν διαρκώς για τα παιδιά. Είχαν οικονομικές δυσχέρειες και
δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν πώς θα διαχειρισθούν τα χρήματα τους. Σ' αυτά τα
δύο χρόνια, είχε πεθάνει ό πατέρας της Αναστασίας και ή μητέρα του
Παύλου. Είχαν
δυσκολία να μιλήσουν για ένα σημαντικό θέμα. Έτσι, κτίσθηκε ένας τοίχος ανάμεσα
τους, που μεγάλωνε διαρκώς.
Ό Παύλος ήταν
πάντοτε ό πιο ισχυρογνώμων στην οικογένεια και αισθανόταν ότι έτσι έπρεπε να
είναι. Το περασμένο χρόνο όμως, ή Αναστασία ήθελε να συμμετέχει περισσότερο στη
λήψη των αποφάσεων πού αφορούσαν την οικογένεια. Έλεγε διαρκώς ότι είχε το
δικαίωμα να ζήσει και να εκφράσει τον εαυτό της σ' αυτόν τον πλανήτη, όσο και
κάθε άλλο άτομο. «Το δικό σου πρόβλημα», έλεγε ό Παύλος, «είναι ότι νομίζεις
πώς όλος αυτός ό πλανήτης είναι δικός σου»• και ή μάχη συνεχιζόταν. Τις δύο
περασμένες εβδομάδες, ό πόλεμος μεταξύ τους ήταν σφοδρός και δεν υπήρχε καμιά
ένδειξη ότι θα σταματήσει.
Ή Αναστασία ήταν 40
χρονών και ήταν πιο όμορφη από την ήμερα πού ό Παύλος την παντρεύτηκε. Είχε
πάρει την ομορφιά της μητέρας της, πού όμως ήταν πιο υπάκουη από την Αναστασία.
Ό Παύλος νόμιζε ότι είχε παντρευτεί την Αναστασία για την ομορφιά της, αλλά
τώρα τελευταία διαπίστωνε, όλο και περισσότερο, ότι είχε διαλέξει την Αναστασία
για την υπακοή πού αρχικά του έδειχνε. Άρχισε όμως να διαπιστώνει σύντομα, ότι δεν
ήταν τόσο υπάκουη, όσο νόμιζε στην αρχή του γάμου τους. «Έπρεπε να είχες
παντρευτεί τη μητέρα μου», φώναζε ή Αναστασία όταν ό άνδρας της επέμενε στη
γνώμη του... και αυτό συνέβαινε τακτικά.
Ο Παύλος είχε τη
γνώμη ότι έπρεπε να κάνουν τα πάντα μαζί: να ψωνίζουν μαζί, να τρώνε μαζί, να
διασκεδάζουν μαζί, να φροντίζουν για το σπίτι και τα παιδιά μαζί, χωρίς καμιά
εξαίρεση. Ό Παύλος είχε καταφέρει να έχει ακόμα και το γραφείο του πλάι στο
σπίτι του, για να μην απομακρυνθεί πολύ από την Αναστασία και τα παιδιά. Αλλά και
ή Αναστασία θέλησε να βοηθήσει τον άνδρα της στο γραφείο. Τα πρώτα δέκα χρόνια του
γάμου τους, οι δύο τους. και ιδιαίτερα ό Παύλος, καυχιόνταν ότι ήταν μια πολύ
αγαπημένη οικογένεια γιατί έκαναν τα πάντα μαζί.
Η Αναστασία δεν είχε
δυσκολία να προσαρμοσθεί στις γνώμες του Παύλου. Μεγάλωσε σε μία μεγάλη
αγροτική οικογένεια, πού όλα τα μέλη της βοηθούσαν στις διάφορες δουλειές πού
έπρεπε να γίνουν. Ο καθένας είχε τη
δουλειά του και ήξερε πώς και πότε έπρεπε να την κάνει. Ή μητέρα της ήταν υπάκουη
στον πατέρα της, αλλά ό πατέρας της θαύμαζε τη γυναίκα του και αναζητούσε και
σεβόταν τη γνώμη της, ακόμα και για τα πιο ασήμαντα πράγματα. Ή αγάπη και ό
σεβασμός πού είχαν μεταξύ τους αντανακλούσε μία ενότητα πού διαπερνούσε και
συνέδεε όλα τα μέλη της οικογένειας.
Μαζί τους έμενε ό παππούς της Αναστασίας,
πού της είχε μια ιδιαίτερη συμπάθεια. Ή Αναστασία θυμόταν, πώς όταν ερχόταν
σπίτι απ' το σχολείο, ό παππούς της την αγκάλιαζε στοργικά και της έλεγε: «Σ'
έχω στο νου μου όλη την ήμερα»- και οι δύο τους κάθονταν ώρες και μιλούσαν.
Ο Παύλος μεγάλωσε σε
μια παρόμοια οικογένεια, μόνο πού ή μητέρα του ήταν ή μόνη γυναίκα ανάμεσα σε
πέντε άνδρες τον πατέρα του, τον παππού του, και τα τρία του αδέλφια. Όταν
κάθονταν όλοι στο τραπέζι ένα θέμα επικρατούσε στη συζήτηση: οι διάφορες
νομικές και δικαστικές υποθέσεις, πού είχαν αναλάβει ό πατέρας και ό παππούς
του.
Έτσι τα παιδιά άκουγαν κάθε υπόθεση σαν ένα μυθιστόρημα, αλλά συγχρόνως
μάθαιναν κάτι πού δε μαθαίνεται στη νομική σχολή πώς να είναι κανείς ένας δυναμικός
και επιτυχημένος δικηγόρος. Ή μητέρα του Παύλου δεν έλειπε από τη συζήτηση.
Είχε, κι αυτή, αποκτήσει μία πρακτική πείρα πού της έδινε τη δυνατότητα να
καταλαβαίνει απόλυτα αυτές τις συζητήσεις, και ή αφοσίωση και ό θαυμασμός της για
τον άνδρα της έκανε το πρόσωπο της να λάμπει, όταν ό άνδρας της εξέφραζε τη
γνώμη του. Δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες να ξεφύγει κανείς απ' το νομικό κλάδο
σ' αυτή την οικογένεια. Έτσι, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι όλα τα παιδιά θα
συνέχιζαν την καριέρα του πατέρα και του παππού τους. Ό Παύλος θαύμαζε τη
μητέρα του και περίμενε ότι ή γυναίκα του θα
είχε την ίδια αφοσίωση σ' αυτόν, πού ή μητέρα
του είχε στον πατέρα του. Επίσης, ό Παύλος περίμενε ότι τη ζωή του με την
Αναστασία θα τη χαρακτήριζε ή ίδια συνοχή πού είχε ή πατρική του οικογένεια.
Ο Παύλος
τηλεφώνησε στην τροχαία πάλι, αλλά δεν είχαν καμιά είδηση για την Αναστασία.
Ευχόταν στο Θεό να μην έχει αποφασίσει να πάει στους γονείς της στα Γιάννενα.
Ήταν ή πρώτη φορά πού ή γυναίκα του τόλμησε να απομακρυνθεί για τόσο χρονικό
διάστημα από το σπίτι χωρίς να πει πού θα πάει- και γι' αυτό ό Παύλος άρχισε να
πανικοβάλλεται. Φαντάσθηκε όλες τις φοβερές τραγωδίες πού μολύνουν το μυαλό του
άνθρωπου, όταν βιώνει μια προσωπική θύελλα. Σκεφτόταν πώς θα έλεγε στα παιδιά ότι
ή μητέρα τους σκοτώθηκε σε ένα δυστύχημα το όποιο έγινε γιατί αυτός την είχε
διώξει από το σπίτι. Αισθανόταν σαν ένα μωρό πού είχε εγκαταλειφθεί από τη
μητέρα του.
Μετά από λίγη ώρα ό Παύλος άρχισε να σκέπτεται, ότι ή Αναστασία
ίσως είχε συνδεθεί με έναν άλλο άνδρα και ότι πήρε την τελική απόφαση να
συζήσει μαζί του. Αυτό ήταν μια υποψία και ένας φόβος πού τον βασάνιζε συχνά. Άρχισε
να θυμάται, ότι τις λίγες φορές και ώρες. πού ή Αναστασία είχε λείψει από το
σπίτι, δεν ήθελε να δώσει αναφορά για το πού ήταν. Το αίμα του ανέβηκε στο
κεφάλι. Προσπάθησε να εντοπίσει ποιος μπορεί να είχε «κλέψει» τη γυναίκα του και
άρχισε να συγκρίνει τον εαυτό του με όποιον ερχόταν στο μυαλό του. Κάθε φορά
όμως πού έκανε μια τέτοια σύγκριση, έβλεπε τον εαυτό του κατώτερο απ' τούς
άλλους. Έτσι, ή ζήλεια του και ή οργή του στρεφόταν διαρκώς εναντίον του εαυτού
του.
Στις δύο τη νύχτα
άκουσε το αυτοκίνητο τους να πλησιάζει στο σπίτι. Μόλις είδε την Αναστασία να
βγαίνει απ' το αυτοκίνητο, ανακουφίστηκε και οργίστηκε συγχρόνως, αλλά όταν την
είδε να κλαίει, ή οργή του μετατράπηκε σε τρυφερότητα. Ή Αναστασία ένιωθε ότι
χρειαζόταν τη στοργή πού έπαιρνε από τον παππού της, όταν ήταν μικρή και γύριζε
από το σχολείο. Έτσι, όταν είδε τον άνδρα της έπεσε στην αγκαλιά του και
έμειναν ό ένας στην αγκαλιά του αλλού για αρκετή ώρα.
Όταν ή Αναστασία
σταμάτησε να κλαίει, είπε: «Παύλε, ο τρόπος πού ζούμε δεν είναι σωστός. Διαρκώς
κατηγορεί ό ένας τον άλλο για ότι γίνεται στο σπίτι». «Ξέρω, έχεις κάποιον άλλο
και δε μου το λες», απάντησε ό Παύλος. «Γι' αυτό όλο ζητάς να βγαίνεις απ' το
σπίτι». Το πείσμα του έμοιαζε με το πείσμα ενός μικρού παιδιού πού έχει χάσει τον
καλλίτερο του φίλο.
«Όχι Παύλο, δεν έχω
κανέναν άλλο», απάντησε ή Αναστασία. «Αλλά θέλω να βγαίνω, γιατί δεν αντέχω τούτο
το σπίτι πια. 'Αντί να είναι ευχάριστο, το αισθάνομαι σαν να είναι φυλακή».
«Δηλαδή θέλεις να
πάρουμε διαζύγιο»; «Ήδη είμαστε χωρισμένοι. Ίσως ή μόνη διαφορά ανάμεσα σε μάς και
σ' αυτούς πού έχουν πάρει διαζύγιο, είναι ότι αυτοί έχουν περισσότερη τόλμη από
μάς. Δεν ξέρω αν αυτοί πονάνε περισσότερο από μάς, αλλά τουλάχιστον κάνουν κάτι
άλλο με τον εαυτό τους παρά να τσακώνονται διαρκώς».
Ό Παύλος έσπευσε να
δώσει μία λύση. «Θέλεις να δουλέψεις κάπου άλλου και να μη με βοηθάς στο
γραφείο;»
— «Παύλο, ή δουλειά δεν είναι το μόνο
πρόβλημα».
— «Ποιό είναι το πρόβλημα;»
— «Το πρόβλημα είναι ότι είμαστε
απομονωμένοι, όχι μόνο από άλλους ανθρώπους αλλά και μεταξύ μας. Δεν κάνουμε
τίποτε άλλο μαζί, παρά να δουλεύουμε και να βλέπουμε τηλεόραση».
— «Ποιος φταίει γι' αυτό; Εσύ λες ότι
είσαι διαρκώς κουρασμένη και τώρα γυρίζεις και μέχρι τις δύο το πρωί!»
Ό Παύλος άρχισε να
εκνευρίζεται και ή Αναστασία άρχισε να κλαίει πάλι λέγοντας: «Για δέκα χρόνια
προσπάθησα να μη σου χαλάσω χατίρι. Νόμισα ότι με αυτόν τον τρόπο θα είμαστε πιο
ευτυχισμένοι. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο. Φοβάμαι να κάνω το πιο μικρό βήμα,
χωρίς να είσαι κοντά μου και χωρίς την έγκριση σου. 'Αντί να αισθάνομαι σαν μια
γυναίκα, αισθάνομαι σαν ένα ανάπηρο παιδί».
Ό Παύλος προσπάθησε να
κατηγορήσει το φεμινιστικό
κίνημα, αλλά ή Αναστασία συνέχισε να εκφράζει .
παράπονα της:
«Ζούμε μέσα στην καρδιά
της πόλης, αλλά αισθάνομαι ότι ζούμε μόνοι μας σε ένα νησί. Δε φτάνει πού δε
μιλάμε μεταξύ μας, αλλά δε μιλάμε και με κανέναν άλλο.
Πνιγόμαστε! Το
καταλαβαίνεις; Όχι μόνο εμείς, αλλά και τα παιδιά μας» Μέχρι να τελειώσει ή Αναστασία,
ό άνδρας της είχε πέσει απ' τα σύννεφα. Ήξερε ότι ό γάμος του δεν πήγαινε καλά,
αλλά δεν περίμενε να ακούσει τη γυναίκα του να εκφράζει τόση δυσαρέσκεια.
«Δηλαδή εγώ φταίω για
όλα;», ρώτησε ό Παύλος μ' έναν απολογητικό τόνο.
«Όταν έφυγα με το
αυτοκίνητο έκλαψα πολύ και τελικά σταμάτησα να λυπάμαι τον εαυτό μου. Ξαφνικά
κατάλαβα ότι όλα αυτά τα χρόνια έριχνα την ευθύνη σε σένα για όλα τα προβλήματα
μας. Νομίζω ότι και οι δύο μας φταίμε, γιατί ζητάμε κάτι από τη σχέση μας πού δεν
μπορεί να μας δώσει. Κάτι πρέπει να αλλάξει. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι».
Ό Παύλος είχε μείνει
άφωνος. Κατάλαβε ότι όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι
δεν υπήρχαν προβλήματα στο γάμο τους. Κάπως πανικοβλημένος προσπάθησε πάλι να
σκεφτεί μία λύση. «Μήπως αυτό πού φταίει είναι ότι χρειαζόμαστε να ξεφύγουμε από
τη ρουτίνα μας; Μήπως μας λείπουν οι δικοί μας;»
«Όχι», απάντησε ή
Αναστασία, «χρειάζεται κάτι παραπάνω».
Ό Παύλος δεν ήθελε να
την ακούσει. «Ξέρω τί εννοείς. Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο πού ζούμε.
Χρειάζεται να κάνουμε κάτι καινούργιο».
Ή Αναστασία κράτησε την
αναπνοή της περιμένοντας την επόμενη πρόταση του άνδρα της. «Τί εννοείς; Τί
θέλεις να κάνουμε;»
«Να πάμε να μείνουμε
κοντά στους δικούς μας. Εάν είχα τα αδέλφια μου κοντά, νομίζω ότι δεν θα ήμουν
τόσο αυταρχικός και εσύ θα μπορούσες να έχεις περισσότερη βοήθεια για το σπίτι και
τα παιδιά».
Η Αναστασία είχε τις
επιφυλάξεις της, αλλά ήταν τόσο απελπισμένη, ώστε συμφώνησε λέγοντας, ότι θα ήταν
ευτυχισμένη με ότι θα ήταν ό Παύλος ευτυχισμένος.
Μετά από τρεις μέρες
ό Παύλος κατέληξε ότι δεν θα μπορούσαν να μετακομίσουν κοντά στους συγγενείς
τους για οικονομικούς και επαγγελματικούς λόγους. Όταν το ανακοίνωσε στην
Αναστασία, αυτή άρχισε να κλαίει: «Είμαστε παγιδευμένοι, παγιδευμένοι!» Σκέφτηκε
ότι θα έπρεπε να φύγει, αλλά μετά ένοιωσε ότι ήταν ανίκανη να τα καταφέρει μόνη
της, χωρίς τον Παύλο.
Μετά από λίγες
μέρες, ή Αναστασία πρότεινε να πάνε να μιλήσουν μ' έναν ψυχολόγο. «Έχω διαβάσει
ότι πολλοί άνθρωποι βρίσκουν βοήθεια με το να συζητήσουν τα προβλήματα τους με
κάποιον άλλον». Ό Παύλος ήταν αρκετά διστακτικός να μιλήσει με έναν ξένο για τα
οικογενειακά του προβλήματα. Για πολλές εβδομάδες είχε πολλές αντιρρήσεις, αλλά
στο τέλος δέχθηκε. Έκλεισαν μία συνάντηση με έναν ψυχολόγο και το ζευγάρι πήγε και
μίλησε μαζί του τρεις φορές.
Ή ζωή τους
βελτιώθηκε για λίγο διάστημα, αλλά ουσιαστικά δεν έγινε καμιά αλλαγή στις σχέσεις
τους. Τα προβλήματα τους (οι πολλές και έντονες διαφωνίες για σημαντικά και
ασήμαντα ζητήματα, ή έλλειψη εμπιστοσύνης, ή δυσκολία τους να εκφράσουν και να
ακούσουν ό ένας τα συναισθήματα του άλλου και ή έλλειψη κοινών και προσωπικών
ενδιαφερόντων) συνεχίσθηκαν. Παρόλο πού μιλούσαν γι' αυτά τα προβλήματα,
κανένας απ' τούς δύο δεν είχε την τόλμη να ριψοκινδυνεύσει την παραμικρή ανεξαρτησία
από τον άλλον και το κουράγιο να αποβάλει το φόβο και την ένοχη, πού υπόσκαπτε την
αυτοεκτίμηση του. Επίσης ό Παύλος και ή Αναστασία δεν μπορούσαν να αναπτύξουν
προσωπικά ενδιαφέροντα και να τα χαρούν μαζί. Παρόλο πού παρέμειναν πάντοτε μαζί,
οι σχέσεις τους, παρέμειναν ρηχές και επιφανειακές.
Ίσως το πιο θλιβερό είναι το
ότι για όλη τους τη ζωή προσπάθησαν να φανούν ενωμένοι και ευτυχισμένοι στον
κόσμο, αποκλείοντας μ' αυτόν τον τρόπο κάθε ευκαιρία για βοήθεια.
Δέκα χρόνια μετά απ'
αυτή τη φθινοπωρινή βραδιά, με τα πρωτοβρόχια, ή Αναστασία πέθανε από καρκίνο,
αναζητώντας μια ενότητα με τον Παύλο, πού δεν κατάφερε ποτέ να βρει.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΑΜΟΣ. ΠΑΠΑ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ -ΠΑΠΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Χοντροί, αγύμναστοι και καπνιστές: Μήπως οι καρδιολόγοι πρέπει πρώτα να κάνουν καλά τον εαυτό τους;
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΓΚΟΥΜΑΣ,
'Αν. Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής. Ευρωκλινική Αθηνών.
Όλοι γνωρίζουν πόση
σημασία έχει ό έλεγχος των γνωστών παραγόντων κινδύνου, όπως είναι το κάπνισμα,
ή αρτηριακή υπέρταση, ή ύπερλιπιδαιμία, ό σακχαρώδης διαβήτης, ή παχυσαρκία, ή
κακή διατροφή και ή έλλειψη φυσικής δραστηριότητας για την πρόληψη των παθήσεων
του καρδιαγγειακού συστήματος. Περισσότερο από όλους όμως και χωρίς καμία
αμφιβολία το γνωρίζουν οι ιατροί και ακόμα περισσότερο οι καρδιολόγοι: το
διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο, το διαβάζουν στα ιατρικά βιβλία και τα ιατρικά
περιοδικά, το ακούν στα ιατρικά συνέδρια. Αυτό πού είναι όμως εξαιρετικά
λυπηρό, είναι ότι αρκετοί από αυτούς δίνουν μικρή σημασία στις γνώσεις τους και
μέσα από έναν εντελώς ανθυγιεινό τρόπο διαβίωσης συγκεντρώνουν πάνω τους
σημαντικό αριθμό χαρακτηριστικών υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.
Τί είναι όμως αυτό
πού πρέπει πρώτα από όλα να κάνει ένας καρδιολόγος, προκειμένου να είναι σε
θέση να επηρεάζει περισσότερο τους ασθενείς του; Μήπως να κοιτάζεται συχνότερα στον
καθρέπτη; Κακά τα ψέματα, οι περισσότεροι καρδιολόγοι ζουν, τρέφονται και συμπεριφέρονται
έτσι ώστε πολύ δύσκολα επηρεάζουν τούς ασθενείς τους στο να τούς πείσουν να
υιοθετήσουν πρότυπα ζωής πού θα βελτιώσουν την υγεία τους. Όταν μελετήθηκαν οι
παράγοντες εκείνοι πού καθορίζουν το περιεχόμενο των συμβουλών πού δίνει ένας
ιατρός στους ασθενείς του, διαπιστώθηκε ότι τις καλύτερες συμβουλές έδιναν
εκείνοι οι ιατροί πού ακολουθούσαν πιο υγιεινούς τρόπους διαβίωσης. Έτσι, αυτοί
πού γυμναζόντουσαν ήταν πολύ πιθανότερο να ενθαρρύνουν τούς ασθενείς τους να
γυμνάζονται, ενώ αυτοί πού δεν κάπνιζαν προσπαθούσαν να πείσουν τούς ασθενείς
τους να διακόψουν το κάπνισμα με μεγαλύτερη θέρμη. Είναι φανερό δηλαδή ότι αυτό
πού είμαστε καθορίζει τόσο αυτό πού συμβουλεύουμε όσο και την
αποτελεσματικότητα της συμβουλής. Στη μελέτηPHYSICIANS HEALTH STUDYτο 38% από 85.000
άνδρες Ιατρούς ήσαν υπέρβαροι και 6% παχύσαρκοι. Στη γυναικεία μελέτη NURSE`S HEALTH STUDY, το 23% των
νοσηλευτριών ήσαν υπέρβαρες και το 5% παχύσαρκες. Σε μία σουηδική μελέτη μόνο το
57% των ιατρών γυμναζόντουσαν συχνότερα από 3 φορές το μήνα.
Ένα άλλο σημαντικό
στοιχείο είναι και ή λανθασμένη αντίληψη πού έχουν οι ίδιοι οι καρδιολόγοι για τον
εαυτό τους. Σε μία μελέτη με παιδίατρους το 40% ήσαν υπέρβαροι, όμως από αυτούς
πάνω από 50% πίστευαν ότι έχουν φυσιολογικό βάρος! Όταν μελετήθηκαν 3.200
Καναδοί ιατροί, το 91% υποστήριξαν ότι έχουν εξαιρετική υγεία όμως το 37% ήσαν
υπέρβαροι και το 8% παχύσαρκοι. Τα παραπάνω στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερη αξία από
τη στιγμή πού θα λάβουμε ύπ' όψιν μας το έξης; συχνά οι ιατροί ισχυρίζονται ότι
ό λόγος πού δεν συμβουλεύουν τούς ασθενείς τους να γυμνάζονται είναι ή έλλειψη
κινήτρων και θέλησης από την πλευρά του εξεταζομένου, όμως στοιχεία από μελέτες
δείχνουν ότι οι εξεταζόμενοι είναι πολύ περισσότερο επιδεκτικοί συμβουλών όταν
ό ιατρός τους έχει φυσιολογικό βάρος και περιγράφει με υπερηφάνεια τις δικές
του υγιεινές συνήθειες: το αν γυμνάζεται ή όχι ό ιατρός ίσως λίγο ενδιαφέρει τον
ασθενή, όμως ό ενθουσιασμός με τον οποίο μεταφέρονται τα μηνύματα για τα οφέλη της
γυμναστικής κάνει τα μηνύματα αυτά ιδιαίτερα ισχυρά και αποτελεσματικά.
Ένας άλλος παράγοντας
πού καθορίζει την αποτελεσματικότητα των ύγιεινοδιαιτητικων παρεμβάσεων στους
ασθενείς, είναι και τα μηνύματα πού στέλνονται από τα διάφορα νοσοκομεία. Έτσι,
συχνά οι ασθενείς γίνονται αποδέκτες αντικρουόμενων μηνυμάτων, όχι μόνο από
τούς ιατρούς τους αλλά και από νοσοκομεία, τα όποια, μέσα στις κτιριακές τους
εγκαταστάσεις φιλοξενούν ταχυφαγεία και καντίνες πού εμπορεύονται ανθυγιεινές
τροφές, αυτόματα μηχανήματα πού προσφέρουν αναψυκτικά ή πατατάκια και ακόμα
χειρότερα ταμπέλες, οι όποιες από τη μία κατεύθυνση παραπέμπουν στην
καρδιολογική κλινική και από την άλλη σε γνωστές αλυσίδες ταχυφαγείων. Σε μια
μελέτη πού έγινε σε αμερικάνικα νοσοκομεία διαπιστώθηκε ότι το 89% φιλοξενούσε στα
κτήρια τους κάποιο ταχυφαγείο και το κίνητρο βέβαια σε όλους να υπενθυμίζεται το
αίσθημα ευεξίας μπορούν να προσφέρουν
αυτά τα διαλείμματα στους ασκούμενους. Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον το
πρόγραμμα «περπατήστε με έναν ιατρό» πού οργάνωσε ό καρδιολόγος DAVID SABGIR στο Οχάιο.
Ενθάρρυνε τούς ασθενείς του να ασκούνται τακτικά με
περπάτημα και κάθε Σάββατο στις 8.30, μαζί με άλλους ιατρούς, έπαιρνε και αυτός
μέρος σε οργανωμένους περιπάτους, προσφέροντας ταυτόχρονα μετρήσεις της
αρτηριακής πίεσης και συμβουλές για υγιεινή διατροφή και ιατρικά θέματα. Το
πρόγραμμα αυτό είχε σημαντική επιτυχία και μεγάλη συμμετοχή.
Το κάπνισμα είναι
άλλη μια καταστροφική συνήθεια και εξάρτηση πού συναντάται σε μεγάλο αριθμό
ιατρών. Στην Ελλάδα έχουμε το προνόμιο, μαζί με την Τουρκία, να διαθέτουμε τα
υψηλότερα ποσοστά ιατρών-καπνιστών. Όμως. Οι ιατροί αυτοί φαίνεται να ξεχνούν
πόσο σημαντικό είναι να είναι πειστικοί όταν συμβουλεύουν τούς ασθενείς τους.
Ό
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το περιγράφει με σαφήνεια: «Ή παροχή συμβουλής και
θεραπείας από τούς γιατρούς μπορεί να αποτελεί μείζονα παράγοντα στο κατά πόσον
ένα πρόσωπο προσπαθεί και επιτυγχάνει να διακόψει το κάπνισμα. Οι εργαζόμενοι στην
υγεία λειτουργούν ως υποδείγματα και ως εκπαιδευτές για τούς ασθενείς τους,
συνεπώς θα πρέπει να δίνουν το καλό παράδειγμα απέχοντας από το κάπνισμα». Δεν
είναι καθόλου σύμπτωση ότι. όταν σε μία μικρή χώρα της Νοτίου Αμερικής, την
Ουρουγουάη, εκλέχτηκε ως πρόεδρος ένας ιατρός, κατέστη δυνατή ή εφαρμογή μιας από
τις ισχυρότερες πολιτικές έλεγχου του καπνίσματος: Ό ιατρός TABARE VAQUEZ οικολόγος, ανέλαβε την προεδρία το 2005 και μετέτρεψε ένα έθνος μόλις
3.5 εκατομμυρίων ανθρώπων σε ένα εξαιρετικό παράδειγμα για τον περιορισμό της
κατανάλωσης τσιγάρων.
Απαγόρεψε το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους, αύξησε τη
φορολογία και άρα την τιμή των τσιγάρων, απαγόρεψε τη διαφήμιση, τις χορηγίες και
γενικά οποιαδήποτε μορφή προώθησης των προϊόντων καπνού από τις εταιρείες,
περιόρισε τη χρήση παραπλανητικών λέξεων στα πακέτα των τσιγάρων και, τέλος,
έκανε ευρέως διαθέσιμα τα προγράμματα και τα προϊόντα διακοπής του καπνίσματος.
Και, βέβαια, ήταν απόλυτα αναμενόμενη και ή αντεπίθεση της βιομηχανίας καπνού με
την PHILLIP MORRIS να κάνει αγωγή στην
κυβέρνηση, όχι τόσο γιατί ή Ουρουγουάη είναι μία σημαντική αγορά γι` αυτούς, όσο
για να αποτρέψει τη διάδοση αντίστοιχης πολιτικής και σε άλλες χώρες.
Ό
επόμενος στη σειρά για να αντιμετωπίσει την οργή και πιθανόν μια αναμενόμενη
αγωγή της βιομηχανίας καπνού είναι ή κυβέρνηση της Αυστραλίας, ή οποία σύντομα θα
ψηφίσει νόμο ό όποιος θα αναγκάζει την πώληση των τσιγάρων σε λευκά πακέτα. Μέσα
σε όλα αυτά, είναι φανερό πόσο σημαντικός είναι ό ρόλος των επαγγελματιών της
υγείας στη μάχη εναντίον της τακτικής της βιομηχανίας καπνού, πού δε θα
σταματήσει ποτέ να πολεμά αυτούς πού προωθούν αλλαγές και δε θα σταματήσει ποτέ
να προσπαθεί να επεκτείνει την αγορά του καπνού με οποιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο
μέσο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.. ΣΤΟΥΣ
ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΤΕΥΧΟΣ 231. ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΑΣ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




