Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ.







Ό όσιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής, άνδρας μεγάλης αγιότητας, συζητώντας κάποτε με μερικούς χριστιανούς γιά την ωφέλεια της ψυχής, διηγήθηκε τό εξής περιστατικό:


«Ζούσε στήν Κωνσταντινούπολη ένας νεαρός, πού τόν έλεγαν Βασίλειο. Δούλευε σ’ ένα ραφτάδικο, γιατί ήταν καλός ράφτης. Ήταν, όμως, καί αισχρολόγος καί ακόλαστος. Τό αφεντικό του, πού λεγόταν Πατρίκιος, άνθρωπος καλοσυνάτος καί σεμνός, συχνά τόν συμβούλευε να διορθωθεί, άλλά μάταια. Όταν τόν έστελνε σε εξωτερικές εργασίες, εκείνος εκμεταλλευόταν τίς  ευκαιρίες γιά να διαπράττει σαρκικές αμαρτίες. Ό πανάγαθος Κύριος, όμως, οικονόμησε τή σωτηρία του μ’ έναν θάνατο εξιλεωτικό.



»Ήταν τότε πού σ’ όλη τή χώρα είχαν πέσει πείνα καί βαρυχειμωνιά. Όλοι άρχισαν να διώχνουν τούς υπαλλήλους, τούς υπηρέτες, ακόμα καί τούς δούλους τους, γιατί δεν είχαν ούτε να τούς πληρώσουν ούτε να τούς θρέψουν. Αναγκάστηκε καί ό Πατρίκιος να απολύσει τό προσωπικό του.
»Ό Βασίλειος βρέθηκε στον δρόμο. Την πρώτη κιόλας μέρα πούλησε τόν χιτώνα του γιά ν’ αγοράσει ψωμί. Ύστερα, σιγά-σιγά, πούλησε καί ότι άλλο είχε. Στο τέλος άρχισε να ζητιανεύει, γυρνώντας μισόγυμνος έδώ κι κει, θρηνώντας γιά την κατάντια του καί τρέμοντας από το κρύο. Τόσο φαρμακερή ήταν ή παγωνιά, πού τά χέρια του καί τά πόδια του άνοιξαν κι άρχισαν να τρέχουν αίμα, ενώ λίγο αργότερα νεκρώθηκαν κι έπεσαν τά δάχτυλά του. Ή κατάστασή του χειροτέρευε μέρα μέ τή μέρα.



 Εκείνος, όμως, την υπέμενε καρτερικά, αναγνωρίζοντας την ώς τιμωρία γιά τίς αμαρτίες του. Τίποτα’ άλλο δεν έλεγε, παρά μόνο “Δόξα σοι, ό Θεός”. Έμεινε έτσι δύο μήνες στον δρόμο, κρυώνοντας, πεινώντας καί πονώντας αφόρητα, αλλά καί θρηνώντας γιά τίς αμαρτίες του.


»Κι ένα πρωί, ένώ πια ό Βασίλειος, ευχαριστώντας καί δοξάζοντας πάντοτε τόν Κύριο, είχε σωριαστεί σ’ ένα σοκάκι της πόλης καί περίμενε τόν θάνατο, πέρασε από ’κει κάποιος ευσεβής άνθρωπος, πού λεγόταν Νικηφόρος. Μόλις τόν είδε, τόν συμπόνεσε καί τόν πήρε στο σπίτι του, όπου τού πρόσφερε στοργικά κάθε περιποίηση καί ανάπαυση. Εκεί έμεινε ό Βασίλειος δύο εβδομάδες, ώσπου, ένα Σάββατο πρωί, άρχισε ξαφνικά να λέει:
»— Καλώς ορίσατε, άγιοι άγγελοι! Λιγάκι μόνο περιμένετε, καί φεύγουμε.
»— Έλα αμέσως, τού είπαν εκείνοι, γιατί σε καλεί ό Κύριος.
»— Κάνετε λίγη υπομονή, τούς παρακάλεσε ό Βασίλειος, γιατί ό τάδε μου δάνεισε δέκα οβολούς, καί πρέπει να τούς δώσω πίσω. Διαφορετικά, ό πονηρός άρχοντας τού αέρα μπορεί να μέ σταματήσει καί, μέ πρόφαση τό χρέος, να μέ γκρεμίσει στήν άβυσσο.


»0ί άγγελοι δεν έφεραν άλλη αντίρρηση. Ό Νικηφόρος, πού δεν έβλεπε τούς άγγέλους άλλά άκουγε τόν Βασίλειο, φώναξε αμέσως μιαν υπηρέτρια του, της έδωσε τούς οβολούς καί της είπε να τούς πάει στον δανειστή τού ετοιμοθάνατου. Εκείνος τότε σήκωσε τά χέρια του ψηλά, δόξασε τόν φιλάνθρωπο Θεό μ’ όση δύναμη είχε ακόμα καί παρέδωσε τό πνεύμα του στούς άγγέλους».


Ένας ασκητής επίσκοπος, εκδ. 'Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 201513, σελ 193-196.

Δεν υπάρχουν σχόλια: