Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Η έρημος και η προσευχή για τον κόσμο κατά τον καιρό του πολέμου.

ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.


Επιστολή 53


Η διακονία του.

The Old Rectory

23 Απριλίου 1975

Αγαπητοί μου, καλοί μου, προσφιλείς μου συγγενείς!

Υποθέτοντας ότι το γράμμα μου θα φθάσει σε σας τις παραμονές του Πάσχα, στέλνω ήδη τώρα τις καλύτερες ευχές μου και σας χαιρετίζω όλους με τον αρχαίο, αλλά μη παλαιούμενο χαιρετισμό: «Χριστός Ανέστη»!

Τι εξαιρετικό δώρο ήταν για μας, να σας επισκεφθούμε ακόμη μία φορά! Μου δόθηκε περισσότερος καιρός να μιλήσω μαζί σας, να δω τα αγαπητά πρόσωπά σας, να ακούσω τα τρυφερά σας λόγια, να δεχθώ τόσο ολοφάνερες πολλές εκδηλώσεις της αγάπης σας και της ασύγκριτης φιλοξενίας σας. Με πόσο θαυμαστό τρόπο διαφυλαχθήκατε όλοι ζωντανοί μετά από τις απίστευτες δοκιμασίες που έπεσαν στη μοίρα σας, ιδιαίτερα τον καιρό του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Για μένα η περίοδος του πολέμου συνέπεσε με τον καιρό της διαμονής μου στην έρημο.

 Κατάλυμά μου ήταν ένα σπήλαιο με απόκρημνες πλευρές, σχεδόν κατακόρυφους βράχους, πάνω στους οποίους κτυπούσαν κατά τις θυελλώδεις ημέρες και νύκτες τα κύματα της θάλασσας, και τα κτυπήματά τους τα αισθανόμουν ενώ ήμουν ξαπλωμένος στη σκληρή κλίνη μου.

 Τους φρικαλέους εκείνους για την Ευρώπη χρόνους η θάλασσα ησύχασε από τα πλοία, τα καράβια και τα καΐκια, ενώ εγώ είχα μεγαλύτερη  ησυχία, παρά όσο ήταν δυνατό κατά τους χρόνους πριν από τον πόλεμο.


Ώ, ήταν καιρός έντονης προσευχής για την ειρήνη όλου του κόσμου, ιδιαίτερα για τη Ρωσία. Άκουγα επανειλημμένα ότι οι Γερμανοί είχαν σκοπό να τελειώσουν με τη Ρωσία. Οι αξιωματικοί τους δεν έκρυβαν τα σχέδια τους για γενοκτονία: Να μοιράσουν τα κατακτημένα εδάφη στους στρατιώτες που πολεμούσαν στο «Ανατολικό» (για τους Γερμανούς) μέτωπο, αφήνοντας από όλον τον πληθυσμό της Ρωσίας γύρω στα τριάντα εκατομμύρια εργάτες για τη γη, χωρίς δικαίωμα για  μόρφωση, εφόσον θεωρούσαν τους Ρώσους υπανθρώπους και εργατικά κτήνη. Χιλιάδες φορές ευτυχώς που ο Θεός δεν επέτρεψε και οι Γερμανοί δεν επικράτησαν.

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη με παντός είδους εγκλήματα, αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία από τους πολέμους, από τους παγκοσμίους πολέμους, προπαντός της εποχής μας, όπου όλοι οι άνθρωποι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παρασύρονται στην «αδελφοκτονία»· σήμερα οι μεν «χαίρονται» γιατί φονεύθηκαν εκατοντάδες χιλιάδων, και εκατομμύρια ακόμη της άλλης πλευράς· αύριο αυτοί που υπέφεραν χαίρονται, γιατί εκδικήθηκαν τους δολοφόνους. 

Έτσι λοιπόν όλη η γη καλύπτεται από το σκοτάδι του καταχθόνιου μίσους, το Πνεύμα το Άγιο εγκαταλείπει τις ψυχές των ανθρώπων και η απόγνωση σκηνώνει στις καρδιές τους. Πέρασαν τριάντα χρόνια, αλλά η ειρήνη ακόμη δεν κατορθώθηκε και το σκοτάδι ακόμη δεν διαλύθηκε και το φως της αγάπης ακόμη δεν καταυγάζει τη γη.


Εκείνα τα εφιαλτικά χρόνια προσευχόμουν εντατικά, ιδιαίτερα κατά τις νύκτες. Με ένταση θρηνούσα στις προσευχές μου υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, περισσότερο όμως για τη Ρωσία, για τον ρωσικό λαό, που τον απειλούσε ο μεγαλύτερος κίνδυνος μιας σχεδόν ολοσχερούς καταστροφής .


Τις μέρες αυτές αφιερώνω όλες τις δυνάμεις και τον χρόνο μου στην υπηρεσία κυρίως των ανθρώπων που πάσχουν, των απελπισμένων, των συντετριμμένων από τη φτώχια και την καταφρόνηση εκ μέρους αυτών που τους περιβάλλουν και τα παρόμοια. Η εμπειρία της ερήμου με βοηθά στη διακονία μου. Αν εγώ ο ίδιος δεν γνώριζα τέτοια φτώχια, που για τις σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες είναι ασύλληπτη, δεν θα μπορούσα να συναντώ τους φτωχούς και εξουθενωμένους (και είναι η πλειονότητα από αυτούς που υπηρετώ) με τέτοιον ειλικρινή σεβασμό για το πρόσωπό τους και κατανόηση των παθημάτων τους, που τώρα μου δίνονται. 

Στη σπηλιά, με τον γυμνό βράχο πάνω από το κεφάλι μου και γύρω μου, στην ήσυχη νύχτα, το πνεύμα μου ήταν ελεύθερο να βλέπει όλο τον κόσμο από τη στιγμή της δημιουργίας ως την έσχατη ώρα της ιστορίας, αλλά και εκείνον που προηγείται του κόσμου αυτού, και εκείνον που κείται πέρα από τα γήινα όρια του χρόνου. Αν δεν είχα γνωρίσει στην έρημο την «πολυτέλεια» να συγκεντρώνεται η σκέψη μου στα κρίματα του ανθρώπου και το νόημα του ερχομού του στον κόσμο, δεν θα μπορούσαν να βοηθήσω τους διανοούμενους ανθρώπους (και από αυτούς υπάρχουν επίσης πολλοί) με λεπτή καρδιά, που αναζητούν διέξοδο από την κατάσταση που δημιουργήθηκε στον κόσμο για τους ίδιους και για όλη την ανθρωπότητα.  Έτσι μένω τώρα στην κατάσταση της πιο βαθειάς ευγνωμοσύνης προς την Θεία Πρόνοια για εμένα· για τις δύσκολες ημέρες περισσότερο από τις εύκολες, διότι από τα παθήματα γεννιέται η σοφία.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ. ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.


Ο ΑΣΚΗΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΤΟ ΣΕΜΝΩΜΑ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΓΕΡΩΝ ΠΑΙΣΙΕ.


An Appeal from the Primate of the Antiochian Orthodox Church



A countless number of Christians and Muslims are victims of the violence; the hospitals are full with injuries and the pain is endless. Syrians, in spite of their religious backgrounds, have the right to live in their country with pride and dignity. During the past fifteen months, we have lost many people and a large number of Syrians were forced to evacuate from their homes. Christians had to flee their towns, cities and everything they own, and our beloved priests had to leave their churches.

We call all Syrians, in the name of God, to accept each other and live as one nation in our beloved Syria, the cradle of prophets and religions. We urge the United Nations and all Arab organizations to understand and respect our beloved country and to work together in order to achieve peace and stability in Syria.

Ignatius IV
Patriarch of Antioch and All the East






Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ. ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ 40 ΗΜΕΡΩΝ. ΑΦΙΕΡΩΜΑ.

Ο ΓΚΟΥΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ.


ΠΕΡΙ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ . ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.



- Ο Χριστιανισμός είναι τόσο μεγάλος ώστε αρνείται κανείς και να τον πιστεύση, όπως έγινε μετά την Ανάσταση του Χριστού  “οι μεν προσκύνησαν, οι δε εδίστασαν”. Δεν εδίστασαν από έλλειψη αγάπης, ούτε από απιστία, αλλά από αίσθης του μεγαλείου. Στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού οι δίκαιοι θα εκπλαγούν, αλλά το ίδιο και οι αμαρτωλοί θα εκπλαγούν. Οι μεν γιατί δεν ανέμεναν να σωθούν, οι δε γιατί δεν ανέμεναν να καταδικασθούν.

- Εάν η μνήμη του θανάτου καθαρίζη τον άνθρωπο, πόσο μάλλον καθαρίζει ο θάνατος, δηλαδή η έλευση του θανάτου, όταν αυτό γίνεται με μετάνοια.

- Σε όλη μας την ζωή περνάμε το δικαστήριο, την κρίση.

- Τα τελώνια για τα οποία γράφουν οι Πατέρες είναι σύμβολα μιας πραγματικότητος. Οι Πατέρες τα εννούν ως εξής: Μετά την πτώση του ανθρώπου, η ψυχή τρέφεται από το σώμα, δηλαδή οι υλικές απολαύσεις την ψυχαγωγούν. Μετά όμως τον θάνατο, αυτά τα σωματικά πάθη που ψυχαγωγούσαν την ψυχή, τα οποία δεν υπάρχουν, λόγω του χωρισμού της ψυχής και του σώματος, πνίγουν ασφυκτικά την ψυχή. Αυτά είναι τα τελώνια και η κόλαση. Ο αββάς Δωρόθεος λέγει ότι κόλαση είναι να κλεισθή κανείς τρεις ημέρες στο δωμάτιο χωρίς φαγητό, ύπνο και προσευχή. Τότε μπορεί κανείς να καταλάβη τι είναι κόλαση.

- Όταν ο άνθρωπος αποκτά μνήμη θανάτου, τότε καταλαβαίνει το παράλογο της αποκτήσεως και συσσωρεύσεως υλικών αγαθών.


- Οι δίκαιοι στην Δευτέρα Παρουσία θα λένε: “Πότε Κύριε, κάναμε αυτό, πότε κάναμε το άλλο;”. Δεν θα ξέρουν τι καλό έκαναν, διότι πέρασαν όλη την ξηρασία της παρούσης ζωής με υπομονή και πίστη, εμπιστεύθηκαν τους λόγους της Αγίας Γραφής.


- Παράδεισος είναι η Χάρη – Βασιλεία του Θεού. Ο Θεός στέλνει συνεχώς την Χάρη Του και μας καλεί σε αυτήν την ζωή. Όσοι περιφρονούν τον Θεό και Τον διώχνουν, τότε κατά την Δευτέρα Παρουσία Του θα δουν τι Θεό έδιωχναν και θα κατακαίωνται. Όσοι ζουν τώρα εν Θεώ, τότε θα ευφρανθούν.

 - Έχουμε έναν τόσο πλούσιο Θεό, που έχει τόσο μεγάλη Χάρη, και όμως ζούμε τόσο φτωχά. Λυπούμαστε για το παραμικρό, αυτό είναι κατάντημα. Έπρεπε να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι. Έπρεπε η ζωή μας να είναι διαρκώς μια καθημερινή έκπληξη. Δεν υπάρχει μέρα που να μην μας δίνη ο Θεός μια καινούρια αίσθηση της αιωνίου ζωής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ»
Βίος και πολιτεία του Γέροντος Σωφρονίου του ησυχαστού και θεολόγου


ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΠΑΙΔΙΑ. Γ. ΠΑΙΣΙΟΣ


Ο ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΟΠΤΙΑ ΤΟΥ.



 Η διδασκαλία της Εκκλησίας, καρπός εμπειρίας


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αντιμετωπίζοντας τους αρειανούς που αρνούνταν την θεότητα του Χριστού, αλλά και τους Ευνομιανούς που υποστήριζαν ότι όχι μόνον ο Λόγος, αλλά και ο άνθρωπος γνωρίζει την ουσία του Θεού, αναφέρει μεταξύ των άλλων και την δική του αποκαλυπτική θεοπτία, ότι δηλαδή έλαβε εντολή – πληροφορία από τον Θεό να ανέλθη στο όρος, να εισέλθη στην νεφέλη και να Τον πλησιάση, και υπακούοντας ανέβαινε με προθυμία και αγωνία. Και στην συνέχεια κάνει μια καταγραφή της προσωπικής του εμπειρίας, ότι ανέβηκε στο όρος, διέσχισε την νεφέλη, αποσύρθηκε από την ύλη και τα υλικά και συγκεντρώθηκε όσο ήταν δυνατόν στον εαυτό του. Τότε μόλις πρόλαβε να δη τα οπίσθια του Θεού, δηλαδή την ενανθρώπηση του Λόγου. Έπειτα έσκυψε λίγο και δεν είδε την ακήρατη φύση της Αγίας Τριάδος, δηλαδή την ουσία Της, που είναι γνωστή μόνον στην Αγία Τριάδα, αλλά την εξωτερική, δηλαδή την ενέργειά Της που φθάνει σε μας .

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
«Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ»
Βίος και πολιτεία του Γέροντος Σωφρονίου του ησυχαστού και θεολόγου


ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ.


ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ.


Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΣΠΙΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Ενορία Αγίου Νικολάου Σιάτιστας- ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΒΙΩΣΕ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ.



Συνοπτική παρουσίαση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός έκανε ο Γέροντας σε λόγο-ομιλία του στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού «Περί του Θαβωρίου Φωτός». Ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε κατά πάσα πιθανότητα στο Παρίσι, μετά την επιστροφή του από το Άγιον Όρος. Με τον λόγο αυτό αναλύεται η φράση των Ευαγγελιστών σχετικά με την αποκάλυψη της δόξης του Χριστού: «Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα· Ούτός εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν Ώ ευδόκησα· Αυτού ακούετε» (Ματθ. ιζ’, 5).


Ο λόγος αυτός είναι καταπληκτικός. Όσες φορές τον διαβάζω μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί αφ’ ενός μεν είναι εφάμιλλος των λόγων-ομιλιών των αγίων Πατέρων, διότι καταγράφει το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού μέσα από την προσωπική πείρα, αφ’ ετέρου δε στην πραγματικότητα είναι μια «αυτοβιογραφία» του Γέροντος Σωφρονίου .
Διαβάζοντας το κείμενο αυτό διακρίνουμε ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος θέτει τις θεολογικές βάσεις του γεγονότος αυτού και στο δεύτερο αναλύει πώς κάποιος ασκητής  του ανέλυσε τα σχετικά με την Μεταμόρφωση του Χριστού. Προφανώς ο ασκητής αυτός είναι ο ίδιος ο Γέροντας, ο οποίος θέτει μερικά ερωτήματα και απαντά ο ίδιος σχετικά  με το μεγάλο αυτό γεγονός. Και αυτό το έκανε για να κρύψη την μεγάλη εμπειρία που είχε δεχθή από τον Θεό των Φώτων.


Στο πρώτο μέρος ο Γέροντας προτρέπει τους ακροατές του να παραβλέψουν εκείνη την ώρα την μηδαμινότητά του και να κλείστουν τους οφθαμλούς τους στην αμάθεια και το άκομψη του λόγου του και να τον θεωρήσουν ως έναν απλό κήρυκα.

Έπειτα, αναφέρεται στην μεγάλη δωρεά που έχουν λάβει οι Χριστιανοί με το Βάπτισμα, το Χρίσμα, την θεία Ευχαριστία, τον θείο λόγο και την ζωή της Εκκλησίας. Στην συνέχεια κάνει λόγο για την «ακόρεστον πείναν και άσβεστον δίψαν θεογνωσίας» που διακρίνει τους ανθρώπους. Η ορμή του ανθρώπου προς τον Θεό αυξάνεται μετά την θεωρία του Θεού, έως ότου ο άνθρωπος «εμπλησθή της Ακορέστου Τροφής», ώστε το Φως και η ψυχή να γίνουν ένα, που προκαταγγέλλει την θέωση του ανθρώπου στην θεία δόξα.
Η Μεταμόρφωση του Χριστού «αποτελεί στερεόν θεμέλιον της ελπίδος δια την μεταμόρφωσιν της ζωής ημών όλης» –που τώρα είναι γεμάτη κόπο, ασθένεια και φόβο– στην άφθαρτη και θεοειδή ζωή.

Χρειάζεται αγώνας εκ μέρους του ανθρώπου. Οι Πατέρες διήνυσαν αυτήν την οδό. Στην ζωή μας πρέπει να επαναληφθή ό,τι έγινε στην ζωή του Χριστού και αυτή η ζωή είναι κοινή για όλους. Πρέπει να διέλθουμε από τους πειρασμούς του Χριστού, την καταδίωξη, την μεταμόρφωση, το πάθος, την σταύρωση σε αοράτους σταυρούς, τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη. Δεν χρειάζεται δειλία, διότι αυτό γίνεται με την δύναμη του Χριστού.
Αυτά είναι τα ρήματα της αιωνίου ζωής, «των Αποστόλων το κήρυγμα» και «των Πατέρων τα δόγματα», η ασάλευτη ελπίδα, το θεμέλιο της πίστεώς μας, «το μόνιμον πολίτευμα της ζωής του πνεύματος ημών». 

Πάντοτε υπάρχουν μάρτυρες αυτής της ζωής, οι οποίοι ακολουθούν τον Χριστό στο Θαβώρ, τον Γολγοθά, το Όρος των Ελαιών, όχι με την σοφία του κόσμου τούτου και με υπερήφανη παρρησία, «αλλά μετά φόβου και τρόμου, ως ανάξιοι  της αναβάσεως και οράσεως ταύτης», με την ελπίδα όμως ότι και σ’ εμάς τους αμαρτωλούς μπορεί να λάμψη το αΐδιο Φως της Θεότητος, «κατά την άμετρον αγαθότητα του Ουρανίου Πατρός».


Στο δεύτερο μέρος του λόγου του ο Γέροντας, παρουσιάζοντας την σημασία του μεγάλου γεγονότος της Μεταμορφώσεως του Χριστού για την ιστορία του κόσμου, αναλύει το πώς προετοιμάσθηκαν οι Μαθητές γι’ αυτήν την θεοπτία, τί έγινε κατά την διάρκεια της «Θαβωρίου Θεοφανείας» και τί ακολούθησε στην πράξη του Χριστού και στην συνείδηση των Αποστόλων που υπήρξαν μάρτυρες της Μεταμορφώσεως. Πέραν των άλλων, το κείμενο αυτό είναι και ένα δείγμα ορθοδόξου ερμηνευτικής της Αγίας Γραφής, αφού ερμηνεύονται τα όσα συνέβησαν στο όρος Θαβώρ με βάση την παρόμοια πείρα του ερμηνευτού.

Το σημαντικό όμως, είναι ότι ο Γέροντας, όπως αναφέραμε πιο πάνω, θέτει την όλη ανάπτυξη του θέματος αυτού στα λόγια ενός εμπείρου ασκητού, ο οποίος, όπως πιστεύει, «πολλάκις ηξιώθη της οράσεως του Φωτός τούτου». Ασφαλώς πρόκειται για περιγραφή που κάνει ο ίδιος ο Γέροντας και την βάζει στο στόμα του «ανωνύμου» ασκητού, σύμφωνα με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: «οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων …» (Β’ Κορ. ιβ’, 2). Αυτό φαίνεται από όσα γράφονται σε άλλα κεφάλαια του παρόντος βιβλίου. Οι εμπειρίες ταυτοποιούνται στο πρόσωπο του Γέροντα.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος στον λόγο του λέγει ότι συζήτησε με κάποιον ανώνυμο θεωρό της δόξης του Θεού, κατά την ημέρα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Χριστού, και ο οποίος του έλυσε τρεις ερωτήσεις-απορίες.
Η πρώτη ερώτηση είναι: «Εις τί έγκειται η φωτεινή αύτη νεφέλη, ήτις περιέλαμψε κατ’ εκείνην την νύκτα το Άγιον Θαβώρ;».

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αναφέρεται στο μυστήριο του Θαβωρίου Φωτός, δηλαδή «πώς τούτο οράται και πώς είναι δυνατόν να αποκτήση τις την δωρεάν ταύτην».
Ο ασκητής εκείνος του ανέφερε ότι, όταν ήταν νέος, το Φως αυτό εμφανιζόταν σε αυτόν «ασαφώς, εις βραχείας στιγμάς», άλλοτε ως «ακατάληπτος πυρίνη φλοξ» που έκαιγε την καρδιά του με την αγάπη και άλλοτε «ως απαύγασμά τι» που διείσδυε με  την λάμψη του στον νου του κατά την διάρκεια της προσευχής, ιδίως στον Ναό. «Αλλ’ ημέραν τινα, κατόπιν εκτενούς, κατά την διάρκεια πολλών μηνών, διαπύρου προσευχής συνοδευομένης υπό βαθείας λύπης δια την αθλιότητα αυτού, το φως τούτο κατέβη ιλαρώς επ’ αυτόν και παρέμεινε μετ’ αυτού τρεις ημέρας». Με την θέα του ακτίστου Φωτός έγινε υπέρβαση του θανάτου και γέμισε με την χαρά της εκ νεκρών αναστάσεως, γι’ αυτό και ονόμασε το φως αυτό «πρωΐαν αναστάσεως». Τότε ζούσε στον κόσμο μεταξύ των ανθρώπων. Αργότερα, όμως, όταν έγινε μοναχός και λειτουργός «πολλάκις συνέβαινε η προσευχή αυτού να μεταβάλληται εις θεωρία φωτός, ούτως ώστε να μη αισθάνηται τότε ούτε το σώμα αυτού, ούτε τον περιβάλλοντα αυτόν υλικόν κόσμον».
Ο θεόπτης ασκητής ανέλυε ότι το Φως είναι «άνωθεν ευδοκία», έρχεται «απροσδοκήτως», φέρει «εις την ψυχήν γλυκείαν απορίαν» και εξάγεται ο άνθρωπος από το ζοφερό σκότος στις απέραντες εκτάσεις που φωτίζονται από τον ήλιο.
Καίτοι το Φως αυτό είναι αναλλοίωτο κατά την φύση του, εν τούτοις οι ενέργειές του ποικίλλουν, ήτοι βιώνονται ως αίσθηση αγάπης Χριστού, συμπαράσταση θείας δυνάμεως, ανεκλάλητη κίνηση αιωνίου ζωής, «φως συνέσεως ή υπερνοητή νοερά όρασις του Θεού». 

Άλλοτε το Φως εκχέεται αφθονώτερο και γεμίζει όλο τον άνθρωπο.
Στην συνέχεια ο ασκητής παρέτεινε τον λόγο του και ερμηνεύοντας την Θαβώρια εμπειρία, που είχαν οι Απόστολοι, ανέλυσε τί και πώς έγινε αυτό.
Πράγματι υπάρχει μια σταδιακή πορεία αναβάσεως των Αποστόλων και των ανθρώπων προς την μέθεξη της δόξης του Θεού.

Οι Μαθητές στηρίχθηκαν στην πίστη-ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Ζώντος Θεού, όπως το ομολόγησε ο Πέτρος.
Μετά την ομολογία ακολούθησε η σιωπή, αφού οι Ευαγγελιστές δεν παρεμβάλλουν κανένα γεγονός μεταξύ της ομολογίας του Αποστόλου Πέτρου, που έγινε στην Καισάρεια της Φιλίππου, και της αναβάσεως στο Θαβώρ, δηλαδή μια ολόκληρη εβδομάδα.
Ο Χριστός είναι Φως, διέμεινε στο Φως, χωρίς να φαίνεται από τους Μαθητές. Η φανέρωσή Του, όμως, έγινε κατά την διάρκεια  της προσευχής, η οποία ήταν ομοία με την προσευχή Του στην Γεθσημανή.
Οι Μαθητές εξαντλήθηκαν σε μια τέτοια προσευχή, παρά ταύτα με την εσωτερική προσευχή τους είδαν την δόξα του Χριστού και τους δύο άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία. Αυτή η θεωρία βύθισε τους Αποστόλους «εις ανέκφραστον έκπληξιν και μακαρίαν απορίαν». Μέχρι τότε η όραση του πνευματικού κόσμου και του θείου Φωτός από τους Αποστόλους συνδυαζόταν με τις παραστάσεις του περιβάλλοντος αισθητού κόσμου.
Όμως, στην συνέχεια αυξήθηκε το Φως και ανύψωσε τους Μαθητές πέραν παντός ορατού και προσκαίρου εις τα αόρατα και αιώνια. Τους επεσκίασε νεφέλη που ήταν το φως και η πνοή του πνεύματος, το οποίο εισήγαγε τους Αποστόλους «εις τον κόσμον του φωτός του ακτίστου, του ατρέπτου, του ανεσπέρου, του αναλλοιώτου, του απεράντου, του υπερουρανίου» και εξαφάνισε τις παραστάσεις τους που προέρχονται από τις μορφές του κόσμου τούτου. Δηλαδή, στην αρχή έβλεπαν το Φως που προχεόταν από το Σώμα του Χριστού, που ήταν πηγή του ακτίστου Φωτός, αλλά και τον περιβάλλοντα κόσμο. Μετά όμως ανέβηκαν σε υψηλότερη θεωρία και χάθηκε ο περιβάλλων κόσμος.
Οι Απόστολοι εισήχθησαν δια του Αγίου Πνεύματος στην «θεωρία της απεριγράπτου Θεότητος του Ιησού Χριστού» και άκουσαν την άϋλη και απρόσιτη φωνή του Πατρός: «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός». Αυτό «υπήρξε η υπερτάτη στιγμή ολοκλήρου του θαβωρίου γεγονότος».
Ερμηνεύοντας αυτό το γεγονός ο ασκητής εκείνος ανέφερε ότι, καίτοι ήταν μεγάλη και υψίστη η όραση των Αποστόλων, όμως ακόμη δεν ήταν τελεία, διότι δεν ήταν ικανοί να δεχθούν το πλήρωμα και την τελειότητα του Φωτός. Επίσης, αφομοιώθηκε το Φως αυτό ατελώς από τους Αποστόλους, γι’ αυτό και αμφιταλαντεύθηκαν κατά τα γεγονότα του Γολγοθά. Παρά ταύτα η όραση αυτή στο Θαβώρ ήταν μεγαλύτερη από την όραση του Μωϋσέως και του Ηλία στην Παλαιά Διαθήκη.

Από την ανάλυχη αυτή φαίνονται οι διαβαθμίσεις προς την θεωρία, ήτοι πίστη στην θεότητα του Χριστού, σιωπή, με όλη την σημασία της λέξεως, προσευχή ομοία με την προσευχή του  Χριστού στην Γεθσημανή υπέρ όλου του κόσμου, εμφάνιση του Φωτός με έκπληξη και ανύψωση σε μεγαλύτερη θεωρία ήτοι είσοδος στην νεφέλη.


Στην συνέχεια ο Γέροντας καταγράφει και την δεύτερη απορία του, την οποία δεν πρόλαβε να διατυπώση, αφού την αντιλήφθηκε ο σπουδαίος εκείνος ανήρ.
Επειδή αισθάνθηκε θλίψη την ώρα της αναλύσεως αυτής, σκεπτόμενος: «Δεν έχω αυτήν την τύχην», ο ασκητής για να τον παρηγορήση του είπε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ελέγχη-κατηγορή τον εαυτό του, ότι λόγω της αδικίας του στερείται αυτό το δώρο, όμως δεν πρέπει να οδηγηθή στην απόγνωση, γιατί η θεωρία του Φωτός δεν είναι κλήρος μόνον των εκλεκτών. Μια τέτοια σκέψη «δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα». Όλοι κληθήκαμε στην ίδια τελειότητα που κλήθηκαν οι τρεις Απόστολοι στο Θαβώρ. Όλοι λάβαμε τις ίδιες εντολές. Αυτό φαίνεται από την ιερή ακολουθία της εορτής της Μεταμορφώσεως με την οποία η Εκκλησία «μετά δυνάμεως προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αφηλάφητον όρος της νοεράς θεοπτίας». Έτσι, σε όλες τις εποχές, ακόμη και σήμερα, εκχέεται αυτή η δωρεά σε όσους ακολουθούν τον Χριστό με όλη την καρδιά τους. Η άποψη ότι αυτή η θεωρία «δεν είναι δι’ εμέ» είναι «νόθος ταπείνωσις», αλλά και «αδικαιολόγητος απόγνωσις» που γεννάται από την αδικία και την ηδυπάθεια.

Επίσης, φραγμός στην θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να γνωρίσουν τον Θεό και τα Μυστήριά Του με την λογική. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν συναντά κανείς «την φωτεινήν νεφέλην», αλλά «γνόφον και σκότος, αποκρύπτοντα τον Θεόν». Ο Θεός είναι Φως και όσοι αξιώνονται της θεωρίας του Θεού Τον βλέπουν ως Φως. Όταν, όμως, εμφανίσθηκαν φιλόσοφοι που υποστήριζαν την άποψη της πλήρους γνώσεως του Θεού δια της λογικής, τότε οι άγιοι Πατέρες «δια να εκριζώσουν την ασύνετον ταύτην ιδέαν» χρησιμοποίησαν την γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, ήτοι τον γνόφο.


Πάντως «η αληθής οδός προς θεωρίαν του θείου Φωτός διέρχεται δια μέσου του έσω ανθρώπου». Όταν αγωνιζόμαστε να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού με όλη την δύναμη της επιθυμίας, τότε το θείο Φως «πολυμερώς και πολυτρόπως» μας επισκέπτεται. [//142] Και δεν υπάρχουν όρια της ευδοκίας του Θεού, διότι αυτή «κείται εν αληθεία πέραν παντός ορίου».


Στο τέλος δε αυτής της συνομιλίας ο θεόπτης εκείνος ασκητής, όπως γράφει ο Γέροντας, διέλυσε και μια ακόμη (τρίτη) απορία «εις την δειλήν μου ψυχήν». Επειδή, όπως λέγει, δεν έβλεπε την οδό, δεν γνώριζε πώς να εισέλθη σε αυτήν την ζωή, από πού να αρχίση και αισθανόταν τον εαυτό του μέσα σε γνόφο, ερώτησε: «Τί ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;». Τότε ο ανώνυμος ασκητής απάντησε ότι πρέπει να προσεύχεται με πίστη στον Θεό, σύμφωνα με τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος», τους λόγους της εκκλησιαστικής ωδής: «Λαμψάτω, ώ φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως σου το απρόσιτον» και την προσευχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Ελθέ, το φως το αληθινόν. Ελθέ η Ζωή η αιώνιος …».


Όταν διαβάση κανείς αυτόν τον λόγο, συγκρίνοντάς τον με όσα έχει γράψει ο Γέροντας Σωφρόνιος αργότερα, θα διαπιστώση ότι το περιεχόμενό του είναι αυτοβιογραφία του Γέροντος Σωφρονίου, του επωνύμου αυτού ασκητού, και σε αυτόν τον λόγο φαίνεται όλη η διδασκαλία του για το άκτιστο Φως, τις ενέργειές του, το τί προηγείται της θεωρίας και πώς προσφέρεται η γνώση του Θεού. Ακόμη, ο Γέροντας μας διδάσκει εμμέσως δια του «ασκητού» ότι η θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι ο σκοπός της ζωής μας, ο κλήρος μας και η πορεία μας. Πράγματι, ο Γέροντας ήταν πάντα, όπως και εδώ τον συναντούμε, θεολόγος του ακτίστου Φωτός, μάρτυς του Θαβώρ, μερικές φορές απόλυτος στην διδασκαλία του, επειδή η διδασκαλία αυτή ήταν εμπειρική και αποκαλυπτική, αλλά πάντοτε ήταν ευαίσθητος και ευγενής άνθρωπος, πράγματι άνθρωπος του Θεού.


Σε ένα σημείο του λόγου του, διακατεχόμενος από αυτομεμψία και προσπαθώντας να κρύψη τον εαυτό του, γράφει ότι θα μεταδώση στους ακροατές του «τον επίλογο της αλήστου δι’ εμέ συνομιλίας μετά του σπουδαίου εκείνου ανδρός». Εκφράζει δε φόβο και συστολή, διότι ο Παροιμιαστής προτρέπει: «πίνε ύδατα από σων αγγείων και από σων φρεάτων πηγής» (Παροιμ. ε’, 15). Δεδομένου, όμως, ότι, όπως φαίνεται και από τα προηγούμενα, η ανάλυση που κάνει ο ασκητής εκείνος συνδέεται απόλυτα με την διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, τελικά τα όσα περιγράφει σε αυτόν τον λόγο είναι ύδατα από τα αγγεία και τα φρέατα της πηγής του ιδίου του Γέροντος Σωφρονίου. Μέσα στην καρδιά του η Χάρη του Θεού ενστάλαξε θείες αποκαλύψεις και εκείνος έδωσε στην εποχή μας την μαρτυρία αυτής της ζωής.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος πέρασε όλες τις βαθμίδες της πνευματικής ζωής, πορεύθηκε από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση. Έλαβε από τον Θεό το σπάνιο δώρο της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός. Προηγουμένως, είδαμε ότι κατά την εμπειρία της καθαράς προσευχής, σε στιγμές που δεν το περίμενε, έφθανε στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βεβαίως, αποτελούσε και έναν πνευματικό κίνδυνο, γιατί, όταν βρισκόταν στην εμπειρία της βαθείας και καθαράς προσευχής, ήταν φυσικό να έλθη ο λογισμός ότι σε λίγο θα δη το Φως. Όμως, η πείρα που είχε αποκτήσει προηγουμένως με το χάρισμα της μνήμης του θανάτου, το βαθύ πένθος και η βίωση των φλογών του Άδου, που δεν τον εγκατέλειπε ποτέ, καθώς επίσης και η πνευματική του ανδρεία να σταματά την προσευχή, όταν εισερχόταν λογισμός κενοδοξίας, λέγοντας «ήλθαν οι φονείς μου», τον έκαναν να μη χάνη την μεγάλη δωρεά του Θεού, και, όταν συνέβαινε κάποια μείωση και κατ’ οικονομίαν άρση, να επανέρχεται σύντομα. 

Όλη, λοιπόν, η προηγούμενη ιστορία της ζωής του, μέσα στην οικονομία του Θεού, ήταν μια προετοιμασία για μια σταθερή πορεία προς την θέωση και την όραση του Φωτός, χωρίς τους σοβαρούς κινδύνους που έχει μια τέτοια πνευματική κατάσταση.
Από αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η θεολογία, που είναι έκφραση της εμπειρίας του ακτίστου Φωτός, δεν συνδέεται με τις φαντασίες του πλανωμένου νοός και με τα ποικίλα πάθη. Πράγματι, ο νους που φαντάζεται είναι ανίκανος για την θεολογία. Η πραγματική ορθόδοξη θεολογία συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση.

ΒΙΒΛΙΟΓ. "ΟΙΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ" 
ΜΗΤΡΟΠ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ.


ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ. Ι.Μ.ΠΡ. ΗΛΙΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ







Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Η ανθρώπινη αχαριστία και πώς πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Η συμπάθεια προς τον άνθρωπο. Η οδός για την επικράτηση της ειρήνης σε όλο τον κόσμο.


Επιστολή 55 -


 ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ- ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ.


26 Σεπτεμβρίου 1975





… Μόλις πρόσφατα έλαβα το τελευταίο σου γράμμα. Τη στιγμή αυτή δεν γνωρίζω κάν που είναι. Θα σου απαντήσω όμως από μνήμης. Βέβαια πρωτίστως σχετικά με τους νέους ανθρώπους . Θα σου πω ότι κατά τη διάρκεια  της ζωής μου πάρα πολλές φορές συνάντησα το φαινόμενο αυτό, για το οποίο μου γράφεις. Σχετικά με αυτό προσπάθησα να θυμηθώ τη δική μου συμπεριφορά στο παρελθόν: Μήπως άραγε κι εγώ ο ίδιος έδειξα παρόμοια συμπεριφορά; 






Στην παιδική μου ηλικία δεν αντιλαμβανόμουν με πόσον κόπο, με ποια παθήματα αποκτάται από τους γονείς μου (μας) η ανατροφή μας. Ο νους μου εργαζόταν μάλλον συγκεντρωμένος σε μένα τον ίδιο, στο μέλλον μου, στις ανάγκες μου, και όχι στο πώς να ευχαριστήσω τους γονείς, τον πατέρα και τη μητέρα, ή ακόμη τους άλλους, που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με βοήθησαν κατά την παιδική μου ηλικία και στη νεότητα. Τώρα σκέφτομαι για εκείνους τους νέους με τους οποίους συναντήθηκα, για τους οποίους προσπάθησα να κάνω όσο το δυνατόν περισσότερα καλά, να τους βοηθήσω να κτίσουν τη ζωή τους. Με το νου μου προσπαθούσα να προβλέψω τις ενδεχόμενες δυσκολίες γι’ αυτούς στο απώτερο μέλλον και τα παρόμοια. Και οι περισσότεροι από αυτούς τίποτε δεν κατάλαβαν. Μερικοί μάλιστα σκέφτηκαν ότι είχα την ανάγκη τους, γι’ αυτό και έκανα οτιδήποτε καλό γι’ αυτούς.




Επιπλέον στην εργασία μου, όχι μόνο οι νέοι αλλά και οι ηλικιωμένοι δεν καταλαβαίνουν πόσο στοιχίζει για μένα να τους εξυπηρετώ. Μόλις η ανάγκη και η συμφορά τους περάσει, αμέσως με λησμονούν εντελώς, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που μου φαινόταν ολοφάνερα η Άνωθεν επέμβαση, ίσως εξαιτίας των προσευχών μου.
Κατ’ αυτό τον τρόπο και οι νέοι και οι ηλικιωμένοι με δίδαξαν πολλά. Όπως ακριβώς ο Θεός «τον ήλιον Αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» , έτσι κι εμείς οφείλουμε να ενεργούμε  «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», αν βέβαια κτισθήκαμε κι εμείς ακριβώς «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου.




Η διδαχή αυτή μας δόθηκε πριν δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά ακόμη και ως τώρα η γη δεν την δέχθηκε· και ακριβώς στη διδαχή αυτή, περικλείεται η αιώνια ζωή. Τι και πόσα έκανε ο Χριστός για τους ανθρώπους, όντας μαζί μας επί της γης; Και ποια η απάντηση προς Αυτόν; Θυμάσαι ένα μικρό τραγούδι που μάθαινον παλαιότερα τα παιδιά ;


Το Βρέφος Χριστός είχε έναν κήπο.
Και πολλά ρόδα καλλιεργούσε σε αυτόν …
Όταν όμως τα ρόδα άνθισαν
Αυτός προσκάλεσε τα παιδιά των Εβραίων,
αλλά αυτά ξερίζωσαν τα άνθη,
και ερημώθηκε ολόκληρος ο κήπος …
Τα παιδιά τότε από τα αγκάθια
έπλεξαν γι’ Αυτόν ακάνθινο στεφάνι.





Τέτοια είναι η οδός που προσφέρεται σε όλους μας, για να μείνουμε έπειτα αιώνια μαζί Του: Να μην περιμένουμε ευγνωμοσύνη από κανέναν για όλα που κάναμε εμείς γι’ αυτούς· να τους ευεργετούμε όλους, αν είναι δυνατό να συμπάσχουμε με αυτούς, γιατί δεν γνωρίζουν ακόμη την Αλήθεια της Αιώνιας Αγάπης του Ουρανίου Πατρός.
Όταν κάποιος από τους κοντινούς μας υπομένει οποιαδήποτε συμφορά ή καταστροφή ή ηθική πτώση, τότε συμπάσχουμε έντονα. Με τον ίδιο όμως τρόπο πρέπει να συμπάσχουμε και όταν η συμφορά βρει τον γείτονα ή ακόμη και τον μακρινό άνθρωπο. Η δύναμη του βιώματος εκείνου, που έπεσε στον κλήρο μας, αναμφίβολα την ίδια αυτή [//243] στιγμή επισκέπτεται πλήθος άλλων ανθρώπων, ίσως πολλά εκατομμύρια από αυτούς . Για να μάθουμε λοιπόν να συμπάσχουμε με όλη την ανθρωπότητα, πρέπει να αποδεχόμαστε το καθένα από τα βιώματά μας ως αποκάλυψη για τα παθήματα όλου του κόσμου. Έτσι μόνο μπορεί ο άνθρωπος να γίνει αληθινά παγκόσμιος, υπερνικώντας την «ατομικότητά» του, αποβαίνοντας «υπόσταση» κατ’ εικόνα της Υποστάσεως του Χριστού Θεού.




Αν όλοι οι άνθρωποι δεν φθάσουν στο καθ’ ομοίωσιν, δεν πρέπει να αναμένουμε ριζική διόρθωση της ζωής πάνω στη γη. Αν οι άνθρωποι παραμένουν πάντοτε εγωιστές, τότε πώς είναι δυνατή η παγκόσμια αδελφοσύνη των ανθρώπων; Πώς είναι δυνατόν όλος ο κόσμος να γνωρίσει τον Πατέρα όλων μας; Αν είμαστε προικισμένοι περισσότερο από τον ένα ή τον άλλον αδελφό μας, τότε ας τον βοηθήσουμε να ανυψωθεί, μη ζητώντας από αυτόν ούτε και την ευγνωμοσύνη. Αν φέρουμε μέσα μας τη συνείδηση ότι μετά την έξοδό μας από εδώ θα εισέλθουμε σε άλλη μορφή του Είναι, του Θείου, τότε κάθε καλό έργο, όποιος κι αν το έκανε, κάθε επίτευγμα ανθρώπου που έκανε το καλό στους πλησίον του, και όλα τα παρόμοια θα είναι αιώνια κληρονομιά μας. Στην αιωνιότητα τίποτε δεν θα αποκρυβεί από μας. Εδώ εμείς δεν ζηλεύουμε κανένα· εδώ εμείς δεν επιζητούμε τη δόξα μας· εδώ εμείς χαιρόμαστε με όλους κατά το δυνατό· βοηθούμε κάποιον κατά τις δυνάμεις μας, και γι’ αυτό το λίγο κληρονομούμε απείρως μεγάλη αιώνια ύπαρξη. Βέβαια και εδώ καλύτερα να πάσχουμε για το αγαθό και να ειρηνεύουμε στο πνεύμα μας, παρά να θριαμβεύουμε πρόσκαιρα εκβιάζοντας τον πλησίον μας σαν τα θηρία που απομυζούν το αίμα των αδελφών. Ίσως από τα μακρά και παράλογα παθήματα που έζησε ο κόσμος στη ροή έστω και του εικοστού αιώνα, οι άνθρωποι να γίνουν περισσότερο δεκτικοί του λόγου του Χριστού και να μάθουν να ζουν όλη την ανθρωπότητα ως μία οικογένεια, εργαζόμενοι δωρεάν για το αγαθό της οικογένειας αυτής. Και μέχρι να γίνει αυτό, ως τότε δεν θα παύσουν οι αδελφοκτόνοι πόλεμοι· ως τότε δεν θα αλλάξει η μορφή του κόσμου αυτού· ο εκβιασμός και η εκμετάλλευση με τη μία ή την άλλη μορφή δεν θα υπερνικηθούν.
Συνεπώς, είναι τόσο απαραίτητο για όλους τους ανθρώπους να γίνουν με τη χριστιανική έννοια παγκόσμιοι. Τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη στη γη, και όλη η γη θα γίνει όμοια με τον Παράδεισο. 


Ας αφήσουμε όμως τους άλλους να ενεργούν κατά το μέτρο της συνειδήσεώς τους. Αν σε μας δόθηκε να το εννοήσουμε και να το κατανοήσουμε, ας ευλογήσουμε τον Θεό για το Άνωθεν αυτό δώρο, και ας προσπαθούμε να ζήσουμε σύμφωνα με τη συνείδηση αυτή.
Στην ιστορία υπήρξε τέτοια στιγμή, κατά την οποία μια ομάδα ανθρώπων δοκίμασε να ζήσει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ήν η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ είς των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ήν αυτοίς άπαντα κοινά» . Όταν οι άνθρωποι ζουν με την αίσθηση αυτή, δηλαδή, ότι όλη η ανθρωπότητα και στο παρελθόν και στο παρόν και στο μέλλον είναι η δική μου ζωή, τότε θα γίνει δυνατή η πρόσληψη της παρουσίας του Θεού στον κόσμο. Και τα τέσσερα Ευαγγέλια αρχίζουν με την προφητεία του Ησαΐα: «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού· πάσα φάραγξ πληρωθήσεται και παν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται, και έσται [//245] τα σκολιά εις ευθείαν και αι τραχείαι εις οδούς λείας, και όψεται πάσα σάρξ το Σωτήριον του Θεού» .


Για ποια όρη και βουνά ομιλεί ο Προφήτης; Για την ανισότητα των ανθρώπων πάνω στη γη, για την αδικία της κατανομής του πλούτου, και το σπουδαιότερο, για την άνιση κατανομή των παθημάτων· από τον απροσμέτρητο κόπο μερικών μέχρι την «απροσμέτρητη» άνεση των άλλων· για την υποδούλωση μερικών και για την κατακυρίευση και τον εκβιασμό εκ μέρους των άλλων. Δυστυχώς ως τη σημερινή ημέρα στον κόσμο μόλις και μετά βίας κάπου συναντούμε τέτοια χριστιανική στάση σε όλα τα δρώμενα. Και εμείς οφείλουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας εκλεκτούς όχι κατ’ αξίαν, έχοντας δεχθεί την κλήση αυτή, ώστε να προσπαθούμε να υπηρετούμε όλους και τον καθένα ξεχωριστά, χωρίς να αναζητούμε από αυτούς ευγνωμοσύνη. 

Έρχεται ώρα κατά την οποία, όλα όσα κάναμε «εν τω κρυπτώ», όπως μας παρήγγειλε ο Χριστός, θα γίνουν φανερά, και τότε θα ανατείλει για μας ο ήλιος. Μην πλήττεις, μην θλίβεσαι για τις υλικές απώλειες. Εσύ δεν θα πεθάνεις τώρα από την πείνα. Σε σένα και σε μένα έμεινε πολύ λίγο να ζήσουμε. Να, στις τέσσερις Οκτωβρίου θα κλείσεις τα εβδομήντα δύο και εγώ ήδη είμαι εβδομήντα εννέα. Εμείς δεν θα έπρεπε να θλιβόμαστε με οτιδήποτε, παρά μόνο με τον ίδιο τον εαυτό μας, ότι δεν κατορθώσαμε τη ζωή της αληθινής ομοιώσεως με τον Χριστό.


Μαρία, συγχώρησέ με, γράφω με φοβερή βιασύνη, αν και θα ήμουν έτοιμος να συνομιλώ μαζί σου για ώρες. Γνωρίζω ότι αγαπάς τον Θεό και τους ανθρώπους. Σε αγαπώ και σε εκτιμώ βαθύτατα. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλο και περισσότερο να αγωνιζόμαστε, ώστε η νοερή συνείδηση του μεγαλείου της χριστιανικής μας κλήσεως να βρει [//246] την πλήρη δύναμη στις καρδιές μας. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ευτυχία από το να γνωρίζει κάποιος την Αιώνια Αλήθεια. Η γνώση αυτή ενοικίζει στην ψυχή την ανάπαυση και τη χαρά παρ’ όλες τις αποτυχίες της γης. Όλα θα γίνουν επιφανειακή ταραχή για σύντομο χρόνο. Αλλά τίποτε δεν είναι πιο φοβερό από το να μη γνωρίζεις την Αλήθεια αυτή. Τότε, παρ’ όλα τα πλούτη της γης, δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στην ψυχή, εκτός ίσως για σύντομη στιγμή κάποιας «απόλαυσης» εκείνης ή της άλλης καταστάσεως.


Σας θυμούμαι όλους με αγάπη. Πονώ για τον καθένα σας, έστω κι αν δεν γνωρίζω ποιος και σε ποιόν βαθμό και από τι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πάσχει.


Αυτό τον καιρό πρέπει να γράψω ένα βιβλίο. Θα ήθελα να γράψω με πληρότητα τις αληθινές σκέψεις μου για τον κόσμο των ανθρώπων. Γνωρίζω όμως ότι παρόμοιες σκέψεις απέχουν πολύ από το να είναι προσιτές σε όλους. Αυτό λοιπόν είναι για μένα το τεράστιο εμπόδιο στο γράψιμο: Σκέπτομαι διαρκώς αν αξίζει να γράψω γι’ αυτό. Ωστόσο θα γράψω έτσι ή αλλιώς σε πρόχειρο, και αργότερα ας γίνει ό,τι γίνει …

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΤΑΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗ ΣΤΗΝ ΣΥΜΗ.


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ.


Η ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ.


ΠΑΤΗΡ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΑΝΟΣ. ΟΜΙΛΙΑ 26-07-2012


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ Γ. ΕΥΜΕΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ.





Το Στοίχημα (Άντον Τσέχωφ)







Σε κείνη τη συγκέντρωση ήταν πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Μεταξύ άλλων μιλήσανε και για τη θανατική ποινή. Οι επισκέπτες, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι, στη πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά, σχετικά με τη ποινή του θανάτου. Βρίσκανε ξεπερασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας, ανάρμοστο κι ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις. Ορισμένοι υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα ‘πρεπε ν’ αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά.

-”Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας“, είπε ο οικοδεσπότης. “Δε δοκίμασα μήτε τονα μήτε τ’ άλλο, αλλά αν μπορεί κανείς να κρίνει a priori τότε, κατά τη γνώμη μου, η θανατική ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα ισόβια. Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως, μα τα ισόβια σκοτώνουνε σιγά-σιγά. Ποιός δήμιος απ’ τους δυο είναι πιο ανθρωπιστικός; Αυτός που σκοτώνει μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός που σκοτώνει λίγο-λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια“;

-”Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα” παρατήρησε κάποιος από τους επισκέπτες, “επειδή έχουν ένα και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής. Η κυβέρνηση δεν είναι Θεός. Δεν έχει το δικαίωμα ν’ αφαιρέσει κείνο που δε μπορεί να δώσει πίσω, αν το θελήσει“.

Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός, νέος άνθρωπος γύρω στα εικοσιπέντε. Όταν του ζητήσανε τη γνώμη, είπε:
-”Κι η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι το ίδιον ανήθικα, αλλά αν μου πρότειναν να διαλέξω εν από τα δυο, θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. Να ζεις με κάποιο τρόπο, είναι καλύτερα από το να μη ζεις“.
Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Ο τραπεζίτης, που τότε ήταν νεώτερος και πιο νευρώδης, έγινε ξαφνικά έξω φρενών, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι κι απευθυνόμενος στον νεαρό νομκό, φώναξε:
-”Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομμύρια πως δε θα μείνετε σε κελί μήτε πέντε χρόνια“.
-”Αν το λέτε σοβαρά“, απάντησε ο νεαρός, “βάζω στοίχημα πως θα μείνω όχι πέντε, μα δεκαπέντε χρόνια“!

Κι αυτό λοιπόν το ανήκουστο κι ανόητο στοίχημα μπήκε! Ο τραπεζίτης μη ξέροντας τότε, μήτε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια είχε, κακομαθημένος κι απερίσκεπτος, ήταν ενθουσιασμένος με το στοίχημα. Στο δείπνο πείραζε τον νομικό κι έλεγε:
-”Βάλτε λίγο μυαλό νεαρέ μου, πριν ακόμα είναι αργά. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τίποτα, σεις όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία-τέσσερα από τα καλύτερά σας χρόνια. Λέω τρία-τέσσερα, γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Επίσης, μη ξεχνάτε πως η εθελοντική φυλάκιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. Η σκέψη πως οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα να βγείτε λεύτερος έξω, θα δηλητηριάζει όλη σας την ύπαρξη μες στο κελί. Σας λυπάμαι“!

Ο τραπεζίτης τώρα, βηματίζοντας πέρα-δώθε, θυμόταν όλ’ αυτά κι αναρωτιόταν: “Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα; Ποιό τ’ όφελος που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής κι εγώ πετάω δυο εκατομμύρια; Μπορεί αυτό ν’ αποδείξει στους ανθρώπους πως η θανατική καταδίκη είναι χειρότερη από τα ισόβια; Όχι βέβαια. Μωρολογίες κι ανοησίες. Από τη δική μου πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που ‘ναι χορτάτος κι από τη πλευρά του νομικού, απληστία για λεφτά…” Θυμήθηκε επίσης αυτά που γίναν ύστερα από το βράδυ κείνο.

Αποφάσισαν ο νομικός να εκτίσει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστηρότερην επίβλεψη, σε μιαν από τις πτέρυγες κοντά στο σπίτι του τραπεζίτη. 

Συμφωνήσαν ότι στη διάρκεια των δεκαπέντε ετών δε θα ‘χε το δικαίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας, να βλέπει ανθρώπους ζωντανούς, ν’ ακούει ανθρώπινες φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες. Του επιτρεπόταν να ‘χει μουσικό όργανο, να διαβάζει βιβλία, να γράφει, να πίνει κρασί και να καπνίζει. Με τον έξω κόσμο, σύμφωνα μ’ ειδικόν όρο, μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να μιλά, μες από ‘να μικρό παράθυρο φτιαγμένο ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό. Η συμφωνία πρόβλεπε ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε να υπάρχει αυστηρή απομόνωση κι υποχρέωνε τον νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε χρόνια: από τις δώδεκα το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Νοέμβρη 1870, έως και τις δώδεκα το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Νοέμβρη του 1885. Η παραμικρή απόπειρα από τον νομικό να παραβεί τους όρους, έστω και δυο λεπτά πριν από το τέλος της συμφωνίας, απελευθέρωνε τον τραπεζίτη από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο εκατομμύρια.

Τον πρώτο χρόνο φυλακής κι όσο μπορεί να κρίνει κανείς από τα σύντομα σημειώματα, υπέφερε πολύ από μοναξιά και πλήξη. Από τη πτέρυγα, νύχτα και μέρα, ακουγότανε συνεχώς το πιάνο. Το κρασί, έγραφε, διεγείρει τις επιθυμίες, που ‘ναι εχθροί του φυλακισμένου. ‘Αλλωστε να πίνεις ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανένα, δεν υπάρχει τίποτα πιο πληκτικό. Όσο για τον καπνό, βρωμίζει τον αέρα στο δωμάτιό του. Τον πρώτο χρόνο του στέλνανε βιβλία κυρίως ελαφρού περιεχομένου. Περιοδικά, ερωτικά μυθιστορήματα, διηγήματα μ’ εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο, κωμωδίες κι άλλα.

Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στη πτέρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματά του μόνο κλασικούς. Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι μουσική κι ο έγκλειστος παρακάλεσε για κρασί. Εκείνοι που τόνε παρακολουθούσαν από το παράθυρο λέγανε πως ολόκληρη κείνη τη χρονιά μόνον έτρωγε, έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα, συχνά χασμουριότανε και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό του. Βιβλία δε διάβαζε. Μερικές φορές, καθότανε τις νύχτες να γράφει. Έγραφε για πολλή ώρα και κοντά στα ξημερώματα έσκιζε σε μικρά κομμάτια, όλα όσα είχε γράψει. ‘Άλλες φορές τον ακούγανε να κλαίει.

Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου, ασχολήθηκε επίμονα με τη μελέτη γλωσσών, φιλοσοφίας κι ιστορίας. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη αυτών των επιστημών, τόσο, που ο τραπεζίτης μόλις πρόφταινε να του στέλνει βιβλία. Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του στείλανε, γύρω στους εξακόσιους τόμους. Κατά τη περίοδο αυτής της μανίας, ο τραπεζίτης, μεταξύ άλλων, έλαβε από τον κατάδικό του το εξής γράμμα:

  “Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω αυτές τις γραμμές σ’ έξι γλώσσες. Δείξτε τες στους ειδικούς να τις διαβάσουν. Αν δε βρούνε κανένα λάθος, τότε πολύ θα σας παρακαλούσα, προστάξτε να πυροβολήσουνε στον κήπο με το ντουφέκι κι αυτό θα μου πει πως οι προσπάθειές μου δε πήγανε χαμένες. Οι μεγαλοφυΐες όλων των εποχών κι όλων των χωρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά μέσα σ’ όλους καίει μια και μόνη φλόγα. Ω αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμάζει τώρα η ψυχή μου, που ξέρω πως να τους καταλάβω“.

Η επιθυμία του καταδίκου εκπληρώθηκε. Ο τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουνε στον κήπο δυο φορές. Στη συνέχεια, μετά τον δέκατο χρόνο, ο νομικός καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το Ευαγγέλιο. Στον τραπεζίτη φαινότανε παράξενο που ένας άνθρωπος που κατάφερε να διαβάσει σε τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους, χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει έν ευκολόητο κι όχι βιβλίο. Μετά το Ευαγγέλιο, πήρανε σειρά η ιστορία των θρησκειών κι η θεολογία.
   
Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης, ο κατάδικος διάβαζε υπερβολικά πολύ, χωρίς καμιά διάκριση. Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες, την άλλη ζητούσε Μπάιρον ή Σέξπιρ. Σε μερικά σημειώματά του παρακαλούσε να του στείλουνε ταυτόχρονα, χημεία, εγχειρίδιο ιατρικής, κάποιο μυθιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική πραγματεία. Μ’ όλα τούτα τα διαβάσματα που ‘κανε, έμοιαζε σε να κολυμπούσε στη θάλασσα, ανάμεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού κι επιθυμώντας να σωθεί πιανόταν άπληστα πότε από το ‘να συντρίμμι και πότε απ’ τ΄άλλο.

Ο τραπεζίτης θυμόταν όλ’ αυτά τα χρόνια και σκεπτόταν: “Αύριο το μεσημέρι στις δώδεκα, θα ‘ναι λεύτερος. Κατά τη συμφωνία, υποχρεώνομαι να του πληρώσω δυο εκατομμύρια. Αν το κάνω, θα χρεωκοπήσω οριστικά…”. Πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε μήτε κι ο ίδιος πόσα είχε, μα τώρα φοβόταν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα χρέη του ήτανε πιότερα; Το ριψοκίνδυνο χρηματιστηριακό παιγνίδι, οι τολμηρές κερδοσκοπίες και το θερμόαιμο του χαρακτήρα του, από τον οποίο δε μπορούσε ν’ απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα, οδήγησαν λίγο-λίγο τις δουλειές του σε παρακμή κι ο απαθής, ο επηρμένος, ο περήφανος ζάπλουτος μεταμορφώθηκε σ’ ένα κοινό και μέτριο τραπεζίτη που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που παίρνανε τα χρεώγραφα.

“Καταραμένο στοίχημα!” μουρμούριζεν ο γέρος πιάνοντας μ’ απόγνωση το κεφάλι του. “Γιατί άντεξε; Γιατί δε πέθανε αυτός ο άνθρωπος; Είναι ακόμα σαράντα ετών. Θα μου πάρει ότι έχω και δεν έχω, θα παντρευτεί, θα απολάυσει τη ζωή, θα παίζει στο χρηματιστήριο κι εγώ σα ζητιάνος, θα βλέπω με ζήλεια και θ’ ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: ‘Μένω υπόχρεος απέναντί σας για την ευτυχία μου, επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω!’ Ε όχι, αυτό πάει πολύ! Η μοναδική σωτηρία από τη χρεωκοπία και τη ντροπή, είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου“!


Χτύπησε η ώρα τρεις. Ο τραπεζίτης έβαλε τ’ αφτί του ν’ αφουγκραστεί. Στο σπίτι , όλοι κοιμόντουσαν και το μόνο που ακουγόταν ήταν αθόρυβος έξω από τα παράθυρα που κάνανε τα παγωμένα από το κρύο δέντρα, να γέρνουν ακατάπαυστα από ‘δω κι από κει. Προσπαθώντας να μη βγάλει μήτε άχνα, πήρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της φυλακής, που επί δεκαπέντε χρόνια δεν άνοιξε ποτέ, φόρεσε το παλτό του και βγήκε από το σπίτι.


Έξω ήτανε σκοτεινιά κι έκανε κρύο. Έβρεχε. Στο αλσύλλιο φυσούσε με βουή, δυνατός, υγρός αγέρας. Ο τραπεζίτης προσπαθούσε να εντείνει την όρασή του, αλλά δεν έβλεπε μήτε γη, μήτε τα λευκά αγάλματα, μήτε τα δέντρα, μήτε τη πτέρυγα. Πλησιάζοντας προς το μέρος της, φώναξε δυο-τρεις φορές τον φύλακα. Απάντηση καμιά. Ήτανε φανερό πως είχε πάει να καλυφθεί από τη κακοκαιρία και τώρα θα κοιμότανε κάπου στη κουζίνα ή στο θερμοκήπιο.


“Αν έχω το κουράγιο να κάμω αυτό που σκοπεύω“, σκέφτηκε ο γέρος, “οι υποψίες θα πέσουνε πρώτα απ’ όλα στον φύλακα“. Και ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και τη πόρτα, μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας. Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Άναψε ένα σπίρτο. Δεν υπήρχε ψυχή. Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα, ενώ στη γωνιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. Οι σφραγίδες στη πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλακισμένου, ήταν άθικτες. Όταν έσβησε το σπίρτο, ο γέρος, τρέμοντας από τη ταραχή, κοίταξε στο παραθυράκι.


Μες στο δωμάτιο φώτιζε αμυδρά ένα κερί. Ο ίδιος ο φυλακισμένος καθότανε κοντά στο τραπέζι. Φαινόταν μόνον η ράχη του, τα μαλλιά και τα πόδια. Πάνω στο τραπέζι, στα δυο καθίσματα και στο χαλί κοντά στο τραπέζι, βρίσκονταν ανοιχτά βιβλία. Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δε κουνήθηκε διόλου. Τα δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή τόνε δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. Ο τραπεζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο, αλλά ο φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο, μήτε με μια κίνηση. Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά τις σφραγίδες από τη πορτάκι έβαλε το κλειδί στη κλειδωνιά. Από τη σκουριασμένη κλειδαριά ακούστηκε ένας βραχνός ήχος κι η πόρτα άνοιξε. Ο τραπεζίτης περίμενε πως θ’ ακουστεί αμέσως κραυγή έκπληξης και βήματα, μα περάσανε δυο-τρία λεπτά και μέσα ήταν ησυχία όπως πριν. Αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο.


Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους. Ήτανε σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα, είχε μακριά σγουρά μαλλιά όπως οι γυναίκες και τραχύμαλλη γενειάδα. Το χρώμα στο πρόσωπό του ήτανε κίτρινο μ απόχρωση χωματένια, τα μάγουλα βαθουλωτά, η ράχη μακρουλή και στενή και το χέρι που κρατούσε το μαλλιαρό κεφάλι ήτανε τόσο λεπτό κι αδύνατο, που, όταν το κοίταζες ένιωθες φρίκη. Τα μαλλιά του λάμπανε σαν ασήμι και κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο πρόσωπο, κανείς δε θα πίστευε πως ήταν μόνο σαράντα ετών. Κοιμόταν… Μπροστά στο γερμένο κεφάλι του, πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα φύλλο χαρτιού, που ‘χε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα.


“Απαίσιος άνθρωπος!” σκέφτηκε ο τραπεζίτης. “Κοιμάται και στα όνειρά του ίσως βλέπει εκατομμύρια! Αρκεί να πάρω αυτό τον μισοπεθαμένο, να τόνε πετάξω στο κρεβάτι και να τόνε πνίξω απλά με το μαξιλάρι. Ακόμα κι η πιο ευσυνείδητη πραγματογνωμοσύνη δε πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. Αλλά για να δούμε τι γράφει εδώ…” Άπλωσε το χέρι, πήρε από το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής:


“Αύριο στις δώδεκα το μεσημέρι, παίρνω την ελευθερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους ξανά. Προτού όμως αφήσω τούτο το δωμάτιο και προτού δω τον ήλιο, θεωρώ αναγκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη συνείδηση μπρος στον Θεό που με βλέπει, σας δηλώνω πως περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία κι όλα όσα ονομάζονται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου.
Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτικά τη ζωή. Είναι αλήθεια πως δεν είδα γη κι ανθρώπους, αλλά διαβάζοντας τα βιβλία σας, γεύτηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγούδια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, αγάπησα γυναίκες… Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυΐα των ποιητών σας, μ’ επισκέπτονταν τα βράδια σα πανάλαφρο νέφος και μου ‘λεγαν ψιθυριστά, θαυμάσια παραμύθια, που μεθούσανε το νου μου. Μες από τα βιβλία σας σκαρφάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν, απ’ όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο ν’ ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. 


Από κει ψηλά, έβλεπα πως λάμπαν οι αστραπές, όταν πάνω από το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα νέφη. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγουδάνε και τους βοσκούς να παίζουνε τις φλογέρες τους, ψηλάφιζα τα φτερά εξαίσιων διαβόλων που ‘ρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για τον Θεό… Ριχνόμουν μες στην απύθμενην άβυσσο των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα, έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρησκειών, κατακτούσα ολάκερα βασίλεια…


Τα βιβλία σας μου δώσανε σοφία. Όλα τούτα που για αιώνες δημιουργούσεν η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη, στριμωχτήκαν μες στο νου μου, σ’  ένα μικρό σβώλο. Ξέρω πως είμαι πιο γνωστικός απ’ όλους σας. Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. Είν’ όλα εφήμερα, ασήμαντα, πλασματικά κι απατηλά. Είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από προσώπου γης, ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια, που ‘ναι κάτω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα.


Έχετε χάσει τα λογικά σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ψέμα το δέχεστε σαν αλήθεια και την ασχήμια για ομορφιά. Θα σας έκανε έκπληξη αν σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγαλώνανε ξαφνικά αντί καρποί, βατράχια και σαύρες ή αν τα τριαντάφυλλα αρχίζανε ν’ αναδίδουν μυρωδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι λοιπόν, με σας που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη. Δε θέλω να σας καταλάβω.
Για να σας αποδείξω στη πράξη τη περιφρόνησή μου σε κάτι με τ’ οποίο εσείς ζείτε, αρνούμαι να πάρω τα δυο εκατομμύρια που κάποτε ονειρευόμουνα σα να ‘ταν ο παράδεισος και που τώρα καταφρονώ. Για ν’ αφαιρέσω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα φύγω από δω πέντε ώρες πριν από τον προσυμφωνημένο χρόνο και με τον τρόπον αυτό, θα καταπατήσω τη συμφωνία“.


Αφού τα διάβασε αυτά ο τραπεζίτης, άφησε το χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενο αυτόν άνθρωπο στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από τη πτέρυγα. Ποτέ άλλη φορά, ακόμα κι ύστερα από μεγάλες χασούρες στο χρηματιστήριο, δεν αισθανόταν τέτοια καταφρόνεση για τον εαυτό του, όπως τώρα δα. Όταν έφτασε στο σπίτι, ξάπλωσε στο κρεβάτι, αλλά η συγκίνηση και τα κλάματα δε τον αφήναν να κοιμηθεί για πολλή ώρα.


Την άλλη μέρα το πρωί, τρέξανε χλωμοί οι φύλακες και του ανακοινώσανε πως ο άνθρωπος που ‘μενε στη πτέρυγα, βγήκε από το παράθυρο στον κήπο, πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανίστηκε. Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγε αμέσως στη πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδραση του φυλακισμένου του. Για να μη προκληθούνε περιττές διαδόσεις, πήρε από το τραπέζι το χαρτί με την απάρνηση κι επιστρέφοντας στο σπίτι του, το κλείδωσε μες στο χρηματοκιβώτιο».