Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Αρχιμ.Ελισσαίος Σιμωνοπετρίτης: Το κοινοβιακό πολίτευμα. Το ευαγγέλιο της ερήμου. 2013


ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Ο Όσιος Κλήμης: Ο φάρος του Σαγματά





ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Ο Όσιος Κλήμης: Ο φάρος του Σαγματά

1100 Δεκεμβρίου 25
«Αγαπημένε μου αδελφέ,
Σήμερα, ημέρα της γεννήσεως του Κυρίου μας, βρήκα λίγο χρόνο να σου γράψω. Βλέπεις, εδώ ο χειμώνας είναι σκληρός, αλλά και η μοναχική ζωή δύσκολη. Αυτά τα δυο, χειμώνας και καλογερική ζωή, τελικά μοιάζουν. Χτυπούν οι πειρασμοί σαν τους κεραυνούς. Καταχνιά στην ψυχή ο εγωισμός. Φουρτούνα στους λογισμούς ο κόσμος. Ο κόσμος που άφησες, για να ανέβεις χωρίς το βάρος του, του ουρανού τα μονοπάτια. Δε σου κρύβω ότι πολλές φορές θάβω αυτή τη βαρυχειμωνιά μέσα μου. Όμως ο Κύριος, που βλέπει όχι αυτό που δείχνω αλλά και αυτό που είμαι, μου έδωσε ένα μεγάλο στήριγμα. Ναι, αδελφέ, μια παρηγοριά, ένα καταφύγιο. Τον πατέρα Κλήμη. Όλοι οι πατέρες είναι καλοί, αλλά αυτός είναι η λιακάδα στη βαρυχειμωνιά μου. Γι’ αυτόν θέλω να σου πω, να σου γράψω. Μα ό,τι και να πω θα είναι λίγο και φοβάμαι πως θα αδικήσω του Θεού τον άνθρωπο.

Όταν ήρθα στο μοναστήρι, μου είπαν για έναν ερημίτη που ζει σε μια σπηλιά. Πέρασαν δυο εβδομάδες. Η κόπωση ξύπνησε την αμφιβολία. Είναι ο δρόμος που διάλεξα ο κατάλληλος; Κι αν είναι ο δρόμος και δεν είναι ο τόπος; Έγινε το μυαλό μου πεδίο μάχης. Βγήκα έξω από το μοναστήρι και τριγύριζα στο βουνό. Δεν ξέρω αν προσευχόμουν. Το σίγουρο είναι πως υπέφερα. Ξαφνικά μέσα από τα βράχια, μέσα από τον γκρεμό, ακούστηκε θόρυβος. Θεέ μου! Κάποιο άγριο ζώο θα είναι. Σκέφτηκα να τρέξω, αλλά δεν πρόλαβα. Πετάχτηκε μπροστά μου ένας άνθρωπος. Λες κι έβγαινε από τα βάθη της γης. Ψηλός και αδύνατος, σα κολώνα που σηκώνει αγόγγυστα το βάρος του κτίσματος. Με πλησίασε. Το κουκούλι δε με άφηνε να δω το πρόσωπό του, σαν το ύφασμα που κλείνει την πύλη του ιερού και κρύβει το άγιο Βήμα.

– Ειρήνη να έχεις, παιδί μου, είπε.

– Τράβηξε το κουκούλι του και με κοίταξε στα μάτια. Τι να σου πω, αδελφέ! Ένας αέρας φύσηξε μες στης καρδιάς τα βάθη και πήρε μακριά της αμφιβολίας την ομίχλη. Κάτι έσπασε μέσα μου. Ελευθερώθηκα, λυτρώθηκα. Όλο το υλικό που μάζευε η ταλαίπωρη ψυχή μου χύθηκε, χάθηκε στης λησμονιάς το χωράφι. Έτσι γνώρισα τον αββά Κλήμη. Το κλήμα, που ρίζωσε μες τα βράχια του βουνού μας και ποτίστηκε από το ζωντανό νερό, τον Χριστό.

Θέλησα, λοιπόν, να μάθω για τη ζωή του. Ρωτώ τους πατέρες. Λίγα και αυτοί γνωρίζουν. Έμαθε, βλέπεις, τόσα χρόνια να κρύβει καλά τα κατορθώματά του, να αφανίζει τα χνάρια της πορείας του, μην τυχόν και τον ακολουθήσει η έπαρση. Ό,τι όμως επιτρέψει ο Θεός να μάθω, θα στο γράψω. Είναι σπουδαίο να μοιράζεσαι το μέλι του Θεού με τους αδελφούς. Να με συμπαθάς. Πρέπει να πάω στον πατέρα Αρσένιο. Είναι άρρωστος και υποφέρει».

1110 Φεβρουαρίου 2

«Αγαπημένε μου αδελφέ,
Προσεύχομαι πάντα να είστε καλά. Χθες το βράδυ η αγρυπνία για την Υπαπαντή του Κυρίου μας ήταν συγκλονιστική. Συναντήθηκαν, βλέπεις, τα υπέροχα λόγια των τροπαρίων, οι γλυκιές φωνές των πατέρων και η προσευχή στην αυλή της κατάνυξης. Ήρθε κι ο πατήρ Κλήμης. Όταν μπήκε στην εκκλησία, ακόμα και οι ψάλτες σταμάτησαν. Σε καθηλώνει αυτός ο άνθρωπος, σε συναρπάζει! Κάθισε σε μια γωνιά. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Έφυγε, χωρίς να το καταλάβουμε, από το γνωστό μονοπάτι της σιωπής και χάθηκε μέσα στα βράχια. Έμαθα ότι ο ασκητής μας είναι από την Αθήνα και προέρχεται από αρχοντική οικογένεια. Η Αθήνα, αδελφέ, είναι ιδιαίτερος τόπος. Περπατάς και νιώθεις ρίγη στην ψυχή, λες και κάτι λειτουργεί μυστικά κάτω από το χώμα της. Παντού συναντάς ιερά και ναούς. Εκεί σπούδασε την ιερότητα της ζωής ο π. Κλήμης. Επιθύμησε το ύψος, αφού μεγάλωσε ανάμεσα σε κολώνες. Ζήλεψε τη λευκότητα και λαχτάρισε τη μορφή. Ναι, τη μορφή! Στην Αθήνα όλες οι ακατέργαστες πέτρες πήραν μορφή. Έτσι κι αυτός. Ό,τι ακατέργαστο είχε μέσα του, ήθελε να το μορφοποιήσει με τη χάρη του Θεού. Έτσι, έγινε ο τεχνίτης της σωτηρίας του. Για να γίνεις τεχνίτης, χρειάζεσαι εργαστήριο και μάστορα να σου μάθει την τέχνη. Έφυγε, λοιπόν, από την Αθήνα για τον Κιθαιρώνα, για να συναντήσει τον μάστορα της αρετής, τον Μελέτιο, και το εργαστήρι του, το περίφημο μοναστήρι του. Μέσα σε αυτό πολλές ψυχές πήραν τη μορφή του Χριστού. Εκεί το αρχοντόπουλο της Αθήνας, ο Κλήμης, συνάντησε τον άρχοντα της ασκήσεως, τον Μελέτιο.

Εκεί να δεις αγώνα, αδελφέ! Ο νεαρός Αθηναίος με την πένα της προσοχής έγραφε στην ψυχή του ό,τι έκανε και ό,τι έλεγε ο γέροντάς του. Τα βράδια άνοιγε την καρδιά, για να προσευχηθεί, αλλά και να μελετήσει τους λόγους της αγιασμένης εμπειρίας του ηγουμένου Μελετίου. Και τι δεν είχε σημειώσει για την αγάπη του γέροντα, την υπομονή, την προσευχή, τη λατρεία, την αγιότητα. Η καρδιά του παλικαριού ποθούσε, - πώς να στο πω; - ζήλευε… Ναι, ζήλευε την αγιότητα. Πόσο σπουδαίο είναι να ποθείς, όχι τον πλούτο και τη δόξα αυτού του ψεύτικου κόσμου, αλλά τον πλούτο του πνεύματος και τη δόξα του Θεού.

Ο π. Μελέτιος, όταν με τη χάρη του Θεού κοίταζε τις ψυχές των πατέρων, στην ψυχή του Κλήμη αναπαυόταν. Εντόπιζε τη σταθερότητα της πίστης, τη δύναμη της προσευχής, τη συνέπεια της άσκησης, τη σιωπή της ταπείνωσης, την υπομονή της πνευματικής ωριμότητας, τη θερμότητα της λατρείας. «Αυτή δεν είναι ψυχή», σκεφτόταν, «Παράδεισος είναι! Nαός ευωδιαστός. Είναι η πατρίδα του Χριστού».

Είχε διάκριση ο π. Μελέτιος. Ούτε τον Κλήμη επαινούσε, αφού ο έπαινος είναι ο σπόρος του εγωισμού, ούτε τον ξεχώριζε από τους πατέρες, αποφεύγοντας έτσι συγκρίσεις και αντιπάθειες. Όμως, ένα γεγονός έγινε αιτία να ξεχωρίσει μέσα στη συνοδεία. Δεν τον ξεχώρισε η αγάπη του γέροντά του αλλά η αρετή του.

Κάθε απόγευμα ο π. Κλήμης μετά την εσπερινή ακολουθία, έβγαινε από το μοναστήρι, ανέβαινε λίγο ψηλότερα, στην τοποθεσία που οι πατέρες είχαν ονομάσει «πόρτες». Από εκεί απλωνόταν μέσα στο βλέμμα του ο κάμπος της Θήβας και το βουνό του Σαγματά. Στεκόταν ώρες ολόκληρες γονατιστός, ώσπου η ομορφιά του τοπίου χανόταν, έσβηνε μπροστά στην ωραιότητα και τη δόξα της παρουσίας του Χριστού. Βλέπεις, ψυχή και σώμα επικοινωνούν. Αρρωσταίνει η ψυχή, υποφέρει το σώμα. Πονά το σώμα, αγωνιά η ψυχή. Η ψυχή του Κλήμη ανέβαινε με της προσευχής τη δύναμη σε ύψη πνευματικά. Σε αυτό το ανέβασμα παρέσυρε και το σώμα. Σε αυτήν την κατάσταση τον είδε ο π. Ιάκωβος. Ναι, να μην πατά στη γη! Το πνεύμα, δυνατότερο από το σώμα, τον τράβηξε στον ουρανό. Ο π. Ιάκωβος, νομίζω πως ζει ακόμα, τα έχασε. Δεν περίμενε να δει κάτι τέτοιο. Κρατήθηκε να μην φωνάξει. Άρχισε να τρέχει προς το μοναστήρι. Μπαίνοντας μέσα δεν άντεξε:

– Πατέρες, πατέρες, γέροντα, τρέξτε!!!

Έτρεξαν κοντά του, να δουν τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. Η έκπληξη και το τρέξιμο του είχαν κόψει την ανάσα.

– Ο π. Κλήμης…, είπε και σταμάτησε.

– Τι έπαθε ο π. Κλήμης; Κάποιο κακό του συνέβη; Και αυτός ο ευλογημένος όλο στις ερημιές τριγυρίζει.

– Ο π. Κλήμης πετάει!!!

Μια βαριά σιωπή διαδέχθηκε τον αλλόκοτο λόγο. Πώς να μαζέψει ο π. Μελέτιος της είδησης το σάλο; Τους εξήγησε τη δύναμη της προσευχής, το ύψος της αρετής, τους προέτρεψε να μιμηθούν τον αδελφό τους.

Τους παρακάλεσε να μην του δείξουν, να μην του πουν κάτι, γιατί η συγκάτοικός του, η ταπείνωση, θα επαναστατήσει. Και εκείνοι οι καημένοι προσπάθησαν. Δεν του είπαν τίποτα. Πώς όμως να κρύψουν το σεβασμό, την τιμή και την ευλάβειά τους στο ιερό του πρόσωπο;

Η ευαίσθητη ψυχή του ένιωσε τη διαφορά. Έβλεπε να υπολογίζουν τη γνώμη του. Να του δίνουν τη θέση τους. Να του ζητούν να προσευχηθεί για δύσκολες περιπτώσεις. Έπρεπε να φύγει. Να τρυπώσει στην αγαπημένη του αφάνεια, γιατί εκεί φανερώνεται ο Θεός. Η στιγμή του αποχωρισμού είναι πάντα δύσκολη. Όμως, τον Μελέτιο τον παρηγορούσε η ωριμότητα του Κλήμη και τον Κλήμη η προσευχή, που θα γινόταν δρόμος, για να συναντά τον άγιο γέροντά του. Κίνησε για το βουνό που έβλεπε από τον τόπο της προσευχής του. Έτσι έφτασε εδώ. Και το βουνό μας πλέον κρύβει μέσα στα σπλάχνα του τον πολύτιμο, τον ανεκτίμητο θησαυρό μας».

1110 Μάρτιος

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Να εύχεσαι να μας αξιώσει ο Θεός να διανύσουμε το στάδιο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να εορτάσουμε το Άγιο Πάσχα. Είχα την ευλογία, πριν μπει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να κατεβώ τρεις φορές στο ασκητήριο του π. Κλήμη. Άλλο να στο γράφω κι άλλο να το ζεις! Εμείς ούτε μέρα δε θα μέναμε εκεί. Είναι στο γκρεμό! Κατεβαίνεις με δυσκολία, δεμένος με σχοινί, ανάμεσα από τα απότομα βράχια

Κάτω από τα πόδια σου … το χάος! Την πρώτη φορά τρόμαξα. Πίστευα πως δεν θα μπορέσω να ανέβω. Σ’ αυτόν το γκρεμό, όμως, ένιωσα να γεμίζει το χάος της ψυχής μου με ουρανό!

Μέσα στο ταγάρι μου είχα πρόσφορο και κρασί για τη Θεία Λειτουργία. Είχα μερικά παξιμάδια για το γέροντα. Νερό έμαθα πως μαζεύει σε μικρές γούρνες των βράχων από την υγρασία και τη βροχή. Μα είναι δυνατόν τέτοιο λουλούδι να μην το ποτίζει ο Θεός; Η Θεία Λειτουργία; Τι να σου πω! Μοναδική εμπειρία. Εκεί, μέσα στο βράχο, σε πέτρινη πρόθεση και Αγία Τράπεζα έσπαγε η σκληρότητα της ψυχής.

Ο παπα- Κλήμης με την τριμμένη και ξεθωριασμένη στολή, λειτουργός. Άλλο τυπικό, αδελφέ. Τον λειτουργικό λόγο τον διαδεχόταν η κατάνυξη. Ο λυγμός ήταν ο ήχος. Και τα δάκρυα οι διάκονοι. Ώρες κράτησε η μυσταγωγία. Δεν ξέρω πόσες. Έχασα τον χρόνο και τον τόπο μη σου πω…! Μια άφλεκτη βάτος ο λειτουργός, εκεί, στη ρίζα του βράχου. Δεν τολμούσα να τον κοιτάξω. Πριν τη λειτουργία δεν μου είπε λέξη. Μετά, όμως, δυο λεξούλες άκουσα κι αυτές μου φτάνουν για την υπόλοιπη ζωή μου:

– Ξέρεις, παιδί μου, οι σκέψεις μας είναι κλω- στές. Όταν είναι μαύρες και σκοτεινές, ο αργαλειός της διάνοιάς μας, που τις γνέθει, φτιάχνει ένα μαύρο ύφασμα. Αυτό σκεπάζει και το νου και την καρδιά. Έτσι γεννιέται η θλίψη. Καλό και φωτεινό λογισμό να έχουμε! Μόνο αυτός μπορεί να μας ελευθερώσει από τον ιστό της θλίψης.

Ξέρεις πώς ανέβηκα τα απότομα βράχια, αδελφέ; Πετώντας! Με αξίωσε ο Θεός να γνωρίσω επίγειο άγγελο, να ζήσω αληθινή λατρεία, να διδαχθώ αγιασμένη εμπειρία. Συζητώντας με τους πατέρες στο μοναστήρι έμαθα πως ο αββάς Κλήμης είναι στυλίτης. Μπορεί να σου είναι δύσκολο να το πιστέψεις, μα είναι αλήθεια.

Βρήκε έναν βράχο που μοιάζει με κολώνα, σαν αυτές του Παρθενώνα. Εκεί ανέβαινε και προσευχόταν.

Για σκέψου… να τον ψήνει ο ήλιος μέσα στον καύσωνα του καλοκαιριού. Να τον σκεπάζει το χιόνι και να τον μουσκεύει η βροχή. Να τον χτυπά ο δυνατός αέρας της περιοχής μας. Εδώ μέσα στο κελί μου και ζεσταίνομαι και κρυώνω και αγριεύομαι από του καιρού τις ακρότητες. Είμαι, όμως, βέβαιος πως στον καύσωνα τον επισκεπτόταν η δροσιά του Πνεύματος, τον θέρμαινε στο ψύχος η φωτιά του Θεού. Τον στήριζε στον αέρα η ακλόνητη πίστη και τον κάλυπτε στη βροχή η Αγία Σκέπη της Παναγίας μας.

Αυτόν τον αγώνα έμαθε και ο αυτοκράτορας, ο ευσεβής Αλέξιος ο Κομνηνός. Έστειλε τεχνίτες της πέτρας να κτίσουν το μοναστήρι. Στήριξε με οικονομική βοήθεια. Παραχώρησε με χρυσόβουλο πολλά κτήματα. Ακόμη και ψηφιδωτά έστειλε να φτιάξουν, που έξω από τη Βασιλεύουσα δύσκολα συναντάς. Το πολυτιμότερο όμως δώρο… τμήμα του Τιμίου Ξύλου που είχε στο παλάτι. Έδωσε όλα αυτά και ζήτησε για αντάλλαγμα μόνο ένα, την προσευχή του Οσίου να τον συνοδεύει στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας.

Και ο Όσιος από αυτό που ζήτησε ο αυτοκράτορας έχει πολύ. Έχω την αίσθηση, αδελφέ, ότι δεν υπάρχει λεπτό της ζωής του έξω από την προσευχή.

Την ημέρα που έφτασε το Τίμιο Ξύλο στο μοναστήρι, έγινε χαλασμός. Μου έλεγαν οι πατέρες πως το βουνό μας γέμισε κόσμο, θυμιάματα, λαμπάδες, ύμνους, δάκρυα. Ένας επίσκοπος από τη Βασιλεύουσα κρατούσε ψηλά τον Σταυρό που λαμποκοπούσε, όταν τον άγγιζαν οι ακτίνες του ήλιου. Και ο π. Κλήμης περίμενε με λαχτάρα, σαν τη μάνα που καρτερεί να έρθει το σπλάχνο της από της ξενιτειάς τα μέρη.

Όταν πλησίασε ο Δεσπότης με τον Σταυρό, ο ασκητής γονάτισε. Αυτός ο γίγαντας έγινε ξαφνικά ένα κουβαράκι. Όταν σηκώθηκε, το πρόσωπό του έλαμπε. Αγκάλιασε τον Σταυρό του Κυρίου μας και τον φιλούσε.

Έτσι έγινε το βουνό μας, εκτός από το Θαβώρ της Μεταμορφώσεως και Γολγοθάς της Σταυρώσεως.

– Καλή η δόξα και το φως της Μεταμορφώσεως, πατέρες μου, έλεγε ο π. Κλήμης, αλλά εάν δεν τα ανεβάσεις στον Γολγοθά και δεν τα καρφώσεις στον Σταυρό της Θυσιαστικής Αγάπης, αναστάσιμα δεν γίνονται! Ο Σταυρός να γίνει το κέντρο του μοναστηριού αλλά και της ζωής μας. Ό,τι δεν σταυρώνεται μέσα μας δεν θα αναστηθεί, θα μείνει λάφυρο στα χέρια του θανάτου…

Κάθε φορά που μπαίνει στο μοναστήρι, τρέχει σαν παιδί που πεινά, πέφτει στα γόνατα, προσκυνά το Τίμιο Ξύλο, σαν να το βλέπει για πρώτη φορά».

1110 Απρίλιου 17

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Μεγάλους πειρασμούς έχει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δοκιμασίες φοβερές. Ξέρεις τί είναι το μοναστήρι; Ένα στάδιο, σαν αυτό των Ρωμαίων χωρίς κερκίδες.

Ναι, χωρίς κερκίδες! Κανείς δεν παρακολουθεί. Όλοι παλεύουν. Όλοι αγωνίζονται. Μιλώ, όμως, εγώ για δοκιμασίες; Παραπονιέμαι για το αεράκι και το ψιλόβροχο, ενώ οι Άγιοί μας βρέθηκαν μέσα στον ανεμοστρόβιλο και την καταιγίδα; Μην πας μακριά. Θα σου πω για τον Άγιο πατέρα μας, το μεγάλο ασκητή μας, την παρηγοριά και το στήριγμά μας, τον πατέρα Κλήμη.

Μπορεί, πιστεύεις, άνθρωπος να σκεφτεί άσχημα ή να πει λόγο κακό για το γέροντα; Κι όμως, σε πληροφορώ πως τον γέροντα τον καταράστηκε και τον αφόρισε ολόκληρος ηγούμενος! Σου φαίνεται απίστευτο, είναι όμως γεγονός. Ένας διάδοχος του Οσίου πατρός Μελετίου στην ηγουμενία θέλησε να μαζέψει όλους τους ερημίτες και ησυχαστές μοναχούς που προέρχονταν από το μοναστήρι του Κιθαιρώνα. Τους έστειλε μήνυμα να επιστρέψουν. Ένας από τους αγγελιαφόρους μοναχούς έφτασε και στο Σαγματά. Θέλησε να κατέβει στη σπηλιά του Κλήμη, μα δεν τα κατάφερε και τον περίμενε στη μονή. Ήταν σίγουρο πως θα ανέβαινε την Κυριακή για τη Θεία Λειτουργία. Πλησίασε το γέροντα, του είπε το θέλημα του ηγουμένου. Περίμενε απάντηση.

– Δεν μπορώ να φύγω από τον βράχο μου.

Τόσα χρόνια συνήθισε ο ένας τον άλλον. Πώς θα αφήσω τους πατέρες; Τον Σταυρό, το Τίμιο Ξύλο, την πνευματική μου καρδιά… Πώς;

Ο μοναχός, παρ’ ότι ήταν κουρασμένος από το ταξίδι και φορτωμένος με το βαρύ θέλημα του ηγουμένου, προσπάθησε να δικαιολογήσει τον γέροντά του. Ο αββάς Κλήμης δεν ήθελε να σηκώσει το φορτίο του δικού του θελήματος. Τί σε ξεφορτώνει και τί σε ξεκουράζει; Το θέλημα του Θεού. Παραδόθηκε, λοιπόν, στην προσευχή ζητώντας στις στράτες της το θέλημα Εκείνου. Ο Θεός μίλησε και ο Κλήμης υπάκουσε. Δεν θα άφηνε το βράχο του, τη φωλιά του, τα αγαπημένα πρόσωπα των αδελφών του. Έτσι, ο μοναχός του Κιθαιρώνα φορτώθηκε πάλι το βαρύ θέλημα του ηγουμένου, την τολμηρή άρνηση του Κλήμη και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Άστραψε και βρόντηξε ο ηγούμενος! Έδωσε εντολή να τον ειδοποιήσουν σε μικρό διάστημα να βρίσκεται στο μοναστήρι. Ακλόνητος, αδελφέ, ο Κλήμης, σαν τον βράχο του. Αμετακίνητος στο θέλημα του Θεού.

Αχ, αυτός ο εγωισμός πόσες ζημιές κάνει! Ο ηγούμενος τον αφόρισε! Αφού, να σκεφτείς, οι κάτοικοι της περιοχής «αφορισμένο» έλεγαν τον ασκητή μας. Και το παράδοξο; Στην προσευχή του «αφορεσμένου» έτρεχαν, όταν αρρώσταιναν τα παιδιά και τα ζωντανά τους ή όταν κινδύνευαν οι καλλιέργιές τους. Και ο «αφορεσμένος» ή μάλλον ο αδικημένος γέροντας τους έστελνε τη χάρη του Θεού και οι ασθενείς θεραπεύονταν και οι καρποί σώζονταν.

Σήκωσε αγόγγυστα το σταυρό της αδικίας. Κι ο Χριστός έσκυψε περισσότερο πάνω από το πληγωμένο παιδί του. Μεγάλος πειρασμός! Όμως, όπως λένε και οι πατέρες, το μαύρο σύννεφο της δοκιμασίας του δεν κατάφερε να σκιάσει τον ήλιο της γαλήνης του. Επιστράτευσε την αγάπη, οπλίστηκε με την υπομονή, καλύφθηκε στην προσευχή, στηρίχθηκε στη Λειτουργία και συγχωρούσε διαρκώς ελεύθερος από του φθόνου την παγίδα. Ο Θεός όμως, αδελφέ, εκεί που σπέρνει ο άνθρωπος αδικία, θερίζει ο Παντοδύναμος δικαιοσύνη. Ο ηγούμενος αρρώστησε και είδε πως τα βήματά του μέσα στο μάταιο τούτο κόσμο λιγόστεψαν. Ξέρεις, αδελφέ, όταν βλέπεις το θάνατο να έρχεται…έχεις ένα μεγάλο πίνακα μπροστά σου, που έχει αποτυπωθεί σε αυτόν ολόκληρη η ζωή σου.

Είδε, λοιπόν, ο καημένος την αδικία και την ακρότητά του στο πρόσωπο του Κλήμη. Θέλησε να καθαρίσει το σημείο αυτό της γήινης πορείας του. Ζήτησε, λοιπόν, από τον αδικημένο να τον συγχωρήσει και να διαγραφεί η αδικία:

– Θέλω τον πατέρα Κλήμη! Γρήγορα!

Βλέπεις, ένιωθε τη βαριά αναπνοή του θανάτου. Τί να έκαναν οι πατέρες; Βρήκαν ένα γερό άλογο. Και έτρεξαν. Σύννεφο σκόνη έβλεπες από μακριά να σηκώνεται στο πέρασμά του μέσα στο θηβαϊκό κάμπο.

Πλησίαζαν στην κορυφή του Σαγματά αλλά και ο θάνατος στον ηγούμενο. Αγωνία! Ναι, η αγωνία έκανε τις καρδιές να χτυπούν γοργά σαν του αλόγου τα πέταλα που χτυπούσαν αλύπητα το χώμα, τάραζε το νου, σκοτείνιαζε το βλέμμα. Έπεσαν πάνω στον Κλήμη. Ήθελαν να τον παρακαλέσουν. Έκλαιγαν.

– Τον έχω συγχωρήσει, πατέρες μου καλοί.

Εάν δεν είχα συγχωρήσει τον αδελφό μου, πώς θα προσευχόμουν, πώς θα λειτουργούσα, πώς θα προσκυνούσα το Τίμιο Ξύλο της συγχωρήσεως του Θεού μας;

– Γέροντα, είμαστε βέβαιοι για την αγάπη σας, του είπαν, αλλά ο ίδιος δεν το γνωρίζει. Πάμε να τον δείτε…

Έκαναν να σηκωθούν. Ο πατήρ Κλήμης στάθηκε όρθιος. Κάρφωσε το βλέμμα του στην πλευρά του Κιθαιρώνα. Είδε τον ουρανό να ανοίγει. Είδε την ψυχή του ηγουμένου να ετοιμάζεται για την έξοδό της. Άκουσε και τον ψίθυρο από τα χείλη του.

– Κλήμη, πού είσαι Κλήμη μου;

– Εδώ, γέροντά μου, τον άκουσαν οι μοναχοί που συγκλονισμένοι παρακολουθούσαν.

– Συγχώρα με, Κλήμη μου!

– Ο Θεός, πατέρα μου! Ο Θεός να σε συγχωρήσει, αδελφέ, και τώρα και μέσα στην απέραντη αιωνιότητα της Βασιλείας Του.

Η αγωνία έφυγε. Η πνοή του θανάτου χάθηκε. Η ευωδία της παρουσίας του Χριστού απλώθηκε παντού σφραγίζοντας με την ειρήνη τις ψυχές. Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του κεκοιμημένου ηγουμένου. Η φωνή του Κλήμη μας, που ακούστηκε από τη σπηλιά του Σαγματά στο μοναστήρι του Κιθαιρώνα, είχε γαληνέψει τα πάντα. Όταν οι απελπισμένοι μοναχοί επέστρεψαν, δεν πίστευαν πως αυτό που άκουσαν οι ίδιοι δίπλα του, το άκουσαν και όσοι βρίσκονταν δίπλα στο μακαρίτη τον ηγούμενο. Βλέπεις, αδελφέ, πώς ο Θεός τακτοποιεί, βάζει τα πράγματα στη θέση τους; Πάντοτε θα επικρατεί, όχι η δική μας αταξία, αλλά η τάξη της αγάπης Του».


1111 Φεβρουαρίου 6

«Αγαπημένε μου αδελφέ,

Πώς γίνεται να έχω στην καρδιά μου χαρά και θλίψη; Πώς χωρούν και τα δύο; Έχω θλίψη, πόνο, γιατί έφυγε ο π. Κλήμης. Ο αετός πέταξε, άφησε τη φωλιά του τη γήινη και ξεχύθηκε στους ουρανούς της αιωνιότητας.

Έχω χαρά, γιατί νιώθω τα φτερά του ανοιχτά να σκεπάζουν το μοναστήρι του και όλη την περιοχή. Θέλω να στα γράψω με τη σειρά.

Μετά το Πάσχα όλοι παρατηρήσαμε πως ο γέροντας δεν ανέβαινε τακτικά στο μοναστήρι. Κουράστηκε, έλεγαν οι περισσότεροι, από τη Σαρακοστή, τα έχει και τα χρονάκια του… Άρχισα να πηγαίνω τακτικά. Αρκετές φορές λειτουργούσε κι εγώ με την αγριοφωνάρα μου προσπαθούσα να ψάλλω. Εκεί να δεις! Αηδόνι αυτός, κοράκι εγώ. Τι να σου λέω, αδελφέ! Στα γράφω και κλαίω. Ή εκείνος την ώρα της Λειτουργίας κατέβαζε τον ουρανό σε αυτή τη μικρή τρύπα του βράχου ή εμένα τον αμαρτωλό ανέβαζε στα ουράνια.

Το καλοκαίρι, των Αγίων Αποστόλων μου φαίνεται, καθίσαμε για λίγο στη σκιά ενός μικρού θάμνου, που είχε φυτρώσει - ο Θεός ξέρει πως - πάνω από το βράχο της σπηλιάς. Άρχισε να μου μιλά για το θάνατο:

– Ξέρεις, παιδί μου, τί είναι ο θάνατος; Αυτός που βλέπουμε εμείς ως θάνατο; Τώρα σκέψου την αποθήκη του μοναστηριού. Παλιά πράγματα, πολλά άχρηστα, αταξία, σκόνη, σκοτάδι. Βγαίνεις από την αποθήκη και πας στον ναό. Τάξη, καθαριότητα, ευωδιές, φως παντού. Η ζωή μας εδώ είναι η αποθήκη! Η πόρτα είναι ο θάνατος! Ανοίγεις την πόρτα και βρίσκεσαι στον ναό. Μια πόρτα και … μεταβαίνεις από το σκοτάδι στο φως, από την αταξία στην τάξη, από την αποθήκη του χρόνου στον ναό της αιωνιότητας.

Τον άκουγα και προσπαθούσα να ερμηνεύσω το λόγο του. «Μήπως θα πεθάνω και με προετοιμάζει», σκέφτηκα. Εκείνος μειδίασε.

–– Δεν θα φύγεις εσύ, καλογεράκι μου, εγώ φεύγω. Το είπε και το μειδίαμα έγινε πλατύ χαμόγελο.

Εκεί να δεις, αδελφέ. Έπεσα στην αγκαλιά του. Έκλαιγα σα μωρό. Τον κρατούσα σφιχτά, σα να ’θελα

να διώξω μακριά τον θάνατο. Δεν ήθελα κανείς να αγγίξει τον θησαυρό μας. Όμως, αδελφέ, τέτοιοι θησαυροί έχουν θέση στο θησαυροφυλάκιο του Βασιλέως, του Χριστού. Μου είπε για την Ανάσταση. Για τον θάνατο, που νικήθηκε από τον Κύριο. Σηκώθηκε, πήρε από την πρόθεση την Αγία Λαβίδα.

– Τί κοινωνάμε με αυτό, παιδί μου;

– Τον Χριστό, παππούλη. Τον Χριστό, την αιωνιότητα.

– Χορταίνεις με ένα κουταλάκι; Χορταίνεις τον Χριστό;

– Όχι, είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.

– Είναι αλήθεια! Δεν τον χορταίνεις. Εκεί, λοιπόν, είπε δείχνοντας ψηλά, είσαι μέσα σε αυτόν και κοινωνάς διαρκώς την παρουσία Του.

Κατάφερε, όπως πάντα, να διώξει τη θλίψη απ’ την καρδιά μου. Δεν ήθελα να φύγω. Λες κι αν έμενα, δεν θα έφευγε εκείνος. Από εκείνη τη μέρα κατέβαινα καθημερινά στο ασκητήριο. Έβαζα τη μνήμη μου να κρατά γερά τα πάντα, τους λόγους, τις κινήσεις, όλα!

Δεν ήθελα τίποτα να χάσω. Οι μέρες περνούσαν. Ήρθε το φθινόπωρο. Οι δυνάμεις του διακριτικά υποχωρούσαν. Κι εκείνος ένιωσε την υποχώρηση και χαιρόταν, σα μικρό παιδί που του δίνεις γλυκό. Μέσα στο Σαρανταήμερο των Χριστουγέννων λειτούργησε αρκετές φορές. Τα Χριστούγεννα ήταν εξαντλημένος. Ο ηγούμενος και όλοι οι πατέρες κατέβηκαν να τον δουν στη σπηλιά. Τον παρακαλούσαν να ανέβει στο μοναστήρι, για να μπορούν να τον περιποιηθούν. Να ζεσταθεί και λίγο. Τους ευχαριστούσε με τα δυο χεράκια του στο στήθος. Ζητούσε τις προσευχές τους. Παρακαλούσε να τον συγχωρήσουν.

Μπήκε ο Ιανουάριος. Το χιόνι σκέπασε τα πάντα. Το μυαλό μου ήταν διαρκώς στο ασκητήριο και τον Άγιο κάτοικό του. Τρεις μέρες δεν μπόρεσα να κατέβω. Όλα σκεπασμένα. Άφησα τη συνήθεια να με οδηγήσει. Κινδύνευσα, αλλά

κατέβηκα. Και ο παππούς μας στη γωνιά του. Το φωτεινό του πρόσωπο με καλωσόρισε με ένα χαμόγελο. Δεν μιλούσε. Το βράδυ έμεινα κοντά του. Είχε ξαστεριά και πολύ κρύο. Τα αστέρια και τα μάτια του φώτιζαν τη βραδιά. Η προσευχή του ζέσταινε κι εμένα, που έτρεμα από την παγωνιά.

Ξημέρωσε η 26η Ιανουαρίου. Σύρθηκε μέχρι την άκρη της σπηλιάς. Βγήκε έξω. Μου έκανε νόημα να τον σηκώσω. Τον κράτησα γερά, χωρίς να δυσκολευτώ. Είχε φροντίσει η άσκηση να αφαιρέσει το βάρος.

Σηκώθηκε. Κοίταξε τη Θήβα, τον κάμπο, τον Κιθαιρώνα… Τα σταύρωσε! Έστρεψε το βλέμμα προς το μοναστήρι. Γονάτισε με δυσκολία και έκανε πως προσκυνά. «Το Τίμιο Ξύλο ασπάζεται», σκέφτηκα. Γυρίσαμε με δυσκολία στη γωνιά του. Ακούμπησε την πλάτη στον βράχο του. Έκλεισε τα μάτια και έφυγε.

Τι γλυκύτητα μέσα στον άγριο βράχο! Τι ζεστασιά μέσα στην παγωμένη μέρα! Ο παππούς μας στον ουρανό, στην αγκαλιά του Κυρίου.

Ανέβηκα στο μοναστήρι. Πέντε πατέρες τον ανεβάσαμε με δυσκολία μέσα στο χιόνι. Κάναμε αγρυπνία και την άλλη μέρα την ταφή. Όχι στο κοιμητήρι αλλά

πάνω από τη σπηλιά του, κοντά στη γωνιά του. Και μοιάζει ο τάφος, αδελφέ, με φυλάκιο κι ο Όσιος… φρουρός όλης της Βοιωτικής γης! Εάν φτάσεις στον τάφο του, με το βλέμμα αγκαλιάζεις όλη την περιοχή, όπως κι εκείνος με την ικεσία του».

πολυτίκιον σίου Κλήμεντος
Ήχος α’.

Τόν πλοτον καί τήν δόξαν το ματαίου  ινος μίσησας θεόφρων, σιώτατε Κλήμη, καί ρος κατέλαβες τραχύ, ν προσομίλεις τ Θε, διά τοτο συνελθόντες, παξίως εφημομέν σε: δόξα τ σέ δοξάσαντι Χριστ, δόξα τ σέ στεφανώσαντι, δόξα τ νεργοντι διά σο πσι άματα.


Η μνήμη του τιμάται στις 26 Ιανουαρίου.

ΠΑΤΗΡ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ "… ήρθα για τα δάκρυα της μάνας σου…. εσύ θα ζήσεις, θα ζήσεις και θα Μας υπηρέτησης…."





Ο πρώην «Μηχανόβιος» και νυν Μοναχός πατήρ Σωφρόνιος
Δημοσιεύθηκε: 5 Ιουνίου 2012     Κατηγορίες: Άγιον Όρος, Γενικά, Θαύματα, Θεοτόκος, Ιστορίες, Μοναχικός βίος, Ορθόδοξη πίστη, Ορθόδοξο βίωμα

….. ζούσε την τρέλα της νεότητός του με μοτοσυκλέτα πολλών κυβικών και από ταχύτητα μέγιστη 150 χιλιόμετρα ανά ώρα πού ήταν ρυθμισμένη, μετά από μεταποίηση της μηχανής, έφτασε να τρέχει με 230 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Επιδιδόταν δε και σε αυτοσχέδιους συναγωνισμούς με άλλους παρομοίους του με μεγάλα χρηματικά στοιχήματα 400 και 500 χιλιάδες δραχμές.
Όμως ένα απόγευμα στους είδικούς δρόμους πού επέλεγαν να τρέξουν (τους υποτίθεται χωρίς μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων), κατά την ώρα ενός αυτοσχέδιου συναγωνισμού παρά την προσπάθειά του να αποφύγει ένα αυτοκίνητο, έγινε σφοδρή σύγκρουση και πετάχτηκε 10 μέτρα μακριά μέσα σε ένα χαντάκι έξω από το δρόμο.


Η μοτοσυκλέτα βεβαίως διαλύθηκε και ο ίδιος υπέστη θανάσιμα τραύματα. Τον περισυνέλεξαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Μετά από την επιβεβαίωση των ιατρών, τον οδήγησαν κατευθείαν στο νεκροτομείο, όπου ένας νοσοκόμος – νεκροτόμος ανέλαβε να τον πλύνει και να τακτοποιήσει τα εγχυμένα σπλάχνα του προκειμένου να τον παραλάβει το γραφείο τελετών πού είχαν στείλει οι συγγενείς του.

Είχαν περάσει περίπου 8 ώρες από το συμβάν. Εκείνη την στιγμή ανοίγει τα μάτια του, σηκώνεται και κάθεται στο μαρμάρινο τραπέζι του νεκροτομείου. 

Ο νοσοκόμος έντρομος βάζει τις φωνές και αρχίζει να τρέχει προς την έξοδο πανικόβλητος.
Αμέσως καταφθάνουν οι ιατροί, τον παραλαμβάνουν και τον οδηγούν στο χειρουργείο όπου μετά από τις απαιτούμενες προσπάθειες «συναρμολόγησης» άρχισε να παρουσιάζει σημεία βελτίωσης.
Παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα εως ότου θεραπεύτηκε πλήρως και εξήλθε από το νοσοκομείο υγιής. Στη συνέχεια δι΄ αγνωστους δι΄ ημάς λόγους, γνωστούς όμως εις τον ίδιον, εξεδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχός!


Ο ίδιος διηγείται:… όταν μετά την σύγκρουση τραυματίστηκα θανάσιμα (κατά την δήλωση των ιατρών) ένοιωσα ότι βγήκα από το σώμα μου και αιωρούμενος πέρασα κατά περίεργο τρόπο ανάμεσα από μία κολόνα της ΔΕΗ χωρίς να συγκρουστώ μαζί της.


Στη συνέχεια βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με μισοσκόταδο και τελείως κενό.
Ένοιωθα πανάλαφρος σαν πούπουλο να αιωρούμαι σ΄ αυτό το κενό και πολύ περίεργος για το πού βρισκόμουν και τι μου ειχε συμβεί.

Ενώ περιπλανιόμουνα για αρκετό χρόνο, άρχισα να διακρίνω μία φωτεινή γυναικεία μορφή να με πλησιάζει μέσα σ΄ ένα ολόφωτο λευκό νέφος. Όταν πλησίασε αρκετά διέκρινα ότι είχε μία υπερκόσμια γλυκιά έκφραση.
Αμέσως την συνέκρινα με τις αγιογραφίες πού είχα δει στους ιερούς ναούς όταν με πήγαινε μικρό παιδί η μητέρα μου και συμπέρανα ότι ήταν η μορφή της Ύπεραγίας Θεοτόκου.
… ήρθα για τα δάκρυα της μάνας σου…. εσύ θα ζήσεις, θα ζήσεις και θα Μας υπηρέτησης….
μού είπε με γλυκό και ειρηνικό ύφος και σιγά σιγά άρχισε να χάνεται.
Μετά από αυτό όλα σαν να έσβησαν, ένοιωσα να διαλύομαι και  μία δύναμη να με απορροφά με ορμή και να με κατευθύνει κάπου.

Αμέσως ένοιωσα σαν να ξύπνησα από λήθαργο. Βρέθηκα γυμνός με ένα πολυτραυματισμένο σώμα στο μαρμάρινο τραπέζι του νεκροτομείου, ενώ ταυτόχρονα άκουγα κάτι (σαν ουρλιαχτά) από έναν άνθρωπο καθώς απομακρυνόταν τρέχοντας προς την πόρτα…


Ο νέος αυτός μετά την πλήρη θεραπεία του, ηρθε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, όπου συνάντησε τον ηγούμενο πατέρα Χριστόδουλο και αφού του διηγήθηκε το περιστατικό του ατυχήματός του εξεδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχός.
Πράγματι εκεί ο γέροντας μετά την απαραίτητη δοκιμασία τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το πατερικό όνομα «Σωφρόνιος».
Σήμερα είναι ένας ευλαβής μοναχός, ο οποίος δεν έπαυσε ποτέ να διηγείται την παράξενη συνάμα και ψυχωφελή αυτή ιστορία της ζωής του.
Στη συνέχεια αναχώρησε για ένα ησυχαστήριο στην Καστοριά όπου ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του.

Πηγή: Αληθινές προφορικές διηγήσεις μετανοίας πού γράφονται για την ψυχική ωφέλεια των Ορθοδόξων Χριστιανών, Επιμέλεια Έκδοσης «Φίλοι Αγίου Όρους Λαμίας».


ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ. ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΟΛΟΥΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑ.





ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ. ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ  ΣΤΟΥΣ ΔΟΛΟΥΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑ.


"Σεβασμός στο περιβάλλον σημαίνει σεβασμό στον Δημιουργό Του"
«Το οικολογικό πρόβλημα μας απασχολεί πάρα πολύ και βεβαίως μας απασχολεί ποιος είναι ο ρόλος της Ορθοδοξίας. Πιστεύουμε ότι άνθρωπος που δεν σέβεται το περιβάλλον είναι αδύνατον να σεβαστεί τον Δημιουργό Του» μας λέει ο γέροντας Γαβριήλ.

Ο γέροντας Γαβριήλ Κοβιλιάτης, κατά κόσμον Φίλιππος Αδωνις Γιαννόπουλος, σπούδασε ιατρική και στη συνέχεια κλασική αρχαιολογία, ιστορία των Καλών Τεχνών και βυζαντινολογία. Εργάστηκε για περίπου 25 χρόνια στην ξενάγηση Δυτικοευρωπαίων επιστημόνων «στα μεγάλα επιτεύγματα του πολιτισμού της Ρωμιοσύνης». Αφιερώθηκε εδώ και πολλά χρόνια στον μοναχισμό και σήμερα, στο Ιερό Κάθισμα της Μεταμόρφωσης Σωτήρος στους Ανω Δολούς της Μεσσηνίας, με συνοδοιπόρους τον πατέρα Νεκτάριο, τον πατέρα Σιλουανό και τον πατέρα Αλέξιο, έχει μετατρέψει το μικρό μοναστήρι σε έναν μικρό κήπο της Εδέμ.

Βοτανικός παράδεισος, κιβωτός διάσωσης σπάνιων ειδών του φυτικού και ζωικού βασιλείου και μια σκήτη που αντικρίζει κοιτώντας απέναντι τον αγέρωχο Ταΰγετο και ψηλά τον Θεό. Το μικρό μοναστήρι-ιερό κάθισμα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στους Δολούς της Μεσσηνιακής Μάνης, που έγινε παράδεισος με τον αγώνα των μοναχών, αποτελεί μετόχι της Μονής Αρχαγγέλων της Βόρειας Σερβίας, στα σύνορα με την Ουγγαρία και απέχει είκοσι μόλις χιλιόμετρα από την Καλαμάτα, τη γενέτειρά του.

Ο γέροντας Γαβριήλ είναι παιδί του πολέμου, αφού γεννήθηκε το 1940, με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην όμορφη Καλαμάτα πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, όπου τελείωσε το γυμνάσιο. Σπούδασε έπειτα στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία και ολοκλήρωσε με αριστεία τις σπουδές του. Μάλιστα, η διατριβή του με θέμα «Διδυμότειχο, Ιστορία ενός Βυζαντινού Οχυρού» βραβεύτηκε από την Εταιρεία Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Θέλουμε το μοναστήρι να γίνει μια μικρή κιβωτός όπου οι άνθρωποι θα ευαισθητοποιούνται μέσα από τον λόγο και την πράξη» λέει ο πατέρας Νεκτάριος που με υπομονή εργάζεται στα διακονήματά του τόσο στον κήπο της μονής όσο και στον ελαιώνα.

Ο γέροντας Γαβριήλ Κοβιλιάτης έγινε για λίγο το πρόσωπο της επικαιρότητας χάρη στα βραβεία ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2011 του Ecocity. Το πρώτο βραβείο για το «Εργο ζωής αφιερωμένο στο περιβάλλον» το πήρε στα χέρια του από τον καθηγητή Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου Νίκο Μάργαρη σε μια βραδιά για ξεχωριστούς ανθρώπους.

Ο γέροντας Γαβριήλ δεν αρέσκεται σε τυμπανοκρουσίες για το έργο που γίνεται στη μονή στους Δολούς. Είναι ευχαριστημένος να φροντίζει τα πλάσματα του Θεού. Να επικοινωνεί μαζί τους… Το ρεπορτάζ του MEGA από τον συνάδελφο Γιάννη Σωτηρόπουλο στον τόπο του Ιερού Καθίσματος της Μεταμορφώσεως αποκαλύπτει την επικοινωνία του αυτή. Ο γέροντας Γαβριήλ φωνάζει τον «καλό τον γαϊδαράκο» με το όνομά του κι εκείνος έρχεται κοντά του μιλώντας του στη δική του γλώσσα.

«Μας τον χάρισε ένας χωρικός από εδώ γιατί ήταν χρόνια πολλά δεμένος σε ένα δένδρο και ήταν εμπερίστατη η κατάστασή του. Φέραμε γιατρό και τον περιποιηθήκαμε και τώρα απολαμβάνει η αραπίτσα τη θαλπωρή της συμβίωσης» θα πει στον φακό ο γέροντας για τον αγαπημένο του «Μανιατάκο», όπως τον φωνάζει. Ο πατέρας Νεκτάριος μιλώντας για τη σχέση του γέροντα με τον γαϊδαράκο τη θεωρεί «εξαιρετική. Και μόνο από το βήξιμο του γέροντος ο Μανιατάκος τον αντιλαμβάνεται και ανταποκρίνεται αμέσως».

Η διάσωση του σκυριανού αλόγου τράβηξε από την αρχή το ενδιαφέρον των τεσσάρων μοναχών. Δίπλα στα σπάνια σκυριανά αλογάκια που εδώ και λίγα χρόνια ξεκίνησε η αναπαραγωγή τους, υπάρχουν και τα μανιάτικα γαϊδουράκια που εξαφανίστηκαν από την περιοχή. «Η προσπάθειά μας γίνεται και για να διασωθεί το είδος αλλά και για να μπορεί η μονή να προσφέρει παρηγορία και έργο σε γονείς που έχουν παιδιά με σύνδρομο Down. Δωρεάν θα προσφέρουμε ιπποθεραπεία. Θα έρθουν έξι ειδικοί ιπποθεραπευτές από τη Δυτική Ευρώπη που θα εκπαιδεύσουν γι’ αυτόν τον σκοπό τα αλογάκια» λέει ο γέροντας Γαβριήλ για το «έργο ζωής» του ίδιου και των άλλων τριών μοναχών.

Παράλληλα, ντόπια δέντρα και φυτά, όπως το σκόρδο της Μάνης, οι κερασιές του Ταϋγέτου και οι αχλαδιές της Μεσσηνίας, επιστρέφουν, ενώ ιδιαίτερη είναι η φροντίδα που δείχνουν οι μοναχοί εδώ για το δέντρο της ελιάς και στις περίπου 90 καταγεγραμμένες ποικιλίες του. Στη μονή επίσης καλλιεργούνται σπόροι από είδη που είναι υπό εξαφάνιση, όπως μαυραπιδιές, κολοκυθαπιδιές, μηλαπιδιές, καθώς και μια μεγάλη ποικιλία βοτάνων.

Την προσπάθεια των μοναχών παρακολουθεί με ενδιαφέρον ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος που έχει επισκεφθεί το μοναστήρι αλλά και ο μητροπολίτης Γυθείου - Οιτύλου και Πάσης Μάνης Χρυσόστομος, καθώς και ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος. Να σημειώσουμε ότι ο επίσκοπος του Νόβισαντ της Σερβίας πήγε στην περιοχή για επίσκεψη τριών ημερών η οποία όμως παρατάθηκε κατά… τρεις μήνες.

«Ο άνθρωπος είναι ο κρίκος μεταξύ περιβάλλοντος και Θεού» επισημαίνει ο γέροντας Γαβριήλ. Η σιωπή του μοναστικού βίου, λοιπόν, δεν είναι απουσία λόγου αλλά στάση ακρόασης του Λόγου. Αυτή τη σοφία του Δημιουργού αναζητεί και υπηρετεί με τους αδελφούς μοναχούς, στην αλληλουχία που διαρκώς ανακαλύπτουν στον άνθρωπο και στο περιβάλλον ο γέροντας Γαβριήλ.

«Εργάζεσθαι και φυλάττειν τον παράδεισο»

Στο μήνυμά του στην εκδήλωση του Ecocity ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ανέφερε: «Με ιδιαίτερη χαρά απευθύνομαι στην εκδήλωση αυτή του εθελοντικού οργανισμού για το αστικό περιβάλλον Εcocity και θέλω να επαινέσω τον άξιο και δραστήριο πατέρα Γαβριήλ Γιαννόπουλο για το όλο σπουδαίο έργο του υπέρ της διασώσεως του φυσικού θησαυρού στο Ιερό Κάθισμα της μονής στη Μεσσηνιακή Μάνη. Στους καιρούς μας που ο κτιστός κόσμος πολλές φορές ατιμάζεται από μας τους ανθρώπους αποτελεί φως παρηγοριάς, χαράς, ελπίδας και πολλής ικανοποίησης η ωραία αυτή πρωτοβουλία του Εcocity ως και η βράβευση του ιερομονάχου Γαβριήλ. Ως είναι γνωστόν, η Εκκλησία αείποτε ενδιαφέρεται για τα θέματα της προστασίας και ανάπτυξης του φυσικού περιβάλλοντος που είναι ένα θαυμάσιο δώρο του Δημιουργού προς τον άνθρωπο. Ηδη στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής υπάρχει η θεϊκή εντολή προς τον άνθρωπο, το “εργάζεσθαι και φυλάττειν τον παράδεισο (Γεν. 2, 15), τον κήπον της Εδέμ” και ο 103ος ψαλμός του προφητάνακτος Δαυίδ συγκινεί βαθύτατα κάθε ανθρώπινη καρδία με το υπέροχο δοξολόγημα προς όλον τον πιστόν κόσμον του Θεού. Ιδιαιτέρως ο Χριστός αγάπησε και ευλόγησε την φύσιν χρησιμοποιώντας μάλιστα πολλά παραδείγματα για τη θεία διδασκαλία Του μέσα στις Παραβολές Του από τον όμορφο κόσμο της φύσεως. Γι' αυτό και η διηνεκής προσευχή της Εκκλησίας είναι “υπέρ ευκρασίας αέρων και ευφορίας των καρπών της γης και καιρών ειρηνικών”. Ο βραβευμένος σήμερα ιερομόναχος ανεδείχθη άξιος μιμητής του Μεγ. Βασιλείου που έγραψε και επήνεσε την κτίση με το έργο του “Εις την Εξαήμερον”, άξιος συνεχιστής του εθναποστόλου Κοσμά του Αιτωλού που συνιστούσε τις δενδροφυτεύσεις όπου κι αν βρισκόταν με τις περιοδείες του και όλων των αγίων ασκητών που τόση οικειότητα και φιλία είχαν με τη φύση».

Βραβείο για ένα έργο ζωής με πίστη στον Θεό

«Στόχος των Βραβείων Περιβαλλοντικής Ευαισθησίας ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2011 είναι η αναγνώριση και επιβράβευση της ευαισθησίας έργων, δράσεων και ενεργειών που αφορούν το περιβάλλον και ολοκληρώθηκαν ή υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς. Απώτερος σκοπός της διοργάνωσης των βραβείων ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2011 είναι η συμβολή στην ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας σε θέματα περιβαλλοντικής παρέμβασης, πρόληψης και ευαισθησίας (προς μία κατεύθυνση) με τρόπο καινοτομικό, αποτελεσματικό και κυρίως ανθρώπινο» μας λέει η κ. Χριστιάνα Πειρασμάκη, ιδρυτικό μέλος του Ecocity και των ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ και συνεχίζει:

«Οι επιτροπές αξιολόγησης απαρτίζονται πάντα από έγκριτες προσωπικότητες του αντίστοιχου χώρου που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε εθελοντική βάση και έργο τους είναι η βαθμολόγηση των υποψηφιοτήτων με καθορισμένο μοντέλο-φόρμουλα για αδιάβλητα αποτελέσματα. Οσον αφορά το πρώτο βραβείο ΟΙΚΟΠΟΛΙΣ 2011 που απονεμήθηκε στον γέροντα Γαβριήλ για το “έργο ζωής αφιερωμένο στο περιβάλλον”, αυτή τη χρονιά έχει μία ακόμα ιδιαιτερότητα. Δόθηκε σε μια προσωπικότητα που δεν είναι αναγνωρίσιμη από τα ΜΜΕ και το ευρύ κοινό. Για ένα έργο που γίνεται με πίστη στον Θεό και ατον άνθρωπο από τη μικρή κοινότητα του Ιερού Καθίσματος Μεταμορφώσεως στους Δολούς. Σε ένα ησυχαστήριο που χάρη στην εργατικότητα και την προσήλωση των τεσσάρων μοναχών του έγινε ένας κήπος της Εδέμ έτοιμος να προσφέρει, διασώζοντας σπάνια είδη φυτών και ζώων, στο φυσικό περιβάλλον της Μάνης και να χαρίσει ένα δώρο ανακούφισης σε γονείς με παιδιά που πάσχουν από σύνδρομο Down, δίνοντας τη δυνατότητα ιπποθεραπείας με τα όμορφα και σπάνια σκυριανά αλογάκια που ζουν στη μονή».



ΣΟΦΙΑ ΔΙΓΕΝΗ-ΚΟΛΙΟΤΑΣΗ

ΕΙΔΑ ΤΟΥΣ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ


Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. ΑΡΧΙΜ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΤΟΠΑΛΗ.




ΑΜΥΝΤΑΙΟ 2012

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ " Στο βιβλίο Ή Δίκη του Ιησού του Ντιέγκο Φάμπρι, η Παναγία απλώνει το πένθιμο μαντίλι της στο κεφάλι του προδότη, πού συνταράσσεται από αναφιλητά."






ΡΟΥΜΑΝΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1970 




Ιεράρχηση των αμαρτιών.

Η εκκλησία τις χωρίζει σε: αμαρτίες χωρίς μεγάλη βαρύτητα, σε αμαρτίες σημαντικές, σε αμαρτίες πολύ σκληρές και σε αμαρτίες ενάντια στο Άγιο Πνεύμα. Η φυλακή έχει μόνο δύο κατηγορίες: αυτές πού συγχωρούνται (μαύρη αγορά, ο φόνος, πορνεία, παιδεραστία, μπαγαποντιά) κι αυτές πού δεν συγχωρούνται (ό εκβιασμός και ή προδοσία).


(Δεν τις συγχωρούμε εμείς οι άνθρωποι. Ό Θεός, όμως; Όταν υπάρχει ή  μεταμέλεια ξέρει Αυτός τί κάνει. Στο βιβλίο Ή Δίκη του Ιησού του Ντιέγκο Φάμπρι, η  Παναγία απλώνει το πένθιμο μαντίλι της στο κεφάλι του προδότη, πού συνταράσσεται από αναφιλητά.)


Κάποιοι πού κατάφεραν κι έφυγαν στη Δύση (Μπέκετ, Ίονέσκου, Τσιοράν...) είναι «δυστυχισμένοι». Έτσι τούς χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι του καθεστώτος. Για μας όμως, πού ξέρουμε τί σημαίνει μια στάλα ελεύθερος ουρανός, μια μπουκιά ψωμί, ένα μολύβι να γράψεις ελεύθερα τις σκέψεις σου, όλοι αυτοί, πού τα κατάφεραν και πήγαν απέναντι, είναι ευτυχισμένοι.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Επιγονάτιο του Αγίου και Θαυματουργού Νικολάου του Πλανά.




ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ " Τίποτα δεν μας είναι πιο δύσκολο από το να παραιτηθούμε από τα ψεύτικα πράγματα του κόσμου τούτου. "




Στο ΤΡΕΝΟ ΕΧΩ ΣΥΝΕΧΩΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ τη φράση «ό διάβολος είναι ό κυρίαρχος του κόσμου τούτου». Νομίζω πώς πρέπει να δώσει κάνεις έμφαση στη λέξη τούτου. Ό κόσμος βέβαια είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά από τη στιγμή πού μολύνθηκε από την αμαρτία και σύναψε σχέση με τον διάβολο, τούτος ό κόσμος (πού δεν είναι πια εκείνος ό γνήσιος κόσμος που δημιούργησε ό Θεός) τον οποίο ό Σατανάς προσφέρει απλόχερα μπροστά στα πόδια του Χριστού, γιατί τον θεωρεί δικό του κόσμο και τον προσφέρει σε όποιον θέλει (κι ό Κύριος —Λουκ. 4, 6— δεν αντιλέγει) και πού δεν είναι παρά μια δευτερεύουσα εικόνα, ένας κόσμος πού έχει παραμορφωθεί και έχει παρεκκλίνει, ένας κόσμος, τον όποιο οι χωριάτες στον Θερβάντες τον βλέπουν σαν καπηλειό, ενώ ό Δον Κιχώτης τον ξέρει σαν κάστρο, τούτος λοιπόν ό κόσμος είναι τού διαβόλου

( Για να καθαριστεί λοιπόν τούτος ό κόσμος δεν απαιτείται διασκέδαση, άλλα εξορκισμός και αποτίναξη του δαιμονικού ζυγού. Απόδειξη αποτελεί ή επαφή με όλα τα αριστουργήματα της τέχνης, πού κατορθώνουν κι αυτά να εξορκίσουν τον διάβολο και να συνάψουν άμεση σχέση μετά Θεία. Εξαφανίζεται έτσι το πέπλο της «μαγείας» και ό κόσμος —όντας ό ίδιος αλλά μεταμορφωμένος, απαλλαγμένος  από μαγγανείες— γίνεται ξανά όπως ήταν πρώτα και δίνει την αίσθηση της ευτυχίας. Άλλωστε ό Κύριος στη συνομιλία του με τον Νικόδημο στο Ιώ. 3 (εξαιτίας των αιρέσεων αναγκάζομαι να αναφέρω πάντοτε το αντίστοιχο κομμάτι της
γραφής διαβάζοντας συνεχώς το κεφάλαιο και το εδάφιο, που συνήθως είναι σχολαστικό) δεν
ζητά από τον άνθρωπο να ξαναγεννηθεί σωματικά, δεν ζητά δηλαδή μια άλλη  δημιουργία αλλά  να προβεί μόνο σε μια πνευματική μετάνοια, η οποία πρέπει να είναι απόλυτη. Κάπου εδώ ταιριάζουν και τα κεραυνοβόλα λόγια που είπε κάποτε ό Φον Γιαβλένσκυ: «Τέχνη είναι ή νοσταλγία του Θεού» 

Όλοι θα έχουμε δει κάποια λάθος τυπωμένα βιβλία, στα όποια οι εικόνες δείχνουν σαν να μην ταιριάζουν με αυτό που στην πραγματικότητα απεικονίζουν. Μια τέτοια μικρή εκτροπή λοιπόν από τον αληθινό κόσμο είναι και ό κόσμος του διαβόλου. Μια μικρή εκτροπή στο φόντο και στο χρώμα, μια εκτροπή μικρή αλλά αρκετή να μας οδηγήσει όλο και πιο αδιάφορα, όλο και πιο γρήγορα σε άλλα μέρη. Είναι μια εκτροπή που πρέπει να διορθωθεί.


Κάτω απ' αυτό το πρίσμα λοιπόν ό κόσμος, με τον διάβολο να τον εξουσιάζει, είναι ό αληθινός αλλά μόνο μ' αυτή την έννοια. Διότι ό διάβολος δεν δημιούργησε ένα δεύτερο κόσμο. Στον κόσμο πού δημιούργησε ρ Θεός δουλεύει, αλλά παρασιτικά. Ό κόσμος είναι ό ίδιος, αλλά «μαγεμένος» και πάνω σ' αυτόν τον πλασματικό κόσμο (διότι μόνο στα μάτια μας, στις αντιλήψεις, στις πεποιθήσεις Και στις αμαρτίες μας υπάρχει αυτός ό κόσμος) αφέντης είναι ό διάβολος. Για αυτό ή αγαπητή μου Σιμόν Βέιλ είπε: «Τα πράγματα με τα όποια δενόμαστε εμείς οι άνθρωποι είναι πλασματικά, άλλα οι αλυσίδες που μας δένουν μ' αυτά είναι αληθινές». Οι δομές δεν διαφέρουν. Αν δει κανείς το θέμα δομικά, θα διαπιστώσει πώς ό διάβολος δουλεύει κι αυτός μέσα στον ίδιο χώρο: στο χώρο του Καλού, στο χώρο του Λόγου.


Άρα λοιπόν ό διάβολος δεν μπορεί να μας προσφέρει τίποτε άλλο έκτος απ' αυτό που διαθέτει: απάτη (μάγια, όπως λέει κι ό Αλ.-Γκ.), μια παραποιημένη εικόνα. Όσο καιρό όμως ή σχέση μας μ' αυτή την απάτη βασίζεται πάνω στη δική μας συγκατάθεση, ό διάβολος συνδέεται μαζί μας και μας προσφέρει ότι μας υποσχέθηκε. Τη στιγμή του θανάτου όμως (ή της συγκλονιστικής μετάνοιας ή οποιασδήποτε άλλης στιγμής απολογισμού), όταν ανακαλούμαστε στην πραγματικότητα  ή σύνδεση μας με τον διάβολο εξαλείφεται (βλ. Φάουστ) και ή συμβολή του διαβόλου αποδεικνύεται απατηλή, απλή αντανάκλαση σε καθρέφτη.

Ο διάβολος είναι ό πατέρας του ψεύδους, διότι έχει δύναμη μόνο πάνω σε παραποιημένη εικόνα, μόνο πάνω στην πλάνη, μόνο πάνω στη διαφθορά. Είναι άρχοντας αυτού του κόσμου, διότι είναι τρομακτικό να βλέπεις πώς είσαι φυλακισμένος δούλος, σ' ένα οικοδόμημα που είναι έτοιμο να καταρρεύσει, σαν πύργος φτιαγμένος με τραπουλόχαρτα.

Έτσι λοιπόν ή πίστη στον Θεό μου φαίνεται πώς είναι, με όλη τη σημασία της λέξης, ή πιο αληθινή πράξη πού υπάρχει. Είναι ή αποδοχή της αλήθειας και ή απάρνηση της απάτης. Γι' αυτό απαιτείται ταπείνωση και γι' αυτό ή εκκλησία δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην ταπείνωση. 


Τίποτα δεν μας είναι πιο δύσκολο από το να παραιτηθούμε από τα ψεύτικα πράγματα του κόσμου τούτου. 

Όταν ό Δον Κιχώτης λέει στους χωρικούς πώς βρίσκονται στ' αλήθεια σ' έναν πύργο, θεωρείται από τούς χωρικούς παλαβός, διότι οι χωρικοί βρίσκονται στην ταβέρνα, όση ώρα μένει μαζί τους. Ό ανθρώπινος λόγος, όμως, επειδή κι αυτός (όπως και του Πατρός — Γεν. 2, 19) είναι δημιουργικός, κάνει τον πύργο μονομιάς ταβέρνα. Αν λοιπόν την πεις ταβέρνα, είναι ταβέρνα. Ό Δον Κιχώτης όμως αρνείται την πραγματικότητα του χωριού και του επιπέδου στο όποιο βρίσκεται και ό ίδιος, με αποτέλεσμα να θεωρείται τρελός. Είναι όμως ρεαλιστής και τα 'χει τετρακόσια, διότι ό πύργος είναι πράγματι πύργος για τον ουσιαστικό κόσμο, τον αρχέτυπο κόσμο, τον αληθινό κόσμο (όχι τον πραγματικό), έναν κόσμο πού ξεσκεπάζεται από τα πέπλα της πλάνης του διαβόλου. Ένας κόσμος, ό όποιος ανά πάσα στιγμή μπορεί να παλινορθωθεί, να ξανατοποθετηθεί στην αρχική του κατάσταση με μια πράξη επιστροφής στην αλήθεια και απάρνησης «αυτού» του κόσμου, του ψεύτικου, του κόσμου πού μοιάζει σαν τις λάθος τυπωμένες εικόνες μιας εφημερίδας.


Ή κατάσταση για τον σημερινό χριστιανό είναι το ίδιο παράδοξη όπως και του Δον Κιχώτη. Ό χριστιανός είναι άνθρωπος, κι όμως του ζητιέται να είναι Θεός. Δημιουργήθηκε αμόλυντος, είναι βρόμικος, κι όμως πρέπει να επιστρέψει σ' αυτό πού προορίζεται. Με αλλά λόγια πρέπει να αγωνιστεί για να ξαναγίνει αυτό πού είναι.


ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ ΤΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Νατσιός Δημήτριος: Ομιλία στην εκδήλωση κατά του gay pride...............................





http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/
H ομιλία του κ. Δημητρίου Νατσιού στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας κατά των εκδηλώσεων ομοφυλοφιλικής υπερηφάνειας, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 14 Ιουνίου.

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ «ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ πού δείχνουν ότι ό χριστιανισμός είναι θρησκεία του θάρρους»






ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ «ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ πού δείχνουν ότι ό χριστιανισμός είναι θρησκεία του  θάρρους»

Τα αναρίθμητα εδάφια, καθώς και ή προτροπή του Χριστού: Θάρσει τέκνον θάρσει θύγατερ (Ματθ. 9, 2, 9, 22• Μάρκ. 10,49• Λουκ. 8, 48), Θαρσείτε {Μάρκ. 6, 51• Ίω. 16, 33).
Οι ενθαρρύνσεις: μη φοβού (Μάρκ. 5, 37 Λουκά, 13• I, 30• 5, 10• 8,50 )μη  φοβείσθε (Μάρκ. 6, 50• Λουκ. 2, 10• 12, 7 24, 36• Ίω. 6, 20), μη έκθαμβείσθε  (Μάρκ. 16, 6).
Στον κατάλογο εκείνων που προορίζονται για τη λίμνη την καιόμενη, ποιοι  φιγουράρουν πρώτοι; οι δειλοί (Άποκ. 21,8) και ή επίπληξη: τι δειλοί έστε ούτως Δηλαδή, γιατί είστε τόσο δειλοί;

Και, κυρίως, ή αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού: ή βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί άρπάζουσιν αυτήν, δηλαδή, ή βασιλεία του Θεού κερδίζεται με προσπάθεια και την κατακτούν αυτοί που αγωνίζονται. (Ματθ. II, 12)
(Σε ξένες μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης, στο συγκεκριμένο εδάφιο του Ματθαίου γίνεται λόγος για πόλεμο και τη βασιλεία κερδίζουν οι πολεμιστές. Η αγγλική Βίβλος μιλάει για βία και για ανθρώπους βιαστές, ενώ ή νέα Βίβλος κάνει λόγο για αγώνα. Για αγώνα μιλούν και οι Γάλλοι, ενώ τέλος οι Γερμανοί έχουν έναν παρόμοιο όρο, το «GEWALT», και στη συνέχεια ένα σύνθετο και πιο εκφραστικό ρήμα: «ΑΠΟΣΠΩ ΒΙΑ».

Ό Θεός δεν μας έδωσε πνεύμα δειλίας (β ' Τιμ. I, 7): «ου γαρ έδωκεν ημιν ο Θεός πνεύμα δειλίας», άλλα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αόρατο πόλεμο, όπως χαρακτηριστικά λέει ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης, έτοιμοι να κακοπάθουμε  σαν καλοί στρατιώτες του Ιησού Χριστού (β ' Τιμ. 2, 3): «σύ ούν κακοπαθησον ως καλός στρατιώτης», μέ θώρακα τη δικαιοσύνη, περικεφαλαία τη σωτηρία και  ξίφος το Πνεύμα.

Ό χριστιανισμός είναι θρησκεία μαρτυρική, πού τη χαρακτηρίζει το φυσικοί θάρρος των μαρτύρων της, γι' αυτό κι ό Παύλος στο Φιλιπ. I, 28-30 λέει ξεκάθαρα: «σε τίποτα δεν σας φοβίζουν οι εχθροί σας. Τούτο είναι γι' αυτούς σημάδι απώλειας, ενώ για σας είναι σημάδι σωτηρίας και προέρχεται από τον Θεό. Γιατί σ` εσάς δόθηκε το χάρισμα, όχι μόνο να πιστεύετε στον Χριστό, άλλα και να υποφέρετε γι' αυτόν, διεξάγοντας τον ίδιο αγώνα, που είδατε να διεξάγω εγώ, και που τώρα μαθαίνετε ότι τον συνεχίζω.

Στο Έβρ. 13, 6, ό Παύλος προσθέτει: «Κύριος έμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαί τι ποιήσει μοι άνθρωπος;», δηλαδή, ό Κύριος είναι βοηθός μου, δεν θα φοβηθώ. Τί μπορεί να μου κάνει ένας άνθρωπος; 'Αλλά και στο Ιω. Β' 4, 18: «φόβος ουκ εστίν εν τη αγάπη, άλλ' ή τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον», δηλαδή, όποιος αγαπάει δεν φοβάται. Ή τέλεια αγάπη διώχνει το φόβο.

ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ ΤΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.