Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

«ΤΟ ΣΤΑΜΝΙ ΠΕΡΠΑΤΗΣΕ»


 ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΟΣΚΟΒΗ

(Διήγημα)
Μα δε θυμόταν ούτε κι ή ίδια το Μαργιώ του Πρωτενιού πόσω χρονώ ήτανε. Ένα μονάχα ήξερε. Πως είχε περάσει και τα εκατό! Κι όμως κρατιόταν αρκετά καλά ακόμη. Το μαγουλάκι της ρόδιζε και τα δόντια της ήτανε, μάτια μου, τριάντα δύο!
Πήγαινε κι έκοβε ξύλα απ' τα πιο ψηλά βουνά μόνη της κι σήκωνε κάτι γουμάρια πού δεν τα σήκωνε νιοκόπελλο.
-           Ό Παερμιώτης μου, δόνει μου χρόνια και κουράγιο, έλεε παντού. Όταν πααίνω στην εκκλησιά μου νοίει ή καρδιά μου και γίνεται περβόλι. Πίνω κομμάι νερό από το γιστερνάκι του και κάμνω νιό συκώτι. Εκείνος είναι πού με δυναμώνει, παιδάκια μου.
Κι αλήθεια! από τον καιρό πού βρήκε την εικόνα τ' αρχάγγελου λες και ξανάνιωσε το Μαργιώ του Πρωτενιού, ξεκαμπούριασε, θέριεψε κι έγινε αγνώριστη.
-           "Απ' την ήμερα πουβρα το κόνισμα του ξενάλεε, θαρρώ πώς εγώ τον έγέννησα, θαρρώ πώς είναι παιδί μου. Όσο μπορώ περιποιούμαι το. Κι έχω, παιδιά μου, την ελπίδα πώς όταν έρτει ή ώρα μου κι ή στερνή μου, θα μου κάνει στον άλλο κόσμο την περιποίηση πού του κάμνω εγώ ή αμαρτωλή σ' αυτό το ψεύτικο ντουνιά.
Κι σκούπιζε ένα δάκρυ πού κυλιότανε στα γέρικα μάγουλα της. Ζούσε για να περιποιείται το ξεκκλησάκι του Υιού της. Κάθε Σάββατο έτρεχε ν' ανάβει τα καντήλια του, κοίταγε πώς να το ομορφαίνει, πώς να το στολίζει, απ' έξω κι από μέσα. Όλο καινούργια καντήλια και καινούργιας εικόνες έβαζε. Κι όλο τ' άσπριζε με κόκκινα, κίτρινα, πράσινα χρώματα. Μεγάλωνε το πλατύ του πλακοστρώνοντάς το κι φύτευε λουλουδάκια και δέντρα ολάκερα! Αύτη έκαμνε όλα τα έξοδα στην εορτή του. αφού ξεσήκωνε πρώτα όλη τη Σύμη να πάει στο πανηγύρι. Πλήρωνε τον παπά τα κεριά και τα λάδια. Ή ίδια έκαμνε και τούς καφέδες. Α! Όλα κι όλα κανένα δεν άφηνε ν' ανακατευθεί και να βάλει πεντάρα τσακιστή σ' όλα αυτά. ' Ακόμα έφερνε και κέρναγε το πρώτο κρασί στο γλέντι. Κρασί σπιτικό, μυρωδάτο, σπιρτάτο, κόκκινο-κόκκινο πού το 'φκιανε απ' τα σταφύλια τ' αμπελιού της το Μαργιώ. Τόριχνε στον ωμό της και γινόταν αεράκι. Περπατούσε τρείς ώρες με το ρολόι - τόσο ήταν ό δρόμος απ' το Χωριό στο ξωκκλήσι - και δεν ακουμπούσε πουθενά γιατί τώχε τάμα να μη σταματά ούτε ν' ανασάνει ακόμα.
Αυτά γίνονταν κάθε χρονιά την ήμερα των Ταξιαρχών. Μα τούτη τη χρονιά θές απ' τούς κόπους θές απ' τα γεράματα το Μαργιώ έβαργιαρώστησε. Πυρετός την έκαιγε μέρα-νύχτα και την έλκυνε. Και δεν την ένοιαζε πού θα 'χανε τη ζωή της, μα γιατί ζύγωνε ή εορτή του Παερμιώτη της. Ποιος θα στολίσει το εκκλησάκι σου, γιέ μου, ποιος θα γυαλίσει το καντήλι σου; Ποιος θα σου ψήσει τούς καφέδες, ποιος θα σου κουβαλήσει το κρασί σου; Εμείς, θειά, θα τα κάνουμε γούλα. Εσύ να μη στενοχωριέσαι καθόλου στη θέση πούσαι. Πάρε υπομονή ίσαμε του χρόνου πού θάσαι καλά, της λέγαν οι ανιψιές της. - Καλέ τί μπού μου λέητε, κόρες μου• άρρωστη - ξάρρωστη, πεθαμένη - ζωντανή θα κουβαλήσω το κρασί πάνου μου. Του χρόνου πού μου λέητε μπορεί νάμαι στα σάφανα, αφού τιάρα είμαι μισοπεθαμένη. - Μα εσύ θειά θ' απομείνεις στο δρόμο μαζί με το κρασί. Είναι ντροπή γριά γυναίκα να κάμνεις σα μωρό.

- Μήε πεθαίνω μήε τίποτε, κοπανούσε το Μαργιώ, ο Παερμιώτης θα μου δώκει δύναμη. Εσείς, κόρες μου, να πάτε να προσκαλέσετε τον παπά και τον κόσμο. Αύριο, την παραμονή θα πάω ν' ανοίξω την εκκλησιά και θα τη μορφοστολίσω.
Τώπε και το 'καμε το Μαργιώ. Την άλλη μέρα τ' απόγευμα έκαμε το σταυρό της, σήκωσε το σταμνί με τόνα της χέρι με τ' άλλο πήρε το μπαστούνι της και κίνησε κουτσαίνοντας λίγο και τρέμοντας άπ' τον πυρετό. Μα ή καρδιά της τόλεγε - ό Παερμιώτης θα με δυναμώσει...
Δόστου κι ανέβαινε τώρα τα βράχια και περνούσε τί ρεματιές.
Έστριβε τα μονοπάτια, χανόταν μέσα στα πεύκα, σταυροκοπιόταν μπρος στα ξωκκλήσια κι ανέβαινε ασταμάτητα στο βουνό. Πουθενά δε στεκόταν να πάρει ανασασμό... Τ' αέρι της δρόσιζε το μέτωπο της πού 'καιγε ό πυρετός και της έδινε πιότερο κουράγιο. Τα εξωκκλήσια πού ξεπρόβαλλαν σε κάθε στρίψιμο τού μονοπατιού ζέσταιναν τη γεμάτη πίστη, παιδιάστικη καρδιά της...

Περπατούσε κοντά δύο ώρες τώρα, πάντα με την ίδια γοργάδα, σα να την κυνηγούσε κάποιος... Βιαζόταν να φτάσει στη κορφή τού βουνού. Λαχτάριζ' ή ψυχούλα της ν' αντικρύσει το μοναστηράκι τού γιου της, πούχε τρεις μήνες τώρα να το δει.
Και να! Έφτασ' επί τέλους... τα μάτια της πέσαν άπληστα - ας είναι κι από μακριά - στο κουκλίστικο ξωκκλήσι με τα κόκκινα κεραμιδάκια και το σταυρό στην κορφή. Διάκρινε ακόμη και το καμπανάκι του που έβγαζε τόσο γλυκό ήχο όταν το χτυπούσε. Καμάρωνε τα περήφανα κυπαρίσσια του λες κι ήταν λαμπαδίτσες, καλέ, άσβηστες, άλιωτες μπρος στον αρχάγγελο... Θάμμαζε και το καταγάλανο λιμανάκι του. - Τί όμορφος πούσαι Παερμιώτη μου! Σα ζωγραφιά Άιταφίτικη!

Και σκούπισε τον ιδρώτα της, περπατώντας πάντα. Ωστόσο ή καρδιά της άρχισε να βαριοκτυπάει, πιο δυνατά, σα να 'θελε να σπάσει. Τα μηνίγγια της άρχισαν να σφυροκοπάνε. Μούδιασε το χέρι της πού κρατούσε το σταμνί κι άρχισαν να τρέμουνε τα γόνατα της. Τα μαραμένα και ρουφηγμένα απ' τον καιρό στήθια της ανεβοκατέβαιναν ακανόνιστα, βιαστικά, αποπνιχτικά.
Ξεράθηκε πια ό λαιμός της κι ή γλώσσα της... Κι όμως
περπατούσε, περπατούσε...
Μα τώρα στον κατήφορο δε μπορούσε να σταθεί... Γλιστρούσαν τα πόδια της πάνω στα τρυφερά χορτάρια και μπερδευόταν στα λιθάρια πουταν μπηγμένα απ' τη φύση στη γη... Τα μάτια της θολωσανε. Κόπηκαν ολωσδιόλου τα γόνατα της και κρύος ίδρώς κυλούσε σταλιά-σταλιά απ' τούς άσπρους κροτάφους της στο χώμα.

Ό κόσμος της φαινόταν πώς στριφογύριζε και χιλίων ειδών βουίσματα ξεκούφαιναν τ' αυτιά της... Αναστέναξε βαθιά, κοίταξε το ξιοκκλήσι σα να ζητούσε συχώρεση κι ακούμπησε χάμου τη στάμνα. Σύγχρονα σωριάστηκε κι ή ίδια κοντά της ξεθεωμένη, σα νικημένη απ' το ίδιο της το κορμί. Πήρε δύο-τρεις βιαστικές ανάσες, έσφιξε το κεφάλι της με τα δύο της χέρια δαγκάνοντας τα χείλη της για να μη φωνάξει απ' τον πόνο κ' έμειν' έτσι ακίνητη με κλειστά μάτια, κουβαριασμένη.
- Έγέρασα, παιδάκι μου και δε μπορώ ούτε το κρασί σου να φέρω πιο. Έβγαλ' ένα αχ! και ξανασηκώθηκε να πάρει το σταμνί κρατώντας το διπλανό δεντρί. Μα το σταμνί δεν ήταν δίπλα.
Κοίταξ' εδώ, κοίταξ' εκεί• τίποτε. Ή στάμνα είχε κάμει φτερά.
-           Θα την πήρε ό κατήφορος και την έκαμε κομμάτια και παρσάδια. Αχ! Τα έρημα μου πόδια. - Σφόγγισε τα μάτια της και ξανάρχισε το δρόμο πιο κουρασμένη, σαν άψυχη μηχανή.
Δε ζήτησε να βρει τα κομμάτια της στάμνας της το Μαργιώ. Τί το φελος. Αυτό μπορεί να της έκαμνε και κακό... Όλα κι αυτός ό ήλιος της φαινόταν μαύρα και σκοτεινά όχι απ' το πυρετό μ' απ' τη λύπη.
-           Πώς θα γίνει το γλέντι σου χωρίς το κρασί, γιε μου; Με τί μάτια θα σε δώ, ή κακομοίρα; Μα μπορεί να μου το 'καμες επίτηδες επειδή βαρυγκόμησα κι έκατσα να μοθέκω.' Αν είναι έτσι, καλά μου το 'καμες, χαλάλι σου. Μεάλη χάρη σου, Παερμιωτη μου, μεάλη και φοβερή!
-           Σ' αυτό το μεταξύ έφτασε. Ή απόλυτη γαλήνη του τοπίου μεταδόθηκε και στην ψυχή της και κάθε πόνο της βαλσάμωσε γλυκά.
Διπλοτριπλοσταυροκοπήθηκε κι έβγαλε το κλειδί απ' τη μέση της για ν' ανοίξει. Μα ξάφνου άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και στηρίχτηκε στον τοίχο για να μην πέσει. Στη ρίζα ενός κυπαρισσιού ήταν ακουμπισμένη όμορφα -όμορφα, άβλαφτη, απαράλλαχτη ή στάμνα της! Ακόμα και το σκέπασμα της βρισκόταν στη θέση του.

Ποιος την έφερε εκεί, ποιος την ακούμπησε στο κυπαρίσσι; Το Μαργιώ το 'νοιωσε βαθιά, μα δε μίλησε. Κάτι το πλατύ κι απέραντο ένοιωσε να κλείνει μέσα της πού δε μπορούσε με λόγια να ειπωθεί. Με μιας λυγίστηκαν τα γόνατα της και με δακρυσμένη την ολόφωτη όψη της έμεινε σιωπηλή με τα χέρια υψωμένα προς το μικρό ερημοκκλήσι πού της φάνηκε κείνη τη στιγμή ποιος γιγάντωνε, θέριευε, απλωνόταν και σκέπαζε όλο το νησί!
Τα κυπαρίσσια κάτι ψιθυρίζανε κι ή θάλασσα με κάτασπρους αφρούς έλεε κάτι όμοιο με κείνο πού ψιθύριζαν τα χείλη της γριούλας.
- Ήρτες, καλέ θεία; Εμείς θαρρούσαμε πώς έπεσες και σκοτώθης σε καένα γκρεμό. Ήταν οι ανιψιές του Μαργιόλη πού έρχονταν με τον παπά και τούς βιολιτζήδες και μ' άλλους πανηγυριώτες. Εσύ, Μαργιο' μου, είσαι θεριό!, είπε ό παπάς, πώς μπόρεσες κι έφερες τόσο βάρος!
— Μα δεν το 'φερα μοναχή μου, παπά μου, ό γιός μου μ' βοήθησε. Δεν είπε όμως τίποτε περισσότερο ύστερα τα ξεμολογήθηκ' όλα στον παπά: τώρα άνοιξε το σταμνί και κέρασε όλους πέρα και πέρα.
-           Έ! τί λέεις θειά. Μπορείς να μας σύρεις τη σούστα;
-           Μα δε σε πονούν τα πόδια σου; Δεν ίτζαλίτζεσαι; Δεν έχεις πυρετό;
-           Μηέ πυρετόν έχω μηέ τίποτε. Έπεράσαν μου γούλα. Συρίμι έγίνουμου. Μα δε σας τόλεα πώς θα με γιάνει ό Παερμιώτης;

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2002. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΟΡΜΙΤΟΥ ΣΥΜΗΣ.



Δεν υπάρχουν σχόλια: