Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

O παπα Στρατής μαζί τους εθελοντές της "Αγκαλιάς" προσφέρουν στους εκατοντάδες μετανάστες και ιδιαίτερα στις εγγύους και στα παιδιά τις πρώτες βασικές ανάγκες επιβίωσης στην Μυτιλήνη.






Ο πατέρας Ευστράτιος Δήμου - "Παπά Στρατής" - η ψυχή της "Αγκαλιάς" έχασε τη μάχη ... δεν μένει πια εδώ... αφήνει όμως σημαντική παρακαταθήκη.

Έφυγε σε ηλικία 57 ετών

Ήταν ο φύλακας άγγελος των κατατρεγμένων εδώ και χρόνια, ανεξαιρέτως χρώματος , φυλής, θρησκείας, έτρεχε ακατάπαυστα σε όλη τη Μυτιλήνη, για να βρει τους πρόσφυγες που έφθαναν στα παράλια και να του προσφέρεις , ενα κρεβάτι, στεγνά ρούχα και φαγητό. Στην αρχή μόνο του, στη συνεχεία, η αυταπάρνηση τους και ο ιδεώδης αγώνας του κινητοποίησε και άλλους και όλοι μαζί, έφτιαξαν μια πρότυπη μη κυβερνητική οργάνωση την« ΑΓΚΑΛΙΑ» .

Ό ίδιος η ψυχή της Μη κυβερνητικής οργάνωσης, όργωνε την Ελλάδα και το εξωτερικό προκειμένου να καταφέρει να συγκεντρώσει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για τους μετανάστες.

Στις 25 Αυγούστου ο παπα Στρατής έγραφε:

"Αγαπητοί φίλοι και φίλες,σήμερα φεύγω στο νοσοκομείο για το καινούργιο πρόβλημα καρκίνου που μου βρήκαν. Παρακαλώ πολύ για μια προσευχή και πιστεύω ότι γρήγορα θα γυρίσω δυνατός κοντά σας.Σας ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τους ενορίτες μου για την αγάπη και την συμπαράσταση που μου δείχνουν. Επίσης,θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι του κόσμου,οι άνθρωποι του πολέμου,τα παιδιά που αναζητούν την ελπίδα είναι αδέρφια μας και η Αγκαλιά θα συνεχίσει να βρίσκεται κοντά τους και να τους δίνει την ελπίδα για την επόμενη μέρα.Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά,για την ειρήνη και την αγάπη.Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι."

Τα λόγια του θα μας συντροφεύουν, το έργο του παράδειγμα προς μίμηση.

Ο πατέρας Ευστράτιος Δήμου - "Παπά Στρατής" - η ψυχή της "Αγκαλιάς" έχασε τη μάχη ... δεν μένει πια εδώ... αφήνει όμως σημαντική παρακαταθήκη. Έφυγε σε ηλικία 57 ετών Ήταν ο φύλακας άγγελος των κατατρεγμένων εδώ και χρόνια, ανεξαιρέτως χρώματος , φυλής, θρησκείας, έτρεχε ακατάπαυστα σε όλη τη Μυτιλήνη, για να βρει τους πρόσφυγες που έφθαναν στα παράλια και να του προσφέρεις , ενα κρεβάτι, στεγνά ρούχα και φαγητό. Στην αρχή μόνο του, στη συνεχεία, η αυταπάρνηση τους και ο ιδεώδης αγώνας του κινητοποίησε και άλλους και όλοι μαζί, έφτιαξαν μια πρότυπη μη κυβερνητική οργάνωση την« ΑΓΚΑΛΙΑ» . Ό ίδιος η ψυχή της Μη κυβερνητικής οργάνωσης, όργωνε την Ελλάδα και το εξωτερικό προκειμένου να καταφέρει να συγκεντρώσει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για τους μετανάστες. Στις 25 Αυγούστου ο παπα Στρατής έγραφε: "Αγαπητοί φίλοι και φίλες,σήμερα φεύγω στο νοσοκομείο για το καινούργιο πρόβλημα καρκίνου που μου βρήκαν. Παρακαλώ πολύ για μια προσευχή και πιστεύω ότι γρήγορα θα γυρίσω δυνατός κοντά σας.Σας ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τους ενορίτες μου για την αγάπη και την συμπαράσταση που μου δείχνουν. Επίσης,θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι του κόσμου,οι άνθρωποι του πολέμου,τα παιδιά που αναζητούν την ελπίδα είναι αδέρφια μας και η Αγκαλιά θα συνεχίσει να βρίσκεται κοντά τους και να τους δίνει την ελπίδα για την επόμενη μέρα.Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά,για την ειρήνη και την αγάπη.Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι." Τα λόγια του θα μας συντροφεύουν, το έργο του παράδειγμα προς μίμηση.

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

Ο ΠΙΣΤΟΣ ΖΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ. ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΚΑΙ ΠΡΟΧΩΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΡΕΣΤΙΑΝΚΙΝ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ (ΠΣΚΩΦ)


ALAIN DUREL. Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ.






Πριν αναχωρήσω, πήγα στη Μονή Ιβήρων να χαιρετήσω εκείνον πού πρώτος με είχε υποδεχτεί στο 'Άγιο Όρος. Καθισμένος στο αρχονταρίκι, πού εκείνη την πολύ πρωινή ώρα ήταν έρημο, κι ενώ ό ήλιος είχε μόλις ανατείλει, εξήγησα στον γίγαντα Κρητικό το νόημα της απόφασής μου. Με άκουγε με προσοχή, ακίνητος, μέχρι τη στιγμή πού μία μου λέξη τον έκανε να τιναχτεί:


—     Δεν έχω ρίζες εδώ, είπα. Είμαι ξένος.
Ό Βασίλειος ξαφνικά σηκώθηκε και βγήκε χωρίς να πει λέξη. Περίμενα μερικά λεπτά ανήσυχος, φοβούμενος ότι δε θα ξαναρχόταν. Αλλά ξαναγύρισε με ένα μικρό πακέτο και ένα βιβλιαράκι της Μεγάλης Εβδομάδας. Το ξεφύλλισε γρήγορα και βρήκε μια σελίδα πού την είχε σημαδέψει με σελιδοδείκτη. Ύστερα γύρισε το βιβλίο προς το μέρος μου:


—     Έχεις προσέξει πώς ονομάζει τον Ιησού ό Ιωσήφ ό από Άριμαθαίας; Ζητά από τον Πιλάτο να τού δώσει το σώμα εκείνου τού ξένου! Δεν είσαι λοιπόν ό μόνος ξένος, φίλε μου! Και ό Χριστός ήταν ξένος σ’ αυτή τη γη, ένας περιπλανώμενος Ιουδαίος! Όπου και να πάς, πάντα θα συναντάς αυτόν τον ξένο στους δρόμους σου, σαν ζητιάνο
της αγάπης. Κι επειδή ξέρεις και θέλεις να γράφεις, δέξου αυτό το μικρό δώρο.
Ό Βασίλειος μου έδωσε το πακετάκι. Το άνοιξα αμέσως ήταν ένα ωραίο τετράδιο με λευκές σελίδες κι ένα στυλό με πέννα.


—     Δεν έχεις παρά να το γεμίσεις. Πορεύου εν ειρήνη.
Επιστρέφοντας στη Σταυρονικήτα, ανάγγειλα στον πατέρα Τύχωνα την απόφαση μου να φύγω από τον ’Άθωνα.
—     ’Αν επιστρέφεις στη Γαλλία, μείνε στην πνευματική καθοδήγηση του πατρός Πλακίδα, με συμβούλεψε εκείνος.



Πήρα την άδεια να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνο της μονής, το όποιο φύλαγε ως κόρην οφθαλμού ό οικονόμος της μονής, μια σπάνια συσκευή ή οποία φαινόταν τόσο πολύ μυστηριώδης πού ή νεωτερικότητά της, σε απόλυτη διάσταση με τον αρχαϊσμό του Άθωνα, δεν είχε πια κανένα νόημα. Αυτό το τηλέφωνο μου φάνηκε τόσο παράξενο όσο αν μου έλεγαν να μιλήσω σ’ ένα κοχύλι ή να διαβάσω μια κρυστάλλινη σφαίρα. Ήταν το παλιό μοντέλο με το καντράν πού γυρίζει. Δεν το είχα ξαναδεί. Κάπως έτσι πρέπει να ένιωσαν οι Ινδιάνοι του Αμαζόνιου όταν είδαν για πρώτη φορά ένα ρολόι χειρός. Σχημάτισα το νούμερο στο μαγικό αυτό αντικείμενο. Ή αγωνία μου κορυφώθηκε καθώς άκουγα τον ήχο της κλήσης και ήξερα ότι σε λίγο θα ακουστεί μια μακρινή φωνή, λες από άλλον κόσμο. Το σήκωσε ό πατήρ Πλακίδας. Ή φωνή του μου φάνηκε τόσο οικεία λες και βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο. Επέμεινα στον αδιαπραγμάτευτο χαρακτήρα της απόφασης μου. Εκείνος με ενθάρρυνε να παραμείνω στο Όρος, αλλά μπροστά στην επιμονή μου, μου πρότεινε να γραφτώ στο
Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι.


Λίγο πριν αναχωρήσω, συνάντησα στη Μονή Σταυρονικήτα ένα παράξενο πρόσωπο. Είχα πάει να αποχαιρετήσω τον παπά-Ισαάκ, και έμεινα λίγο παραπάνω στο ερημητήριό του. Επέστρεψα μετά το δείπνο και έτρωγα εκείνο το βράδυ τη σούπα μου μόνος μέσα στην τραπεζαρία, όταν μπήκε μέσα ένας ψηλός ξερακιανός καλόγερος με αποστεωμένο πρόσωπο. Το ράσο του ήταν ξεσκισμένο, τα μακριά του μαλλιά έφταναν μέχρι τούς ώμους του. Ό άρχοντάρης έβαλε τον περιπλανώμενο μοναχό με τη δασιά γενειάδα και τα φλογερά μάτια να κάτσει στο τραπέζι ακριβώς απέναντι μου. Ήταν κάτι σαν ουράνιος άστεγος, ένας πλάνης πού περιπλανιόταν από μοναστήρι σε μοναστήρι και ζητούσε λίγο φαγητό, προφητεύοντας ή και βρίζοντας αυτούς πού συναντούσε, ανάλογα τη στιγμή. Μού έκανε μεγάλη εντύπωση ή υποδοχή πού επιφύλαξαν σ’ ένα μοναχό με συμπεριφορά τουλάχιστον παράδοξη. Αυτόν στον κόσμο, χωρίς καμιά αμφιβολία, θα τον είχαν κλείσει μέσα, εδώ τον θεωρούσαν άγιο.



Τότε δε γνώριζα τίποτε γι’ αυτή την τόσο ιδιαίτερη μορφή αγιότητας, ίσως την ανώτερη μέσα στην ορθόδοξη πνευματικότητα, την «διά Χριστόν σαλότητα». Κατ’ αρχήν πρόκειται για «στημένη» τρέλα, πού προστατεύει τον άγιο, τού χρησιμεύει ως κελί και ως μοναξιά καταμεσής των ανθρώπων. 


Πολλοί εκπλήσσονται με μια τέτοια συμπεριφορά. Μπορούμε βέβαια να θυμίσουμε στους κατά κόσμον «σοφούς» το λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Ημείς μωροί διά Χριστόν» (:Επιστολή Προς Κορινθίους Α', κεφ. δ', 10). Εκείνος πού, για την αγάπη του Χριστού, περνά για τρελός στα μάτια των ανθρώπων, είναι ανώτερος από τούς σοφούς και συνετούς του αιώνος τούτου. Ή τρέλα αυτή εμφανίζεται στην πνευματική ζωή ως ακραία μορφή του πνεύματος παιδικότητας. Ένας από τούς καρπούς αυτής της φοβερής άσκησης είναι ή ελευθερία του λόγου. Ό διά Χριστόν σαλός ως αποστολή του έχει να καταγγέλλει την τρέλα του κόσμου, με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής. Έτσι, στη Ρωσία του 14ου αιώνα, ό διά Χριστόν σαλός Νικόλας σταμάτησε τον Ιβάν τον Τρομερό, πού επρόκειτο να αιματοκυλίσει την πόλη Πσκώφ.


 Τον προσκάλεσε στο σπίτι του και του πρόσφερε κρέας ωμό πού ήταν γεμάτο αίμα. Ό Τσάρος παρατήρησε ότι ήταν Σαρακοστή και δεν μπορούσε να γευτεί κρέας. Ό διά Χριστόν σαλός του απάντησε: «Το αίμα των χριστιανών δε σε πειράζει;» Ό τρομερός Ιβάν ματαίωσε τη σφαγή.
Ρουφώντας τη σούπα μου, ένιωθα την ακατανίκητη επιθυμία να σηκώσω τα μάτια μου προς τη μεριά του συνδαιτυμόνα μου. Από τη στιγμή που το βλέμμα μου δια-σταυρώθηκε με το δικό του, είδα τα μάτια του να βγάζουν φωτιές, θαμπώθηκα. Ξανάβαλα τη μύτη μου στο πιάτο μου, σαν δαρμένος σκύλος πού χώνει το μουσούδι στη γαβάθα του. Ασφαλώς το πιο συνετό εκ μέρους μου ήταν να φάω φρόνιμα φρόνιμα. Δεν επρόκειτο όμως να ξεφύγω από τέτοιο απροσδόκητο συναπάντημα. Ό άνθρωπος μασούσε ένα πιάτο μαύρες ελιές και έφτυνε τα κουκούτσια στο πιάτο μου. Προσπάθησα για μείνω απαθής, αλλά μετά δεν άντεξα:

—     Πάτερ, είπα, πετάτε τα κουκούτσια στο πιάτο με τη σούπα μου. Έχετε τρελαθεί τελείως;
Ό μοναχός πού ονομαζόταν Πορφύριος είχε, καταπώς έλεγαν, πολλά χαρίσματα, κυρίως όμως μπορούσε να δια-βάζει μέσα στην καρδιά. Με κοίταξε παρατεταμένα μες στα μάτια με μυστηριώδες ύφος, φωτεινό και συγχρόνως γεμάτο συμπάθεια, και μετά μου είπε αυτά τα απλά λόγια πού με συγκλόνισαν:

—     Και ποιος δεν είναι κωμικός; Μόνο οι άγιοι δεν είναι κωμικοί! 


 ALAIN  DUREL. Η ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΤΕΡΜΟΝ

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΦΟΥΝΤΑΣ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ 1


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Βύρωνος. Επίσκεψη της Ενορίας μας στο Φρέαρ του Ιακώβου και στο πατέρα Ιουστίνο στα Ιεροσόλυμα 29-6-2015


Preparing for the celebration of the Divine Liturgy at the cave of the Prophet Elias on his feast day. SINAI







And he arose, and did eat and drink, and went in the strength of that meat forty days and forty nights unto Horeb the mount of God. And he came thither unto a cave, and lodged there; and, behold, the word of the Lord came to him, and he said unto him, What doest thou here, Elijah? And he said, I have been very jealous for the Lord God of hosts: for the children of Israel have forsaken thy covenant, thrown down thine altars, and slain thy prophets with the sword; and I, even I only, am left; and they seek my life, to take it away. And he said, Go forth, and stand upon the mount before the Lord. And, behold, the Lord passed by, and a great and strong wind rent the mountains, and brake in pieces the rocks before the Lord; but the Lord was not in the wind: and after the wind an earthquake; but the Lord was not in the earthquake: And after the earthquake a fire; but the Lord was not in the fire: and after the fire a still small voice.

Or, as it says in the Greek of the Septuagint, φωνὴ αὔρας λεπτῆς, ‘the voice of a gentle breeze’.

And it was so, when Elijah heard it, that he wrapped his face in his mantle, and went out, and stood in the entering in of the cave. (I Kings 19:8-13)


http://www.fatherjustinsblog.info/

Geronda Ephraim of Arizona fiddling with his prayer rope at St. Anthony’s Greek Orthodox Monastery in Florence, AZ (2015). VIDEO.

Ο Μακαριστός γέροντας Ευσέβιος Μαμάκας από το νησί της Καλύμνου σε μια σπάνια συνέντευξη. Ξεχιλίζει η αγάπη του για το πρόσωπο του Χριστού.


Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ , Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ.




Αντιθέτους, δες μία πραγματική περίπτωση μεταβάσεως από τη ζωή του Στάρετς Ιωνά: «Κάποιο μέρα, μετά τη θεία λειτουργία, περίπου στις 12 το μεσημέρι, καθόμουν στο κελί μου κι έφτιαχνα πάλι κουτάλια. Ή καρδιά μου θλιβόταν για τον τρομερό Κριμαϊκό πόλεμο. Έξαφνα ακούω κάποιον έξω από την πόρτα του κελιού μου να λέει την ευχή:


"Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς". Ή φωνή είναι γυναικεία λεπτή και καθαρή. Ακούω και σωπαίνω. Ξέρω ότι - καμιά γυναίκα δεν έρχεται ποτέ στο κελί μου και γι’ αυτό σωπαίνω. Ακούω την ευχή δεύτερη φορά• σωπαίνω. Τρίτη φορά• πάλι σωπαίνω. Τότε, η πόρτα ανοίγει μόνη της, ενώ εγώ πάντοτε είχα  τη συνήθεια να την κλείνω από μέσα με το γάντζο, και εισέρχονται στο κελί μου τρεις γυναίκες. Μόλις μπήκαν, στάθηκαν μπροστά στην εικόνα της, Παναγίας της Τριχερούσας, έκαναν τον σταυρό τους και τρεις μετάνοιες. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι, χωρίς να τούς δίνω προσοχή. Σκέπτομαι με θυμό: πώς τόλμησαν αυτές οι γυναίκες να έλθουν σε μένα το μοναχό και μάλιστα άγνωστες: Αυτές, αφού προσευχήθηκαν λίγο, γυρίζουν και μου λένε:

—Να σε σώζει ό Κύριος, πάτερ.
Βλέπω πώς είναι ντυμένες απλά και φορούν μαντήλι στο κεφάλι τους, όπως όλες οι γυναίκες του λαού. Ή μεγαλύτερη απ’ αυτές μου λέει:

—Ήλθαμε, πάτερ, να σε πάρουμε μαζί μας, για να πάμε στην Κριμαία να περιποιηθούμε τούς πληγωμένους και βασανισμένους στρατιώτες.
Τότε πια σηκώθηκα και τούς είπα:

—Μα πώς μπορώ να πάω τόσο μακριά, και μάλιστα, χωρίς να έχω διαβατήριο;


—Μόνο να έχεις την αγάπη προς το Θεό και ό Θεός μπορεί να τα κάνη όλα, μου απάντησε ή πρώτη δεν χρειάζονται χαρτιά. Πάμε να τούς ανακουφίσουμε λίγο και μην παίρνεις τίποτε μαζί σου τα έχουμε φροντίσει όλα. Πάρε μόνο δύο- τρεις πετσέτες για να πλένεις, να σκουπίζεις και να  περιποιέσαι τις πληγές τους. Όλα τ’ άλλα τα έχουμε.
—Πώς όμως, θα γίνει αυτό; Γιατί αν οι  αδελφοί με δουν μαζί με γυναίκες, θα σκανδαλιστούν


—Όχι, δεν θα μάς δη κανείς. Θα κάνουμε το έργο της άγιας υπακοής, θα υπηρετήσουμε τούς αρρώστους και θα γυρίσουμε απόψε.
Άς προσευχηθούμε λοιπόν στον Κύριο και Θεό για να μάς δώσει τη δύναμη και βοήθεια να τον υπηρετήσουμε στο πρόσωπο των δούλων του, πού είναι στρατιώτες και πολεμάνε για το άγιο όνομά Του και την άγια πίστη Του. Λέγε εσύ την προσευχή, μου είπε.


Κι εγώ είπα το "’Άξιον εστί", ενώ όλες έκαναν τον σταυρό τους και μετάνοιες. Συνέχισα "Δόξα Πατρί και Υίώ και Άγίω Πνεύματι και νυν..." μέχρι τέλος και πάλι βάλαμε μετάνοια. "Κύριε ελέησον" τρεις φορές, "εύλόγησον", μετάνοια. “Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών...", μετάνοια, αμήν. Ή πρώτη λέει "Κύριε εύλόγησον την οδόν". Όλες πάλι έκαναν τον σταυρό τους και βγήκαν έξω. "Έκλεισα το κελί και τις άκολούθησα. Βγήκαμε στην αυλή κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Σε λίγο γύρισα πίσω και δεν είδα πιάτο κελί μου. Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο κτίριο, στον τοίχο τού όποιου ήταν γραμμένο: Έδώ είναι το νοσοκομείο των στρατιωτών, πού πληγώθηκαν για το Χριστό, την πίστη την άγια και τη θεοφύλακτη πατρίδα μας Ρωσία".


—Δόξα τω Θεώ, φθάσαμε, είπε ή πρώτη.


Μπήκαμε, σ’ ένα φωτεινό και μακρύ διάδρομο, πού δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θάλαμοι με κρεβάτια καθαρά και μαλακά. Στον πρώτο θάλαμο βρίσκονταν οι βαριά πληγωμένοι: άλλος δεν έχει χέρι, άλλος πόδι, άλλος έχει ανοιγμένα σπλάγχνα, άλλος
είναι χωρίς σαγόνι, μύτη, μάτι, κάποιου το κεφάλι είναι ανοιγμένο...
Μόλις μπήκαμε στον πρώτο θάλαμο ή μεγάλη μου λέει: "Πρόσεξε, ότι θα κάνουμε εμείς να κάνης και  εσύ σκοπός μας είναι να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τούς πληγωμένους".


Ετοιμάσθηκε πρώτη, πλησίασε έναν τραυματία, έβαλε στη λεκάνη νερό, κι αφού έπλυνε τις πληγές μ’ ένα σφουγγάρι, τις σκούπισε με την καθαρή πετσέτα την όποια είχε μαζί της. Έπειτα έβγαλε από την σακούλα της κάποια αλοιφή και άλειψε τις πληγές. Τέλος τού έπλυνε το πρόσωπο, τον σκούπισε και τον χτένισε. Όλα τα έκανε επιδέξια και γρήγορα, κι αμέσως πηγαίνει σε άλλον άρρωστο. Τα ίδια κάνει και μ’ αυτόν. Αν κάποιος έχει σπασμένο χέρι ή πόδι, το διορθώνει• αν έχει βγαλμένα έξω τα εντόσθια, τα πλένει με καθαρό νερό και τα βάζει στη θέση τους. Αφού περιποιηθεί κάθε τραυματία, τον σταυρώνει, του δίνει να πιει καθαρό νερό, του λέει λίγα λόγια παρηγοριάς και πηγαίνει σ’ άλλον. “Όταν έχει τελειώσει τον τρίτο, γυρίζει και μου λέει:


—Είδες, πώς κάνω; Σπάσου έδώ ανάμεσα σε μένα και τη μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, κοίτα κι ότι κάνουμε εμείς, κάνε και σύ. Μη σιχαίνεσαι και μην περιφρονείς κανέναν, αλλά να παρηγορείς όλους τούς, πληγωμένους ανεξαιρέτως. Τότε στρέφεται σ’ εκείνη πού ονόμασε άγια Βαρβάρα και της λέει: άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, να τον παρακολουθείς, να τον βοηθάς και να τον διορθώνεις στην άγνοιά του, για να υπηρετήσει καλά τούς τραυματίες εις δόξα θεού.


Μου υπέδειξε στη συνέχεια κάποιον πληγωμένο εγώ τον πλησίασα, τον ξεσκέπασα, έβγαλα το πουκάμισό του και είδα έντρομος ότι ήταν όλος σχισμένος από πάνω μέχρι κάτω και τα εντόσθια του χυμένα έξω τόσο φοβήθηκα, πού έχασα τις αισθήσεις μου. Αμέσως ή μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έπιασε το αριστερό χέρι μου και λέει στην πρώτη: "Πολυέλεη Δέσποινα, μητέρα τού Θεού και Κυρία όλων μας, βλέπεις ότι λιποθύμησε• δυνάμωσέ τον, για να υπηρετεί τον Κύριο, τον γλυκύτατο νυμφίο μου Ιησού Χριστό, πού αγάπησα με όλη την καρδιά μου και τού παρέδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου".
Τότε εγώ κατάλαβα ποιά ήταν αυτή ή πρώτη και ποιά ή δεύτερη και σκίρτησε ή καρδιά μου. Τα είχα χαμένα. Δεν καταλάβαινα, που βρίσκομαι. Στρέφεται λοιπόν, ή Παναγία και λέει προς την τρίτη:


—Αγία Μεγαλομάρτυς Αλεξάνδρα, βοήθησε λίγο και σύ αυτό το μικρόψυχο μοναχό, πού Θέλει να δώσει τη ζωή του για το όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, και για την εκκλησία. Ηλθε μαζί μας εδώ να υπηρετήσει τούς τραυματίες, αλλά μόλις είδε τις πληγές τους φοβήθηκε κι έσβησε.


—Δεν υπάρχει, Δέσποινά μου, απάντησε ή αγία Αλεξάνδρα, άνθρωπος, πού να έχει τη Χάρι τού Κυρίου Ιησού Χριστού, την όποια έχεις εσύ. Όλοι είναι φτωχοί και αδύναμοι. Εσύ λοιπόν, ευλόγησε και ενίσχυσε τον δώσε του άφθονη Χάρι, δύναμη, διάκριση, υπομονή και σοφία.
Τότε ή Δέσποινά μας με πλησίασε, με σταύρωσε τρεις φορές και μού είπε:

—Από δώ και πέρα θα είναι μαζί ο ου και με όλα τα έργα σου ή Χάρι μου, για να υπηρέτης με αγάπη και ευσέβεια το Θεό και τον πλησίον, επειδή αγαπά πολύ εκείνους πού υπηρετούν τούς πονεμένους και Θλιμμένους ανθρώπους. Κάνε, λοιπόν, τον κόπο αυτής της διακονίας μαζί μας και ό Θεός να σ’ ευλόγηση

Με αυτά τα λόγια ζωντάνεψε το πνεύμα μου και ξανάρχισα την περιποίηση των τραυματιών χωρίς φόβο, αλλά με Θάρρος και χαρά. Είχα δεξιά μου την Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο κι αριστερά την άγια μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα. Ή Δέσποινα ρώτησε τον πρώτο τραυματία, πώς λέγεται κι αυτός απάντησε, Βασίλειος. Μου λέει λοιπόν ή Παναγία: "Βάλε το όνομά του μέσα στην καρδιά σου και τη μνήμη σου. Θα έλθει κάποτε, εκεί πού θα βρίσκεσαι. Όταν έλθει, να του δώσεις την ευλογία σου στο όνομα του Κυρίου". Και πράγματι. Μετά από καιρό ήλθε εδώ στη μονή, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των θείων μυστηρίων. Με αναγνώρισε και θυμήθηκε όσα έγιναν τότε: ότι ήταν πολύ πληγωμένος, τί ένιωθε και τί άκουγε. Μου εξήγησε ότι ήλθε, γιατί σε κάποιο όνειρο του δόθηκε εντολή να έλθει στο Κίεβο, για να με βρει. Εγώ όμως, έκανα πώς δεν ξέρω τίποτε, για να μη διαδοθεί ή φήμη μεταξύ των ανθρώπων. Έμεινε μερικές μέρες κι έφυγε με ειρήνη.

Γρήγορα λοιπόν, και με επιτυχία τελειώσαμε αυτό το θάλαμο, περιποιηθήκαμε όλους τούς αρρώστους και πήγαμε σ’ άλλον, έπειτα σε άλλον και σε άλλον και τέλος στο θάλαμο αναρρώσεως. Εκεί ή Δέσποινα, αφού τούς ευλόγησε όλους τούς παροτρύνε να έχουν πίστη στο Θεό, υπακοή στην Εκκλησία και να αγωνίζονται για τη σωτηρία του πλησίον τους. Στη συνέχεια επισκέφτηκε όλα τα συντάγματα, όπου ευλόγησε και παρηγόρησε όλους τους φιλόχριστους στρατιώτες. Επισκέφτηκε ακόμη τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερούπολι, το Μπαχτσισαράι και το Καρασουμπαζάρι, κοντά στο μαύρο ποταμό, όπου οι στρατιώτες μας ήταν στα χαρακώματα.

Έπειτα απ’ όλα αυτά επιστρέψαμε στο Κίεβο. Μπήκαμε στο κελί μου και ή άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είπε:

—Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Προσευχηθήκαμε στον Κύριο και βάλαμε τρεις μετάνοιες.

—Να τα θυμάσαι όλα αυτά, μου είπε τότε ή Δέσποινα μην τα ξεχάσεις, θα σου χρειαστούν. Όταν έλθει ό καιρός, το Πνεύμα το Άγιο θα έμπνευση τις ψυχές και καρδιές πολλών ανθρώπων, ανδρών και γυναικών διαφόρων ηλικιών, τάξεων, αξιωμάτων και θρησκευμάτων να έλθουν σ’ εσένα. Μην αρνηθείς τη βοήθειά σου σ’ αυτούς και μην απεχθάνεσαι κανέναν, επειδή κεφαλή όλων είναι ό Χριστός και όλοι είναι δικά Του μέλη. Να υπηρέτης με αγάπη το Θεό και τον πλησίον να συμπονάς όλους, να παρηγορείς τούς βασανισμένους και απελπισμένους ανθρώπους. αφού και εσύ έχεις περάσει πολλά να έχεις ταπεινοφροσύνη και υπομονή και να ευχαριστείς για όλα τον Κύριο. Φρόντισε να εκτελείς πιστά το καθήκον σου επειδή γι’ αυτό το έργο σε κάλεσε. Ή ειρήνη τού Θεού να είναι μαζί σου", μου ευχήθηκε και με σταύρωσε τρεις φορές.
Τότε έκθαμβος είδα την Κυρία Θεοτόκο με τις δύο αγίες, όχι πια με απλά και φτωχικά. αλλά μέσα σε δόξα, ομορφιά κι ολόλαμπρο φως πού δεν μπορεί να τα περιγράψει ή ανθρώπινη γλώσσα.




Ζήτησα τις ευχές και το έλεος της Δέσποινας για μένα και για όλα τα έργα μου, καθώς και των δύο μεγαλομαρτύρων Βαρβάρας και Αλεξάνδρας.
—Ξέρουμε την αδυναμία σου, μου απάντησαν εκείνες, γι’ αυτό να καταφεύγεις στον Κύριο και στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο, πού είναι ή μητέρα όλων και δίνει τη σκέπη, τη Χάρι και την παρηγοριά. Έχεις διαβάσει στους βίους μας, πώς υπομείναμε τα βάσανα από το διάβολο και τούς υπηρέτες του για την αγάπη του Χριστού. Είδες πώς ό Κύριος των δυνάμεων δοξάσθηκε στ αδύνατα γυναικεία σώματά μας και στις ροές του αίματος μας. Αλήθεια, θαυμαστός είναι ό Κύριος εν τοις άγίοις αυτού! Αμήν.
Ή Δέσποινα μού έδωσε και πάλι την ειρήνη και εύλογία και βγήκε από το κελί μου μαζί με τις δύο άγιες- τις συνοδέυσα λίγο κι εγώ.
—Στην εκκλησία τελείται ή πρωινή δοξολογία του Θεού.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Παναγίας...


Καθώς επέστρεφα στο κελί, σκεπτόμουν πόσο αφηρημένος ήμουν, ώστε από την έκπληξη μου δεν άναψα το κερί, ενώ ήταν νύκτα. Μόλις μπήκα όμως, είδα το κελί μου πολύ φωτισμένο το κερί ήταν στη θέση του, αλλά σβηστό κι όμως, το φώς στο δωμάτιό μου ήταν λαμπερό. Πόσο φτωχός ήμουν στο μυαλό, πού δεν μπορούσα τότε να καταλάβω... Θεωρώ τώρα και θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ανόητο σε όλα. Ό Κύριος και Θεός μου, ή Παναγία μήτε ρα Του και όλοι οι άγιοι δείχνουν σε μένα τα μεγάλα τους ελέη και τη Χάρι τους, μα εγώ είμαι αχάριστος σ’ αυτούς. Φόρεσα το μανδύα και πήγα στην εκκλησία. Ήταν δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα»


 «Λίγο μετά την επίσκεψι της Παναγίας στις 9 Μαρτίου έλαβα ένα δέμα. Ανοίγω το κουτί και βλέπω μια ιερή εικόνα της Αγίας Τριάδος. Μαζί ήταν κι ένα γράμμα με το εξής περιεχόμενο:


"Πάτερ Ιωνά, σάς παρακαλούμε να δεχτείτε αυτή την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην ιερά μονή σας. Σχετικά με αυτή πρέπει να σάς διηγηθούμε ένα θαυμαστό γεγονός, πού είχε συμβεί σ’ ένα συμπατριώτη μας, πρώην ταγματάρχη, ό όποιος είχε βαρειά πληγωθεί στον τουρκικό πόλεμο. Ή μάχη διαρκούσε μέρες. Δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφέρουν τούς τραυματίες ούτε καν να τούς προσφέρουν κάποια μικρή βοήθεια, αλλά ούτε και να θάψουν τούς νεκρούς. Οι τραυματίες ήταν εγκαταλελειμμένοι στο έδαφος, υπέφεραν φοβερά, αιμορραγούσαν, διψούσαν και πολλοί απ’ αυτούς πέθαιναν. Αυτός ό ταγματάρχης βρισκόταν πεσμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τούς πληγωμένους μ’ ένα βαρύ τραύμα στο κεφάλι. Για ένα διάστημα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, υπέφερε πολύ και ικέτευε το Θεό και την Παναγία να τον βοηθήσουν και να τον σώσουν.


Την πέμπτη ή έκτη ήμερα βλέπει το πρωί κάποιες γυναίκες, πού περνούσαν απ’ όλους τούς αρρώστους. Ήταν ντυμένες σαν απλές αγρότισσες και σκεπασμένες με λευκά μαντήλια. Πλησίαζαν τους πληγωμένους, περιποιούνταν τις πληγές τους, τους έδινα να πίνουν καθαρό και δροσερό νερό και ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Πάνω στους νεκρούς έκαναν το σημείο του σταυρού. Ό ταγματάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και σκεπτόταν: Από που να είναι αυτές οι γυναίκες: Έδώ κοντά δεν υπάρχει κανένα χωριό• και πόσο καλά περιποιούνται τούς άρρωστους!.


"Έπειτα, μάς διηγήθηκε ό ταγματάρχης, πλησίασαν και προς εμένα και μου είπαν: "Να έχεις ειρήνη και να σου δώσει ό Κύριος την υγεία. Μου έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι. Μου φόρεσαν καθαρά ρούχα και μού έδωσαν να πιω νερό και να φάω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Μετά ή μεγαλύτερη μού λέει: "Να τα υπομένετε όλα με καρτερία για την αγάπη του Θεού και θα λάβετε τη βασιλεία των ουρανών.
Συνέχισαν να έρχονται κάθε μέρα. Όταν ρώτησα τα ονόματα τους, δεν μου απάντησαν, μόνο ή πρεσβύτερη μού είπε: "Να ευχαριστείτε την Παναγία και όλους τούς άγιους.

Μετά από επτά ημέρες μάς πήραν στο νοσοκομείο. Όταν έγινα καλά, αποστρατεύτηκα και πήγα στο σπίτι μου. Θυμόμουν πάντοτε αυτό το γεγονός και ήθελα από ευγνωμοσύνη ν’ αγοράσω μια εικόνα. Πέρασε αρκετός καιρός. Κάποτε ήλθαμε μαζί με τη γυναίκα μου στο Κίεβο για προσκύνημα. Έδώ ήθελα να αγοράσω την εικόνα, αλλά δεν ήξερα ποιά ακριβώς. Επισκεφτήκαμε όλα τα εκκλησιαστικά μ« γαζιά τού Κιέβου, μα πουθενά δεν μπορέσαμε να 
βρούμε την εικόνα τού θα μας άρεσε ούτε στη Λαύρα βρήκαμε.

Κάποια μέρα λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία στη μεγάλη εκκλησία βγήκαμε για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Ξαφνικά κοντά στην πύλη της Λαύρας μια γυναίκα μάς πλησιάζει και μάς λέει: Έχω μια ωραία εικόνα, Θέλετε να την αγοράσετε;

Την είχε τυλιγμένη σε μια λευκή και καθαρή μανδήλα όμοια με αυτή την οποία φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν ντυμένη πολύ απλά. Την κοιτάζω και σκέπτομαι: "Κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη γυναίκα”. Κι αυτή πάλι κοιτάζει εμένα και μου λέει: 'Θέλετε να πάρετε την άγια Εικόνα;”.

Την ξετύλιξε αμέσως κι εγώ την περιεργάσθηκα. Μού άρεσε πάρα πολύ, σαν να ήταν αυτή ακριβώς την οποία έψαχνα ν’ αγοράσω. Τη ρώτησα για την τιμή. Μου είπε ότι της αρκεί ότι θα της δώσω. Αυτή ή εικόνα επίσης, άρεσε πολύ και στη σύζυγό μου πού με παρότρυνε να την αγοράσω. Παρακάλεσα τη γυναίκα να έλθει μαζί μας στο ξενοδοχείο για να της δώσουμε τα χρήματα. Μόλις όμως, φθάσαμε, εκείνη εξαφανίσθηκε. Την έψαξα παντού, μα δεν τη βρήκα. Μετά από μερικά χρόνια αυτή ή γυναίκα μού εμφανίσθηκε πάλι στον ύπνο και μού είπε: 'Μην παραξενεύεσαι• ησύχασε και μη με ψάχνεις. Είμαι μία απ’ αυτές πού διακονούσαν εσένα και τούς άλλους πληγωμένους στον πόλεμο”.


Μετά απ` αυτό το γεγονός ηρέμησα. Ή εικόνα όμως, παραδόξως άρχισε να αλλάζει όψη: το πρόσωπο, ή μύτη, τα μάτια, τα δάκτυλα μεταμορφώνονταν και γίνονταν σαν του ζωντανού ανθρώπου. Αυτή  η βαθμιαία αλλαγή κράτησε για ένα ορισμένο διάστημα. Όλοι το είδαν. Αργότερα, από κάποιο δάκτυλο άρχισε να βγάζει κάτι σαν λάδι ή μύρο. Στην αρχή δεν δώσαμε καμιά προσοχή και το λάδι έσταζε στο προσκυνητάρι. Μετά αρχίσαμε να το μαζεύουμε με βαμβάκι, το δίναμε στοάς άρρωστους και όλοι θεραπεύονταν. 

Κρύβαμε όμως, τα θαύματα της εικόνος. Εν τω μεταξύ γεράσαμε εγώ και ή γυναίκα μου κι αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε που να την αφήσουμε. Αυτή ή σκέψη μάς βασάνιζε. Κάποτε πού προσευχόμασταν ακούσαμε με έκπληξη και φόβο να βγαίνει από την εικόνα μια φωνή: Μη στενοχωρείστε• αυτή ή εικόνα θα βρει τη θέση της και θα τιμάται.
Εμείς πάντως ησυχάσαμε με την απόφαση ότι, όταν κάποιος από τούς δύο πεθάνει, ό άλλος θα βρει μεταξύ των συγγενών μας μια καλή και θεοφιλή οικογένεια και θα της παραδώσει την εικόνα, μέχρι πού ό Κύριος να δείξει το θέλημά του.

Πρώτος κοιμήθηκε ό άνδρας. Τότε ή γυναίκα βρήκε μια ευσεβή παρθένο και της έδωσε την εικόνα, αφού της διηγήθηκε την ιστορία και τα θαύματά της. Αυτή ή παρθένος φύλαγε με ευλάβεια την εικόνα, ή οποία έκανε πολλά νέα θαύματα. Όταν γέρα σε και αισθάνθηκε ότι πλησιάζει ό θάνατος, την παρέδωσε στον εφημέριό της μαζί μ’ ένα γράμμα πού περιείχε όλη την ιστορία της. Ό ιερέας τοποθέτησε την εικόνα μέσα στην εκκλησία και ό πιστός λαό, την τιμούσε πολύ. Κάποια μέρα μετά το χερουβικό ύμνο ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι -προερχόταν από την εικόνα. Η φωνή έλεγε: 'Στείλε αυτή την αγία εικόνα μου στο  Κίεβο και δώσε την στον ιερομόναχο Ιωνά, πού μένει πιο πάνω από το μοναστήρι Βύντουμπιτσκυ στον κήπο. Εκεί θα κτιστή μονή στο όνομα της Ζωοποιού Τριάδος. Πρέπει να την τοποθέτηση μέσα στο ιερά βήμα στην αγία πρόθεση. Στείλε την αμέσως’.

Όλοι άκουσαν τη φωνή του ό ιερέας δεν ήταν βέβαιος από ποια εικόνα προερχόταν. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αλλά ό ιερέας τούς καθησύχασε. Τέλεση μια δέηση στην αγία Τριάδα, ωστόσο δεν την έστειλε.
Πέρασε λίγος καιρός και πάλι μια Κυριακή κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, όταν ό ιερέας διά βάζε την όπισθάμβωνο ευχή ό εύλογών τούς ευλογούντος σε, Κύριε..., ξανακούσθηκε ή φωνή:
—Γιατί καθυστερείς και δεν στέλνεις την εικόνα μου εκεί πού σού υπέδειξα; Στείλε την, σου είπα, στον “ιερομόναχο Ιωνά πού μένει στον κήπο, πιο πάνω από το Βύντουμπιτσκυ.
Τότε ή εικόνα έλαμψε κι έτσι όλοι είδαν από πού προήλθε ή φωνή.

“Ύστερα από τη θεία λειτουργία, αφού έκαναν μια δέηση στην αγία Τριάδα και προσκύνησαν την εικόνα, ό “ιερέας την έστειλε ταχυδρομικούς σε μένα μαζί με όλη την ιστορία και τα θαύματά της. Τώρα βρίσκεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας στην προσκομιδή, όπως όρισε ή θεία φωνή».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΛΑΜΟΣ 1998.