Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ΓΙΑ ΜΟΝΑΧΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ . ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΧΑΤΖΗ.






ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΦΙΛΟΘΕΗ ΓΙΑ ΜΟΝΑΧΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Υπάρχουν άνθρωποι διαρκούς αγάπης και αυτό το γεγονός τους τοποθετεί μόνιμα πρώτα στην καρδιά κι έπειτα στη μνήμη προσώπων που τους συνάντησαν κάποτε.  Θ’ αναφερθούμε σε μια γυναίκα ορθάνοιχτης καρδιάς, μοναχή, ιεραπόστολο που απέδειξε ότι είμαστε ικανοί για αγάπη, είμαστε όντα αγάπης. Όποιος αγαπάει κερδίζει τελικά ταλαιπωρίες αλλά αυτό είναι προτιμότερο, γιατί οι ταλαιπωρίες πλατύνουν την καρδιά και γίνεται ανοικτός ο άνθρωπος. Έτσι μπορεί ν’ αγαπάει απεριόριστα και ν΄ αναδεικνύεται ως πρόσωπο χωρίς να επιδιώκει την ανάδειξη, λέει ο επίσκοπος Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς.  


Η γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη ήταν ένας άνθρωπος αγάπης που ακριβώς δεν επεδίωκε την ανάδειξη, ωστόσο οι συνάνθρωποί της, που τη γνώρισαν μαρτυρούν τη γερόντισσα μέχρι σήμερα και την αναδεικνύουν. Η ηγουμένη Φιλοθέη από το ιερό ησυχαστήριο Παναγίας Βρυούλων παραχώρησε στην “Ορθόδοξη αλήθεια” συνέντευξη που αφορά στην έρευνα που έκανε με την ευχή του Μητροπολίτου Αργολίδος Νεκταρίου και την προτροπή του να συλλέξει στοιχεία από ανθρώπους που έζησαν από κοντά τη γερόντισσα Γαβριηλία. Η ηγουμένη μάς παραδίδει  στοιχεία μιας δυναμικής πορείας: «Αποφασίσαμε να το κάνουμε και να ερευνήσουμε τη ζωή αυτής της οσιακής μορφής. Εμείς γνωρίσαμε στο παρελθόν τη γερόντισσα μέσω του πνευματικού μας, του πατρός Γαβριήλ Τσάφου και αυτός ήταν ο λόγος που ο σεβασμιότατος απευθύνθηκε σ’ εμάς για να γίνει η έρευνα.


Ο γέροντάς μας ο πατήρ Γαβριήλ Τσάφος με καταγωγή από τα Βρύουλα της μικράς Ασίας ήταν εφημέριος στον Ιερό ναό αγίου Ανδρέου στην πλατεία Αμερικής και η γερόντισσα έμενε στο σπιτάκι της στην οδό Μηδείας πολύ κοντά στο ναό. Ήταν αγαπημένοι και στενοί φίλοι. Την έφερνε λοιπόν στο ναό και τη συναντούσαμε εκεί. Έτσι τη γνωρίσαμε. Εκείνοι οι δυο, είχαν βαθιά πνευματική σχέση και αγάπη μεταξύ τους. Υπάρχει ένα γράμμα προς τον πατέρα Γαβριήλ όπου η γερόντισσα του ζητά όταν πεθάνει να τη θάψουν στην περιοχή που είναι χτισμένο τώρα το μοναστήρι της Παναγίας των Βρυούλων. Το συγκλονιστικό βέβαια ήταν ότι όταν γραφόταν η επιστολή αυτή δεν υπήρχε καν μοναστήρι εκεί.


Στη γιορτή τους των Ταξιαρχών, όπου γιόρταζε κι εκείνη και ο πατήρ Γαβριήλ πήγαινε στη θεία  Λειτουργία και του προσέφερε πάντα μια ανθοδέσμη κ του έλεγε ο ένας “Γαβριήλ πάει στον άλλο Γαβριήλ” και ήταν τόσο μικροκαμωμένη που δεν φαινόταν το πρόσωπό της πίσω από τα λουλούδια. Έρχονταν να τη συναντήσουν πολλοί άνθρωποι, καλλιτέχνες, φοιτητές, του περιθωρίου, μικροί και μεγάλοι, άνθρωποι που είχαν ή δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία. Ωστόσο είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Δεν ήθελε ανθρώπους “ξεκουρδισμένους” όπως έλεγε και  έστελνε πολλούς στον γέροντα για να εξομολογηθούν και να ξεκουραστούν. Έτσι αργότερα, αφού εξομολογηθούν θα έχουν μια κοινή γλώσσα και θα μπορούν να επικοινωνούν. Πολλά παιδιά που δεν θα ήταν αποδεκτά σε εκκλησιαστικούς χώρους γίνονταν αποδεκτά στον γέροντα Γαβριήλ και την γερόντισσα».  

Η ηγουμένη Φιλοθέη θα μας μιλήσει εξομολογητικά για την προσωπική της συνάντηση με τη γερόντισσα Γαβριηλία όταν η δεύτερη είναι ενενήντα ενός ετών και η πρώτη δεκαεννιά.


«Η γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη ήταν η πρώτη μοναχή που είδα στη ζωή μου. Ήμουν δεκαεννιά ετών, φοιτήτρια της Θεολογίας και με έλεγαν Αναστασία εκείνη ήταν 91... Είχε έρθει να μας συναντήσει στο ναό του αγίου Ανδρέα  την παραμονή της εορτής της Αγίας Φιλοθέης το 1988. Θαύμασα ότι είχε διαύγεια πνεύματος και καθαρότητα προσώπου σαν μικρού παιδιού. Απαντούσε σε όλες μας τις ερωτήσεις και μας έδινε μια ευχούλα ξεχωριστά στον καθένα. Πολύ σύντομα την επισκέφθηκα στο σπίτι της και κάθισα μαζί της μία ώρα. Είπα μέσα μου “Τι ωραία, αν είναι έτσι ο μοναχισμός, μου αρέσει! Αν είναι έτσι η εκκλησία ωραία είναι, εδώ θα μείνουμε”. Ό,τι έκανε το έκανε με λεβεντιά και χαρά, έδινε συνέχεια ευχές και έλαμπε από χαρά το πρόσωπό της. Πριν πάω να συναντήσω τη γερόντισσα είχα ατύχημα κατεβαίνοντας από ένα τρόλεϊ γιατί ήμουν πολύ βιαστική και χτύπησα σοβαρά το γόνατό μου. Σκέφτηκα πως ήταν λάθος μου να βιάζομαι και πως είχα μια αίσθηση ανωτερότητας και έπαρσης εκείνες τις ώρες, ένα λάθος αίσθημα πως είμαι “κάποια” και αφού αντιλήφθηκα αυτή την αστοχία μου  απάντησα στον εαυτό μου: “Καλά να πάθεις που χτύπησες έτσι για να μάθεις να περηφανεύεσαι, το έκανε ο Θεός για να συνέλθεις”. Όταν λοιπόν τη συνάντησα στο σπίτι της, στην οδό Λυδίας, της εξομολογήθηκα το γεγονός αλλά και τις σκέψεις μου. Όταν το άκουσε σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια της, με αγκάλιασε και είπε: «Μπράβο, έτσι να κάνεις, πολύ καλά, μπράβο, έτσι πρέπει να κάνεις, κι όχι να λες “αχ τι έπαθα, τι κακό με βρήκε, τι γρουσούζικη μέρα”». Για να με ενισχύσει αναφέρθηκε σ’ ένα περιστατικό από τη ζωή της, όταν κακομίλησε κάποτε σ’ έναν φαντάρο που έβγαζε φωτογραφίες στο μοναστήρι και αμέσως την έπιασε δυνατός πονοκέφαλος και αυτό το ερμήνευσε ότι ήταν μια πληροφορία από τους αγγέλους που σεβόταν και αγαπούσε ιδιαίτερα, ότι δεν φέρθηκε σωστά. Αμέσως του ζήτησε συγνώμη και αυτοστιγμή τής πέρασε ο πονοκέφαλος. Σε όλη της τη ζωή η γερόντισσα αν αρρώσταινε έλεγε ότι εκείνη σε κάτι έφταιξε. Ποτέ δεν πίστεψε ότι κάποιος την κόλλησε κάποια ασθένεια ή ότι άλλος εκτός από την ίδια φταίει.  Εκείνη την εποχή πρωτογνώριζα την Εκκλησία και είχα έναν φίλο που ήταν μάγος, μπλεγμένος άνθρωπος. Του γνωστοποίησα ότι θα συναντούσα τη μοναχή Γαβριηλία και του πρότεινα να έρθει μαζί μου. Εκείνος έδειξε σα να τον χτύπησε δυνατό ρεύμα  και αρνήθηκε να με ακολουθήσει. Το ανέφερα στη γερόντισσα χωρίς να της πω ότι ήταν μπλεγμένος με τη μαγεία και τότε  μου απάντησε με ένταση “μακριά, μακριά, μακριά” σα να κατάλαβε αμέσως περί τίνος πρόκειται. Ο άνθρωπος αυτός απομακρύνθηκε από μόνος του από τη ζωή μου. Επίσης ήθελα να γίνω Ιεραπόστολος και να δώσω στην Εκκλησία και όχι μόνο να πάρω. Απάντησε ακαριαία με ευχές και χαρά χωρίς δεύτερες σκέψεις και απαισιοδοξίες, ήταν ανοιχτή και πίστευε στον Θεό. Της είπα πολλά και ένιωσα ότι τη ζάλισα:
- Σας κούρασα γερόντισσα!
-  Όχι, πόσο χρονών είσαι;
- Δεκαεννιά
- Κι εγώ.
Πετούσα όταν έφυγα.»




Η γερόντισσα Φιλοθέη μάς μεταφέρει και αναλύει στη συνέχεια, στοιχεία του δυναμικού αλλά και βαθιά χριστιανικού βίου της μοναχής Γαβριηλίας.       

 «Αργότερα τη συναντήσαμε με τον πατέρα Γαβριήλ στο μετόχι του αγίου Νεκταρίου, στο μοναστηράκι της αγίας Σκέπης στην Αίγινα, όπου έμεινε ένα χρόνο. Εκεί που κατοικούσε σ’ ένα κελάκι ήταν πολύ όμορφα απλά και ταπεινά. Ο γέροντάς μας, μικρασιάτης, του αρέσει πάντα το ωραίο και το περιποιημένο, άρχισε να της προτείνει να φτιάξει κάποια πράγματα εδώ κι εκεί και παραπέρα. Τότε η γερόντισσα ευγενικά τον διέκοψε: «Πάτερ δεν θα φτιάξω τίποτα, εδώ όσοι έρχονται θα επισκέπτονται το φτωχό μοναστηράκι». Μετά πήγε στη Λέρο και έπειτα από περίπου δυο χρόνια κοιμήθηκε.


Στην έρευνα που κάναμε για τη γερόντισσα από πρόσωπα που τη συνάντησαν καταγράφονται αναφορές από  ανθρώπους με διαφορετικό χαρακτήρα, ηλικία, αλλά και διαφορετικές χώρες, συχνά με άλλες παραδόσεις. Μίλησα με παραπάνω από εξήντα ανθρώπους και το κοινό στοιχείο, στο οποίο όλοι συμφωνούν ότι υπήρχε σε αυτή την όμορφη ψυχή ήταν η αγάπη και η αποδοχή. Δεν σκεφτόσουν τι θα έπρεπε να φορέσεις όταν πας να την επισκεφθείς, πώς θα φερθείς επειδή είναι μοναχή. Κοντά της όλοι νιώθαμε σαν το σπίτι μας, ότι εδώ περνάμε καλά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάμε κάπου αλλού. Δεν υπήρχε αυτό που λέμε “Α, αυτή είναι καλόγρια”. Η γυναίκα αυτή γινόταν ο άλλος, γινόταν ο εαυτός σου, σε σημείο σκανδαλώδες. Πήγαινε κάποιος που δεν είχε καμμιά σχέση με τον Χριστό και τον άκουγε να ξεστομίζει το πιο αποκρουστικό πράγμα και δεν έκανε μορφασμό, να τον κάνει να νιώσει άσχημα. Εκείνη δεν υπήρχε, ο εαυτός της ήταν ο άλλος. Το χαρακτηριστικό της ήταν ότι κένωνε τον εαυτό της.  Όταν έφευγε ο άνθρωπος αυτός, η γερόντισσα δεν καθόταν να σκεφτεί και να πει “Αχ το καημένο το παιδάκι τι θα γίνει τώρα!”.  Ήξερε ότι ο Ένας σώζει. Εκείνη τον είχε τον ταλαίπωρο στην προσευχή της και ησύχαζε γνωρίζοντας  ότι Άλλος θα τον σώσει κι όχι η ίδια. Μπορούσε να δει και να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους κάθε μέρα, με αυτό τον τρόπο. Παντού εργαζόταν Ιεραποστολικά: στο κελάκι της στη Μηδείας, ή στα Ιμαλάια και το πρόσωπο του αδελφού ήταν η αφορμή. Βέβαια σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι η γερόντισσα Γαβριηλία επαναλάμβανε ότι την αγάπη που είχε για τους ανθρώπους την όφειλε στον Θεό και στη ζωή που έζησε στα πρώτα παιδικά της χρόνια. Είχε πολλή αγάπη για τους ανθρώπους γιατί πήρε πολλή αγάπη από την οικογένειά της. Είχε ισχυρό δεσμό με τη μητέρα της και όταν έφυγε από τη ζωή, τότε δόθηκε ολοκληρωτικά στον Χριστό. Ανοίχτηκε στους ανθρώπους έχοντας σαν παράδειγμα την αγάπη της μητέρας της στους άλλους. Αναφερόταν συχνά στην εξωτερική ιεραποστολή, χωρίς να δείχνει ότι είχε κάνει κάτι σπουδαίο. Η γερόντισσα Γαβριηλία ήταν πάντα  απλή, μπορούσε να ζει στο παλάτι τής Ίντιρα Γκάντι, και λίγο μετά  σε καλύβα Ινδού. Τη μια φορά ήταν καλεσμένη στους μαχαραγιάδες και την άλλη σε μια τρώγλη και βοηθούσε τα παιδιά στον τόπο των λεπρών. Μια φορά μάλιστα όταν ήταν πλέον μοναχή και βρισκόταν στο παλάτι, η Ίντιρα Γκάντι τη σύστησε σε έναν επιφανή πολιτικό ως φυσιοθεραπεύτρια και ορθόδοξη μοναχή. Τότε ο πολιτικός νομίζοντας πως είναι καθολική όπως η μητέρα Τερέζα, ρώτησε εάν προέρχεται από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και τότε η Ινδή πρωθυπουργός απάντησε “Όχι, όχι είναι κάτι τελείως διαφορετικό”.





Από το βίωμά της φαινόταν ο χαρακτήρας της. Επικοινωνούσε με τους ανθρώπους με το χάδι, το χαμόγελο, την αγάπη, την προσευχή. Αυτή ήταν η διδασκαλία της, συχνά βέβαια δίδασκε και με άλλους τρόπους: Όταν ζούσε στην οδό Μηδείας μαζί με τη μοναχή Αυγουστίνα η δεύτερη μας διασώζει μια όμορφη ιστορία. Ήταν Τετάρτη και είχαν πάει κάποιες κυρίες να την επισκεφθούν, σε λίγο άρχισαν το κουτσομπολιό και κατηγορούσαν κάποιες γυναίκες. Τότε θύμωσε η γερόντισσα, σηκώθηκε, πήγε στο ψυγείο, πήρε ένα κομμάτι τυρί και τους το πέταξε. Εκείνες αναρωτήθηκαν γιατί τους έδωσε να φάνε τυρί με τέτοιο τρόπο και σε ημέρα νηστείας. Η απάντησή της “Τόση ώρα τρώτε τις σάρκες των άλλων, ε, φάτε και τυρί”. Θεωρούσε ότι η αρχή για να καταφέρεις κάτι στην πνευματική ζωή ήταν η αυτομεμψία και η αυτοκριτική και όχι η κατάκριση των  άλλων.  Με αυτό κρατούσε το νου της στραμμένο στον Θεό και δεν διασπούσε την προσευχή της.  


 Έδινε ιδιαίτερη σημασία στην προσευχή. Αφιέρωνε κάποιες ώρες την ημέρα και κάποιες μέρες στην εβδομάδα στην προσευχή και μόνο τότε δεν δεχόταν κόσμο. Γνωρίζουμε από τα χαρτιά που άφηνε πως  έγραφε μερικές φορές την προσευχή της, δηλαδή προσευχόταν γράφοντας, άλλοτε τον “εξάψαλμο”, άλλοτε το “Κύριε ελέησον”, ή το “Δόξα σοι ο Θεός”. Μάλιστα καθώς γερνούσε, τα γραμματάκια της ήταν τρεμουλιαστά. Αγαπούσε πολύ την προσευχή. Όταν ήμουν φοιτήτρια και την είχα πρωτοσυναντήσει τη ρώτησα για τον τρόπο που θα μπορούσα να προσεύχομαι με την προσευχή του Ιησού και τότε με διαφώτισε: «Θα πιάνεις το σφυγμό σου και με το ρυθμό του σφυγμού σου θα λες το “Kύριε ελέησον”, θα τρως και θα λες “Kύριε ελέησον”, θα πλένεις το πρόσωπό σου και πάλι “Kύριε ελέησον”. Να δοξολογείς τον Θεό. Tο ξέχασες; Δεν πειράζει συνέχισε πάλι από την αρχή». Ένας ψυχίατρος πολύ γνωστός σήμερα, πνευματικό της παιδί, έλεγε γι’ αυτήν πως ένα σημαντικό στοιχείο  του χαρακτήρα της ήταν πως κοντά της δεν ένιωθες ένοχος, σε απελευθέρωνε. Σου έδειχνε πως η σχέση σου με τον Θεό δεν ξεκινούσε με τις ενοχές, αλλά με το γεγονός ότι θέλεις τη σχέση με τον Θεό, τον Χριστό. Να λες τ’ όνομά Του με αγάπη κι έρωτα».





Η ηγουμένη Φιλοθέη μάς εμπιστεύεται  μέρος της έρευνάς της, από την αποκαλυπτική  συνομιλία της με τις αδελφές νοσοκόμες στην κλινική “Παμμακάριστος” που νοσηλευόταν η μοναχή Γαβριηλία όταν έπασχε από τη νόσο του καρκίνου: «Κάποτε αρρώστησε από καρκίνο και νοσηλεύτηκε σε μια κλινική κοντά στον άγιο Ανδρέα. Οι νοσοκόμες που τη φρόντιζαν διαφύλαξαν συγκλονιστικές μαρτυρίες για εκείνη. Έμαθα από αυτές για την ηρεμία με την οποία αντιμετώπισε την ασθένειά της, αλλά και τη δυνατή πίστη της. Νήστευε κατά τη διάρκεια που νοσηλευόταν κι όταν της έλεγαν οι αδελφές να φάει γιατί θα έπεφτε κάτω, εκείνη αρνιόταν απαντώντας: “Μα δεν έχω καρκίνο στην ψυχή, στο σώμα μου έχω”. Μάλιστα μιλούσε στον καρκίνο της και του έλεγε: “Άντε καρκινάκι μου, πολύ έκατσες”. Μέχρι που ήρθε το Πάσχα ανήμερα και θεραπεύτηκε».


Πώς όμως αντιμετώπιζε το θάνατο αυτή η ατρόμητη ψυχή; Από τα λεγόμενα της ηγουμένης Φιλοθέης αντιλαμβανόμαστε ότι η γερόντισσα Γαβριηλία  ως αληθινή χριστιανή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο θάνατος ήταν το τέλος. Ας αφήσουμε τη διήγηση στην ίδια την ηγουμένη:
         

           «Δεν φοβόταν το θάνατο, τον παρομοίαζε μ’ ένα μαντρότοιχο και τον άνθρωπο μ’ ένα λουλούδι, του οποίου ο βλαστός, περνάει τον τοίχο μέσα από μια τρύπα και βγαίνει από την άλλη πλευρά που δεν τη βλέπουμε. Το τριανταφυλλάκι άνθισε στην άλλη μεριά του τοίχου κι εμείς δεν μπορούμε να το δούμε αυτό. Όμως το λουλούδι άνθισε. ΄Ετσι παρίστανε το θάνατο. Είχε σχέση αγάπης με τον Χριστό και δεν τον φοβόταν. Στο τέλος, στις 28 Μαρτίου του 1992,  έφυγε ειρηνικά και οι άνθρωποι γύρω της ένιωθαν μια γλυκόπικρη χαρά. Ο Γενικός αρχιερατικός  επίτροπος στη Λέρο, ο πατήρ Νικόδημος, ήταν στην εξόδιο ακολουθία της στο νησί της Λέρου. Εκεί, όσοι σήκωσαν το φέρετρό της  το ένιωσαν ελαφρύ. Οι κάτοικοι της Λέρου μάς μετέφεραν ότι ένιωσαν ένα  αίσθημα ανάπαυσης, αλλά είχαν και την αίσθηση της παρουσίας της.  Η γερόντισσα είχε  πάρει άδεια να χτιστεί στην περιοχή ένα μοναστηράκι, πριν φύγει για την άλλη ζωή. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να το δει να δημιουργείται κι όταν πια κοιμήθηκε την έθαψαν στο κάστρο απ’ όπου έβλεπε τη μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη, την πόλη καταγωγής της. Βέβαια η ίδια είχε εκφράσει το θέλημά της να τη θάψουν στο ψυχιατρείο της Λέρου, πράγμα το οποίο δεν έγινε όπως καταλαβαίνετε. Μέχρι σήμερα έρχονται πολλοί να προσκυνήσουν στον τάφο της από πολλά μέρη».
         



           Ευχαριστούμε την ηγουμένη Φιλοθέη για την εμπιστοσύνη και τη μοιρασιά με εμάς και τους αναγνώστες μας. Στους κεκοιμημένους μιλάμε ελεύθερα, χωρίς να τους ντρεπόμαστε, στους αγίους το ίδιο. Έχουμε ανάγκη να ρίχνουμε φως στη ζωή τους στη γη και υποκλινόμαστε σιωπηλά στα νέα τους δεδομένα, της άλλης όχθης, της άλλης πλευράς του μαντρότοιχου, που έλεγε κι εμψύχωνε  η γερόντισσα Γαβριηλία και  την παρακαλούμε να μας δείξει με κάποιο τρόπο το τριαντάφυλλο, όπως άνθισε στον καινούργιο τόπο.

ΥΓ
Την1η Αυγούστου του 2018 ημέρα που η συνέντευξη έπαιρνε το δρόμο για το τυπγραφείο μάθαμε ότι ο γέροντας Γαβριήλ Τσάφος εκοιμήθη και έφυγε για να συναντήσει τον Δημιουργό του αλλά και την συνονόματη του γερόντισσα Γαβριηλία. Ήταν η ψυχή του αγίου Ανδρέα, στην πλατεία Αμερικής. Ένας αθόρυβος ιερουργός με τεράστιο έργο. Μιλούσε συχνά για την καταγωγή του που τον καθόρισε, αναφερόταν στην αξία της καρδιακότητας στην ανθρώπινη ζωή. Όπως δήλωσε ο π.Αλέξανδρος Καρυώτογλου: 25 χρόνια υπηρέτησα ως ψάλτης στο εκκλησάκι του αγ. Ανδρέα μετά από πρόσκληση του π. Γαβριήλ, τον οποίο γνώριζα από τα φοιτητικά μου και φοιτητικά του χρόνια. 'Ανθρωπος σπάνιας και γνήσιας αγάπης. Ανθρωπιά, χιούμορ, πίστη βαθιά και ουσιαστική. Μετά το Πάσχα λειτούργησα στο Μοναστήρι, κοιταχτήκαμε στα μάτια, με φίλησε και τον φίλησα. Στο νοσοκομείο ίσως να με αναγνώρισε, τον χαϊδεψα. Θεανθρώπινες καταστάσεις. Καλό σου ταξίδι, φίλε Γιώργο και  συλλειτουργέ π. Γαβριήλ. Οι Μικρασιάτες των Βρυούλων που τόσο αγάπησες σε περιμένουν και τόσοι άλλοι....



Σοφία Χατζή


Δεν υπάρχουν σχόλια: